Του Raúl Zibechi
Φεβρουάριος του 2011:
Φίλε Ραούλ: Χαιρετισμούς. Διαβάσαμε μερικά από τα τελευταία σου γραπτά και πιστεύουμε ότι είμαστε συντονισμένοι στον ίδιο μήκος κύματος. Γι’ αυτό θα θέλαμε να σε προσκαλέσουμε να ενωθείς και να συνεισφέρεις σχετικά με το θέμα της Ηθικής και Πολιτικής. Θερμά. SupMarcos.
Στην πρόσκληση του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος, ο Ραούλ Ζιμπέκι, από την Ουρουγουάη, ανταποκρίνεται στην ανταλλαγή επιστολών σχετικά με την Ηθική και την Πολιτική. Με αυτή την επιστολή συμμετέχει στη συζήτηση.
Γράμμα στον EZLN
Μάρτιος 2011
Προς: Εξεγερμένο Υποδιοικητή Μάρκος - Ζαπατιστικό Στρατό για την Εθνική Απελευθέρωση
Από: Ραούλ Ζιμπέκι
Θερμό αγκάλιασμα προς τις και τους συντρόφους Ζαπατίστας από αυτή τη γωνιά της νοτιοαμερικανικής ηπείρου. Και ένα εγκάρδιο αγκάλιασμα σε αυτά τα μικρά κορίτσια και αγόρια που υποφέρουν από τον πόλεμο από-τα-πάνω, έναν πόλεμο στον οποίο κατευθύνονται στροβιλιζόμενοι συντηρητικοί και προοδευτικοί, δεξιοί και ψευδο-αριστεροί που μοιράζονται από κοινού την απέχθεια –και το φόβο– για όλους τους από κάτω. Που τους αποδέχονται μόνο ως παθητικό πλήθος στις παρελάσεις τους –τις οποίες τώρα αποκαλούν πορείες διαμαρτυρίας– και πάνω απ’ όλα στην ιερή ημέρα που θα φτάσουν στην κάλπη.
Στο μέτρο που ο κόσμος, η ήπειρός μας και οι δικοί μας διαφορετικοί από-κάτω αισθάνονται κάθε φορά και πιο επηρεασμένοι από τους πολλαπλούς πολέμους από-τα-πάνω –τον πόλεμο της πείνας για την κερδοσκοπία πάνω στην τροφή, τον πόλεμο της ενημερωτικής σιωπής για να μας αγνοήσουν, τον πόλεμο της κοινωνικής πολιτικής για να μας εξημερώσουν και τον πόλεμο, πόλεμο με σφαίρες και κανόνια για να μας εξαφανίσουν σκοτώνοντάς μας– γίνεται πιο επείγον να χαράξουμε «σύνορα» ανάμεσα στους πιο διαφορετικούς «εμείς» και στους πιο διαφορετικούς «εκείνοι», παρά τον κίνδυνο να καταλήξουμε σε κάποια δυσάρεστη έκπληξη.
Με κάθε άλμα προς τα εμπρός της παγκόσμιας εξέγερσης των από-κάτω, όταν πλήθη οπλισμένα με πέτρες βρίσκονται αντιμέτωπα με στρατιωτικά ελικόπτερα και κυνηγητό βομβαρδισμών, έρχεται η σειρά της ερώτησης: «με ποια πλευρά;», «με ποιους;» Ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν μόνο με την καρδιά και το πιο πρωταρχικό αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, αν και βλέπουμε κάθε μέρα αυτούς που κάθονται στα βάθρα από-πάνω να υπολογίζουν κέρδη και ζημιές με μέτριες λογικές που χρησιμεύουν για να εξηγήσουν το κάθετι, επειδή μερικές λέξεις, όπως έλεγε ο León Felipe[1] για τη δικαιοσύνη, αξίζουν λιγότερο, άπειρα λιγότερο και από τα ούρα των σκύλων.
Όταν οι χιλιάδες και τα εκατομμύρια κερδίζουν τους δρόμους, όπως έκαναν τον Ιανουάριο του 1994 στο Μεξικό ή στο Río de la Plata το 2001, δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά το να γιορτάσεις, να συντροφέψεις, να αφήσεις τις δουλειές που κάνεις και να βγεις συμμετέχοντας στις χαρές και τους πόνους. «Και μετά τι;», ήταν η ερώτηση με την οποία μας πυροβολούσαν οι σοφοί αναλυτές και οι ηγέτες της αριστεράς. Μετά, ποτέ δεν ξέρεις. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: τώρα, και φτάνει πια.
Όσο τα νερά είναι ήρεμα, τα περιθώρια της κερδοσκοπίας φαρδαίνουν μέχρι να γίνουν ωκεανοί λόγων• λέξεις και άλλες λέξεις προφέρονται η μια μετά την άλλη, συνέχεια και συνέχεια, επειδή δεν συνδέονται με τα γεγονότα, τις πράξεις, τις αποφάσεις, τις δεσμεύσεις. Είναι, δηλαδή, λέξεις. Όπως αυτές των πολιτικών από-τα-πάνω, που ανταποκρίνονται στις ατομικές ιδιοτροπίες και τα συμφέροντα.
Αλλά όταν τα νερά αναταράσσονται, όταν τα κύματα γίνονται τρικυμία, τίποτε πια δεν μένει στη θέση του. Οι χρόνοι των υπολογισμών και της κερδοσκοπίας δίνουν τη θέση τους σε απαντήσεις σχεδόν αυτόματες, και είναι τότε που κάθε ομάδα ανταποκρίνεται σύμφωνα με τις αξίες που καλλιέργησε. Στις κρίσεις, όπως και στα ναυάγια, υπάρχουν μόνο συλλογικές έξοδοι, για τον απλό λόγο ότι στην ατομική λύση δεν χωράνε όλοι. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα που προσφέρουν οι εξεγέρσεις που συνταράζουν τον κόσμο.
Ένα σύστημα σε αποσύνθεση
Μπορούμε να καταβάλλουμε κάθε δυνατή διανοητική προσπάθεια που χρειάζεται για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει στον κόσμο. Να συλλέξουμε στοιχεία, να τα κατηγοριοποιήσουμε, να τα αναλύσουμε, να τα θέσουμε προς διάψευση μέχρι να περικυκλώσουμε μια υπόθεση σχετικά με αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση και που μοιάζει κάθε φορά περισσότερο με ένα συστημικό χάος.
Πώς να κατανοήσουμε την κρίση του συστήματος; Λένε πως υπάρχουν νόμοι που κυβερνούν την οικονομία, που παρουσιάζουν τάσεις και αλάνθαστες ενδείξεις ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο κατά την οποία το κεφάλαιο συναντά περιορισμούς στην συσσώρευσή του. Και υπάρχουν άλλες θεωρίες που λένε ότι η πτώση του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη και ότι ο κόσμος του ενός πόλου, δηλαδή ο κόσμος που έχει ως κέντρο του την ηγεμονία μιας μόνο χώρας, των ΗΠΑ, δεν μπορεί να επιβιώσει.
Κατά τη γνώμη ορισμένων, και μπορεί να κάνουμε λάθος, αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από ένα ¡Ya Basta!, μαζικό, ωμό και γενικευμένο από τους από-κάτω απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου. Η κρίση είναι: όταν γυναίκες και νέοι, παιδιά, αγρότες και εργάτες, ιθαγενείς και φοιτητές/μαθητές πια δεν αντέχουν άλλο και οι αγώνες τους γίνονται τόσο δυνατοί που οι από-πάνω, τα αφεντικά του κεφαλαίου, αρχίζουν να μεταφέρουν τα λεφτά τους σε πιο σίγουρους τόπους. Και αυτό που εξοπλίζουν είναι ένα γιγάντιο καζίνο όπου παίζουν για να κερδίσουν χρήματα ο ένας καπιταλιστής από τον άλλο, επειδή οι από-κάτω δεν τους επιτρέπουν πια να τους κλέβουν και να τους εκμεταλλεύονται τόσο εύκολα.
Οι Giovanni Arrighi και Beverly Silver λένε στο έργο τους που καλύπτει πέντε αιώνες της ιστορίας του καπιταλισμού, Χάος και τάξη στο σύστημα του μοντέρνου κόσμου, ότι αυτή η κρίση έχει ένα χαρακτηριστικό πολύ διαφορετικό από τις προηγούμενες. Τώρα η πάλη των από-κάτω είναι τόσο ισχυρή που από μόνη της βάζει σε κρίση το σύστημα. Αυτό συνέβη σε όλη τη Λατινική Αμερική, από το Caracazo[2] το 1989 μέχρι τον δεύτερο πόλεμο του φυσικού αερίου στη Βολιβία το 2005 και την Κομούνα της Οαχάκα το 2006. Δεν ήταν οι «αντικειμενικοί νόμοι» αυτοί που οδήγησαν σε κρίση το σύστημα κυριαρχίας, οι άνθρωποι στους δρόμους ήταν αυτοί που κατέστρεψαν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.
Αυτό που ονομάζουμε συστημική κρίση μοιάζει με έναν τυφώνα που μας επηρεάζει όλους και όλες. Δεν υπάρχει λαός ούτε κοινωνική ομάδα που εξαιρείται και πολλά από τα εργαλεία που έχουν κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια των αιώνων αντίστασης παραμένουν άχρηστα. Όχι μόνο οι προηγούμενες, οι «ιστορικές» οργανώσεις των από-κάτω, αλλά και ένα μέρος των καινούργιων, αυτά που ονομάζουμε κοινωνικά κινήματα, έχουν μετατραπεί σε καθαυτό σκοπούς, σε ομάδες που καθοδηγούνται από τη λογική της επιβίωσης. Από αδράνεια, ή οποιουσδήποτε άλλους λόγους, ένα μέρος από αυτό που επινοήθηκε για αντίσταση δεν χρησιμεύει για αντίσταση αυτή την περίοδο που όλα αποσυντίθενται. Και ο κόσμος ακόμα αποσυντίθεται. Γι’ αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να επινοήσουμε ξανά τα εργαλεία μας για αντίσταση και καινούργιους κόσμους.
Τι να πούμε για τις θεωρίες, τις ιδεολογίες και τις επιστημονικές αναλύσεις. Οι προβλέψεις των κοινωνικών και πολιτικών «αναλυτών» μοιάζουν αυτή τη στιγμή μετεωρολογικές, και στο μόνο που πέφτουν μέσα είναι να λένε τι ώρα βγαίνει ο ήλιος και το φεγγάρι, όλο το υπόλοιπο είναι αβέβαιο. Οι κοινωνικοί «αναλυτές», όπως φαίνεται, δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των προγνωστικών τους. Δεν προτάσσουν το σώμα τους μαζί με την ανάλυσή τους.
Τι κάνει ένας καπετάνιος όταν οι χάρτες πλοήγησης εμφανίζονται λανθασμένοι, όταν οι πυξίδες και τα ρολόγια και οι εξάντες δεν δείχνουν με την ακρίβεια του παρελθόντος; Και τι κάνουν οι εξεγερμένοι όταν πια τίποτε δεν μπορεί να αναμένεται από τα Κράτη και τους θεσμούς, τα κόμματα και τις οργανώσεις που μιλούν για αλλαγή και επανάσταση αλλά στην πραγματικότητα ψάχνουν τον καλύτερο τρόπο να βολευτούν σ’ αυτόν τον κόσμο;
Μπορούμε να εμπιστευτούμε την ηθική ως στήριγμα και οδηγό των κινημάτων μας, των επιλογών μας, ως ματσέτα για να ανοίξουμε μονοπάτια;
Είναι δυνατόν να ενώσουμε την ηθική με την πολιτική
Οι Ζαπατίστας προτείνουν να ανοίξει ένας διάλογος/ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την ηθική και την πολιτική. «Είναι δυνατόν να φέρουμε την Ηθική στον πόλεμο;» μας ρωτά ο Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος στο γράμμα του προς τον Luis Villoro. Μπορούμε να επεκτείνουμε την ερώτηση για να συμπεριλάβουμε την πολιτική. Η Ηθική και η Πολιτική μπορούν να συμπλεύσουν; Δεν είναι τόσο προφανής η απάντηση.
Πώς θα ήταν; Θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί να βάζει μερικές δόσεις ηθικής σε κάποιο από τα κόμματα που κατέχουν υπουργεία; Ή στις αίθουσες των βουλευτών και των γερουσιαστών; Πόση; Μέχρι να γεμίσουν πόσες σελίδες λόγων; Ποια πρέπει να είναι η απαραίτητη δόση ηθικής για να απομακρύνει δεκαετίες πρακτικών που κατευθύνονται από τους μικροπρεπείς υπολογισμούς των κερδών που μετριούνται σε θέσεις, ταξίδια και εξωφρενικούς μισθούς; Είναι φανερό ότι εκεί επάνω η ηθική έχει αποσιωπηθεί ή αποτελεί απλώς λεκτικό επιχείρημα. Είναι δύο διαστάσεις που κατοικούν διαφορετικούς κόσμους και που δεν μπορούν ούτε να συνομιλήσουν ούτε να γίνουν κατανοητοί.
Μια κρύα νύχτα του 1995 ο διοικητής Tacho απευθύνθηκε στο πλήθος στην πλατεία του Σαν Αντρές για να εξηγήσει αυτό που είχε συζητηθεί εκείνη την ημέρα με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, στις συζητήσεις που κατέληξαν τελικά στις Συμφωνίες του Σαν Αντρές. «Μας ζήτησαν να τους εξηγήσουμε τι είναι η αξιοπρέπεια», είπε, προκαλώντας ένα ξέσπασμα γέλιου. Με την ηθική συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να εξηγηθεί, αν και έχω δει ολόκληρες βιβλιοθήκες να προσποιούνται ότι την αναλύουν.
Η ηθική χρειάζεται έναν άλλον τόπο για να ριζώσει και να ανθίσει. Κι αυτός ο τόπος είναι κάτω και προς τα αριστερά, εκεί όπου έχει γεννηθεί ένας άλλος τρόπος να κάνουμε πολιτική, όπου η λέξη είναι δεμένη με τη ζωή και η ζωή είναι τα ωμά συμβάντα, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, τα συμβάντα όλων των ημερών των από κάτω. Αυτή η άλλη πολιτική, γεννιέται στο υπέδαφος για να παραμείνει εκεί, είναι η πολιτική που δεν ψάχνει σκάλες για να φτάσει επάνω αλλά γέφυρες και βάρκες για να φτάσει στους άλλους από κάτω και ανάμεσα στους από κάτω να χτίσει έναν άλλο κόσμο. Αυτή η πολιτική είναι ηθική και μόνο αυτή μπορεί να το κάνει.
Η βάρκα της πολιτικής από-τα-πάνω, που είναι ίδια με την πολιτική αυτών που θέλουν να φτάσουν επάνω, έχει πάνω στο τιμόνι της μια τεράστια πυξίδα που πάντα δείχνει προς έναν βορρά που ονομάζεται πραγματισμός ή ρεαλισμός. Και είναι η τέχνη του να παίζεις με τα δεδομένα που υφίστανται, με την «συσχέτιση δυνάμεων» (το πολυφορεμένο κλισέ της αριστερά από-τα-πάνω), και την πραγματική πραγματικότητα. Ο πραγματιστής και ο ρεαλιστής μετράει με εξαιρετική ακρίβεια την κατάσταση, την ξεσκίζει για να ρουφήξει όλο το χυμό, για να παίξει μαζί της το παιχνίδι της τοποθέτησης των πιονιών του σκακιού στο τραπέζι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ανάλογα με τα συμφέροντά του. (Βλέπε σχετικά ότι ο πολιτικός από-τα-πάνω δεν διαχωρίζει ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία και χρησιμοποιεί τις ίδιες έννοιες και για τις δύο σφαίρες).
