Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοοργάνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αυτοοργάνωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο «χρυσαβγιτισμός» του δημοκρατικού κράτους μέσα στη δυναμική της αναδιάρθρωσης


Αναδημοσίευση από: communisation

Αδειάσανε τα σύννεφα αυτές τις μέρες καθώς αποκαλύφηκαν ταυτόχρονα διάφορα πράγματα: Ο Σαμαράς είναι φιλοχρυσαβγίτης, ο Μπαλτάκος είναι κανονικός χρυσαβγίτης και «το κράτος μας» είχε έτοιμες μονάδες στρατού να επέμβουν στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου του 2012 μη τυχόν και ξαναπάθει τα ίδια με την παρέλαση της εθνικής ημών εορτής του 2011. Όλα αυτά παρουσιάζονται ως «εκτροπή», αρκετοί επιβεβαιώνουν ο ένας στον άλλον ότι πλέον έχουμε «κράτος έκτακτης ανάγκης» και μεταξύ άλλων όλοι δυσκολεύονται πια να λένε ότι οι Ουκρανοί μνημονιακοί είναι ναζί και ο Πούτιν δημοκράτης, γιατί δεν μπορούν να απαντήσουν στην ερώτηση γιατί δεν έλεγαν από την αρχή ότι ο Σαμαράς είναι ναζί (και ότι ο Πούτιν είναι ο μόνος δημοκράτης στον πλανήτη). Βέβαια, κάτι εθνίκια που παριστάνουν τους συντρόφους θα πουν «εμείς το λέγαμε».
Το ζήτημα είναι να αναρωτηθούμε «εκτροπή από τι;». Ή «αφού έχουμε κράτος έκτακτης ανάγκης» ποιο ήταν το «κράτος δικαίου»; Εκείνο που σκότωνε τον Καλτεζά και τον Τεμπονέρα, εκείνο που έμπαινε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου το ’95, εκείνο που δολοφονούσε κόσμο που δεν σταματούσε στα μπλόκα, εκείνο που έχει δολοφονήσει χιλιάδες προλετάριους που προσπαθούσαν να μπουν στη χώρα ή όταν μπήκαν γιατί δεν του άρεσε το χρώμα ή η γλώσσα που μιλούσαν, που έχει βγάλει μίζες από το trafficking χιλιάδων γυναικών;
Οι ερωτήσεις αυτές για όλους τους συντρόφους και συντρόφισσες που είναι ακόμη μέσα στο δίπολο «φασισμός-αντιφασισμός» είναι δύσκολο να απαντηθούν. Τώρα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς όπως ο αντιφασισμός ήταν η δύναμη αλλά και το όριο του κινήματος μέχρι τη διάλυση της Χρυσής Αβγής, έτσι και ο «χρυσαβγιτισμός» του δημοκρατικού κράτους υπόκειται στη δυναμική της ταξικής πάλης, δηλαδή, της αναδιάρθρωσης και των ταξικών αγώνων που την αντιμάχονται.  Επιπλέον ο «χρυσαβγιτισμός» δεν είναι φαινόμενο του 2012 αλλά ξεκινάει αρκετά νωρίτερα όπως έχει δείξει και το κείμενο Μορφή και περιεχόμενο της κρατικής καταστολής στις καταλήψεις.
Η δυσκολία στην ερώτηση «γιατί δε λέγατε από την αρχή ότι ο Σαμαράς είναι ναζί» (κάτι που τόσο εύκολα ειπώθηκε για τον Ουκρανο πρωθυπουργό, ευκολότερα με τη βοήθεια της παραποίησης μιας φωτογραφίας στην οποία  δήθεν χαιρετάει ναζιστικά) βρίσκεται στο ότι η ειλικρινής απάντηση είναι ότι ο Σαμαράς (ως πολιτική πρακτική και όχι ως πρόσωπο) ΔΕΝ είναι ναζί. Ακόμη πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα όταν παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχει ναζισμός σήμερα, ο φασισμός και ο ναζισμός ήταν ένα ιστορικό κίνημα καταστολής των ταξικών αγώνων των δεκαετιών του ’20 και του ’30. Αυτό που γίνεται όταν ο λόγος του κινήματος σήμερα μιλάει για φασισμό και ναζισμό είναι μια μετωνυμία. Ονομάζει ναζισμό ή ακόμη συχνότερα φασισμό τη σύγχρονη μορφή καταστολής των ταξικών αγώνων, αλλά και γενικότερα τη μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού που βρίσκεται σε φάση ταχύτατης αναδιάρθρωσης, μορφή για την οποία δεν έχει βρει ακόμη όνομα της εποχής μας και χρησιμοποιεί ένα παλιό.
Το να μιλάμε για μετωνυμία και να επιμένουμε ότι δεν υπάρχει σήμερα φασισμός, ή καλύτερα ότι αυτό που υπάρχει ως πολιτική μορφή πρέπει να το διακρίνουμε από το φασισμό για να μπορέσουμε να του ασκήσουμε ριζική κριτική, δεν είναι σχολαστικισμός. Το πρόβλημα δε βρίσκεται στην ακρίβεια ή μη των όρων που χρησιμοποιούνται στα συνθήματα και στις αφίσες αλλά στο περιεχόμενο που παίρνει η κριτική της πραγματικότητας της ταξικής πάλης με τη χρήση των όρων αυτών. Αν η σημερινή κατάσταση ορίζεται ως φασισμός (πιο εύκολα στην Ουκρανία, πιο δύσκολα εδώ) τότε απευθείας η άρνηση της είναι ο αντιφασισμός, δηλαδή, για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, η δημοκρατία, ένας καπιταλισμός χωρίς απαγόρευση κυκλοφορίας, στρατοκρατία, εξορίες, πολιτικές καταδίκες κτλ. Oπως αναφέρεται και στο κείμενο Φασισμός και Εκπαίδευση όμως, «ένα φασιστικό καθεστώς σήμερα δεν μπορεί να είναι ίδιο με αυτά του μεσοπολέμου, τα οποία μοιράζονταν με τις δημοκρατίες της εποχής τον ορίζοντα του προνοιακού κράτους και της αναγνώρισης της εργατικής τάξης ως συλλογικό υποκείμενο, φαινόμενα που ο «νεοφιλελευθερισμός» αρνείται. Σήμερα παράγεται μια μορφή ολοκληρωτισμού που για την ώρα δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε μια αναίρεση της δημοκρατίας, όσο και να ξευτελίζεται κατά την πορεία αυτός ο όρος».
Η σημερινή πολιτική μορφή της καταστολής της ταξικής πάλης λοιπόν αλλά και η μορφή που παίρνει η διαδικασία αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης είναι δημοκρατική. Η έξωση των θεσμών της εργατικής τάξης από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων αλλά και από το κράτος γενικά, το καθεστώς μηδενικής ανοχής διεκδικήσεων, η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας, η αύξηση των κάθε είδους μπάτσων κατά 25-30% από το 2009 μέχρι το 2013, η αναγωγή του μάχιμου ακτιβισμού σε επίσημο εσωτερικό εχθρό, οι μαζικές φυλακίσεις και δολοφονίες πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, οι εισβολές στα σπίτια αναρχικών, όλα αυτά προέκυψαν μέσα από τη δημοκρατία (όπως άλλωστε είχε προκύψει και ο ναζισμός το ’30) αλλά το κυριότερο είναι ότι παρέμειναν μέσα στη δημοκρατία. Ο «ελληνικός λαός», αυτή η διαταξική εθνική κοινότητα που ψηφίζει αποφάσισε το 2012 μέσα στα όρια του παιχνιδιού της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η κατασταλτική μορφή του κράτους να είναι αυτή που είναι σήμερα, της Χρυσής Αβγής συμπεριλαμβανομένης. Δημοκρατία είναι αυτό που ζούμε σήμερα. Αν είχαμε δικτατορία θα το ξέραμε πολύ καλά και αυτό το κείμενο δε θα μπορούσε να γραφτεί εδώ.
Αυτή η «χρυσαβγίτικη» μορφή της δημοκρατίας ήταν απολύτως απαραίτητη για να προωθηθεί η τρέχουσα φάση της αναδιάρθρωσης. Οι χρυσαβγίτες με στολή ή χωρίς έπρεπε να ξαμολυθούν, σα μαντρόσκυλα των αφεντικών που είναι, και να τσακίσουν μετανάστες, να χτυπήσουν ακτιβιστές, να τραμπουκίσουν συνδικαλιστές, να προσπαθήσουν να παίξουν έναν ειδικό κατασταλτικό ρόλο στη ζώνη που δραστηριοποιείται το εφοπλιστικό κεφάλαιο το οποίο επένδυσε απευθείας επάνω τους. Κρίθηκε από τους μηχανισμούς του κράτους σκόπιμο να βγει η συμμορία στο φως και πήρε το κράτος το ρίσκο να δημιουργηθεί χρυσαβγίτικο προλεταριακό κίνημα, κάτι που βέβαια δεν έγινε ποτέ.
Η κρίση της πολιτικής ως διαμεσολάβησης ανάμεσα στην εργατική τάξη και στο κράτος επηρέασε και τη Χρυσή Αβγή και μάλιστα περισσότερο από ότι επηρέασε την αριστερά. Το προλεταριάτο δεν τσίμπησε στην «ενοικίαση μόνο εργασιακής δύναμης με ελληνικό αίμα» που πουλούσε η Χρυσή Αβγή ως πρόγραμμα, δε βγήκε στο δρόμο να υπερασπιστεί το «δικαίωμα του στη δουλειά αντί για τους μετανάστες». Ήταν και είναι σαφές ότι οι μετανάστες δεν είναι δυνατόν να φύγουν μαζικά όπως ευαγγελίζεται η Χρυσή Αβγή και διάφοροι άλλοι εθνικιστές που το παίζουν αριστεριστές όσο τους παίρνει ακόμη. Οι μετανάστες χωρίς χαρτιά είναι ακόμη απαραίτητοι γιατί ακόμη επιτελούν το βασικό τους ρόλο, δηλαδή, να χρησιμοποιούνται (μέσω του γεγονότος ότι απασχολούνται σε συντριπτικό στη μαύρη εργασία και δεν είναι πολίτες) ως μοχλός για την περαιτέρω συμπίεση της εργασιακής δύναμης των προλετάριων που είναι έλληνες πολίτες. Οι μετανάστες πρέπει να είναι παρόντες, εξαθλιωμένοι, και να αποτελούν ζοφερές εικόνες για το μέλλον όσων από τα κατώτερα προλεταριακά στρώματα των ελλήνων αρνούνται να πειθαρχήσουν στην υποτίμηση της εργασιακής τους δύναμης.
Ο χρυσαβγιτισμός δεν έγινε ποτέ κίνημα του δρόμου. Μια φορά τόλμησαν λίγοι φασίστες να εμφανιστούν σε μια γενική απεργία ως οργανωμένη δύναμη και τους πήρε ο διάολος και τους σήκωσε. Κατόρθωσαν όμως να τρυπώσουν στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό γιατί έτσι αποφάσισε ρητά το κράτος. Η Χρυσή Αβγή αποτέλεσε τη συμπύκνωση όλης της ιδεολογίας του σεξισμού, του ρατσισμού, του μανατζερισμού, του βλαχομπαρόκ ελληνικού επαρχιωτισμού που άνθισε στα σκυλάδικα, που με βάση αυτή σημαντικό μέρος του ντόπιου αντρικού πληθυσμού βίασε χιλιάδες γυναίκες  στα κρυφά-φανερά μπουρδέλα, πήρε πλαστικές κάρτες και μ’αυτές «έγινε κάποιος» και όχι «φτωχομπινές πακιστανός». Η Χρυσή Αβγή όταν ξαμολύθηκε από τα υπόγεια της Κρατικής Ασφάλειας και της Κατεχάκη έδωσε το δικαίωμα να έχει πολιτική ταυτότητα στον κάθε «απολιτίκ» (συνήθως άντρακλα) έλληνα  που είχε μάθει να είναι «εθνικός τσαμπουκάς αλλά στη δουλειά μαλάκας» που κυνήγησε «ξένους αλβανούς» το 2004 όταν «χάσαμε εδώ μέσα» ή χάρηκε μ’ αυτά τα καθίκια που τους κυνήγησαν, που απειλούσε το μετανάστη εργάτη ότι θα τον δώσει στην αστυνομία και τόσα και τόσα άλλα.
Ο «χρυσαβγιτισμός» του κράτους ως ιδεολογικός μηχανισμός του ήταν παρών πολλά χρόνια πριν το 2012. Μετά το «δεξιό κίνημα” των παρελάσεων του 2011 αναδύθηκε στην επιφάνεια και έφτασε στην κορυφή της δύναμης του τη διαβολοβδομάδα από τις 12 μέχρι τις 17 Σεπτέμβρη του 2013 όταν μαχαίρωσαν τον Π. Φύσσα. Τότε στη Νίκαια ο «χρυσαβγιτισμός» ως κατασταλτική μορφή της αναδιάθρωσης πήγε να δώσει ένα ηχηρό μήνυμα στο φτωχό νεανικό προλεταριάτο που «τα σπάει στις πορείες», πήγε να του πει ότι «ή με εμάς ή κινδυνεύεις να πεθάνεις». Το ίδιο αυτό φτωχό νεανικό προλεταριάτο τους έδωσε την απάντηση του την επόμενη μέρα στην ίδια γειτονιά. Όπως γράφαμε τότε έγινε: «η απαραίτητη για τη συνέχιση της αναδιάρθρωσης χρυσαβγιτοποίηση του κράτους θα επιτευχθεί πραγματικά με την κατάργηση της Χρυσής Αβγής
Η σημερινή κατάσταση είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης η οποία έχει οδηγήσει το πολιτικό σκηνικό σε απόλυτη σήψη. Υποκλοπές, εκβιασμοί, νταηλίκια, μακάρι να πιστολιαστούνε κιόλας. Ό,τι ήταν δύναμη για τη φάση της αναδιάρθρωσης από το Μάρτη του 2012, μετά τις ταραχές, έως τώρα, μετατράπηκε πλέον σε όριο. Το ιδιάζον στοιχείο της παρούσας χρονικής στιγμής, που και πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διακλάδωση, είναι η σχεδόν πλήρης απουσία του προλεταριάτου από τους δρόμους (δες το κείμενο «Το προλεταριάτο στη συγκυρία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα του «4ου μνημονίου»). Αυτή η απουσία είναι κι αυτή μέρος της ταξική πάλης. Έτσι μέσα στη θολούρα του ξεκατινιάσματος μεταξύ χρυσαβγιτών με κοστούμια εμπεδώνονται ένα προς ένα τα νέα χαρακτηριστικά της αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας και του κράτους. Η «ενοικιαζόμενη εργασία για έλληνες» περνάει με το Μιχαλολιάκο φυλακή, οι «τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι» απολύονται, το «πολύ δικαίωμα στο συνδικαλισμό που κάνει κακό» πετσοκόβεται, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκσυγχρονίζονται και παράγουν αξία, και όλα γενικά γίνονται καλύτερα από ότι θα τα έκανε η ίδια η Χρυσή Αβγή.
Μόνο η μαζική εισβολή των προλετάριων στο δημόσιο χώρο, οι ταραχές ως δραστηριότητα, θα θέσουν και πάλι σε αμφισβήτηση αυτή τη διαδικασία και όχι το ξεμπρόστιασμα του «φασίστα Σαμαρά», ή «η αποπομπή των ναζιστών από το πολιτικό προσκήνιο» (κάτι που άλλωστε σιγά σιγά συμβαίνει).

Κάποιες σκέψεις πάνω στον φασισμό και το κράτος


Αναδημοσίευση από: a ruthless critique against everythingexisting

Μου είναι σχεδόν αδύνατο να πάρω τη σκέψη μου από το ζήτημα του φασισμού, κυρίως λόγω της δυναμικής εμφάνισης του στην κοινωνική ζωή της χώρας, αλλά και λόγω του ότι η Ουκρανία τον έβαλε επιτακτικά πάνω στο τραπέζι ως ζήτημα. Επίσης τα γεγονότα Μπαλτάκου δεν μπορούν να μας αφήσουν αδιάφορους.
Ο φασισμός επανήλθε στο προσκήνιο από το 2009 και μετά περίπου με δύο τρόπους. Πρώτον με την όλο και μεγαλύτερη επίκληση από όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού, κοινωνικές ομάδες κτλ, που κατηγορούσαν η μία την άλλη/ ή/ και το κράτος ως φασιστικό. Δευτερευόντως η άνοδος του κοινωνικού φασισμού, ως πραγματικότητα, ως «μορφή κινήματος» ως κοινωνική πρακτική, που συμπυκνώθηκε μεταξύ τριών πολιτικών σχηματισμών: του ΛΑΟΣ, της ΧΑ και του Δικτύου 21 της ΝΔ.
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι σημερινό κράτος έχει αυξήσει την καταστολή του κατακόρυφα. Αυτό φυσικά το κάνει για έναν και μόνο λόγο. Για να αυξήσει την υποτίμηση της εργατικής δύναμης, να ελέγξει το πλήθος των αντιφάσεων που εμφανίζονται. Αυτό το χαρακτηριστικό του ρόλου του κράτους την εποχή της αναδιάρθρωσης είναι το πλέον εμφανές και το πλέον κοινό με το φασιστικό κράτος. Όμως, όπως θα πω και παρακάτω, δεν έχουμε ένα φασιστικό κράτος. Θα φτάσω ξανά σε αυτό το συμπέρασμα μέσω μιας σειράς προκειμένων σκέψεων. Κυρίαρχοι προβληματισμοί είναι οι σχέσεις συγγένειας φασισμού και δημοκρατίας, αλλά και  πως αυτή η σχέση επηρεάζεται από τη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα. Και σε αυτό το βαθμό, πως διαφοροποιείται από το παρελθόν.

