Ο διαγωνισμός πλειοδοσίας σε φρόνημα δημοκρατικής νομιμότητας στον οποίο επιδόθηκαν όλες σχεδόν οι θεσμικές πολιτικές δυνάμεις, με αφορμή την κατάληψη της Νομικής σχολής από τους 250 απεργούς πείνας μετανάστες εργάτες, και η ευαισθησία που επέδειξαν στην υποτιθέμενη καταρράκωση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου, αποκαλύπτει αν μη τι άλλο ότι η ατζέντα στον δημόσιο διάλογο καθορίζεται εν πολλοίς από τις πιο συντηρητικές και μισαλλόδοξες αντιλήψεις, εκφραστής των οποίων δεν είναι, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν, αποκλειστικώς η άκρα Δεξιά.
Εκστομίστηκαν τέρατα όλες αυτές τις μέρες. Από τον «εκβιασμό» και τη «βεβήλωση» ως τη «λάθος επιλογή», το φάσμα των επικρίσεων περιλαμβάνει όλες εκείνες τις αποχρώσεις που καθιστούν τις διαφορές πολύ αδρά διακριτές όταν πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές δυνάμεις αντέδρασαν στα γεγονότα. Αρχικώς, πριν ξεσπάσει η συντονισμένη συκοφαντική επίθεση της κυβέρνησης και των μμε, κάποιοι προσπάθησαν να ανοίξουν μια ουσιαστική συζήτηση για τον αγώνα των μεταναστών. Άλλαξαν όμως ρότα μόλις το κλίμα βάρυνε επικίνδυνα και άρχισαν να μασάνε τα λόγια τους στα τηλεοπτικά πάνελ, ότι ναι μεν, αλλά, ότι «ήταν λάθος» που εν τέλει ίσως και να κοστίσει αντί να ωφελήσει κ.λπ. κ.λπ.. Ακόμα κι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις, όπως ο ΣΥΝ, που είδαν με κάποια συμπάθεια τον αγώνα των μεταναστών εργατών, ανέκρουσαν πρύμνα και συντάχθηκαν με την «κοινή γνώμη», την οποία τα μμε παρουσίασαν αγανακτισμένη με τα όσα συμβαίνουν.
Τα συντηρητικά ανακλαστικά της κοινωνίας, τα οποία οδήγησαν την πλειοψηφία να στοιχηθεί άρδην πίσω από το νόμο και το κράτος παρά τα εκτεταμένα φαινόμενα ανυπακοής και απείθειας που όψιμα επιδεικνύει, λειτούργησαν αυτοματικά υπερσκελίζοντας τις αντιπαλότητες, και συσπείρωσαν εχθρούς και φίλους απέναντι στον άλλο, τον ξένο. Αναμφίβολα, όπως όλα δείχνουν, η ρητορική της άκρας Δεξιάς έχει ισχυρά ερείσματα στη διάχυτη ξενοφοβία που ενδημεί στην ελληνική κοινωνία. Τα στερεότυπα αυτής της ξενοφοβίας ενισχύει ο λανθάνων λόγος της εξουσίας, που παρά τις διακηρύξεις των κυβερνώντων περί «προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής» βλέπει τους μετανάστες ως «μη έχοντες πολιτισμό» (Άννα Νταλάρα, αρμόδια υφυπουργός για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής), ή ως μη αρκούντως «γνήσιους Έλληνες» οι οποίοι δεν δικαιούνται πολιτογράφησης (γνωμοδοτική επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας), και, πάνω απ’ όλα, ως «εισβολείς λαθρομετανάστες».
Το πανεπιστημιακό άσυλο και η δήθεν κατάλυσή του ήταν η πρόφαση και όχι το πραγματικό επίδικο. Συγκαλυμμένος πίσω από τις κορώνες περί νομιμότητας και σεβασμού των δημοκρατικών ελευθεριών υφέρπει ο δηλητηριώδης ρατσιστικός λόγος, με θετική ή αρνητική μορφή και έκφραση. Είτε ως καταπατητές είτε ως ικέτες, οι μετανάστες εργάτες απεργοί πείνας αντιμετωπίστηκαν σχεδόν απ’ όλους ως ετεροπροσδιοριζόμενα υποκείμενα που υποκινήθηκαν βάσει σχεδίου που αποσκοπούσε στην ένταση από τη μια, ή ως υποχείρια κοντόθωρων πολιτικών σχεδιασμών από την άλλη, ή, ακόμα ακόμα, ως θύματα ανεύθυνου χειρισμού και διαμεσολάβησης του δίκαιου κατά τ’ άλλα αγώνα τους...
Οι αλληλέγγυοι και όσοι ενεπλάκησαν βοηθώντας στην οργάνωση της απεργίας αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, με χλεύη και με εχθρότητα από τα μμε, που υποτίθεται ότι αντικαθρεφτίζουν την κοινή γνώμη, και με δικαστικές διώξεις από το κράτος. Εξίσου επικριτική στάση κράτησε και μερίδα του κινήματος, αν και αυτή διατυπώθηκε περισσότερο σαν εξορκισμός των χειρισμών εκείνου του κομματιού της Αριστεράς που ευθύς εξαρχής έδειξε ενεργά αλληλεγγύη στον αγώνα των μεταναστών παρά σαν καταδίκη αυτής καθαυτής της ενέργειας. Όσοι τάχτηκαν από την αρχή στο πλευρό των απεργών και τους βοήθησαν να οργανώσουν τον αγώνα τους καλούνται τώρα να απολογηθούν γιατί υποστήριξαν εμπράκτως τις πολιτικές τους επιλογές και πεποιθήσεις. Στις συμπληγάδες κοινωνίας, «συντρόφων» και κράτους συνθλίβονται όχι μόνον η αλληλεγγύη και η στοιχειώδης συνέπεια αλλά και η ίδια η ουσία του ακηδεμόνευτου αγώνα των μεταναστών εργατών για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά τους.