Ο πραγματιστής και ρεαλιστής πολιτικός, όταν οι λαοί ξεσηκώνονται, όταν προτάσσουν το σώμα στις σφαίρες και τα κανόνια του τυράννου, δεν ανοιγοκλείνει ούτε καν το βλέφαρο για το αίμα που χύνεται. Περιορίζεται στο να υπολογίζει ποιοι μπορούν να ωφεληθούν και ποιοι ζημιώνονται από την πτώση του τυράννου και το θρίαμβο των εξεγερμένων. Κάνει τους υπολογισμούς του με την ζέση και την ίδια αηδιαστική αδιαφορία που κάνει και τους εκλογικούς υπολογισμούς.
Παραιτείται, έτσι, από τη δημιουργία ενός νέου κόσμου. Που δεν μπορεί να είναι μια απλή ανατοποθέτηση των ήδη υφιστάμενων πιονιών αλλά κάτι εντελώς άλλο, ένα διαφορετικό παιχνίδι. Το να διαχειρίζεται κανείς αυτό που υπάρχει, το να παίζει με τα πιόνια του συστήματος, σημαίνει να δέχεται τους κανόνες του συστήματος και αυτοί οι κανόνες ονομάζονται, δευτερευόντως, εκλογές. Αρχικά σημαίνει να υποτάσσεται στη βία των από πάνω, αυτό που ονομάζουν μονωπόλιο-της-νόμιμης-βίας. (Οι ζαπατίστας την υφίστανται καθημερινά, είναι μια βία ωμή και δεν αξίζει να επεκταθούμε αυτή τη στιγμή). Η άλλη πολιτική, η ηθική πολιτική, αρνείται τα πιόνια και τους κανόνες του παιχνιδιού που μας θέλει να παίζουμε την πολιτική των από πάνω.
Με ποια πιόνια οργανώνει το παιχνίδι του νέου κόσμου η άλλη πολιτική;
Στην άλλη πολιτική, κάτω και προς τα αριστερά, δεν υπάρχουν πιόνια ούτε παιχνίδι, εκτός και αν την πρόταξη του σώματος ονομάζεται παιχνίδι.
Ηθική είναι η πρόταξη του σώματος
Λένε οι ζαπατίστας ότι η κριτική σκέψη έχει υποχωρήσει εκ νέου μπροστά στην επείγουσα κατάσταση των αποφάσεων της στιγμής. Στη θέση της κερδίζει έδαφος το εκλογικό μάρκετινγκ. Το να σκέφτεσαι κριτικά δεν είναι τίποτε άλλο από το να σκέφτεσαι ενάντια σε σένα τον ίδιο, ενάντια σε αυτό που είμαστε ή κάνουμε, όχι για να σταματήσουμε να είμαστε ή να κάνουμε αλλά για να αναπτυχθούμε και να προχωρήσουμε. Η κριτική σκέψη δεν μπορεί να βολευτεί στον τόπο που έχει κατακτήσει, όσο ενδιαφέρον κι αν έχει αυτός.
Τώρα η αριστερά και οι «διανοούμενοι Petrobras» (αυτοί που επιδοτούνται για τα βιβλία τους από τις προοδευτικές πολυεθνικές και τοποθετούν το logo της εταιρίας στο εξώφυλλο) ασχολούνται με τον εξωραϊσμό των υποτιθέμενων έργων των προοδευτικών κυβερνήσεων. Η «κριτική σκέψη» τους είναι κάτι περισσότερο από περίεργη: ασκούν κριτική στον Ιμπεριαλισμό του Βορρά, σαν μην υπάρχει αντίστοιχος στο Νότο, και στην «ακροαριστερά» η οποία, όπως λένε, εργάζεται για τη δεξιά. Ολόκληροι λαοί έχουν υποταχθεί στην Petrobras[3], που διψάει για κέρδη ώστε να γίνει η πρώτη πετρελαϊκή εταιρεία στον κόσμο (τώρα πια η δεύτερη). Αυτοί οι διανοούμενοι μιλούν για κριτική σκέψη και για χειραφέτηση σαν να μην ξέρουν ότι οι εταιρείες που τους επιδοτούν είναι βαμμένες με αίμα.
Για εμάς η κριτική σκέψη πάντα ήταν και θα είναι αυτοκριτική. Είναι ο τρόπος να επιδιορθώσουμε αυτό που είμαστε, να βελτιωθούμε, να γίνουμε καλύτεροι, πιο αληθινοί. Ποτέ δεν είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που κάνουμε γιατί πάντα θέλουμε να φτάσουμε πιο μακριά. Όχι από ζήλο για τελειότητα ούτε από αντεκδίκηση. Οι από κάτω χρειάζονται αυτή την κινητήρια δύναμη που είναι η κριτική/αυτοκριτική γιατί δεν μπορούν να βολευτούν στον τόπο που κατέχουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι μια σκέψη επιστημονική με την ακαδημαϊκή έννοια, επειδή δεν την αξιολογούν οι άλλοι ακαδημαϊκοί αλλά ο ίδιοι οι κοινοί άνθρωποι, οι από κάτω που οργανώνονται σε κινήματα.
Η κριτική σκέψη είναι μια σκέψη σε μετάβαση που δεν τείνει να παγιώνεται αλλά παραμένει η ίδια σε κίνηση και όχι μόνο μαζί με τα κινήματα. Δεν αποτελεί αυτοσκοπό, γιατί οφείλει να υπηρετεί όσους βρίσκονται κυρίως σε αντίσταση οι οποίοι πάντα αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις. Αν όχι, τι νόημα έχει η σκέψη; Δεν γραπώνεται στις ιδέες που διαμορφώνει σε μια δεδομένη στιγμή, είναι πρόθυμη να τις τροποποιήσει επειδή δεν θέλει να έχει δίκιο για είναι κάτι περισσότερο από τους άλλους, θέλει να είναι μαζί με όλους.
Είναι μια σκέψη σε ανοιχτό ουρανό, που γεννιέται και μεγαλώνει κοντά στους χώρους αντίστασης. Δεν χωράει στις ακαδημίες ούτε στα θερμαινόμενα/ψυχόμενα γραφεία και δεν εξαρτάται από προϋπολογισμούς. Εάν είναι αληθινή, αν είναι ειλικρινής και με δέσμευση, προτάσσει το σώμα μαζί με τις ιδέες και τις συλλογιστικές. Δεν σκέφτεται ούτε στέλνει άλλους στο μέτωπο, όπως οι δειλοί στρατηγοί των στρατών που ξοδεύουν εκατομμύρια δολάρια σε drones, αυτά τα αεροπλάνα χωρίς πλήρωμα που καταστρέφουν περιοχές χωρίς να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή όσων επιτίθενται. Για αυτόν που διεξάγει τον πόλεμο, είναι απλώς ένα βιντεοπαιχνίδι: χειρίζονται τα drones από μόνιτορ από άλλη ήπειρο, προς το παρόν από τις ΗΠΑ. Για αυτόν που υποφέρει είναι μια απρόσωπη γενοκτονία.
Η κριτική σκέψη, που είναι μια ηθική σκέψη, δεν μπορεί να είναι ένα βιντεοπαιχνίδι όπου ο πολιτικός βάζει τις ιδέες και οι υπόλοιποι προτάσσουν το σώμα. Στις τελευταίες σελίδες της νουβέλας του Alejo Carpentier, «Ο αιώνας των φώτων», η Σοφία βγαίνει στο δρόμο στη Μαδρίτη που έχει ξεσηκωθεί ενάντια στα στρατεύματα του Ναπολέοντα στις 2 Μαΐου του 1807. Ο Esteban προσπαθεί να την εμποδίσει επειδή αυτό είναι σίγουρος θάνατος: κανόνια και τουφέκια ενάντια σε κραυγές και μαχαίρια. Και οι δύο υποφέρουν από την προδοσία των ιδανικών της Γαλλικής Επανάστασης:
– Πάμε εκεί!
– Μην είσαι ηλίθια, εκεί βομβαρδίζουν. Δεν πρόκειται να κάνεις τίποτε μ’ αυτά τα παλιοσιδερικά.
– Μείνε αν θέλεις. Εγώ πάω!
– Και πας να παλέψεις για ποιον;
– Γι’ αυτούς που έχουν βγει στους δρόμους. Πρέπει να κάνουμε κάτι.
– Τι;
– Κάτι!
Η ηθική ως κριτική σκέψη και το αντίστροφο
Για να πλεύσεις μαζί με το ρεύμα, για να αφεθείς να σε πάρει χωρίς μεγάλη προσπάθεια, δεν χρειάζεται ούτε σκέψη ούτε ηθική. Τι νόημα έχει η κριτική και η ηθική εάν όλα συνίστανται στο να ακολουθείς το ρεύμα; Αν το μονοπάτι έχει χαραχθεί, όπως λέει το τραγούδι ενός φίλου ουρουγουανού, και μας μένει μόνο να το διαβούμε και ο δρόμος είναι μάλιστα κατηφορικός, η κριτική είναι μια ανοησία και η ηθική, στην καλύτερη περίπτωση, διακοσμητικό στοιχείο. Η κριτική μας σπρώχνει να βγούμε από το δρόμο, να ψάξουμε πλαγιές απόκρημνες, να λασπωθούμε μέχρι τα αυτιά. Η ηθική δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον κομφορμισμό.
Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για εκείνες τις πολιτικές πρακτικές που καθοδηγούνται από ηγέτες που συγκεντρώνουν όλη τη γνώση και όλη την εξουσία και τους οποίους οφείλουμε να ακολουθούμε τυφλά. Όποιος γνώρισε από κοντά την εμπειρία του Serdero Luminoso[4] στο Περού, μπόρεσε να καταλάβει ότι η σχέση ανάμεσα στα «επαναστατικά» αφεντικά και στους στρατευμένους της βάσης αναπαρήγαγε πιστά την κάθετη και αυταρχική σχέση ανάμεσα στους φεουδάρχες ιδιοκτήτες γης και τους εργάτες του αγροκτήματος. Εκεί δεν υπήρξε ποτέ αλλαγή, μόνο αναπαραγωγή των σχέσεων καταπίεσης, που είχαν ως κέντρο το «κόμμα της πρωτοπορίας» και του οποίου οι καπετάνιοι πλοηγούσαν σπρωγμένοι από τον άνεμο της ιστορίας.
«Τίποτα δεν διέφθειρε περισσότερο την γερμανική εργατική τάξη από την ιδέα ότι αυτή κολυμπούσε με το ρεύμα», έγραφε ο Walter Benjamin στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Οι γυναίκες και οι ιθαγενείς, που δεν ενσωματώνονταν σ’ αυτή τη μεγάλη Ιστορία, χάραξαν το δικό τους δρόμο κόντρα στο ρεύμα και γι’ αυτό μετατράπηκαν σε υποκείμενα της ζωής τους. Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι η εκλογική πολιτική είναι η διάδοχη πίστη αυτής της κομφορμιστικής παράδοσης στην οποία δεν χρειάζεται να προτάξει κανείς το σώμα, μόνο να ρίχνει ένα χαρτί στην κάλπη κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια;
Στη φράση του Benjamin, το υποκείμενο δεν είναι «αυτή», η εργατική τάξη, αλλά η ιστορική κίνηση, όπως σε άλλες εμπειρίες είναι το κόμμα ή ο υπέρτατος ηγέτης. Ο αλάνθαστος. Όσοι προερχόμαστε από τη μαρξιστική/μαοϊκή εμπειρία ξέρουμε κάτι από αυτό. Τα υποκείμενα ποτέ δεν ήταν οι αγρότες με σάρκα και οστά, μόνο ο Μεγάλος Ηγέτης, το Κόκκινο Βιβλίο (ή ήταν πράσινο;) ή η ανώτερη Διεύθυνση. Οι κοινοί άνθρωποι, στους οποίους πάντα αναφερόμαστε ως «μάζα», ήταν αυτό: μαλακή εύπλαστη ύλη για τη Διεύθυνση και/ή τη σωστή πολιτική γραμμή. Στην μάζα ποτέ δεν ξέρουμε να βλέπουμε πρόσωπα, ποτέ δεν εμφανίζεται ένας Γέρο-Antonio ή μια μικρή με το όνομα Patricia, άντρες και γυναίκες αληθινοί με σκέψεις, παραδόσεις, ταυτότητες, με τις οποίες θα θέλαμε να έρθουμε σε διάλογο και να τις κατανοήσουμε. Τα περιορισμένα συγκεκριμένα ονόματα που εμφανίζονται στους βασικούς λόγους του Μεγάλου Ηγέτη είναι ονόματα ξένων ή καλύτερα άλλοι ηγέτες από τα ψηλά. Ποτέ ο κοινός, ποτέ ο από κάτω.
Κατά συνέπεια, καταπιανόμαστε να ακολουθούμε τα βήματα των «μεγάλων», των πραγματικά σημαντικών, των ιστορικών αφεντικών (αρσενικών, φωτισμένων, επιδέξιων στο χειρισμό της ειδικής γλώσσας). Κάθε φράση από τους ηγέτες διαβαζόταν και ξαναδιαβαζόταν μέχρι να βγει κάποιο εξαιρετικό νόημα, κάθε χειρονομία μελετιόταν, κάθε φωτογραφία γινόταν αντικείμενο λεπτομερούς σπουδής, και αυτή η άσκηση –το να κοιτάς πάντα προς τα πάνω– φυλάκισε την ικανότητά μας να βλέπουμε, να ακούμε, να αισθανόμαστε τις χαρές και τους πόνους των από κάτω. Όλων αυτών που δεν διέθεταν έναν εξευγενισμένο λόγο και δεν σύχναζαν στους τόπους και τους τρόπους της εξουσίας. Αυτοί, και αυτές, ήταν τόσο αόρατοι για τους «επαναστάτες» όπως ακριβώς ήταν για τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. (Αν επεκτείνομαι σχετικά με αυτή την παράδοση δεν είναι επειδή είναι η εξαίρεση, αλλά επειδή πονάει, πληγώνει και το να κρατηθεί ζωντανός αυτός ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να μην επαναληφθεί).