Ο Καρλ Σμιτ και η διαλεκτική δημοκρατίας-φασισμού
Η παραπάνω φύση της συναίνεσης εμφανίζεται καθαρότερα στην θεωρητική μορφή που ήρε ο ναζισμός και ο φασισμός. Ο Καρλ Σμιτ όταν καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της Βαϊμάρης δεν το έκανε από αντικομμουνιστική πλευρά (μόνο), αλλά κατηγορούσε τη δημοκρατία ότι δεν κατάφερε να συγκροτήσει ένα κράτος ικανό να είναι ουδέτερος διαχειριστής ως προς τον κοινωνικό ανταγωνισμό, καθώς ανοίγοντας τις πόρτες του, έγινε έρμαιο του. Έστρεφε ουσιαστικά την ίδια την υπόσχεση της δημοκρατίας(περί κοινωνικής γαλήνης μέσω συναίνεσης) εναντίων της. Το κράτος δεν μπορούσε να είναι συλλογικός καπιταλιστής, καθώς ως σφαίρα «είχε διαβρωθεί από το κοινωνικό», συνεπώς δεν υπήρχε κανένας κριτής στην ταξική αντιπαράθεση, κανένας που να έχει τη δυνατότητα της ρύθμισης, όπως ο ίδιος λέει «πολιτικό είναι αυτό που προσανατολίζεται στην δυνατότητα κρίσιμης απόφασης πάνω στην καθορισμένη περίπτωση κυρίως στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης». Συνεπώς ο Σμιτ κατηγορεί τη Βαϊμάρη (και τη Δημοκρατία) ότι το κράτος δεν πρέπει να είναι ούτε εργατικό ούτε αστικό, δεν πρέπει να είναι στα χέρια καμίας τάξης και να το διαχειρίζεται, αλλά και να αναγνωρίζει την αξία τους, τον κοινωνικό τους ρόλο, αλλά και τα όρια τους. Ο Σμιτ αντιστρέφει το δημοκρατικό επιχείρημα, περί «κοινωνικής συναίνεσης μέσω δημοκρατικού διαλόγου» καθώς θεωρεί ότι ο ατομισμός (που επικρατεί σε μια κεφαλαιοκρατική κοινωνία) δεν έχει τέλος, συνεπώς δεν μπορεί να ρυθμιστεί «μόνος του», συνεπώς έχει ανάγκη ένα αντικειμενικό κράτος. Στο πλαίσιο της πολιτικής του θεωρίας, αυτή ή αντιμετώπιση της «πιθανότητας ρήξης της αστικής κοινωνίας μέσω των εσωτερικών της αντιφάσεων» αντιμετωπίζεται με φυγή α) στο κλείσιμο του κράτους στις μάζες, και β) στον συλλογικό στόχο,και την συλλογική ιδεολογία που κινείται προς μια κατεύθυνση, έχει έναν ιδιαίτερο στόχο κτλ. Το κράτος θα είναι συλλογικός εκφραστής αυτού του στόχου, του γενικού συμφέροντος και συνεπώς θα είναι και πραγματικά  «λαϊκό» καθώς θα είναι εκφραστής του συλλογικού στόχου-και όχι μόνο κάποιας κοινωνικής τάξης- ενώ ταυτόχρονα θα είναι και αντικειμενικός κριτής των κοινωνικών συγκρούσεων, ως προς τον συλλογικό στόχο.
Διαβλέπεται στο εγχείρημα λοιπόν ο ίδιος πυρήνας προβληματισμών που αναγνωρίζει και η δημοκρατία, απλώς προτείνονται άλλες λύσεις. Και οι δύο λένε, ότι η κοινωνική ανισότητα(ή ακόμα η κοινωνική αντιπαράθεση, πέρα από το άμεσο ταξικό ζήτημα) είναι  φυσικά-και όχι κοινωνικά-καθορισμένη συνεπώς χρήζει διαρκούς ρύθμισης. Πέρα από αυτό, η ίδια η σχέση ανταλλαγής, η καπιταλιστική, αναγιγνώσκεται ως απόλυτα φυσική, και γίνεται μια ποσοτικοποιημένη κριτική της-στον υπερβολικό πλούτο ή στην υπερβολική ατομικότητα, τόσο του προλεταριάτου όσο και των «αστών» κτλ.. Εξακολουθητικά το άτομο θεωρείται κύριος του εαυτού του, δηλαδή υπαίτιος της ύπαρξης του, a priori άτομο σε μια κοινωνία a priori ατόμων. Συνεπώς -τόσο ως προς τη δομημένη. αλλά και ως προς τη δομούσα κοινωνική πρακτική- οι δύο λογικές έχουν στον κέντρο τους την «ιδιωτική» αντίληψη της κοινωνίας. Και οι δύο κρατικές θεωρίες θεωρούν ότι πρέπει να βρεθεί ένα σημείο κοινωνικής ισορροπίας. Οι λύσεις που προτείνουν είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η δημοκρατία προτείνει ως προς την ουδετερότητα του κράτους, την ρητή αναγνώριση όλων των ταξικών συγκρούσεων και την αναγωγή τους μέσω της πολιτικής διαμεσολάβησης σε μια αφηρημένη πολιτική σφαίρα, κοινωνικών δικαιωμάτων και επί ίσοις όροις πρόσβαση στο κράτος Σε μοριακό επίπεδο, σε επίπεδο κοινωνικό, προτείνεται η ανεκτικότητα και ο σεβασμός, και η αναγωγή των διαφωνιών σε πολιτικό/κρατικό επίπεδο(να μεταφέρονται δηλαδή σε μια βουλή ή σε μια δικαστική αίθουσα). Επειδή εδώ όμως δεν είναι δυνατός ο καθορισμός του ορθού, η δημοκρατία υποκύπτει αναγκαστικά στην αρχή της πλειοψηφίας. Από την άλλη ο φασισμός, προτείνει για την ουδετερότητα του κράτους, το τράβηγμα του από τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις αναγνωρίζονται ρητά(όπως και στην δημοκρατία) αλλά δεν προτείνεται η αφαίρεση τους αλλά η συγκεκριμενοποίηση τους ως προς το «συλλογικό καλό» ουδέτερος και αδέκαστος κριτής και εκφραστής του οποίου είναι το κράτος. Σε μοριακό κοινωνικό επίπεδο συνεπώς προτείνεται η πειθαρχία, η μη ανοχή σε οποιαδήποτε κοινωνική σύγκρουση που να παραβιάζει τους αστικούς ρόλους και συνεπώς το «συλλογικό όραμα, καλό κτλ.» (το κράτος δηλαδή βγαίνει από το κοινοβούλιο και τη δικαστική αίθουσα, χωρίς περιθώρια διαλόγου, και πάει αυτό στον δρόμο, είναι παρόν κοινωνικά παντού, με αστυνομία, νόμους κτλ. αλλά ταυτόχρονα και με κάποια μορφή κορποραρισμού). Αυτό το συλλογικό όραμα δεν είναι τίποτα άλλο από μια έκδοση φετιχοποιημένης ομαδοποίησης και ιστορικής αποστολής, που η αστική κοινωνία και η δυναμική της παράγει και θεωρεί δεδομένες και a priori, στη βάση της αστικής αντίληψης περί ατόμου. Το έθνος, το μίσος εναντίων Εβραίων που είναι κακοί ή άλλων κτλ. Συνεπώς τόσο ο φασισμός όσο και η Δημοκρατία προσπαθούν να απαντήσουν στα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από την καπιταλιστική κοινωνία: χρειαζόμαστε έναν ουδέτερο διαιτητή στην συσσώρευση. Η μεν δημοκρατία προσπαθεί να το πετύχει μέσω μιας γενικής συναίνεσης μέσω μιας αφαίρεσης, ο δε φασισμός με την επιβολή της δύναμης. Ακριβώς αυτοί οι κοινοί προβληματισμοί που απασχολούν «δημοκράτες και φασίστες» είναι που τους κάνουν να συστρατεύονται σε καιρούς που το προλεταριακό -ή όποιο άλλο κίνημα- κινδυνεύει να διαρρήξει τις σχέσεις και κυρίως να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους προσεγγίζουν το ζήτημα του κράτους, τους κάνουν σε καιρούς «κοινωνικής ευμάρειας» να μισούν θανάσιμα ο ένας τον άλλο.
Συνεπώς τόσο ο φασισμός -δια της δύναμης- όσο και η δημοκρατία, είναι μορφές κοινωνικής συναίνεσης, και σε τελική ανάλυση εγγυητές της συσσώρευσης και της πλεονεκτικής θέσης που αυτή εξασφαλίζει μέσω της εκμετάλλευσης.  Από την άλλη η κομμουνιστική κίνηση, είναι αυτή που ρητά αναγνωρίζει τον εαυτό της ως κομμάτι των αστικών αντιφάσεων, και συνεπώς αναγνωρίζει το αντιφατικό και συγκρουσιακό της αστικής κοινωνίας, αλλά αντί να απαιτεί τη διαιτησία της απαιτεί την κατάργηση της(και άρα και του εαυτού της). Αυτό που κάνει τη δημοκρατία να κατηγοριοποιείται μαζί με τον φασισμό είναι η θετικότητα τους ως προς τον τρόπο συσσώρευσης, και αυτό κάνει και άστοχη τη χρήση του “φασισμού” ως χαρακτηρισμού του τρόπου αλληλεπίδρασης απλά(πχ το να τα σπάνε οι διαδηλωτές είναι φασιστικό).
Τι γίνεται τότε με τη Λαϊκότητα του Φασισμού; Ο φασισμός σήμερα.
Αρχικά ο φασισμός ως ιστορική μορφή, διαχείρισης της συσσώρευσης εμφανίστηκε σε μια ιστορική συγκυρία ως αντίθεση στην κεντρικότητα του επαναστατικού προλεταριάτου στην ταξική πάλη. Στην Ιταλία, την Γερμανία, την Ισπανία, υπήρχαν δυνατά προλεταριακά κινήματα, ενώ σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, τον αντίστοιχο ρόλο τον έπαιζαν τα πολύ δυνατά αγροτικά κινήματα. Στο πλαίσιο αυτό, για να πετύχει κάτι τέτοιο, ο φασισμός ανέπτυξε δύο πολύ χτυπητά χαρακτηριστικά. Από τη μία το τσάκισμα κάθε κομματιού της εργατικής τάξης που ανήκε στο οργανωμένο προλεταριάτο, κάθε κομματιού που δεν συναινούσε(ως προς την συλλογική ιδέα), κάθε σωματίου κτλ., δηλαδή την επιβολή της εργασίας μέσω της δύναμης. Από την άλλη περιλαμβάνει, την εγκόλπωση και αναγνώριση μέρους των αιτημάτων της τάξης, την άνοδο της σε επίπεδο ζωής κτλ., αναγνώριση της δύναμης της και του κομβικού της ρόλου σε έναν κοινωνικό σχηματισμό και στο συλλογικό συμφέρον. Από αυτή την άποψη ο φασισμός ήταν μια μορφή κοινωνικής συναίνεσης και αυτός είναι και ο λόγος που πχ στην Γερμανία κέρδισε μέσω εκλογών. Μέσω μιας διαδικασίας συναίνεσης. Αυτή η συναίνεση αν και είχε σαν κεντρικότητα την «δύναμη» δεν την είχε μόνο ως επιβολή/πειθαρχία για τους εργάτες αλλά και ως υπόσχεση προς αυτούς. Τους έλεγε ουσιαστικά ότι χρειάζονται κοινωνική ειρήνη για να αποκτήσουν δύναμη και μετά να την χρησιμοποιήσουν για τον συλλογικό στόχο.
Έτσι τα φασιστικά κράτη έδιναν την κοινή υπόσχεση που έδινε και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Ένα κράτος πρόνοιας, έλεγχος του «εγωϊσμού του κεφαλαίου». Το συνολικό διακύβευμα των αστικών κοινωνιών τότε ήταν η συγκρότηση ενός προνοιακού κράτους. Η Ευρώπη για να το πετύχει αυτό προσπάθησε να επιβάλλει μια ιεραρχία στα καπιταλιστικά κράτη μετά τον πόλεμο(μέσω της συνθήκης των Βερσαλλιών και λοιπών συνθηκών κατά τον μεσοπόλεμο) ώστε να βρει η συσσώρευση τα περιθώρια κερδοφορίας για να το κάνει. Η παραχωρήσεις, και αυξήσεις στους προλετάριους της Αγγλίας και της Γαλλίας μέχρι το 1930, και η γενική άνοδος αυτών των οικονομιών ήταν αποτέλεσμα(και) τις άγριας υποτίμησης της Ιταλίας, της Γερμανίας κτλ. Η λύση που βρήκε η Γερμανία της εποχής ήταν αρχικά ο ισχυρός παρεμβατισμός του Ναζισμού στην οικονομία, και η μείωση των εισαγωγών, η παραβίαση της συνθήκης των Βερσαλλιών ώστε να πάψει να κάνει το φτωχό συνεργάτη της Αγγλίας και της Γαλλίας και τελικά, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, συνέχισε με την μαζική καταναγκαστική εργασία, δολοφονία και απαλλοτρίωση περιουσιών και επιχειρήσεων από τους εβραίους και άλλες εθνικές μειονότητες. Επίσης σε αυτό συνηγορεί ότι τόσο η άνοδος του φασισμού στην Ιταλία όσο και στην Γερμανία συνδέθηκε με μια μερική αποσυγκεντρωποίηση του κεφαλαίου. Και οι δύο μορφές κοινωνικού κράτους της εποχής βασίστηκαν στην υποτίμηση «κάποιων άλλων». Η μεσαία τάξη διευρύνθηκε. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η συγκυρία και η μορφή που έδωσε η ταξική πάλη στην σχέση κεφάλαιο, η πλήρης χρηματοπιστοτικοποίηση, θέτει υπό αμφισβήτηση το φαινόμενο του φασισμού, ως λαϊκού κινήματος και κρατικής επιλογής (όπως ήταν δηλαδή το 30′ ).

Η σημερινή θέση του φασισμού
Σήμερα το κράτος στην διαδικασία της αναδιάρθρωσης, αποσύρεται από την κοινωνική αναπαραγωγή, ενώ το εργατικό υποκείμενο, το οποίο πρέπει να ηττηθεί στην ακραία μορφή του, ή να ενσωματωθεί σε ένα κράτος πρόνοιας κάποιου τύπου δεν υπάρχει κάπου στον ορίζοντα..Ο φιλελευθερισμός δεν αρνείται μόνο την ύπαρξη ενός τέτοιου υποκειμένου αλλά το διαλύει και στην πράξη, δηλαδή τους κοινωνικούς όρους ύπαρξης του. Ο φασισμός είναι η υποτίμηση και η διάσπαση της τάξης για την άνοδο-ως προς το κράτος αλλά και ως προς τις συνθήκες ζωής- ενός άλλου κομματιού της τάξης, η τάξη όμως σε πλήρη υπαγωγή είναι ήδη διασπασμένη και αποσαθρωμένη. Η σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα θέλει την συνολική υποτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης και την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Το κράτος συνεπώς μπαίνει στην συγκυρία ως προς αυτή τη λειτουργία. Από την άλλη το κράτος παραμένει ανοιχτό, δηλαδή δημοκρατικό. Έτσι φαίνεται να βρίσκεται το ίδιο σε κρίση. Από την μία καλείται να υποτιμήσει τους πάντες, γιατί αυτό απαιτεί ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός, από την άλλη ο ίδιος αυτός ο καπιταλισμός δεν αντέχει τον παρεμβατισμό στην οικονομία, από ένα κράτος κλειστό που προσπαθεί να μείνει «ουδέτερο» ως προς τον ταξικό ανταγωνισμό. Φαίνεται ότι το κράτος γίνεται αντιφατικό, γίνεται όλο και πιο αυταρχικό, αλλά παραμένει ανοιχτό, παραμένει δημοκρατικό. Αυτό το κάνει γιατί δεν υπάρχει κάτι να αμφισβητήσει την ηγεμονία του, τα σύγχρονα κινήματα δεν έχουν κάποιο πολιτικό πρόγραμμα ούτε αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους με συγκεκριμένους όρους(πχ προλετάριοι, ή γερμανοί εργάτες ενάντια στους Εβραίους) αλλά με αφηρημένα πολιτικούς. Αυτό τα οδηγεί σε άμεσο διάλογο με το κράτος, το κράτος το εγκαλούν ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του αλλά ταυτόχρονα αυτή η κριτική είναι και υπαγωγή στο κράτος, είναι κατάφαση στην πολιτική. Συνεπώς τα κινήματα όπως αυτά των πλατειών, ως μια φετιχοποιημένη μορφή αντικαπιταλισμού, δεν δημιουργούν την ανάγκη το κράτος να «κλείσει», αλλά να βελτιώσουν την αντιπροσώπευση τους σε αυτό, με απώτερο σκοπό την καλύτερη διαχείριση της συσσώρευσης και την μη υποτίμηση. Παρόλα αυτά, αυτό είναι και το όριο τους, καθώς αυτό δεν μπορεί να γίνει, αργά η γρήγορα αυτό θα φανεί. Από την άλλη ο αναδιαρθρωμένος καπιταλισμός και ο συνεχής αποκλεισμός ή επισφάλεια που επιφυλάσσει σε μερικούς, πάλι δεν δημιουργεί την ανάγκη το κράτος να «κλείσει» της πόρτες του, καθώς ούτε αυτό το κομμάτι κινείται προς μια κατεύθυνση πολιτικού προγράμματος ή εκλογικής διαδικασίας, επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας. Συνεπώς το κράτος διατηρεί την ανοιχτή δημοκρατική μορφή του καθώς από την μία βάλλεται από ένα ασαφές αστικό υποκείμενο, από την άλλη οι αποκλεισμένοι δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική τους αντιπροσώπευση, γιατί δεν αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «κάτι» παρά ως άρνηση της κατάστασης τους. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί και ποιες θα είναι ο μορφές πειθάρχησης που θα πάρει το κράτος σε μια πιθανή κορύφωση της ταξικής πάλης. Φαίνεται όμως ότι δεν θα είναι ίδιες με αυτές του 30.
Τέλος αν πρέπει να  διαγνώσουμε τους τρόπους με τους οποίους το κράτος διαχειρίζεται την κρίση θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε δύο. Από την μία η παραγωγή ενός δημόσιου λόγου που θέλει τους αποκλεισμένους ως «εξωκοινωνική απειλή» που απειλεί την κοινωνία, και στην βάση αυτή θεωρείται ότι δεν εμπίπτει στο δημοκρατικό δίκαιο. Το κράτος έτσι δεν ορίζει απλά το ποιος είναι αποκλεισμένος και ποιος όχι και σε ποιο βαθμό, αλλά ταξινομεί ένα σύνολο κοινωνικών πρακτικών ως εξωκοινωνικών και άρα άμεσα κολάσιμων ποινικά. Αυτό λειτουργεί ενισχυτικά, όχι στην αποδοχή της αναδιάρθρωσης άμεσα, αλλά στον διαχωρισμό και στην αποτροπή της συγκρουσιακής πολλές φορές συνάντησης των πλατειών με το υποκείμενο των ταραχών. Έτσι η εξαργύρωση της αντίστασης γίνεται στην αφηρημένη πλατεία, ή στην πιο αφηρημένη κάλπη, ή και τα δύο, ενώ όταν αυτοί οι αγώνες φτάσουν στο όριο  της κάλπης είναι πλέον πιθανό να συμβιβαστούν τότε με τις παρούσες συνθήκες και να επιλέξουν να μη κάνουν το άλμα, ή την συνάντηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο φασισμός είναι  καλύτερος σύμμαχος της δημοκρατίας, ως γραμμή κρούσης, ως ο χρήσιμος μπράβος, που τσακίζει όποιον δεν υπηρετεί το «συλλογικό καλό» και ταυτόχρονα τάζει ανατίμηση σε κάτι κακομοίρηδες, και σε κάθε είδους μικροιδιοκτησία, πάνω στην πλάτη ή το πτώμα άλλων. Η συγκεντροποίηση όμως είναι αδίστακτη, δεν αφήνει περιθώρια για μαζικές διαβαθμίσεις. Θέλει ολική υποτίμηση και πειθαρχία στην εργασία αλλά και προσωπική πρωτοβουλία, έντονο ανταγωνισμό. Οι φασίστες θα είναι συνεχώς μπροστά μας ως μπράβοι και ως ένα μάτσο ανεγκέφαλοι τραμπούκοι. Το ανοιχτό ερώτημα είναι να δρούμε ποιους νέους τρόπους θα βρει το κράτος να διαχειριστεί την αντίφαση του, δηλαδή την δημοκρατικότητα του από τη μια, από την άλλη την κατασταλτικότητα του. Υπό αυτή την άποψη το κράτος θα εμφανίζεται να έχει διαρκώς μια λειτουργία έκτακτης ανάγκης ως προς τις λειτουργίες αποκλεισμού, την παλαιότερη συγκυρία κτλ. Από την άλλη δεν είναι έκτακτο σε κάτι καθώς είναι πολύ συγκεκριμένο ως προς τις παρούσες ανάγκες της συσσώρευσης. Συνεπώς η έκτακτη ανάγκη δεν είναι η άρση της αστικής νομιμότητας, αλλά η προσπάθεια διατήρησης της, μέσα από μια αντιφατική διαδικασία.
Έτσι και αλλιώς ο ρόλος του κράτους, όσες τροποποιήσεις και αν γίνουν ήταν πάντα ένας, η διαχείριση του γενικού μέσου ποσοστού κέρδους. Μέσα σε αυτό προσπαθούσε να στριμώξει πάντα όσους μπορούσε σε διάφορα επίπεδα κερδοφορίας, και να χρειαστεί να αποκλείσει κάποιους. Αυτό μπορεί να το κάνει με την αστυνόμευση, τον αποκλεισμό και την νομιμοποίηση της επισφάλειας, και με ότι άλλο προκύψει. Στην Ελλάδα προέκυψε και κάτι άλλο: η αυτοδιαχείριση ως μια ιδιαίτερη μορφή αυτοαπασχόλησης, και ακόμα περισσότερο η αυτοοργάνωση σε ζητήματα αναγκών κτλ. Τι καλύτερο από το να βρουν οι προλετάριοι από μόνοι τους έναν τρόπο να στριμωχτούν κάπου μέσα στα πλαίσια του ποσοστού κέρδους ή να απαλλάξουν το κράτος από την γκρίνια για την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης.