Είναι φυσικό το κράτος να έχει θορυβηθεί από την απειλή που αναγνώρισε στον συγκεκριμένο αγώνα των μεταναστών εργατών. Εξ αρχής διαφάνηκε ότι η αποφασιστικότητα και τα αιτήματα των απεργών πείνας θα μπορούσαν να αποτελέσουν θρυαλλίδα απρόβλεπτων εξελίξεων και αλυσιδωτών αντιδράσεων, με επίκεντρο τη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους. Προκειμένου να υποβαθμιστεί το περιεχόμενο του αγώνα τους, η προσοχή κατευθύνθηκε τεχνηέντως στο «πού» και όχι στο «πώς» και το «γιατί» επέλεξαν οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες να διεκδικήσουν από το κράτος τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στη χώρα, ή που εγκλωβισμένοι εδώ διεκδικούν το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση. Θέτοντας το ζήτημα της νομιμοποίησης συνολικά, οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες απαιτούν από το ελληνικό κράτος να εγκαταλείψει την τακτική της στρουθοκαμήλου που όλα αυτά τα χρόνια ακολουθεί και να αναγνωρίσει εδώ και τώρα το αυτονόητο: ότι αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο κατ' επιλογήν ή κατ’ ανάγκην δικαιούνται να αποκτήσουν νόμιμη υπόσταση. Η μετατόπιση της συζήτησης από το μεταναστευτικό στο άσυλο απλώς επιβεβαιώνει ότι ο στρουθοκαμηλισμός της ελληνικής πολιτείας δεν είναι δείγμα αδυναμίας αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή. Πράγματι, όπως έχει επισημανθεί, οι διάφορες μορφές προσωρινής και υπό όρους νομιμοποίησης χρησιμοποιούνται ως μέσο ελέγχου και πειθάρχησης της φτηνής εργατικής δύναμης. Κάνει τα στραβά μάτια στο εκρηκτικό αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, με θύματα κυρίως τους μετανάστες που παραμένουν όμηροι του παραλογισμού, διότι εξυπηρετούνται ταυτοχρόνως ποικίλα κρατικά συμφέροντα, τόσο σχέσεων με τους εταίρους της ΕΕ και πίεσης προς τον άσπονδο εξ ανατολάς εχθρό, την Τουρκία, όσο και συντήρησης συγκεκριμένων μηχανισμών κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου.
Ανάλογη είναι εν πολλοίς και η υποκρισία όλων εκείνων που αρνούνται να αποδεχτούν το γεγονός ότι έχουν βρεθεί στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Αυτών που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τη βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού και του κράτους, και που αναζητούν τα εξιλαστήρια θύματα για τη δική τους δεινή κατάσταση όχι στην εγχώρια ληστρική ελίτ και στους συνεταίρους της αλλά στους μετανάστες. Είναι όλοι όσοι έχουν πειστεί ότι «δεν χωράνε άλλοι» στη χώρα, ότι η εγκληματικότητα, η ανεργία, η ένδεια και η υποβάθμιση της καθημερινής ζωής είναι λίγο πολύ φαινόμενα που οφείλονται στο ότι «έχουμε γίνει ξέφραγο αμπέλι» όπου βρίσκουν εύκολα καταφύγιο οι κολασμένοι όλου του κόσμου. Είναι οι ίδιοι που ενώ τους χτυπάνε κατακέφαλα νομίζουν ότι το αξίζουν, ότι θα πρέπει να θυσιαστούν για να «σωθεί η πατρίδα». Είναι αυτοί που δεν βλέπουν πόντο πέρα από τη μύτη τους και που θα κουνηθούν μόνο όταν πιάσει φωτιά ο δικός τους κώλος. Αν σηκώνουν ενίοτε μπαϊράκι και αψηφούν μερικώς το κράτος και τους νόμους είναι γιατί βλέπουν παντού προδότες και δωσίλογους που απεργάζονται με την αρωγή «ξένων κέντρων» τον «αφανισμό του έθνους».
Πριν σβήσουν μια και καλή τα φώτα του ξέφρενου πάρτι, και προτού η «ισχυρή ελληνική οικονομία» παρουσιάσει τα συμπτώματα της ενδημικής ασθένειας που έγινε το άλλοθι για την επιβολή μιας άνευ προηγουμένου εντατικής θεραπείας-σοκ, η εκμετάλλευση των μεταναστών ήταν κοινά αποδεκτή και ευρέως διαδεδομένη. Οι μετανάστες υλοποίησαν την φαντασίωση κοινωνικής ανόδου που πάντα ταλάνιζε τα κατώτερα και τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, αφού έγιναν η υπο-τάξη από την οποία όλοι μπορούσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να ωφεληθούν, και πάνω απ' όλα, όλοι ένιωθαν ότι ήταν εμφανώς ανώτεροι από τους «κακομοίρηδες». Γέμισε ο τόπος μικρά αφεντικά και γερμανικά αυτοκίνητα. Η διάχυτη ευωχία συντηρήθηκε με δανεικά, με φουσκωμένες πιστωτικές κάρτες και δημόσια ελλείμματα, αλλά έγινε εφικτή μόνο χάρη στην αναπτερωμένη φαντασίωση της κοινωνικής ανόδου. Φτηνά εργατικά χέρια, αναλώσιμα σώματα χωρίς φωνή και δικαιώματα, οι μετανάστες ανέλαβαν τις εργασίες που κανένας δεν ήθελε να κάνει: στα χωράφια και στα θερμοκήπια, στις οικοδομές, στη βιοτεχνία, στα νοσοκομεία, στα νοικοκυριά, στα μπουρδέλα και στις πιάτσες. Τόνωσαν τη γη, την οικονομία και την ερωτική ζωή της χώρας, βγάζοντάς την από το μαράζι.
Όταν ζόρισαν τα πράγματα, και τα φληναφήματα των πολιτικών σκορπίσανε στη θύελλα της κρίσης μαζί με την ψευδαίσθηση της ευμάρειας, από φτηνό εργατικό δυναμικό προς εκμετάλλευση οι μετανάστες έγιναν βάρος, αν όχι απειλή. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μέχρι τότε η συμβίωση μαζί τους ήταν ειδυλλιακή, επικρατούσε ωστόσο η ανοχή και η συνένοχη χρησιμοθηρία. Το ασυγκράτητο μεταναστευτικό κύμα που προκάλεσαν οι πόλεμοι, οι φυσικές(;) καταστροφές και η φτώχεια αύξησε τον όγκο των ροών και διαφοροποίησε τη σύνθεση των πληθυσμών των μεταναστών. Οι ανέστιοι, χωρίς χαρτιά μετανάστες πολλαπλασιάστηκαν και κατέκλυσαν το κέντρο των πόλεων, στοιβαγμένοι όπως όπως σε υπόγεια διαμερίσματα, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, στις πλατείες και τους δρόμους. Η εικόνα του μετανάστη εγκληματία, που τόσα χρόνια επανέρχεται στερεοτυπικά στα μμε, εντυπώνεται ανεξίτηλα στο συλλογικό φαντασιακό, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ακροδεξιάς ρητορικής. Τα πογκρόμ που εξαπέλυσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» σε αγαστή συνεργασία με την αστυνομία, υπό τη σκέπη και την διακριτική ανοχή του κράτους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μεμονωμένα περιθωριακά φαινόμενα: είναι έκφραση εκβαρβαρισμού της κοινωνίας υπό συνθήκες αγωνιώδους άγχους και πανικού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο αγώνας μέχρις εσχάτων που ξεκίνησαν οι 300 μετανάστες εργάτες βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους, ακριβώς για να αρνηθούν τη «γυμνή ζωή», βρήκε γυρισμένες τις πλάτες της πανικόβλητης κοινωνίας. Αντί ο αγώνας αυτός να βρει υποστηρικτές ανάμεσα στους προλετάριους όπως εκ των πραγμάτων του αρμόζει, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στην ανασύνθεση ενός πολιτικά αποτελεσματικού ανταγωνιστικού κινήματος, αν μη της εργατικής τάξης, αφέθηκε έρμαιο στη δίνη των μμε, βορά στα δόντια των συκοφαντών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τρέμουν όσο τίποτε άλλο τους ακηδεμόνευτους, αυτόνομους αγώνες από τα κάτω, που όπως δείχνουν οι ραγδαίες εξελίξεις και οι ανατροπές στα καθεστώτα της Βόρειας Αφρικής δεν έχουν πει την τελευταία λέξη.