Αυτή η επώδυνη παράδοση φτάνει ως τις μέρες μας και προσλαμβάνει μορφές πολύ πιο ωραιοποιημένες και εξευγενισμένες, απρόσωπες και επιστημονικές. Ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς: υπογραφές και στοιχεία αντικειμενικά που αποκρύπτουν την ανθρώπινη ύπαρξη πίσω από γραφήματα και στατιστικές. Δεν υπάρχει, αλήθεια, κάτι κοινό ανάμεσα σε όλες τις μορφές της πράξης και της σκέψης που αποκρύπτουν τον ανθρώπινο πόνο;
Αν είναι αλήθεια, όπως λέει ο Benjamin, ότι η καθημερινή ζωή των καταπιεσμένων είναι μια μόνιμη «κατάσταση εξαίρεσης», και για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί να επισκεφθεί μια ιθαγενική κοινότητα ή οποιαδήποτε γειτονιά σε οποιαδήποτε αστική περιφέρεια στην Λατινική Αμερική, προκύπτει μια επιτακτική ηθική ανάγκη. Δεν είναι δυνατό να σκέφτεται κανείς κριτικά και απ’ έξω την κατάσταση εξαίρεσης, μακριά από τον τόπο όπου ασκείται η γυμνή εξουσία της φυσικής βίας. Για να κρατηθεί αυτή η απόσταση, για να μιλήσει κανείς στο όνομα των από κάτω, έχουν φτιαχτεί οι Οργανισμοί Ανάπτυξης. Στο εξής, το κριτικό πνεύμα θα γεννιέται από τις συνθήκες που μας επιβάλλει η κατάσταση εξαίρεσης, διαφορετικά δεν θα είναι πνεύμα ηθικό.
Θα πουν ότι έτσι χάνεται η αναγκαία απόσταση για να ασκήσει κανείς κριτική. Σ’ αυτό το σημείο υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, που σχετίζεται με τον τρόπο που παράγεται γνώση: από ποια αφετηρία και σε ποιες συνθήκες κανείς μιλάει, σκέφτεται ή γράφει. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές. Ή οι από κάτω αποτελούν την δικαιολογία ώστε οι άλλοι να κάνουν πολιτική ή να αναπτύσσουν θέση ή και τα δύο αναπτύσσονται σε συνεργασία, με συλλογική εργασία, με τους από κάτω. «Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε σκάλες για εσάς», φωνάζουν οι βολιβιάνοι aymaras[5] στους πολιτικούς από πάνω, στους δεξιούς, στους αριστερούς και τώρα επίσης και στους «πολυεθνιστές» πολιτικούς, οι οποίοι αποτελούν την τελευταία παγίδα που γεννήθηκε για να παρασιτήσει στα κινήματα.
Η μεγαλύτερη φιλοδοξία που μπορούμε να έχουμε οι στρατευμένοι, οι διανοητές, οι συγγραφείς ή όποιοι είμαστε…, είναι να σταματήσουμε να είμαστε αυτό που είμαστε. Και οι άλλοι να μας πλημμυρίσουν, να μας ξεπεράσουν, να μετατραπούμε σε συλλογικούς διανοητές, συλλογικούς συγγραφείς, στρατευμένους που κυβερνούν υπακούοντας, που «εκμηδενίζουν το πεδίο της πραγμάτωσής τους», όπως έλεγε η επιστολή του Luis Villoro. Ποια μεγαλύτερη χαρά από μια σκέψη που εξαπολύεται στον άνεμο, που φτάνει να ενσαρκώνει τις πιο διαφορετικές συλλογικότητες, που την ενισχύουν, την εμπλουτίζουν και την τροποποιούν μέχρι να γίνει αγνώριστη η καταγωγική της ρίζα, την μετατρέπουν σε κληρονομιά όλων!
Εδώ παρουσιάζονται μερικές ιδέες ανοργάνωτες, γραμμένες πάνω στην έξαψη της οργής που προκαλεί η ανικανότητα να συνειδητοποιήσουμε με ποιον τρόπο η εξέγερση των λαών γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την αγορά των γεωπολιτικών συμφερόντων.
Χαιρετισμούς στους ιθαγενείς τσιαπανέκος που μας διδάσκουν ότι είναι δυνατόν να νικηθεί ο φόβος συλλογικά.
Raúl Zibechi
Montevideo, Μάρτιος 2011
Σημειώσεις
[1] Σ.τ.Μ.: León Felipe Camino Galicia (11 Απριλίου 1884 - 17 Σεπτεμβρίου 1968): ισπανός ποιητής.
[2] Σ.τ.Μ.: Caracazo ή sacudón ήταν το όνομα που δόθηκε στις λαϊκές διαδηλώσεις, τις εξεγέρσεις και τις επακόλουθες σφαγές στις 27 Φεβρουαρίου 1989 στο Καράκας, πρωτεύουσα της Βενεζουέλα, και τις γύρω πόλεις.
[3] Σ.τ.Μ.: Petróleo Brasileiro S.A. ή Petrobras: πολυεθνική εταιρεία ενέργειας με έδρα τη Βραζιλία.
[4] Σ.τ.Μ.: Κομμουνιστική Οργάνωση στο Περού (Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού - Serdero Luminoso) με μαοϊκή πολιτική γραμμή με βασική δράση κυρίως ανάμεσα σε 1980-1992. Μετά το 1992 η παρουσία της οργάνωσης είναι πολύ εξασθενημένη.
[5] Σ.τ.Μ.: Ιθαγενικές κοινότητες στα υψίπεδα των Άνδεων (σχ. στο: http://unca.galeon.com/).
Πηγή: Περιοδικό Rebeldia, 77, Μάιος 2011, σσ. 51-57 (γλώσσα: ισπανικά). Διαθέσιμο επίσης στο internet στα ισπανικά: http://caminatuspensamientos.blogspot.com/2011/05/etica-y-politica-tender-puentes-no.html
Μετάφραση: Ratnet, 2011
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαπατίστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζαπατίστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Οι πυροβολισμοί των ρολογιών από τους εργάτες στο Παρίσι το 1830 και η κατάληψη του San Cristóbal de las Casas από τους Ζαπατίστας το 1994
Μερικές σημειώσεις σχετικά με την ασυνέχεια
Του Sergio Tischler
1
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που έχουν αναδείξει τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα είναι το ζήτημα του χρόνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1994, οι Ζαπατίστας μας δίδαξαν ότι το να ονειρευτούμε έναν διαφορετικό κόσμο δεν είναι μόνο εφικτό αλλά ότι αυτό είναι το ζωντανό όνειρο της αξιοπρέπειας και της πάλης. Δεν πυροβόλησαν με τα όπλα τους τα ρολόγια, όπως έκαναν το 1830 οι εξεγερμένοι εργάτες στο Παρίσι για να ανατρέψουν συμβολικά το χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας, τον ορθολογιστικό μηχανισμό που οργανώνει τη ζωή προκειμένου να εξυπηρετήσει την αστική εξουσία. Το έκαναν με διαφορετικό τρόπο. Οι ιθαγενείς αντάρτες κατέλαβαν τα χωριά San Cristóbal de las Casa, Altamirano, Las Margaritas, Ocosigno, Oxchuc, Huixtán και Chanal. Η Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή-Γενική Διοίκηση (CCRI-CG) του EZLN δημοσιοποίησε την 1η Διακήρυξη της Ζούγκλας Lacandona, με την οποία κήρυξε τον πόλεμο στην κυβέρνηση του Carlos Salinas de Cortari με σκοπό την αντίσταση στο σχέδιο θανάτου ενάντια στον ιθαγενικό πληθυσμό σύμφωνα με τη Συνθήκη για το Ελεύθερο Εμπόριο ανάμεσα στο Μεξικό και τις ΗΠΑ και ανακοίνωσε τον αγώνα της για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη για όλους τους μεξικανούς. Αυτή τη φορά ήταν οι ιθαγενείς από τις κοινότητες της Τσιάπας, αλλά ο εχθρός δεν ήταν πολύ διαφορετικός: ήταν αντιμέτωποι με τον χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονιστικού σχεδίου.
2
Εμπνεόμενοι από τον Walter Benjamin μπορούμε να ρωτήσουμε: Ποιος μυστικός σύνδεσμος υφίσταται ανάμεσα στους παρισινούς εργάτες του 1830 και τους Ζαπατίστας; Η ερώτηση μπορεί να επεκταθεί: Ποιος μυστικός σύνδεσμος υπάρχει ανάμεσα στις γενιές του 1848, του 1830, του 1871, του 1968, του 1910 και του 1917 και στις γενιές που τώρα αγωνίζονται; Η απάντηση δεν είναι απλή, επειδή δεν επιλύεται γραμμικά ούτε μηχανιστικά μέσω μιας συλλογιστικής αιτίας-αποτελέσματος. Ο σύνδεσμος δεν είναι η συνέχεια αλλά η ρήξη, η ρήξη με τον συνεχή χρόνο της ηγεμονίας. Και η διάρρηξη του συνεχούς χρόνου εκφράζεται με τη μορφή του αστερισμού. Εκείνοι οι αστερισμοί αποτέλεσαν ρωγμές στην ηγεμονία και στιγμές πραγματικής και συμβολικής κατάργησης του χρόνου ως εξωτερική και αποξενωμένη μορφή, δηλαδή στιγμές κατάργησης της Ιστορίας ως Γενικής Ιστορίας σύμφωνα με την γραμμική αστική ιδέα της εξέλιξης. Καθένα από αυτά τα συμβάντα προσλαμβάνει τη δραματική διάσταση της κατάργησης του χρόνου ως μορφή αναπαραγωγής μιας ζωής που κυριαρχείται από εξουσίες και θεσμούς που γεννιούνται από την αδικία και την παρατείνουν. Έτσι, μπορεί να κατανοηθεί γιατί υπάρχει μεγαλύτερη εγγύτητα, συμφωνία και κατανόηση ανάμεσα σε έναν εργάτη του Παρισιού το 1830 και τους Ζαπατίστας απ’ ό,τι ανάμεσα σε ένα Συμβούλιο Καλής Διακυβέρνησης του Oventik και στον Felipe Calderón. Ο παρισινός εργάτης που πυροβόλησε τα ρολόγια το 1830, όπως και ο ιθαγενής ζαπατίστα που κατέλαβε με επίθεση την πόλη του San Cristóbal τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς του 1994, ανήκουν στο μέλλον, είναι το νέο που ακόμη δεν έχει εντελώς φανεί και που αναγγέλλει την κατάργηση-υπέρβαση του χρόνου και της Καθολικής Ιστορίας ως μορφών που καταπιέζουν την ύπαρξη. Αποτελούν μια προκαταβολική μορφή ενός μέλλοντος που αποτελεί κομμάτι του εδώ και τώρα της επαναστατικής δράσης των Ζαπατίστας με στόχο τον μετασχηματισμό του παρόντος.
3
Αλλά παραμένει η ερώτηση: Αυτή η μορφή χρονικότητας που δεν έχει πραγματωθεί, δεν θα είναι σχεδόν η επιβεβαίωση μιας αποτυχίας, η απόδειξη μια ανορθολογικής ουτοπίας χωρίς ιστορική βάση, ο τρόπος να επινοήσουμε ένα νόημα ως απάντηση στην οδύνη ενός κόσμου που είναι άβυσσος; Αν επικεντρωθούμε στην καθαρά αντικειμενική πτυχή, του κόσμου που υπάρχει και έχει υπάρξει, τότε μας μένει η εντύπωση πως οι επαναστάσεις έχουν αποτύχει και αυτό που μας άφησαν είναι η πικρή γεύση της ήττας και της απογοήτευσης. Υπ’ αυτή την έννοια, καμία επανάσταση δεν κατάφερε να μας βγάλει από την άβυσσο, μάλλον υπήρξε κομμάτι αυτής της περιοχής. Αλλά αν καταφέρουμε να δούμε λίγο πιο μακριά, την ανάποδη πλευρά του εμπράγματου κελύφους των επαναστάσεων, δηλαδή να πάμε πέρα από την υποβάθμισή τους σε απλή στρατηγική και φόρμουλα εξουσίας, τότε μπορούμε να δούμε πως όλες αυτές ωθούνταν από το όνειρο της πραγμάτωσης ενός κόσμου όπου το πάνω και το κάτω θα έχουν καταργηθεί. Αυτή είναι η παιγνιώδης και καρναβαλική πλευρά των επαναστάσεων, η πιο ριζικά απελευθερωτική όψη τους. Ωστόσο, η ιλιγγιώδης κίνηση των επαναστάσεων που θριαμβεύουν μέσα από τη μορφή Κράτος δεν μπορεί παρά να πυρπολήσει αυτή την δύναμη. Σ’ αυτό ταυτίζονται το 1789 και το 1917. Μια επανάσταση που καταλήγει στην θεσμοποίηση του χρόνου είναι άρνηση της επανάστασης, καθώς επιμηκύνει την, κενή και αφηρημένη, χρονικότητα της εξουσίας, με τη μορφή του ιστορικού συνεχούς. Η θεσμοποίηση του επαναστατικού χρόνου στη μορφή Κράτος είναι ένας τρόπος οργάνωσης του χρόνου ως πράξη άρνησης της αυτοχειραφετικής κίνησης.
4
Βλέποντας έτσι τα πράγματα, η ιστορία και ο κόσμος μοιάζουν με θέαμα όπου η πανουργία του χρόνου ως εξουσία και μορφή ύπαρξης που καθυποτάσσει τους ανθρώπους κοροϊδεύει όλες τις μορφές που επεδίωξαν να την υπερβούν. Οι επαναστάσεις που διακήρυξαν ότι θα αντικαταστήσουν την εργαλειακή μορφή της εξουσίας με την φαντασία και την ποίηση, όπως ο Μάης του ’68 στο Παρίσι, εξανεμίστηκαν γρήγορα. Ο χρόνος τους ήταν το εφήμερο. Όσες διακήρυξαν την αναγκαιότητα της εργαλειακής μορφής της εξουσίας ως μέσο για να υπερβούν την αστική μορφή των κοινωνικών σχέσεων κατέληξαν εκεί που όλοι ξέρουμε. Τουλάχιστον, έγινε ξεκάθαρο ότι ο χρόνος της μορφής Κράτος δεν είναι κάτι ανταγωνιστικό προς τον χρόνο του κεφαλαίου. Στον πυρήνα του υπάρχει η αφηρημένη μορφή της εργασίας και του χρόνου. Μοιάζει, λοιπόν, να είμαστε παγιδευμένοι σε μια φαύλη διαλεκτική όπου το εφήμερο του «πλήρους χρόνου» επιβεβαιώνει την υπεροχή του κενού και συνεχούς χρόνου ως πραγμοποιημένη μορφή του εξορθολογισμού του κόσμου.
5
Μπορούν τα κοινωνικά κινήματα να συνεισφέρουν στην έξοδο από αυτό το τραγικό δίλημμα; Όχι χωρίς αντιφάσεις. Ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών κινημάτων δεν αμφισβητούν τη χρονική λογική του συστήματος, αλλά υπάρχουν ορισμένα που την ξεπερνούν συνειδητά. Υπ’ αυτή την έννοια, ανάμεσα σε άλλες εκδηλώσεις, όπως αυτές του κινήματος για έναν εναλλακτικό κόσμο, ορισμένες μορφές των piqueteros και της αυτόνομης αριστεράς στην Αργεντινή και του κινήματος Χωρίς Γη, η πολιτική μορφή-ζαπατίστα είναι θεμελιώδης. Ασκεί ανοιχτή κριτική στη μορφή Κράτος ως έκφραση μιας χρονικότητας της εξουσίας την οποία πρέπει να ξεπεράσουμε με το «Κυβερνάμε υπακούοντας» και παρουσιάζει μια οριζόντια οδό προς την ανάδειξη της χρονικότητας του αυτοκαθορισμού με το «Προχωράμε ρωτώντας». Αυτή η νέα χρονικότητα δεν είναι μια πυκνή έκρηξη που συγκρατείται στο εφήμερο, παρόλο που μπορούν να προκύψουν από αυτή άλλες διαδικασίες (όπως στον γαλλικό ’68), ούτε ο ομογενής χρόνος, συμπαγής και διαχειρίσιμος από ένα πολιτικό κόμμα. Αφορά την ενδιάμεση μορφή ενός νέου χρόνου που δεν πρέπει να συγχέεται με την τυχαία μεταμοντέρνα καθιέρωση της μικροπολιτικής. Αυτή η μορφή αποσκοπεί σε έναν χρόνο κοινό αλλά ετερογενή. Έναν χρόνο όπου η ιδιαιτερότητα δεν εξαλείφεται αλλά μπορεί να αποκαλυφθεί ως κριτική δύναμη, έναν χρόνο που μπορεί να γίνει αντιληπτός ως πάλη ή ως αστερισμός. Η πολιτική μορφή-ζαπατίστα επιτρέπει να σκεφτούμε-επιθυμήσουμε μια χρονικότητα με τα παρακάτω χαρακτηριστικά: α) πάλη ενάντια στον ομογενή χρόνο του κεφαλαίου και της μορφής Κράτος, β) ανάδειξη μιας νέας χρονικότητας που δεν είναι συνεχές, που δεν αποτελεί συνέχεια αλλά δημιουργία του καινούργιου με αφετηρία τα κατώφλια ενός ετερογενούς χρόνου, γ) ο ορίζοντας της ασυνέχειας ως μορφή που πηγαίνει πέρα από τη μορφή κεφάλαιο και τη μορφή Κράτος.
