Κάλεσμα για την επεξεργασία ενός Προγράμματος Επανοικείωσης και Ανασυγκρότησης του Μέλλοντος

Σήμερα, πιο επιτακτικά από ποτέ, είναι απαραίτητο ένα Πρόγραμμα Επανοικείωσης και Ανασυγκρότησης του Μέλλοντος.[1]
Αναρωτιόμαστε: Η ουτοπία ή η δυστοπία θα είναι το μέλλον μας; Μήπως θα είναι, παραδόξως, ταυτόχρονα και τα δύο, σε έναν κόσμο που θα πολώνεται ολοένα και περισσότερο μεταξύ πλούσιων και φτωχών; Ή μήπως τίποτε από αυτές τις δύο αφηγηματικές κατηγορίες αλλά μια άλλη, μια μέχρι τώρα ανέκφραστη «αφήγηση» ενός άλλου είδους σχέσων, ένας ριζικά νέος τρόπος παραγωγής, μια αδύνατη να τη φανταστούμε μέχρι στιγμής βιοπρακτική είναι αυτά που πιθανώς θα σχηματίσουν τη δυνάμει μορφή του μέλλοντος; Και εμείς, πώς θέλουμε να είναι το μέλλον;

Στην εποχή μας, εποχή πολύπλευρης βαθιάς κρίσης του συστήματος και καταστροφής του οικοσυστήματος, είναι πάνδημος ένας θεαματικός μεταμοντέρνος πεσιμισμός, μια παραλυτική αίσθηση αδιεξόδου από το υπάρχον σύστημα, τον καπιταλισμό, που αν μη τι άλλο παρουσιάζεται ως η λιγότερο κακή επιλογή, στην οποία διαπιστώνουμε μεν μυριάδες προβλήματα και αντινομίες ωστόσο δεν έχουμε, ούτε και μπορούμε, υποτίθεται, πού αλλού να στραφούμε για να βρούμε μια διέξοδο. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καν τίποτα καλύτερο, μια εναλλακτική λύση που να μας δίνει ταυτοχρόνως την αίσθηση ότι είναι και ρεαλιστικά εφικτή, ότι είναι δυνάμενη να πραγματωθεί. Είμαστε σχεδόν πεπεισμένοι ότι το μέλλον (αν υπάρξει μέλλον) θα μοιάζει με ένα συνεχώς ανακυκλούμενο παρόν συν επιπλέον τεχνολογία και λιγότερη φύση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επανάσταση ως καθολική ρήξη και η ουτοπία ως όραμα ενός διαφορετικού κόσμου είναι έννοιες ανυπόληπτες πια: η φήμη τους έχει αμαυρωθεί αφού εκλαμβάνονται ως σχεδόν συνώνυμες του ολοκληρωτισμού και της βίαιης εξάλειψης της διαφοράς (άτομο/ιδιωτικό/επιθυμία) προς χάρη της ταυτότητας (κοινωνία/δημόσια συναίνεση/ηθική ή κόμμα-κράτος/κανονιστικότητα/υποταγή).
Το μέλλον έχει ήδη καταληφθεί από τις εχθρικές προς τη ζωή δυνάμεις και έχει ακυρωθεί ως ουτοπία. Από τη μια, το ασφυκτικό «αδιέξοδο» που εκφράζεται και από την αφομοιωτική ικανότητα του συστήματος που αδρανοποιεί κάθε αντίπαλό του απλώς και μόνο ενσωματώνοντας τις αντιρρήσεις του στην ίδια την δομή του, σαν τη ρητορική υπεκφυγή που σπεύδει να παραδεχτεί τα αδύνατα σημεία της κατονομάζοντας τα πρώτη, καταλαμβάνοντας έγκαιρα τη θέση από την οποία θα ασκούνταν η κριτική του αντιπάλου – η επανάσταση είναι καθημερινή στο πλαίσιο της διαφήμισης. Από την άλλη, η «ουτοπική επιθυμία» έχει καταπιεστεί σε βαθμό πλήρους αναστολής της, με κύριο όπλο απώθησής της τον φόβο που γεννά η διόλου απίθανη εμφάνιση του ολοκληρωτισμού σε κάθε ουτοπιστική πρόταση, αν δεν θεωρείται ότι είναι εγγενές στοιχείο της, σύμφωνα πάντα με μια συγκεκριμένη ερμηνεία της ιστορίας, η οποία όσο και αν καταγγέλλει την ιδεολογία κάθε άλλο παρά αντι-ιδεολογική είναι η ίδια.

Μπορούμε άραγε σήμερα να αφυπνίσουμε και να απελευθερώσουμε την ουτοπική επιθυμία, να επεξεργαστούμε τις ροπές της προς μια κατεύθυνση και να της δώσουμε συγκεκριμένη μορφή; Και με ποιους τρόπους, που δεν θα είναι απλώς ιδεαλιστικοί, θα κάνουμε κάτι τέτοιο; Υφίσταται, έστω και απωθημένη, αυτή η επιθυμία ή αποτελεί απλώς μια φαντασίωση ή/και ένα ψυχολογικό ανάχωμα στη «σχιζοφρένεια» του «αποκεντρωμένου υποκειμένου» και της «ρευστής ταυτότητας» σε έναν αφιλόξενο κόσμο; Πώς ξεπερνάμε τις αντινομίες που εμπεριέχει κάθε απόπειρα γενίκευσης; Πώς θα γινόταν η μετάβαση σε έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο; Είναι όλες οι προτάσεις για τον ενδεδειγμένο και απαραίτητο τρόπο μετάβασης έγκυρες; Ποιος ορίζει και με ποια κριτήρια την εγκυρότητά τους; Πώς ενσωματώνεται η εξαίρεση; Πώς μπορεί η ίδια η διαδικασία μορφοποίησης να αναζωπυρώνει την ουτοπική επιθυμία;
Τα ερωτήματα αυτά, όπως και πολλά άλλα, είναι καίρια και η επεξεργασία τους με κάθε μέσο και τρόπο που μπορούμε να επινοήσουμε ίσως συμβάλλει στο να επανακαθορίσουμε το όραμά μας για έναν άλλο κόσμο και να του δώσουμε εικόνα, να μπορέσουμε να το συντάξουμε σε μια «αφήγηση» η οποία θα σκιαγραφεί τη μορφή που θα μπορούσε να έχει μια ριζικά διαφορετική κοινωνία, μια κοινωνία ισοτιμίας και αλληλεγγύης, μια κοινωνία απελευθερωμένη και αυτόνομη. Και αυτή η μορφή δεν μπορεί να παραμένει αφηρημένη. Δεν μπορεί να είναι απλώς η περιγραφή μιας επιθυμίας ή μιας ανάγκης που εκφράζεται αποκλειστικά και μόνο ως άρνηση του υπάρχοντος. Οφείλουμε να επεξεργαστούμε μια πραγματική μορφή, που θα λαμβάνει υπόψη της τις υπάρχουσες δυνατότητες και θα εμπεριέχει όλες τις συναφείς πτυχές, από την υλική παραγωγή και την αναπαραγωγή της ζωής, που όπως μας δίδαξε ο Μαρξ αποτελεί τη βάση κάθε ανθρώπινης κοινωνίας και των σχέσεων που διαμορφώνονται στο πλαίσιό της, μέχρι τις ποικίλες δοξασίες και την διασφάλιση της ιδιαιτερότητας και της ελεύθερης ανάπτυξης κάθε ατόμου ξεχωριστά.

Σε αυτό το υπό διαμόρφωση ανοικτό θεωρητικό και πραξιακό πλαίσιο καλούμε όσες και όσους αισθάνονται την ίδια ανάγκη με εμάς για την σύνταξη ενός Προγράμματος Επανοικείωσης και Ανασυγκρότησης του Μέλλοντος προκειμένου να επεξεργαστούμε από κοινού τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε την εικόνα που θα μπορούσε να έχει ένα οικείο και επιθυμητό μέλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει μόνο να προσπαθήσουμε να επινοήσουμε εξ αρχής, ex nihilo, μορφές και ιδέες (πράγμα που έτσι και αλλιώς πρέπει να κάνουμε) αλλά ότι πρέπει να επεξεργαστούμε τις μορφές, τις ιδέες και τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί ή/και δοκιμαστεί στο παρελθόν αλλά και όσες προτείνονται τώρα, σε συνδυασμό με τις δικές μας εμπειρίες και ιδέες, με τη δική μας αντίληψη της κατάστασης των πραγμάτων, με τα δικά μας οράματα και θέλω που αναζητούν επιτακτικά να αποκτήσουν συγκεκριμένη και αληθινή μορφή που θα τα καταστήσει δυνάμει εφικτά εάν δράσουμε αναλόγως.
Είναι δεδομένο ότι δεν μπορούμε να επαναπαυτούμε στη νομοτέλεια που μας υπόσχεται την αναπόφευκτη ιστορικά μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, από το «βασίλειο της ανάγκης» στο «βασίλειο της ελευθερίας» – όπως έλεγε και ο Μαρξ πρέπει να αγωνιστούμε για να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες που θα καταστίσουν εφικτό το «τέλος της προϊστορίας». Αλλά ακόμα και αν δεχόμασταν μια τέτοια ιστορική νομοτέλεια, ότι δηλαδή ο σοσιαλισμός θα επέλθει αναπόφευκτα ασχέτως του πώς θα πράξουμε εμείς, θα θέλαμε να μπορούμε να απεικονίσουμε τη νέα μορφή της κοινωνίας και του κόσμου αυτού, που σήμερα για ποικίλους λόγους μοιάζει αδύνατον να φανταστούμε όπως ίσως μπορούσαν κάποτε, πριν από την απόλυτη επικράτηση του καπιταλισμού και της ιδεολογίας του.
Είναι προφανές ότι για τη μετάβαση σε έναν άλλο κόσμο δεν αρκούν μόνο η ευκαιριακή, «εδώ και τώρα» δράση και οι μεμονωμένες εστίες αντίδρασης (την οποία ωστόσο πρέπει να συνεχίσουμε με κάθε τρόπο και να την εντατικοποιήσουμε αφού είναι απολύτως καίρια και απαραίτητη, είναι το όπλο μας στον καθημερινό κοινωνικό ανταγωνισμό και στον γενικευμένο ταξικό πόλεμο), είναι προφανές ότι χρειάζεται μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση, ένας πιο απτός προσανατολισμός. Γι’ αυτό, παράλληλα με την ενεργό καθημερινή δράση και ως απαραίτητο συμπλήρωμά της που θα την βαθύνει και θα την εμπλουτίσει ποικιλοτρόπως πρέπει να επεξεργαστούμε μια συγκροτημένη «θεωρία», να επαναχαράξουμε την κατεύθυνση της επιθυμίας μας, να επεξεργαστούμε λεπτομερώς ένα Πρόγραμμα Επανοικείωσης και Ανασυγκρότησης του Μέλλοντος.

Σε μια τέτοια διαδικασία παραγωγής του ριζικά διαφορετικού, της μορφής του Άλλου, οι καλλιτέχνες μπορούν πραγματικά να βρουν το αξιακό υπόβαθρο που χρειάζονται για να επαναφέρουν το νόημα στην καλλιτεχνική πράξη. Και τότε η δυνατότητα της τέχνης να μας κοινωνεί το Άλλο, το ριζοσπαστικά διαφορετικό, θα της προσδώσει εκ νέου μια κοινωνική λειτουργία και αξία η οποία θα κείται πέρα από την αισθητική ως κατηγορία του λόγου που μπορεί να θεμελιώσει μία επιστήμη. Η τέχνη τώρα θα αφορά τη ζωή ως ολότητα, με κάθε υλική δέσμευση που αυτό σημαίνει και με όλες τις επιπτώσεις που θα έχει η πιθανή πλήρης συγχώνευση της τέχνης με την καθημερινή πρακτική.
Στο εγχείρημα αυτό, εξίσου απαραίτητη είναι και η συμβολή ειδικών επιστημόνων από διάφορους κατακερματισμένους σήμερα κλάδους της ανθρώπινης γνώσης, όπως π.χ. ανθρωπολόγοι, περιβαλλοντολόγοι, οικονομολόγοι, πολεοδόμοι/αρχιτέκτονες, μηχανικοί, βιολόγοι, χημικοί, κ.λπ., αφού, προκειμένου να επιτύχουμε την τεκμηρίωση της ριζικά διαφορετικής μορφής (που δεν θέλουμε επουδενί –και δεν πρέπει– να είναι επιστημονική φαντασία!), οφείλουμε να επεξεργαστούμε πάρα πολλές πτυχές και λεπτομέρειες, τόσο οντολογικού όσο θεωρητικού και πρακτικού χαρακτήρα.
Όμως, πάνω απ’ όλα, η ανάπτυξη της σκέψης και η κατάθεση της εμπειρίας τής καθεμιάς και του καθενός από εμάς, ασχέτως επαγγελματικής ή κοινωνικής ιδιότητας, ηλικίας, φύλου ή εθνικότητας, σε απολύτως ισότιμη βάση, είναι αυτό που θα προσδώσει σε ένα τέτοιο ουτοπιστικό εγχείρημα τη δυνατότητα να συγκροτηθεί διαλεκτικά μέσα από την αντικειμενική σχέση της εμπειρίας και της πρόθεσης για ριζοσπαστική αλλαγή του υπάρχοντος· να φέρει τα δεδομένα της υπάρχουσας πραγματικότητας σε αντιπαράθεση με τις δυνατότητες και τις επιθυμίες μας, και έτσι να επιδιώξουμε, και ίσως εν τέλει να μπορέσουμε, να την ξεπεράσουμε. Να αναγεννηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα συλλογικό όραμα για μια εφικτή Ουτοπία.

Καλούμε λοιπόν όσες και όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην επεξεργασία ενός τέτοιου ή ενός παρόμοιου Προγράμματος Επανοικείωσης και Ανασυγκρότησης του Μέλλοντος με σκοπό να το διαμορφώσουμε από κοινού με διάφορους τρόπους, να επικοινωνήσουν μαζί μας στο futura@ath.forthnet.gr


[1] Χρωστάω πολλά για την ιδέα αυτή και για τα όσα ισχυρίζομαι σε αυτό το κείμενο, χωρίς αυτός φυσικά να ευθύνεται για τις δικές μου τυχόν παρερμηνείες των ιδεών του, στον Φρέντρικ Τζέιμσον, και ιδιαίτερα στο βιβλίο του Αρχαιολογίες του Μέλλοντος. Τόμος 1: Η Επιθυμία που Λέγεται Ουτοπία, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008. Βλ. επίσης τα βιβλία Μια μοναδική Νεωτερικότητα. Δοκίμιο για την Οντολογία του Παρόντος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007 και Το Μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999.