…
Και όμως, είναι η ίδια η αποφασιστικότητα των απεργών πείνας και του αγώνα τους που σπάει το τοίχος της εχθρότητας και της αδιαφορίας που τόσο έντεχνα προσπάθησαν να οικοδομήσουν γύρω τους μμε και κυβέρνηση. Τα μηνύματα αλληλεγγύης και συμπαράταξης με τα αιτήματα των μεταναστών όλο και αυξάνονται, δράσεις αλληλεγγύης και αντιπληροφόρησης γίνονται σ’ ένα σωρό πόλεις και γειτονιές, δεκάδες άνθρωποι περνάνε καθημερινά από το κτήριο της Ηπείρου εκφράζοντας έμπρακτα την υποστήριξή τους.
Σταγόνες στον ωκεανό; Ίσως, μα οι σταγόνες μερικές φορές μπορούν να ταράξουν τα λιμνασμένα νερά του διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού.
ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
ΕΜΕΙΣ ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ;
Αυτόνομο Στέκι
autonomo_steki@yahoo.gr
http://autonomosteki.espivblogs.net/
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραπληροφόρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραπληροφόρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η χαμένη τιμή της Φαίης Μάγιερ
Του Κώστα Δεσποινιάδη
Το 1974 ο γερμανός νομπελίστας Χάινριχ Μπελ δημοσιεύει ένα σύντομο αφήγημα που έμελλε να αποτελέσει αρχετυπικό παράδειγμα κριτικής μιας συγκεκριμένης πρακτικής των εφημερίδων. Το βιβλίο, γνωστότατο σήμερα, είχε τον τίτλο «Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ» και μιλούσε για την ιστορία μιας συνηθισμένης κοπέλας που εξαιτίας μιας τυχαίας γνωριμίας της με κάποιον καταζητούμενο, μπήκε στο στόχαστρο της αστυνομίας. Την σκυτάλη παίρνει ο κίτρινος τύπος της εποχής (ο Μπελ ευθέως δήλωσε ότι «φωτογραφίζει» την εφημερίδα Bild στο αφήγημά του) που αναλαμβάνει την κανιβαλική διαπόμπευση της Κατερίνας Μπλουμ, η οποία, με τη σύμπραξη αστυνομίας και εφημερίδων, αρχίζει να βιώνει έναν κλιμακούμενο, καφκικό εφιάλτη χωρίς τέλος.
Δυστυχώς, αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στη λογοτεχνία. Στην πραγματική ζωή παρακολουθούμε καθημερινά τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό ανθρώπων από τηλεοράσεις και δημοσιογράφους εφημερίδων που λειτουργούν απροκάλυπτα ως γραφεία τύπου της ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής (στην εποχή του διαδικτύου είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλοί εξ αυτών δεν αλλάζουν ούτε μια λέξη στα υποτιθέμενα ρεπορτάζ τους, από το επίσημο ή ανεπίσημο δελτίο τύπου που τους δίνουν οι μοναδικοί πληροφοριοδότες τους, η ίδια η αστυνομία δηλαδή).
Αυτό το έργο είδαμε να επαναλαμβάνεται τις τελευταίες μέρες με αφορμή την σύλληψη της 27χρονης Φαίης Μάγιερ. Ένας καφές που ήπιε με κάποιον που η αστυνομία θεωρεί ύποπτο, άρκεσε για να συλληφθεί αυτή από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία και στην συνέχεια να ξετυλιχθεί το κουβάρι της δημοσιογραφικής αλητείας. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, αστυνομία και δημοσιογράφοι επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη για το ποιος δημιούργησε το, χαμηλού έστω επιπέδου, χολιγουντιανό σενάριο: η μητέρα της ήταν μέλος της ΡΑΦ που καταζητούνταν επί χρόνια, ο δε πατέρας της, επίσης στυγνός τρομοκράτης, σκοτώθηκε σε ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία. Φυσικά τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε (επρόκειτο για απλή συνωνυμία, μιας και το Μάγιερ είναι ένα κοινότατο γερμανικό επίθετο). Ο πατέρας της είναι ζωντανός και οι δύο γονείς της ουδέποτε υπήρξαν μέλη της ΡΑΦ. Ακολούθησε, μάλιστα, επίσημη διάψευση από πλευράς Γερμανίας, αλλά όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η «προβολή» που έτυχε η διάψευση αντιστοιχεί στο 1/20 της προβολής που τυγχάνει η συκοφαντία.
Εκτός όμως από το θέμα του εξευτελισμού και της διαπόμπευσης (με τις ανυπολόγιστες συνέπειες που μπορεί να έχει για την καθημερινή ζωή κάποιου) που ατιμώρητα μπορούν να προκαλούν οι δημοσιογράφοι, υπάρχει και το ακόμα σοβαρότερο, παράπλευρο, ζήτημα ότι έτσι ακριβώς δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα ώστε να προφυλακιστούν άνθρωποι και να παραμείνουν στη φυλακή 1-1,5 χρόνο μέχρι να γίνει η δίκη τους και να αποδείξουν (αν αποδείξουν) ότι δεν είναι ελέφαντες.
Στο μυθιστορηματικό σύμπαν του Μπελ, η κάθαρση επέρχεται έστω και δια του στρεβλού τρόπου της αυτοδικίας. Στην πραγματική ζωή, παρακολουθούμε καθημερινά τον ταχύ εκφασισμό της κοινωνίας, την εφιαλτική αστυνομο-δικαϊκή οχύρωση και αυθαιρεσία των κρατών (που μπορούν άνετα να ομολογούν ότι προσήγαγαν και ξυλοκόπησαν κάποιον επειδή έμοιαζε με κάποιον άλλον, όπως συνέβη αυτές τις μέρες με το μέλος του Σύριζα Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο) και την, σε ρόλο μαέστρου, εξαλλοσύνη των ΜΜΕ που ποδοπατούν ατιμώρητα οποιονδήποτε.