6
Με τις αντιφάσεις και τα υποτιθέμενα «λάθη τακτικής», για τους γνωστούς λόγους, ο ζαπατισμός είναι μία από τις εξέχουσες εκφράσεις ενός νέου αστερισμού της πάλης των τάξεων στον κόσμο. Το ζαπατιστικό λεξιλόγιο είναι μέρος της μορφής του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Άτομο και χρόνος
Το άτομο αναπαριστώμενο ως κατηγορία αυτο-επαρκή αποτελεί την κατάργηση του συλλογικού χρόνου και την καθυπόταξή του στην αφαίρεση του γραμμικού χρόνου. Το άτομο, με τη συγκεκριμένη αστική έννοια, υπονοεί μια κοινωνική σχέση που βασίζεται στην πραγματική αφαίρεση και στη βία αυτής της αφαίρεσης. Ο πραγματικός δεσμός ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό είναι η ρωγμή της υπέρβασης αυτής αφαίρεσης. Το συλλογικό σώμα είναι μια χρονικότητα πλήρης (πόνου και ελπίδας).
Πρωτότυπο κείμενο: Sergio Tischler, “Los disparos de los obreros de París contra los relojes en 1830 y la toma de San Cristóbal de las Casas por indígenas zapatistas en 1994. Agunas notas sobre la discontinuidad”, (2008), Bajo el Volcán, 13, Puebla: Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades, pp. 155-159.
Μετάφραση: ratnet 2011
http://ratnet-blog.blogspot.com/
Του Sergio Tischler
1
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που έχουν αναδείξει τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα είναι το ζήτημα του χρόνου. Την 1η Ιανουαρίου του 1994, οι Ζαπατίστας μας δίδαξαν ότι το να ονειρευτούμε έναν διαφορετικό κόσμο δεν είναι μόνο εφικτό αλλά ότι αυτό είναι το ζωντανό όνειρο της αξιοπρέπειας και της πάλης. Δεν πυροβόλησαν με τα όπλα τους τα ρολόγια, όπως έκαναν το 1830 οι εξεγερμένοι εργάτες στο Παρίσι για να ανατρέψουν συμβολικά το χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας, τον ορθολογιστικό μηχανισμό που οργανώνει τη ζωή προκειμένου να εξυπηρετήσει την αστική εξουσία. Το έκαναν με διαφορετικό τρόπο. Οι ιθαγενείς αντάρτες κατέλαβαν τα χωριά San Cristóbal de las Casa, Altamirano, Las Margaritas, Ocosigno, Oxchuc, Huixtán και Chanal. Η Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή-Γενική Διοίκηση (CCRI-CG) του EZLN δημοσιοποίησε την 1η Διακήρυξη της Ζούγκλας Lacandona, με την οποία κήρυξε τον πόλεμο στην κυβέρνηση του Carlos Salinas de Cortari με σκοπό την αντίσταση στο σχέδιο θανάτου ενάντια στον ιθαγενικό πληθυσμό σύμφωνα με τη Συνθήκη για το Ελεύθερο Εμπόριο ανάμεσα στο Μεξικό και τις ΗΠΑ και ανακοίνωσε τον αγώνα της για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη για όλους τους μεξικανούς. Αυτή τη φορά ήταν οι ιθαγενείς από τις κοινότητες της Τσιάπας, αλλά ο εχθρός δεν ήταν πολύ διαφορετικός: ήταν αντιμέτωποι με τον χρόνο της καπιταλιστικής εργασίας του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονιστικού σχεδίου.
2
Εμπνεόμενοι από τον Walter Benjamin μπορούμε να ρωτήσουμε: Ποιος μυστικός σύνδεσμος υφίσταται ανάμεσα στους παρισινούς εργάτες του 1830 και τους Ζαπατίστας; Η ερώτηση μπορεί να επεκταθεί: Ποιος μυστικός σύνδεσμος υπάρχει ανάμεσα στις γενιές του 1848, του 1830, του 1871, του 1968, του 1910 και του 1917 και στις γενιές που τώρα αγωνίζονται; Η απάντηση δεν είναι απλή, επειδή δεν επιλύεται γραμμικά ούτε μηχανιστικά μέσω μιας συλλογιστικής αιτίας-αποτελέσματος. Ο σύνδεσμος δεν είναι η συνέχεια αλλά η ρήξη, η ρήξη με τον συνεχή χρόνο της ηγεμονίας. Και η διάρρηξη του συνεχούς χρόνου εκφράζεται με τη μορφή του αστερισμού. Εκείνοι οι αστερισμοί αποτέλεσαν ρωγμές στην ηγεμονία και στιγμές πραγματικής και συμβολικής κατάργησης του χρόνου ως εξωτερική και αποξενωμένη μορφή, δηλαδή στιγμές κατάργησης της Ιστορίας ως Γενικής Ιστορίας σύμφωνα με την γραμμική αστική ιδέα της εξέλιξης. Καθένα από αυτά τα συμβάντα προσλαμβάνει τη δραματική διάσταση της κατάργησης του χρόνου ως μορφή αναπαραγωγής μιας ζωής που κυριαρχείται από εξουσίες και θεσμούς που γεννιούνται από την αδικία και την παρατείνουν. Έτσι, μπορεί να κατανοηθεί γιατί υπάρχει μεγαλύτερη εγγύτητα, συμφωνία και κατανόηση ανάμεσα σε έναν εργάτη του Παρισιού το 1830 και τους Ζαπατίστας απ’ ό,τι ανάμεσα σε ένα Συμβούλιο Καλής Διακυβέρνησης του Oventik και στον Felipe Calderón. Ο παρισινός εργάτης που πυροβόλησε τα ρολόγια το 1830, όπως και ο ιθαγενής ζαπατίστα που κατέλαβε με επίθεση την πόλη του San Cristóbal τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς του 1994, ανήκουν στο μέλλον, είναι το νέο που ακόμη δεν έχει εντελώς φανεί και που αναγγέλλει την κατάργηση-υπέρβαση του χρόνου και της Καθολικής Ιστορίας ως μορφών που καταπιέζουν την ύπαρξη. Αποτελούν μια προκαταβολική μορφή ενός μέλλοντος που αποτελεί κομμάτι του εδώ και τώρα της επαναστατικής δράσης των Ζαπατίστας με στόχο τον μετασχηματισμό του παρόντος.
3
Αλλά παραμένει η ερώτηση: Αυτή η μορφή χρονικότητας που δεν έχει πραγματωθεί, δεν θα είναι σχεδόν η επιβεβαίωση μιας αποτυχίας, η απόδειξη μια ανορθολογικής ουτοπίας χωρίς ιστορική βάση, ο τρόπος να επινοήσουμε ένα νόημα ως απάντηση στην οδύνη ενός κόσμου που είναι άβυσσος; Αν επικεντρωθούμε στην καθαρά αντικειμενική πτυχή, του κόσμου που υπάρχει και έχει υπάρξει, τότε μας μένει η εντύπωση πως οι επαναστάσεις έχουν αποτύχει και αυτό που μας άφησαν είναι η πικρή γεύση της ήττας και της απογοήτευσης. Υπ’ αυτή την έννοια, καμία επανάσταση δεν κατάφερε να μας βγάλει από την άβυσσο, μάλλον υπήρξε κομμάτι αυτής της περιοχής. Αλλά αν καταφέρουμε να δούμε λίγο πιο μακριά, την ανάποδη πλευρά του εμπράγματου κελύφους των επαναστάσεων, δηλαδή να πάμε πέρα από την υποβάθμισή τους σε απλή στρατηγική και φόρμουλα εξουσίας, τότε μπορούμε να δούμε πως όλες αυτές ωθούνταν από το όνειρο της πραγμάτωσης ενός κόσμου όπου το πάνω και το κάτω θα έχουν καταργηθεί. Αυτή είναι η παιγνιώδης και καρναβαλική πλευρά των επαναστάσεων, η πιο ριζικά απελευθερωτική όψη τους. Ωστόσο, η ιλιγγιώδης κίνηση των επαναστάσεων που θριαμβεύουν μέσα από τη μορφή Κράτος δεν μπορεί παρά να πυρπολήσει αυτή την δύναμη. Σ’ αυτό ταυτίζονται το 1789 και το 1917. Μια επανάσταση που καταλήγει στην θεσμοποίηση του χρόνου είναι άρνηση της επανάστασης, καθώς επιμηκύνει την, κενή και αφηρημένη, χρονικότητα της εξουσίας, με τη μορφή του ιστορικού συνεχούς. Η θεσμοποίηση του επαναστατικού χρόνου στη μορφή Κράτος είναι ένας τρόπος οργάνωσης του χρόνου ως πράξη άρνησης της αυτοχειραφετικής κίνησης.
4
Βλέποντας έτσι τα πράγματα, η ιστορία και ο κόσμος μοιάζουν με θέαμα όπου η πανουργία του χρόνου ως εξουσία και μορφή ύπαρξης που καθυποτάσσει τους ανθρώπους κοροϊδεύει όλες τις μορφές που επεδίωξαν να την υπερβούν. Οι επαναστάσεις που διακήρυξαν ότι θα αντικαταστήσουν την εργαλειακή μορφή της εξουσίας με την φαντασία και την ποίηση, όπως ο Μάης του ’68 στο Παρίσι, εξανεμίστηκαν γρήγορα. Ο χρόνος τους ήταν το εφήμερο. Όσες διακήρυξαν την αναγκαιότητα της εργαλειακής μορφής της εξουσίας ως μέσο για να υπερβούν την αστική μορφή των κοινωνικών σχέσεων κατέληξαν εκεί που όλοι ξέρουμε. Τουλάχιστον, έγινε ξεκάθαρο ότι ο χρόνος της μορφής Κράτος δεν είναι κάτι ανταγωνιστικό προς τον χρόνο του κεφαλαίου. Στον πυρήνα του υπάρχει η αφηρημένη μορφή της εργασίας και του χρόνου. Μοιάζει, λοιπόν, να είμαστε παγιδευμένοι σε μια φαύλη διαλεκτική όπου το εφήμερο του «πλήρους χρόνου» επιβεβαιώνει την υπεροχή του κενού και συνεχούς χρόνου ως πραγμοποιημένη μορφή του εξορθολογισμού του κόσμου.
5
Μπορούν τα κοινωνικά κινήματα να συνεισφέρουν στην έξοδο από αυτό το τραγικό δίλημμα; Όχι χωρίς αντιφάσεις. Ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών κινημάτων δεν αμφισβητούν τη χρονική λογική του συστήματος, αλλά υπάρχουν ορισμένα που την ξεπερνούν συνειδητά. Υπ’ αυτή την έννοια, ανάμεσα σε άλλες εκδηλώσεις, όπως αυτές του κινήματος για έναν εναλλακτικό κόσμο, ορισμένες μορφές των piqueteros και της αυτόνομης αριστεράς στην Αργεντινή και του κινήματος Χωρίς Γη, η πολιτική μορφή-ζαπατίστα είναι θεμελιώδης. Ασκεί ανοιχτή κριτική στη μορφή Κράτος ως έκφραση μιας χρονικότητας της εξουσίας την οποία πρέπει να ξεπεράσουμε με το «Κυβερνάμε υπακούοντας» και παρουσιάζει μια οριζόντια οδό προς την ανάδειξη της χρονικότητας του αυτοκαθορισμού με το «Προχωράμε ρωτώντας». Αυτή η νέα χρονικότητα δεν είναι μια πυκνή έκρηξη που συγκρατείται στο εφήμερο, παρόλο που μπορούν να προκύψουν από αυτή άλλες διαδικασίες (όπως στον γαλλικό ’68), ούτε ο ομογενής χρόνος, συμπαγής και διαχειρίσιμος από ένα πολιτικό κόμμα. Αφορά την ενδιάμεση μορφή ενός νέου χρόνου που δεν πρέπει να συγχέεται με την τυχαία μεταμοντέρνα καθιέρωση της μικροπολιτικής. Αυτή η μορφή αποσκοπεί σε έναν χρόνο κοινό αλλά ετερογενή. Έναν χρόνο όπου η ιδιαιτερότητα δεν εξαλείφεται αλλά μπορεί να αποκαλυφθεί ως κριτική δύναμη, έναν χρόνο που μπορεί να γίνει αντιληπτός ως πάλη ή ως αστερισμός. Η πολιτική μορφή-ζαπατίστα επιτρέπει να σκεφτούμε-επιθυμήσουμε μια χρονικότητα με τα παρακάτω χαρακτηριστικά: α) πάλη ενάντια στον ομογενή χρόνο του κεφαλαίου και της μορφής Κράτος, β) ανάδειξη μιας νέας χρονικότητας που δεν είναι συνεχές, που δεν αποτελεί συνέχεια αλλά δημιουργία του καινούργιου με αφετηρία τα κατώφλια ενός ετερογενούς χρόνου, γ) ο ορίζοντας της ασυνέχειας ως μορφή που πηγαίνει πέρα από τη μορφή κεφάλαιο και τη μορφή Κράτος.
6
Με τις αντιφάσεις και τα υποτιθέμενα «λάθη τακτικής», για τους γνωστούς λόγους, ο ζαπατισμός είναι μία από τις εξέχουσες εκφράσεις ενός νέου αστερισμού της πάλης των τάξεων στον κόσμο. Το ζαπατιστικό λεξιλόγιο είναι μέρος της μορφής του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Άτομο και χρόνος
Το άτομο αναπαριστώμενο ως κατηγορία αυτο-επαρκή αποτελεί την κατάργηση του συλλογικού χρόνου και την καθυπόταξή του στην αφαίρεση του γραμμικού χρόνου. Το άτομο, με τη συγκεκριμένη αστική έννοια, υπονοεί μια κοινωνική σχέση που βασίζεται στην πραγματική αφαίρεση και στη βία αυτής της αφαίρεσης. Ο πραγματικός δεσμός ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό είναι η ρωγμή της υπέρβασης αυτής αφαίρεσης. Το συλλογικό σώμα είναι μια χρονικότητα πλήρης (πόνου και ελπίδας).