Ο Μάης του ’68, οι σημασίες κι οι αξίες του

Του Μωυσή Μπουντουρίδη

Για τον Jacques Lacan υπάρχουν δύο είδη θανάτου, ο πρώτος είναι ο φυσικός και ο δεύτερος ο συμβολικός (π.χ., η ταφή). Δεδομένου, λοιπόν, ότι κάθε ιστορικό συμβάν έχει μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αν ο φυσικός θάνατος είναι η στιγμή του τελειωμού του, μήπως θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν συμβολικοί θάνατοι οι επαναλαμβανόμενες σε τακτά χρονικά διαστήματα τελετές, οι επέτειοι και οι πανηγυρικοί εορτασμοί του; Όμως, τέτοιοι τελετουργικοί συμβολισμοί δεν αντιπαραβάλλονται μόνο απέναντι στην ζωντάνια και τον άμεσο δυναμισμό, που είχε κάποτε το συμβάν, όταν αρχικά λάμβανε χώρα. Επιπλέον, οι συμβολισμοί λειτουργούν αναδρομικά και μέσα από άλλους δύο κοινωνικούς μηχανισμούς: τη νοηματοδότηση και τη νομιμοποίηση. Από τη μια μεριά, οι συμβολικές αναπαραστάσεις στέκονται διαλεκτικά σε σχέση με αντιλήψεις και σκέψεις για το συμβάν, δηλαδή, με νοήματα, σημασίες και ερμηνείες. Όχι μόνο γιατί όλα αυτά αρθρώνονται διαλογικά και εννοιολογικά μέσα στους συμβολισμούς. Επίσης και γιατί η νοηματοδότηση ενός παρελθόντος συμβάντος ανοίγει τον χώρο των δυνατοτήτων, για να ξανασυμβεί αυτό και στο μέλλον. Γιατί, όπως έλεγε ο Jean-Paul Sartre για το 1968, «αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι η δράση έγινε, όταν όλοι έκριναν πως ήταν αδιανόητη: έγινε, επομένως, μπορεί να ξαναγίνει». Από την άλλη μεριά, μέσω των συμβολικών αναπαραστάσεων νομιμοποιείται η δράση για κοινωνικούς μετασχηματισμούς, για την ανάσταση, για το ξαναζωντάνεμα του πεθαμένου συμβάντος. Πώς; Όταν τα σύμβολα γίνονται ιδέες, ιδανικά και αξίες. Γιατί με την αφοσίωση και τις δεσμεύσεις σε αυτά νομιμοποιούνται ηθικά και κανονιστικά εκείνες οι ιδιαίτερες στάσεις ζωής, οι εκφράσεις πιστότητας στην αλήθεια του συμβάντος, που μπορούν να οδηγήσουν στο ξαναρχίνισμά του. Γιατί, όπως έλεγε ο Alain Badiou, «το ηθικό είναι μάλλον η επανεκκίνηση, παρά η συνέχιση».
Βέβαια, απέναντι στο συμβάν του Μάη του ’68, δεν συμπαρατάσσονται μονάχα οι υποκειμενικότητες, που νοηματοδοτούνται σημασιολογικά ή νομιμοποιούνται ηθικά με βάση την πίστη στις αλήθειες του ή την εμμονή στους κοινωνικούς αγώνες για την ανάστασή του. Απέναντί του βρίσκονται και οι δυνάμεις είτε της αντίδρασης ή της συσκότισης του περιεχομένου των κινητοποιήσεων, που έγιναν στην Γαλλία τον Μάη του 1968 (κι αλλού περίπου τότε). Πέρα, όμως, από αυτές, μήπως, με το πέρασμα του χρόνου, ο Μάης του ’68 κινδυνεύει να ξεχαστεί; Σίγουρα, θα μπορούσε να προβληματιστεί κανείς γι’ αυτό, βλέποντας τη μελαγχολική επετειακή τυπολατρία σαν μορφή ενόρμησης προς τον δεύτερο, τον συμβολικό θάνατο. Αλλά τότε, πού, σε ποιους λόγους, οφείλεται μια τέτοια συλλογική λήθη; Στην απάντηση αυτού του ερωτήματος είναι που υπάρχει κάτι το παράξενο (Kristin Ross). Γιατί παράδοξο φαίνεται να είναι το γεγονός ότι το έργο της διάβρωσης της συλλογικής μνήμης δεν μπορεί να χρεωθεί, δεν προέρχεται τόσο από τους γνωστούς και άγνωστους κύκλους της αντίδρασης ή της συσκότισης, όσο από μια πλεονασματική έξαψη ενός κυρίαρχου λόγου για τον Μάη του ’68. Σαν φαινομενικό στόχο του, ο λόγος αυτός έχει την δήθεν αμερόληπτη ανάλυση και ερμηνεία της σημασίας των γεγονότων του Μάη. Τελικά, όμως, καταλήγει να δημιουργεί τέτοια σύγχυση, αποπροσανατολισμό και παραπληροφόρηση, ώστε, για πολύ κόσμο, το ιστορικό συμβάν του Μάη να τείνει να βγαίνει έξω από την δημόσια συλλογική μνήμη. Ενώ είναι σίγουρο ότι υπάρχει έλλειμμα πειστικότητας στις φωνές της αντι-ολοκληρωτικής ή της αντι-κομουνιστικής υστερίας των αντιδραστικών ιστορικών ή φιλόσοφων. Ενώ είναι φανερό το έλλειμμα σοβαρότητας στις περισσότερες σκοταδιστικές απόψεις, που θέλουν να θάψουν τον Μάη, όπως του «εκκαθαριστή» Σαρκοζύ. Το κύριο πρόβλημα με τον πληθωρικό λόγο για τον Μάη, που καταντά να γίνει αντίλογος σε βάρος του ίδιου του συμβάντος, είναι ένα πρόβλημα σημασιολογικό και ηθικό. Η σύγχυση προέρχεται είτε γιατί αναζητούνται οι σημασίες για τον Μάη μέσα σε ιδέες και εννοιολογικά πλαίσια, που είναι εντελώς ξένα, πλήρως αποστασιοποιημένα, δεν έχουν την παραμικρή σχέση, με το ιστορικό πολιτικό συμβάν του Μάη του ’68. Είτε γιατί πρόκειται για αναλύσεις, που στηρίζονται και στηρίζουν κάποια αξιακά πρότυπα, τα οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετα και ανταγωνιστικά απέναντι στο σύνολο των ηθικών αρχών, που απορρέουν από την πίστη στα οράματα του Μάη και τις αντίστοιχες ελπίδες για την εφικτότητα κάποιων εναλλακτικών κοινωνικών μορφών.
Για παράδειγμα, ο λόγος για τον Μάη διανοούμενων, όπως οι Gilles Lipovetsky, Luc Ferry, Alain Renaut κ.ά., από τους «νέους φιλοσόφους» (και με πρώην αριστεριστές ανάμεσά τους). Προσάπτοντας αυθαίρετα, χωρίς καμιά ενδελεχή αιτιολόγηση, στο συμβάν του ’68 κάποια χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 1980, αποσκοπούσαν να κατασκευάσουν αναδρομικά ένα «πνεύμα του Μάη», μ’ έναν τρόπο που θα διόρθωνε και θα αποκαταστούσε την ανώμαλη και διαταραγμένη ουσία της εξέγερσης του ’68. Με τον Μάη δήθεν άνοιγαν οι δίαυλοι της διάπλατης επικοινωνίας και της συναινετικής ομοφωνίας ενός νεο-Habermasιανού τύπου: του ελευθέρου λόγου και διάλογου, της δημοκρατικής συμμετοχής σε ανοιχτές συζητήσεις και διαβουλεύσεις, της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, αλλά και του ξέφρενου καταναλωτισμού. Ήθελαν, δηλαδή, να δουν το 1968 βεβιασμένα, σώνει και καλά, σαν τον προάγγελο και το άλλοθι της δεκαετίας του 1980, μιας περιόδου που χαρακτηριζόταν από την εξατομίκευση, την ιδιωτικοποίηση και τον θρίαμβο της δημοκρατίας της καπιταλιστικής αγοράς και της ιδεολογίας των φιλελεύθερων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όμως, όπως επεσήμανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αυτό το «πνεύμα του ’68» στην πραγματικότητα ήταν το πνεύμα του αντί-’68, ένα πνεύμα που θεμελιωνόταν πάνω στα ερείπια του κινήματος του ’68.
Και αυτό μας φέρνει στην περίπτωση του περιβόητου «νέου πνεύματος του καπιταλισμού» των Luc Boltanski και Eve Chiapello. Πρόκειται για ένα κοινωνιολογικίζον σχήμα της τρέχουσας τρίτης φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού, η οποία, όπως υποστηρίζεται, χαρακτηρίζεται τώρα από τις αντι-ιεραρχικές δομές του μετα-Φορντισμού, την ανάπτυξη πολλαπλών οριζόντιων δικτύων παραγωγής, οργάνωσης και επικοινωνίας, την φιλελευθεροποίηση του καπιταλισμού. Και όλα αυτά υποστηρίζεται ότι προήλθαν από τη νέα-κινηματική «καλλιτεχνική κριτική» της εποχής του Μάη (σε αντιδιαστολή και διαφοροποίηση από την προγενέστερη «κοινωνική κριτική» του παραδοσιακού εργατικού κινήματος). Σωστά, το 1968 αναπαρίσταται από τις φωνές διαμαρτυρίας για την απομαγικοποίηση του καπιταλισμού, τη μιζέρια και την απώλεια της αυθεντικότητας της καθημερινότητας, την καταπιεστική υποδούλωση σε αυταρχικές τεχνολογίες, σε εργαλειακές λογικές, σε εγωιστικούς ωφελιμιστικούς οικονομικούς υπολογισμούς. Λάθος, όμως, υποστηρίζεται ότι η επαναστατική ορμή του Μάη ξαφνικά στέρεψε, αποφορτίσθηκε από το ανατρεπτικό και συγκρουσιακό δυναμικό της, έγινε μόδα, έχασε την οποιαδήποτε αγωνιστική συνάφεια για ριζοσπαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς και, ως δια μαγείας, μεταμορφώθηκε σε παθητικό διαφημιστικό πιόνι του νέου αφομοιωτικού πνεύματος του καπιταλισμού.
Όπως παρατηρεί ο Slavoj Zizek, τουλάχιστον, για τον Toni Negri και τον Michael Hardt, το νέο πνεύμα του καπιταλισμού περιέχει το σπέρμα του κομουνισμού, στο βαθμό που προωθείται η ανάδυση του «γενικού νου» μέσα από τα πλήθη της αντίστασης στον καπιταλισμό. Συνεπής με τις αρχικές εκτιμήσεις του Μαρξ, ο Negri θεωρεί ότι όχι μόνο είναι μακροπρόθεσμα ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό η ανάδυση της σύγχρονης «άυλης εργασίας» και της «κοινωνικής γνώσης», αλλά τελικά το αγωνιστικό «κοινό στοιχείο» θα ρίξει τον καπιταλισμό. Η ειρωνεία είναι ότι οι ιδεολόγοι του «νέου πνεύματος» πρεσβεύουν ακριβώς το αντίθετο. Γι’ αυτούς, το μήνυμα του Μάη ήταν ότι οι κοινοί αγώνες (και η θεωρητική κονιορτοποίηση του Μαρξισμού) αποτέλεσαν τους παράγοντες σταθεροποίησης του νέου αφομοιωτικού και ευέλικτου καπιταλισμού.
Μπροστά, λοιπόν, σε αυτή την ερμηνευτική σύγχυση και την ηθική χειραγώγηση, ποια σημασία, ποια αξία μπορεί να έχει σήμερα ο Μάης του ’68; Την απάντηση την δίνουν οι ίδιοι οι σημερινοί αγώνες της χειραφέτησης και αντίστασης, τα κοινωνικά κινήματα εναντίον της επισφάλειας, των πολέμων και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Είναι η πίστη στην αναγκαιότητα ενός άλλου κόσμου, η εφικτότητα του οποίου συνεχίζει να επιβεβαιώνεται μέσα από τις μικρές στιγμές, όταν διασταυρώνονται τα βλέμματά μας, ή όταν συναντώνται οι ελπίδες και τα όνειρά μας. Αυτό είχε γίνει πριν σαράντα χρόνια στην Γαλλία, αυτό έγινε μόλις χθες στις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό θα ξαναγίνει.

(2 Μαΐου 2008)
Πηγή:
http://thrymmata.blogspot.com/2008/05/68.html

Το πολλαπλά σημαίνον «αδιέξοδο». Σημειώσεις για μια ιδεολογική κριτική ενός θεσμού και μίας έκθεσης

Ιδεολογικής κριτική σε έναν νεοπαγή θεσμό, την Μπιενάλε της Αθήνας, καθώς και στην έκθεση σύγχρονης τέχνης Destroy Athens, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας 2007.

Η κριτική θα δημοσιευθεί σε 4 μέρη εν καιρώ. Λόγω της έκτασής του το κείμενο του προλόγου έχει αναρτηθεί στο site του Reconstruction Community, τα μέλη του οποίου ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

Μ. Π.

0. Πρόλογος

Η απαλλοτρίωση της φύσης και οι ευθύνες της αρχιτεκτονικής

Του Φώτη Τερζάκη

Η έννοια του «τοπίου» είναι προσφιλής στους αρχιτέκτονες· αρκεί να μετρήσει κάποιος πόσες φορές εμφανίστηκε στις εισηγήσεις αυτού εδώ του συνεδρίου. Και είναι λογικό, διότι «τοπίο» είναι μια αισθητική κατηγορία, και η αρχιτεκτονική, πέρ’ από τις καθαρά τεχνικές ή εργαλειακές της όψεις, διεκδικεί πάντα και μία αισθητική διάσταση. Με τον όρο τοπίο υποδηλώνουμε την αισθητική ανακατασκευή της φύσης, και ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς τής τέχνης στον εικοστό αιώνα, ο Ernst Gombrich, μας έδειξε με πολλές λεπτομέρειες πώς αυτή αναδύθηκε μέσ’ από την ευρωπαϊκή ζωγραφική του ύστερου δέκατου έκτου αιώνα. Ένας μεγάλος γερμανός κοινωνιολόγος των αρχών του εικοστού αιώνα, ο Georg Simmel, έδειξε από την πλευρά του τις ευρύτερες κοινωνικές σημασίες με τις οποίες συνυφάνθηκε αυτή η ανάδυση. Η αντιμετώπιση της φύσης ως «τοπίου» θα ήταν αδύνατη για έναν πληθυσμό που ζει μέσα στη φύση και από τη φύση – έναν αγροτικό πληθυσμό, παραδείγματος χάριν· η οπτική αυτή προϋποθέτει εκείνη την απόσπαση και αποστασιοποίηση που χαρακτηρίζει τον αστικό τρόπο ζωής, όπως διαμορφώνεται κατά την πρώιμη νεωτερική εποχή στην Ευρώπη, χάρη στην οποία η φύση μπόρεσε να ουδετεροποιηθεί σαν πεδίο προβολής υποκειμενικών αισθημάτων και αποβλέψεων.1 Σαν να λέμε, από απείθαρχη υλικότητα, η φύση γίνεται τακτοποιημένη αναπαράσταση.
Έχει τεθεί λοιπόν το πρόβλημα της αναπαράστασης. Η «αναπαράσταση» όμως δεν είναι μόνο αισθητική έννοια, είναι και επιστημολογική. Η διερεύνηση αυτής της άλλης όψης της αναπαράστασης –της επιστημολογικής– θα μας επιτρέψει να συμπληρώσουμε την ανάλυση του
Simmel μ’ εκείνο το οποίο η ίδια δεν περιέλαβε: το πνεύμα της νέας επιστήμης που αναπτύσσεται παράλληλα με τις εικαστικές καινοτομίες της αναγεννησιακής και μετα-αναγεννησιακής τέχνης. Και η διερεύνηση των επιστημολογικών όψεων της αναπαράστασης μας φέρνει ακριβώς στην καρδιά της φιλοσοφίας του Καρτέσιου.
Ο Καρτέσιος (
Rene Descartes), έζησε ανάμεσα στα 1596-1650, την εποχή ακριβώς που κατακτάει την πρώτη της κορύφωση η τέχνη της αστικής τοπιογραφίας. Όπως είναι γνωστό, το όλο θεωρητικό του εγχείρημα προσανατολίζεται στο αίτημα να παρασχεθεί ένα στέρεο υπόβαθρο βεβαιότητας επί του οποίου να βασιστεί η ραγδαία αναπτυσσόμενη επιστήμη της εποχής του. Ο βηματισμός της καρτεσιανής επιχειρηματολογίας θα οδηγήσει εντέλει στη θεμελίωση ενός νέου μεταφυσικού διπόλου, που έχει την όψη από τη μία πλευρά τής Res cogitans (σκεπτόμενο πράγμα ή ουσία), δηλαδή του κυρίαρχου και ηγεμονικού Υποκειμένου της γνώσης, και από την άλλη πλευρά τής Res extensa (εκτατόν πράγμα ή ουσία), του υποταγμένου και παθητικού Αντικειμένου της γνώσης, που είναι εν γένει ό,τι καλούμε «φύση».2 Ο ορισμός της φύσης ως εκτατού πράγματος είναι εκείνο που μας ενδιαφέρει πρωτίστως εδώ. Η ιδέα ενός άπειρου, ενιαίου και ομοιότροπου χώρου (ό,τι δηλαδή εννοεί ο όρος «έκταση») είναι μια εξόχως αφηρημένη σύλληψη και προέρχεται ακριβώς από την Ευκλείδεια γεωμετρία. «Εκτατόν πράγμα» σε τελευταία ανάλυση σημαίνει, ανακατασκευάσιμο με όρους ευκλείδειας γεωμετρίας. Σε ό,τι αφορά την αναγωγή του φυσικού χώρου στον ευκλείδειο χώρο είχε προηγηθεί βέβαια ο Γαλιλαίος, που δήλωνε ότι «τα μαθηματικά είναι η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο το βιβλίο τής φύσης». Είναι η προδρομική ενόραση όλης της νέας επιστήμης.
Η εμβληματική έκφραση που ορίζει τη νέα σύλληψη της νοούσας υποκειμενικότητας από τον Καρτέσιο είναι
Cogito ergo sum («Σκέπτομαι άρα υπάρχω»), όπου Cogito σημαίνει κάτι περισσότερο απ’ όσα συνήθως μεταφράζει ο όρος «σκέπτομαι»: πρωτίστως, μία βούληση γνώσης που μορφοποιείται ως βούληση αναπαράστασης. Από την άλλη πλευρά του ζεύγματος ο Καρτέσιος δεν μας έδωσε μιαν ανάλογη διατύπωση του υπαρκτικού καθεστώτος τού Αντικειμένου, αν όμως έπρεπε να αρθρώσουμε εμείς εκείνο που διαρκώς υποβάλλεται στην πραγμάτευσή του, αυτή αναμφίβολα θα ήταν: ό,τι υπάρχει αναπαρίσταται (και μόνον ό,τι αναπαρίσταται υπάρχει), όπου «αναπαρίσταται» σημαίνει, ακριβώς, ανακατασκευάζεται γεωμετρικά. Σύμφωνα με αυτό πνεύμα, άλλωστε, μόνον οι μετρικές ιδιότητες των πραγμάτων είναι ουσιώδεις, οι αισθητές ιδιότητες είναι δευτερεύουσες και περιστασιακές (όπως μπορεί να δει κανείς, λόγου χάριν, στη γνωσιοθεωρία του John Lock, του λεγόμενου «άγγλου Καρτέσιου»).
Με άλλα λόγια: στην κρίσιμη καμπή του δέκατου έβδομου αιώνα, εάν όχι νωρίτερα, Τέχνη και Επιστήμη δίνουν τα χέρια στο νέο εγχείρημα της οριστικής κυριάρχησης πάνω στη φύση, όπου το επιζητούμενο αποτέλεσμα εγγράφεται προγραμματικά στον ορισμό του αντικειμένου: μια φύση εξουδετερωμένη, απόλυτα παθητικοποιημένη και πρόσφορη στους ανθρώπινους χειρισμούς, ήδη νεκρή (εξ ου και η δημοτικότητα του νέου εικονογραφικού μοτίβου που εξαπλώνεται αυτή ακριβώς την εποχή, της «νεκρής φύσης»).