Η ηθική χρειάζεται έναν άλλο τόπο για να ριζώσει και να ανθίσει

Του Raúl Zibechi

Φεβρουάριος του 2011:
Φίλε Ραούλ: Χαιρετισμούς. Διαβάσαμε μερικά από τα τελευταία σου γραπτά και πιστεύουμε ότι είμαστε συντονισμένοι στον ίδιο μήκος κύματος. Γι’ αυτό θα θέλαμε να σε προσκαλέσουμε να ενωθείς και να συνεισφέρεις σχετικά με το θέμα της Ηθικής και Πολιτικής. Θερμά. SupMarcos.


Στην πρόσκληση του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος, ο Ραούλ Ζιμπέκι, από την Ουρουγουάη, ανταποκρίνεται στην ανταλλαγή επιστολών σχετικά με την Ηθική και την Πολιτική. Με αυτή την επιστολή συμμετέχει στη συζήτηση.

Γράμμα στον EZLN
Μάρτιος 2011
Προς: Εξεγερμένο Υποδιοικητή Μάρκος - Ζαπατιστικό Στρατό για την Εθνική Απελευθέρωση
Από: Ραούλ Ζιμπέκι

Θερμό αγκάλιασμα προς τις και τους συντρόφους Ζαπατίστας από αυτή τη γωνιά της νοτιοαμερικανικής ηπείρου. Και ένα εγκάρδιο αγκάλιασμα σε αυτά τα μικρά κορίτσια και αγόρια που υποφέρουν από τον πόλεμο από-τα-πάνω, έναν πόλεμο στον οποίο κατευθύνονται στροβιλιζόμενοι συντηρητικοί και προοδευτικοί, δεξιοί και ψευδο-αριστεροί που μοιράζονται από κοινού την απέχθεια –και το φόβο– για όλους τους από κάτω. Που τους αποδέχονται μόνο ως παθητικό πλήθος στις παρελάσεις τους –τις οποίες τώρα αποκαλούν πορείες διαμαρτυρίας– και πάνω απ’ όλα στην ιερή ημέρα που θα φτάσουν στην κάλπη.
Στο μέτρο που ο κόσμος, η ήπειρός μας και οι δικοί μας διαφορετικοί από-κάτω αισθάνονται κάθε φορά και πιο επηρεασμένοι από τους πολλαπλούς πολέμους από-τα-πάνω –τον πόλεμο της πείνας για την κερδοσκοπία πάνω στην τροφή, τον πόλεμο της ενημερωτικής σιωπής για να μας αγνοήσουν, τον πόλεμο της κοινωνικής πολιτικής για να μας εξημερώσουν και τον πόλεμο, πόλεμο με σφαίρες και κανόνια για να μας εξαφανίσουν σκοτώνοντάς μας– γίνεται πιο επείγον να χαράξουμε «σύνορα» ανάμεσα στους πιο διαφορετικούς «εμείς» και στους πιο διαφορετικούς «εκείνοι», παρά τον κίνδυνο να καταλήξουμε σε κάποια δυσάρεστη έκπληξη.
Με κάθε άλμα προς τα εμπρός της παγκόσμιας εξέγερσης των από-κάτω, όταν πλήθη οπλισμένα με πέτρες βρίσκονται αντιμέτωπα με στρατιωτικά ελικόπτερα και κυνηγητό βομβαρδισμών, έρχεται η σειρά της ερώτησης: «με ποια πλευρά;», «με ποιους;» Ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν μόνο με την καρδιά και το πιο πρωταρχικό αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, αν και βλέπουμε κάθε μέρα αυτούς που κάθονται στα βάθρα από-πάνω να υπολογίζουν κέρδη και ζημιές με μέτριες λογικές που χρησιμεύουν για να εξηγήσουν το κάθετι, επειδή μερικές λέξεις, όπως έλεγε ο León Felipe[1] για τη δικαιοσύνη, αξίζουν λιγότερο, άπειρα λιγότερο και από τα ούρα των σκύλων.
Όταν οι χιλιάδες και τα εκατομμύρια κερδίζουν τους δρόμους, όπως έκαναν τον Ιανουάριο του 1994 στο Μεξικό ή στο Río de la Plata το 2001, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά το να γιορτάσεις, να συντροφέψεις, να αφήσεις τις δουλειές που κάνεις και να βγεις συμμετέχοντας στις χαρές και τους πόνους. «Και μετά τι;», ήταν η ερώτηση με την οποία μας πυροβολούσαν οι σοφοί αναλυτές και οι ηγέτες της αριστεράς. Μετά, ποτέ δεν ξέρεις. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: τώρα, και φτάνει πια.
Όσο τα νερά είναι ήρεμα, τα περιθώρια της κερδοσκοπίας φαρδαίνουν μέχρι να γίνουν ωκεανοί λόγων• λέξεις και άλλες λέξεις προφέρονται η μια μετά την άλλη, συνέχεια και συνέχεια, επειδή δεν συνδέονται με τα γεγονότα, τις πράξεις, τις αποφάσεις, τις δεσμεύσεις. Είναι, δηλαδή, λέξεις. Όπως αυτές των πολιτικών από-τα-πάνω, που ανταποκρίνονται στις ατομικές ιδιοτροπίες και τα συμφέροντα.
Αλλά όταν τα νερά αναταράσσονται, όταν τα κύματα γίνονται τρικυμία, τίποτε πια δεν μένει στη θέση του. Οι χρόνοι των υπολογισμών και της κερδοσκοπίας δίνουν τη θέση τους σε απαντήσεις σχεδόν αυτόματες, και είναι τότε που κάθε ομάδα ανταποκρίνεται σύμφωνα με τις αξίες που καλλιέργησε. Στις κρίσεις, όπως και στα ναυάγια, υπάρχουν μόνο συλλογικές έξοδοι, για τον απλό λόγο ότι στην ατομική λύση δεν χωράνε όλοι. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα που προσφέρουν οι εξεγέρσεις που συνταράζουν τον κόσμο.

Ένα σύστημα σε αποσύνθεση
Μπορούμε να καταβάλλουμε κάθε δυνατή διανοητική προσπάθεια που χρειάζεται για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει στον κόσμο. Να συλλέξουμε στοιχεία, να τα κατηγοριοποιήσουμε, να τα αναλύσουμε, να τα θέσουμε προς διάψευση μέχρι να περικυκλώσουμε μια υπόθεση σχετικά με αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση και που μοιάζει κάθε φορά περισσότερο με ένα συστημικό χάος.
Πώς να κατανοήσουμε την κρίση του συστήματος; Λένε πως υπάρχουν νόμοι που κυβερνούν την οικονομία, που παρουσιάζουν τάσεις και αλάνθαστες ενδείξεις ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο κατά την οποία το κεφάλαιο συναντά περιορισμούς στην συσσώρευσή του. Και υπάρχουν άλλες θεωρίες που λένε ότι η πτώση του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη και ότι ο κόσμος του ενός πόλου, δηλαδή ο κόσμος που έχει ως κέντρο του την ηγεμονία μιας μόνο χώρας, των ΗΠΑ, δεν μπορεί να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη ορισμένων, και μπορεί να κάνουμε λάθος, αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ένα ¡Ya Basta!, μαζικό, ωμό και γενικευμένο από τους από-κάτω απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου. Η κρίση είναι: όταν γυναίκες και νέοι, παιδιά, αγρότες και εργάτες, ιθαγενείς και φοιτητές/μαθητές πια δεν αντέχουν άλλο και οι αγώνες τους γίνονται τόσο δυνατοί που οι από-πάνω, τα αφεντικά του κεφαλαίου, αρχίζουν να μεταφέρουν τα λεφτά τους σε πιο σίγουρους τόπους. Και αυτό που εξοπλίζουν είναι ένα γιγάντιο καζίνο όπου παίζουν για να κερδίσουν χρήματα ο ένας καπιταλιστής από τον άλλο, επειδή οι από-κάτω δεν τους επιτρέπουν πια να τους κλέβουν και να τους εκμεταλλεύονται τόσο εύκολα.
Οι Giovanni Arrighi και Beverly Silver λένε στο έργο τους που καλύπτει πέντε αιώνες της ιστορίας του καπιταλισμού, Χάος και τάξη στο σύστημα του μοντέρνου κόσμου, ότι αυτή η κρίση έχει ένα χαρακτηριστικό πολύ διαφορετικό από τις προηγούμενες. Τώρα η πάλη των από-κάτω είναι τόσο ισχυρή που από μόνη της βάζει σε κρίση το σύστημα. Αυτό συνέβη σε όλη τη Λατινική Αμερική, από το Caracazo[2] το 1989 μέχρι τον δεύτερο πόλεμο του φυσικού αερίου στη Βολιβία το 2005 και την Κομούνα της Οαχάκα το 2006. Δεν ήταν οι «αντικειμενικοί νόμοι» αυτοί που οδήγησαν σε κρίση το σύστημα κυριαρχίας, οι άνθρωποι στους δρόμους ήταν αυτοί που κατέστρεψαν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.
Αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση μοιάζει με έναν τυφώνα που μας επηρεάζει όλους και όλες. Δεν υπάρχει λαός ούτε κοινωνική ομάδα που εξαιρείται και πολλά από τα εργαλεία που έχουν κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια των αιώνων αντίστασης παραμένουν άχρηστα. Όχι μόνο οι προηγούμενες, οι «ιστορικές» οργανώσεις των από-κάτω, αλλά και ένα μέρος των καινούργιων, αυτά που ονομάζουμε κοινωνικά κινήματα, έχουν μετατραπεί σε καθαυτό σκοπούς, σε ομάδες που καθοδηγούνται από τη λογική της επιβίωσης. Από αδράνεια, ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους, ένα μέρος από αυτό που επινοήθηκε για αντίσταση δεν χρησιμεύει για αντίσταση αυτή την περίοδο που όλα αποσυντίθενται. Και ο κόσμος ακόμα αποσυντίθεται. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να επινοήσουμε ξανά τα εργαλεία μας για αντίσταση και καινούργιους κόσμους.
Τι να πούμε για τις θεωρίες, τις ιδεολογίες και τις επιστημονικές αναλύσεις. Οι προβλέψεις των κοινωνικών και πολιτικών «αναλυτών» μοιάζουν αυτή τη στιγμή μετεωρολογικές, και στο μόνο που πέφτουν μέσα είναι να λένε τι ώρα βγαίνει ο ήλιος και το φεγγάρι, όλο το υπόλοιπο είναι αβέβαιο. Οι κοινωνικοί «αναλυτές», όπως φαίνεται, δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των προγνωστικών τους. Δεν προτάσσουν το σώμα τους μαζί με την ανάλυσή τους.
Τι κάνει ένας καπετάνιος όταν οι χάρτες πλοήγησης εμφανίζονται λανθασμένοι, όταν οι πυξίδες και τα ρολόγια και οι εξάντες δεν δείχνουν με την ακρίβεια του παρελθόντος; Και τι κάνουν οι εξεγερμένοι όταν πια τίποτε δεν μπορεί να αναμένεται από τα Κράτη και τους θεσμούς, τα κόμματα και τις οργανώσεις που μιλούν για αλλαγή και επανάσταση αλλά στην πραγματικότητα ψάχνουν τον καλύτερο τρόπο να βολευτούν σ’ αυτόν τον κόσμο;
Μπορούμε να εμπιστευτούμε την ηθική ως στήριγμα και οδηγό των κινημάτων μας, των επιλογών μας, ως ματσέτα για να ανοίξουμε μονοπάτια;

Είναι δυνατόν να ενώσουμε την ηθική με την πολιτική

Οι Ζαπατίστας προτείνουν να ανοίξει ένας διάλογος/ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την ηθική και την πολιτική. «Είναι δυνατόν να φέρουμε την Ηθική στον πόλεμο;» μας ρωτά ο Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος στο γράμμα του προς τον Luis Villoro. Μπορούμε να επεκτείνουμε την ερώτηση για να συμπεριλάβουμε την πολιτική. Η Ηθική και η Πολιτική μπορούν να συμπλεύσουν; Δεν είναι τόσο προφανής η απάντηση.
Πώς θα ήταν; Θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί να βάζει μερικές δόσεις ηθικής σε κάποιο από τα κόμματα που κατέχουν υπουργεία; Ή στις αίθουσες των βουλευτών και των γερουσιαστών; Πόση; Μέχρι να γεμίσουν πόσες σελίδες λόγων; Ποια πρέπει να είναι η απαραίτητη δόση ηθικής για να απομακρύνει δεκαετίες πρακτικών που κατευθύνονται από τους μικροπρεπείς υπολογισμούς των κερδών που μετριούνται σε θέσεις, ταξίδια και εξωφρενικούς μισθούς; Είναι φανερό ότι εκεί επάνω η ηθική έχει αποσιωπηθεί ή αποτελεί απλώς λεκτικό επιχείρημα. Είναι δύο διαστάσεις που κατοικούν διαφορετικούς κόσμους και που δεν μπορούν ούτε να συνομιλήσουν ούτε να γίνουν κατανοητοί.
Μια κρύα νύχτα του 1995 ο διοικητής Tacho απευθύνθηκε στο πλήθος στην πλατεία του Σαν Αντρές για να εξηγήσει αυτό που είχε συζητηθεί εκείνη την ημέρα με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, στις συζητήσεις που κατέληξαν τελικά στις Συμφωνίες του Σαν Αντρές. «Μας ζήτησαν να τους εξηγήσουμε τι είναι η αξιοπρέπεια», είπε, προκαλώντας ένα ξέσπασμα γέλιου. Με την ηθική συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να εξηγηθεί, αν και έχω δει ολόκληρες βιβλιοθήκες να προσποιούνται ότι την αναλύουν.
Η ηθική χρειάζεται έναν άλλον τόπο για να ριζώσει και να ανθίσει. Κι αυτός ο τόπος είναι κάτω και προς τα αριστερά, εκεί όπου έχει γεννηθεί ένας άλλος τρόπος να κάνουμε πολιτική, όπου η λέξη είναι δεμένη με τη ζωή και η ζωή είναι τα ωμά συμβάντα, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, τα συμβάντα όλων των ημερών των από κάτω. Αυτή η άλλη πολιτική, γεννιέται στο υπέδαφος για να παραμείνει εκεί, είναι η πολιτική που δεν ψάχνει σκάλες για να φτάσει επάνω αλλά γέφυρες και βάρκες για να φτάσει στους άλλους από κάτω και ανάμεσα στους από κάτω να χτίσει έναν άλλο κόσμο. Αυτή η πολιτική είναι ηθική και μόνο αυτή μπορεί να το κάνει.
Η βάρκα της πολιτικής από-τα-πάνω, που είναι ίδια με την πολιτική αυτών που θέλουν να φτάσουν επάνω, έχει πάνω στο τιμόνι της μια τεράστια πυξίδα που πάντα δείχνει προς έναν βορρά που ονομάζεται πραγματισμός ή ρεαλισμός. Και είναι η τέχνη του να παίζεις με τα δεδομένα που υφίστανται, με την «συσχέτιση δυνάμεων» (το πολυφορεμένο κλισέ της αριστερά από-τα-πάνω), και την πραγματική πραγματικότητα. Ο πραγματιστής και ο ρεαλιστής μετράει με εξαιρετική ακρίβεια την κατάσταση, την ξεσκίζει για να ρουφήξει όλο το χυμό, για να παίξει μαζί της το παιχνίδι της τοποθέτησης των πιονιών του σκακιού στο τραπέζι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ανάλογα με τα συμφέροντά του. (Βλέπε σχετικά ότι ο πολιτικός από-τα-πάνω δεν διαχωρίζει ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία και χρησιμοποιεί τις ίδιες έννοιες και για τις δύο σφαίρες).
Ο πραγματιστής και ρεαλιστής πολιτικός, όταν οι λαοί ξεσηκώνονται, όταν προτάσσουν το σώμα στις σφαίρες και τα κανόνια του τυράννου, δεν ανοιγοκλείνει ούτε καν το βλέφαρο για το αίμα που χύνεται. Περιορίζεται στο να υπολογίζει ποιοι μπορούν να ωφεληθούν και ποιοι ζημιώνονται από την πτώση του τυράννου και το θρίαμβο των εξεγερμένων. Κάνει τους υπολογισμούς του με την ζέση και την ίδια αηδιαστική αδιαφορία που κάνει και τους εκλογικούς υπολογισμούς.
Παραιτείται, έτσι, από τη δημιουργία ενός νέου κόσμου. Που δεν μπορεί να είναι μια απλή ανατοποθέτηση των ήδη υφιστάμενων πιονιών αλλά κάτι εντελώς άλλο, ένα διαφορετικό παιχνίδι. Το να διαχειρίζεται κανείς αυτό που υπάρχει, το να παίζει με τα πιόνια του συστήματος, σημαίνει να δέχεται τους κανόνες του συστήματος και αυτοί οι κανόνες ονομάζονται, δευτερευόντως, εκλογές. Αρχικά σημαίνει να υποτάσσεται στη βία των από πάνω, αυτό που ονομάζουν μονωπόλιο-της-νόμιμης-βίας. (Οι ζαπατίστας την υφίστανται καθημερινά, είναι μια βία ωμή και δεν αξίζει να επεκταθούμε αυτή τη στιγμή). Η άλλη πολιτική, η ηθική πολιτική, αρνείται τα πιόνια και τους κανόνες του παιχνιδιού που μας θέλει να παίζουμε την πολιτική των από πάνω.
Με ποια πιόνια οργανώνει το παιχνίδι του νέου κόσμου η άλλη πολιτική;
Στην άλλη πολιτική, κάτω και προς τα αριστερά, δεν υπάρχουν πιόνια ούτε παιχνίδι, εκτός και αν την πρόταξη του σώματος ονομάζεται παιχνίδι.