Πρωτότυπο κείμενο: Sergio Tischler, “Los disparos de los obreros de París contra los relojes en 1830 y la toma de San Cristóbal de las Casas por indígenas zapatistas en 1994. Agunas notas sobre la discontinuidad”, (2008), Bajo el Volcán, 13, Puebla: Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades, pp. 155-159.
Μετάφραση: ratnet 2011
http://ratnet-blog.blogspot.com/
Labels:
Ζαπατίστας,
Πολιτική,
Sergio Tischler
Αστικός Ζαπατισμός (Zapatismo Urbano)
του John Holloway
Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών ΕπιστημώνΑυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα, Μεξικό
Αναδημοσίευση από ratnet
Ι
Δεν είμαι ένας ντόπιος χωρικός. Πιθανότατα ούτε εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, είσαι ένας ντόπιος χωρικός. Παρόλα αυτά αυτό το άρθρο αφορά μια εξέγερση ιθαγενών αγροτών.
Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είναι αγρότες. Οι περισσότεροι από εμάς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό είμαστε «πρωτευουσιάνοι». Οι εμπειρίες μας απέχουν πολύ απ’ αυτές των Ζαπατίστας της Τσιάπας. Οι συνθήκες της ζωής μας είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες των Ζαπατίστας της Τσιάπας και οι μορφές της πάλης μας, επίσης. Ωστόσο, o απόηχος της εξέγερσης των Ζαπατίστας στις πόλεις ήταν τεράστιος. Γιατί; Τι σημαίνει ο Ζαπατισμός για τις πόλεις;
Υπήρξαν δύο μορφές αντίδρασης στις πόλεις. Η πρώτη ήταν αντίδραση αλληλεγγύης: ο αγώνας των ιθαγενών της Τσιάπας είναι ένας δίκαιος αγώνας και θα του παρέχουμε όση υλική και πολιτική υποστήριξη μπορούμε. Ωστόσο, η αλληλεγγύη ορίζει τον αγώνα ως «αγώνα τους» και «αυτούς» ως ινδιάνους που ζουν στην Τσιάπας. Δεν υποτιμώ αυτή την αντίδραση αλλά δεν είναι αυτή που με ενδιαφέρει εδώ.
Η δεύτερη αντίδραση προχωράει πιο πέρα. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται για ζήτημα αλληλεγγύης στον αγώνα των άλλων αλλά για την κατανόηση ότι οι Ζαπατίστας και εμείς παίρνουμε μέρος στον ίδιο αγώνα. Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας δεν μας παρέχουν ένα μοντέλο το οποίο μπορούμε να εφαρμόσουμε στον δικό μας αγώνα, αλλά βλέπουμε τις μορφές πάλης τους ως έμπνευση για την ανάπτυξη των δικών μας αντίστοιχων τρόπων. Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για την εξάπλωση του Ζαπατισμού στις πόλεις, την ανάπτυξη ενός αστικού Ζαπατισμού για τον οποίο ο EZLN δεν αποτελεί πρότυπο αλλά σταθερό σημείο αναφοράς.
Δεν υπάρχει γραμμική εξέλιξη εδώ. Δεν μιλάμε για την εξάπλωση μιας οργάνωσης (παρόλο που η εξάπλωση του Μετώπου των Ζαπατίστας μέσα στο Μεξικό αποτελεί μέρος της διαδικασίας). Ούτε είναι στ’ αλήθεια ζήτημα εξάπλωσης της επιρροής από την Τσιάπας. Ούτε οι αποφάσεις του EZLN επηρεάζουν τους αγώνες στη Ρώμη ή στο Μπουένος Άιρες. Είναι περισσότερο ζήτημα συνήχησης και έμπνευσης. Η εξέγερση των Ζαπατίστας είχε μια τεράστια απήχηση στις πόλεις όλου του κόσμου επειδή τα θέματα που ο EZLN θέτει και ο προσανατολισμός που προτείνει συμβαδίζει με τους προβληματισμούς και τις κατευθύνσεις των ανθρώπων στις πόλεις. Υπήρξαν μια σταθερή πηγή έμπνευσης επειδή διαμόρφωσαν με συγκεκριμένη σαφήνεια (όχι μόνο στα μηνύματά τους αλλά και στις πράξεις τους) κατευθύνσεις και θέματα που ήδη ήταν παρόντα στους αστικούς αγώνες.
Ο στόχος της συζήτησης για τον αστικό Ζαπατισμό είναι διττός. Από τη μια πλευρά είναι ένας τρόπος να εστιάζουμε περισσότερο στη διαδικασία. Τι είναι αυτή η συνήχηση; Είναι μια φανταστική ή πραγματική συνήχηση; Ποιες είναι οι διαφορές του Ζαπατισμού στις πόλεις και του Ζαπατισμού στις αγροτικές περιοχές; Ποια είναι τα πρακτικά προβλήματα για την ανάπτυξη τέτοιων πολιτικών στις πόλεις;
Κατά δεύτερον, η συζήτηση για τον αστικό Ζαπατισμό είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για τον Ζαπατισμό σαν πρόκληση. Οι Ζαπατίστας δεν ζητούν την συμπάθεια και την αλληλεγγύη μας. Ο εορτασμός των δέκα ή των είκοσι χρόνων του ΕΖLΝ δεν θα έπρεπε να είναι μια γιορτή γι’ αυτούς αλλά μια πρόκληση για εμάς. Μας ζητούν να συμμετέχουμε στον αγώνα για έναν κόσμο αξιοπρέπειας. Πώς θα το κάνουμε αυτό, εμείς που ζούμε στις πόλεις, εμείς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό;
ΙΙ
Η εξέγερση των Ζαπατίστας υπήρξε ένα θεμελιακό σημείο αναφοράς για τους αστικούς αγώνες των τελευταίων δέκα χρόνων. Παρόλα αυτά υπάρχουν εμφανείς διαφορές στις συνθήκες και τις μορφές του αγώνα. Εμείς που ζούμε στις πόλεις και κοιτάζουμε τους Ζαπατίστας δεν είμαστε οργανωμένοι σε ένοπλο στρατό. Δεν ζούμε μέσα στις υποστηρικτικές κοινοτικές δομές που υπάρχουν στην Τσιάπας. Δεν έχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε βασικά είδη διατροφής απαραίτητα για την επιβίωσή μας και δεν είμαστε, στο σύνολο μας, συνηθισμένοι στα επίπεδα της απόλυτης φτώχειας που αποτελούν καθημερινή εμπειρία για τους Ζαπατίστας της Τσιάπας.
Υπάρχουν πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που δεν είχαν καμία απήχηση στις πόλεις. Εμείς οι αστικοί Ζαπατίστας, γενικά, δεν θέλουμε να οργανωθούμε σε ένοπλο στρατό και συχνά απορρίπτουμε τον μιλιταρισμό ως μορφή οργάνωσης και πλαίσιο πάλης. Στις πρόσφατες συζητήσεις στην Ιταλία οι Ζαπατίστας αναφέρθηκαν ακόμα και ως παράδειγμα στα επιχειρήματα για την πλήρη απόρριψη της βίας. Η άλλη έποψη του Ζαπατισμού της Τσιάπας που βρήκε ελάχιστη απήχηση στις πόλεις είναι η χρήση των εθνικών συμβόλων, της εθνικής σημαίας, το παίξιμο του εθνικού ύμνου. Το αστικό Ζαπατιστικό κίνημα δεν είναι εθνικιστικό και σε πολλές περιπτώσεις είναι βαθιά αντι-εθνικιστικό. Δεν είναι τόσο ένα διεθνιστικό κίνημα όσο ένα παγκόσμιο κίνημα, ένα κίνημα πάλης για το οποίο σημείο αναφοράς αποτελεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός και όχι το έθνος-κράτος.
Ποιες λοιπόν ήταν οι πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που βρήκαν απήχηση στις πόλεις του κόσμου; Η πιο εμφανής ήταν το καθαρό γεγονός της επανάστασης, το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας εξεγέρθηκαν όταν ο καιρός της επανάστασης φαινόταν να έχει περάσει, το "Ya Basta!" τους σε έναν κόσμο που είναι τόσο εμφανώς αισχρός.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι επίσης ότι αυτό το "Ya Basta!" στρέφεται ενάντια σε μια Αριστερά που είναι ξεπερασμένη, δύσκαμπτη και αλλοτριωμένη. Είναι η απόρριψη της επαναστατικής πρωτοπορίας και του κρατικιστικού ρεφορμισμού, η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης και επιδίωξης της εξουσίας ως σκοπού.
Η απόρριψη των παλιών μορφών των αριστερών πολιτικών μας αφήνουν με ένα τεράστιο ερωτηματικό, που από μόνο του είναι σημαντικό. Η φράση των Ζαπατίστας «προχωράμε ακούγοντας» απαιτεί μια συγκεκριμένη συνήχηση, επειδή σημαίνει πως έχουμε συνείδηση ότι δεν γνωρίζουμε τον δρόμο μπροστά μας. Ο κόσμος γύρω μας μάς κάνει να ουρλιάζουμε, αλλά πού θα πάμε με την κραυγή μας, τι θα κάνουμε με την κραυγή μας; Η πολιτική της εξέγερσης είναι μια πολιτική αναζήτησης – όχι της σωστής γραμμής, αλλά κάποιου τρόπου να προχωρήσουμε μπροστά, κάποιου τρόπου να κάνουμε την κραυγή μας αποτελεσματική. Δεν υπάρχει το κόμμα για να μας δείξει ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, έτσι πρέπει να τον βρούμε μόνοι μας.
Η πολιτική της ερώτησης οδηγεί σε συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης. Οι οργανωτικές μορφές των Ζαπατίστας της Τσιάπας χαρακτηρίζονται από μια ένταση, όπως οι ίδιοι τονίζουν. Αυτή είναι η ένταση που συγκεντρώνεται στην αρχή του «κυβερνώ υπακούοντας». Από την μια πλευρά έχουν οργανωθεί σε στρατό, με όλα όσα αυτό σημαίνει και με όρους κάθετης ιεραρχίας. Από την άλλη πλευρά, ο στρατός υπόκειται στον έλεγχο των συμβουλίων των χωριών, όπου η συζήτηση και η συναίνεση είναι οι βασικές αρχές.
Η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης σήμανε (αναπόφευκτα, ίσως) την αναγέννηση του συμβουλισμού (councilism), την αναγέννηση του συμβουλίου ή της συνέλευσης. Το συμβούλιο είναι ο παραδοσιακός τρόπος της έκφρασης εξέγερσης και εμφανίζεται ξανά και ξανά στις εξεγέρσεις, από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τα Συμβούλια Γειτονιάς της πρόσφατης εξέγερσης στην Αργεντινή. Είναι ένας εκφραστικός τρόπος οργάνωσης, που ψάχνει να αρθρώσει τον θυμό και τις ανησυχίες όσων συμμετέχουν. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη μορφή του κόμματος, που δεν είναι εκφραστική αλλά θεσμική, σχεδιασμένη να πραγματώσει το στόχο της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Ως εκφραστική μορφή, το συμβούλιο τείνει να έχει οριζόντιες δομές, να ενθαρρύνει την ελεύθερη συμμετοχή όλων και να στοχεύει στην επίτευξη της συναίνεσης όσον αφορά τις αποφάσεις. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το συμβούλιο δεν είναι τόσο μια τυπική δομή όσο ένας οργανωτικός προσανατολισμός. Αυτός ο οργανωτικός προσανατολισμός –έμφαση στην οριζοντιότητα, ενθάρρυνση της έκφρασης των αναζητήσεων των ανθρώπων, είτε είναι «επαναστατικές» ή «πολιτικές» είτε όχι– έχει γίνει βασικό χαρακτηριστικό του πρόσφατου κύματος της αστικής πάλης: όχι μόνο από τα Συμβούλια Γειτονιάς στην Αργεντινή, αλλά και από κάποιες ομάδες piquetero, από τις Μητέρες της Plaza de Mayo, από τα Κοινωνικά Κέντρα της Ρώμης, του Μιλάνου και του Τορίνου, γενικά από το κίνημα «για έναν άλλον κόσμο».
Ο Συμβουλισμός σχετίζεται με το ζήτημα της κοινότητας. Στις περιοχές των Ζαπατίστας στην Τσιάπας η κοινότητα υφίσταται, όχι σαν εξιδανικευμένο ειδύλλιο, αλλά απλώς επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού γνωρίζονται μεταξύ τους μια ζωή και επειδή έχουν καθιερώσει πρακτικές να δουλεύουν και να αποφασίζουν από κοινού. Στις πόλεις, συχνά υπάρχει ελάχιστη αίσθηση της κοινότητας. Οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί δεν ζουν απαραίτητα κοντά, και οι άνθρωποι που ζουν κοντά συνήθως δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους. Η κραυγή διαμαρτυρίας που αισθανόμαστε συνήθως βιώνεται σαν μια απομονωμένη και απελπισμένη κραυγή, μια κραυγή που στην καλύτερη περίπτωση μοιραζόμαστε με μια χούφτα φίλων. Η (αν)οικοδόμηση των κοινοτικών δεσμών έχει, επομένως, καταστεί, κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος του κινήματος στις πόλεις. Η δημιουργία κοινωνικών κέντρων ή εναλλακτικών cafι, ο συγχρωτισμός ανθρώπων σε ανεπίσημα και εναλλακτικά κινήματα δημιουργεί νέα πρότυπα ανάπτυξης συμβουλιστικών μορφών οργάνωσης.
Ίσως η βασική πρόκληση του αστικού Ζαπατισμού είναι η πρόκληση της αυτονομίας. Η Αυτονομία είναι απλώς η άλλη πλευρά του να πούμε ότι θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Η απόρριψη της επιδίωξης της κρατικής εξουσίας σημαίνει την απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης (θεωρώντας το κόμμα ως μια κρατικά-προσανατολισμένη μορφή οργάνωσης). Αλλά σημαίνει ακόμη περισσότερα από αυτό. Σημαίνει επίσης αλλαγή στον τρόπο κατανόησης της κοινωνικής σύγκρουσης ή της ταξικής πάλης. Η παραδοσιακή αντίληψη βλέπει την ταξική πάλη σαν πάλη για την εξουσία, μια πάλη για την εξουσία που απαραίτητα καθορίζει τα θέματα, τον ρυθμό και τις μορφές της πάλης. Η σύγκρουση είναι τότε ο άξονας της κοινωνικής πάλης. Αν, ωστόσο, πούμε ότι δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία, τότε η όλη ιδέα της πάλης μετατοπίζεται. Αυτό που είναι πλέον κεντρικό δεν είναι η σύγκρουση με την άλλη πλευρά (κεφάλαιο) αλλά η οικοδόμηση του δικού μας κόσμου. Προσπαθούμε να εστιάσουμε στη δική μας πράξη, να σπρώξουμε τη σύγκρουση προς την άλλη πλευρά. Κι αυτό αποτελεί ταξική πάλη, κι αυτό αποτελεί σύγκρουση με το κεφάλαιο (αναπόφευκτα, αφού το κεφάλαιο είναι η επιβολή ενός αλλότριου ελέγχου πάνω στην δική μας δραστηριότητα). Αλλά αναλαμβάνουμε εμείς την πρωτοβουλία, στο μέτρο που είναι δυνατόν, καθορίζουμε εμείς τα ζητήματα που μας απασχολούν. Κάνουμε το κεφάλαιο να ακολουθεί τη δική μας ημερήσια διάταξη, κι έτσι γίνεται φανερό πως η επιθετικότητα προέρχεται από αυτούς, όχι από εμάς. Δεν μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι σε μια καπιταλιστική κοινωνία, αλλά μπορούμε να σπρώξουμε τα όρια της αυτονομίας μας όσο γίνεται πιο μακριά. Το κεφάλαιο είναι η άρνηση της αυτονομίας, η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του αυτό-προσδιορισμού μας. (Ως μέρος αυτού, το κράτος είναι η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του συμβουλίου). Αν θεωρήσουμε τη σύγκρουση ως άξονα της πάλης, τότε θεωρούμε δεδομένη και συνεπώς συμμετέχουμε σ’ αυτήν την άρνηση. Με το να κάνουμε τη δική μας δημιουργικότητα (τη δική μας δύναμη-να-πράττουμε) κέντρο του κινήματος, το κεφάλαιο αποκαλύπτεται ως παράσιτο, εξαναγκάζεται να τρέχει συνέχεια πίσω μας. Αυτό πήρε μορφή στις Caracoles, τους χώρους των Επιτροπών Καλής Διακυβέρνησης των Ζαπατίστας, όπου περιφρονούν το κράτος, γυρίζουν την πλάτη στο κράτος, χωρίς να απαιτούν τίποτε από αυτό, χωρίς να αντιπαρατίθενται ανοιχτά με αυτό, απλώς κάνοντας το δικό τους.