Καθώς το προμηθεϊκό πρόγραμμα της νέας επιστήμης εκδιπλώνεται ανεμπόδιστα τους επόμενους αιώνες, επεκτείνεται και εντατικοποιείται επίσης η νεωτερική φιλοσοφία του Υποκειμένου, με κορυφαία απόληξη τον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Υπήρξε βεβαίως μια ενδιαφέρουσα μεσολαβητική στιγμή με τον Καντ, ο οποίος μας προειδοποίησε ότι η γνώση είναι μεν μια ανακατασκευή εκ μέρους του Υποκειμένου, ποτέ όμως αυτή δεν μπορεί να εξαντλήσει το Αντικείμενο, ή τον κόσμο – κάθε γνωστικό μας εγχείρημα αφήνει ένα μη αναγώγιμο υπόλοιπο, το οποίο εσήμανε με τον αινιγματικό όρο τού Ding an sich («Πράγμα καθεαυτό»)… Οι καντιανοί διασταγμοί όμως θα παρακαμφτούν μία στιγμή μετά από την ανανεωμένη ορμή τού Γερμανικού Ιδεαλισμού, που κορυφώνεται στο τιτάνειο εγχείρημα του Χέγκελ.
Ο Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel) έζησε ανάμεσα στα 1770-1831, τη στιγμή ακριβώς της πρώτης και θριαμβεύουσας βιομηχανικής επανάστασης. Γι’ αυτόν, η φύση προορίζεται όχι απλώς να κυριαρχηθεί, όπως μέσα στην πρώιμη αστική γνωσιοθεωρία που αντιστοιχούσε ακόμα σ’ ένα μεταποιητικό στάδιο παραγωγής, αλλά να αναλωθεί ολοσχερώς μέσα στην δεσποτική προέλαση του Πνεύματος, το οποίο δηλώνει ακριβώς τον ανθρώπινο πολιτισμό και την ανθρώπινη ιστορία. Την συλλαμβάνει εξαρχής αρνητικά: στην Εγκυκλοπαίδεια3 (γραμμένη μεταξύ 1816-19, στη Χαϊδελβέργη) η Φύση τίθεται ως το ετέρως-είναι της Ιδέας, η οποία έχει απόλυτη οντολογική προτεραιότητα. Αυτό το ετέρως-είναι εισάγεται σαν μια κίνηση αναστροφής, αποξένωση ή αλλοτρίωση, η οποία αφού εξαντλήσει την εγγενή της δυναμική προορίζεται να αναστραφεί εκ νέου: η αποξένωση της αποξένωσης είναι ακριβώς η επαναφορά της Ιδέας στον εαυτό της, και αυτό επιτυγχάνεται με τη δράση του Πνεύματος (= άνθρωπος). Σκοπός τού Πνεύματος είναι λοιπόν η τελική εκπνευμάτωση της Φύσης, δηλαδή η απαλλοτρίωσή της από το Πνεύμα, και μέσον με το οποίο το Πνεύμα δρα γι’ αυτό τον σκοπό είναι η έννοια και το εργαλείο (η γνώση και η εργασία): η έννοια, σαν να λέμε, κατατρώει λίγο λίγο την υλική αντίσταση του πράγματος οδηγώντας το στην πλήρη νοητική διαφάνεια – πράγμα που εξωτερικώς αντιστοιχεί στη μετασχηματιστική δύναμη που ασκεί η εργασία πάνω στη φύση.
Πώς θα ήταν ένας κόσμος που έχει γίνει εξ ολοκλήρου «Πνεύμα»; Όπως και αν τον φαντάστηκε ο Χέγκελ, φαίνεται ότι η τεχνοκεφαλαιοκρατική κοινωνία του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα και κυρίως του εικοστού πήρε κατά γράμμα το αίτημά του, και ο εφιάλτης της σημερινής οικολογικής κατάρρευσης μοιάζει να είναι η σαρδόνια υλοποίηση του εγελιανού προγράμματος για μια ολική απαλλοτρίωση της φύσης.

Δεν ήρθα εδώ για να κάνω μια φιλοσοφική παρουσίαση. Αν αισθάνομαι υποχρεωμένος να τα πω όλ’ αυτά είναι μόνο και μόνο για να σκιαγραφήσω τον χάρτη των κεντρικών σημασιών που συγκροτούν τον συνειδητό, ή συχνότερα ασυνείδητον, ορίζοντα μέσα στον οποίον και με τους όρους τού οποίου εκδιπλώνονται τα μεγάλα εργαλειοτεχνικά εγχειρήματα του ανθρώπου τού εικοστού αιώνα.
Και η αρχιτεκτονική είναι ένα από αυτά.
Συμβολικά σχεδόν, ο αρχιτεκτονικός μοντερνισμός γεννήθηκε μέσ’ από μια θεαματική καταστροφή, τη μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγο το 1871, και σε διάρκεια λιγότερο από ενός αιώνα είχε αλλάξει την όψη της οικουμένης (με την κυριολεκτική σημασία του όρου οικουμένη). Θα μπορούσε κάποιος να πει, φέρει την καταστροφή εγγεγραμμένη στον γενετικό του κώδικα, και αν δεν την είχε βρει έτοιμη θα έπρεπε ο ίδιος να την υλοποιήσει (μια άλλη εκτεταμένη καταστροφή, άλλωστε, η ερείπωση της Ευρώπης και ακόμη περισσότερο της Ιαπωνίας από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, του έδωσε ανανεωμένη ώθηση και του άνοιξε νέα λαμπρά πεδία δόξης).
Στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας τους, οι ανθρώπινοι οικισμοί φύτρωναν σαν αποικίες ζωντανών οργανισμών μέσα στο ίδιο το περιβάλλον, από τα υλικά αυτού του περιβάλλοντος και με μια διάθεση να «κρυφτούν» μέσα στο φυσικό τους οικοσύστημα. Το αξίωμα αυτό το διατήρησε από διάφορες πλευρές ακόμα και η μείζων μνημειακή αρχιτεκτονική των αρχαίων αυτοκρατοριών, και ούτε η ραγδαία αστυακή ανάπτυξη της Ευρώπης από τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι το πρώτο μισό τού δέκατου ένατου τόλμησε να το αγνοήσει παντελώς: ήταν ακόμα «προ-μοντέρνα», όπως θα λέγαμε, αν με τον «μοντερνισμό» εννοούμε το πρόγραμμα απεριόριστης εργαλειοτεχνικής κυριαρχίας του φυσικού κόσμου την οποία εξήγγειλαν, στις δύο διαδοχικές στιγμές που επισημάναμε, ο Καρτέσιος και ο Χέγκελ.
Τη ρήξη αυτή έκανε ο αρχιτεκτονικός μοντερνισμός επιβάλλοντας βίαια, τεχνητά υλικά –σίδερο, γυαλί, οπλισμένο σκυρόδεμα–, περιφρονώντας τις πρακτικές σοφίες της λαϊκής οικοδομικής (η οποία άλλωστε αντιστάθηκε μέχρι περίπου τη δεκαετία τού 1960) και, κυρίως, διαβάζοντας ολόκληρο τον γεωμορφολογικό χάρτη σαν σχέδιο τεχνικής ανάπλασης που θα επεξέτεινε καρκινικά το οικισμένο εις βάρος του άγριου, το κτισμένο εις βάρος του άκτιστου.
Είμαστε κληρονόμοι των αποτελεσμάτων αυτής της στρατηγικής: η καταστροφή του κλίματος που αυξάνει σαν χιονοστιβάδα είναι συνάρτηση όχι μόνο των βιομηχανικών ρύπων ή της πυρηνικής ακτινοβολίας αλλά και της ραγδαίας εξαφάνισης των ζωνών αγριότητας του πλανήτη· η εξαπλούμενη αθλιότητα που περιζώνει τα τερατώδη αστικά κέντρα της γης σήμερα –το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ναϊρόμπι, τη Τζακάρτα– είναι η ανεστραμμένη αντανάκλαση του φουτουριστικού τους κέντρου. Η τεχνολογικοποίηση της κατοικίας την καθιστά ακριβό εμπόρευμα απρόσιτο στους φτωχούς, και η ανάλωση των περιβαλλοντικών πόρων που απαιτεί ρίχνει όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού, τα οποία ζούσαν ικανοποιητικά από την αυτοπαραγωγή, στη φτώχεια…
Είμαστε οι κληρονόμοι αυτής της καταστροφής – και όμως εξακολουθούμε να χτίζουμε· συνεχίζουμε ν’ απαλλοτριώνουμε και να αναπλάθουμε.
Αυτή όμως είναι η φύση της αρχιτεκτονικής, θα μου πείτε· όπως ακριβώς είναι η φύση του σκορπιού, στο γνωστό ανέκδοτο με τον βάτραχο ο οποίος τον κουβαλάει στην πλάτη του για να περάσουν το ρέμα…
Φυσικά, η ευθύνη δεν βαραίνει εξ ολοκλήρου –ίσως ούτε καν κυρίως– τους αρχιτέκτονες. Στο κάτω κάτω είναι κι αυτοί επαγγελματίες εξαρτημένοι από τη ζήτηση των υπηρεσιών τους στην αγορά, όταν δεν είναι ήδη δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν να υλοποιήσουν αποφάσεις την κύρια ευθύνη για τη λήψη των οποίων έχουν άλλοι…
Δεν παύει ωστόσο να μ’ εντυπωσιάζει η ευκολία με την οποία οι αρχιτέκτονες όχι μόνο συναινούν, αλλά και υπερβολικά πρόθυμα προσυπογράφουν, και αισθητικοποιούν, το ρεύμα των ωμών αναγκαιοτήτων που τους επιβάλλει έναν ασφυκτικά προδιαγεγραμμένο ρόλο στο πρόγραμμα της τεχνολογικής εξουθένωσης του περιβάλλοντος και της συνακόλουθης μεταποίησής του σε εμπόρευμα· η ευκολία με την οποία υπερθεματίζουν σε ζήλο, σύμφωνα με το αξίωμα που μοιάζει να τους καθοδηγεί: ό,τι υπάρχει αναπλάθεται, κι ό,τι αναπλάθεται αξιοποιείται. Δεν είδα ακόμη κανένα πρωτοποριακό αρχιτεκτονικό κίνημα να κηρύσσει τη «μη αρχιτεκτονική» – την οποία ίσως χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο τούτη τη στιγμή, εμείς και το περιβάλλον…
Βεβαίως και οι αρχιτέκτονες είναι επαγγελματίες και, όπως ο καθένας που έχει ζήσει στην αγορά και από την αγορά γνωρίζει, ένας ελεύθερος επαγγελματίας για να επιβιώσει πρέπει όχι μόνο να βρίσκει δουλειές ή να αναλαμβάνει δουλειές αλλά και να επινοεί δουλειές. Αν αυτό είναι το πρόβλημα, όμως, υπάρχει μια λύση: οι αρχιτέκτονες να ανασκουμπωθούν και να γκρεμίσουν το 70% όσων έχτισε ένας και πλέον αιώνας αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, και να το ξαναχτίσουν με παραδοσιακό τρόπο. Αξίζει τον κόπο!
Η ευθύνη όμως για την περιφρούρηση των ζωνών αγριότητας ενάντια στην αρπακτικότητα των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, και η μετωπική εναντίωση σε αυτά συμφέροντα με ό,τι μέσο κάθε φορά προσφέρεται, θα έπρεπε να βαρύνει όλους εμάς τους υπόλοιπους – τους λεγόμενους «επαγρυπνούντες πολίτες».
Σας ευχαριστώ

1. Τα κείμενα του Ernst H. Gombrich, «Η αναγεννησιακή θεωρία της τέχνης και η ανάδυση του τοπίου» και του Georg Simmel, «Φιλοσοφία του τοπίου» –μαζί με το κείμενο του Joachim Ritter, «Το τοπίο. Η λειτουργία του αισθητικού στη νεωτερική κοινωνία»– ο έλληνας αναγνώστης μπορεί να τα βρει στον συλλογικό τόμο Simmel-Ritter-Gombrich, Το τοπίο, επιμ. Διονύσης Καββαθάς, μετ. Γ. Σαγκριώτης, Λ. Αναγνώστου και Ν. Δασκαλοθανάσης, επίμετρο: Νίκος Δασκαλοθανάσης (Ποταμός: Αθήνα 2004).
2. Βλ. κυρίως
Rene Descartes, Στοχασμοί περί της Πρώτης Φιλοσοφίας, μετ.-σημ.-σχόλια: Ευάγγελος Βανταράκης (Εκκρεμές: Αθήνα 2003).
3. Περ. στο Sämtliche Werke του φιλοσόφου, επιμ. G. Lasson και J. Hoffmeister (Felix Meiner: Λειψία 1928). Στα αγγλικά, βλ. G.W.F. Hegel, Encyclopedia of Philosophical Sciences, μετ. W. Wallace (Oxford University Press, 1892). Στα ελληνικά, οι μόνες έγκυρες μεταφράσεις από την Εγκυκλοπαίδεια είναι σήμερα προσιτές από τις εκδ. «Δωδώνη», σε εισαγωγή-μετάφραση Γιάννη Τζαβάρα: Η Επιστήμη της Λογικής (Αθήνα 1991) και Η Φιλοσοφία του Πνεύματος, Ι (Αθήνα 1993). (Ο τόμος ΙΙ αναμένεται.)

Εισήγηση του Φ.Τ. στο συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, «Η διεκδίκηση της υπαίθρου. Νοηματοδότηση και κατοίκηση της φύσης στη σύγχρονη Ελλάδα», Βόλος, 28-30 Μαρτίου 2008.

