Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ποιοι είναι οι κομμουνιστές; Δεν είμαστε εμείς κομμουνίστριες;[1]

Της ομάδας qv
Αναδημοσίευση από http://www.qvzine.net/

Το κείμενο παρουσιάστηκε στην συζήτηση με θέμα: «Προσεγγίσεις για την επανανοηματοδότηση του κομμουνισμού», στα πλαίσια του φεστιβάλ-συνεδρίου communismos στην κατάληψη φάμπρικα υφανέτ, την Κυριακή 29 Μαϊου 2011, στις 16.00.

Στο κείμενο «Φεμινισμός και πολιτικές των κοινών»[2], η Silvia Federici εισηγείται την έννοια των κοινών ως τη λογική και ιστορική εναλλακτική απέναντι στο κράτος, την ιδιοκτησία και την Αγορά. Συζητώντας τις προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρούνται για την ύπαρξη των κοινών, εστιάζει στην κοινοτική κουλτούρα που ανέπτυξαν οι γυναίκες ως τα ιστορικά υποκείμενα της αναπαραγωγικής εργασίας και αναφέρει παραδείγματα οικειοποίησης των μέσων αναπαραγωγής εκ μέρους των γυναικών. Ακολουθώντας το νήμα του μαρξιστικού φεμινισμού που ανέδειξε τη σημασία της αναπαραγωγικής εργασίας κάνοντας την ορατή ως αναπαραγωγή του εργάτη, η Federici αντιστέκεται, παρόλα αυτά, στην πολιτικοποίηση της θέσης των γυναικών που ταυτοποιήθηκαν με την ιδιωτική σφαίρα και τις συνέπειες αυτού του εγκλωβισμού. Η ανάγνωση και ανάδειξη των συλλογικών εμπειριών αγώνων των γυναικών μετατοπίζει συμβολικά την αξία της αόρατης οικιακής εργασίας. Από εκεί και πέρα, η πρόταση της Federici να αναλάβουν οι γυναίκες ηγετικό ρόλο στην κολλεκτιβοποίηση του σπιτιού γιατί, όπως χαρακτηριστικά γράφει «δεν πρόκειται για ζήτημα ταυτότητας, αλλά εργασίας και ασφάλεια» κι έτσι «δεν αποτελεί παραχώρηση σε μια φυσιοκρατική αντίληψη της θηλυκότητας» αναπαράγει την έμφυλη τάξη και κατά συνέπεια τις τραυματισμένες προϋποθέσεις ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στο κοινωνικό και πολιτικό σώμα. Κι έτσι, ενώ η δημοσιοποίηση της πολιτικής σημασίας της ιδιωτικής σφαίρας θα μπορούσε να είναι μια διαδικασία απεγκλωβισμού, γίνεται άλλη μια νόρμα κανονικοποίησης και κατά συνέπεια καταπίεσης. Το γεγονός ότι απομυστικοποιήθηκε η συμβολή των οικιακών εργασιών στην κεφαλαιοκρατική διαδικασία δεν εξηγεί καθόλου γιατί οι γυναίκες να συνεχίσουν να μένουν στο σπίτι ή γιατί επιφορτίστηκαν με τις οικιακές εργασίες εξαρχής. Δεν εξηγεί το φύλο της σχέσης αυτής. Η ανάγνωση αυτή μιλώντας για τις γυναίκες κρύβει ότι δε μιλάει για το πολιτικό σύστημα του φύλου. Είναι και οι νοικοκυρές εργάτριες, σύμφωνοι. Αλλά γιατί νοικοκυρές είναι οι γυναίκες;
Στο κείμενο της ομάδας Aufheben «Από τον εργατισμό στον αυτόνομο μαρξισμό»[3], διαβάζουμε: «η ανάδυση των γυναικών ως συλλογικού υποκειμένου που στοχεύει στην κοινωνική αλλαγή συνεισέφερε στον επαναπροσδιορισμό της ταξικής ανάλυσης του Εργατισμού. Για κάποιους μες στην Αυτονομία, οι φεμινίστριες αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια του νέου κοινωνικού υποκειμένου – του “κοινωνικού εργάτη”». Στη συνέχεια οι συγγραφείς σπεύδουν να σχετικοποιήσουν τη θέση αυτή. Οι γυναίκες διαχωρίζονται σε αυτές που προέρχονται από χαμηλότερα οικονομικά στρώματα σε σχέση με τις πιο προνομιούχες. Το απόσπασμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αν δε στηρίζεται σε μια ταξική ανάλυση, η έμφαση στους αγώνες των γυναικών ως τέτοιων ρισκάρουν τον καριερισμό ή την ιδεολογία. Κι αν σύμφωνες με τον αναστοχασμό που έχει σημειωθεί στους φεμινισμούς μας δε διαχωριζόμαστε από την ταξική αυτή ανάλυση, πέρα από αυτή εμείς διαβάζουμε επίσης την ανδρική λογική αυτής που κρίνει ότι κάποιες γυναίκες θα εισέλθουν στο προλεταριάτο χωρίς να αλλάξουν τίποτα σ’ αυτό, χωρίς να πουν σε όσους τις κρίνουν και πάλι ότι οι ίδιοι είναι άνδρες, λευκοί, ετεροφυλόφιλοι. Μήπως ταυτόχρονα οι ίδιοι οι ταξικοί αγωνιστές με έναν τρόπο αναρωτιούνται πότε έκαναν οι γυναίκες πολιτική;
Στην παρέμβαση αυτή θέλουμε να συζητήσουμε τα δύο αυτά σημεία που δείχνουν την περιορισμένη και περιοριστική εστίαση των αφηγήσεων αυτών για την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής, της αντιιεραρχίας, της ισότητας, της ελευθερίας. Επιδιώκουμε να κοιτάξουμε μέσα από την ιστορία μας, από τα περιθώρια δηλαδή της ιστορίας, όχι μόνο όσες αποκλείστηκαν από το κέντρο, αλλά ποιες κοινωνικές σχέσεις, ποιος τρόπος σκέψης, αντίληψης, αίσθησης κατασκεύαζε τον αποκλεισμό τους. Για να πολιτικοποιήσουμε τις θέσεις υποκειμένων και τις διαδικασίες παραγωγής τους, τις ζωές που είναι/γίνονται αόρατες, απαξιωμένες, απολίτικες, τις φωνές που δεν ακούγονται, τις αφηγήσεις που καλύπτονται από άλλες αφηγήσεις και να ισχυριστούμε ότι ο ορίζοντας του κοινού δεν μπορεί παρά να υποστασιοποιείται και να αναδιευθετείται διαρκώς σε σχέση με αυτές τις θέσεις μάχης και με όσες δεν έχουμε φανταστεί ακόμα ότι μπορεί και να υπάρχουν ήδη ή να προκύψουν από την ίδια μας τη δράση που είναι πάντα και αλληλεπίδραση.