Αλλά το να κάνουμε το δικό μας, το να αναπτύξουμε τη δική μας δημιουργικότητα δεν είναι το ίδιο στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Δεν κατέχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε ακόμη και τα πιο βασικά προϊόντα διατροφής. Ίσως είναι δυνατό να καταλάβουμε γη για τέτοιους σκοπούς (όπως κάποιες ομάδες piquetero στην Αργεντινή έχουν αρχίσει να κάνουν) αλλά για τις περισσότερες ομάδες πόλης αυτό δεν αποτελεί πιθανή εναλλακτική. Προκειμένου να αναπτύξουμε την αυτονομία μας εξαναγκαζόμαστε σε αντιφατικές καταστάσεις, στις οποίες είναι πολύ καλύτερο να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις παρά να τις ψευτομπαλώνουμε, όπως ακριβώς οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είχαν την αρετή να αναγνωρίζουν από την αρχή την αντίφαση της στρατιωτικής οργάνωσης σε ένα κίνημα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι αυτόνομες ομάδες πόλης επιβιώνουν στη βάση είτε κρατικών επιδομάτων (που μερικές φορές επιδιώκονται από τους ίδιους, όπως στην περίπτωση των piqueteros που χρησιμοποιούν τα οδοφράγματα ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση για παροχή οικονομικής ενίσχυσης στους ανέργους) είτε ενός μικτού καθεστώτος πόρων που προέρχονται από περιστασιακά ή τακτικά εργαζόμενους και κρατικά επιδόματα. Επομένως, πολλές ομάδες πόλεις αποτελούνται από ένα μείγμα ανθρώπων που έχουν τακτική απασχόληση, ανθρώπων που από επιλογή ή από ανάγκη έχουν μερική ή περιστασιακή απασχόληση και ανθρώπων που (πάλι από επιλογή ή ανάγκη) είναι άνεργοι και εξαρτώνται συχνά από κρατικά επιδόματα ή κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα για να επιβιώσουν. Αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από δυνάμεις που δεν ελέγχουμε (από το κεφάλαιο) δημιουργούν προβλήματα και περιορισμούς που πρέπει να αναγνωρίζονται. Την ίδια στιγμή, η σημασία αυτών των περιορισμών εξαρτάται από τη συλλογική δύναμη αυτών των ομάδων: οι piqueteros, για παράδειγμα, επέβαλαν την οικονομική ενίσχυση από τα κρατικά επιδόματα με οδοφράγματα και την διαχειρίζονται οι ίδιοι.
Όλες αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από το κεφάλαιο επιβάλλονται από την ιδιοκτησία, επειδή όλος ο πλούτος που παράγεται από τον άνθρωπο έχει παγιωθεί στη μορφή της ιδιοκτησίας που μας εναντιώνεται και μας αποκλείει. Το όριο του αυτόνομου αυτο-προσδιορισμού μας εμφανίζεται με τη μορφή της ιδιοκτησίας, πίσω από την οποία στέκονται οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης που προστατεύουν την ιδιοκτησία. Φαίνεται, λοιπόν, ότι εξαναγκαζόμαστε πάλι στη λογική της σύγκρουσης στην οποία χάνουμε την πρωτοβουλία ή στην οποία είμαστε αναγκασμένοι να εστιάσουμε στην κατάληψη της εξουσίας ώστε να ελέγξουμε την αστυνομία και να αλλάξουμε τους νόμους περί της ιδιοκτησίας. Αν αποκλείσουμε αυτή την πορεία (επειδή απλώς ο έλεγχος του κράτους τείνει να γίνει έλεγχος από το κράτος) πώς μπορούμε να προχωρήσουμε; Πιθανώς, με την απο-φετιχοποίηση της ιδιοκτησίας, με το να θεωρήσουμε ότι η ιδιοκτησία δεν κάτι παγιωμένο αλλά μια συνεχή διαδικασία ιδιοποίησης, ένα ρήμα και όχι ένα ουσιαστικό. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι να εννοιολογήσουμε τη δική μας δράση με όρους πρόκλησης απέναντι στην ιδιοκτησία, αλλά να εστιάσουμε στην δική μας κατασκευή ενός εναλλακτικού κόσμου και να σκεφτούμε πώς θα αποφύγουμε την καπιταλιστική ιδιοποίηση των προϊόντων του δικού μας πράττειν.
Τα προβλήματα που εμφανίζονται, όλα υποδεικνύουν τον κίνδυνο σύγχυσης ανάμεσα στην έμφαση στην αυτονομία και στην αντίληψη της μικροπολιτικής. Η έννοια της αυτονομίας, όπως κατανοείται εδώ, υποδεικνύει την κεντρικότητα του δικού μας πράττειν και την ανάπτυξη της δικής μας δύναμης-να-πράττουμε: αν δούμε τον κόσμο από αυτήν την προοπτική, τότε είναι ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο είναι ένα παράσιτο και ότι οι λεγόμενοι «ηγέτες» τρέχουν πίσω μας συνεχώς προσπαθώντας να ιδιοποιηθούν τα αποτελέσματα του δημιουργικού μας πράττειν. Το πρόβλημα της επανάστασης είναι να αποτινάξει αυτά τα παράσιτα, να τα αποτρέψει από την ιδιοποίηση της δημιουργικότητάς μας και των αποτελεσμάτων της, να τα καταστήσει άπραγα. Αυτή η πάλη δεν απαιτεί κάποια κεντρική οργάνωση (και οπωσδήποτε κανενός είδους προσανατολισμό προς το κράτος) αλλά η δύναμή της εξαρτάται από τον μαζικό χαρακτήρα. Αυτό που μπορεί να πετύχει μια ομάδα εξαρτάται ξεκάθαρα από την δύναμη συνολικά ενός κινήματος που πιέζει προς την ίδια ή παρόμοια κατεύθυνση. Η δύναμη αυτών των αποσπασματικών ομάδων εξαρτάται από τη δύναμη του κινήματος, όπως η δύναμη του κινήματος εξαρτάται από τη δύναμη των ομάδων που το αποτελούν.
III
Όταν σκεφτόμαστε την επανάσταση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το έργο της διάλυσης της Πραγματικότητας. Ο μετασχηματισμός του κόσμου σημαίνει τη μετακίνηση από έναν κόσμο που κυβερνιέται από την αντικειμενική πραγματικότητα σε έναν κόσμο στον οποίο η υποκειμενική δημιουργικότητα είναι το κέντρο, στον οποίο η ανθρωπότητα αποτελεί «τον πραγματικό της ήλιο». Ο αγώνας για έναν τέτοιο κόσμο σημαίνει μια συνεχή διαδικασία κριτικής, μια διαδικασία υπονόμευσης της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας και φανέρωσης πως η ύπαρξή της εξαρτάται αποκλειστικά από την υποκειμενική δημιουργία. Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας ενάντια στον κόσμο-που-είναι, ενάντια στους κανόνες της λογικής του που μας λένε πως δεν-υπάρχει-εναλλακτική, ενάντια στη γλώσσα του πεζού λόγου που κλείνει τους ορίζοντές μας.
Η ποίηση της εξέγερσης των Ζαπατίστας (των λόγων και των έργων τους) δεν είναι στοιχείο περιφερειακό του κινήματός τους ούτε εξωτερική διακόσμηση ενός στη βάση του σοβαρού κινήματος, αλλά στοιχείο κεντρικό σ’ ολόκληρο τον αγώνα τους. Το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας της Τσιάπας (και σε κάποιο βαθμό και άλλα Λατινοαμερικάνικα κινήματα ιθαγενών) έχουν τέτοια απήχηση στους αστικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο έχει μεγάλη σχέση με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Δεν είναι απλώς θέμα ωραίων λέξεων ή των αναμφίβολων λογοτεχνικών δεξιοτήτων του Marcos. Πάνω απ’ όλα είναι το γεγονός ότι προσφέρουν έναν άλλο τρόπο θέασης του κόσμου, ένα όραμα που σπάει την κυρίαρχη λογική του δεν-υπάρχει-εναλλακτική. Η ποίηση (και άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης) προορίζονται να παίξουν έναν κεντρικό ρόλο στην αντικαπιταλιστική πάλη: ποίηση όχι ως όμορφες λέξεις αλλά ως πάλη ενάντια στην πεζογραφική λογική του κόσμου, ποίηση ως το κάλεσμα ενός κόσμου που ακόμη δεν υπάρχει.
Είναι αυτός ένας επικίνδυνος ρομαντισμός; Οδηγούν οι Ζαπατίστας ασυναίσθητα την επαναστατική νεολαία του κόσμου σε μορφές δράσης που είναι επικίνδυνα ανεδαφικές; Πρόσφατα, με την ευκαιρία του 10/20 εορτασμού τους, οι Ζαπατίστας υπογράμμισαν την κεντρική σημασία της οργάνωσης στον αγώνα τους: είναι αυτός ένας τρόπος να αντιστρέψουμε την εντύπωση ότι ο αγώνας τους είναι απλώς ποίηση, απλώς η δύναμη του κόσμου;
Ίσως υπάρχει ένα στοιχείο ρομαντισμού στην απήχηση του αγώνα των Ζαπατίστας. Μερικές φορές, για τους υποστηρικτές των Ζαπατίστας που επισκέπτονται τις ζαπατιστικές κοινότητες στην Τσιάπας υπάρχει αδιαμφισβήτητα μια σύγκρουση ανάμεσα στις προσδοκίες τους και την πραγματικότητα της εμπειρίας τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα. Αυτοί που εμπλέκονται ενεργά στον αγώνα, είτε στις πόλεις είτε στην ύπαιθρο, έχουν επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν και της σημασίας της οργάνωσης. Η ποίηση των Ζαπατίστας δεν απομακρύνει τους ανθρώπους από το ζήτημα της οργάνωσης. Αυτό που κάνει μάλλον είναι να ανοίξει τις προοπτικές σε έναν κόσμο που φαίνεται τόσο τρομερά κλειστός. Ακόμη περισσότερο, προτείνει μορφές δράσης που σπάνε τη λογική του κεφαλαίου και καθιστούν δυσκολότερη για το κεφάλαιο την ενσωμάτωση στη σύσταση της κυριαρχίας.
Η κατηγορία κατά του ρομαντισμού στην πραγματικότητα σχετίζεται με το ζήτημα της εξουσίας. Ο «ρεαλισμός» ταυτίζεται με μια προοπτική που επικεντρώνει στην εξουσία και βλέπει την οργάνωση και τη δράση ως εργαλεία για την επίτευξη συγκεκριμένων αλλαγών (είτε μικρότερων είτε ριζικών κοινωνικών αλλαγών). Αλλά αυτή η προοπτική του πραγματισμού αποτυγχάνει να δει ότι η εργαλειακή προσέγγιση οδηγεί στην υιοθέτηση μορφών δράσης και οργάνωσης που εξουδετερώνουν και ακινητοποιούν το κίνημα για αλλαγή. Είναι ακριβώς επειδή ο εργαλειακός ρεαλισμός έχει αποτύχει να κατορθώσει το στόχο της ριζικής κοινωνικής αλλαγής που οι άνθρωποι παντού έχουν στραφεί μακριά από αυτή την προσέγγιση, σε μορφές δράσης που είναι περισσότερο εκφραστικές παρά εργαλειακές. Μέρος αυτού αποτελεί και το γεγονός ότι έχουν στραφεί μακριά από το στόχο της κατάληψης της κρατικής εξουσίας και μακριά από το κόμμα ως οργανωτική μορφή. Η ποίηση του κινήματος είναι μέρος της ίδιας διαδικασίας. Θα αποδειχθεί άραγε πιο ρεαλιστικός αυτός ο ποιητικός ρομαντισμός απ’ ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που προηγήθηκε; Δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο ρεαλισμός της πολιτικής εξουσίας απέτυχε να κατορθώσει την ριζική κοινωνική αλλαγή και ότι η ελπίδα βρίσκεται στη διάρρηξη της πραγματικότητας, στη δημιουργία της δικής μας πραγματικότητας, της δικής μας λογικής, της δικής μας γλώσσας, των δικών μας χρωμάτων, της δικής μας μουσικής, του δικού μας χρόνου, του δικού μας χώρου. Αυτός είναι ο πυρήνας του αγώνα όχι μόνο εναντίον «τους» αλλά εναντίον του εαυτού μας, αυτός είναι ο πυρήνας της συνήχησης των Ζαπατίστας.
Αναφορές
Aubenas, Florence and Benasayag, Miguel. 2002. Résister, c’est créer. Paris: La Décoverte.
Colectivo Situaciones/ MTD Solano. 2002. La Hipótesis 891: Más Allá de los Piquetes. Buenos Aires: Ediciones de Mano en Mano.
Holloway, John. 1998. “Dignity’s Revolt.” στο Holloway and Peláez (1998),σσ. 159-198.
Holloway, John. 2002. Change the World without taking Power (London: Pluto)[Ελλ. έκδ.: Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2008)
Holloway, John and Peláez, Eloína (επιμ). 1998. Zapatista! Reinventing Revolution in Mexico. London: Pluto.
Marx, Karl. 1975. “Introduction to the Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law,” στο Marx Engels Collected Works, Vol. 3(London: Lawrence and Wishart), pp. 175-187
Ouviña, Hernán. 2003. “Las Asambleas barriales: apuntes a modo de hipótesis de trabajo” Bajo el Volcαn (Puebla), σσ. 59-72
Zibechi Raúl. 2003. La Genealogia de la Revuelta. Argentina: La sociedad en movimiento. La Plata: Letra Libre.
Δημοσιεύτηκε στο: John Holloway (2005) ,“Zapatismo Urbano”, Humboldt Journal of Social Relations, 29:1, 168-178.