Θέσεις για την παραγωγή αληθινών γεγονότων [Θέσεις 7-13]

[Θέσεις 1-6]


«Οι περιστάσεις φτιάχνουν τους ανθρώπους, όπως ακριβώς οι άνθρωποι φτιάχνουν τις περιστάσεις.»
Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Έγκελς

7

Το αληθινό γεγονός εκφράζει πρωτίστως την άρνηση των υποκειμένων να επικυρώσουν την «δυναμική της προόδου» ως θεμελιωτικό αξίωμα νομιμοποίησης και επιβολής του υπάρχοντος συστήματος. Είναι η άρνηση να συμπεριληφθούμε ως υποκείμενα στην πολυδιαφημισμένη τεχνολογική εποποιία του cyborg υπεράνθρωπου που τώρα ζει την υπερπλεονασματική πραγμάτωση των επιθυμιών του καλωδιωμένος στο πανοπτικό πολυθέαμα, στην πολυσημία των προσταγών της αυθεντίας, στην ευωχία της κατανάλωσης και τη λήθη της επικοινωνιακής σφαίρας. Το αληθινό γεγονός, εντέλει, δεν είναι παρά η έκφραση της αντίστασης των υποκειμένων μπροστά στην επέλαση μιας ολοένα και πιο αυτοκαταστροφικής ανάπτυξης του καπιταλισμού και διεύρυνσης των συνθηκών κυριαρχίας πάνω στον άνθρωπο και στη φύση από την τεχνοεπιστήμη, το κράτος και το κεφάλαιο που, ως γνωστόν, είχαν ανέκαθεν συμβιωτική σχέση.
Το ψευδές γεγονός είναι η πράξη μιας συνείδησης πάντοτε πρόθυμης να πληρώσει με κάθε θυσία το «δικαίωμά» της να απολαμβάνει μακάρια την «ηδονή» και την «ασφάλεια» – ακόμα και με την συναίνεση στον βάρβαρο αφανισμό της. Το ψευδές γεγονός είναι η εκδήλωση με την οποία η συνείδηση αποδέχεται ότι το υπάρχον σύστημα είναι ιστορικά ανυπέρβλητο – οριζόμενο ως ντετερμινιστική, δηλαδή αναπόδραστη, εξελικτική πορεία του καπιταλισμού που χαράζεται από την ίδια τη διαλεκτική δυναμική της ανατροφοδότησής του από τις κρίσεις και το ξεπέρασμά τους με τον συνεχή μετασχηματισμό του. Θέτοντας ένα νομοτελειακά ανυπέρβλητο πλαίσιο, εγκλωβίζει τη δράση και καταδικάζει εκ των προτέρων στην αποτυχία κάθε απόπειρα να εγκατασταθεί οποιαδήποτε κριτική σε ένα έδαφος «έξω» από την οριοθετημένη περιοχή του υπαρκτού, στην ενδεχομενικότητα και το εν δυνάμει που οι ίδιες οι συνθήκες περικλείουν.


8

Το αληθινό γεγονός αποκαλύπτει την ορμή των «υπόγειων ρευμάτων που κυλούν αέναα κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής ιστορίας, ρεύματα των οποίων κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει το αποτέλεσμα» (Τζον Μέιναρντ Κέινς). Φέρνει στην επιφάνεια και αναδεικνύει με κάθε τρόπο την ενδεχομενικότητα – το αληθινό γεγονός γίνεται έτσι «οντολογία του μη-είναι-ακόμη» (Ερνστ Μπλοχ).
Το ψευδο-γεγονός αποκρύπτει κάθε άλλη δυνατότητα, κάθε αντίρροπη δυναμική που ανταγωνίζεται το status quo. Το ψευδές γεγονός γίνεται κατ’ αυτό τον τρόπο η οντολογία του έτσι-μόνο-μπορεί-να-είναι.


9

Το αληθινό γεγονός είναι η άρνηση της κοινωνίας ιδωμένης ως ένα αυτοαναφορικό ή αυτοποιητικό σύστημα, που αποκτάει μια «εσωτερική ολότητα» ώστε να συντηρεί τον κλειστό χαρακτήρα ή την αυτονομία του πλαισίου του (Niklas Luhmann). Αυτή είναι μια διττή άρνηση: από τη μία, αμφισβητεί ριζικά την επιβολή του συστήματος ως «φυσικό» πλαίσιο αναπαραγωγής και ρύθμισης της ζωής· από την άλλη, αμφισβητεί κάθε επίκληση στον συντηρητικό «κοινοτισμό» και στη μυθολογία του «απολεσθέντος παραδείσου». Το αληθινό γεγονός είναι η θετική ενέργεια της ολότητας, όχι του ολοκληρωτισμού.


10

Αν το αληθινό γεγονός είναι η έκφραση της πραγματικής κοινότητας των ελεύθερων ανθρώπων, το ψευδές γεγονός είναι ένα σύμπτωμα στην παθολογία της «ανοίκειας κοινότητας» των αλλοτριωμένων υποκειμένων. «Σ’ αυτόν τον κόσμο κάθε δεσμός διαλύεται σε διαδοχικές συναντήσεις, κάθε ταυτότητα σε διαδοχικά φορεμένες μάσκες και κάθε βιογραφία σε μια σειρά από επεισόδια που η μοναδική και μόνιμη σημασία τους είναι η εφήμερη μνήμη τους» (Zygmunt Bauman). Το ψευδές γεγονός εκφυλίζει τις διυποκειμενικές σχέσεις, χλευάζει, και με κάθε τρόπο υπονομεύει την αλληλεγγύη και τη συμπόνια· διαλαλεί, με κάθε του έκφραση, ότι homo hominy lupus. Το ψευδές γεγονός, εν τέλει, διασπείρει και ενδυναμώνει τον ασυνείδητο τρόμο που το ίδιο ισχυρίζεται ότι χειραγωγεί. Στην ανοίκεια κοινότητα όλοι είναι τρομαγμένοι και βρίσκονται εκεί αναζητώντας μάταια καταφύγιο. Καμία τέτοια συνθήκη δεν μπορεί να είναι ανεκτή – το αληθινό γεγονός επιδιώκει να τη διαρρήξει και να αποκαλύψει τα σαθρά θεμέλιά της.


11

Το ψευδές γεγονός κατακερματίζει συστηματικά την εμπειρία για να την ανασυστήσει εκ νέου ως «εμπειρία». Να την επαναφέρει ως θέαμα, ως αναπαράσταση, ως προσομοίωση. Το ψευδές γεγονός διακωμωδεί κάθε έννοια συγκροτημένης, ορθολογικής δράσης προς έναν σκοπό που αφορά στην ολότητα. Το ψευδές γεγονός είναι ένα γεγονός που δεν έχει συνέπειες που να διαρκούν πέρα από όσο διαρκεί το ίδιο· δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «επεισόδιο» σε μια αλληλουχία γεγονότων, σε μια γραμμική αφήγηση της «προόδου» και της «εξέλιξης».
Το αληθινό γεγονός είναι ολοποιητικό. Είναι μια προσπάθεια να συνδεθεί το επιμέρους με το όλον και να καταδειχτεί η διαλεκτική τους σχέση. Απέναντι στην απωθητική δύναμη της ατέρμονης διαφοροποίησης προτάσσει την ελκτική δύναμη της συμβιωτικής ενότητας.


12

Το ψευδές γεγονός περιγράφει τον κόσμο με τη γλώσσα της τεχνοεπιστήμης, «ουδέτερα» και «αντικειμενικά», εγκλωβίζοντας την επιθυμία στον κανόνα και τον νόμο. Το ψευδές γεγονός μιλάει με τη γλώσσα της εξουσίας, μια μη μεταφορική γλώσσα, μια «γλώσσα του συγκεκριμένου», μια γλώσσα εντολών και διαταγών. Έτσι, το βιωμένο γίνεται χειραγωγούμενο, μετρήσιμο και ελέγξιμο από την εξουσία υιοθετώντας τη γλώσσα της. Για να είναι «έγκυρο», κάθε ψευδές γεγονός οφείλει να είναι υποταγμένο στην «επαληθευσιμότητα». Οφείλει να μετατρέπει το υποκείμενο «σε παθητικό όργανο για να γράφει αισθητηριακές εντυπώσεις, σε μία απλή καταγραφική και επικοινωνιακή συσκευή» (Λιούις Μάμφορντ). Στην επικράτεια του ψευδούς γεγονότος, ευδοκιμεί η εργαλειακή χρήση της γλώσσας και η έκφραση παίρνει τη μορφή της αλλοτριωμένης επιθυμίας. Όλα είναι προς ανταλλαγή και τα ονόματα η κωδικοποίηση της τιμής τους. Η οικονομία είναι η κυρίαρχη γλώσσα και το εμπόριο η μοναδική επικοινωνία. Η αναγκαία συνθήκη της ύπαρξης γίνεται το χρήμα. Η γλώσσα-χρήμα είναι η γλώσσα των ουσιαστικών και των μετοχών, των αντικειμένων και των ετερόνομων πράξεων. Η γλώσσα της αλλοτρίωσης.
Μόνο η γλώσσα του αληθινού γεγονότος εκπληρώνει μια πραγματικά απελευθερωτική επιθυμία του υποκειμένου. Το ποιητικό και αυτοποιητικό δυναμικό που συγκροτεί την έλλογη υποκειμενικότητα είναι ριζωμένο βαθειά στη γλώσσα του αληθινού γεγονότος. Η σωματική όσο και η διανοητική έκφραση, ως προϋποθέσεις αυτοανάπτυξης, επιθυμούν την ελευθερία. Η δυνατότητα της γλώσσας μάς παρέχει τη δυνατότητα της απελευθέρωσης. Το αληθινό γεγονός αναδύεται όταν η γλώσσα συντονίζεται με την πράξη. Γλώσσα και πράξη δεν είναι αποκομμένες, τις μεσολαβεί διαλεκτικά η επιθυμία, που εκφράζεται ως γλώσσα και που εκπληρώνεται ως πράξη.

13

Το αληθινό γεγονός δεν συγκροτείται με όρους νομοτέλειας. Είναι η δυναμική της συντονισμένης πράξης που διαμορφώνει τη συνείδηση και της αποκαλύπτει την δυνατότητα του λόγου να ορίζει το πεδίο της ελευθερίας, να το υπερασπίζεται και να το διεκδικεί συνεχώς. Έτσι προκύπτει η διαλεκτική της αυτονομίας. Της διεκδίκησης δηλαδή ίσης συμμετοχής στη συγκρότηση του λόγου που οριοθετεί και σημασιοδοτεί το πεδίο της πράξης και διαμορφώνει τις σχέσεις με τον κόσμο και τα πράγματα ως έκφραση και όχι ως κυριαρχία.
Το αληθινό γεγονός είναι το πραξιακό πεδίο όπου εκφράζεται η επιθυμία της εκπλήρωσης των δυνατοτήτων μας. Το αληθινό γεγονός παράγεται αποκλειστικά μέσα στον κοινωνικό ανταγωνισμό και στην ταξική πάλη. Αν θέλουμε να ζήσουμε ελεύθεροι, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να γίνουμε οι παραγωγοί των αληθινών γεγονότων που θα αλλάξουν ριζικά τον κόσμο.

Τεχνολογία και Πάλη των Τάξεων

[Πηγή: το ισπανόφωνο φανζίν Ecotopia #2]

Η ανάπτυξη της τεχνολογία στα τελευταία 40 χρόνια, η πυρηνική βιομηχανία, η κυβερνητική, η πληροφορική, η βιοτεχνολογία και η γενετική μηχανική, έχουν καταφέρει βαθιές αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο. Οι μέθοδοι εκμετάλλευσης και κυριαρχίας έχουν μετασχηματιστεί, και για τον λόγο αυτό οι παλιές ιδέες πάνω στη φύση της πάλης των τάξεων δεν μπορεί να αποτελούν ακόμη ικανά εργαλεία ανάλυσης της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί. Ο μαρξιστικός και συνδικαλιστικός εργατισμός δεν μπορούν πια να χρησιμεύουν ως φόρμες μιας επαναστατικής πρακτικής. Αυτό δεν σημαίνει κι ότι η ανίχνευση του σύγχρονου περιεχομένου της τάξης δεν είναι μια αναγκαιότητα απέναντι στην κατάσταση αυτή, μιας και έτσι θα χάναμε τη βάση μιας συνεκτικής κατανόησης της παρούσας πραγματικότητας και άρα του τρόπου να της επιτεθούμε.
Η εκμετάλλευση σήμερα, όχι μόνο συνεχίζεται ακάθεκτη, αλλά έχει εντατικοποιηθεί ακριβώς χάρη στην νέα τεχνολογία. Η κυβερνητική έχει κάνει εφικτή την αποκέντρωση της παραγωγικής διαδικασίας, διασπείροντας τις διάφορες παραγωγικές μονάδες στο κοινωνικό πεδίο. Ο αυτοματισμός έχει μειώσει δραστικά τον αριθμό των εργαζομένων που είναι απαραίτητοι για μια οποιαδήποτε εργασία. Η κυβερνητική επίσης δημιουργεί τις μεθόδους για να επιτευχθεί κέρδος χωρίς πραγματική παραγωγή προϊόντων, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο στο κεφάλαιο να αναπαραχθεί παρακάμπτοντας τη κόστος της συντήρησης μιας εργατικής δύναμης.

Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες απαιτούν μια εξειδικευμένη γνώση που δεν μπορεί να την έχει ο πολύς κόσμος. Αυτή η γνώση τείνει να γίνει και ο πραγματικός πλούτος της κυρίαρχης τάξης της εποχής μας. Μέσα στο βιομηχανικό σύστημα, μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε την πάλη των τάξεων σαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων και των κατόχων των μέσων παραγωγής. Αυτό δεν επαρκεί πλέον. Όσο οι νέες τεχνολογίες προχωρούν, οι εκμεταλλευόμενοι θα πέφτουν σε θέσεις ολοένα και πιο επισφαλείς. Το παλιό εξασφαλισμένο πόστο στη φάμπρικα εφ’ όρου ζωής, θα αντικαθίσταται με τα ευκαιριακά μεροκάματα, την παροχή υπηρεσιών, την προσωρινή εργασία, την ανεργία, την μαύρη εργασία, την παράνομη εργασία, την παρανομία, την φυλακή... Αυτή η επισφάλεια εξασφαλίζεται από τον τοίχο που υψώνουν οι νέες τεχνολογίες ανάμεσα στους εκμεταλλευομένους και τους εκμεταλλευτές διαρκώς και αδιάλειπτα.
Ωστόσο η ουδετερότητα της τεχνολογίας φαίνεται να στοιχειώνει τα μυαλά πολλών από τους εκμεταλλευομένους. Αν η πιο πρόσφατη βιομηχανική ανάπτυξη επικεντρώθηκε στην επινόηση τεχνικών για την μαζική παραγωγή αγαθών τυποποιημένων και χαμηλού κόστους με αντάλλαγμα πολλές ώρες εργασίας, η νέα τεχνολογική ανάπτυξη δεν θα επιμείνει τόσο στην παραγωγή αγαθών όσο στην ανάπτυξη των μέσων κοινωνικού ελέγχου, σε βαθμό ολοκληρωτικό. Η πυρηνική βιομηχανία, εκτός από τις εξειδικευμένες γνώσεις, απαιτεί υψηλά επίπεδα ασφάλειας που αναδεικνύουν ως αρμόδιο για την ανάπτυξή της απ’ ευθείας το κράτος που βασίζεται σε μια στρατιωτική υποδομή για την διατήρησή της, μιας και είναι τόσο απαραίτητη για τον ίδιο τον στρατό. Η ικανότητα της κυβερνητικής να επεξεργάζεται, να συλλέγει, να διαχωρίζει, και να διοχετεύει τις πληροφορίες στη στιγμή, εξυπηρετεί στις αναγκαιότητες του κράτους να καταγράφει και να παρακολουθεί τους υπηκόους του, όσο και της ανάγκης του να καταπολεμά την πραγματική επικοινωνία αυτών τους οποίους κυβερνά, επιτρέποντας μια ψηφιακή αναπαράστασή της, στερώντας τους όμως την ουσιαστική συνεννόηση. Η βιοτεχνολογία προσφέρει στο κράτος τον βασικό έλεγχο πάνω σε μια από τις κυριότερες διαδικασίες της ζωής μας, να επιλέγει το είδος των φυτών, των ζώων, και με τον καιρό, των ανθρώπων που θα επιτρέπεται να υπάρχουν.
Δεδομένου του ότι οι τεχνολογίες αυτές απαιτούν μια εξειδικευμένη γνώση για να αναπτυχθούν, και ότι σκοπός της ανάπτυξής τους αυτής είναι η ένταση του ελέγχου πάνω στις ζωές μας, η εκμεταλλευόμενη τάξη μπορεί τώρα να καταλάβει ποιοι θα είναι αυτοί που θα εξοριστούν από την εξειδικευμένη γνώση και από τη συμμετοχή σε αυτή τη δομή εξουσίας. Η κυρίαρχη τάξη είναι, σε ότι την αφορά, ενιαία με όσους βρίσκονται σε αυτό το οικοδόμημα της εξουσίας αν και αυτό δεν σημαίνει κι ότι τα όρια ανάμεσα σε αυτούς που θα συμπεριλαμβάνονται και σε αυτούς που θα εξορίζονται είναι σαφή, κι έτσι σε πολλές περιπτώσεις θα έχουμε πολυάριθμα κομμάτια του πληθυσμού που θα προλεταριοποιούνται, καθώς θα χάνουν την ικανότητα να επιλέγουν οι ίδιοι για τις συνθήκες της δικής τους ύπαρξης.