Αυτό που η φεμινιστική παραγωγή των δεκαετιών του '70 και του '80 συνέλαβε δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα της αναπαραγωγικής εργασίας που καθιστούσε δυνατή την παραγωγικότητα των ανδρών εργατών, αλλά το σύστημα εκείνο που παράγοντας διαχωρισμένα τα κοινωνικά φύλα κάνει να φαίνεται αυτονόητο το σύστημα εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Έτσι, «πολλές φεμινιστικές τοποθετήσεις το διάστημα εκείνο επιδίωκαν όχι μόνο να ταυτοποιήσουν την οικογένεια ως τμήμα του τρόπου παραγωγής, αλλά να δείξουν πώς η ίδια η παραγωγή του κοινωνικού φύλου [gender] πρέπει να νοηθεί ως τμήμα της “παραγωγής των ίδιων των ανθρώπινων όντων”, σύμφωνα με κανόνες που αναπαρήγαγαν την ετερόφυλα κανονιστική οικογένεια».[4] Στο εμπνευσμένο κείμενο της Gayle Rubin «Το εμπόριο των γυναικών: σημειώσεις για την πολιτική οικονομία του φύλου»[5] παρέχεται μια αναλυτική περιγραφή των κοινωνικών εκείνων σχέσεων που παράγουν τα ανθρώπινα όντα ως έμφυλα κοινωνικά υποκείμενα, δηλαδή ως άνδρες και γυναίκες. Γράφει: «Ο Μαρξ κάποτε ρώτησε: "Τι είναι ένας νέγρος σκλάβος; Ένας άνδρας της μαύρης φυλής. Η μια εξήγηση είναι τόσο καλή όσο και η άλλη. Ένας νέγρος είναι ένας νέγρος. Γίνεται σκλάβος μόνο μέσα από ορισμένες σχέσεις. Μια κλωστική μηχανή για βαμβάκι είναι μια μηχανή που κλώθει βαμβάκι. Γίνεται κεφάλαιο μόνο μέσα σε ορισμένες σχέσεις. Αν την απομακρύνουμε απ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι κεφάλαιο περισσότερο απ' ότι ο χρυσός είναι από μόνος του χρήμα ή η ζάχαρη είναι η τιμή της ζάχαρης” (Μαρξ, 1971b:28). Παραφράζω: Τι είναι μια οικόσιτη γυναίκα; Ένα θηλυκό του ανθρώπινου είδους. Η μια εξήγηση είναι τόσο καλή όσο και η άλλη. Μια γυναίκα είναι μια γυναίκα. Γίνεται οικόσιτη, σύζυγος, περιουσιακό στοιχείο, κουνελάκι, πόρνη ή ένα ανθρώπινο φερέφωνο μέσα από ορισμένες σχέσεις. Αν την απομακρύνουμε απ’ αυτές τις σχέσεις, δεν είναι πια η βοηθός του άνδρα περισσότερο απ’ ότι ο χρυσός είναι από μόνος του χρήμα κ.λπ. Ποιες είναι οι σχέσεις μέσα από τις οποίες ένα θηλυκό γίνεται μια καταπιεσμένη γυναίκα;» Ο ίδιος ο Μαρξ στους υπαινιγμούς του για τα ηθικά και πολιτισμικά στοιχεία που προσδιορίζουν τι σημαίνει για διαφορετικούς εργάτες η αναπαραγωγή, συνάντησε τα όριά του. Όπως και κάθε ανάγνωση που περιορίζεται στη σκοπιά ανάλυσης των ταξικών σχέσεων. Η Ρούμπιν ανέδειξε ότι για την κατανόηση των σχέσεων αυτών η ταξική ανάλυση δεν επαρκεί. Τα συστήματα συγγένειας καθορίζουν το σύστημα του φύλου, το σύστημα του φύλου συγκροτεί την τάξη. Η σχέση κεφάλαιο επιβιώνει πατώντας πάνω σε υποδομές/συστήματα που έχουν παράγει αντιλήψεις για την «καλή ζωή», για τις «βασικές ανάγκες», για το τι έχει αξία και τι όχι, για το τι συνιστά άτομο, επιθυμία, σχέση, βία, εξουσία. Το ερώτημα «τι προηγείται;» είναι αναλυτικά προβληματικό. Κατά την επισήμανση της Butler , οι λόγοι που επικαλούνται μια ορθόδοξη ενότητα έναντι του «κατακερματισμού» που προτείνουν τα κινήματα ταυτοτήτων, συγχέουν τη διαφορά μεταξύ των ταυτοτήτων με τη διαφορά που κάνει τις ταυτότητες αυτές δυνατές. Η απάλειψη αυτής της διαφοράς ισοδυναμεί με την εξημέρωση, την υποταγή, την απαξίωση, τον αποκλεισμό όλων αυτών σε βάρος των οποίων γίνεται η διάκριση των πολιτικών συστημάτων από την πλευρά της κυριαρχίας. Η απάλειψη αυτής της διαφοράς και η αναγωγή ενός μέρους των σχέσεων εξουσίας στο «όλον» είναι λάθος. Με άλλα λόγια η ταξική διαφορά δεν μπορεί να καθίσταται ως η κύρια ή πρωτεύουσα διαφορά. Όχι μόνον γιατί κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται αναλυτικά και εμπειρικά –δεν υπάρχει δηλαδή «κύρια ή πρωτεύουσα» διαφορά έξω από συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα– αλλά και επειδή, ακόμη περισσότερο, σηματοδοτεί πλέον ως συμβολισμός μια μη συγκρουσιακή με το υπάρχον τοποθέτηση, μία μάλλον αντιδραστική κατεύθυνση αντιπαράθεσης που δεν απειλεί ιδιαίτερα ούτε το κεφάλαιο, ούτε γενικότερα την τάξη των πραγμάτων όπως αυτά είναι τακτοποιημένα στο πλαίσιο της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας. Επίσης μία τέτοια θέση απλώς αναπαράγει την ισχύ της αλληλοδιαπλοκής των πολιτικών συστημάτων εφόσον –εμμένοντας στην ανάδειξη ενός τμήματος των σχέσεων εξουσίας– συγκαλύπτει και συσκοτίζει τις συνθήκες παραγωγής αυτών των σχέσεων, ή αλλιώς, τις φυσικοποιεί.
Σε αυτή τη συντηρητική γραμμή σκέψης, το φύλο αναφέρεται πάντα σε σχέση με τις γυναίκες, οι γυναίκες σε σχέση με το φύλο. Η σεξουαλικότητα σε σχέση με τους γκέι και τις λεσβίες, οι γκέι και οι λεσβίες σε σχέση με τη σεξουαλικότητα. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν αναφέρονται και δεν αναγνωρίζονται στην πολιτική σκέψη και θεωρία. Η «πόλη» βρίσκεται όπου δεν είμαστε εμείς. Η «πόλη» είναι των ετεροφυλόφιλων ανδρών. Αυτό λέγεται κάθε φορά που οι γυναίκες είναι το πρόβλημα και όταν τίθεται το ερώτημα του πώς θα ενταχθούν κι αυτές στη δημόσια σφαίρα. Οι άλλοι πώς εντάσσονται στη δημόσια ζωή αλήθεια; Πώς έχουν ήδη ενταχθεί; Πώς θεωρούνται αυτονόητα ενταγμένοι; Με λίγα λόγια πώς γίνονται άνδρες; Πώς κατασκευάζονται και διακρίνονται αυτά τα υποκείμενα για τα οποία θεωρείται εκ των υστέρων αυτονόητο ότι η πολιτική είναι ταυτόσημη με τη φύση τους; Τι θα συμβεί στις δομές των κινηματικών λόγων αν αναδείξουμε ότι δεν έχουν μόνο οι γυναίκες φύλο, αλλά και οι άνδρες και η πολιτική;