Ηθική είναι η πρόταξη του σώματος
Λένε οι ζαπατίστας ότι η κριτική σκέψη έχει υποχωρήσει εκ νέου μπροστά στην επείγουσα κατάσταση των αποφάσεων της στιγμής. Στη θέση της κερδίζει έδαφος το εκλογικό μάρκετινγκ. Το να σκέφτεσαι κριτικά δεν είναι τίποτε άλλο από το να σκέφτεσαι ενάντια σε σένα τον ίδιο, ενάντια σε αυτό που είμαστε ή κάνουμε, όχι για να σταματήσουμε να είμαστε ή να κάνουμε αλλά για να αναπτυχθούμε και να προχωρήσουμε. Η κριτική σκέψη δεν μπορεί να βολευτεί στον τόπο που έχει κατακτήσει, όσο ενδιαφέρον κι αν έχει αυτός.
Τώρα η αριστερά και οι «διανοούμενοι Petrobras» (αυτοί που επιδοτούνται για τα βιβλία τους από τις προοδευτικές πολυεθνικές και τοποθετούν το logo της εταιρίας στο εξώφυλλο) ασχολούνται με τον εξωραϊσμό των υποτιθέμενων έργων των προοδευτικών κυβερνήσεων. Η «κριτική σκέψη» τους είναι κάτι περισσότερο από περίεργη: ασκούν κριτική στον Ιμπεριαλισμό του Βορρά, σαν μην υπάρχει αντίστοιχος στο Νότο, και στην «ακροαριστερά» η οποία, όπως λένε, εργάζεται για τη δεξιά. Ολόκληροι λαοί έχουν υποταχθεί στην Petrobras[3], που διψάει για κέρδη ώστε να γίνει η πρώτη πετρελαϊκή εταιρεία στον κόσμο (τώρα πια η δεύτερη). Αυτοί οι διανοούμενοι μιλούν για κριτική σκέψη και για χειραφέτηση σαν να μην ξέρουν ότι οι εταιρείες που τους επιδοτούν είναι βαμμένες με αίμα.
Για εμάς η κριτική σκέψη πάντα ήταν και θα είναι αυτοκριτική. Είναι ο τρόπος να επιδιορθώσουμε αυτό που είμαστε, να βελτιωθούμε, να γίνουμε καλύτεροι, πιο αληθινοί. Ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που κάνουμε γιατί πάντα θέλουμε να φτάσουμε πιο μακριά. Όχι από ζήλο για τελειότητα ούτε από αντεκδίκηση. Οι από κάτω χρειάζονται αυτή την κινητήρια δύναμη που είναι η κριτική/αυτοκριτική γιατί δεν μπορούν να βολευτούν στον τόπο που κατέχουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι μια σκέψη επιστημονική με την ακαδημαϊκή έννοια, επειδή δεν την αξιολογούν οι άλλοι ακαδημαϊκοί αλλά ο ίδιοι οι κοινοί άνθρωποι, οι από κάτω που οργανώνονται σε κινήματα.
Η κριτική σκέψη είναι μια σκέψη σε μετάβαση που δεν τείνει να παγιώνεται αλλά παραμένει η ίδια σε κίνηση και όχι μόνο μαζί με τα κινήματα. Δεν αποτελεί αυτοσκοπό, γιατί οφείλει να υπηρετεί όσους βρίσκονται κυρίως σε αντίσταση οι οποίοι πάντα αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις. Αν όχι, τι νόημα έχει η σκέψη; Δεν γραπώνεται στις ιδέες που διαμορφώνει σε μια δεδομένη στιγμή, είναι πρόθυμη να τις τροποποιήσει επειδή δεν θέλει να έχει δίκιο για είναι κάτι περισσότερο από τους άλλους, θέλει να είναι μαζί με όλους.
Είναι μια σκέψη σε ανοιχτό ουρανό, που γεννιέται και μεγαλώνει κοντά στους χώρους αντίστασης. Δεν χωράει στις ακαδημίες ούτε στα θερμαινόμενα/ψυχόμενα γραφεία και δεν εξαρτάται από προϋπολογισμούς. Εάν είναι αληθινή, αν είναι ειλικρινής και με δέσμευση, προτάσσει το σώμα μαζί με τις ιδέες και τις συλλογιστικές. Δεν σκέφτεται ούτε στέλνει άλλους στο μέτωπο, όπως οι δειλοί στρατηγοί των στρατών που ξοδεύουν εκατομμύρια δολάρια σε drones, αυτά τα αεροπλάνα χωρίς πλήρωμα που καταστρέφουν περιοχές χωρίς να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή όσων επιτίθενται. Για αυτόν που διεξάγει τον πόλεμο, είναι απλώς ένα βιντεοπαιχνίδι: χειρίζονται τα drones από μόνιτορ από άλλη ήπειρο, προς το παρόν από τις ΗΠΑ. Για αυτόν που υποφέρει είναι μια απρόσωπη γενοκτονία.
Η κριτική σκέψη, που είναι μια ηθική σκέψη, δεν μπορεί να είναι ένα βιντεοπαιχνίδι όπου ο πολιτικός βάζει τις ιδέες και οι υπόλοιποι προτάσσουν το σώμα. Στις τελευταίες σελίδες της νουβέλας του Alejo Carpentier, «Ο αιώνας των φώτων», η Σοφία βγαίνει στο δρόμο στη Μαδρίτη που έχει ξεσηκωθεί ενάντια στα στρατεύματα του Ναπολέοντα στις 2 Μαΐου του 1807. Ο Esteban προσπαθεί να την εμποδίσει επειδή αυτό είναι σίγουρος θάνατος: κανόνια και τουφέκια ενάντια σε κραυγές και μαχαίρια. Και οι δύο υποφέρουν από την προδοσία των ιδανικών της Γαλλικής Επανάστασης:
– Πάμε εκεί!
– Μην είσαι ηλίθια, εκεί βομβαρδίζουν. Δεν πρόκειται να κάνεις τίποτε μ’ αυτά τα παλιοσιδερικά.
– Μείνε αν θέλεις. Εγώ πάω!
– Και πας να παλέψεις για ποιον;
– Γι’ αυτούς που έχουν βγει στους δρόμους. Πρέπει να κάνουμε κάτι.
– Τι;
– Κάτι!

Η ηθική ως κριτική σκέψη και το αντίστροφο
Για να πλεύσεις μαζί με το ρεύμα, για να αφεθείς να σε πάρει χωρίς μεγάλη προσπάθεια, δεν χρειάζεται ούτε σκέψη ούτε ηθική. Τι νόημα έχει η κριτική και η ηθική εάν όλα συνίστανται στο να ακολουθείς το ρεύμα; Αν το μονοπάτι έχει χαραχθεί, όπως λέει το τραγούδι ενός φίλου ουρουγουανού, και μας μένει μόνο να το διαβούμε και ο δρόμος είναι μάλιστα κατηφορικός, η κριτική είναι μια ανοησία και η ηθική, στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητικό στοιχείο. Η κριτική μας σπρώχνει να βγούμε από το δρόμο, να ψάξουμε πλαγιές απόκρημνες, να λασπωθούμε μέχρι τα αυτιά. Η ηθική δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον κομφορμισμό.
Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για εκείνες τις πολιτικές πρακτικές που καθοδηγούνται από ηγέτες που συγκεντρώνουν όλη τη γνώση και όλη την εξουσία και τους οποίους οφείλουμε να ακολουθούμε τυφλά. Όποιος γνώρισε από κοντά την εμπειρία του Serdero Luminoso[4] στο Περού, μπόρεσε να καταλάβει ότι η σχέση ανάμεσα στα «επαναστατικά» αφεντικά και στους στρατευμένους της βάσης αναπαρήγαγε πιστά την κάθετη και αυταρχική σχέση ανάμεσα στους φεουδάρχες ιδιοκτήτες γης και τους εργάτες του αγροκτήματος. Εκεί δεν υπήρξε ποτέ αλλαγή, μόνο αναπαραγωγή των σχέσεων καταπίεσης, που είχαν ως κέντρο το «κόμμα της πρωτοπορίας» και του οποίου οι καπετάνιοι πλοηγούσαν σπρωγμένοι από τον άνεμο της ιστορίας.
«Τίποτα δεν διέφθειρε περισσότερο την γερμανική εργατική τάξη από την ιδέα ότι αυτή κολυμπούσε με το ρεύμα», έγραφε ο Walter Benjamin στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Οι γυναίκες και οι ιθαγενείς, που δεν ενσωματώνονταν σ’ αυτή τη μεγάλη Ιστορία, χάραξαν το δικό τους δρόμο κόντρα στο ρεύμα και γι’ αυτό μετατράπηκαν σε υποκείμενα της ζωής τους. Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι η εκλογική πολιτική είναι η διάδοχη πίστη αυτής της κομφορμιστικής παράδοσης στην οποία δεν χρειάζεται να προτάξει κανείς το σώμα, μόνο να ρίχνει ένα χαρτί στην κάλπη κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια;
Στη φράση του Benjamin, το υποκείμενο δεν είναι «αυτή», η εργατική τάξη, αλλά η ιστορική κίνηση, όπως σε άλλες εμπειρίες είναι το κόμμα ή ο υπέρτατος ηγέτης. Ο αλάνθαστος. Όσοι προερχόμαστε από τη μαρξιστική/μαοϊκή εμπειρία ξέρουμε κάτι από αυτό. Τα υποκείμενα ποτέ δεν ήταν οι αγρότες με σάρκα και οστά, μόνο ο Μεγάλος Ηγέτης, το Κόκκινο Βιβλίο (ή ήταν πράσινο;) ή η ανώτερη Διεύθυνση. Οι κοινοί άνθρωποι, στους οποίους πάντα αναφερόμαστε ως «μάζα», ήταν αυτό: μαλακή εύπλαστη ύλη για τη Διεύθυνση και/ή τη σωστή πολιτική γραμμή. Στην μάζα ποτέ δεν ξέρουμε να βλέπουμε πρόσωπα, ποτέ δεν εμφανίζεται ένας Γέρο-Antonio ή μια μικρή με το όνομα Patricia, άντρες και γυναίκες αληθινοί με σκέψεις, παραδόσεις, ταυτότητες, με τις οποίες θα θέλαμε να έρθουμε σε διάλογο και να τις κατανοήσουμε. Τα περιορισμένα συγκεκριμένα ονόματα που εμφανίζονται στους βασικούς λόγους του Μεγάλου Ηγέτη είναι ονόματα ξένων ή καλύτερα άλλοι ηγέτες από τα ψηλά. Ποτέ ο κοινός, ποτέ ο από κάτω.
Κατά συνέπεια, καταπιανόμαστε να ακολουθούμε τα βήματα των «μεγάλων», των πραγματικά σημαντικών, των ιστορικών αφεντικών (αρσενικών, φωτισμένων, επιδέξιων στο χειρισμό της ειδικής γλώσσας). Κάθε φράση από τους ηγέτες διαβαζόταν και ξαναδιαβαζόταν μέχρι να βγει κάποιο εξαιρετικό νόημα, κάθε χειρονομία μελετιόταν, κάθε φωτογραφία γινόταν αντικείμενο λεπτομερούς σπουδής, και αυτή η άσκηση –το να κοιτάς πάντα προς τα πάνω– φυλάκισε την ικανότητά μας να βλέπουμε, να ακούμε, να αισθανόμαστε τις χαρές και τους πόνους των από κάτω. Όλων αυτών που δεν διέθεταν έναν εξευγενισμένο λόγο και δεν σύχναζαν στους τόπους και τους τρόπους της εξουσίας. Αυτοί, και αυτές, ήταν τόσο αόρατοι για τους «επαναστάτες» όπως ακριβώς ήταν για τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. (Αν επεκτείνομαι σχετικά με αυτή την παράδοση δεν είναι επειδή είναι η εξαίρεση, αλλά επειδή πονάει, πληγώνει και το να κρατηθεί ζωντανός αυτός ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να μην επαναληφθεί).
Αυτή η επώδυνη παράδοση φτάνει ως τις μέρες μας και προσλαμβάνει μορφές πολύ πιο ωραιοποιημένες και εξευγενισμένες, απρόσωπες και επιστημονικές. Ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς: υπογραφές και στοιχεία αντικειμενικά που αποκρύπτουν την ανθρώπινη ύπαρξη πίσω από γραφήματα και στατιστικές. Δεν υπάρχει, αλήθεια, κάτι κοινό ανάμεσα σε όλες τις μορφές της πράξης και της σκέψης που αποκρύπτουν τον ανθρώπινο πόνο;
Αν είναι αλήθεια, όπως λέει ο Benjamin, ότι η καθημερινή ζωή των καταπιεσμένων είναι μια μόνιμη «κατάσταση εξαίρεσης», και για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί να επισκεφθεί μια ιθαγενική κοινότητα ή οποιαδήποτε γειτονιά σε οποιαδήποτε αστική περιφέρεια στην Λατινική Αμερική, προκύπτει μια επιτακτική ηθική ανάγκη. Δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς κριτικά και απ’ έξω την κατάσταση εξαίρεσης, μακριά από τον τόπο όπου ασκείται η γυμνή εξουσία της φυσικής βίας. Για να κρατηθεί αυτή η απόσταση, για να μιλήσει κανείς στο όνομα των από κάτω, έχουν φτιαχτεί οι Οργανισμοί Ανάπτυξης. Στο εξής, το κριτικό πνεύμα θα γεννιέται από τις συνθήκες που μας επιβάλλει η κατάσταση εξαίρεσης, διαφορετικά δεν θα είναι πνεύμα ηθικό.
Θα πουν ότι έτσι χάνεται η αναγκαία απόσταση για να ασκήσει κανείς κριτική. Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, που σχετίζεται με τον τρόπο που παράγεται γνώση: από ποια αφετηρία και σε ποιες συνθήκες κανείς μιλάει, σκέφτεται ή γράφει. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές. Ή οι από κάτω αποτελούν την δικαιολογία ώστε οι άλλοι να κάνουν πολιτική ή να αναπτύσσουν θέση ή και τα δύο αναπτύσσονται σε συνεργασία, με συλλογική εργασία, με τους από κάτω. «Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε σκάλες για εσάς», φωνάζουν οι βολιβιάνοι aymaras[5] στους πολιτικούς από πάνω, στους δεξιούς, στους αριστερούς και τώρα επίσης και στους «πολυεθνιστές» πολιτικούς, οι οποίοι αποτελούν την τελευταία παγίδα που γεννήθηκε για να παρασιτήσει στα κινήματα.
Η μεγαλύτερη φιλοδοξία που μπορούμε να έχουμε οι στρατευμένοι, οι διανοητές, οι συγγραφείς ή όποιοι είμαστε…, είναι να σταματήσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε. Και οι άλλοι να μας πλημμυρίσουν, να μας ξεπεράσουν, να μετατραπούμε σε συλλογικούς διανοητές, συλλογικούς συγγραφείς, στρατευμένους που κυβερνούν υπακούοντας, που «εκμηδενίζουν το πεδίο της πραγμάτωσής τους», όπως έλεγε η επιστολή του Luis Villoro. Ποια μεγαλύτερη χαρά από μια σκέψη που εξαπολύεται στον άνεμο, που φτάνει να ενσαρκώνει τις πιο διαφορετικές συλλογικότητες, που την ενισχύουν, την εμπλουτίζουν και την τροποποιούν μέχρι να γίνει αγνώριστη η καταγωγική της ρίζα, την μετατρέπουν σε κληρονομιά όλων!
Εδώ παρουσιάζονται μερικές ιδέες ανοργάνωτες, γραμμένες πάνω στην έξαψη της οργής που προκαλεί η ανικανότητα να συνειδητοποιήσουμε με ποιον τρόπο η εξέγερση των λαών γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την αγορά των γεωπολιτικών συμφερόντων.
Χαιρετισμούς στους ιθαγενείς τσιαπανέκος που μας διδάσκουν ότι είναι δυνατόν να νικηθεί ο φόβος συλλογικά.