Το 1974 ο γερμανός νομπελίστας Χάινριχ Μπελ δημοσιεύει ένα σύντομο αφήγημα που έμελλε να αποτελέσει αρχετυπικό παράδειγμα κριτικής μιας συγκεκριμένης πρακτικής των εφημερίδων. Το βιβλίο, γνωστότατο σήμερα, είχε τον τίτλο «Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ» και μιλούσε για την ιστορία μιας συνηθισμένης κοπέλας που εξαιτίας μιας τυχαίας γνωριμίας της με κάποιον καταζητούμενο, μπήκε στο στόχαστρο της αστυνομίας. Την σκυτάλη παίρνει ο κίτρινος τύπος της εποχής (ο Μπελ ευθέως δήλωσε ότι «φωτογραφίζει» την εφημερίδα Bild στο αφήγημά του) που αναλαμβάνει την κανιβαλική διαπόμπευση της Κατερίνας Μπλουμ, η οποία, με τη σύμπραξη αστυνομίας και εφημερίδων, αρχίζει να βιώνει έναν κλιμακούμενο, καφκικό εφιάλτη χωρίς τέλος.
Δυστυχώς, αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στη λογοτεχνία. Στην πραγματική ζωή παρακολουθούμε καθημερινά τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό ανθρώπων από τηλεοράσεις και δημοσιογράφους εφημερίδων που λειτουργούν απροκάλυπτα ως γραφεία τύπου της ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής (στην εποχή του διαδικτύου είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλοί εξ αυτών δεν αλλάζουν ούτε μια λέξη στα υποτιθέμενα ρεπορτάζ τους, από το επίσημο ή ανεπίσημο δελτίο τύπου που τους δίνουν οι μοναδικοί πληροφοριοδότες τους, η ίδια η αστυνομία δηλαδή).
Αυτό το έργο είδαμε να επαναλαμβάνεται τις τελευταίες μέρες με αφορμή την σύλληψη της 27χρονης Φαίης Μάγιερ. Ένας καφές που ήπιε με κάποιον που η αστυνομία θεωρεί ύποπτο, άρκεσε για να συλληφθεί αυτή από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία και στην συνέχεια να ξετυλιχθεί το κουβάρι της δημοσιογραφικής αλητείας. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, αστυνομία και δημοσιογράφοι επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη για το ποιος δημιούργησε το, χαμηλού έστω επιπέδου, χολιγουντιανό σενάριο: η μητέρα της ήταν μέλος της ΡΑΦ που καταζητούνταν επί χρόνια, ο δε πατέρας της, επίσης στυγνός τρομοκράτης, σκοτώθηκε σε ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία. Φυσικά τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε (επρόκειτο για απλή συνωνυμία, μιας και το Μάγιερ είναι ένα κοινότατο γερμανικό επίθετο). Ο πατέρας της είναι ζωντανός και οι δύο γονείς της ουδέποτε υπήρξαν μέλη της ΡΑΦ. Ακολούθησε, μάλιστα, επίσημη διάψευση από πλευράς Γερμανίας, αλλά όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η «προβολή» που έτυχε η διάψευση αντιστοιχεί στο 1/20 της προβολής που τυγχάνει η συκοφαντία.
Εκτός όμως από το θέμα του εξευτελισμού και της διαπόμπευσης (με τις ανυπολόγιστες συνέπειες που μπορεί να έχει για την καθημερινή ζωή κάποιου) που ατιμώρητα μπορούν να προκαλούν οι δημοσιογράφοι, υπάρχει και το ακόμα σοβαρότερο, παράπλευρο, ζήτημα ότι έτσι ακριβώς δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα ώστε να προφυλακιστούν άνθρωποι και να παραμείνουν στη φυλακή 1-1,5 χρόνο μέχρι να γίνει η δίκη τους και να αποδείξουν (αν αποδείξουν) ότι δεν είναι ελέφαντες.
Στο μυθιστορηματικό σύμπαν του Μπελ, η κάθαρση επέρχεται έστω και δια του στρεβλού τρόπου της αυτοδικίας. Στην πραγματική ζωή, παρακολουθούμε καθημερινά τον ταχύ εκφασισμό της κοινωνίας, την εφιαλτική αστυνομο-δικαϊκή οχύρωση και αυθαιρεσία των κρατών (που μπορούν άνετα να ομολογούν ότι προσήγαγαν και ξυλοκόπησαν κάποιον επειδή έμοιαζε με κάποιον άλλον, όπως συνέβη αυτές τις μέρες με το μέλος του Σύριζα Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο) και την, σε ρόλο μαέστρου, εξαλλοσύνη των ΜΜΕ που ποδοπατούν ατιμώρητα οποιονδήποτε.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα
Του Κώστα Σβόλη
Ο μικρός Χαμί, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η βόμβα που κρυβότανε σ’ ένα σάκο δίπλα στα σκουπίδια, θα τον έβγαζε από την ανωνυμία την στιγμή που ακριβώς θα του αφαιρούσε τη ζωή.
Θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από τους Ταλιμπάν, να είχε σκοτωθεί στα ερείπια του βομβαρδισμένου, από το ΝΑΤΟ, σπιτιού του. Να τον έχει βρει μια από τις αδέσποτες σφαίρες του Ελληνικού «ειρηνευτικού» σώματος που εδρεύει στο Αφγανιστάν.
Θα μπορούσε το κορμάκι του να το είχε ξεβράσει νεκρό η θάλασσα σε μια παραλία της Λέσβου, δίπλα στα υπολείμματα της φουσκωτής βάρκας που θα είχαν τρυπήσει οι άντρες της FRONTEX προστατεύοντας τα σύνορα της Ευρώπης. Να αποκοιμιότανε για πάντα ψημένος στον πυρετό σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Παγανή.
Θα μπορούσε να πέθαινε σε κάποιο νοσοκομείο χτυπημένος από τους άνδρες του Λιμενικού ή της Αστυνομίας που θα δηλώνανε υπευθύνως ότι αυτοτραυματίστηκε. Να ήταν απλά μια ακόμα ανεξιχνίαστη υπόθεση ενός μαχαιρωμένου μετανάστη, που κανείς μπάτσος ή εισαγγελέας δεν ασχολήθηκε να βρει τους φασίστες μαχαιροβγάλτες δολοφόνους του, αντίθετα βιάστηκε να την παραπέμψει στο αρχείο με την υποσημείωση: «πιθανόν ξεκαθάρισμά μεταξύ αλλοδαπών μαφιόζων».