Έχει σημασία να σημειώσουμε πως καθώς αυτές οι νέες τεχνολογίες έχουν δημιουργηθεί με σκοπό να δώσουν στους κατόχους τους εξουσία πάνω στους εκμεταλλευομένους και στο φυσικό πλούτο της Γης, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για το «καλό της ανθρωπότητας». Η πολυπλοκότητα και η εξειδίκευση συνδυαζόμενες με την μη-προβλεψιμότητα των δομικών υλικών τους -ιδιαίτερα όσον αφορά ατομικά ή υπο-ατομικά μεγέθη- κύματα φωτός, γονίδια και χρωμοσώματα, κλπ. μπορούν να εγγυηθούν ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να προβλέψει ακριβώς πώς λειτουργούν. Εδώ αναδύεται μια τεχνολογική προοπτική στην υπάρχουσα οικονομική δυσχέρεια που μαστίζει τους περισσότερους από εμάς. Χωρίς υπερβολή, αυτή η υποδομή τεχνολογικής καταστροφής και ελέγχου στοχεύει ρητά στον έλεγχο των εκμεταλλευμένων από την εξουσία, κι όταν πού και πού θα γεννάει κι άλλα Chernobil, κι άλλα γενετικά τερατουργήματα και αποτυχημένα εργαστηριακά πειράματα, θα καθησυχάζει τον ανίδεο κόσμο μέσω των λεγόμενων ειδικών. Επιπλέον, το κράτος, που είναι υπεύθυνο για την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών για την στρατιωτική δύναμή του, ενδέχεται να παρουσιάζει τον εαυτό του σαν ένα καταφύγιο ενάντια στην αχαλίνωτη ανάπτυξη των τεχνολογιών αυτών. Έτσι, αυτό το τερατώδες, εγκληματικό και ανεξέλεγκτο έκτρωμα θα παρουσιάζεται στην υπηρεσία των εκμεταλλευομένων προσπαθώντας να διατηρήσει τα προσχήματα στην ανάπτυξη των τεχνολογιών, ελέγχοντας τις εναντίον τους αντιδράσεις. Και τι μπορούν να κάνουν οι εκμεταλλευόμενοι για να προφυλαχθούν από τις επερχόμενες καταστροφές, όταν ο πλούτος και η εξουσία έχουν αποκλείσει κάθε έξοδο κινδύνου;

Η νέα τεχνολογία και οι σύγχρονες συνθήκες περιθωριοποίησης και επισφάλειας που επιφυλάσσει στους εκμεταλλευομένους, θέτουν υπό αμφισβήτηση το παλιό όραμα του «να πάρουμε τα μέσα». Αυτή η τεχνολογία -ανεξέλεγκτη και πηγή ελέγχου η ίδια- δεν μπορεί να εξυπηρετήσει κανέναν «ανθρώπινο σκοπό» και δεν έχει καμία θέση σε έναν κόσμο ελεύθερων υποκειμένων που δημιουργούν τις ζωές τους σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Έτσι οι παραληρηματικές ουτοπίες των συνδικαλιστών και των μαρξιστών δεν μας χρησιμεύουν πια (Σ.τ.Μ. έχει πάντως ενδιαφέρον η σχεδόν θρησκευτική πίστη ορισμένων μαρξιστών πως η μετάβαση στο σοσιαλισμό θα είναι προϊόν της ολοένα αυξανόμενης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που (...κατά τας γραφάς) θα σπάσουν τα δεσμά των καπιταλιστικών συνθηκών παραγωγής! Κάπως ανάλογα ο σοσιαλισμός αντικαταστάθηκε από τους μπολσεβίκους όπως-όπως με τον εξηλεκτρισμό, ενώ ακόμα και σήμερα σταλινικά απολιθώματα παραληρούν που ο Πατερούλης μετέτρεψε την αγροτική Ρωσία σε μια εκβιομηχανισμένη υπερδύναμη, με τα πυρηνικά της και τα όλα της... Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι και κάποιοι αναρχικοί είναι λιγότερο αξιοθρήνητοι όταν καμαρώνουν για την ανάκαμψη της παραγωγής ή της αυτοκινητοβιομηχανίας υπό τη διοίκηση της «δικής μας» CNT). Γιατί να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος; Οι νέες τεχνολογίες στοχεύουν συγκεκριμένα στον έλεγχο, ενώ ολόκληρη η τεχνολογική ανάπτυξη βασίστηκε πάνω στην αναγκαιότητα του ελέγχου των εκμεταλλευομένων. Το εργοστάσιο δημιουργήθηκε για να ρυθμίζονται καλύτερα οι εργασίες των παραγωγών. Η γραμμή παραγωγής για την εκμηχάνιση αυτής της ρύθμισης. Κάθε νέα τεχνολογική πρόοδος της βιομηχανίας θέτει το χρόνο και τις κινήσεις του εργαζόμενου κάτω από ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο. Συνεπώς, η ιδέα που ήθελε τους εργαζόμενους να μπορούν να χειραφετηθούν οι ίδιοι, παίρνοντας τα παραγωγικά μέσα υπό τον έλεγχό τους, ήταν πάντοτε μια αυταπάτη. Μια αυταπάτη κατανοητή, όσο ο τεχνολογικός σχεδιασμός είχε σαν πρώτη του προτεραιότητα των παραγωγή αγαθών. Πλέον, που ο αντικειμενικός σκοπός του είναι ξεκάθαρα ο κοινωνικός έλεγχος, η φύση του αγώνα μας πρέπει να είναι ξεκάθαρη: η καταστροφή κάθε συστήματος ελέγχου - του κράτους, του κεφαλαίου και του τεχνολογικού συστήματος, το τέλος της προλεταριακής συνθήκης και η ελεύθερη δημιουργία των ζωών μας, ως υποκείμενα ικανά να καθορίσουμε το πώς θα ζήσουμε. Ενάντια στην τεχνολογία αυτή, το μεγαλύτερο όπλο που έχουν οι εκμεταλλευόμενοι είναι κι αυτό που χρησιμοποιούν από την βιομηχανική εποχή: Το Σαμποτάζ!


[Μετάφραση: ...για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Γενάρης 2007.]

Η γέννηση της αντικουλτούρας

Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Τheodore Roszak. Η γέννηση της αντικουλτούρας. Στοχασμοί γύρω από την τεχνοκρατική κοινωνία και τη νεανική αμφισβήτησή της. Πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο, γραμμένο στα τέλη της «θερμής» δεκαετίας του ’60, που επισκοπεί, με κριτικό βλέμμα, την πρόσφατη ανάδυση της νεανικής αντικουλτούρας.

«Κύριο μέλημα της αντικουλτούρας είναι να εξαγγείλει έναν νέο ουρανό και μια νέα γη τόσο απέραντα, τόσο θαυμαστά ώστε οι άμετρες αξιώσεις της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης να εξαναγκαστούν σε οπισθοχώρηση, περιοριζόμενες σε μια δευτερεύουσα και περιθωριακή θέση στη ζωή των ανθρώπων»: με αυτά τα λόγια ο Theodore Roszak εξαγγέλλει το πρόγραμμα που στη δεκαετία του ’60 επρόκειτο να γεννήσει την ελπιδοφόρα αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν πολιτισμό της νεανικής αμφισβήτησης και στο κύριο ρεύμα των κοινωνιών μας που διορατικά ονομάζει «τεχνολογικό ολοκληρωτισμό». Ξεκινώντας από μια τέτοια αφετηρία, σε αυτό το έργο-μανιφέστο του 1969 όπου εκ των υστέρων αναγνωρίζουμε μία λαϊκή καρποφορία της Διαλεκτικής του διαφωτισμού των Horkheimer και Adorno, εξετάζει τις μείζονες διαμορφωτικές επιρροές της νεανικής αντικουλτούρας –Herbert Marcuse και Norman Brown, Allen Ginsberg και Alan Watts, Timothy Leary και Paul Goodman– δείχνοντας με ποιον τρόπο βοήθησαν στην αμφισβήτηση του τρέχοντος επιστημονικού κοσμοειδώλου και με τον τρόπο αυτό υπέσκαψαν, στερώντας τους τη θεωρητική νομιμοποίηση, τα θεμέλια της τεχνοκρατίας.
Εν συνεχεία στρέφει τον φακό της κριτικής του στον «μύθο της αντικειμενικής συνείδησης», δείχνοντας ότι ένας πολιτισμός που καθυποτάσσει ή υποβιβάζει την οραματική εμπειρία διαπράττει το αμάρτημα μιας τρομακτικής αποπτώχευσης τής ύπαρξης. Διότι το ερώτημα που σήμερα αντιμετωπίζουμε δεν είναι «Πώς μπορούμε να γνωρίσουμε;» αλλά «Πώς αξίζει να ζούμε;». Προκειμένου να δώσουμε απάντηση, θα χρειαστεί να επανακτήσουμε το μαγικό κοσμοόραμα από το οποίο εκπορεύεται όλη η ανθρώπινη δημιουργικότητα και η κοινότητα. Διότι αλλιώς, «αν η αντίσταση της αντικουλτούρας αποτύχει, φοβάμαι πως δεν θα έχει απομείνει πλέον για μας τίποτα εκτός από εκείνο που ανήγγειλαν αντι-ουτοπιστές όπως ο Huxley και ο Orwell – μολονότι δεν έχω καμία αμφιβολία πως οι επερχόμενοι δεσποτισμοί θα είναι πολύ πιο ευσταθείς και αποτελεσματικοί απ’ ό,τι προέβλεψαν οι ζοφεροί προφήτες τους. Και αυτό επειδή θα είναι εξοπλισμένοι με τεχνικές εσωτερικής χειραγώγησης αδιαπέραστα λεπτούς σαν τους ιστούς της αράχνης».

Ο Theodor Roszak γεννήθηκε το 1933 στο Σικάγο, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες και έλαβε το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1958. Υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος του τμήματος Ιστορίας του California State College στο Hayword, και ήταν ο εμπνευστής και επιμελητής του τόμου The Dissenting Academy. Δημοσίευσε μεγάλο αριθμό άρθρων και κριτικών σε περιοδικά όπως τα The Nation, Liberation, New Politics και The New American Review.

Σειρά «Ιανός - Πολιτισμικές Διασταυρώσεις». Υπεύθυνος σειράς: Φώτης Τερζάκης
Μετάφραση- επιμέλεια: Φώτης Τερζάκης
347 σελ. / 13,5
x 21 εκ. / 20,90 euro
ISBN 978-960-6654-68-8