Η υπαγωγή του φύλου στην τάξη, όπως και της φυλής, της σεξουαλικότητας κ.λπ., αμβλύνει και αποσιωπά εκείνες τις μορφές καταπίεσης και ιεραρχίας που περιγράφονται από τους τρόπους που βιώνεται η τάξη υπό την έμφυλη ή φυλετική διάκριση. Επιπλέον, αδυνατεί να περιγράψει τους τρόπους με τους οποίους παίρνουν υπόσταση όλες αυτές οι κοινωνικές κατασκευές της φυλής, του φύλου, της ηλικίας, της τάξης, του σώματος, της αναπηρίας, της σεξουαλικότητας, της υγείας που εφόσον δεν αποτελούν ουσίες, επιστρατεύονται η μία ενάντια στην άλλη, για να επικυρώσουν την ισχύ η μία της άλλης. Μια που δεν πρόκειται για φυσικές κατηγορίες, αλλά για κοινωνικές κατασκευές, δεν υπάρχει νόημα και εξουσία έξω από αυτές τις σχέσεις. Η μία αποτελεί το σύμπτωμα, τη μεταφορά, την απόδειξη της ύπαρξης της άλλης. Είναι απολύτως απαραίτητο για την ανάλυσή μας να διακρίνουμε τις κατηγορίες αυτές μεθοδολογικά, προκειμένου να δούμε πώς οι κατηγορίες αυτές συγκροτούν η μία την άλλη σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες – από την άλλη πρέπει να αποφύγουμε την δημιουργία ενός απλουστευτικού μοντέλου τριπλής, τετραπλής ή πενταπλής καταπίεσης που μετρά τα προνόμια και τα επαναστατικά υποκείμενα [6] (π.χ. γυναίκα, μετανάστρια, μαύρη, λεσβία, εργάτρια).
Μια συζήτηση για την υγεία θα μπορούσε να αφορά τις οικονομικές δυνατότητες πρόσβασης των ανθρώπων στις υπηρεσίες περίθαλψης. Ή θα μπορούσε να συζητά σώματα εργαζομένων εκτεθειμένα περισσότερο ή λιγότερο στην αρρώστια. Ή θα μπορούσε να αφορά την πρόσβαση κάποιων ανθρώπων που βιώνουν το φύλο τους εκτός του διχοτομικού συστήματος που παράγει «άνδρες» και «γυναίκες», σε υπηρεσίες που παρέχουν τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουν τα έμφυλα χαρακτηριστικά του σώματός τους. Μιλάμε για πλούσιους ή φτωχούς ανάπηρους, αλλά και για βαριά ή λιγότερο ανάπηρους, μια τάξη μεγέθους τόσο σχετική, που κρίνεται σε σχέση με τις δυνατότητες φροντίδας που επιλέγει να παρέχει μια κοινωνία, ώστε να κάνει μια ζωή βιώσιμη και έχουσα σημασία, αν θεωρεί ότι αξίζει να είναι βιώσιμη και να έχει σημασία. Σε ένα άλλο πλαίσιο «κάποιες κατηγορίες κατώτερων ανδρών θεωρούνται ως “εκθηλυμένοι” σε ορισμένες ή σε όλες τις πτυχές της ύπαρξής τους – το πιο αντιπροσωπευτικό τέτοιο παράδειγμα είναι οι θηλυπρεπείς γκέι άνδρες. Άλλοι, όπως οι (ετεροφυλόφιλοι) αφροαμερικάνοι των ΗΠΑ, αναπαρίστανται ως υπερ-αρρενωποί με διάφορους τρόπους. Ταυτόχρονα, η αναπαράστασή τους είναι ελλιπώς αρρενωπή επειδή περιέχει “πολύ” από το φυσικό, το ζωώδες κλπ.»[7]. Στις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων, στις σχέσεις μεταξύ ανδρών, οι τρόποι μέσω των οποίων αναπαρίσταται η αρρενωπότητα ως πολιτισμική κατασκευή αποκτούν κεντρική σημασία σε αγώνες που αφορούν στην ισότητα και στην αναγνώριση – που αφορούν δηλαδή στο πρακτικό σχήμα που παίρνει η αντίληψή μας για το τι συνιστά κοινωνική δικαιοσύνη και πώς αυτή κερδίζεται. Οι ανισότητες δεν παράγονται απλώς και μόνο ως συνέπεια ταξικών διακρίσεων. Αυτό που διακυβεύτηκε στο πογκρόμ των Ελλήνων εναντίον των Αλβανών το 2004, ήταν και το ποιος ήταν καλύτερος άνδρας, ο Έλληνας ή ο Αλβανός με τα περίφημα συνθήματα («είναι βαριά η πούτσα του τσολιά»). Αγνοώντας την αλληλοδιαπλοκή διαφόρων σημείων – βλέπε «εθνική ανωτερότητα/αρρενωπή υπεροχή/καλή θέση στην παραγωγή» αδυνατούμε να κατανοήσουμε τι κατασκευάζει κάποιον/κάποια ως αυτόν/αυτή που αξίζει να είναι εργάτης, υποδεέστερος, αόρατος.
Πριν και πάνω απ’ όλα, αυτό που επισημαίνουμε στην πολιτική μας είναι ότι η εξουσία είναι μέσα μας. Το κείμενο αυτό επιχειρηματολογεί ενάντια στις διακρίσεις των προνομίων, την ίδια στιγμή που η κατανόησή του προϋποθέτει το ταξικό και πολιτισμικό προνόμιο της μόρφωσης. Κι ενώ οι συγγραφείς του εμφορούνται ειλικρινά από τις αρχές της αντιιεραρχίας, η δομή του αναπαράγει αυτές τις ανισότητες.
Εκτιμούμε ότι η ιδεολογική ηγεμονία κάποιων κινηματικών λόγων έχει αποκλείσει άλλες δυνατότητες να γίνουν ορατές ταυτότητες, άρα και σχέσεις άρα και κοινότητες αγώνα, οι οποίες υπάγονται στερεοτυπικά και ασφυκτιούν σε κυρίαρχα σχήματα που ως πεδία λόγου ορίζονται διαρκώς από τους άλλους. Αυτοί που εγκαθίστανται από τα ίδια πεδία λόγου σε θέση περισσότερο προνομιούχα θα έπρεπε να είναι πιο ενσυνείδητοι στον τρόπο που οι λόγοι και τα πεδία εξουσίας τους κατασκευάζουν σε σχέση με τους άλλους στους οποίους έχουν προβάλει τους φόβους τους για την απώλεια ελέγχου της πλεονεκτικής τους θέσης. Η εξουσία είναι φαντασιακή, δεν υπάρχει πριν από τα αποτελέσματα που δημιουργούν οι εσωτερικευμένοι μας θεσμοί. Υπάρχουν ξεκάθαρα τα αποτελέσματά της, τα οποία επιχειρούν συστηματικά να μας πείσουν ότι υπάρχουν πριν και έξω από μας, όσο αυταπατόμαστε ότι αρκεί να νικήσουμε για να απαλειφθούν τα βίαια αυτά αποτελέσματα, χωρίς να απελευθερωθούμε από αυτές τις ιστορίες κατάκτησης και ελέγχου και να αυτοθεσμιστούμε παράγοντας ασταμάτητα νοήματα αγώνων.