Raúl Zibechi
Montevideo, Μάρτιος 2011



Σημειώσεις

[1] Σ.τ.Μ.: León Felipe Camino Galicia (11 Απριλίου 1884 - 17 Σεπτεμβρίου 1968): ισπανός ποιητής.
[2] Σ.τ.Μ.: Caracazo ή sacudón ήταν το όνομα που δόθηκε στις λαϊκές διαδηλώσεις, τις εξεγέρσεις και τις επακόλουθες σφαγές στις 27 Φεβρουαρίου 1989 στο Καράκας, πρωτεύουσα της Βενεζουέλα, και τις γύρω πόλεις.
[3] Σ.τ.Μ.: Petróleo Brasileiro S.A. ή Petrobras: πολυεθνική εταιρεία ενέργειας με έδρα τη Βραζιλία.
[4] Σ.τ.Μ.: Κομμουνιστική Οργάνωση στο Περού (Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού - Serdero Luminoso) με μαοϊκή πολιτική γραμμή με βασική δράση κυρίως ανάμεσα σε 1980-1992. Μετά το 1992 η παρουσία της οργάνωσης είναι πολύ εξασθενημένη.
[5] Σ.τ.Μ.: Ιθαγενικές κοινότητες στα υψίπεδα των Άνδεων (σχ. στο: http://unca.galeon.com/).

Πηγή: Περιοδικό Rebeldia, 77, Μάιος 2011, σσ. 51-57 (γλώσσα: ισπανικά). Διαθέσιμο επίσης στο internet στα ισπανικά: http://caminatuspensamientos.blogspot.com/2011/05/etica-y-politica-tender-puentes-no.html

Μετάφραση: Ratnet, 2011

Ανταπόκριση από τη Μαδρίτη

Αναδημοσίευση από http://autonomosteki.espivblogs.net/

Πως ξεκίνησε
Την Κυριακή 15-5 είχε καλεστεί πορεία από την πλατφόρμα «Πραγματική Δημοκρατία Τώρα» στην οποία υπήρχε μεγάλη συμμετοχή του κόσμου (10.000-15.000;). Στο τέλος της πορείας ένα κομμάτι του κόσμου έκλεισε δύο κεντρικούς δρόμους της πόλης και με αφορμή αυτό έγιναν και κάποια ελάχιστα επεισόδια (κάηκαν λίγοι κάδοι και πετάχτηκαν κάποια κουτάκια μπύρας και ελάχιστες πέτρες)-σε ένα ποσοστό τους από ασφαλίτες, όπως φάνηκε από τις συλλήψεις που ακολουθήσανε. Συνελήφθησαν 24 άτομα, τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα με ελαφρές κατηγορίες (διατάραξη κοινής ειρήνης).
Την Δευτέρα στις 20.00 είχε καλεστεί ανοιχτή συνέλευση-συγκέντρωση στην πλατεία sol (η κεντρική πλατεία της πόλης) στην οποία συμμετείχε πάρα πολύς κόσμος (15.000;) και η οποία κατέληξε (χωρίς προφανώς να προηγηθεί συζήτηση) στο να παραμείνει ο κόσμος στην πλατεία μέχρι την Κυριακή 22-5 (ημέρα τοπικών εκλογών). Το επόμενο πρωί στις 5 η αστυνομία διέλυσε τον κόσμο που παρέμενε και αντανακλαστικά καλέστηκε νέα συνέλευση για το ίδιο απόγευμα όπου με ακόμα περισσότερο κόσμο ξαναστήθηκαν σκηνές. Η αστυνομία απαγόρευσε τη συγκέντρωση (στην Ισπανία οποιαδήποτε συνάθροιση κόσμου χρειάζεται την άδεια της αστυνομίας) ενώ την επόμενη μέρα η εκλογική επιτροπή της Μαδρίτης την έβγαλε παράνομη. Ωστόσο η αστυνομία -αν και παρούσα με μεγάλο αριθμό ΜΑΤ- κρατάει πολύ διακριτική στάση και λόγο του αριθμού του κόσμου και του πολιτικού κλίματος θεωρώ απίθανο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Μέχρι και αυτή τη στιγμή συνεχίζεται η κατάληψη της πλατείας με όλο και περισσότερο κόσμο να συμμετέχει (από τις συνελεύσεις μέχρι τη μπυροποσία).

Η δομή και η λειτουργία

Θεωρητικά (αυτήν την ώρα στην πλατεία βρίσκεται περισσότερο από 20.000 κόσμου και προφανώς η ντουντούκα δεν ακούγεται) κάθε μέρα στις 20.00 γίνεται συνέλευση στην οποία αποφασίζονται ψηφίζοντας δια της οχλοβοής κάποιες βασικές αποφάσεις που έχουν προκύψει από τις ομάδες εργασίας. Κάθε μεσημέρι επίσης υπάρχει γενική συνέλευση όπου οι συνθήκες επιτρέπουν τη συζήτηση. Από σήμερα αποφασίστηκε ο διάλογος να γίνεται πάνω σε θεματικές και κάθε συνέλευση να είναι καταληκτική για την κάθε θεματική. (Πως αποφασίζονται οι θεματικές: υπάρχει ένα κουτί παράπονων στο οποίο ο κόσμος ρίχνει χαρτάκια με παράπονα/ιδέες. Σύμφωνα με αυτό και τις ιδέες/προτεραιότητες του κόσμου της συνέλευσης αποφασίζονται οι θεματικές.) Παράλληλα συγκροτούνται ομάδες εργασίας οι οποίες συγκεκριμενοποιούν τις αποφάσεις της συνέλευσης, παίρνουν αποφάσεις και παρουσιάζουν θέσεις στη συνέλευση. Στην ουσία, οι ομάδες εργασίας έχουν χαρακτήρα μικρής αυτόνομης συνέλευσης

Και τι στο καλό κουβεντιάζεται; Και πολιτικά πώς χαρακτηρίζεται αυτό το πράγμα;

Κάποια βασικά χαρακτηριστικά που για μένα καθορίζουν το χαρακτήρα της κίνησης αυτής:
1. Είμαστε όλοι μαζί. Προφανώς και στρεφόμαστε απέναντι στους πολιτικούς, τραπεζίτες και λιγότερο στα ΜΜΕ αλλά εμείς δεν είμαστε ούτε αριστεροί, ούτε δεξιοί, κυρίως αυτοχαρακτηριζόμαστε ως πολίτες, ανεξάρτητοι, δεν έχουμε καμιά σημαία (χαρακτηριστικά, χτες που σε κάποια στιγμή ανέβηκε μια ισπανική σημαία γιουχαΐστηκε με το «δεν θέλουμε καμία σημαία». Επίσης, σε όλη την πλατεία με χιλιάδες κόσμου, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα σύμβολο ταυτότητος).
2. Απέναντι στη βία. Από την πρώτη στιγμή ξεκαθαρίστηκε. Ότι γίνεται είναι ειρηνικό, δεν αποδεχόμαστε καμιά βίαιη ενέργεια. Χωρίς προφανώς να είναι διακηρυγμένη θέση της συνέλευσης, ο περισσότερος κόσμος θεωρεί τους μπάτσους παραστρατημένα αδέλφια μας (αν και τους γιουχάρει όταν φεύγουν), ονομάζει την κίνηση των ημερών ειρηνική επανάσταση και την θεωρεί σαν αδελφή κίνηση της ισλανδικής, βρετανικής και της τυνήσιας. (Προφανώς και ακούγεται και το παράδειγμα της Ελλάδας ή της Αργεντινής αλλά το σημείο αναφοράς είναι η Ισλανδία, η Βρετανία και η Τυνησία.)
3. Είμαστε απέναντι στο σύστημα ή θέλουμε να βελτιώσουμε της συνθήκες; Και τα δυο (μαζί, την ίδια στιγμή και από τους ίδιους ανθρώπους). Διαβάζοντας και ακούγοντας τα συνθήματα καταλαβαίνει κάνεις τις αντιθετικότητες. Εναντία στη δικτατορία των τραπεζών, αλλαγή του εκλογικού νόμου, το λένε δημοκρατία αλλά δεν είναι, δεν θέλουμε διεφθαρμένους πολιτικούς, βία είναι τα 600 ευρώ το μήνα, ελευθερία έκφρασης, ενάντια στον δικομματισμό είναι μερικά από τα συνθήματα που ακούγονται. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακούγονται όλα από όλους.

Κράτος, κόμματα, εκλογές. Ο "χώρος"

Το πολιτικό background των ημερών είναι το εξής. Σε λιγότερο από μια εβδομάδα τοπικές εκλογές με ιδιαίτερο πολιτικό ειδικό βάρος (λόγω κρίσης) όπου αναμένεται σαρωτική νίκη του Partido Popular (δεξιά προς τα πολύ δεξιά). Τις πρώτες ημέρες το κράτος προσπάθησε να το χτυπήσει. Προβοκάτσιες, συλλήψεις, απαγορεύσεις πορειών, αδιαφορία από τα ΜΜΕ. Δεν το κατάφεραν και τώρα έχουμε την κυβέρνηση (σοσιαλδημοκράτες) να προσπαθούν να «ακούσουν τη νεολαία» και να «προβληματίζονται από τις ανησυχίες των νέων». Η αντιπολίτευση στάση αναμονής. Τα ΜΜΕ να το αποδέχονται (αποκρύβοντας τα όποια ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά έχει) και να το χρησιμοποιούν ως μέσο πίεσης προς διάφορες κατευθύνσεις. Η ενωμένη αριστερά (το μόνο κοινοβουλευτικό αριστερό κόμμα -στα δεξιά του ελληνικού συνασπισμού η προσωπική μου άποψη) να το στηρίζει (σαν μάνα ουρανού τους έκατσε εν όψη εκλογών).
Όσον αφορά το «χώρο». Από την πρώτη πορεία της Κυριακής κράτησε μια κριτική επαφή με αυτό που συμβαίνει. Ένα κομμάτι του (το μικρότερο) απέχει ονομάζοντάς το στην ολότητα του ρεφορμιστικό, ένα κομμάτι του το στηρίζει πολιτικά χωρίς να συμμετέχει ιδιαιτέρως και άλλο ένα κομμάτι συμμετέχει ενεργά. Το τελευταίο είναι και αυτό που μέσα κυρίως από τις ομάδες εργασίας δίνει (ή προσπαθεί να δώσει) κάποια σχετικώς πιο ριζοσπαστικά πολιτικά χαρακτηριστικά και κάποια σχετική εμπειρία οργανωτικού τύπου

Και κλείνοντας
Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Μαδρίτη (και στην υπόλοιπη Ισπανία) είναι καταρχάς κάτι πρωτόγνωρο. Στους ανθρώπους της πλατείας βλέπω αυτό που ένιωθα και εγώ το Δεκέμβρη του 08. Ότι γίνεται κάτι κοσμοϊστορικό. Η ρουτίνα και η ροή της πραγματικότητας στην πλατεία (και μόνο εκεί γιατί στην υπόλοιπη πόλη η ζωή συνεχίζεται κανονικά) έχει σπάσει, ο κόσμος κοινωνικοποιείται διαφορετικά και διαφορετικά χαρακτηριστικά (συντροφικότητα, συμμετοχή, αλληλεγγύη κ.τ.λ.) αναδύονται. Ιστορικά η πόλη της Μαδρίτης είχε πάρα πάρα πολλά χρόνια να βγάλει κάτι αντίστοιχο.

Οι κοινωνικές δομές;
Η πλατφόρμα «πραγματική δημοκρατία τώρα» που είναι και βασική συνιστώσα και από αυτήν άρχισε, είναι ένα συνονθύλευμα ατόμων, NGOs, blogs, σελίδων του facebook, οργανώσεων και συλλογικοτήτων καλλιτεχνικού/ανθρωπιστικού/πολιτικού χαρακτήρα. Στην κατάληψη δεν συμμετέχει καμιά οργανωμένη συλλογικότητα και ούτε κάτι τέτοιο είναι αποδεκτό. Από τα βασικά χαρακτηριστικά είναι η ανυπαρξία σχέσεων αλληλοτροφοδότησης με τους κοινωνικούς χώρους. Με τη μοναδική εξαίρεση της σχολής φιλοσοφίας που είναι σε κατάληψη, σε κανένα σχολείο, σε καμιά σχολή, σε κανένα εργοστάσιο, σε καμία γειτονιά, σε κανένα νοσοκομείο δεν έχουν γίνει συνελεύσεις/κινήσεις/καταλήψεις. Αντίστοιχα, αν και υπάρχει ομάδα εργασίας σχετικά με αυτό, πουθενά στην πόλη δεν υπάρχουν αφίσες/συνθήματα/πανό. Ωστόσο στους χώρους δουλειάς και στο δρόμο είναι από τα βασικά θέματα συζήτησης. Διαφορετική είναι η κατάσταση στο internet μέσω του οποίου γίνεται η διάχυση της πληροφορίας και ο όποιος με τα όποια χαρακτηριστικά πολιτικός διάλογος. Τα κύρια μέσα που χρησιμοποιούνται είναι το twitter, το facebook και διάφορα blogs ενώ τα κινηματικά μέσα (indymedia, nodo50, kaosenlared κ.τ.λ.) δεν έχουν κάποιο σημαντικό ρόλο.

Η εξέλιξη του;

Αν και ήδη έχουν φανεί τα κυρίαρχα πολιτικά χαρακτηριστικά, ακόμα βρίσκεται σε μια φάση ρευστότητας η οποία μαζί με τη μαζικότητα και τα οργανωτικά χαρακτηριστικά αυτοοργάνωσης και αμεσοδημοκρατίας δεν μπορούν να αποκλείσουν καμία πιθανή εξέλιξη στις επόμενες ημέρες. Από τη ριζοσπαστικοποίησή του έως τη μετατροπή του στο μεγαλύτερο botellón (γιορτή με πολύ αλκοόλ σε πλατεία) που γνώρισε η ανθρωπότητα. Σήμερα για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που στη μεσημεριανή συνέλευση το πρώτο θέμα (και αίτημα) ήταν η αλλαγή του εκλογικού νόμου, από την άλλη φάνηκαν τα πρώτα δείγματα απαγκίστρωσης από τις εκλογές αφού ακούστηκαν απόψεις να συνεχιστεί η κατάληψη και μετά τις εκλογές.


* Προσθήκη: Στις αυτοδιοικητικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 22-5 στην Ισπανία, οι Σοσιαλιστές απέσπασαν ποσοστό 27,8% ενώ το αντιπολιτευόμενο συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα αναδείχθηκε πρώτο με 10 μονάδες διαφορά (37,6%). Στις προηγούμενες περιφερειακές εκλογές (2007), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) είχε και πάλι χάσει από το PP με μικρή όμως διαφορά, 34,9% έναντι 35,6%.
Οι διαδηλωτές αποφάσισαν να παραμείνουν στις πλατείες για μία εβδομάδα ακόμη.


Το μανιφέστο των Ισπανών διαδηλωτών


Είμαστε απλοί άνθρωποι. Είμαστε σαν εσάς: τους ανθρώπους, που ξυπνούν κάθε πρωί για να σπουδάσουν, να εργαστούν ή να βρουν δουλειά, άνθρωποι που έχουν οικογένεια και φίλους. Οι άνθρωποι, που δουλεύουν σκληρά κάθε ημέρα για να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον για τους γύρω τους.
Μερικοί από μας θεωρούνται προοδευτικοί, άλλοι συντηρητικοί. Μερικοί από εμάς πιστεύουν στο Θεό, μερικοί όχι. Μερικοί από εμάς έχουν σαφώς καθορισμένες ιδεολογίες, άλλοι είναι απολιτίκ, αλλά είμαστε όλοι ανήσυχοι και εξοργισμένοι για τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές που βλέπουμε γύρω μας: τη διαφθορά ανάμεσα σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, αφήνοντας μας αβοήθητους, χωρίς φωνή.
Αυτή η κατάσταση έχει γίνει κανονικά, μια καθημερινή ταλαιπωρία, χωρίς ελπίδα. Αλλά αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας, μπορούμε να την αλλάξουμε. Ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τα πράγματα, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουμε μια καλύτερη κοινωνία μαζί. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουμε ότι:
Οι προτεραιότητες για κάθε προηγμένη κοινωνία πρέπει να είναι η ισότητα, η πρόοδος, η αλληλεγγύη, η ελευθερία του πολιτισμού, η βιωσιμότητα και η ανάπτυξη, η ευημερία και η ευτυχία των ανθρώπων.
Αυτά είναι αναφαίρετες αξίες που πρέπει να ισχύουν στην κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, την απασχόληση, τον πολιτισμό, την υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική συμμετοχή, την ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη, καθώς και τα δικαιώματα των καταναλωτών για μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή.
Η τρέχουσα κατάσταση της κυβέρνησης και του οικονομικού μας συστήματος, δεν φροντίζουν αυτά τα δικαιώματα, και με πολλούς τρόπους αποτελούν εμπόδιο για την πρόοδο της ανθρωπότητας.
Η δημοκρατία ανήκει στο λαό το οποίο σημαίνει ότι η κυβέρνηση αποτελείται από κάθε έναν από εμάς. Ωστόσο, στην Ισπανία, τα περισσότερα μέλη της πολιτικής τάξης δεν μας λαμβάνουν καν υπόψη. Οι πολιτικοί θα πρέπει να μεταφέρουν τη φωνή μας στα θεσμικά όργανα, διευκολύνοντας την πολιτική συμμετοχή των πολιτών μέσω άμεσων καναλιών, κάτι που θα προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος για την ευρύτερη κοινωνία. Ο ρόλος τους είναι να πλουτίσουν και να ευημερούν εις βάρος μας, που είμαστε απλοί θεατές της δικτατορίας των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων που έχουν στην κατοχή τους στην εξουσία μέσω του δικομματισμού των PP & PSOE.
Η επιθυμία για εξουσία και η συσσώρευση της σε λίγους δημιουργεί ανισότητα, ένταση και αδικία, η οποία οδηγεί στη βία, την οποία εμείς απορρίπτουμε. Το πεπαλαιωμένο και αφύσικο οικονομικό μοντέλο ωθεί την μηχανή της κοινωνίας σε έναν συνεχόμενο κύκλο όπου οι λίγοι πλουτίζουν και οι πολλοί γίνονται φτωχότεροι. Μέχρι την κατάρρευση.
Η θέληση και ο σκοπός του ισχύοντος συστήματος είναι η συσσώρευση του χρήματος, όχι όσον αφορά την απόδοση και την ευημερία της κοινωνίας. Σπαταλώντας πόρους, μολύνοντας τον πλανήτη, δημιουργώντας ανεργία και δυσαρεστημένους πολίτες.
Οι πολίτες είναι τα γρανάζια μιας μηχανής σχεδιασμένης για να εμπλουτίσει μια μειοψηφία η οποία δεν αφορά τις ανάγκες μας. Είμαστε ανώνυμοι, αλλά χωρίς εμάς τίποτε από αυτά δεν θα υπήρχε, γιατί εμείς κινούμε τον κόσμο.
Αν ως κοινωνία δεν μάθουμε να εμπιστευόμαστε το μέλλον μας, ζώντας σε μια ανεξέλεγκτη οικονομία η οποία δεν επιστρέφει ποτέ τον παραγόμενο πλούτο στους περισσότερους, δεν θα μπορέσουμε να εξαλείψουμε τις αδικία απ’ την οποία υποφέρουμε.
Χρειαζόμαστε μία ηθική επανάσταση. Αντί να τοποθετούμε τα χρήματα πάνω τους ανθρώπους, ας τα φέρουμε στην υπηρεσία των ανθρώπων. Είμαστε άνθρωποι, όχι προϊόντα. Δεν είμαι ένα προϊόν αυτού που αγοράζω, του λόγου για τον οποίο το αγοράζω, ούτε αυτού από τον οποίο το αγοράζω.
Για όλα τα παραπάνω, είμαι εξοργισμένος.
Νομίζω ότι μπορώ να τα αλλάξω.
Νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω.
Γνωρίζω ότι μαζί μπορούμε. Γνωρίζω ότι μπορώ να βοηθήσω.
Ξέρω ότι μαζί μπορούμε.