Είναι διαθέσιμο στο ίντερνετ: http://accionzapatista.net/documents/hjsr/HollowayZapatismoUrbano.pdf
Μετάφραση: ratnet, 2010
http://ratnet-blog2.blogspot.com/2010/10/zapatismo-urbano.html
Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών ΕπιστημώνΑυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα, Μεξικό
Αναδημοσίευση από ratnet
Ι
Δεν είμαι ένας ντόπιος χωρικός. Πιθανότατα ούτε εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, είσαι ένας ντόπιος χωρικός. Παρόλα αυτά αυτό το άρθρο αφορά μια εξέγερση ιθαγενών αγροτών.
Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είναι αγρότες. Οι περισσότεροι από εμάς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό είμαστε «πρωτευουσιάνοι». Οι εμπειρίες μας απέχουν πολύ απ’ αυτές των Ζαπατίστας της Τσιάπας. Οι συνθήκες της ζωής μας είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες των Ζαπατίστας της Τσιάπας και οι μορφές της πάλης μας, επίσης. Ωστόσο, o απόηχος της εξέγερσης των Ζαπατίστας στις πόλεις ήταν τεράστιος. Γιατί; Τι σημαίνει ο Ζαπατισμός για τις πόλεις;
Υπήρξαν δύο μορφές αντίδρασης στις πόλεις. Η πρώτη ήταν αντίδραση αλληλεγγύης: ο αγώνας των ιθαγενών της Τσιάπας είναι ένας δίκαιος αγώνας και θα του παρέχουμε όση υλική και πολιτική υποστήριξη μπορούμε. Ωστόσο, η αλληλεγγύη ορίζει τον αγώνα ως «αγώνα τους» και «αυτούς» ως ινδιάνους που ζουν στην Τσιάπας. Δεν υποτιμώ αυτή την αντίδραση αλλά δεν είναι αυτή που με ενδιαφέρει εδώ.
Η δεύτερη αντίδραση προχωράει πιο πέρα. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται για ζήτημα αλληλεγγύης στον αγώνα των άλλων αλλά για την κατανόηση ότι οι Ζαπατίστας και εμείς παίρνουμε μέρος στον ίδιο αγώνα. Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας δεν μας παρέχουν ένα μοντέλο το οποίο μπορούμε να εφαρμόσουμε στον δικό μας αγώνα, αλλά βλέπουμε τις μορφές πάλης τους ως έμπνευση για την ανάπτυξη των δικών μας αντίστοιχων τρόπων. Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για την εξάπλωση του Ζαπατισμού στις πόλεις, την ανάπτυξη ενός αστικού Ζαπατισμού για τον οποίο ο EZLN δεν αποτελεί πρότυπο αλλά σταθερό σημείο αναφοράς.
Δεν υπάρχει γραμμική εξέλιξη εδώ. Δεν μιλάμε για την εξάπλωση μιας οργάνωσης (παρόλο που η εξάπλωση του Μετώπου των Ζαπατίστας μέσα στο Μεξικό αποτελεί μέρος της διαδικασίας). Ούτε είναι στ’ αλήθεια ζήτημα εξάπλωσης της επιρροής από την Τσιάπας. Ούτε οι αποφάσεις του EZLN επηρεάζουν τους αγώνες στη Ρώμη ή στο Μπουένος Άιρες. Είναι περισσότερο ζήτημα συνήχησης και έμπνευσης. Η εξέγερση των Ζαπατίστας είχε μια τεράστια απήχηση στις πόλεις όλου του κόσμου επειδή τα θέματα που ο EZLN θέτει και ο προσανατολισμός που προτείνει συμβαδίζει με τους προβληματισμούς και τις κατευθύνσεις των ανθρώπων στις πόλεις. Υπήρξαν μια σταθερή πηγή έμπνευσης επειδή διαμόρφωσαν με συγκεκριμένη σαφήνεια (όχι μόνο στα μηνύματά τους αλλά και στις πράξεις τους) κατευθύνσεις και θέματα που ήδη ήταν παρόντα στους αστικούς αγώνες.
Ο στόχος της συζήτησης για τον αστικό Ζαπατισμό είναι διττός. Από τη μια πλευρά είναι ένας τρόπος να εστιάζουμε περισσότερο στη διαδικασία. Τι είναι αυτή η συνήχηση; Είναι μια φανταστική ή πραγματική συνήχηση; Ποιες είναι οι διαφορές του Ζαπατισμού στις πόλεις και του Ζαπατισμού στις αγροτικές περιοχές; Ποια είναι τα πρακτικά προβλήματα για την ανάπτυξη τέτοιων πολιτικών στις πόλεις;
Κατά δεύτερον, η συζήτηση για τον αστικό Ζαπατισμό είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για τον Ζαπατισμό σαν πρόκληση. Οι Ζαπατίστας δεν ζητούν την συμπάθεια και την αλληλεγγύη μας. Ο εορτασμός των δέκα ή των είκοσι χρόνων του ΕΖLΝ δεν θα έπρεπε να είναι μια γιορτή γι’ αυτούς αλλά μια πρόκληση για εμάς. Μας ζητούν να συμμετέχουμε στον αγώνα για έναν κόσμο αξιοπρέπειας. Πώς θα το κάνουμε αυτό, εμείς που ζούμε στις πόλεις, εμείς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό;
ΙΙ
Η εξέγερση των Ζαπατίστας υπήρξε ένα θεμελιακό σημείο αναφοράς για τους αστικούς αγώνες των τελευταίων δέκα χρόνων. Παρόλα αυτά υπάρχουν εμφανείς διαφορές στις συνθήκες και τις μορφές του αγώνα. Εμείς που ζούμε στις πόλεις και κοιτάζουμε τους Ζαπατίστας δεν είμαστε οργανωμένοι σε ένοπλο στρατό. Δεν ζούμε μέσα στις υποστηρικτικές κοινοτικές δομές που υπάρχουν στην Τσιάπας. Δεν έχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε βασικά είδη διατροφής απαραίτητα για την επιβίωσή μας και δεν είμαστε, στο σύνολο μας, συνηθισμένοι στα επίπεδα της απόλυτης φτώχειας που αποτελούν καθημερινή εμπειρία για τους Ζαπατίστας της Τσιάπας.
Υπάρχουν πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που δεν είχαν καμία απήχηση στις πόλεις. Εμείς οι αστικοί Ζαπατίστας, γενικά, δεν θέλουμε να οργανωθούμε σε ένοπλο στρατό και συχνά απορρίπτουμε τον μιλιταρισμό ως μορφή οργάνωσης και πλαίσιο πάλης. Στις πρόσφατες συζητήσεις στην Ιταλία οι Ζαπατίστας αναφέρθηκαν ακόμα και ως παράδειγμα στα επιχειρήματα για την πλήρη απόρριψη της βίας. Η άλλη έποψη του Ζαπατισμού της Τσιάπας που βρήκε ελάχιστη απήχηση στις πόλεις είναι η χρήση των εθνικών συμβόλων, της εθνικής σημαίας, το παίξιμο του εθνικού ύμνου. Το αστικό Ζαπατιστικό κίνημα δεν είναι εθνικιστικό και σε πολλές περιπτώσεις είναι βαθιά αντι-εθνικιστικό. Δεν είναι τόσο ένα διεθνιστικό κίνημα όσο ένα παγκόσμιο κίνημα, ένα κίνημα πάλης για το οποίο σημείο αναφοράς αποτελεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός και όχι το έθνος-κράτος.
Ποιες λοιπόν ήταν οι πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που βρήκαν απήχηση στις πόλεις του κόσμου; Η πιο εμφανής ήταν το καθαρό γεγονός της επανάστασης, το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας εξεγέρθηκαν όταν ο καιρός της επανάστασης φαινόταν να έχει περάσει, το "Ya Basta!" τους σε έναν κόσμο που είναι τόσο εμφανώς αισχρός.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι επίσης ότι αυτό το "Ya Basta!" στρέφεται ενάντια σε μια Αριστερά που είναι ξεπερασμένη, δύσκαμπτη και αλλοτριωμένη. Είναι η απόρριψη της επαναστατικής πρωτοπορίας και του κρατικιστικού ρεφορμισμού, η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης και επιδίωξης της εξουσίας ως σκοπού.
Η απόρριψη των παλιών μορφών των αριστερών πολιτικών μας αφήνουν με ένα τεράστιο ερωτηματικό, που από μόνο του είναι σημαντικό. Η φράση των Ζαπατίστας «προχωράμε ακούγοντας» απαιτεί μια συγκεκριμένη συνήχηση, επειδή σημαίνει πως έχουμε συνείδηση ότι δεν γνωρίζουμε τον δρόμο μπροστά μας. Ο κόσμος γύρω μας μάς κάνει να ουρλιάζουμε, αλλά πού θα πάμε με την κραυγή μας, τι θα κάνουμε με την κραυγή μας; Η πολιτική της εξέγερσης είναι μια πολιτική αναζήτησης – όχι της σωστής γραμμής, αλλά κάποιου τρόπου να προχωρήσουμε μπροστά, κάποιου τρόπου να κάνουμε την κραυγή μας αποτελεσματική. Δεν υπάρχει το κόμμα για να μας δείξει ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, έτσι πρέπει να τον βρούμε μόνοι μας.
Η πολιτική της ερώτησης οδηγεί σε συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης. Οι οργανωτικές μορφές των Ζαπατίστας της Τσιάπας χαρακτηρίζονται από μια ένταση, όπως οι ίδιοι τονίζουν. Αυτή είναι η ένταση που συγκεντρώνεται στην αρχή του «κυβερνώ υπακούοντας». Από την μια πλευρά έχουν οργανωθεί σε στρατό, με όλα όσα αυτό σημαίνει και με όρους κάθετης ιεραρχίας. Από την άλλη πλευρά, ο στρατός υπόκειται στον έλεγχο των συμβουλίων των χωριών, όπου η συζήτηση και η συναίνεση είναι οι βασικές αρχές.
Η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης σήμανε (αναπόφευκτα, ίσως) την αναγέννηση του συμβουλισμού (councilism), την αναγέννηση του συμβουλίου ή της συνέλευσης. Το συμβούλιο είναι ο παραδοσιακός τρόπος της έκφρασης εξέγερσης και εμφανίζεται ξανά και ξανά στις εξεγέρσεις, από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τα Συμβούλια Γειτονιάς της πρόσφατης εξέγερσης στην Αργεντινή. Είναι ένας εκφραστικός τρόπος οργάνωσης, που ψάχνει να αρθρώσει τον θυμό και τις ανησυχίες όσων συμμετέχουν. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη μορφή του κόμματος, που δεν είναι εκφραστική αλλά θεσμική, σχεδιασμένη να πραγματώσει το στόχο της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Ως εκφραστική μορφή, το συμβούλιο τείνει να έχει οριζόντιες δομές, να ενθαρρύνει την ελεύθερη συμμετοχή όλων και να στοχεύει στην επίτευξη της συναίνεσης όσον αφορά τις αποφάσεις. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το συμβούλιο δεν είναι τόσο μια τυπική δομή όσο ένας οργανωτικός προσανατολισμός. Αυτός ο οργανωτικός προσανατολισμός –έμφαση στην οριζοντιότητα, ενθάρρυνση της έκφρασης των αναζητήσεων των ανθρώπων, είτε είναι «επαναστατικές» ή «πολιτικές» είτε όχι– έχει γίνει βασικό χαρακτηριστικό του πρόσφατου κύματος της αστικής πάλης: όχι μόνο από τα Συμβούλια Γειτονιάς στην Αργεντινή, αλλά και από κάποιες ομάδες piquetero, από τις Μητέρες της Plaza de Mayo, από τα Κοινωνικά Κέντρα της Ρώμης, του Μιλάνου και του Τορίνου, γενικά από το κίνημα «για έναν άλλον κόσμο».
Ο Συμβουλισμός σχετίζεται με το ζήτημα της κοινότητας. Στις περιοχές των Ζαπατίστας στην Τσιάπας η κοινότητα υφίσταται, όχι σαν εξιδανικευμένο ειδύλλιο, αλλά απλώς επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού γνωρίζονται μεταξύ τους μια ζωή και επειδή έχουν καθιερώσει πρακτικές να δουλεύουν και να αποφασίζουν από κοινού. Στις πόλεις, συχνά υπάρχει ελάχιστη αίσθηση της κοινότητας. Οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί δεν ζουν απαραίτητα κοντά, και οι άνθρωποι που ζουν κοντά συνήθως δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους. Η κραυγή διαμαρτυρίας που αισθανόμαστε συνήθως βιώνεται σαν μια απομονωμένη και απελπισμένη κραυγή, μια κραυγή που στην καλύτερη περίπτωση μοιραζόμαστε με μια χούφτα φίλων. Η (αν)οικοδόμηση των κοινοτικών δεσμών έχει, επομένως, καταστεί, κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος του κινήματος στις πόλεις. Η δημιουργία κοινωνικών κέντρων ή εναλλακτικών cafι, ο συγχρωτισμός ανθρώπων σε ανεπίσημα και εναλλακτικά κινήματα δημιουργεί νέα πρότυπα ανάπτυξης συμβουλιστικών μορφών οργάνωσης.
Ίσως η βασική πρόκληση του αστικού Ζαπατισμού είναι η πρόκληση της αυτονομίας. Η Αυτονομία είναι απλώς η άλλη πλευρά του να πούμε ότι θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Η απόρριψη της επιδίωξης της κρατικής εξουσίας σημαίνει την απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης (θεωρώντας το κόμμα ως μια κρατικά-προσανατολισμένη μορφή οργάνωσης). Αλλά σημαίνει ακόμη περισσότερα από αυτό. Σημαίνει επίσης αλλαγή στον τρόπο κατανόησης της κοινωνικής σύγκρουσης ή της ταξικής πάλης. Η παραδοσιακή αντίληψη βλέπει την ταξική πάλη σαν πάλη για την εξουσία, μια πάλη για την εξουσία που απαραίτητα καθορίζει τα θέματα, τον ρυθμό και τις μορφές της πάλης. Η σύγκρουση είναι τότε ο άξονας της κοινωνικής πάλης. Αν, ωστόσο, πούμε ότι δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία, τότε η όλη ιδέα της πάλης μετατοπίζεται. Αυτό που είναι πλέον κεντρικό δεν είναι η σύγκρουση με την άλλη πλευρά (κεφάλαιο) αλλά η οικοδόμηση του δικού μας κόσμου. Προσπαθούμε να εστιάσουμε στη δική μας πράξη, να σπρώξουμε τη σύγκρουση προς την άλλη πλευρά. Κι αυτό αποτελεί ταξική πάλη, κι αυτό αποτελεί σύγκρουση με το κεφάλαιο (αναπόφευκτα, αφού το κεφάλαιο είναι η επιβολή ενός αλλότριου ελέγχου πάνω στην δική μας δραστηριότητα). Αλλά αναλαμβάνουμε εμείς την πρωτοβουλία, στο μέτρο που είναι δυνατόν, καθορίζουμε εμείς τα ζητήματα που μας απασχολούν. Κάνουμε το κεφάλαιο να ακολουθεί τη δική μας ημερήσια διάταξη, κι έτσι γίνεται φανερό πως η επιθετικότητα προέρχεται από αυτούς, όχι από εμάς. Δεν μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι σε μια καπιταλιστική κοινωνία, αλλά μπορούμε να σπρώξουμε τα όρια της αυτονομίας μας όσο γίνεται πιο μακριά. Το κεφάλαιο είναι η άρνηση της αυτονομίας, η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του αυτό-προσδιορισμού μας. (Ως μέρος αυτού, το κράτος είναι η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του συμβουλίου). Αν θεωρήσουμε τη σύγκρουση ως άξονα της πάλης, τότε θεωρούμε δεδομένη και συνεπώς συμμετέχουμε σ’ αυτήν την άρνηση. Με το να κάνουμε τη δική μας δημιουργικότητα (τη δική μας δύναμη-να-πράττουμε) κέντρο του κινήματος, το κεφάλαιο αποκαλύπτεται ως παράσιτο, εξαναγκάζεται να τρέχει συνέχεια πίσω μας. Αυτό πήρε μορφή στις Caracoles, τους χώρους των Επιτροπών Καλής Διακυβέρνησης των Ζαπατίστας, όπου περιφρονούν το κράτος, γυρίζουν την πλάτη στο κράτος, χωρίς να απαιτούν τίποτε από αυτό, χωρίς να αντιπαρατίθενται ανοιχτά με αυτό, απλώς κάνοντας το δικό τους.