[1] Ο τίτλος αυτού του κειμένου έχει στα αλήθεια πολλές συνδηλώσεις. H Sojourner Truth, μία απελευθερωμένη σκλάβα, το 1851 μιλάει σε ένα συνέδριο γυναικών στην αμερική. Η ομιλία της έχει τίτλο «Δεν είμαι εγώ γυναίκα;» («Ain't I a woman?»). Αναρωτιέται δηλαδή αν η δική της εμπειρία, η δική της ζωή ως γυναίκας, μαύρης, απελευθερωμένης σκλάβας, ανήκει στις εμπειρίες καταπίεσης που αναδείκνυε το τότε κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών, στο οποίο πρωτοστατούσαν λευκές μεσοαστές ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Ο λόγος αυτός θα μείνει στην ιστορία για να συμβολίσει την ανάδειξη της μη ένταξης στο γυναικείο κίνημα φωνών που δεν ακούγονταν, υποκειμένων που έμεναν αόρατα και παράλληλα την διεκδίκηση να ανοιχτεί χώρος μέσα σε αυτό το κίνημα για να χωρέσουν κι άλλες εμπειρίες. Πολλά χρόνια πέρασαν από τότε.
Το 2009, οργανώνεται στο Λονδίνο το συνέδριο «On the idea of communism» από το Birkbeck Institute for the Humanities (Zizek, Douzinas, κ.τ.λ.). Οι σύνεδροι είναι σχεδόν αποκλειστικά άντρες. Την πρώτη μέρα του συνεδρίου, κυκλοφορεί σε μορφή παρέμβασης ένα εναλλακτικό (φανταστικό) πρόγραμμα, όπου οι σύνεδροι είχαν αντικατασταθεί από φεμινίστριες και οι τίτλοι των παρουσιάσεων είχαν διαμορφωθεί αναλόγως. Στο φανταστικό αυτό πρόγραμμα, συμμετείχαν (με φανταστικούς τίτλους ομιλιών) η Angela Davis («Γυναίκες, Φυλή και Τάξη»), η Lynne Segal («Τι έκανε ο φεμινισμός στον κομμουνισμό»), η Silvia Federici («Δημιουργώντας κοινότητες φροντίδας»), η Vandana Shiva («Οικοφεμινισμός και η αμφισβήτηση του δυτικού κομμουνισμού»), η Sheila Rowbotham και Huw Beynon («Κομμουνιστές χωρίς κομμουνισμό»), η Donna Haraway («Διασπισιστικός κομμουνισμός») κ.α. Το φανταστικό συνέδριο έκλεινε με την ομιλία της bell hooks, μιας μαύρης αμερικανίδας φεμινίστριας, με τίτλο «Δεν είμαι εγώ κομμουνίστρια;», παραπέμποντας στην ομιλία της Sojourner Truth και κριτικάροντας την απουσία φεμινιστικών προσεγγίσεων από το συγκεκριμένο συνέδριο.
[2] Silvia Federici, 2011, «Φεμινισμός και πολιτικές των κοινών».
[3] Aufheben, 2003, «Από τον εργατισμό στον αυτόνομο μαρξισμό».
[4] Judith Butler , 1998, «Ο μαρξισμός και το απλώς πολιτισμικό», στις Θέσεις, τεύχος 93.
[5] Gayle Rubin, 1975, «Το εμπόριο των γυναικών: σημειώσεις για την πολιτική οικονομία του φύλου».
[6] Daniel Mang, «Φυλή, τάξη και αντιφάσεις της αρρενωπότητας», στο qv, τεύχος 4.
[7] ό.π.


ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Παρουσίαση τεύχους-συζήτηση
«αρρενωπότητες: ιστορίες για το φύλο και άλλες σχέσεις εξουσίας»
στο αυτόνομο στέκι (ζωοδόχου πηγής 95-97 και ισαύρων)
την πέμπτη 9 ιουνίου 2011, στις 19.30.


Στο μεταξύ μπορείτε να κάνετε κλικ κλικ κλικ και να βρείτε το τεύχος σε ηλεκτρονική μορφή: http://qvzine.net/qv4/qv4_home.htm

Φτιάχνοντας Κινήματα - Οργανώνοντας Κοινότητες. Σεξουαλικότητα -Πρακτικές - Θεωρίες - Στρατηγικές και Συλλογικά εγχειρήματα

Εισήγηση της συνέλευσης του Φεστιβάλ What Queer Fest? στο Αυτόνομο Στέκι, Κυριακή 28-11-2010

Η συνέλευση του φεστιβάλ αποτελείται από ανθρώπους που έχουν συμμετάσχει σε διάφορες πολιτικές τάσεις του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος, αν και αναγνωρίζουμε ότι το τι είναι και το πώς συγκροτείται ακριβώς αυτό το τελευταίο αποτελεί και αντικείμενο συζήτησής μας σήμερα. Η σχέση μας με τις ταυτότητες και παράλληλα η κριτική μας σε αυτές, πολιτικές ή άλλες, είναι πολυσήμαντη και αυτό συγκροτεί εν μέρει και την πολιτική μας αντίληψη ως συνέλευση. Οι περισσότεροι/ες από εμάς έχουμε αναπτύξει πολιτικές οπτικές και δράση μέσα σε συλλογικότητες που έχουν ως κομμάτι της δουλειάς τους, άξονα θεματικό ή αφετηρία το φύλο, τη σεξουαλικότητα και το πώς αυτά διαπλέκονται με τις σχέσεις εξουσίας, την κυριαρχία, τα πολλαπλά συστήματα καταπίεσης. Συμφωνούμε επίσης στο ότι μας ενδιαφέρει η πολιτική πολυφωνία και μια συνεχής (αυτο-)κριτική εξέταση των στόχων, των θεωριών, των προτεραιοτήτων, των στρατηγικών μας. Με άλλα λόγια μας ενδιαφέρει πολιτικά να συζητήσουμε μεταξύ μας για το πώς παράγονται οι πολιτικές σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα και πώς αυτές επηρεάζουν δυνάμει τα κινήματα και τις κοινότητες τις οποίες χτίζουμε.
Οι συλλογικότητες που έχουν καλεστεί σήμερα εδώ είναι ενεργές στην αθήνα, την θεσσαλονίκη και την πάτρα. Είναι ομάδες που έχουν σε κάποιο βαθμό διαμορφώσει το τοπίο τα τελευταία δέκα χρόνια σε σχέση με τις πολιτικές απόψεις των χώρων μας και τους αναγνωρίζουμε ότι έχουν ανοίξει το πεδίο για καινούριες θέσεις και αναζητήσεις σε σχέση με το φύλο, τη σεξουλικότητα και το κυρίαρχο σύστημα εννοιολόγησής τους. Η επιλογή των ομάδων δεν ήταν βέβαια τυχαία. Πρόκειται για συλλογικότητες με τις οποίες αισθανόμαστε οικειότητα με την έννοια ότι είτε έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη δουλειά τους ή έχουμε βρεθεί δίπλα τους σε κοινά πράγματα στο δρόμο, ή έχουμε συζητήσει αρκετά μαζί τους, ή τέλος, μέλη της συνέλευσης του φεστιβάλ είναι και μέλη αυτών των συλλογικοτήτων. Τις ευχαριστούμε που δέχτηκαν να συμμετέχουν σε αυτή τη συζήτηση και την προετοιμασία που έχουν κάνει, για εμάς αυτό αποτελεί ενθάρρυνση και κυρίως αναγνώριση του φεστιβάλ ως έναν χώρο όπου η συζήτηση, ο γόνιμος διάλογος ή η εποικοδομητική διαφωνία είναι δυνατά.
Στόχος αυτής της κουβέντας είναι η ανταλλαγή εμπειρίας, καθώς πιστεύουμε ότι η ανάλυση και ο αναστοχασμός μπορεί να αναδείξει τόσο το βάθος όσο και την πολυμορφία των πολιτικών μας πρακτικών και των θεωρητικών μας σχημάτων. Θα προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε το πλαίσιο έτσι ώστε να αποτυπωθούν προβληματισμοί και διαφωνίες, ιδέες για τις επιλογές και τις θεωρητικές μας αναφορές. Πιστεύουμε ότι μια τέτοια ανταλλαγή θα παράγει γνώση μέσω της ανάδειξης των διαφορετικών σκεπτικών.
Από μεριάς μας θα θέλαμε να μιλήσουμε συνοπτικά για κάποια από τα σημεία που ανταποκρίνονται στο πώς οργανώθηκε το φεστιβάλ, τα οποία αποτελούν και κεντρικές πολιτικές θεωρήσεις και πρακτικές της νέας αυτής συνέλευσης. Τα περιεχόμενα της πολιτικής που κάνουμε γύρω από το φύλο και τη σεξουαλικότητα ελπίζουμε να φάνηκαν κατά την διάρκεια των τελευταίων δύο ημερών, οπότε στη συζήτηση αυτή θα επικεντρωθούμε πιο πολύ στην διαδικασία παραγωγής αυτών των περιεχομένων.