Το Ντουλάπι - Δίκτυο για την Τροφοσυλλογική Δράση

Του Δικτύου για την Τροφοσυλλογική Δράση

Πολλά είναι αυτά που καταρρέουν στις μέρες μας. Χρηματιστήρια, χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεταφυσικές δοξασίες εσαεί κερδοφόρου ανάπτυξης, πυρηνικοί αντιδραστήρες στην καρδιά του τεχνοκρατικού θαύματος, μικροαστικές ονειρώξεις -αξιολύπητου- μεγαλείου. Γοητευτικός και συνάμα, θανάσιμα επικίνδυνος τόπος τα συντρίμμια. Πεδίο ονειρέματος και αρρώστιας, γεμάτα σκοτεινές γωνίες, του είδους που δίνουν τροφή σε νέες αλλόκοτες δοξασίες. Και αν μας κάνει κάτι να προτιμούμε να κινούμαστε στις παρυφές τους και όχι στις εναπομείνασες απαστράπτουσες κατασκευές του κόσμου τούτου, αυτό δεν είναι τόσο μια ιδιότυπη ressentiment, μια μνησικακία για την οποία τόσο έχει κατηγορηθεί η ριζοσπαστική σκέψη, αλλά ένα σύνολο αχνών, έστω, υποσχέσεων που γεννά αυτόματα η αποκαθήλωση θεσμών και ιδεολογημάτων.
Αυτό που καταρρέει ξανά και ξανά, τόσο στις -προσεχώς φωσφορίζουσες- ιαπωνικές ερήμους, όσο και στις ανά τον κόσμο χρηματοπιστωτικές, είναι το κυρίαρχο ιδεολόγημα της εξατομίκευσης, της εξύψωσης του ατόμου και των συμφερόντων του στο προσκήνιο της Ιστορίας. Ακριβώς όπως και το κατεξοχήν σύμβολό της, το ΙΧ, που αντί για την υποσχόμενη προσωπική ελευθερία απεριόριστης μετακίνησης, παρήγαγε την ακινησία, καθώς ο άνθρωπος ανακάλυψη μια ολοκαίνουργια φρίκη, αυτή του μποτιλιαρίσματος, έτσι και το εξυψωμένο άτομο της νεωτερικότητας συνειδητοποίησε έντρομο ότι δε βρίσκεται στη σκηνή ως αντικείμενο θαυμασμού, αλλά ως μελλοντικό σφάγιο. Η ατομική ελευθερία, μεταφράστηκε σε μοναξιά, στο να ’σαι γυμνός και αβοήθητος απέναντι στις αδηφάγες ορέξεις της αγοράς.
Τα ερείπια που αφήνει πίσω της αυτή η αποκαθήλωση, βρίθουν απελπισίας, μιζέριας, ψυχωτικών επεισοδίων, αντικαταθλιπτικών και έντοκων απαιτήσεων. Αλλά και γεννήσεων νέων παραδειγμάτων, ή επανακάλυψης παλαιοτέρων, όπου ο χομπσιανός πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν είναι ο κανόνας, όπου η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη παράγουν καλύτερα αποτελέσματα για όλους, όπου το εμείς αποδεικνύεται παντοδύναμο έναντι του αποξενωμένου εγώ, όπου η συλλογική δράση απαντά στο εδώ και τώρα.
Αναζητώντας τη διερεύνηση και τη δημιουργία νέων πεδίων συλλογικού, αποφασίζουμε να ασχοληθούμε με το θέμα της τροφής. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα πεδίο καθημερινότητας που μας αφορά όλες και όπου το συν-τροφικό αποτελούσε ανέκαθεν ένα πανίσχυρο παράδειγμα, αλλά και επειδή η διατροφική κρίση και ο έλεγχος της τροφής βρίσκουμε ότι αποτελούν δομικούς άξονες της παρούσας μορφής της κυριαρχίας.
Με αυτά κατά νου, ξεκινάμε ένα δίκτυο μοιράσματος τροφής και γνώσεων και δεξιοτήτων που την αφορούν. Ερχόμαστε σε επαφή με παραγωγούς, συλλέγουμε βότανα και φρούτα, καλλιεργούμε στους κήπους και τα μπαλκόνια μας, απαλλοτριώνουμε από τα σούπερ μάρκετ. Κοντολογίς, συγκεντρώνουμε τροφή και τη μοιραζόμαστε μεταξύ μας, χωρίς αντίτιμο, με ελεύθερη οικονομική συνεισφορά, χωρίς μεσάζοντες. Έτσι αποκτούμε πρόσβαση σε φτηνή και καλής ποιότητας τροφή, στηρίζουμε μικρούς παραγωγούς αλλά και αποκτάμε γνώση και δυνατότητα ελέγχου πάνω στην τροφή μας. Σε μια χρονική συγκυρία όπου ο έλεγχος της τροφής αγγίζει οργουελικά όρια, με νέες νομοθεσίες (βλ. codex allimentaris) που επιβάλλουν την παρουσία των πολυεθνικών και των μηχανισμών ελέγχου σε κάθε στάδιο της διατροφής, εμείς προτείνουμε την αυτομόρφωση, την ελεύθερη συλλογή τροφής και το μοίρασμά της.
Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη χαραμίσουμε με απληστία και εξατομίκευση. Ας τη μοιραστούμε.

Το διακύβευμα
Πρόσβαση σε καλής ποιότητας και φτηνή τροφή, συνειδητοποίηση σχετικά με τη διατροφή μας, επαφή με μικρούς παραγωγούς χωρίς μεσάζοντες, μοίρασμα γνώσεων, τεχνικών, τροφής.

Ποιοι
Όσες συμμετέχουν. Κάποιοι από εμάς, εμπλεκόμαστε με εγχειρήματα συλλογικών κουζινών, κάποιοι άλλοι ενδιαφερόμαστε για μοίρασμα γνώσεων ή πρόσβαση σε φθηνή τροφή.
Κάποιοι έχουν τους δικούς τους λόγους.

Πώς
Ερχόμαστε σε επαφή με μικρούς παραγωγούς (με γνώμονα τόσο την καλή ποιότητα των προϊόντων, όσο και τις συνθήκες παραγωγής τους -τόσο στο εργασιακό τομέα, όσο και στη μέθοδο παραγωγής). Συλλέγουμε βότανα, φρούτα, καρπούς. Καλλιεργούμε σε μπαλκόνια, χωράφια και κήπους. Δημιουργούμε μπαξέδες σε πάρκα και κατειλημμένους χώρους. Μοιραζόμαστε γνώσεις και τεχνικές (μας ενδιαφέρουν εξίσου μαθήματα αυτομόρφωσης για την παρασκευή τουρσιού π.χ. ή καλλιέργειας μανιταριών, όσο και ενημέρωση για το πατεντάρισμα σπόρων ή το νομικό πλαίσιο σ’ ότι αφορά τη διακίνηση βοτάνων).
Ενημερωνόμαστε μέσω της λίστας για νέες αφίξεις προϊόντων και για τις επόμενες εκδηλώσεις και δράσεις και κάθε τρίτη από τις 6 ως τις 11 ανοίγουμε το ντουλάπι στο ευρύ κοινό.

Και το κόστος;
Δε θέλουμε να κάνουμε ένα μαγαζάκι, οπότε επιλέγουμε την ελεύθερη συνεισφορά ως μέσο κάλυψης του κόστους που προκύπτει. Η κάθε μια παίρνει ελεύθερα και είτε αφήνει άλλα προϊόντα (λεμόνια από τον κήπο του, ελιές από το θείο από την άμφισσα, πατέ τρούφας από ντελικατέσεν) ή ό,τι χρήματα μπορεί ή και τίποτε (πιστεύουμε ωστόσο ότι εν γένει, τα σάβανα δεν έχουν τσέπες).

Ναι αλλά θα είναι βιολογικά τα προϊόντα;

Όχι. Η καλλιέργεια δεσμών εμπιστοσύνης με τους παραγωγούς μας φαίνεται απείρως πιο σημαντική απο τον πράσινο μανδύα της ανάπτυξης μέσω των βιολογικών πιστοποιήσεων. Ούτως ή άλλως μέρος της τροφής θα προέρχεται τροφοσυλλογή και ευτυχώς τα όρη και τα λαγκάδια δεν έχουν (ακόμη) πάρει πιστοποίηση.

Και πώς συμμετέχει κανείς;

Δίνει το μέηλ του για να συμμετάσχει στη λίστα. Έχει μάτια και αυτιά ανοιχτά για καλά προϊόντα, διαβάζει, ενημερώνεται, προτείνει, συλλέγει, καλλιεργεί. Μοιράζεται.

Η θειά μου έχει ένα χωραφάκι παρατημένο, μας ενδιαφέρει;

Ναι αμέ.

Πού;
Το τροφοσυλλογικό ντουλάπι ανοίγει κάθε τρίτη, 6 με 11, στο Αυτόνομο Στέκι, Ζ. Πηγής και Ισαύρων, Εξάρχεια.

Να έχω μαζί μου και καμιά τσάντα;

Οπωσδήποτε. Αποφεύγουμε εν γένει τα συσκευασμένα προϊόντα.

Ναι, αλλά με τους ατενίστας που μας βρωμίζουν την πόλη τι θα κάνουμε;

Θα τα πούμε από κοντά.

Το Ντουλάπι ανοίγει την Τρίτη 19 Απριλίου, στις 18.00, στο Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων.

http://tontoulapi.espivblogs.net/

1o FEST COMMUNISMOS. Φεστιβάλ-Συνέδριο για την έξοδο από τον καπιταλισμό

Κάλεσμα για συμμετοχή
στο σημερινό περιβάλλον της κρίσης παίρνουμε θέσεις μάχης

Η κρίση είναι η προβολή των ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων.
Η κρίση συγκροτεί το έδαφος που εντείνεται η εκμετάλλευση, η προσταγή, η βιοεξουσία. Συγκροτεί το έδαφος που η εργασιακή και υπαρξιακή επισφάλεια αποκτά όλο και πιο ηγεμονική μορφή. Η κρίση είναι η διαδικασία που εντείνεται η μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, μέσω των περιφράξεων και της κλοπής των κοινωνικών κατακτήσεων. Η κρίση αποτυπώνεται μεταξύ άλλων στο κυνηγητό των μεταναστών, στις απολύσεις, στην έμφυλη καταπίεση και στην εθνική ενότητα.
Ταυτόχρονα η κρίση είναι το έδαφος των απεργιών, των πορειών, των απαλλοτριώσεων, των αυτομειώσεων, του σαμποτάζ στη παραγωγή και κατανάλωση. Η κρίση είναι η άρνηση της υποτίμησης στην εργασία, η κυκλοφορία των αγώνων, είναι οι πέτρες στους μπάτσους, είναι η αλληλεγγύη των διαδηλωτών, είναι τα γιαούρτια στους εργατοπατέρες, είναι το μίσος για τα αφεντικά. Η κρίση είναι ο τόπος που δοκιμάζονται και αναμετριούνται τα όρια και οι δυνατότητες των κινημάτων του ανταγωνισμού. Για αυτό εμείς λέμε ότι :
Η κρίση είναι κρίση πειθάρχησης και κοινωνικής ανυποταξίας. Είναι η αδυναμία του κεφαλαίου ως κοινωνική σχέση, ως εμπόρευμα να βρει νέα πεδία επέκτασης υλικά και άυλα. Είναι η αποτυχία των αφεντικών να καθυποτάξουν και να ελέγξουν στο σύνολό τους την κοινωνική αναπαραγωγή, τις ορατές και αόρατες αρνήσεις. Επομένως για την δική τους έξοδο από την κρίση εξαπολύουν τη συνολική τους επίθεση στο μισθό, στην ασφάλιση, στις μεταφορές, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην στέγαση, στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στο περιβάλλον.
Σήμερα καλούμαστε να πάρουμε θέση μάχης και επιλέγουμε τον:
Κομμουνισμό[1], ως εκείνη την μη εμπορευματική μορφή κοινωνικής οργάνωσης και αναπαραγωγής, η οποία στηρίζεται στην ταξική αλληλεγγύη, σε αυτοθεσμισμένες αντιιεραρχικές κοινότητες αγώνα και αποτελεί τη κοινωνική κινηματική κίνηση, το διαγώνιο διάνυσμα που συνθέτει, συστήνει και γονιμοποιεί τις ταξικές συγκρούσεις. Επίσης ως κομμουνισμό αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία κοινών σχέσεων, δηλαδή εκείνη τη κοινωνική διαδικασία που δημιουργεί και αναπαράγει τα κοινά[2] και παράλληλα αποπεριφράσει τον κλεμμένο από το κεφάλαιο κοινωνικό πλούτο, καταστρέφοντας τις περιφράξεις που διαχωρίζουν τους προλετάριους από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας. Ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε ότι ο κομμουνισμός των κοινών σχέσεων εμπεριέχει την καταστροφή των έμφυλων κοινωνικών λειτουργιών, αποσταθεροποιεί το κοινωνικό φύλο και χτίζει δομές κοινωνικής και οικιακής αλληλεγγύης και αναπαραγωγής πέρα από το κυρίαρχο μοντέλο οικογενειακών σχέσεων. Αναπόσπαστο κομμάτι του κομμουνισμού των κοινών σχέσεων αποτελεί η κατάργηση των εθνικών αποκλεισμών που ορθώνουν τα κράτη και το κεφάλαιο (σύνορα, έλεγχοι, λαθραίοι άνθρωποι, μηχανισμοί και διαδικασίες υποτίμησης του παγκόσμιου προλεταριάτου). Αγώνας για τον κομμουνισμό σημαίνει έμπρακτη αμφισβήτηση του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας που ο καπιταλισμός επιβάλει μέσα από το έλεγχο και την παρανoμοποίηση των μεταναστευτικών ροών.
Επιπλέον, θέση μας είναι ότι απέναντι στον πόλεμο, το φασισμό και πατριωτισμό ως μορφές του κράτους σε κρίση, καθώς επίσης και απέναντι στα διλήμματα των ιδιωτικοποιήσεων του νεοφιλελευθερισμού ή τις κρατικοποιήσεις του νεοκεϋνσιανισμού και τις αφελείς προσδοκίες επιστροφής στο κράτος πρόνοιας, επιλέγουμε την επίθεση σε μισθωτή εργασία, πατριαρχία, ιδιοκτησία και κράτος, και ταυτόχρονα επιλέγουμε τις αγωνιστικές χειραφετητικές κοινότητες που δομούνε τα κοινά και τον κομμουνισμό.
Ο κομμουνισμός, επίσης αποτελεί για εμάς την κινηματική παρακαταθήκη και το ενοποιητικό νήμα κινημάτων, ρευμάτων και εξεγέρσεων με αναρχικά, ελευθεριακά, αυτόνομα και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. Ενδεικτικά τα παραδείγματα του συμβουλιακού κομμουνισμού στην Γερμανία και των αναρχοσυνδικαλιστών wobblies στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, του αναρχικού ελευθεριακού κομμουνισμού στην Ισπανία και των αρχειομαρξιστών στο μεσοπόλεμο, των κινημάτων της αυτονομίας σε Γερμανία και Ιταλία τη δεκαετία του ’70, καθώς επίσης και οι χρήσιμες εμπειρίες αυτοοργάνωσης στις εξεγερμένες συνελεύσεις της Αργεντινής και της Τσιάπας μας δίνουν πλούσια παραδείγματα κινηματικών προτάσεων για το πώς εννοούμε τον κομμουνισμό.
Κρίνουμε ότι σήμερα πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί και να μπει στο τραπέζι ξανά η σημασία και ο πλούτος των κομμουνισμών ως η κινηματική επιτάχυνση της κρίσης, για την έξοδο από τον καπιταλισμό.
Καλούμε στο παραπάνω πλαίσιο συντρόφισσες και συντρόφους, συλλογικότητες και άτομα που θέτουν τον εαυτό τους στη πλευρά του ταξικού-κοινωνικού ανταγωνισμού να τοποθετηθούν πάνω στο ζήτημα του κομμουνισμού και της εξόδου από τον καπιταλισμό στο 1Ο Φεστιβάλ-Συνέδριο Κομμουνισμού στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ (Θεσσαλονίκη) στις 26-29 Μαΐου 2011.

Δομή συνεδρίου–φεστιβάλ
Η δομή του fest-communismos επιθυμούμε να έχει όσο το δυνατό πιο άμεση και ενεργή συμμετοχή. Για αυτό πέρα από κεντρικές εκδηλώσεις θέτουμε ως στόχο να οργανώσουμε θεματικά workshop καθ’όλη τη διάρκεια των ημερών του συνεδρίου-φεστιβάλ, στα οποία να τοποθετηθούν με οργανωμένες εισηγήσεις άτομα και συλλογικότητες. Οι θεματικές ενότητες των workshop είναι οι εξής:

Κομμουνισμός vs Καπιταλισμός:
Η στιγμή της δομικής κρίσης του καπιταλισμού, είναι ταυτόχρονα και η στιγμή που εκρύγνεινται και οι δικές μας αντιφάσεις. Σήμερα περισσότερο από ποτέ θα ήταν αναμενόμενο ο κομμουνισμός να αποτελούσε μια λύση στα εμφανή αδιέξοδα του συστήματος. Παρ’ όλα αυτά σήμερα φαντάζει μια μακρινή ουτοπία. Είναι αυτή η απόσταση που σήμερα πρέπει να διανύσουμε καθώς η ευπάθεια του καπιταλισμού αφήνει όλο αυτό το χώρο στις πράξεις και τη φαντασία μας.