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις ο μικρός Χαμί θα είχε μείνει ανώνυμος, μια παράπλευρή απώλεια, ένας λαθρομετανάστης που απεβίωσε. Το πολύ πολύ να είχε απασχολήσει σαν ένας αύξων αριθμός ένα μονόστηλό εφημερίδας, τα στατιστικά στοιχεία μιας «ανθρωπιστικής οργάνωσης», ή μια ακόμη επιτυχημένη επιχείρηση αποτροπής της λαθρομετανάστευσης.
Ένας αύξων αριθμός που δεν θα προκαλούσε ρίγη συγκινήσεως στο φιλοθεάμον κοινό, κροκοδείλια δάκρια τηλεπαρουσιαστών, την πρόταση για μια «διαμαρτυρία ενάντια στην τρομοκρατία» της Μπακογιάννη, την ενεργοποίηση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας για την οικογένεια του από τον υπουργό ΠΡΟ.ΠΟ.
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις κανείς πολιτικός, κανένας δημοσιοκάφρος δεν θα είχε βγει να καταδικάσει την τρομοκρατική δράση του ΝΑΤΟ, του Ελληνικού Στρατού, του Λιμενικού, της FRONTEX, του Ελληνικού Κράτους και της Ε.Ε.
Κανείς τους δεν θα έδινε σημασία σε έναν αύξοντα αριθμό και αξία σ’ ένα πτώμα τυλιγμένο με κουβέρτα και παραπεταμένο στα αζήτητα κάποιου νεκροτομείου. Γιατί κανένα πτώμα δεν έχει αξία για την εξουσία, τους διαχειριστές της, τα αφεντικά και το σκυλολόι τους εάν δεν μπορούν ν’ αποσπάσουν ακόμα και από αυτό, απ’ ένα άψυχο κουφάρι, υπεραξία.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας έναν σάκο, ψάχνοντας στα σκουπίδια τα περισσεύματα μιας κοινωνίας, που παρουσιάζεται ευσυγκίνητη μπροστά στον θάνατο, τον πόνο, τον σπαραγμό και την οδύνη, μονάχα εάν έχει τέτοια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αφορούν και την ίδια: «Και εάν πέρναγα εκείνη την ώρα από εκεί;» αναρωτιέται και την κόβει κρύος ιδρώτας.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας δεκάδες τηλεοπτικά παράθυρα καταγγελίας της «τρομοκρατίας που είναι τυφλή και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους θύτες και θύματα, αλλά απλά σκορπάει φόβο». Αρκεί φυσικά να μην πρόκειται για την κρατική τρομοκρατία της «συντεταγμένης πολιτείας»
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα γιατί πέθανε ως η εξαίρεση από έναν σάκο που έκρυβε τον θάνατο, και όχι με βάση τον κανόνας από την πολιτική των κυρίαρχων που από την μια δημιουργεί την προσφυγιά και από την άλλη πολτοποιεί τις ζωές των προσφύγων στα ναρκοπέδια, στις διεμβολισμένες βάρκες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα κρατητήρια των Αστυνομικών Τμημάτων.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα για να συνεχίσουν να μένουν ανώνυμοι οι εκατοντάδες μετανάστες, θύματα της κρατικής τρομοκρατίας και της βίας των αφεντικών. Για να μπορούν οι πραίτορες της δημοκρατίας να συνεχίζουν τις σκούπες στο κέντρο της Αθήνας και ο δημοσιοφάγος Κύρτσος να καλεί την κυβέρνηση να βρει μια ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ για το θέμα τον μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν ξέρουμε εάν θα μάθουμε ποτέ ποιοι και για ποιο λόγο είχαν τοποθετήσει την βόμβα που αφαίρεσε την ζωή του μικρού Χαμί. Αν πρόκειται για μια πράξη που δείχνει την διαρκή σύγκρουση μέσων και σκοπών, την Αντινομία, στην οποία βρίσκονται οι οργανώσεις της ένοπλης επαναστατικής προπαγάνδας ή αν πρέπει να δεχθούμε ως γνήσια την ανάληψη ευθύνης από το πρωτοεμφανιζόμενο Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο.
Στην πρώτη περίπτωση δεν μπορούμε παρά να μπούμε στον πειρασμό για μια κριτική των όπλων με τα όπλα της κριτικής. Δεν είναι η αποδοχή του Νόμου και του κυρίαρχου Δίκαιου αυτό που μας οδηγεί στην απόρριψη του «ένοπλου εκδικητή», αλλά η ευκολία με την οποία αυτός υποτάσσει τους σκοπούς του στα μέσα του, στο όνομα μιας «αποτελεσματικότητας» που αναιρεί το ίδιο το ηθικό έρεισμα στο οποίο βασίζεται η επαναστατική βία. Δεν θα πούμε περισσότερα επ’ αυτού, όχι γιατί δεν έχει έρθει η ώρα, αλλά γιατί από μόνο του αυτό το ζήτημα πρέπει να μας απασχολήσει έτσι και αλλιώς.
Από την άλλη και άσχετα με την γνησιότητα της ανάληψης ευθύνης από το Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο, η εμφάνιση του φασιστικού εξτρεμισμού είναι πλέον μια πραγματικότητα που αναβαθμίζει συνεχώς την ένταση της δράσης του. Μέσα σε μια περίοδο κρίσης και κοινωνικής- πολιτικής ρευστότητας η απόσταση από τα μαχαιρώματα νέων και μεταναστών, τις επιθέσεις σε κινηματικούς χώρους, την ρατσιστική βία στο παλαιό εφετείο και τον Αγ. Παντελεήμονα, τους εκρηκτικούς μηχανισμούς και τους εμπρησμούς σε θρησκευτικούς χώρους (είτε είναι εβραϊκές συναγωγές, είτε λατρευτικοί χώροι μουσουλμάνων) μέχρι τα τυφλά βομβιστικά χτυπήματα καλύπτεται με ολοένα και πιο γρήγορα βήματα.
Ο μικρός Χαμί έχει ξεχαστεί ήδη από τους τηλεκανίβαλους. Το όνομα του θα μείνει στα χείλια των δικών του ανθρώπων, στα δάκρια της μάνας του και στα λόγια αξιοπρέπειας του πατέρα του: «Ο θάνατος του Χαμί πρέπει να γίνει η αφορμή να ακουστεί η φωνή των εκατομμυρίων προσφύγων».
Ο μικρός Χαμί, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η βόμβα που κρυβότανε σ’ ένα σάκο δίπλα στα σκουπίδια, θα τον έβγαζε από την ανωνυμία την στιγμή που ακριβώς θα του αφαιρούσε τη ζωή.
Θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από τους Ταλιμπάν, να είχε σκοτωθεί στα ερείπια του βομβαρδισμένου, από το ΝΑΤΟ, σπιτιού του. Να τον έχει βρει μια από τις αδέσποτες σφαίρες του Ελληνικού «ειρηνευτικού» σώματος που εδρεύει στο Αφγανιστάν.