Αυτομόρφωση
Ένας κεντρικός άξονας στο πώς οργανωνόμαστε είναι το μέσα από ποιες διαδικασίες επιλέγουμε να έρθουμε κοντύτερα στον να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τον κόσμο γύρω μας. Δεδομένου ότι όλες και όλοι έχουμε συνηθίσει σε μια παθητική διαδικασία μόρφωσης όπου δεν υπάρχει ισότιμη συμμετοχή εκείνων που προσλαμβάνουν τη γνώση, και ο καθορισμός της ίδιας της παραγωγής της γνώσης μάς είναι μακρινός, θεωρούμε ότι η αμφισβήτηση αυτού του τρόπου αποτελεί βασική πρακτική. Αυτό δεν το συναντούμε έξω από πολιτικούς χώρους και θα τολμούσαμε να πούμε, συχνά, ούτε και εντός τους. Λέμε λοιπόν ότι η αντίρροπη δύναμη προς τον κυρίαρχο τρόπο να κατανοούμε την πραγματικότητα είναι η αυτομόρφωση, και μάλιστα η συλλογική. Δηλαδή αναγνωρίζουμε ότι οι αφετηρίες μας είναι διαφορετικές, ότι έχουμε διαφορετικές επιθυμίες ή ότι έχουμε καταπιαστεί σε διαφορετικό βαθμό με θέματα. Φροντίζουμε στην διαδικασία αυτομόρφωσης να υπάρχει χρόνος και χώρος για την έκφραση κάθε διαφορετικής γνώμης, σιωπής, ένστασης ή κριτικής. Στο φεστιβάλ προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε γνώση από κοινού, ανιχνεύοντας τις κοινές πολιτικές μας αξίες, και να μην κάνουμε στερεότυπες προβολές για τις πολιτικές μας αφετηρίες στην διάρκεια των συζητήσεων, κάτι που άλλωστε ζητήσαμε και από τους ανθρώπους που συμμετέχουν στο φεστιβάλ.
Η συλλογική αυτομόρφωση που κάνουμε αναγνωρίζει την αξία του βιωματικού και του εμπειρικού. Η αφετηρία αυτή μας βοήθησε να μετατρέψουμε τις πληροφορίες και τα βιώματά μας σε γνώση, η οποία αποκρυσταλλώθηκε σαν να είναι στέρεη, στο περιεχόμενο του φεστιβάλ. Το φεστιβάλ και τα περιεχόμενά του είναι όμως πιο πολύ ένα πεδίο γέννησης αντιλήψεων, ιδεών και εφαρμογής πρακτικών. Αυτά όλα δεν περιμένουν τον ερχομό της επανάστασης, αλλά αποτελούν την καθημερινότητά μας, το εδώ και το τώρα. Σε αυτό το σήμερα όμως ξέρουμε ότι συγκροτείται ένα ανοιχτό πεδίο γνώσης που μπορούν να οικειοποιηθούν και να ανατρέξουν όλες και όλοι στο μέλλον, στις δικές τους πρακτικές και θεωρίες. Η σημερινή συζήτηση για εμάς κάνει πρακτική αυτή την θεώρηση των κοινοτήτων-συλλογικοτήτων (προσωρινών ή μη) ως μέρη που μπορούν να συγκοινωνούν με άλλα μέρη, ως μέρη που γειτνιάζουν με κάποιο τρόπο, ενώ με άλλους καθόλου. Τέλος, η διαδικασία της αυτομόρφωσης μας έχει οδηγήσει αναπόφευκτα στο εργαλείο του αναστοχασμού, καθώς εμπεριέχει την κριτική σκέψη. Ο αναστοχασμός αυτός είναι που θα μας κληρονομήσει, ως συλλογική κατάκτηση, το βίωμα του φεστιβάλ και κάθε συλλογικό βίωμα.

Αυτοοργάνωση
Δημιουργία σχέσεων
Ξεκινάμε από την παραδοχή ότι οι ανθρώπινες σχέσεις σήμερα είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, στην αποξένωση, τον ατομισμό, την θεαματικότητα. Απέναντι σε αυτό θέλουμε να χτίσουμε σχέσεις συνειδητά, θεωρώντας τες ως βασικό στοιχείο της αυτοοργάνωσης των κοινοτήτων μας και κατ’ επέκταση των κινημάτων. Προσπαθήσαμε επίσης να χτίσουμε τέτοιες σχέσεις έχοντας στο μυαλό μας ότι υπάρχουν κυρίαρχοι τρόποι να κάνει κανείς πολιτική, οι οποίοι αποκλείουν το βίωμα, τα άτομα που δεν έχουν αναπτύξει ιδιαίτερα συγκροτημένο πολιτικό λόγο κλπ. Θελήσαμε να αμφισβητήσουμε και αυτόν τον τρόπο να παράγεται πολιτικός λόγος και πράξη. Δίνουμε έμφαση στην εμπιστοσύνη και την ασφάλεια προκειμένου να μπορεί να αναδυθεί ένας χώρος ανάμεσά μας όπου το πολιτικό μπορεί να γίνει προσωπικό και ανάποδα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που φέραμε ένα βίωμα καταπίεσης στην συνέλευση και αυτό μπόρεσε να εξελιχθεί σε μια πολιτική κουβέντα η οποία έγινε κτήμα όλων. Βέβαια δεν είναι λίγες οι φορές επίσης που αυτό δεν ήταν δυνατό. Παρόλα αυτά βλέπουμε τον σεβασμό και την υποστήριξη ως βασικά στοιχεία για μια κουλτούρα συζήτησης που θα μπορεί να χτίζει σχέσεις συντροφικές, και να μας αναμορφώνει προκειμένου να συναντηθούμε.
Επίσης, η προσπάθεια αυτή γίνεται έχοντας πάντα στο νου μας ότι αναζητούμε την αντι-ιεραρχία στην πράξη και όχι σαν μία μακρινή αξιακή αρχή. Και εκεί είναι που συναντάμε τις αντιστάσεις του καθενός και της καθεμιάς μας και καταλαβαίνουμε πόση δουλειά και συνέπεια χρειάζεται για να χτίσεις μια αντι-ιεραρχική δομή στο εσωτερικό, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι το ζητούμενο και στη δημόσια σφαίρα. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης και αντι-ιεραρχίας λοιπόν αποτελούν ζητούμενο και ιδανικό και όχι κεκτημένο. Ίσως το κενό αυτό που δημιουργείται ανάμεσα στο ιδανικό και την πραγματικότητα είναι αυτό που προσπαθούμε να καλύψουμε και είναι ένας δρόμος που χρειάζεται να διανύουμε συνέχεια, ξανά και ξανά, συνειδητά.