Αγώνες για τα κοινά και ενάντια σε περιφράξεις

- Το νόημα των κοινών και περιφράξεων και η σύνδεσή τους με την κρίση, το φετιχισμό του εμπορεύματος και τη μονιμότητα των διαδικασιών πρωταρχικής συσσώρευσης.
- Κριτική ανάλυση των πολιτικών, μεθόδων, στόχων και προοπτικών των κινήσεων και κινημάτων «δεν πληρώνω» σε μεταφορές, υγειά, ενέργεια (ριζοσπαστικές επαναστατικές ή σοσιαλδημοκρατικές αφομοιωτικές προοπτικές).
- Έμφυλη διάσταση των κοινών και περιφράξεων, η κοινωνική αναπαραγωγική δύναμη των γυναικών ως εμπόδιο στις νέες περιφράξεις.

Κρίση & Ταξικοί αγώνες σε χώρους εργασίας

- Αναλυτικές προσεγγίσεις για την κρίση και το χρέος ως αδυναμία του κεφαλαίου να αναπαραχθεί και να αντιμετωπίσει την κοινωνική απειθαρχία.
- Οι επιθέσεις των αφεντικών, η γενίκευση της επισφάλειας και ο ρόλος, οι στόχοι οι δυνατότητες και αδυναμίες των αυτόνομων ταξικών εργατικών αγώνων (μελέτη της ταξικής σύνθεσης, της προλεταριακής εμπειρίας και της κυκλοφορίας των αγώνων).
- Δομές εργατικής αυτονομίας (σωματεία βάσης, εργατικές επιτροπές αλληλεγγύης, εργατικές ομάδες, αυτοοργανωμένα ταμεία αλληλεγγύης).

Δομές κομμουνιστικοποίησης και κοινωνικής αναπαραγωγής

-Η μορφή και το θεωρητικό πλαίσιο δικτύων αυτοοργάνωσης στην κίνηση για δημιουργία αυτόνομων ταξικών δομών κοινωνικής αναπαραγωγής και κομμουνιστικοποίησης.
-Τα παραδείγματα εγχειρημάτων αντιπραγματισμού, μη εμπορευματικών μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής, κολεκτίβων, αυτοδιαχείρισης των μέσων παραγωγής, αναπαραγωγής και επικοινωνίας.

Η εξέγερση σε καιρούς κρίσης

Η σημασία και το νόημα των εξεγέρσεων και των μαχητικών κινημάτων στην εποχή της κρίσης. Έμφαση στις εξεγέρσεις στη Βόρεια Αφρική και τα πρώτα συμπεράσματα από αυτές.

Με βάση τις παραπάνω θεματικές ενότητες στείλτε μας τις προτάσεις σας για συμμετοχή στο contact@communismos.gr, αρχικά σε μορφή περίληψης έως τις 20 Απριλίου 2011 και ως ολοκληρωμένες εισηγήσεις έως τις 20 Μαΐου 2011. Στόχος είναι τις ημέρες του συνεδρίου – φεστιβάλ να είναι συγκεντρωμένο το υλικό των εισηγήσεων και να διατίθεται κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων και των workshop.
Η δομή του συνεδρίου-φεστιβάλ θα περιέχει καθημερινά δυο κύκλους συζητήσεων (πρωί – απόγευμα) με βάση τις παραπάνω θεματικές ενότητες. Ο κάθε κύκλος συζητήσεων θα διαρκεί 3 ώρες και εκεί θα παρουσιάζονται οι εισηγήσεις των ομάδων ή ατόμων οι οποίες προτείνουμε να διαρκούν 20 λεπτά έως μίση ώρα, ώστε να υπάρχει διαθέσιμος χρόνος για συζήτηση.
Η φιλοξενία, η διαμονή, οι συντροφικές κουζίνες, συναυλίες και δρώμενα αποτελούν αυτονόητο μέρος των κοινών στον κομμουνισμό.

αναμένουμε τις προτάσεις σας και ας μη ξεχνάμε,
«να διαδώσουμε την αναρχία να ζήσουμε τον κομμουνισμό».
συντροφικά café la rage
Θεσσαλονίκη 15 Μαρτίου 2011


contact@communismos.com
www.communismos.com

[1] Πολλές κεντρικές έννοιες του πολιτικού μας λεξιλογίου, συμπεριλαμβανομένου του κομμουνισμού έχουν τόσο πολύ καταστραφεί που είναι σχεδόν άχρηστες. Στη συνηθισμένη του χρήση, ο κομμουνισμός έχει καταλήξει να σημαίνει το αντίθετό του, δηλαδή τον ολοκληρωτικό κρατικό έλεγχο και την σταλινική ιεραρχία των απολιθωμένων κομμουνιστικών κομμάτων. Θα μπορούσαμε φυσικά να εγκαταλείψουμε αυτόν τον όρο και να εφεύρουμε νέους, αλλά τότε θα αφήναμε επίσης πίσω την μεγάλη ιστορία των αγώνων, ονείρων και προσδοκιών που συνδέονται με αυτόν. Ως αναρχικές και αναρχικοί που αντιλαμβανόμαστε ότι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη, θεωρούμε ότι είναι καλύτερο να παλέψουμε για αυτή την έννοια, του κομμουνισμού, με στόχο να αποκαταστήσουμε ή να ανανεώσουμε το νόημά της.
[2] Όταν αναφερόμαστε στα κοινά δεν εννοούμε τα εμπορευματοποιημένα κοινά αγαθά που το κράτος με τη μορφή του δημόσιου εκμεταλλεύεται, ελέγχει, περιφράσσει και εμπορεύεται. Τα κοινά θεωρούμε ότι δεν είναι αυθύπαρκτα, δεν είναι απλώς οι κοινοί πόροι (φυσικοί, ενεργειακοί, περιβαλλοντικοί, γενετικοί, πολιτισμικοί), δεν υπάρχουν από μόνα τους, αλλά ούτε και διεκδικούνται, με τη μορφή των αιτημάτων απέναντι στην εξουσία, παρά μόνο κατασκευάζονται, δημιουργούνται, σχηματοποιούνται και αναπαράγονται κάθε φορά μέσα από τις διαδικασίες των κοινών σχέσεων, οι οποίες συγκροτούνται από κοινότητες αγώνα.

Κερατέα 2010. Νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης και υποκειμενοποίησης