Θα μπορούσε το κορμάκι του να το είχε ξεβράσει νεκρό η θάλασσα σε μια παραλία της Λέσβου, δίπλα στα υπολείμματα της φουσκωτής βάρκας που θα είχαν τρυπήσει οι άντρες της FRONTEX προστατεύοντας τα σύνορα της Ευρώπης. Να αποκοιμιότανε για πάντα ψημένος στον πυρετό σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Παγανή.
Θα μπορούσε να πέθαινε σε κάποιο νοσοκομείο χτυπημένος από τους άνδρες του Λιμενικού ή της Αστυνομίας που θα δηλώνανε υπευθύνως ότι αυτοτραυματίστηκε. Να ήταν απλά μια ακόμα ανεξιχνίαστη υπόθεση ενός μαχαιρωμένου μετανάστη, που κανείς μπάτσος ή εισαγγελέας δεν ασχολήθηκε να βρει τους φασίστες μαχαιροβγάλτες δολοφόνους του, αντίθετα βιάστηκε να την παραπέμψει στο αρχείο με την υποσημείωση: «πιθανόν ξεκαθάρισμά μεταξύ αλλοδαπών μαφιόζων».
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις ο μικρός Χαμί θα είχε μείνει ανώνυμος, μια παράπλευρή απώλεια, ένας λαθρομετανάστης που απεβίωσε. Το πολύ πολύ να είχε απασχολήσει σαν ένας αύξων αριθμός ένα μονόστηλό εφημερίδας, τα στατιστικά στοιχεία μιας «ανθρωπιστικής οργάνωσης», ή μια ακόμη επιτυχημένη επιχείρηση αποτροπής της λαθρομετανάστευσης.
Ένας αύξων αριθμός που δεν θα προκαλούσε ρίγη συγκινήσεως στο φιλοθεάμον κοινό, κροκοδείλια δάκρια τηλεπαρουσιαστών, την πρόταση για μια «διαμαρτυρία ενάντια στην τρομοκρατία» της Μπακογιάννη, την ενεργοποίηση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας για την οικογένεια του από τον υπουργό ΠΡΟ.ΠΟ.
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις κανείς πολιτικός, κανένας δημοσιοκάφρος δεν θα είχε βγει να καταδικάσει την τρομοκρατική δράση του ΝΑΤΟ, του Ελληνικού Στρατού, του Λιμενικού, της FRONTEX, του Ελληνικού Κράτους και της Ε.Ε.
Κανείς τους δεν θα έδινε σημασία σε έναν αύξοντα αριθμό και αξία σ’ ένα πτώμα τυλιγμένο με κουβέρτα και παραπεταμένο στα αζήτητα κάποιου νεκροτομείου. Γιατί κανένα πτώμα δεν έχει αξία για την εξουσία, τους διαχειριστές της, τα αφεντικά και το σκυλολόι τους εάν δεν μπορούν ν’ αποσπάσουν ακόμα και από αυτό, απ’ ένα άψυχο κουφάρι, υπεραξία.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας έναν σάκο, ψάχνοντας στα σκουπίδια τα περισσεύματα μιας κοινωνίας, που παρουσιάζεται ευσυγκίνητη μπροστά στον θάνατο, τον πόνο, τον σπαραγμό και την οδύνη, μονάχα εάν έχει τέτοια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αφορούν και την ίδια: «Και εάν πέρναγα εκείνη την ώρα από εκεί;» αναρωτιέται και την κόβει κρύος ιδρώτας.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας δεκάδες τηλεοπτικά παράθυρα καταγγελίας της «τρομοκρατίας που είναι τυφλή και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους θύτες και θύματα, αλλά απλά σκορπάει φόβο». Αρκεί φυσικά να μην πρόκειται για την κρατική τρομοκρατία της «συντεταγμένης πολιτείας»
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα γιατί πέθανε ως η εξαίρεση από έναν σάκο που έκρυβε τον θάνατο, και όχι με βάση τον κανόνας από την πολιτική των κυρίαρχων που από την μια δημιουργεί την προσφυγιά και από την άλλη πολτοποιεί τις ζωές των προσφύγων στα ναρκοπέδια, στις διεμβολισμένες βάρκες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα κρατητήρια των Αστυνομικών Τμημάτων.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα για να συνεχίσουν να μένουν ανώνυμοι οι εκατοντάδες μετανάστες, θύματα της κρατικής τρομοκρατίας και της βίας των αφεντικών. Για να μπορούν οι πραίτορες της δημοκρατίας να συνεχίζουν τις σκούπες στο κέντρο της Αθήνας και ο δημοσιοφάγος Κύρτσος να καλεί την κυβέρνηση να βρει μια ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ για το θέμα τον μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν ξέρουμε εάν θα μάθουμε ποτέ ποιοι και για ποιο λόγο είχαν τοποθετήσει την βόμβα που αφαίρεσε την ζωή του μικρού Χαμί. Αν πρόκειται για μια πράξη που δείχνει την διαρκή σύγκρουση μέσων και σκοπών, την Αντινομία, στην οποία βρίσκονται οι οργανώσεις της ένοπλης επαναστατικής προπαγάνδας ή αν πρέπει να δεχθούμε ως γνήσια την ανάληψη ευθύνης από το πρωτοεμφανιζόμενο Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο.
Στην πρώτη περίπτωση δεν μπορούμε παρά να μπούμε στον πειρασμό για μια κριτική των όπλων με τα όπλα της κριτικής. Δεν είναι η αποδοχή του Νόμου και του κυρίαρχου Δίκαιου αυτό που μας οδηγεί στην απόρριψη του «ένοπλου εκδικητή», αλλά η ευκολία με την οποία αυτός υποτάσσει τους σκοπούς του στα μέσα του, στο όνομα μιας «αποτελεσματικότητας» που αναιρεί το ίδιο το ηθικό έρεισμα στο οποίο βασίζεται η επαναστατική βία. Δεν θα πούμε περισσότερα επ’ αυτού, όχι γιατί δεν έχει έρθει η ώρα, αλλά γιατί από μόνο του αυτό το ζήτημα πρέπει να μας απασχολήσει έτσι και αλλιώς.
Από την άλλη και άσχετα με την γνησιότητα της ανάληψης ευθύνης από το Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο, η εμφάνιση του φασιστικού εξτρεμισμού είναι πλέον μια πραγματικότητα που αναβαθμίζει συνεχώς την ένταση της δράσης του. Μέσα σε μια περίοδο κρίσης και κοινωνικής- πολιτικής ρευστότητας η απόσταση από τα μαχαιρώματα νέων και μεταναστών, τις επιθέσεις σε κινηματικούς χώρους, την ρατσιστική βία στο παλαιό εφετείο και τον Αγ. Παντελεήμονα, τους εκρηκτικούς μηχανισμούς και τους εμπρησμούς σε θρησκευτικούς χώρους (είτε είναι εβραϊκές συναγωγές, είτε λατρευτικοί χώροι μουσουλμάνων) μέχρι τα τυφλά βομβιστικά χτυπήματα καλύπτεται με ολοένα και πιο γρήγορα βήματα.