Αλλά το να κάνουμε το δικό μας, το να αναπτύξουμε τη δική μας δημιουργικότητα δεν είναι το ίδιο στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Δεν κατέχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε ακόμη και τα πιο βασικά προϊόντα διατροφής. Ίσως είναι δυνατό να καταλάβουμε γη για τέτοιους σκοπούς (όπως κάποιες ομάδες piquetero στην Αργεντινή έχουν αρχίσει να κάνουν) αλλά για τις περισσότερες ομάδες πόλης αυτό δεν αποτελεί πιθανή εναλλακτική. Προκειμένου να αναπτύξουμε την αυτονομία μας εξαναγκαζόμαστε σε αντιφατικές καταστάσεις, στις οποίες είναι πολύ καλύτερο να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις παρά να τις ψευτομπαλώνουμε, όπως ακριβώς οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είχαν την αρετή να αναγνωρίζουν από την αρχή την αντίφαση της στρατιωτικής οργάνωσης σε ένα κίνημα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι αυτόνομες ομάδες πόλης επιβιώνουν στη βάση είτε κρατικών επιδομάτων (που μερικές φορές επιδιώκονται από τους ίδιους, όπως στην περίπτωση των piqueteros που χρησιμοποιούν τα οδοφράγματα ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση για παροχή οικονομικής ενίσχυσης στους ανέργους) είτε ενός μικτού καθεστώτος πόρων που προέρχονται από περιστασιακά ή τακτικά εργαζόμενους και κρατικά επιδόματα. Επομένως, πολλές ομάδες πόλεις αποτελούνται από ένα μείγμα ανθρώπων που έχουν τακτική απασχόληση, ανθρώπων που από επιλογή ή από ανάγκη έχουν μερική ή περιστασιακή απασχόληση και ανθρώπων που (πάλι από επιλογή ή ανάγκη) είναι άνεργοι και εξαρτώνται συχνά από κρατικά επιδόματα ή κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα για να επιβιώσουν. Αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από δυνάμεις που δεν ελέγχουμε (από το κεφάλαιο) δημιουργούν προβλήματα και περιορισμούς που πρέπει να αναγνωρίζονται. Την ίδια στιγμή, η σημασία αυτών των περιορισμών εξαρτάται από τη συλλογική δύναμη αυτών των ομάδων: οι piqueteros, για παράδειγμα, επέβαλαν την οικονομική ενίσχυση από τα κρατικά επιδόματα με οδοφράγματα και την διαχειρίζονται οι ίδιοι.
Όλες αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από το κεφάλαιο επιβάλλονται από την ιδιοκτησία, επειδή όλος ο πλούτος που παράγεται από τον άνθρωπο έχει παγιωθεί στη μορφή της ιδιοκτησίας που μας εναντιώνεται και μας αποκλείει. Το όριο του αυτόνομου αυτο-προσδιορισμού μας εμφανίζεται με τη μορφή της ιδιοκτησίας, πίσω από την οποία στέκονται οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης που προστατεύουν την ιδιοκτησία. Φαίνεται, λοιπόν, ότι εξαναγκαζόμαστε πάλι στη λογική της σύγκρουσης στην οποία χάνουμε την πρωτοβουλία ή στην οποία είμαστε αναγκασμένοι να εστιάσουμε στην κατάληψη της εξουσίας ώστε να ελέγξουμε την αστυνομία και να αλλάξουμε τους νόμους περί της ιδιοκτησίας. Αν αποκλείσουμε αυτή την πορεία (επειδή απλώς ο έλεγχος του κράτους τείνει να γίνει έλεγχος από το κράτος) πώς μπορούμε να προχωρήσουμε; Πιθανώς, με την απο-φετιχοποίηση της ιδιοκτησίας, με το να θεωρήσουμε ότι η ιδιοκτησία δεν κάτι παγιωμένο αλλά μια συνεχή διαδικασία ιδιοποίησης, ένα ρήμα και όχι ένα ουσιαστικό. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι να εννοιολογήσουμε τη δική μας δράση με όρους πρόκλησης απέναντι στην ιδιοκτησία, αλλά να εστιάσουμε στην δική μας κατασκευή ενός εναλλακτικού κόσμου και να σκεφτούμε πώς θα αποφύγουμε την καπιταλιστική ιδιοποίηση των προϊόντων του δικού μας πράττειν.
Τα προβλήματα που εμφανίζονται, όλα υποδεικνύουν τον κίνδυνο σύγχυσης ανάμεσα στην έμφαση στην αυτονομία και στην αντίληψη της μικροπολιτικής. Η έννοια της αυτονομίας, όπως κατανοείται εδώ, υποδεικνύει την κεντρικότητα του δικού μας πράττειν και την ανάπτυξη της δικής μας δύναμης-να-πράττουμε: αν δούμε τον κόσμο από αυτήν την προοπτική, τότε είναι ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο είναι ένα παράσιτο και ότι οι λεγόμενοι «ηγέτες» τρέχουν πίσω μας συνεχώς προσπαθώντας να ιδιοποιηθούν τα αποτελέσματα του δημιουργικού μας πράττειν. Το πρόβλημα της επανάστασης είναι να αποτινάξει αυτά τα παράσιτα, να τα αποτρέψει από την ιδιοποίηση της δημιουργικότητάς μας και των αποτελεσμάτων της, να τα καταστήσει άπραγα. Αυτή η πάλη δεν απαιτεί κάποια κεντρική οργάνωση (και οπωσδήποτε κανενός είδους προσανατολισμό προς το κράτος) αλλά η δύναμή της εξαρτάται από τον μαζικό χαρακτήρα. Αυτό που μπορεί να πετύχει μια ομάδα εξαρτάται ξεκάθαρα από την δύναμη συνολικά ενός κινήματος που πιέζει προς την ίδια ή παρόμοια κατεύθυνση. Η δύναμη αυτών των αποσπασματικών ομάδων εξαρτάται από τη δύναμη του κινήματος, όπως η δύναμη του κινήματος εξαρτάται από τη δύναμη των ομάδων που το αποτελούν.
III
Όταν σκεφτόμαστε την επανάσταση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το έργο της διάλυσης της Πραγματικότητας. Ο μετασχηματισμός του κόσμου σημαίνει τη μετακίνηση από έναν κόσμο που κυβερνιέται από την αντικειμενική πραγματικότητα σε έναν κόσμο στον οποίο η υποκειμενική δημιουργικότητα είναι το κέντρο, στον οποίο η ανθρωπότητα αποτελεί «τον πραγματικό της ήλιο». Ο αγώνας για έναν τέτοιο κόσμο σημαίνει μια συνεχή διαδικασία κριτικής, μια διαδικασία υπονόμευσης της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας και φανέρωσης πως η ύπαρξή της εξαρτάται αποκλειστικά από την υποκειμενική δημιουργία. Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας ενάντια στον κόσμο-που-είναι, ενάντια στους κανόνες της λογικής του που μας λένε πως δεν-υπάρχει-εναλλακτική, ενάντια στη γλώσσα του πεζού λόγου που κλείνει τους ορίζοντές μας.
Η ποίηση της εξέγερσης των Ζαπατίστας (των λόγων και των έργων τους) δεν είναι στοιχείο περιφερειακό του κινήματός τους ούτε εξωτερική διακόσμηση ενός στη βάση του σοβαρού κινήματος, αλλά στοιχείο κεντρικό σ’ ολόκληρο τον αγώνα τους. Το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας της Τσιάπας (και σε κάποιο βαθμό και άλλα Λατινοαμερικάνικα κινήματα ιθαγενών) έχουν τέτοια απήχηση στους αστικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο έχει μεγάλη σχέση με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Δεν είναι απλώς θέμα ωραίων λέξεων ή των αναμφίβολων λογοτεχνικών δεξιοτήτων του Marcos. Πάνω απ’ όλα είναι το γεγονός ότι προσφέρουν έναν άλλο τρόπο θέασης του κόσμου, ένα όραμα που σπάει την κυρίαρχη λογική του δεν-υπάρχει-εναλλακτική. Η ποίηση (και άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης) προορίζονται να παίξουν έναν κεντρικό ρόλο στην αντικαπιταλιστική πάλη: ποίηση όχι ως όμορφες λέξεις αλλά ως πάλη ενάντια στην πεζογραφική λογική του κόσμου, ποίηση ως το κάλεσμα ενός κόσμου που ακόμη δεν υπάρχει.
Είναι αυτός ένας επικίνδυνος ρομαντισμός; Οδηγούν οι Ζαπατίστας ασυναίσθητα την επαναστατική νεολαία του κόσμου σε μορφές δράσης που είναι επικίνδυνα ανεδαφικές; Πρόσφατα, με την ευκαιρία του 10/20 εορτασμού τους, οι Ζαπατίστας υπογράμμισαν την κεντρική σημασία της οργάνωσης στον αγώνα τους: είναι αυτός ένας τρόπος να αντιστρέψουμε την εντύπωση ότι ο αγώνας τους είναι απλώς ποίηση, απλώς η δύναμη του κόσμου;
Ίσως υπάρχει ένα στοιχείο ρομαντισμού στην απήχηση του αγώνα των Ζαπατίστας. Μερικές φορές, για τους υποστηρικτές των Ζαπατίστας που επισκέπτονται τις ζαπατιστικές κοινότητες στην Τσιάπας υπάρχει αδιαμφισβήτητα μια σύγκρουση ανάμεσα στις προσδοκίες τους και την πραγματικότητα της εμπειρίας τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα. Αυτοί που εμπλέκονται ενεργά στον αγώνα, είτε στις πόλεις είτε στην ύπαιθρο, έχουν επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν και της σημασίας της οργάνωσης. Η ποίηση των Ζαπατίστας δεν απομακρύνει τους ανθρώπους από το ζήτημα της οργάνωσης. Αυτό που κάνει μάλλον είναι να ανοίξει τις προοπτικές σε έναν κόσμο που φαίνεται τόσο τρομερά κλειστός. Ακόμη περισσότερο, προτείνει μορφές δράσης που σπάνε τη λογική του κεφαλαίου και καθιστούν δυσκολότερη για το κεφάλαιο την ενσωμάτωση στη σύσταση της κυριαρχίας.
Η κατηγορία κατά του ρομαντισμού στην πραγματικότητα σχετίζεται με το ζήτημα της εξουσίας. Ο «ρεαλισμός» ταυτίζεται με μια προοπτική που επικεντρώνει στην εξουσία και βλέπει την οργάνωση και τη δράση ως εργαλεία για την επίτευξη συγκεκριμένων αλλαγών (είτε μικρότερων είτε ριζικών κοινωνικών αλλαγών). Αλλά αυτή η προοπτική του πραγματισμού αποτυγχάνει να δει ότι η εργαλειακή προσέγγιση οδηγεί στην υιοθέτηση μορφών δράσης και οργάνωσης που εξουδετερώνουν και ακινητοποιούν το κίνημα για αλλαγή. Είναι ακριβώς επειδή ο εργαλειακός ρεαλισμός έχει αποτύχει να κατορθώσει το στόχο της ριζικής κοινωνικής αλλαγής που οι άνθρωποι παντού έχουν στραφεί μακριά από αυτή την προσέγγιση, σε μορφές δράσης που είναι περισσότερο εκφραστικές παρά εργαλειακές. Μέρος αυτού αποτελεί και το γεγονός ότι έχουν στραφεί μακριά από το στόχο της κατάληψης της κρατικής εξουσίας και μακριά από το κόμμα ως οργανωτική μορφή. Η ποίηση του κινήματος είναι μέρος της ίδιας διαδικασίας. Θα αποδειχθεί άραγε πιο ρεαλιστικός αυτός ο ποιητικός ρομαντισμός απ’ ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που προηγήθηκε; Δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο ρεαλισμός της πολιτικής εξουσίας απέτυχε να κατορθώσει την ριζική κοινωνική αλλαγή και ότι η ελπίδα βρίσκεται στη διάρρηξη της πραγματικότητας, στη δημιουργία της δικής μας πραγματικότητας, της δικής μας λογικής, της δικής μας γλώσσας, των δικών μας χρωμάτων, της δικής μας μουσικής, του δικού μας χρόνου, του δικού μας χώρου. Αυτός είναι ο πυρήνας του αγώνα όχι μόνο εναντίον «τους» αλλά εναντίον του εαυτού μας, αυτός είναι ο πυρήνας της συνήχησης των Ζαπατίστας.
Αναφορές
Aubenas, Florence and Benasayag, Miguel. 2002. Résister, c’est créer. Paris: La Décoverte.
Colectivo Situaciones/ MTD Solano. 2002. La Hipótesis 891: Más Allá de los Piquetes. Buenos Aires: Ediciones de Mano en Mano.
Holloway, John. 1998. “Dignity’s Revolt.” στο Holloway and Peláez (1998),σσ. 159-198.
Holloway, John. 2002. Change the World without taking Power (London: Pluto)[Ελλ. έκδ.: Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2008)
Holloway, John and Peláez, Eloína (επιμ). 1998. Zapatista! Reinventing Revolution in Mexico. London: Pluto.
Marx, Karl. 1975. “Introduction to the Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law,” στο Marx Engels Collected Works, Vol. 3(London: Lawrence and Wishart), pp. 175-187
Ouviña, Hernán. 2003. “Las Asambleas barriales: apuntes a modo de hipótesis de trabajo” Bajo el Volcαn (Puebla), σσ. 59-72
Zibechi Raúl. 2003. La Genealogia de la Revuelta. Argentina: La sociedad en movimiento. La Plata: Letra Libre.
Δημοσιεύτηκε στο: John Holloway (2005) ,“Zapatismo Urbano”, Humboldt Journal of Social Relations, 29:1, 168-178.
Είναι διαθέσιμο στο ίντερνετ: http://accionzapatista.net/documents/hjsr/HollowayZapatismoUrbano.pdf
Μετάφραση: ratnet, 2010
http://ratnet-blog2.blogspot.com/2010/10/zapatismo-urbano.html
Labels:
απο-φετιχοποίηση,
αυτονομία,
Ζαπατίστας,
Συμβουλισμός,
John Holloway
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)