Της Κατερίνας Νασιώκα

Κερατέα, 12 Δεκέμβρη 2010: δυο χρόνια μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, που μετασχημάτισαν τη χωρική εμπειρία της Μητρόπολης της Αθήνας, η ιστορία δεν έκλεισε. Όσοι βιάστηκαν να ξεμπερδέψουν με το ρεύμα της «εξέγερσης» και να ελέγξουν «θάβοντας» τις νέες ροές του στον υποτιθέμενο λάκκο της καθημερινής παθητικότητας που καλλιεργούν τα μίντια και η πολιτική σκηνή –κοινοβουλευτική και μη– του κυρίαρχου λόγου ενός κράτους-καταπιεστή, ενός αλλότριου μεγαμηχανισμού ρύθμισης των απωλειών της κρίσης του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενός «ξενιστή»-οργανισμού ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας και απονέκρωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας, έπεσαν «έξω». Το ρεύμα αυτό –υπόγειο– που ενώνει την κραυγή του «φτάνει πια!» και κυλάει στα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα της πόλης, στις συλλογικότητες που οργανώνονται συνεχώς, στα ανταλλακτικά παζάρια που φύτρωσαν και εδραιώθηκαν στην καταναλωτική μας πραγματικότητα, στις καθημερινές αντιστάσεις σε χώρους εργασίας και μη, αυτό το υπόγειο ρεύμα εκρήγνυται τώρα στην Κερατέα, μεταλλάσσοντας μια για πάντα την κοινωνική πραγματικότητα μιας κοινότητας που φαίνεται εδώ και ένα μήνα –αν και μακριά από κάθε τηλεοπτική και έντυπη προβολή– να ζει και να αντιστέκεται στα οδοφράγματα της οδού Λαυρίου.
Ένα από τα πιο κακοποιημένα προάστια λόγω της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής αστικής ανάπτυξης, που έχει μετατρέψει τα μεσόγεια σε βιομηχανικό σκουπιδότοπο της Αττικής μιας –τουριστικής και αποσπασματικής– χρήσης, έχει πάρει εδώ και ένα μήνα το μονοπάτι της αντίστασης απέναντι σε τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις καταστολής που έχουν αποκλείσει ολόκληρη περιοχή, για να υπερασπιστεί αρχικά ένα αυτονόητο για τη δημοκρατία του αστικού τους κράτους δικαίωμα: το δικαίωμα στο διάλογο ή το δικαίωμα να συναποφασίζει, τουλάχιστον, για τη ζωή και την γη της. Η μήπως ούτε αυτό; Θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα για να ακουστεί η κραυγή της άρνησής της στην άνωθεν επιβολή προειλημμένων αποφάσεων που θα αλλάξουν ριζικά το χαρακτήρα της περιοχής, αποφάσεις που, όπως οι περισσότερες, αποβλέπουν σε μια ανάπλαση «εν κενώ», ανάπλαση με βάση το κέρδος των εταιρειών και τα πολιτικά εμπλεκόμενα συμφέροντα, ανάπλαση που αγνοεί επιτήδεια την κοινωνική σύσταση, δηλαδή το αστικό «περιεχόμενο», των περιοχών που ευαγγελίζεται πως θα βελτιώσει (σε τι;).
«Ξημερώματα του Σαββάτου (12/12/2010), γύρω στις 4 το πρωί και ίσως λίγο νωρίτερα, μηχανήματα χωρίς πινακίδες τα οποία τα συνόδευαν αστυνομικοί, δηλαδή πρώτα ήρθαν τα μηχανήματα με τα ματ και έκλεισαν όλη την περιοχή και έκτοτε ο κόσμος δεν κατάφερε να ανέβει για να δει τι συμβαίνει και τώρα δεν υπάρχει πρόσβαση στην περιοχή με κανέναν τρόπο από κανέναν. […] Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό και δεν μπορούσα ποτέ να αντιληφθώ την έκταση που παίρνουν τα πράγματα, τα βλέπουμε στις ειδήσεις, βλέπουμε να γίνονται διάφορα επεισόδια και μάλλον πρέπει να σου συμβεί εσένα για να καταλάβεις το μέγεθος της αυθαιρεσίας. Ειδικά το Σάββατο που ο κόσμος δεν είχε ακριβώς αντιληφθεί τις προθέσεις των ματ, υπήρχαν πραγματικά πολλά μικρά παιδιά και γυναίκες και ηλικιωμένοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν θα κατάφερναν να το αντέξουν αυτό και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες και ξαφνικά και τελείως απρόκλητα άρχισε η επίθεση, χωρίς εμείς να κινηθούμε εναντίον τους. Πέσανε δακρυγόνα και άρχισαν οι συμπλοκές. Έκτοτε οι επιθέσεις είναι καθημερινές, οι κλούβες, δεν μας αφήνουνε να δούμε και πόσες είναι αλλά αυξάνονται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο, έχουν όλες τις εγκαταστάσεις, ό,τι χρειάζονται, τους ανεφοδιασμούς τους με τρόφιμα, τις αλλαγές των φρουρών τους, έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Η περιοχή δηλαδή έχει αποκλειστεί και δεν έχει αποκλειστεί από μας. Από κει και πέρα αγριότητες. Τι να πω; Δεν το πιστεύουμε. Απορώ όλη αυτή η οργή από πού βρίσκεται συσσωρευμένη. Μου περιέγραφε μια γυναίκα ηλικιωμένη, κοντά 70 χρονών, η οποία είχε τρέξει απελπισμένη και είχε κρυφτεί πίσω από μία ελιά και τα ματ τις έριχναν καπνογόνα και χημικά στο πρόσωπο, λες και είμαστε ζώα; Ή παιδιά, μεγάλοι άνθρωποι βγάζουν το καπέλο τους και το κεφάλι τους από πίσω είναι βαθουλωμένο. Μαυρισμένα μάτια, κλωτσιές στα πλευρά»[…].[1]
Οι κάτοικοι της Κερατέας χρειάστηκε να μάθουν από κοντά και για τα καλά τι σημαίνει καταστολή, τι σημαίνει αστυνομικό κράτος, τι σημαίνει αστική δημοκρατία στην απογυμνωμένη της μορφή. Αρχίζουν ίσως έτσι να βιώνουν (αν όχι να συνειδητοποιούν) τη λειτουργία ενός κράτους-μηχανισμού επιβολής της εξουσίας και προστασίας πρωτίστως του κεφαλαίου αντί των υποτιθέμενων αστικών δικαιωμάτων της ελευθερίας, της ισότητας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής επιδίωξης•[2] των δικαιωμάτων που αποτελούν τους στυλοβάτες της αστικής κοινωνίας, μα στ’ αλήθεια αυτά τα ίδια δεν οριοθετούν και την περιοχή της συναίνεσης στην εκμετάλλευσή μας από το κεφάλαιο, δηλαδή την παραίτηση από οποιαδήποτε επαναστατική ουτοπία ή πραγματική πάλη για το άνοιγμα ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα και την αποδοχή του καταναλωτικού (επιστημονικοτεχνικού) νεωτερικού ονείρου που σιγά-σιγά μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη ακόμη και για εκείνους που νόμιζαν πως είχαν εξασφαλίσει τα προνόμιά τους;
Αλλά οι κάτοικοι της Κερατέας δεν ήρθαν μόνο αντιμέτωποι με τη «δουλειά» της αστυνομίας, όπως μοιάζει να είναι για όλους όσους δεν βρίσκονται εκεί και για όλους όσους συνεχίζουν να τυποποιούν τις καθημερινές πληροφορίες μέσα από τα δίκτυα ενημέρωσης των μίντια η ρίψη δακρυγόνων, καπνογόνων, κρότου-λάμψης, ελαστικών σφαιρών και η σωματική επίθεση ή όπως ακόμη έμοιαζε και για τους ίδιους τους κατοίκους της Κερατέας πριν από λίγο καιρό, όταν έβλεπαν στις ειδήσεις τα επεισόδια του Δεκέμβρη (2008) ή τις συμπλοκές στις μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν έκτοτε.
«Βλέπαμε στην τηλεόραση τα επεισόδια που γίνονταν στην Αθήνα και λέγαμε τι πράγματα είναι αυτά και λέγαμε πως ναι, η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Τώρα καταλάβαμε για τα καλά ποια δουλειά ήταν αυτή. Τώρα καταλαβαίνουμε τι συνέβαινε».[3]
Είδαν, επίσης, τα ματ να ψεκάζουν με χημικά τα ξύλα που προορίζονταν για να ανάψουν φωτιά τα βράδια στα οδοφράγματα, τα είδαν να τρυπάνε τα πλαστικά μπουκάλια με το νερό που είχαν συγκεντρωθεί για τους ανθρώπους που παρέμεναν ατελείωτες ώρες στο δρόμο, βρήκαν τα αυτοκίνητά τους αρχικά παραβιασμένα μέσα στα χωράφια και μετά σπασμένα, όχι για να ανοίξει ο δρόμος αλλά για να πάρουν οι κλούβες μια πιο προνομιακή θέση στον χωρικό πόλεμο της οδού Λαυρίου. Έγιναν δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες μιας ριζικής αντιστροφής των κοινωνικών σταθερών που μέχρι τότε αναγνώριζαν ως θεμιτές, αναμενόμενες και «νόμιμες» και έτσι η βία και η καταστολή (αλλά όχι μόνο) κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια αυτό που η πιο βαθιά εκμετάλλευση και αποξένωση μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει: ένα ρευστό συλλογικό υποκείμενο που βγήκε Χριστουγεννιάτικα στους δρόμους, άφησε την οικογενειακή εορταστική εστία κενή, έκλεισε με αγανάκτηση την τηλεόραση, έσβησε τα φώτα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, πήρε τα κουραμπιεδάκια και τα μελομακάρονα υπό μάλης και πήγε να ψήσει, να γλεντήσει, να πιει και να φωνάξει στο δρόμο και στα χωράφια, υπό τις μυρωδιές των καμμένων πλαστικών και των χημικών, τους ήχους των μολότοφ και των κρότου-λάμψης, επινοώντας όχι μόνο νέα κάλαντα για αυτή την καινούργια χρονιά,[4] αλλά ταυτόχρονα χτίζοντας από μόνο του, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση, νέες κοινωνικές σχέσεις σε νέους χώρους, οικοδομώντας νέες χωρικές εμπειρίες που γεννούν νέες κοινωνικές διασυνδέσεις. Ο δρόμος ανάμεσα στο πρώτο οδόφραγμα της εισόδου της Κερατέας και στο μπλόκο των ματ, μια απόσταση που αναπροσαρμόζεται και επαναμορφοποιείται σχεδόν καθημερινά από το αποτέλεσμα της εκάστοτε βραδινής οδομαχίας, έγινε η απογευματινή βόλτα όλων των ηλικιών της κοινότητας. Έτσι ήρθε ο κόσμος τα-πάνω-κάτω, αλλά δεν ήρθε από την αστυνομία, ούτε ίσως από τη βία που αποτελεί το καθημερινό θέατρο σκιών της οδού Λαυρίου, ήρθε από το πλησίασμα των ανθρώπων μέσα σε μια νέα χωροχρονική πραγματικότητα, ρευστή, σαν κινούμενη άμμος, που καθημερινά απλώνεται στις απλές σχέσεις αλληλεγγύης και κοινωνικότητας που αναπτύσσονται πέρα και μακριά από τις γνωστές κοινωνικές νόρμες. Εδώ διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, η ανάκτηση του «δρόμου» ως διαδρομή, ως δίοδος, ως πέρασμα που φέρει τα ίχνη της κοντινής ζωντανής παρουσίας των υποκειμένων που τον περπατούν, τον βιώνουν, τον μετασχηματίζουν, τον ορίζουν ως χώρο μάχης ή γλεντιού, ενός σημείου που δείχνει μόνο μια κατεύθυνση και δεν αποτελεί οργανικά εργαλειακό κομμάτι ενός αφηρημένου συστήματος διάταξης τηλε-χώρου.[5]
Αυτός ο αμφισβητούμενος κοινωνικός χώρος που αναπροσαρμόζεται καθημερινά με νέους όρους δημιουργώντας ροές και υβρίδια χωρικής κοινωνικότητας σε συνθήκες μετάβασης επαναφέρει στην ορατότητα το περιεχόμενο της πόλης που βρίσκεται ως υπόστρωμα αλλά και υποτάσσεται στη μορφή της πόλης, δηλαδή στους θεσμούς, στις σχέσεις εξουσίας, στα πολιτικά μορφώματα, στα μέσα επικοινωνίας τα οποία αποτελούν έκφραση ενός κυρίαρχου λόγου εξουσίας-επί. Ο αμφισβητούμενος, δηλαδή, χώρος της αρνητικής διεκδίκησης φέρει στην επιφάνεια του ορατού τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις των κατακερματισμένων, στον ιδιωτικό χωροχρόνο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, υποκειμένων και μαζί φέρει στην επιφάνεια την αντι-εξουσία του κοινωνικού πλέγματος που ήδη υπάρχει στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της «κάθε-μέρας». [6] Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναρωτηθεί κανείς, ποια είναι η ποιότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της κοινωνίας της Κερατέας; Και αυτό είναι σημαντικό για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε με αν και ποιον τρόπο μετασχηματίζονται και προς ποια κατεύθυνση;
Πολλοί υποψιάζονται πως η κινητοποίηση στην Κερατέα έχει ένα καθαρά τοπικιστικό χαρακτήρα και πως οι ίδιοι άνθρωποι σε μια ενδεχόμενη αντίδραση σε μια κοινωνική αδικία μακριά από την περιοχή τους θα παρέμεναν απαθείς παρατηρητές στα σπίτια τους, αμετακίνητοι στις καθημερινές δραστηριότητές τους, σχολιάζοντας χαλαρά επί του καναπέως όσα διαστρεβλωμένα αναμεταδίδουν οι τηλεοράσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί επίσης σκέφτονται πως η κοινωνία της Κερατέας, μια κοινωνία που μπορεί να χαρακτηρίζουν συντηρητική ή μικροαστική,[7] (αυτοί ή εμείς πού ζούμε;) δεν μπορεί να διατυπώσει επαναστατικές διεκδικήσεις και πως τα αιτήματά της περιορίζονται στο πλαίσιο μικροαστικών αιτημάτων που θα σταματήσουν αμέσως μόλις ικανοποιηθούν, δηλαδή δεν μπορούν εκ προοιμίου να έχουν καθολικότερο ή πιο πολιτικό χαρακτήρα ρήξης. Είναι, από μια πρώτη άποψη εμφανές, πως οι κάτοικοι της Κερατέας δεν επιθυμούν την κατάλυση του κράτους. Αντίθετα, ακόμη προσβλέπουν σ’ αυτό και το επικαλούνται, ως κράτος δικαίου, γι’ αυτό άλλωστε μεταχειρίζονται μέσα όπως είναι η προσφυγή τους στα αστικά δικαστήρια για να δικαιωθούν. Ωστόσο, αντιλαμβάνονται πλέον ξεκάθαρα την μεταστροφή από κράτος δικαίου σε ένα παράνομο κράτος προστασίας των συμφερόντων του κεφαλαίου, αντιλαμβάνονται πως έχουν απέναντί τους όχι μόνο ένα κράτος που θέλει να τους επιβάλλει τη χωματερή αλλά ένα κράτος που τους υποβιβάζει σε ανθρώπους-σκουπίδια, τους εντάσσει στο καταραμένο απόθεμα του περιθωρίου όσων δεν μπορούν –με τις πράξεις ή την ίδια την κοινωνική τους υπόσταση– να χωρέσουν στην καλοσχεδιασμένη μηχανή αναπαραγωγής της εμπορευματοποιημένης μας καθημερινότητας η οποία μετατρέπει ολόκληρες περιοχές, χώρες, υποκείμενα, σχέσεις σε μια απέραντη waste land.[8] (Ή μάλλον το κεφάλαιο το κάνει αυτό αλλά το κράτος το βοηθά να το διεκπεραιώσει). Και αυτοί που δεν χωράνε αυξάνονται κάθε μέρα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ίσως σε αυτό το σημείο δεν έχει και τόσο σημασία αν οι κάτοικοι της Κερατέας έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι ότι αυτή η αντίσταση που καθημερινά επιχειρούν ίσως δεν είναι ικανή να σταματήσει τη δημιουργία της χωματερής, να σταματήσει την ισοπεδωτική δύναμη του καπιταλισμού. Ίσως δεν έχει σημασία αν υπήρξαν ποτέ ακτιβιστές. Και δεν έχει σημασία γιατί το πιο σημαντικό είναι «η άρνησή τους να διαμορφώσουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τη συνείδηση του κεφαλαίου, η απόφαση να πάρουν έναν χώρο ή μια στιγμή στα χέρια τους και να οργανώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δικές τους αποφάσεις»[9] και όχι η ανίχνευση της ταξικής τους συνείδησης ή όχι (αν μπορούμε πια να κάνουμε αυτή τη διάκριση). Σημασία έχει πως συμμετέχουν σε μια διαδικασία που μεταμορφώνει την καθημερινή τους πραγματικότητα.
«Αισθάνομαι απελπισμένος. Αισθάνομαι απελπισμένος για τον εαυτό μου, τη ζωή που έζησα μέχρι τώρα και το μέλλον των παιδιών μου. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα φτάσω 70 χρονών και θα βρίσκομαι αντιμέτωπος εγώ με την αστυνομία να πετάω μολότοφ».
Γιατί επιμένουν; Αφού ήδη ένα μήνα δεν κατάφεραν να κάνουν το θέμα γνωστό από τα μίντια, αφού ήδη ένα μήνα που βρίσκονται στο δρόμο συνεχίζουν να δέχονται την καταστολή και το ξύλο, αφού ήδη ένα μήνα τίποτε δεν άλλαξε στον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το κράτος, η αστυνομία και η αστική δικαιοσύνη, γιατί επιμένουν; Και όχι μόνο αυτό. Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένοι να μαζεύουν όλα τα άδεια μπουκάλια από το αλκοόλ που καταναλώνεται τα κρύα βράδια δίπλα στις φωτιές για να μπορέσουν τα παιδιά (πολλές φορές τα παιδιά τους) να φτιάξουν τον εξοπλισμό για τη βραδινή μάχη; Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένες γυναίκες να μιλάνε για τις μολότοφ, πώς έφτασαν στο σημείο να παραμένουν όλοι απαθείς όταν σκάνε δίπλα τους τα καπνογόνα και οι κρότου-λάμψης; Πώς έφτασαν τελικά στο σημείο να κινούνται προς τα μπρος αντί να τρέχουν πίσω, να λένε «όχι» αντί να σκύβουν το κεφάλι και να δέχονται την απόφαση κάποιων άλλων πάνω τους; Πώς έφτασαν στο σημείο να βιώνουν τη βία και να εκφράζουν καθημερινά αντι-βία οι νοικοκυραίοι; Μήπως είναι τελικά αυτή μια αντίσταση που πάει πιο πέρα από τη διεκδίκηση ενός μικροαστικού αιτήματος μιας μικροαστικής κοινότητας ή κοινωνίας; Μήπως είναι τελικά όλα αυτά μια νέα ποιότητα στις διεκδικήσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αλλαγή που επέφερε στην ίδια την ποιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού ο Δεκέμβρης; Κι αν το αίτημά τους είναι όντως μικροαστικό γιατί δεν επέλεξαν μια αντίστοιχη μικροαστική διεκδίκηση (βλ. διαδρόμους υπουργείων) αντί να ξεροσταλιάζουν ένα μήνα στο κρύο και να εισπνέουν κάθε μέρα τα χημικά; Μήπως αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον αυτή η υποκειμενοποίηση των κατοίκων σε σχέση με τη ρηξιγενή στάση τους; Φαίνεται στην περίπτωση της Κερατέας πως η κραυγή της υποκειμενικότητας και της άρνησης, αυτή η άναρθρη αλλά συγκεκριμένη κραυγή του «φτάνει πια»[10] που πάει πέρα από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα, ξεχειλίζει ξαφνικά από το δοχείο της αντικειμενικότητας, της θετικότητας και της εργαλειακής αφηρημένης πραγματικότητας της αστικής μας κοινωνίας, γίνεται ορατή κι έτσι υπάρχει. Εκεί η μορφή ξεπερνούσε στο περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο κατακλύζει τη μορφή.[11]
Οι νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης που εμφανίζονται στην Κερατέα δεν συντονίζονται σε καμία βάση επίσημης ή γνωστής μέχρι τώρα συνδικαλιστικής ή «από τα πάνω» οργάνωσης. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ή ξαναχτίζουν τις –κατεστραμμένες, κομματιασμένες– άμεσες κοινοτικές τους σχέσεις (όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν μεγαλώσει μαζί, συνδέονται με δεσμούς φιλίας ή συγγένειας κι όσοι δεν γνωρίζονται γίνονται τώρα οικείοι, φίλοι, γείτονες, σύντροφοι) για να οργανώσουν μπλόκα απέναντι στις κλούβες των ματ που έρχονται να αλλάξουν βάρδια, να ανάψουν φωτιές, να εξοπλιστούν, να φτιάξουν κάθε μέρα νέα οδοφράγματα, να χτίσουν πρόχειρα καταλύματα, να μην αφήσουν ούτε για μια στιγμή κενό, αδιεκδίκητο το χώρο. Βρίσκονται οι ίδιοι εκεί, τώρα, για όλους αυτούς, οργανώνοντας την κοινωνική τους καθημερινότητα γύρω από τα οδοφράγματα, χρησιμοποιώντας κοινωνικούς πόρους (φράσσουν το δρόμο με τα απορριμματοφόρα ή άλλα αυτοκίνητα του δήμου ή αλλοιώνουν το φωτιστικό πεδίο της βραδινής μάχης σβήνοντας τα κοινοτικά φώτα και αφήνοντας ορατό μόνο το χώρο όπου βρίσκεται το μπλόκο των αστυνομικών δυνάμεων), συλλογικοποιώντας με κάθε δυνατό τρόπο τη δράση τους. Η χωρική αποτύπωση αυτής της δράσης γεννά νέο χώρο και ο νέος χώρος γεννά ή επανιδρύει άλλου τύπου κοινωνικές σχέσεις, πέρα και μακριά από τις κοινωνικές εμπράγματες μορφές της αξίας, του χρήματος, του εμπορεύματος. Η χωρική μετατόπιση της κοινωνικότητας επανασυνδέει το χώρο με τις συνθήκες του, δηλαδή τον ενώνει με το κοινωνικό του περιεχόμενο, με τα υποκείμενα που τον βιώνουν όχι ως αλλότριο κομμάτι της εμπορευματικής λογικής της αγοράς αλλά ως «τόπο» δικό τους. Επαναεδαφικοποιεί το κοινό.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει αυτή η «υπερχείλιση» της ανθρώπινης ενέργειας στην Κερατέα. Όπως κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει η υπερχείλιση της ανθρώπινης ενέργειας στο πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, που διαμορφώθηκε μέσα από τη συρροή της ανθρώπινης δραστηριότητας εκατοντάδων ανθρώπων άγνωστων μεταξύ τους οι οποίοι, μέσα σε συνθήκες φιλίας και συντροφικότητας, έσκαψαν, φύτεψαν, έχτισαν, κουβάλησαν, σχεδίασαν, απελευθέρωσαν ένα χώρο κοινοτικό, που δεν έχει πάρει οριστική μορφή και μακάρι να μην πάρει ποτέ μια οριστική μορφή, κανένα «τέλος», αλλά να παραμείνει μια διαδικασία, μια κίνηση που αποτυπώνει χωροχρονικά την άρνηση στην άρνησή μας από ένα απάνθρωπο σύστημα.
Και κανένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να πει κάποια «αλήθεια» που δεν ακούγεται, ούτε και να σταθεί στο πλευρό κανενός «αδικημένου», ούτε να αντικειμενικοποιήσει ή να μελετήσει κανένα φαινόμενο. Παραμένει στο ατελές επίπεδο της κραυγής που ενώνεται με όλες όσες ακούγονται, ακόμη πιο δυνατά τελευταία, στην Κερατέα, στα Εξάρχεια, στα διόδια, στα μέσα μεταφοράς, σε όλους τους κοινωνικούς χώρους ή τις προσωπικές στιγμές που θέλουν να πουν ή λένε «όχι» στο εργαλειακό, ομογενοποιημένο, εκχρηματισμένο και κατακερματισμένο παρόν του καπιταλιστικού habitus• μιας κραυγής (όχι απελπισίας και ήττας, παθητικότητας, μοιρολατρίας και ιδεοληψίας) ελπίδας, άρνησης και αντιεξουσίας που συνηχεί παντού σε όλον τον κόσμο μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

K.N./Πουέμπλα, 1-2011

1. Απόσπασμα από συνέντευξη με κάτοικο της Κερατέας, Δεκέμβριος 2010.
2. Βλ. σχ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σσ. 188-189, όπου αναφέρει: «Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής των εμπορευμάτων που μέσα στα πλαίσια της κινείται η αγορά και η πούληση της εργατικής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πουλητής ενός εμπορεύματος λ.χ. της εργατικής δύναμης υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη θέληση τους. [...] Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοχτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του. Μπένθαμ! Επειδή ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του».
3. Απόσπασμα από συνέντευξη με κάτοικο της Κερατέας, Δεκέμβριος 2010.
4. Τα κάλαντα της Κερατέας, Δεκέμβρης 2010: «Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού και μολότοφ ρίχνουμε, ντου από παντού, ειι! Τρίγωνα κάλαντα μες την καλαμιά, εδώ θα ‘στε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Ξύλο δυνατό θα πέσει γιορτινό, πέτρες θα σας έρθουν απ’ τον ουρανό. Μες τη σιγαλιά ανάβει η φωτιά και γίνεται ο κόσμος μια πύρινη γροθιά. Τρίγωνα κάλαντα στο Οβριόκαστρο και χτυπά συναγερμός στο καμπαναριό, ειι! Τρίγωνα κάλαντα είμαστε παντού και ξύλο θα φάτε και μείωση μισθού. Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά, ήρθαν ενισχύσεις απ’ όλα τα χωριά. Μες τη σιγαλιά άλλη μια φωτιά, πάρτε αυτό το μήνυμα προτού να είναι αργά. Τρίγωνα κάλαντα στο Οβριόκαστρο και χτυπά συναγερμός στο καμπαναριό, ειι! Τρίγωνα κάλαντα είμαστε παντού και ξύλο θα φάτε και μείωση μισθού. Συμφέροντα πολλά θέλουνε χυτά και ποιος θα την πληρώσει, εσείς για όλα αυτά. Που είναι τα λεφτά, τα φάγανε κι αυτά, πάρτε αυτό το μήνυμα προτού να είναι αργά. Τρίγωνα κάλαντα ακούστε το καλά, εσείς τρώτε το ξύλο και άλλοι τα λεφτά, ειι. Τρίγωνα κάλαντα, χρόνια σας πολλά, εδώ θα ‘στε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά». [πηγή: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1241923] .
5. Για αυτούς που δεν αποδέχονται την ρομαντοποίηση των οδομαχιών και της βίας (και μάλλον έχουν δίκιο από τη συγκεκριμένη οπτική πως αναπαράγει σχέσεις ιεραρχίας και κοινωνικότητας τις οποίες μπορεί εκ προθέσεως να αντιμάχεται), εδώ είναι χαρακτηριστική η άλλου τύπου οργάνωση των συμπλοκών οι οποίες, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων, δεν περιορίζονται μόνο πάνω στο γραμμικό πεδίο της οδού Λαυρίου, αλλά με τεχνικές ανταρτοπόλεμου και αιφνιδιασμού επεκτείνονται μέσα στα χωράφια και τους αγροτικούς δρόμους της περιοχής, τεχνικές στις οποίες η αστική αστυνομία δεν μπορεί να αντεπεξέλθει.
6. Ο Λεφέβρ διαχωρίζει την «καθημερινότητα» ή τον «καθημερινό βίο» από την «κάθε-μέρα». Καθώς η μαζικά διαμεσολαβημένη και βιομηχανοποιημένη καθημερινότητα αποτελεί την τροπικότητα της καπιταλιστικής διαχείρισης στόχος είναι η αναζήτηση και επανίδρυση της «κάθε-μέρας» που αποτελεί την τροπικότητα της αντίστασης, δηλαδή μια περιοχή ουτοπικού μετασχηματισμού. Βλ.σχ. Robert J., Σχετικά με τη φιλοσοφία της καθημερινής ζωής, futura, Αθήνα, 2003.
7. Σε σύγκριση για παράδειγμα με τον ριζοσπαστισμό των Εξαρχείων.
8. Αντίθετα, μπορούμε να δούμε τι συνέβη στην περίπτωση του σταθμού του μετρό στην Αγία Παρασκευή. Μετά από τις «διεκδικήσεις» των καταστηματαρχών της πλατείας της Αγίας Παρασκευής, οι οποίοι δεν ήθελαν να χάσουν την πελατεία τους λόγω των έργων, ο σταθμός της Αγ. Παρασκευής έγινε τελικά 200 μόλις μέτρα από το σταθμό του Χαλανδρίου! Γιατί εκεί το ίδιο κράτος που πνίγει στα δακρυγόνα την Κερατέα δεν έστειλε τις δυνάμεις καταστολής να τιθασεύσουν τους ανεξέλεγκτους καταστηματάρχες; Ποια είναι η διαφορά;
9. Holloway, J., (2010), Crack Capitalism, England: Plutopress, σ. 21.
10. Βλ. σχ. στο Holloway, J., Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2006 που αρχίζει με τη φράση: «Εν αρχή ην η κραυγή. Κραυγάζουμε».
11. Παραφράζοντας τη φράση του Κ. Μαρξ: «Εκεί η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο ξεπερνάει τη φράση», στο: Κ. Μαρξ, Η 18 Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005. Βλ. επίσης σχ. για μια ανάλυση σχετικά με το περιεχόμενο και τη μορφή της αστικής οργάνωσης H. Lefebvre, El derecho a la ciudad, Ediciones Peninsula, Barcelona 1978, όπου διακρίνει το περιεχόμενο, το «αστικό» από τη μορφή, την «πόλη» ορίζοντας με το πρώτο τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις ενώ με τη δεύτερη τους θεσμούς, οργανισμούς, πολιτικά μορφώματα που συγκροτούν το επίπεδο εξουσίας.