Μεταμορφώσεις της εργασίας και σύγχρονες μορφές ζωής

Του Φώτη Τερζάκη

Από τις σπουδαιότερες κορυφώσεις του επαναστατικού πνεύματος του ’68 υπήρξε το ιταλικό κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας, το οποίο στις μετωπικές αντιπαραθέσεις και στις άγριες απεργίες του Βορρά εκείνης της εποχής έθεσε ανοιχτά υπό αμφισβήτηση το ίδιο το καθεστώς της μισθωτής εργασίας. Προδομένο από τη συμμαχία της κοινοβουλευτικής Αριστεράς με τους Ιταλούς βιομηχάνους γνώρισε την ωμή καταστολή των χρόνων του ’70, και στα τέλη αυτής της δεκαετίας όλοι σχεδόν οι ηγέτες του Potere Operaio συνελήφθησαν και δικάστηκαν ή αναγκάστηκαν για τον ίδιο λόγο να δραπετεύσουν από την Ιταλία. Κάπου 30 χρόνια αργότερα, κάποιοι απ’ αυτούς επανεμφανίζονται ως θεωρητικοί παγκοσμίου κύρους με κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις που διεκδικούν ευρύτατα ακροατήρια. Χαρακτηριστικά ο Tony Negri με το διάσημο έργο του Αυτοκρατορία (2000, σε συνεργασία με τον M. Hardt1) και, στην ίδια γραμμή σήμερα, ο Paolo Virno. Η Γραμματική του πλήθους (2003)2 είναι στην πραγματικότητα η όψιμη διδακτορική διατριβή του P. Virno, ο οποίος τώρα διδάσκει Επικοινωνίες στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας. Είναι το έργο του που διαβάστηκε περισσότερο και, όπως θα δούμε, ένα έργο που διασυνδέεται απευθείας με την πρόσφατη σκέψη του Negri, πολύ περισσότερο απ’ όσο με τις παλαιότερες αναλύσεις της Αυτονομίας. Αξίζει να δούμε λοιπόν τι έχει αλλάξει στη σκέψη αυτών των στοχαστών μέσα στις λίγες δεκαετίες που μεσολάβησαν.
Στα κείμενα των θεωρητικών της Αυτονομίας από τη δεκαετία του ’70 εμφανίζεται η έννοια του «εργάτη-μάζα» ή του «κοινωνικού εργάτη». Πρόκειται για μία διεύρυνση της κλασικής έννοιας του προλεταριάτου προκειμένου να περιλάβουν στην ίδια κατηγορία τους περιστασιακά απασχολούμενους ή ακόμη και τους ανέργους, ακριβώς τη στιγμή που η γενικευμένη εισαγωγή του αυτοματισμού στην παραγωγή άλλαζε δραματικά το καθεστώς της εργασίας και δημιουργούσε το φαινόμενο που ονομάστηκε δομική ανεργία. Η γενική ιδέα ήταν πως η αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού απαιτούσε έλεγχο όχι μόνο της εργασίας αλλά και του ελεύθερου χρόνου, και των ιδιωτικών συμπεριφορών, ολόκληρης της ζωής εν ολίγοις των ανθρώπων, ούτως ώστε μπορούμε να μιλήσουμε για μαζική «προλεταριοποίηση» του πληθυσμού
· βάσει αυτής της σύλληψης μπορούσαν να διεκδικηθούν δικαιώματα και για εκείνους που είχαν πεταχτεί έξω από την αγορά εργασίας, και για εκείνους των οποίων η εργασία δεν είχε ποτέ θεσμική μορφή –παράδειγμα: η νεολαία, οι γυναίκες– αλλά επίσης να προταθεί η ιδέα του «κοινωνικού μισθού» με στόχο να απεξαρτηθεί η κοινωνική αναπαραγωγή από τις μισθωτές μορφές εργασίας. Μια διαπίστωση δηλαδή που συνελάμβανε τη μετατροπή ολόκληρης της κοινωνίας σε μεταφορικό εργοστάσιο, σύμφωνα με την ολοκληρωτική ροπή του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού, γινόταν μοχλός για τη βίαιη διεκδίκηση μιας επιστροφής της υπεραξίας στην κοινωνία.
Η έννοια της «μάζας» που χρησιμοποιούσαν τότε αυτοί οι διανοητές (στην έκφραση, ας πούμε, «εργάτης-μάζα») ήταν μια έννοια που εισήχθη στις θεωρητικές συζητήσεις από τις αρχές περίπου του εικοστού αιώνα, κυρίως από συντηρητικούς στοχαστές όπως ο J. Ortega y Gasset (Η εξέγερση των μαζών, 19303) οι οποίοι θρηνούσαν τη μαζοποίηση των σύγχρονων κοινωνιών, με όλα τα χαρακτηριστικά της αποξένωσης, αποπροσωποποίησης, της παρακμής των ανώτερων αξιών, κτλ. Ριζοσπάστες θεωρητικοί από τον μεταμαρξιστικό χώρο, όπως η Σχολή της Φραγκφούρτης, παρέλαβαν αυτή την έννοια δείχνοντας τον πραγματικό της συσχετισμό με το διευθυντικό-γραφειοκρατικό μοντέλο του ύστερου καπιταλισμού και με τις στρατηγικές που αυτό ανέπτυσσε, κυρίως μέσω της πολιτιστικής βιομηχανίας, για τη χειραγώγηση σε μεγάλη κλίμακα των ανθρώπινων αναγκών και συμπεριφορών (η προβληματική της «μαζικής κουλτούρας»). Σε όλες αυτές τις χρήσεις ο όρος είχε αρνητική συνδήλωση, ανεξαρτήτως της διάγνωσης του φαινομένου που επιχειρούσε η κάθε πλευρά, και υποδήλωνε μια σειρά από ανησυχητικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων κοινωνιών, όπως η καταστροφή της ανεξάρτητης ατομικότητας, η παρακμή της παραδοσιακής έννοιας του πολίτη, η άρση των φιλελεύθερων διαμεσολαβήσεων μεταξύ οικονομικών και πολιτικών λειτουργιών, αφενός, και ιδιωτικής/δημόσιας σφαίρας, αφετέρου – σημάδευε δηλαδή τις ολοκληρωτικές εξελίξεις μέσα στην καρδιά των ίδιων των «φιλελεύθερων» κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών της Δύσης.
Ο όρος «πλήθος» (
multitudo) που χρησιμοποιεί εμβληματικά σήμερα ο Virno, τον οποίο έθεσε σε κυκλοφορία βεβαίως ο Negri, είναι με κάποια έννοια κληρονόμος εκείνης της παλαιάς έννοιας της «μάζας», μπολιασμένος ωστόσο από το θεωρητικό ιδίωμα του Jules Deleuze από το οποίο εν τω μεταξύ επηρεάστηκαν τούτοι οι πρώην θεωρητικοί της Αυτονομίας. Με μια ουσιώδη νοηματική διαφορά: έχοντας ενδώσει πλέον σε έναν μεταμοντέρνο κρυπτοκομφορμισμό (κατά το παράδειγμα του φιλοσοφικού μέντορά τους) που επιζητεί δήθεν «θετικές όψεις» στον άκρως τεχνικοποιημένο καπιταλισμό των ημερών μας, χωρίς ν’ αποποιούνται ταυτόχρονα μια επαναστατικοφανή ρητορική, προσπαθούν να βρουν εποικοδομητικές πλευρές στα ανησυχητικά φαινόμενα που κανονικά σηματοδοτεί ο όρος. Έτσι, σύμφωνα με τη συλλογιστική που αναπτύσσει εδώ ο Virno, το «πλήθος» αντιτίθεται στον «λαό» όπως ακριβώς αντιτίθεται η κοινωνία στο κράτος, ο Σπινόζα στον Χομπς, η ανεστιότητα στην εδαφικότητα και η φυγόκεντρη κίνηση στην κεντρομόλο. Η επικράτηση της «γενικής διάνοιας», δηλ. ενός συνόλου επικοινωνιακών κοινών τόπων (βλ. διαδίκτυο), ο μηδενισμός που συνδέεται με τις διάχυτες μορφές ανασφάλειας, ακόμη και αποκρουστικές ψυχικές παραμορφώσεις όπως ο καιροσκοπισμός και η φλυαρία (δηλ. αποσύνδεση της γλώσσας από το αναφερόμενό της) γίνεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια να παρουσιαστούν στη δυνητικά θετική, δηλαδή απελευθερωτική τους όψη. Γιατί;
Άξονας όλου του επιχειρήματος του
P. Virno είναι η αντιπαράθεση φορντικού-μεταφορντικού μοντέλου εργασίας. Όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω απορρέουν από την προσαρμογή των ανθρώπων στο μεταφορντικό μοντέλο εργασίας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες μορφές παραγωγής και αντιτίθεται ριζικά, υποτίθεται, στον ταιηλορισμό/φορντισμό που εφαρμοζόταν κατά τον προηγούμενο τρόπο οργάνωσης του καπιταλισμού (μέχρι περίπου το 1970). Δηλαδή, στην αποκτηνωτική εργασία της αλυσίδας παραγωγής, όπου ο εργαζόμενος δούλευε μηχανικά και τμηματικά χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο στο προϊόν και στη συνολική διαδικασία, σήμερα έχουμε την ελαστική, «ευφυή» λεγόμενη εργασία που συνδέεται περισσότερο με την τεχνολογία και τις στρατηγικές της επικοινωνίας. Βεβαίως η εξάρτηση της εργασίας από την εργοδοσία παραμένει, μαζί με όλες τις ανεπιθύμητες και αυταρχικές ιεραρχίες που συνεπάγεται, και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει ν’ ανατραπεί· ωστόσο για τον Virno η φύση αυτών των νέων μορφών εργασίας υποτίθεται ότι ασκεί ικανότητες οι οποίες προηγουμένως ανήκαν στη σφαίρα της πολιτικής (του πρακτικού, σε αντίθεση με το τεχνικό πεδίο, κατά την ορολογία του Αριστοτέλη) και, άρα, παιδαγωγεί μεγάλες μάζες ανθρώπων, εργαζομένων όσο και μη εργαζομένων με τη συμβατική έννοια, σε μορφές δυνητικής αυτονομίας.
Η ιδέα αυτή είναι απολύτως ατυχής. Πρώτον, οι παραδοσιακές (ταιηλορικές/φορντικές) μορφές εργασίας καθόλου δεν προορίζονται να εξαφανιστούν, αφού δυστυχώς δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί ο ανθρώπινος τύπος εκείνος που θα τρέφεται αποκλειστικά με πληροφορία
· επίσης, το κράτος κάθε άλλο παρά έχει αποδυναμωθεί, αφού όσο λιγότερο ελεύθερο είναι να χαράζει αυτόνομα την πολιτική του από εξωτερική άποψη τόσο περισσότερο ισχυροποιείται στο εσωτερικό του σαν δύναμη καταστολής, βιοπολιτικών παρεμβάσεων (για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Φουκώ που μάλλον εγκρίνει ο Virno) και ελέγχου της κίνησης του εργατικού δυναμικού. Το κυριότερο όμως, ακόμη κι εκεί όπου εφαρμόζονται οι νέες μορφές, ποιοτικά μιλώντας η διαφορά είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που θέλει να υποβάλει ο συγγραφέας. Αν στον φορντισμό μηχανοποιείται και απονεκρώνεται το σώμα του εργαζομένου (με όλες τις παθογενείς ψυχικές επιπτώσεις, φυσικά), τουλάχιστον ένα ίζημα σκέψης παραμένει δυνητικά αδέσμευτο· στο μεταφορντικό μοντέλο η καπιταλιστική λογική έχει αλώσει πλέον την ίδια τη σκέψη, τη διάνοια, η οποία στις «ευφυείς» μορφές εργασίας ακολουθεί την ίδια θλιβερή μοίρα του σώματος στις αλυσίδες παραγωγής: εργαλειοποιείται και απολιθώνεται. Μόνο ένας αφελέστατος τεχνοκράτης θα τολμούσε να υποστηρίξει πως η εργασία του διαφημιστή, του μάνατζερ, του ειδικού των δημοσίων σχέσεων, του προγραμματιστή είναι λιγότερο αποκτηνωτική από τη εργασία του εργάτη στη βαριά αυτοκινητοβιομηχανία. Στην πραγματικότητα είναι απείρως περισσότερο, αφού πλήττει το ίδιο το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, την ανθρώπινη συνείδηση, δημιουργώντας υβριδικά ανθρωποειδή τα οποία όχι μόνο δεν είναι σε θέση να προσανατολιστούν σε οιαδήποτε έννοια αυτονομίας, αλλά χάνουν και το τελευταίο έρεισμα αντίστασης στο οποίο κάθε αυτοσυνειδησία έβρισκε στέρεο έδαφος – την απείθαρχη ενστικτώδη φύση.

1. Ελλ. έκδ. Scripta (Αθήνα 2002), μετ. Νεκτάριος Καλαϊτζής..
2.
Paolo Virno, Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, μετ. Βασίλης Πασσάς, επιμ. Γιώργης-Βύρων Δάβος (Αλεξάνδρεια / Οδυσσέας: Αθήνα 2006).
3. Ελλ. έκδ. Δωδώνη (Αθήνα 1972), εισαγ.-μετ.-επιλεγ. Χρήστου Μαλεβίτση.

Για το ίδιο θέμα βλ. και το κείμενο «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα. Ή ο γυμνός θεωρητικός λόγος του μεταφορντισμού».

Surveillance Camera Players (S.C.P.)


Συνέντευξη από τον
Tilman Baumgartel

Tilman Baumgartel: Τι ακριβώς κάνουν οι SPC;
Bill
Browne: Γενικά, οι SPC παρουσιάζουν δρώμενα ακριβώς μπροστά σε κάμερες παρακολούθησης, τοποθετημένες σε δημόσιους χώρους. Τα δρώμενα αυτά κατά βάση αποτελούνται από πολύ μεγάλου μεγέθους, χειροποίητα πλακάτ τα οποία κρατάμε μπροστά στην κάμερα. Το δρώμενο περιλαμβάνει επίσης και παντομίμα. Η ομάδα έχει στο ρεπερτόριό της περίπου έξι τέτοια έργα. Κάποια από αυτά έχουν σχεδιαστεί για να αναπαρασταθούν σε συγκεκριμένα μέρη, όπως εκκλησίες που διαθέτουν κάμερες παρακολούθησης, κ.λπ.

Πώς επιλέγετε τα έργα; Ορισμένες επιλογές φαίνονται λογικές, όπως το «1984», αλλά γιατί το «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Επιλέξαμε τον Γκοντό γιατί θέλαμε κατά κάποιον τρόπο να διακωμωδήσουμε το ίδιο το έργο, το οποίο βέβαια είναι όλο λόγια και χωρίς καθόλου δράση. Οι κάμερες παρακολούθησης δεν έχουν τη δυνατότητα να συλλαμβάνουν ήχο, οπότε οποιαδήποτε παράσταση του Γκοντό θα έπρεπε να είναι σιωπηλή! Πλέον δεν ερμηνεύουμε παρωδίες όπως αυτή. Αυτές τις μέρες –από το Νοέμβρη του 1998– παρουσιάζουμε έργα που έχουμε γράψει οι ίδιοι και τα οποία αφορούν άμεσα στην παρακολούθηση και τα δικαιώματα περί ιδιωτικότητας.

Πόσοι άνθρωποι εμπλέκονται στους SCP και τι άλλο κάνουν εκτός από τη συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη ομάδα; Υπάρχουν καθόλου επαγγελματίες ηθοποιοί του θεάτρου;
Ανά πάσα στιγμή, υπάρχουν περίπου έξι άτομα στην ομάδα, η οποία έχει ανεπίσημο χαρακτήρα και είναι οργανωμένη με πολύ χαλαρή διάταξη. Συνολικά, γύρω στα σαράντα άτομα έχουν συμμετάσχει στις παραστάσεις από την ίδρυσή μας, το 1996. Δεν υπάρχει κανένας επαγγελματίας του θεάτρου στην ομάδα –ποτέ δεν υπήρξε. Τα περισσότερα από τα μέλη είναι πολιτικοί ακτιβιστές οι οποίοι εμπλέκονται σε ποικίλες άλλες μάχες. Είμαστε όλοι αναρχικοί.

Γιατί δεν είναι σωστό να υπάρχουν κάμερες παρακολούθησης; Υποτίθεται ότι καθιστούν την πόλη ασφαλέστερη…
Η χρήση μηχανημάτων παρακολούθησης από την αστυνομία σε δημόσιους χώρους είναι κατάφωρη παραβίαση της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Katz κατά Η.Π.Α. (1967).

Παρ’ όλα αυτά, έχει γίνει ιδιαίτερα αποδεκτό. Μία από τις συνήθεις αιτιολογίες είναι, όπως και εσείς ο ίδιος αναφέρετε σε ένα δοκίμιο, ότι μειώνεται η εγκληματικότητα. Και εάν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως ισχυρίζεστε, τότε γιατί να διασκορπίζει κανείς τα τεράστια ποσά χρημάτων που απαιτούνται για να εγκατασταθούν και να ελέγχονται όλες αυτές οι κάμερες;
Ας είμαστε ξεκάθαροι: η εγκληματική δραστηριότητα μειώθηκε στη Νέα Υόρκη αφού είχαν εγκατασταθεί οι κάμερες. Η εγκληματική δραστηριότητα μειώθηκε διότι ο Δήμαρχος είπε στην αστυνομία να συλλάβει πάρα πολλούς φτωχούς ανθρώπους για μικρές παραβάσεις (50.000 συλλήψεις και από αυτές 2.000 μόνο αφορούσαν τη χρήση μαριχουάνας!). Η πολιτεία και η αστυνομία θέλουν να ξοδεύουν τεράστια ποσά σε κάμερες έτσι ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τη δράση όσων διαμαρτύρονται για αυτά που έχουν διαπράξει η πολιτεία και η αστυνομία. Ας πάρουμε τον Καθεδρικό Ναό του St. Patrick για παράδειγμα: δεν υπάρχει καθόλου εγκληματικότητα εκεί, πραγματοποιούνται όμως πολλές πολιτικές διαμαρτυρίες ενάντια στις τακτικές της Καθολικής Εκκλησίας. Και έτσι ο Καθεδρικός Ναός που στερείται παντελώς εγκληματικότητας έχει περικυκλωθεί με ιδιαίτερα εξειδικευμένες κάμερες ψηφιακής παρακολούθησης.

Το «κοινό-στόχος» (target-group) σας είναι ουσιαστικά ένα άτομο. Γιατί τόση προσπάθεια για έναν μόνο τύπο;
Όχι, το πραγματικό κοινό-στόχος μας είναι όλοι οι άνθρωποι που προσπερνούν και βλέπουν τι κάνουμε. Στη Νέα Υόρκη, αυτός ο αριθμός ατόμων μπορεί να είναι πολύ μεγάλος: επιλέγουμε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα για τα δρώμενά μας. Απλώς αστειευόμασταν όταν είπαμε ότι προσπαθούσαμε να διασκεδάσουμε φύλακες και αστυνομικούς που πλήττουν. Γάμα τους.

Μολαταύτα υπάρχει κάτι το παράλογο, ένα κατά κάποιον τρόπο ποιητικό στοιχείο στην παράσταση ενός έργου, ενός καλλιτεχνήματος, ενώπιον αυτών των μηχανικών ματιών. Πιστεύεις ότι αυτή η παράλογη πλευρά είναι σημαντική σ’ αυτό που κάνετε;
Ναι! Πιστεύουμε ότι η υποτιθέμενη λογική της παρακολούθησης είναι παράλογη: οι κάμερες κάνουν τους ανθρώπους παρανοϊκούς με την ελπίδα ότι αυτοί οι παρανοϊκοί θα συμπεριφερθούν ορθολογικά και δεν θα διαπράξουν κάποιο έγκλημα. Οι παρανοϊκοί άνθρωποι όμως ΔΕΝ είναι ορθολογικοί.

Τι επίδραση περιμένεις ότι θα έχει η πράξη σας στους θεατές;
Διάφορες επιδράσεις: 1) ότι θα αναστατώσει την καθημερινή τους ρουτίνα, 2) ότι θα τους δείξει πως απλά άτομα ή μικρές ομάδες μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικές, 3) ότι θα τους δείξει πως δεν υπάρχει λόγος να τρομοκρατούνται ή να γίνονται παρανοϊκοί με τις κάμερες, 4) ότι θα τους δείξει πως δεν είναι όλες οι διαμαρτυρίες θορυβώδεις, οργισμένες και χωρίς αίσθηση του χιούμορ.

Αυτή η στρατηγική της «αναστάτωσης» της καθημερινής ζωής χρησιμοποιείται αυτές τις μέρες από πολλές άλλες ομάδες. Έχει γίνει στρατηγική του μάρκετινγκ, για παράδειγμα, και ολόκληρα εμπορικά κέντρα σχεδιάζονται έτσι ώστε να βγάζουν τους ανθρώπους από την ύπνωσή τους. Γιατί πιστεύεις ότι αυτή η στρατηγική συνεχίζει να λειτουργεί; Και πώς νιώθεις για τις χειροποίητες αφίσες σας σε σύγκριση με τις πολύ πιο τελειοποιημένες και εκλεπτυσμένες μεθόδους του «σοκαριστικού» ή «guerilla» («αντάρτικου») μάρκετινγκ;
Όχι! Το μάρκετινγκ –ακόμη και η «ριζοσπαστική» διαφήμιση– έχει σχεδιαστεί για να διατηρήσει τους ανθρώπους στην ύπνωσή τους, όχι για να τους ξυπνήσει. Η διαφήμιση είναι μέρος της υπνώττουσας καθημερινής ζωής που οι SCP επιθυμούν να αναστατώσουν. Όσο για τη «high-tech/low-tech» αντίθεση ανάμεσα σ’ εμάς και τους διαφημιστές: μοιάζουμε ερασιτέχνες, ίσως ακόμη και παράλογοι, έτσι δεν είναι; Ωραία!