Ο μικρός Χαμί έχει ξεχαστεί ήδη από τους τηλεκανίβαλους. Το όνομα του θα μείνει στα χείλια των δικών του ανθρώπων, στα δάκρια της μάνας του και στα λόγια αξιοπρέπειας του πατέρα του: «Ο θάνατος του Χαμί πρέπει να γίνει η αφορμή να ακουστεί η φωνή των εκατομμυρίων προσφύγων».
Νέα γενιά τρομολαγνείας
Της Ρόζας Κοβάνη
Τα ξημερώματα της Τετάρτης ένας 35χρονος άντρας πέφτει νεκρός σε δρόμο της Δάφνης χτυπημένος από όπλο αστυνομικού. Είχε προηγηθεί ανταλλαγή πυροβολισμών και η προσπάθεια δύο ατόμων (του νεκρού και ενός ακόμα) να κλέψουν ένα αυτοκίνητο. Όπως γίνεται γνωστό τις επόμενες ώρες από ανακοινώσεις της αστυνομίας, νεκρός είναι ο αναρχικός Λάμπρος Φούντας ο οποίος χτυπήθηκε στην αριστερή ωμοπλάτη (που πάει να πει από πίσω).
Στο σημείο, εκτός από το όπλο του νεκρού (που όπως έδειξε η βαλλιστική δεν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί) βρέθηκε και μία χειροβομβίδα. Το δεύτερο άτομο διέφυγε με τα πόδια. Και κάπου εδώ σταματούν τα γεγονότα. Και αρχίζουν οι εικασίες, οι «πληροφορίες», οι σάλτσες, η τρομολαγνεία και τα τηλεφωνήματα του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στους διευθυντές των μεγάλων εφημερίδων για να «προσέξουν» την υπόθεση με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό (παρεμπιπτόντως, ωραία τακτική αυτή που έχει καθιερώσει από την προηγούμενη θητεία του ο ΠροΠο, προάγει την ελευθεροτυπία). Το τοπίο είναι ακόμα θολό, η «επιχείρηση» της ΕΛΑΣ σε εξέλιξη και το έδαφος ολισθηρό για να εκφράσει κανείς σιγουριές. Όμως προφανώς η «προσοχή» που συνέστησε ο κ. υπουργός έγκειται ακριβώς σ’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από ουκ ολίγες περιπτώσεις στο παρελθόν: πείτε τα όλα, σέχτα, Επαναστατικός Αγώνας, ληστές με τα μαύρα, προσθέστε και λίγο από Τσουτσουβή, βάλτε και το κλασικό ότι γίνονται δεκάδες έρευνες (τα νούμερα δικά σας, άλλοι λένε είκοσι, άλλοι δεκατρείς, άλλοι δεκαεπτά, όλοι πάντως σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες) σε σπίτια φίλων και γνωστών (να σημειωθεί πάντως ότι το φαινόμενο έρευνες και ανακρίσεις μέχρι την Παρασκευή το βράδυ και στην έκταση τουλάχιστον που του δίνουν ελέγχεται ως ανακριβές) και τελειώστε με την πολλά υποσχόμενη φράση ότι ο δράστης ήταν «υπεράνω υποψίας». Έτοιμος ο τρομοκράτης. Κι αφού έχουμε στα χέρια μας έναν νεκρό «τρομοκράτη» (τον οποίο δεν μπορούμε, δυστυχώς, να βασανίσουμε σε κάποια εντατική αλλά ούτε, ευτυχώς, και να μας φέρει αντιρρήσεις) αρχίζει η σκύλευση που στη γλώσσα του αστυνομικού ρεπορτάζ ονομάζεται profiling: πρωτοσέλιδα του τύπου «το πρωί διευθυντής το βράδυ τρομοκράτης», φωτογραφίες από διακοπές με τριψήφια τηλέφωνα για πληροφορίες, οι γονείς, οι φίλοι, η σύντροφος που αποκαλείται πλέον γυναίκα-κλειδί, η άδεια από τη δουλειά που είναι σίγουρο ότι πάρθηκε για τρομοκρατική επίθεση, η οποία θα γινόταν κατά πάσα πιθανότητα τα ξημερώματα, ο βιολόγος που ήξερε από DNA και πολλά πολλά άλλα.
Με πολύ πάθος, πάντως, την προσπαθεί ο κ. Χρυσοχοΐδης από την πρώτη μέρα του στο υπουργείο μια δεύτερη «επιτυχία» τύπου 17Ν - για πολιτικούς ή για προσωπικούς (πολιτικούς και πάλι) λόγους.
Συγχωρήστε μου το έντονο ύφος που σε κάποιους μπορεί να προκαλέσει και απορία, αλλά το έργο αυτό το έχω ξαναδεί. Και θα μου επιτρέψετε να πω ότι αυτό το κλίμα τρομοκρατίας, αυτή η μπάτσικη φρασεολογία και αντίληψη που έχει κάτσει στα κεφάλια μας από την πρώτη επιτυχία του κ. Χρυσοχοΐδη και δώθε, ο χαφιεδισμός, η καθολική πλέον γραμμή «πρώτα καταδικάζεις, μετά μιλάς», η αυθαιρεσία και η αίσθηση ότι η ζωή σου μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει κουρελόπανο από κάθε ανεύθυνο αστυνομικό ρεπόρτερ είναι το ίδιο φρικτά σε κάθε περίπτωση. Και δεν αφορούν τους με κάθε τρόπο εμπλεκόμενους, λειτουργούν παραλυτικά για το κίνημα, διαβρωτικά για όλη την κοινωνία. Γι’ αυτό μπορώ να τα γράψω αυτά με σιγουριά, ενώ η υπόθεση είναι ακόμα σε εξέλιξη. Θα μπορούσα να πω και πέντε πράγματα για τον ίδιο τον αναρχικό Λάμπρο Φούντα, καθώς ανήκουμε στην ίδια γενιά και έχουμε περπατήσει πολλές φορές στους ίδιους δρόμους, έχουμε βρεθεί πολλές φορές στις ίδιες συνελεύσεις... Θα μπορούσα να σας μεταφέρω τη θλίψη και την οργή των φίλων και των συντρόφων του. Δεν ξέρω όμως τι νόημα θα είχε ένα εναλλακτικό… profiling. Θα πω απλώς ότι ο Λάμπρος Φούντας δεν ήταν υπεράνω υποψίας, ούτε φάντασμα όπως λένε οι δημοσιογράφοι, ότι μπορούσες να τον δεις πάντα εκεί που γινόντουσαν τα πράγματα, στο δρόμο. Στους δρόμους, που εδώ και τρεις μέρες έχουν γεμίσει συνθήματα και μαύρες αφίσες…
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η Εποχή, 14-3-2010
http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4755&Itemid=34
Τα ξημερώματα της Τετάρτης ένας 35χρονος άντρας πέφτει νεκρός σε δρόμο της Δάφνης χτυπημένος από όπλο αστυνομικού. Είχε προηγηθεί ανταλλαγή πυροβολισμών και η προσπάθεια δύο ατόμων (του νεκρού και ενός ακόμα) να κλέψουν ένα αυτοκίνητο. Όπως γίνεται γνωστό τις επόμενες ώρες από ανακοινώσεις της αστυνομίας, νεκρός είναι ο αναρχικός Λάμπρος Φούντας ο οποίος χτυπήθηκε στην αριστερή ωμοπλάτη (που πάει να πει από πίσω).