Παραγωγή συγκρότησης
Τελικά ζώντας μέσα σε έναν κόσμο που θέλουμε να αλλάξουμε χρειάζεται να παράγουμε μια κάποια συγκρότηση, δηλαδή να πάρουμε αποφάσεις, να δημιουργήσουμε θέσεις, αναλύσεις και ερμηνείες μέσω των οποίων θα κάνουμε πράξη τις αντιστάσεις μας και θα ανοίξουμε ρωγμές στα κυρίαρχα παραδείγματα, πολιτικά, επιστημονικά, ηθικά, κοινωνικά.
Η αυτομόρφωση και η ποιότητα των μεταξύ μας σχέσεων, η αυτοργάνωση και η ουσιαστική αντι-ιεραρχία είναι οι βάσεις αυτής της παραγωγής συγκρότησης. Τα ερωτήματα εδώ αφορούν και τρία επιπλέον κομβικά ζητήματα: Ποιες είναι οι διαδικασίες λήψης συλλογικών αποφάσεων; Πώς διαμορφώνουμε τις θέσεις μας; Και πώς τελικά δρούμε, ποια χαρακτηριστικά θέλουμε να έχουν οι πολιτικές μας πράξεις;
Για το πώς παίρνονται οι αποφάσεις σε αντι-ιεραρχικά εγχειρήματα πολύ συχνά η απάντηση είναι εύκολη. Μα μόνο με ομοφωνία, πώς αλλιώς; Οπωσδήποτε η ομοφωνία μάς βρίσκει σύμφωνες και ήταν το βασικό μας εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων στη διάρκεια της προετοιμασίας του φεστιβάλ. Η εμπειρία αυτού του εγχειρήματος μας έδειξε ότι για να είναι η ομοφωνία μια ουσιαστική και περιεκτική διαδικασία και οι αποφάσεις να εκπροσωπούν ένα συλλογικό αίσθημα, χρειάζεται πολύ δουλειά και επιμονή. Οι ομόφωνες αποφάσεις χτίζονται στη βάση των σχέσεων εμπιστοσύνης για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω. Μάθαμε επίσης ότι η ομοφωνία πραγματώνεται όχι πάνω σε προτάσεις που ανταγωνίζονται η μία την άλλη, σε μια προσπάθεια να επικρατήσει το καλύτερο επιχείρημα, αλλά πάνω σε ιδέες που προσπαθούν να ενσωματωθούν η μία στην άλλη, να διατυπωθούν με τρόπους που να είναι σε όλες κατανοητοί, να κουμπώσουν μεταξύ τους και έτσι να υποστηρίζονται τελικά από όλες και όλους. Τουλάχιστον αυτό είναι το ιδανικό. Συχνά η ομοφωνία καταλήγει να είναι ένα κενό εργαλείο, μια κατ’ επίφαση ομοφωνία όπου κάποιοι προτείνουν και οι υπόλοιποι αδιάφορα ή βαριεστημένα συναινούν. Αυτή τη συνθήκη ίσως είναι απαραίτητο να την ανατρέψουμε ακόμη και εάν συχνά φαίνεται ότι έτσι χάνουμε το στοίχημα της δράσης.
Η ουσιαστική διαδικασία της ομοφωνίας είναι απαραίτητη ειδικά για τη συγκρότηση των θέσεών μας. Οι θέσεις και οι αναλύσεις μας για τον κόσμο λειτουργούν ως αφετηρίες από τις οποίες εκκινούμε για να αλλάξουμε τα πράματα. Είναι πολύ απαραίτητο να ξέρουμε σε ποια βάρκα βρισκόμαστε και γιατί. Ο αναστοχασμός και η κριτική επανεξέταση των θέσεών μας είναι σημαντική γιατί πρέπει να είμαστε πάντα ενήμεροι για τις άλλες οπτικές, για τις κριτικές που μπορούν να αναπτυχθούν πάνω στις όποιες θέσεις μας. Σχεδόν εξίσου σημαντικό με την διατύπωση της θέσης μας με καθαρότητα και σαφήνεια είναι το να γνωρίζουμε την «άλλη» θέση. Με την προϋπόθεση ότι κανείς δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια ή το εργαλείο για την εύρεσή της, είναι ανάγκη το να στεκόμαστε πάνω σε ζωντανές αλήθειες, δηλαδή αλήθειες που τις δοκιμάζουμε συνεχώς παρά πάνω σε ψόφια δόγματα που δεν τα ακουμπάμε γιατί είναι οι «αρχές» μας. Θα θέλαμε να μην ερμηνευτεί αυτή η θέση σαν σχετικισμός του τύπου όλα θα μπορούσαν να είναι σωστά. Κάθε άλλο. Επειδή ακριβώς δεν μπορούν όλα να είναι σωστά προκρίνουμε μεταξύ μας μια κουλτούρα συζήτησης και ανταλλαγής όπου το να καταλήξουμε σε μία θέση θα σημαίνει ότι γνωρίζουμε τι έχουμε αποκλείσει και με ποιο τρόπο η θέση μας κατασκευάζει μια εκδοχή της πραγματικότητας και όχι μία άλλη.
Τέλος η πολυπόθητη πράξη. Η πράξη άλλοτε είναι στο τέλος και άλλοτε στην αρχή. Όπως και να έχει, έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε τον κόσμο μέσα από το σχήμα της αντιπαράθεσης θεωρία/πράξη, λόγος/δράση και άλλα τέτοια. Νομίζουμε ότι αυτή την αντίθεση πρέπει να την αμφισβητήσουμε, γιατί δεν είναι δική μας. Μία πρώτη σημείωση θα ήταν πως κάθε στιγμή μας μέσα στις κινηματικές διαδικασίες είναι μια πράξη απέναντι στην κυριαρχία. Κάθε στιγμή περισυλλογής, θεωρητικής αναζήτησης ή σιωπής ακόμη, είναι πράξη. Όσο είμαστε εδώ και προσπαθούμε να μην μας ρουφήξουν οι σχέσεις εξουσίας πράττουμε. Από την άλλη, οι πρακτικές μας αλλά και οι πράξεις μας οι πολιτικές, στο δρόμο, στην αντιπαράθεση με τις εξουσιαστικές σχέσεις θα πρέπει να σμιλεύονται πάνω στις αρχές μας και να παίρνουν περιεχόμενα από αυτά που θέλουμε να φτιάξουμε, από τη δική μας ηθική αντίληψη. Όμως η πράξη έχει και τη δική της γραμματική και συντακτικό, χρειάζεται ίσως να αφήνουμε κάποια περιθώρια και να μην ζητάμε από τη δράση μας να ευθυγραμμίζεται πάνω σε αφηρημένα θεωρητικά πλάνα. Ας μην ψάχνουμε την «καθαρότητα» ούτε στη θεωρία μας, ούτε στην πράξη μας. Η ισορροπία της πράξης είναι δύσκολη. Οι πρακτικές μας ενσωματώνουν την εμπειρία αυτού του κόσμου, τα όρια και τα περιθώρια του. Μπορούμε να τα διευρύνουμε αλλά μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι πάντα θα υπάρχουν αντιφάσεις και αμφιβολίες καθώς και ότι μπορεί ενίοτε οι επιθυμίες μας να διαμορφώνουν τις πράξεις προς μη γνωστές και προκαθορισμένες κατευθύνσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι σκοποί αγιάζουν τα μέσα, ούτε ότι η πράξη έχει το ακαταλόγιστο. Για να ξεμάθουμε όσα ένα σύστημα εξουσίας μας έχει μάθει πρέπει να φτιάξουμε καινούριους τρόπους για να κάνουμε τα πράγματα. Η αμφισβήτηση των δοκιμασμένων πρακτικών μας χρειάζεται ίσως και αυτή. Αυτά που τελικά κάνουμε πρέπει να είναι την ίδια στιγμή το αποτέλεσμα της γνώσης μας αλλά και μια καινούρια γνώση. Αν από αυτά που κάνουμε δεν νιώθουμε να μαθαίνουμε τίποτα, τότε μάλλον πρέπει να ξανασκεφτούμε γιατί τα κάνουμε. Εγγυήσεις για το που θα μας πάνε οι πράξεις μας και οι πρακτικές μας δεν υπάρχουν. Η μόνη βεβαιότητα είναι αυτή της αυτοοργανωμένης συλλογικής δύναμης και της αλληλεγγύης των κοινοτήτων μας.