Είχατε ποτέ καμία αντίδραση από τους φύλακες που παρακολουθούν τις κάμερες εκτός από το να σας ζητήσουν να φύγετε από το κτίριο; Πώς αντιδρά το υπόλοιπο κοινό (εάν μπορούμε βέβαια να αποκαλέσουμε κοινό τους περαστικούς);
Οι επόπτες βρίσκουν αστείες τις παρωδίες μας, προσβάλλονται όμως όταν τους δείχνουμε μία πινακίδα που απευθύνεται άμεσα σ’ αυτούς και λέει «κοίτα τη δική σου δουλειά». Τα υπόλοιπα μέλη του κοινού (του πραγματικού κοινού των δρώμενών μας) πάντοτε συμφωνεί μαζί μας στο σημείο αυτό: οι κάμερες πρέπει να υποδεικνύονται με επαρκή σηματοδότηση. Μονάχα λίγοι μας λένε τις συνηθισμένες βλακείες για το ότι καταπολεμάται η εγκληματικότητα.

Πραγματοποιείτε επίσης πεζοπορικές περιηγήσεις στη Νέα Υόρκη. Τι κάνετε σ’ αυτές;
Μαθαίνουμε σε άλλους ανθρώπους να κάνουν ό,τι κάνουμε: να εντοπίζουν τις κάμερες, οι οποίες είναι συχνά συγκαλυμμένες ώστε να μοιάζουν με λάμπες του δρόμου ή διακοσμητικά στολίδια. Επίσης, επιβεβαιώνουμε ότι θα διαδοθούν οι χάρτες μας με τις τοποθεσίες όπου βρίσκονται οι διάφορες κάμερες. Αυτή είναι επίσης μία σημαντική λειτουργία των δρώμενών μας: η διάδοση αυτών των χαρτών. Είναι διαφορετικό να σου λέει κάποιος για τις κάμερες και διαφορετικό να είσαι ικανός να τις εντοπίσεις μόνος σου και να δεις πόσο πολλές πραγματικά υπάρχουν.

Υπάρχει καθόλου επιρροή της θεωρίας των Καταστασιακών στο έργο σας;
Μεγάλη. Αυτό που κάνουμε είναι να «αντιστρέφουμε» το θέαμα που συνιστούν οι κάμερες: αντί να τις καταστρέφουμε (αναρχικός που εμπνέεται από μιλιταριστική λογική) ή να γράψουμε στον αντιπρόσωπό μας στο Κογκρέσο ή να διαδηλώσουμε εναντίον τους (αριστερός), στρέφουμε τις κάμερες ενάντια στους αρχικούς τους σκοπούς και τις χρησιμοποιούμε για δικούς μας. Μολαταύτα, είμαι σίγουρος πως η Καταστασιακή Διεθνής θα ήταν αντίθετη στο βαθμό τον οποίο οι SCP χρησιμοποιούν τα μαζικά μέσα και εμφανίζονται σ’ αυτά.

Αυτό ήταν κάτι που επρόκειτο να σε ρωτήσω: εάν είστε τόσο αντίθετοι στο θέαμα, γιατί συμμετέχετε σ’ αυτό παραχωρώντας συνεντεύξεις – εφόσον όλοι γνωρίζουμε πως το θέαμα ενσωματώνει και καταβροχθίζει οτιδήποτε στο οποίο στρέφει την προσοχή του.
Ταΐζουμε το Θέαμα δηλητήριο μεταμφιεσμένο σε σπόρους για πουλιά.

Βλέπετε τους εαυτούς σας ως συνεχιστές της παράδοσης του πολιτικού θεάτρου του δρόμου που προέρχεται από τη δεκαετία του ’70;
Ναι. Είμαστε ένθερμοι θαυμαστές του «Living Theater».

Ομάδες όπως το «Living Theater» δεν υπάρχουν πια στην πραγματικότητα και ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό ίσως είναι το ότι έχει μεταβληθεί η έννοια της δημόσιας σφαίρας. Ίσως ο πραγματικός κοινωνικός διάλογος και το πραγματικό «ζωντανό» κοινό να μην είναι πλέον στο δρόμο αλλά στα «μέσα». Οπότε, κάποιος θα μπορούσε ν’ αντιτάξει ότι αυτό το είδος δημοσίου θεάτρου του δρόμου δεν προσεγγίζει το κοινό, αλλά μονάχα μία περιορισμένη μερίδα του…
Κι όμως, η ομάδα του «Living Theater» είναι πάρα πολύ ζωντανή! Πραγματοποιεί παραστάσεις τόσο σε εσωτερικούς χώρους, όπως ένα παραδοσιακό θέατρο, όσο και σε εξωτερικούς, δημοσίως! Όσο για τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τα «μέσα», μπορεί να αληθεύει για μερικούς ανθρώπους –αυτούς που έχουν χρήματα, εξουσία και πρόσβαση στα μέσα– ότι η δημόσια σφαίρα είναι περιττή ή ανεπιθύμητη/τρομακτική. Υπάρχουν όμως κάποιοι άλλοι άνθρωποι για τους οποίους ο δρόμος και ο δημόσιος χώρος είναι κυριολεκτικά τα πάντα (οι άστεγοι, προφανώς, αλλά και άλλοι άνθρωποι επίσης).

Τι ρόλο παίζει το διαδίκτυο σε αυτά που κάνετε;
Μας επιτρέπει να έχουμε επαφή με ομοϊδεάτες ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Μας προσφέρει τη δυνατότητα να μαθαίνουμε ειδήσεις από ανθρώπους οι οποίοι δεν μιλούν την αγγλική ως μητρική τους γλώσσα. Έχουν γράψει ή προβάλει πληροφορίες για μας στην τηλεόραση, στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, στα γαλλικά, στα ολλανδικά και στα γερμανικά.

Δημοσιεύτηκε στο Y. Levin, Ursula Frohne, and Peter Weibel (επιμ.), CTR [Space]. Rhetorics of Surveillance from Bentham to Big Brother, The MIT Press, Κέημπριτζ, Μασαχουσέτη, 2002, σσ. 616-619. Μετάφραση: Μαριάννα Λεμπρέν.

Ένα άδειο σκυλόσπιτο στην αυλή

Του Vassili Salvatorov

Η σάρκα της κοκκινομάλλας σερβιτόρας μου θυμίζει / Το χλωμό χιόνι της πατρίδας και τη νιότη μου – / Τότε που ήθελα ακόμη. / Έχω ζήσει κι εγώ τις μέρες της δόξας μου / Ό,τι μου αναλογεί το έχω εισπράξει. / Κι αν ήμουν άπληστος, με συγχωρείτε / Αυτά που έμαθα ήταν μαθήματα της πείνας και μόνο.

Τώρα, αν και την πείνα μου την έχω χορτάσει, / Βολοδέρνω ακόμη στα ταχυφαγεία αναπολώντας / Μια μακρινή ζωή, προτού η καρδιά μου καταντήσει / Ένα άδειο σκυλόσπιτο στην αυλή.

Από την ποιητική συλλογή An Empty Doghouse in the Backyard, Hell’s Kitchen Press, Λόρενς, Κάνσας 2002. Μετάφραση: Μ.Π.

Fuck you, America!

Του Vassili Salvatorov

Στο λέω με το θράσος των ανθρώπων που πεθαίνουν για σένα / Με τη σημαία μπροστά, / Λάβαρο κάποιων αγώνων που χαράσσουν στη μνήμη / Αντικείμενα όπως το μίξερ, το αυτοκίνητο, ένα ψυγείο / Και –σίγουρα– μια μηλόπιτα με μήλα του Άινταχο. / Πόση δόξα αλήθεια! Επινίκια σε ροζ Cadillac / Με τη φωνή του Eminem για συντροφιά / “Im gonna fuck you”.

Αμερική λατρεύω να σε μισώ γι’ αυτό που είσαι. / Χλιδάτη πόρνη με λαμπερά φτιασίδια, στήθη σιλικόνης, μνήμες πυριτίου / Και κώλο που λικνίζεται στο σκαμπανέβασμα του χρηματιστηρίου. / Αποκαλύψου! Λάμψε! Σκόρπα τον όλεθρο! / Πάρε τα λάφυρα της νίκης, όλα δικά σου. / Ρίγη απόλαυσης ανάμεικτα με τρόμο που ’χει τη γεύση της βανίλιας / Καθηλώνουν τα πλήθη τη στιγμή που Εσύ βαδίζεις αγέρωχη / Με τη σημαία πάντα μπροστά, / Στο δρόμο που ’ναι σπαρμένος προσδοκίες / Και –φυσικά– φλεγόμενους Δίδυμους Πύργους και καμικάζι./ Μια αναλαμπή / Πυρπολυμένοι φάροι καθοδηγούν τα πλήθη στο επέκεινα.

Δοξάζω εγώ / Δοξασμένη εσύ, Αμερική / Φωτίζεις το δρόμο μου καθώς καίγεσαι ηρωικά, / Οι βόμβες σκάβουν το κορμί σου, σε τραυματίζουν ανεπανόρθωτα. / Όμως εσύ ξέρεις τον πόνο να τον μετατρέπεις σε οργή / Να γλείφεις τις πληγές σου εκδικούμενη και / Να εξαπολύεις τους κεραυνούς σου επί δικαίων και αδίκων όπου γης. / Είσαι μια πόρνη λαμπερή! Μια πόρνη οργισμένη!

Fuck you America σιγοτραγουδώ / Αν και ξέρω πως η φωνή μου θα απαχθεί από το προφανές και το επίκαιρο / Θα παραμείνω άθελά μου βουβός θαυμαστής σου και φίλος / Ακόμα και τώρα που σε μισώ μοιάζει πως σε λατρεύω / Τη σκοτεινή σου δύναμη ελέγχου και θανάτου / Τη νεοτερική σου όψη και την αφέλεια της πίστης σου σε σένα / Ανόητα, αβάσιμα συμπεράσματα που προκύπτουν αβίαστα / Στα χείλη εκείνων που αμφισβητούν κι εκείνων που δοξάζουν / Η πουτάνα δεν γίνεται. / Είναι.

Από την ποιητική συλλογή Fuck you America!, Open Window Press, Σικάγο 2004. Μετάφραση: Μ.Π.

Αντίσταση, ανατροπή και καταστροφή του συμπλέγματος της επιτήρησης και του ελέγχου

Μια συνέντευξη με τον Mike Davis

Mike Davis είναι καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Ιρβάιν, και συγγραφέας μεταξύ άλλων των: City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles (1990), Dead Cities, And Other Tales (2003) και πιο πρόσφατα, Buda's Wagon: A Brief History of the Car Bomb (2007). Στα ελληνικά, κείμενά του έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις futura. Παρακάτω, ακολουθεί ένα απόσπασμα από συνέντευξή του, στις 23/2 στο Λονδίνο, στο περιοδικό Voices of Resistance from the Occupied London. Μετάφραση …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας.]

Ασχολείσαι συχνά με την εύρεση αναλογιών μεταξύ διάφορων τάσεων αστικού ελέγχου στον κόσμο. Θα μπορούσες να συγκρίνεις την κατάσταση στο Λος Άντζελες, την καταστολή και την επιτήρηση που διεξάγεται εκεί στην περίοδο που γράφεις το City of Quartz με την κατάσταση στο Λονδίνο σήμερα;

Δεν υπάρχει καμιά απολύτως σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το σύμπλεγμα της επιτήρησης που υφίσταται στο Λονδίνο. Ακόμα και οι κάμερες CCTV μόνο τώρα τελευταία τέθηκαν στο προσκήνιο στις ΗΠΑ. Η συνολική επιτήρηση των κεντρικών περιοχών αμερικανικών πόλεων είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει στις αρχές του '90 όμως μόνο όσον αφορά μικρές περιοχές, ελάχιστα στρέμματα στο κεντρικό Λος Άντζελες για παράδειγμα. Αν ο Giuliani [Σ.τ.μ. Rudolf Giuliani, συντηρητικός πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης] γίνει πρόεδρος θα έρθουμε πιο κοντά στην ιδέα της συνολικής επιτήρησης και του ελέγχου στο κέντρο των πόλεων όμως το Λονδίνο είναι τουλάχιστον μια αν όχι δυο γενιές πιο μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, στις ΗΠΑ η υποδομή ήδη υπάρχει: οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας έχουν πλέον συστήματα επιτήρησης που καταγράφουν το μποτιλιάρισμα. Όμως θεωρώ ότι το Λονδίνο είναι πραγματικά σοκαριστικό με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, δεν είχα ιδέα, πριν έρθω εδώ, ότι τα υπόγεια περάσματα παρακολουθούνται και τα δεδομένα αποθηκεύονται. Στις ΗΠΑ τα πράγματα πήραν μια διαφορετική κατεύθυνση. Προφανώς, σε κάθε οικονομική συναλλαγή που έχεις, και ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, υπάρχει μεταφορά δεδομένων ή ακόμα και πώλησή τους για λόγους μάρκετινγκ. Πιστεύω ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να είναι το πιο προχωρημένο του κόσμου, με αυτήν την έννοια, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του μάρκετινγκ για να κατηγοριοποιήσει ανθρώπους και να τους περάσει πολιτικά μηνύματα. Επίσης, υπάρχει πολύ μεγαλύτερος προϋπολογισμός και περισσότερα ερευνητικά προγράμματα στις ΗΠΑ. Για να δώσω ένα παράδειγμα του πως λειτουργεί αυτό: Η κυβέρνηση Bush χρειάζεται προγράμματα υποδοχής μεταναστών ώστε να ικανοποιήσει την ανάγκη για εργατικά χέρια σε κρίσιμους τομείς όπως οι καλλιέργειες. Όμως, βρίσκεται εκτεθειμένη από μια εξέγερση της βάσης των ρεπουμπλικάνων ενάντια στους δημοκρατικούς. Ένα από τα πράγματα που ζητούν είναι η ανέγερση ενός τοίχους σε όλο το μήκος των μεξικανικών συνόρων και το Κογκρέσο πράγματι εξουσιοδότησε την κατασκευή μέρους του, αν και άνθρωποι που εργάζονται στον έλεγχο των συνόρων και στην επιτήρηση το κοροϊδεύουν μιας και οι τοίχοι αυτοί θα είναι ολότελα αναποτελεσματικοί: μεταλλικά αναχώματα ύψους 12 ποδιών [Σ.τ.μ: 4 μέτρα] που θα μπορούσε να σκαρφαλώσει ο καθένας. Εργάζονται σε κάτι εξ ολοκλήρου διαφορετικό: ένα εικονικό σύνορο, περισσότερο σαν τον εικονικό έλεγχο που υφίσταται αυτή τη στιγμή στο Λονδίνο. Έπρεπε να ταΐσουν κουτόχορτο τους συντηρητικούς των προαστίων που ήθελαν κάτι σε φυσικό τοίχος α-λα Βερολίνο, να τους δίνει την αίσθηση ασφάλειας του ελέγχου των συνόρων. Ο πραγματικός έλεγχος πάνω στις κινήσεις των ανθρώπων δεν έχει τόση ανάγκη από τα τείχη αυτά όσο έχει την τεχνολογία. Αυτή είναι και η σφαίρα όπου πιστεύω ότι οι ΗΠΑ είναι πιο προχωρημένες προς την δημιουργία μιας κοινωνίας ολοκληρωτικού ελέγχου. Ο Perry, ο κυβερνήτης του Τέξας, εξουσιοδότησε την τοποθέτηση καμερών σε περιοχές των συνόρων όπου περνούν άνθρωποι συχνά και τις συνέδεσε στο διαδίκτυο. Έτσι δημιούργησε ψηφιακούς ρουφιάνους. Ο καθένας μπορεί να σπαταλήσει το χρόνο του χαζεύοντας στην έρημο, κι αν δει έναν μεξικανό να έρχεται μπορεί να καλέσει κάποιο παράρτημα της τεξανής πολιτείας που θα ειδοποιήσει τους συνοριοφύλακες.
Έτσι το ίντερνετ μπορεί να απειλεί την ελευθερία χάρις στον τρόπο που μπορούμε όλοι να εποπτεύουμε, να καταπιέζουμε και να φυλακίζουμε ο ένας τον άλλον: είμαστε πλέον όλοι δεσμοφύλακες, επιτηρώντας ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Είναι μια αποκρουστική ιδέα και η ακρο-δεξιά την λατρεύει, να έχει κάποιο ρόλο να παίξει στην αστυνόμευση της μετανάστευσης και της κοινωνίας. Ο καθένας, υπό μια έννοια, αρέσκεται να φοράει ένα αστυνομικό σήμα.
Στο Λ.Α. έβαλαν πρόσφατα ψηφιακές εικόνες στους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας ώστε να μεταδίδουν προειδοποιήσεις για την κίνηση, παρόλο που είμαστε ακόμη πολύ πίσω από την Ευρώπη στο ζήτημα αυτό. Τώρα τους χρησιμοποιούν για συναγερμούς για απαγωγές κλπ. Το πρόβλημα με το να τοποθετηθούν ένα σωρό από αυτές στις ΗΠΑ και ιδιαίτερα στα κέντρα των πόλεων, είναι ότι δε θα άντεχαν ούτε μια μέρα! Θα ήταν αναγκασμένοι κατά κάποιο τρόπο να εξοπλίσουν, να οχυρώσουν και να προστατεύσουν τις κάμερες επιτήρησης. Το επίπεδο βανδαλισμού στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων είναι πολύ προχωρημένο κι εκτενές... Κάποτε υπολόγισα την κάλυψη ανά τετραγωνικό μέτρο των γκράφιτι στο Λ.Α. και πήρα συνεντεύξεις από ανθρώπους που καθάριζαν τα γκράφιτι κλπ. Μπορούν να βάλουν κάμερες όμως θα σπαστούν και θα κατεβούν. Μπορεί να γίνεται με την μεσαία τάξη - ίσως περάσει στα κυριλέ προάστια του Santon ή στις συνοικίες των λευκών του Johannesburg όμως αν αρχίσεις να βάζεις κάμερες στις γειτονιές των αμερικανικών γκέτο, θα πρέπει να βάλεις κι από έναν αστυνομικό να φυλάει την καθεμιά τους. Είναι μια από τις αντιφάσεις της κοινωνίας του ελέγχου. Οι κάμερες CCTV δεν είναι τόσο προχωρημένες στις ΗΠΑ όσο στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι επαναπαύονται περισσότερο στην ιδιωτική αστυνομία στις ΗΠΑ.