Στο σημείο, εκτός από το όπλο του νεκρού (που όπως έδειξε η βαλλιστική δεν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί) βρέθηκε και μία χειροβομβίδα. Το δεύτερο άτομο διέφυγε με τα πόδια. Και κάπου εδώ σταματούν τα γεγονότα. Και αρχίζουν οι εικασίες, οι «πληροφορίες», οι σάλτσες, η τρομολαγνεία και τα τηλεφωνήματα του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στους διευθυντές των μεγάλων εφημερίδων για να «προσέξουν» την υπόθεση με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό (παρεμπιπτόντως, ωραία τακτική αυτή που έχει καθιερώσει από την προηγούμενη θητεία του ο ΠροΠο, προάγει την ελευθεροτυπία). Το τοπίο είναι ακόμα θολό, η «επιχείρηση» της ΕΛΑΣ σε εξέλιξη και το έδαφος ολισθηρό για να εκφράσει κανείς σιγουριές. Όμως προφανώς η «προσοχή» που συνέστησε ο κ. υπουργός έγκειται ακριβώς σ’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από ουκ ολίγες περιπτώσεις στο παρελθόν: πείτε τα όλα, σέχτα, Επαναστατικός Αγώνας, ληστές με τα μαύρα, προσθέστε και λίγο από Τσουτσουβή, βάλτε και το κλασικό ότι γίνονται δεκάδες έρευνες (τα νούμερα δικά σας, άλλοι λένε είκοσι, άλλοι δεκατρείς, άλλοι δεκαεπτά, όλοι πάντως σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες) σε σπίτια φίλων και γνωστών (να σημειωθεί πάντως ότι το φαινόμενο έρευνες και ανακρίσεις μέχρι την Παρασκευή το βράδυ και στην έκταση τουλάχιστον που του δίνουν ελέγχεται ως ανακριβές) και τελειώστε με την πολλά υποσχόμενη φράση ότι ο δράστης ήταν «υπεράνω υποψίας». Έτοιμος ο τρομοκράτης. Κι αφού έχουμε στα χέρια μας έναν νεκρό «τρομοκράτη» (τον οποίο δεν μπορούμε, δυστυχώς, να βασανίσουμε σε κάποια εντατική αλλά ούτε, ευτυχώς, και να μας φέρει αντιρρήσεις) αρχίζει η σκύλευση που στη γλώσσα του αστυνομικού ρεπορτάζ ονομάζεται profiling: πρωτοσέλιδα του τύπου «το πρωί διευθυντής το βράδυ τρομοκράτης», φωτογραφίες από διακοπές με τριψήφια τηλέφωνα για πληροφορίες, οι γονείς, οι φίλοι, η σύντροφος που αποκαλείται πλέον γυναίκα-κλειδί, η άδεια από τη δουλειά που είναι σίγουρο ότι πάρθηκε για τρομοκρατική επίθεση, η οποία θα γινόταν κατά πάσα πιθανότητα τα ξημερώματα, ο βιολόγος που ήξερε από DNA και πολλά πολλά άλλα.
Με πολύ πάθος, πάντως, την προσπαθεί ο κ. Χρυσοχοΐδης από την πρώτη μέρα του στο υπουργείο μια δεύτερη «επιτυχία» τύπου 17Ν - για πολιτικούς ή για προσωπικούς (πολιτικούς και πάλι) λόγους.
Συγχωρήστε μου το έντονο ύφος που σε κάποιους μπορεί να προκαλέσει και απορία, αλλά το έργο αυτό το έχω ξαναδεί. Και θα μου επιτρέψετε να πω ότι αυτό το κλίμα τρομοκρατίας, αυτή η μπάτσικη φρασεολογία και αντίληψη που έχει κάτσει στα κεφάλια μας από την πρώτη επιτυχία του κ. Χρυσοχοΐδη και δώθε, ο χαφιεδισμός, η καθολική πλέον γραμμή «πρώτα καταδικάζεις, μετά μιλάς», η αυθαιρεσία και η αίσθηση ότι η ζωή σου μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει κουρελόπανο από κάθε ανεύθυνο αστυνομικό ρεπόρτερ είναι το ίδιο φρικτά σε κάθε περίπτωση. Και δεν αφορούν τους με κάθε τρόπο εμπλεκόμενους, λειτουργούν παραλυτικά για το κίνημα, διαβρωτικά για όλη την κοινωνία. Γι’ αυτό μπορώ να τα γράψω αυτά με σιγουριά, ενώ η υπόθεση είναι ακόμα σε εξέλιξη. Θα μπορούσα να πω και πέντε πράγματα για τον ίδιο τον αναρχικό Λάμπρο Φούντα, καθώς ανήκουμε στην ίδια γενιά και έχουμε περπατήσει πολλές φορές στους ίδιους δρόμους, έχουμε βρεθεί πολλές φορές στις ίδιες συνελεύσεις... Θα μπορούσα να σας μεταφέρω τη θλίψη και την οργή των φίλων και των συντρόφων του. Δεν ξέρω όμως τι νόημα θα είχε ένα εναλλακτικό… profiling. Θα πω απλώς ότι ο Λάμπρος Φούντας δεν ήταν υπεράνω υποψίας, ούτε φάντασμα όπως λένε οι δημοσιογράφοι, ότι μπορούσες να τον δεις πάντα εκεί που γινόντουσαν τα πράγματα, στο δρόμο. Στους δρόμους, που εδώ και τρεις μέρες έχουν γεμίσει συνθήματα και μαύρες αφίσες…
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η Εποχή, 14-3-2010
http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4755&Itemid=34
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)