Εκ της συνελεύσεως,
What Queer Fest?
http://whatqueerfest.espivblogs.net/

Σχετικά με το εγχείρημα ενός queer φεστιβάλ

Από What Queer Fest

Τον Νοέμβρη του 2009 μετά από πρωτοβουλία κάποιων μελών της ομάδας “Στην Πρίζα”, καλέστηκε μια συνάντηση σε μονοκατοικία των Πετράλωνων όπου συμμετείχε κόσμος από συλλογικότητες που δουλεύουν με αφετηρία το φύλο και την σεξουαλικότητα στα πλαίσια του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος. Θέμα της συνάντησης η συζήτηση για την πιθανότητα διοργάνωσης ενός queer φεστιβάλ στην Αθήνα. Αυτή η πρώτη αναγνωριστική κουβέντα εξελίχθηκε σε μια σταθερή συνέλευση που κλείνει πλέον ένα χρόνο δουλειάς. Αρχικά οι συνελεύσεις μας γίνονταν στο Φεμινιστικό Κέντρο Αθήνας και στη συνέχεια στην κατάληψη της Σκαραμαγκά.
Αν και αυτές τις μέρες γίνεται πια πολύς λόγος για το “queer” σε κινηματικούς και όχι μόνο κύκλους, μπορεί και εξαιτίας της μετάφρασης στα ελληνικά του έργου της δημοφιλούς, στα όρια του pop-icon, αμερικανίδας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ, η έννοια και το πολιτικό της περιεχόμενο παραμένει κατά τη γνώμη μας σε μεγάλο βαθμό ασαφής και αδιευκρίνιστη. Ακόμη περισσότερο θεωρούμε ότι τείνει να εγκλωβιστεί σε διάφορες ερμηνείες χοντροκομμένες και εκλαϊκευτικές με την κακή την έννοια, και να σηματοδοτήσει κάτι δήθεν “προχώ” το πολιτικό βάθος όμως του οποίου μένει “χαμένο στη μετάφραση”.
Έτσι παρόλο που εδώ παρουσιάζουμε ένα queer φεστιβάλ, και που κάποιοι και κάποιες από την συνέλευσή μας αυτοπροσδιορίζονται ως queers, ελπίζουμε να μπορέσουμε επί της ουσίας να επικοινωνήσουμε την πολιτική μας αντίληψη πέρα από το queer ως ταμπέλα. Στόχος μας δεν είναι να απαντήσουμε στην ερώτηση “τι είναι το κουίαρ”, αλλά ούτε και “να φέρουμε το queer εδώ”. Το πρόγραμμα του φεστιβάλ που επισυνάπτουμε ελπίζουμε να δίνει από μόνο του μια σχετικά καθαρή εικόνα για το πολιτικό σύμπαν το οποίο θέλουμε να χτίσουμε, και για τις πολιτικές διαδρομές που προσπαθούμε να περπατήσουμε.
Οι πολιτικές –θεωρητικές και πρακτικές– αναφορές μας, συναντιούνται σε μεγάλο βαθμό στους διάφορους φεμινισμούς των τελευταίων δεκαετιών, κυρίως αυτούς που οργανώνονται γύρω από την κριτική της ουσιοκρατίας, στην πρακτική και στο λόγο του ριζοσπαστικού κινήματος που θέτει το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας ως ζήτημα εξουσίας και κυριαρχίας και στις βασικές αρχές της αυτοργάνωσης, της ομοφωνίας, της αντιιεραρχίας. Κάποιοι/ες από εμάς συμμετέχουν στο αναρχικό κίνημα, άλλοι σε ή/και δίπλα από χώρους αυτονομίας, ή χώρους που οργανώνονται γύρω από τα ίχνη της παράδοσης του ελευθεριακού κομμουνισμού – κάποιες πάλι με μεθοδικότητα περιδιαβαίνουμε ελεύθερα, αν και όχι πάντα χωρίς ενοχές, τα σύνορα όλου αυτού του πολιτικού μωσαϊκού.
Αυτές μας οι επιλογές κάνουν λοιπόν πραγματικά δύσκολο, ίσως ανέφικτο, να ορίσουμε μια, κάποια, σταθερή ταυτότητα μέσω της οποίας να συστηθούμε – ταυτόχρονα όμως το γεγονός αυτό αποτελεί και μια από τις βασικές μας αφετηρίες: οι ταυτότητες, πολιτικές, σεξουαλικές, φύλου, εθνικές και άλλες είναι το έδαφος της εμπειρίας μας, την ίδια στιγμή που τις αναγνωρίζουμε ως προϊόν της εξουσίας των κυρίαρχων λόγων και ταυτόχρονα τις χρησιμοποιούμε ως μια συνθήκη προσωρινή, καταστασιακή, στην οποία συναντιόμαστε. Για αυτό και θα μπορούσε απλώς να πούμε ότι η συνέλευση αποτελείται από όσες και όσους την ίδια στιγμή που στριμώχνονται μέσα στο δίπολο του γραμματικού γένους (βλ. όσοι και όσες) παλεύουν να το διαρρήξουν, ή ζουν ήδη μέσα και πάνω στις αναμφισβήτητες ρωγμές του: αλλόκοτες ετερο, τρανς, λεσβίες (και) φεμινίστριες, αδερφές, πούστηδες, υποκείμενα και σώματα που εν γένει η κυριαρχία σπρώχνει εκτός του ομαλού και χρησιμοποιεί για να συγκροτήσει την εξουσιαστική ιδέα του «φυσικού/φυσιολογικού», της νόρμας. Η πολιτική μας πράξη εν μέρει στοχεύει στο να αναδείξει αυτές τις διεργασίες της εξουσίας, να δημιουργήσει συλλογικές προϋποθέσεις τόσο για την άρνησή τους όσο και για την υπέρβασή τους, και να υπονομεύσει το σύστημα της αναπαραγωγής της κυριαρχίας που στηρίζεται στην κανονικοποίηση της επιθυμίας, στον ντετερμινισμό του δίπολου αρσενικό-θηλυκό, και τις δικαιϊκές πράξεις νομιμοποίησης των σεξουαλικών ταυτοτήτων (βλ. γάμος, στρέιτ ή γκέι).
Ταυτόχρονα προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε μια πρακτική και θεώρηση του πολιτικού που μας επιτρέπει να χτίσουμε κοινότητες μέσα στις οποίες να φροντίζουμε τα σώματα και τις επιθυμίες μας στο εδώ και τώρα, να γιορτάζουμε τις ανάγκες και τα θέλω τους – κοινοτήτες οι οποίες μπορούν να μεταβάλλονται και να μετασχηματίζονται την ίδια στιγμή που λειτουργούν υποστηρικτικά, τροφοδοτώντας και πραγματώνοντας την ουσιαστική αλληλεγγύη.
Σε καμία περίπτωση δεν αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό μας πρόγραμμα ως «θεματικό», όπως συχνά αποκαλείται στους πολιτικούς χώρους που συναντιόμαστε. Το φύλο και η σεξουαλικότητα δεν είναι «θέματα», παρά μόνο με την έννοια πώς όλα τα κομμάτια της ζωής μας είναι «θέματα» προς διαπραγμάτευση και τόποι από τους οποίους μπορεί να στηθεί η δημιουργική αποδιοργάνωση των εξουσιαστικών σχέσεων. Αμφισβητούμε επίσης πως μπορεί να υπάρξει ένα μοναδικό νήμα το οποίο να συνδέσει τις πολιτικές αντιστάσεις απέναντι στην κυριαρχία. Και φυσικά δεν νομιμοποιούμε σε καμία περίπτωση έναν κινηματικό θεωρητικό λόγο που στηρίζεται σε εργαλεία πλήρως απαρχαιωμένα και αναφέρεται σε «κύριες» και «δευτερεύουσες» αντιθέσεις. Ως εκ τούτου ένα πρώτο πεδίο δράσης είναι για εμάς τα ίδια τα ριζοσπαστικά κινήματα μέσα στα οποία ζούμε και τα οποία θρέφουν τις τρανσφοβικές, μισογύνικες, σεξιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις και πρακτικές του κυρίαρχου. Αντιλήψεις και πρακτικές από τις οποίες κανείς και καμιά μας δεν έχει ανοσία. Ούτε και εμείς, αν αναρωτιέστε.
Μαζί με όλα τα παραπάνω και παρόλο που πιστεύουμε πως δεν υπάρχει μία πολιτική δομή/θεωρία αντίστασης που να εκπροσωπήσει την «επανάσταση» ή κάποιο πρόγραμμα καθολικής πολιτικής ανατροπής, θεωρούμε πως έχοντας ως αφετηρία το δίπολο των φύλων και την κατηγορία της σεξουαλικότητας χρειάζεται οπωσδήποτε να εξερευνήσουμε το πώς αυτά διαρθώνονται σε πλέγματα με άλλες εξουσιαστικές δομές ή κατηγορίες παράγοντας τα υποκείμενα και τις διάφορες μορφές υποτέλειας στην κοινωνία που ζούμε. Στο πρόγραμμα του φεστιβάλ μέσα από τους άξονες έθνος και φύλο, Ψ-λόγος, επιστήμη, σώματα που αντιστέκονται και κινήματα/κοινότητες, κάνουμε μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση.
Αποτελούμε εν τέλει εκτός από μια συνέλευση και μια κοινότητα που νιώθει κυριολεκτικά στο πετσί της την εξουσία του καταναγκασμού «των δύο φύλων και της μίας σεξουαλικότητας». Με αυτό το τριήμερο φεστιβάλ δεν στοχεύουμε απλώς στο να σπάσουμε τα στερεότυπα αλλά να δείξουμε πώς αυτά σπάνε καθημερινά πάνω στο κοινωνικό μας σώμα. Θα θέλαμε, ιδανικά, πέρα από τα όρια των συμβατικών ταυτοτήτων να διαπραγματευτούμε από κοινού τα σώματα και τις επιθυμίες μας όπως τα βιώνουμε σε ένα πλαίσιο καπιταλιστικών, πατριαρχικών σχέσεων και κυρίαρχων εθνικών αφηγήσεων. Να δούμε πέρα από και κριτικά ένα φορμαλιστικό λόγο περί «δικαιωμάτων των μειονοτήτων» αλλά και πέρα από κενά σχήματα γενικής και αόριστης αλληλεγγύης προς κάποιους «άλλους» καταπιεσμένους. Και να προάγουμε πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα ίδια μας τα σώματα ως φορείς εξουσίας και καθιστούν έτσι την ανάλυση της εμπειρίας και του βιώματος αναγκαία προϋπόθεση για να ανιχνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις εξουσίες εντός μας.
Τέλος, επειδή η χωροταξία είναι πολύ σημαντική, αποφασίσαμε ότι η ιδέα «τρεις μέρες σε τρεις χώρους» καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τόσο την ποικιλία των πολιτικών μας διαδρομών αλλά και ταιριάζει με το πώς θα θέλαμε ως συνέλευση να αποδιοργανώνονται ενίοτε τα όρια/σύνορα ανάμεσα στους κινηματικούς χώρους δημιουργώντας νέες, περιστασιακές γεωγραφίες που θα επιτρέπουν τη συνάντηση διαφόρων υποκειμένων και διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών. Η κατάληψη της Σκαραμαγκά, το κατειλημμένο κτίριο της Τσαμαδού 15 του Στεκιού Μεταναστών και το Αυτόνομο Στέκι είναι οι τρεις πολιτικοί χώροι που επιθυμούμε να αποτελέσουν τους τόπους δημιουργίας του φεστιβάλ.

Το πρόγραμμα του φεστιβάλ:
26/11/2010 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ στην Κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά
• 18:00-19:00 _ ΠΡΟΒΟΛΗ: "PINK CAMOUFLAGE"
• 19:00-22:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: "ΕΘΝΟΣ ΦΥΛΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ"
• 22:00-00:00 _ PERFORMANCE: "ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ"

27/11/2010 ΣΑΒΒΑΤΟ στο Κοινωνικό Κέντρο Τσαμαδού 15
• 12:00-14:00 _ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΩΒ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ "ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ"
• 14:00-16:00 _ BIRDWATCHING: ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟΕΞΕΤΑΣΗΣ
• 15:00-17:00 _ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΧΟΡΤΟΦΑΓΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ
• 17:00-20:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑΣ"
• 20:00-22:00 _ ΠΡΟΒΟΛΕΣ: "TRANSVESTITES" _ "BORN QUEER, DEAR DOCTORS" _ "L'ORDRE DES MOTS"
• 22:00 _ pARtY

28/11/2010 ΚΥΡΙΑΚΗ στο Αυτόνομο Στέκι Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων
• 12:00-16:00 _ "WE ARE BORN NAKED – THE REST IS DRAG"
• 17:00-19:00 _ ΠΡΟΒΟΛΕΣ: "TRAVEL QUEERIES" _ "QUEER BEOGRAD"
• 19:00-21:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: "ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ"
• 21:00 _ LIVE / PERFORMANCES


http://whatqueerfest.espivblogs.net/