Γιατί δεν υπάρχουν βανδαλισμοί ενάντια στις κάμερες στο Λονδίνο;

Αυτό θα ήταν κι ένα από τα δικά μου ερωτήματα. Νομίζω ότι πρέπει να προπαγανδίσουμε και να αγωνιστούμε για την ιδέα μιας παγκόσμιας εξέγερσης ενάντια στη συνθήκη της επιτήρησης, ενάντια στην καταστρατήγηση των αστικών ελευθεριών. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους και να βρούμε κάθε πιθανό τρόπο να αντισταθούμε, να ανατρέψουμε και να καταστρέψουμε το σύμπλεγμα της επιτήρησης και του ελέγχου. Σίγουρα, εκατομμύρια εφήβων το κάνουν έτσι κι αλλιώς. Ο Kevin Lynch έγραψε ένα βιβλίο πάνω στον βανδαλισμό. Τον ενδιέφερε πολύ ο βανδαλισμός σαν μια αστική διαδικασία, οι βανδαλισμοί κάθε είδους. Τον μελέτησε στα '70, σε έναν βαθμό ώστε να καταλάβει πώς οι αρχιτέκτονες θα μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν και μερικώς επειδή τον ενδιέφερε η ίδια η λογική του. Θεώρησε πως οτιδήποτε ενέπλεκε τους ανθρώπους και το τεχνητό περιβάλλον, ακόμα και η καταστροφή του, ήταν κάτι το θεμιτό. Αν θες να δημιουργήσεις μια θεωρία συμμετοχικής αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας, ο βανδαλισμός φαίνεται να είναι η πιο συνηθισμένη και δημοφιλής μορφή συμμετοχής στο τεχνητό περιβάλλον, εξεγειρόμενος ενάντια στην απανθρωποποίησή του, με την συγκέντρωση της εργατικής τάξης στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων κλπ.
Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε μια στρατηγική ώστε να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον: θα έπρεπε να βανδαλίζουμε και να ανατρέπουμε τη συνθήκη της επιτήρησης και την μεσαία τάξη που τη στηρίζει. Το να κατεβάζεις τις προειδοποιητικές πινακίδες «ένοπλης αυτοάμυνας» [Σ.τ.μ. συνηθίζεται στην αμερικανική επαρχία, ιδιαίτερα στον νότο, μια εσκεμμένη παρεξήγηση της «νόμιμης αυτοάμυνας’, που εμφανίζεται σε πινακίδες στα χωράφια με επιγραφές όπως «Αν πατήσεις στην ιδιοκτησία μου, σε περιμένει μολύβι» κλπ.] από τα χωράφια τρελαίνει τους ανθρώπους... Όχι ότι η ένοπλη αυτή αυτοάμυνα θα πραγματοποιηθεί σίγουρα, αλλά οι άνθρωποι νιώθουν εξαιρετικά εξασφαλισμένοι έχοντας την πινακίδα εκεί. Αν τους την αφαιρέσεις νιώθουν πως όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος θα κινητοποιηθούν εναντίον τους, και πιθανό να δολοφονηθούν την επόμενη μέρα. Έχω ξεκινήσει μια σειρά από βανδαλισμούς μαύρων σκιάχτρων - που είναι ένα φαινόμενο αμερικάνικου σωβινισμού και ρατσισμού. Πρόκειται για φιγούρες μαύρων που τις βάζουν στα χωράφια, και είναι δημοφιλείς μεταξύ ανθρώπων που νοσταλγούν την παλιά φυλετική τάξη, όταν όλοι οι μαύροι ήταν υπηρέτες ή σκλάβοι. Όταν γύρισα στο Λ.Α. στα τέλη του '80 ανακάλυψα ότι υπήρχαν αρκετά τέτοια σε σπίτια στο Beverly Hills. Είναι κάτι στο οποίο μπορεί να εφαρμοστεί όλη η δημιουργική ενέργεια της νεολαίας: στο να βρεθούν τρόποι να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί η κοινωνία της επιτήρησης.
Στο κεντρικό σας ερώτημα δεν έχω καμία απάντηση. Έζησα στο Λονδίνο στα '80, αρκετά δυστυχισμένος και φτωχός, όπως είχα κάποιες σπουδαίες στιγμές. Ήμουν στη Fleet Street στην μάχη του Fortress Murdoch, όπου οι εργάτες των τυπογραφείων μάχονταν τους μπάτσους κάθε νύχτα... Υπέροχα πράγματα. Απέραντη ενέργεια στην πόλη. Έτσι, δεν με έλκει να γυρίσω πίσω και να δω τους ανθρώπους πειθήνιους και καθυποταγμένους. Το Λονδίνο είναι ένα μέρος όπου καταφτάνουν τόσοι άνθρωποι... Μετανάστες έρχονται για δουλειά, φοιτητές για να σπουδάσουν, μια συνεχής ροή ανθρώπων προς τα μέσα και προς τα έξω. Αναρωτιόμασταν αν αυτό έχει να κάνει με την καθυπόταξή του - ή αν, από την άλλη, προσφέρει πιθανότητες αντίστασης... Θα έλεγα ναι, αν και οι μετανάστες σήμερα είναι τόσο ριζοσπαστικά εκτεθειμένοι στο Λονδίνο όσο είναι και στις ΗΠΑ. Σε μια ομιλία μου προχθές προσπάθησα να εξηγήσω ότι δύσκολα μπορούμε να βρούμε μια άλλη στιγμή στην αμερικάνικη ιστορία που οι μετανάστες (περιλαμβανομένων των νομιμοποιημένων) να ήταν τόσο εκτεθειμένοι. Η κυβέρνηση του Bush υιοθετεί τη θέση ότι ακόμα και οι νόμιμοι μετανάστες δεν περιλαμβάνονται στην αμερικανική χάρτα των δικαιωμάτων ή στο σύνταγμα. Δεν απολαμβάνουν την προστασία της πολιτείας, τις αγγλοσαξονικές ελευθερίες κλπ. Γιγαντιαίες διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών έλαβαν χώρα πέρυσι στις ΗΠΑ εκφράζοντας την υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων, την αναγνώριση του δικαιώματος στην ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, αυτή η λογική στο Λονδίνο είναι σαφής: περισσότερο απ’ όσο η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο είναι η απόλυτη παιδική χαρά των πλουσίων. Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι κατακλύζουν το Λονδίνο, κι όχι την Ν.Υ.. Γίνεται το παν για να διαβεβαιώσουν ότι είναι ένας απόλυτα ασφαλής τόπος για να αφήσεις τα λεφτά σου. Το Λονδίνο έπαιζε πάντοτε αυτόν τον ρόλο, σε ένα βαθμό μιας και θεωρούταν ότι η Νέα Υόρκη είναι ο απόλυτος τέτοιος προορισμός. Το Λονδίνο αμφισβητεί αυτή την πρωτιά με μεγάλη ένταση, και η ειρωνεία πίσω από αυτό είναι ότι η ένταση αυτή είναι κατά ένα μέρος αποτέλεσμα της πολιτικής του Ken Livingstone.

Στη διάλεξή σου στο RIBA μίλησες για τις πόλεις, ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για το μέλλον, αναφορικά με το περιβάλλον. Θα μπορούσες να το εξηγήσεις λίγο;

Αναπόφευκτα, οδεύουμε προς έναν κόσμο όπου τουλάχιστον τα δύο τρίτα του πληθυσμού θα ζουν σε πόλεις. Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω τις ιδέες του Kropotkin για μια επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην αποκέντρωση... Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτής της σπουδαίας συζήτησης για τις εναλλακτικές πόλεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς ανάμεσα στα 1880 και στα 1930. Οι πόλεις είναι ο μόνος τρόπος να τετραγωνίσουμε τον κύκλο ανάμεσα στην απαίτηση της ανθρωπότητας για ισότητα και ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο σε έναν βιώσιμο πλανήτη. Η εναλλακτική για την ολοένα και εντονότερη ιδιωτική ή ατομική κατανάλωση είναι η δημόσια πολυτέλεια της πόλης. Είμαι πολύ επηρεασμένος από τις ιδέες των κονστρουκτιβιστών προερχόμενων από τη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα. Ήρθαν αντιμέτωποι με το γεγονός ότι η Ρωσία δεν είχε τις δυνατότητες να χτίσει πολυτελείς κατοικίες για την εργατική τάξη, αλλά θα την παρηγορούσαν με τη δημιουργία των πιο υπέροχων, ουτοπικών δημοσίων χώρων. Κάθε εργοστάσιο θα είχε κι ένα μεγάλο αθλητικό κέντρο, έναν κινηματογράφο ή μια βιβλιοθήκη. Οι δημόσιοι χώροι δεν θα κάλυπταν μόνο τις κοινές ανάγκες, αλλά θα παρήγαγαν και θα ικανοποιούσαν και νέες. Είναι διαφορετικό να είσαι μόνος σου στο σπίτι με μια απεριόριστη πορνογραφία στο ίντερνετ και αρκετά διαφορετικό να είσαι νέος, στην πλατεία ή στο δημόσιο χώρο μαζί με ανθρώπους της ηλικίας σου και όλες τις πιθανότητες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο...
Στην ουσία της, η πόλη είναι η οικονομία της κλίμακας: παράγει τις πιο ολοκληρωμένες σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Παράγει ένα δημόσιο ή κοινωνικό πλούτο που δεν αποτελεί απλά υποκατάστατο της ιδιωτικής κατανάλωσης ή του ιδιωτικού πλούτου, αλλά επίσης τη βάση για ανάγκες που δεν μπορούν να υπάρξουν ή να εκπληρωθούν στον καπιταλισμό. Αν οι άνθρωποι είχαν δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε ολόκληρη την πορνογραφία που μπορείς να καταναλώσεις σε μια ζωή και στο φλερτάρισμα με ανθρώπους σε μια τεράστια πισίνα, τι θα επέλεγαν; Αυτός είναι ο πλούτος της πόλης. Ο Patrick Geddes, ο μεγάλος στοχαστής της πολεοδομίας από το Εδιμβούργο και φίλος του Kropotkin, ήταν ο πρώτος που είδε ότι η ανάπτυξη της πόλης και η ευάλωτη κατάσταση στην ενδοχώρα της είναι αλληλένδετες, ότι η πολεοδομική πυκνότητα υποστήριζε την διατήρηση του ανοιχτού χώρου και εξυπηρετεί τη φύση. 'Ήταν ο πρώτος που επεξεργάστηκε σοβαρά την πολιτική των υποδομών και της ανακύκλωσης, της μη-εξαγωγής των σκουπιδιών, της βιωσιμότητας... Που είδε ότι υπήρχε μια σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν αυτός που πήγε στην Ινδία με τον βρετανικό στρατό ερευνώντας τα συστήματα υγιεινής στη χώρα. Οι Ινδοί είχαν λύσει τα προβλήματά τους - ξέρουν τι να κάνουν με τα σκατά τους. Το πρόβλημα το έχουν αυτοί που θέλουν να τα ρίχνουν στο νερό! Ιδού η άμεση σύνδεση μεταξύ του Geddes και του Kropotkin και μια ολόκληρη, μερικώς χαμένη αναρχική παράδοση για την αυτο-οργάνωση του αστικού πεδίου, τις αυτοδιευθυνόμενες πόλεις και την περιβαλλοντική λειτουργία των πόλεων. Δεν υπάρχει άλλη πιθανή λύση: Η Γη δεν θα σωθεί από συλλογές υπογραφών. Η οικοδόμηση πόλεων που είναι πραγματικές πολιτείες με τη βαθειά έννοια του όρου είναι η λύση. Η δημιουργία μιας ισοτιμίας της ευχαρίστησης και της δημόσιας πολυτέλειας είναι η λύση. Και η αναγνώριση ότι η κατανάλωση έχει μετατραπεί σε μια πανούκλα που δηλητηριάζει εμάς και τα παιδιά μας.
Το 1934 ήρθε στο τέλος της μια συζήτηση κι ένας ελεύθερος στοχασμός για μια εναλλακτική πολεοδομία σε όλο το φάσμα, από την εγκατάλειψη των πόλεων και την επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην ύπαιθρο, μέχρι σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στη Σοβιετική Ένωση, τα οράματα των υπερ-πόλεων. Υπάρχει ένα φορτίο τεράστιου πλούτου στη δημιουργική ουτοπική σκέψη για την πολεοδομία που πρέπει να επανακτηθεί. Δεν είναι απλά το προϊόν στοχαστών και σχεδιαστών, σχεδίων και μελετών εργασίας των κυβερνήσεων, αλλά σύλληψης της ατομικής δραστηριότητας των παρειών της πόλης και των φτωχών, του καθένα.
Μιλώντας για τους Πρόβος στο Άμστερνταμ, τους καταστασιακούς κλπ... Το πρόβλημα είναι συνήθως η χρήση του αστικού πεδίου από πρωτοποριακές ομάδες, ανθρώπους που προσπαθούν να συντηρήσουν παραδοσιακές μποέμ καταστάσεις: πρόσφυγες, καταληψίες, καλλιτέχνες... Κάνοντας ασυνείδητα τη δουλειά της ανάπλασης και των επιχειρήσεων real estate. Στο Λος Άντζελες, παρά τους ωκεανούς χρημάτων που έχουν ριχτεί στο κέντρο (το Λ.Α. έχει ένα από τα πιο απάνθρωπα κέντρα του κόσμου), η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να το ενσωματώσει. Το σημείο καμπής ήταν όταν οι φοιτητές μου της αρχιτεκτονικής και μερικοί φτωχοί καλλιτέχνες πρόθυμοι να ζήσουν μαζί με άστεγους ανθρώπους ξεκίνησαν να ζουν σε διαμερίσματα εκεί. Τελικά κατάφεραν να δημιουργήσουν ευχάριστα μέρη. Το αποτέλεσμα: εστιατόρια και μπαρ άρχισαν να ανοίγουν, όπως στην κάτω ανατολική πλευρά της Ν.Υ. ή στο Σόχο του Λονδίνου. Οι τιμές τινάχθηκαν στα ύψη, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πετάχτηκαν έξω και γιάππηδες ήρθαν, μετατρέποντας την περιοχή σε στέκι πλουσίων. Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα μιας και όταν έχεις μια δημιουργική κοινότητα ή ένα δίκτυο νέων ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν στην πόλη με έναν διαφορετικό τρόπο μπορούν παρά τη θέλησή τους να γίνουν υπηρέτες της ανάπλασης.
Η ρεφορμιστική πολιτική δεν έχει να πει τίποτα πάνω σε αυτό. Δεν υπάρχει καμιά ρεφορμιστική κυβέρνηση πουθενά στον κόσμο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα της πολεοδομικής ανισότητας, μιας και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τις αξίες των οικοπέδων, της γης κλπ. Μέχρι να μπορούμε να μιλήσουμε για τσάκισμα των εγκληματικών αξιών της γης ή για κοινωνικοποίηση της γης ή για συστήματα περιορισμένης ισότητας στη γη, δεν μπορούμε να ελέγξουμε την πόλη, δεν μπορούμε να πετύχουμε καμία πραγματική ισότητα μέσα της.