Όσο για εκείνα τα καλόπαιδα...
Διόλου πρωτότυπο. Οι μοσχαναθρεμμένοι γόνοι της μεσοανώτερης τάξης έβγαλαν τη γλώσσα στους γονείς τους με ανώδυνη αυθάδεια – επέλεξαν να κάνουν την επανάστασή τους γλεντοκοπώντας μέχρι τελικής πτώσεως. Σπουδαία τα λάχανα... Οι «αγώνες» τους αφορούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνικά εξαργυρώσιμης ταυτότητας και τίποτε άλλο. Μάζευαν εύσημα για το βιογραφικό τους. Στα τριάντα πέντε και τους, ώριμοι πια και καλά βολεμένοι στο σύστημα, μπορούν να επαίρονται για την αντοχή τους στο μεθύσι και στην οσφυοκαμψία, δεν έχουν όμως κανένα λόγο να κοκορεύονται για την πολιτική τους οξυδέρκεια, πόσο δε για την πολιτική τους στάση.
Αν και ντύνονται ακόμη και τώρα στα μαύρα –life style απόηχος των νεανικών αναγνωσμάτων πιθανώς–, θα τους ταίριαζε γάντι η πορφυρή τήβεννος της αυθεντίας, αλλά και το πολύχρωμο ρούχο του παλιάτσου της εξουσίας – ενίοτε δε, θα τους πήγαινε και η λιβρέα του λακέ, του πειθήνιου υπηρέτη των πιο ισχυρών συμφερόντων. Από την άλλη, το μη-χρώμα που προτιμούν, το μαύρο, μπορεί να σημαίνει την ουδέτερη θέση του επαμφοτερίζοντος, ή την ευάλωτη ευστάθεια στη σκοτοδίνη του μεθυσμένου. Να συγκαλύπτει δηλαδή σαν μαύρο πέπλο τον καιροσκοπισμό τους και την απύθμενη κενότητα της ματαιοδοξίας τους.
Κανένα ρούχο ωστόσο δεν μπορεί να κρύψει τη γύμνια τους. Όταν σήκωσαν τα χέρια ψηλά, παραδιδόμενοι αμαχητί στη σύμβαση, τους έπεσαν τα σώβρακα.
Φάνηκε η μηδαμινότητα των επιχειρημάτων που σήμερα επικαλούνται, πασχίζοντας να επιδείξουν το σθένος της πολιτικής τους συνείδησης και τη δημοκρατική τους ευαισθησία. Ο «διάλογος» είναι το νέο φετίχ που λατρεύουν. Ένας διάλογος που πνίγεται στα ευφυολογήματα, στον κομφορμισμό και στη φενάκη. Στην καθώς πρέπει φιλελεύθερη ρητορική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», στο βαλτώδες έδαφος των «ατομικών δικαιωμάτων»σ.
Έχουν ξεπεράσει κάθε αφελή ιδεολογία των πληβείων και κάθε κοινωνική σύγκρουση προκειμένου να προσδώσουν τερατώδες κύρος στην ευγένεια, αυτή την προσομοίωση της παρρησίας και του ήθους. Πράγματι, έχουν δίκιο: μπορείς να καταρρακώσεις κάποιον με τον πιο ευγενικό τρόπο, δεν μπορείς όμως ποτέ να επαναστατήσεις κρατώντας τα προσχήματα. Στην ευτοπία της ευγένειας κάθε αγκάθι ξεριζώνεται, κάθε οργισμένη αντίδραση διαγράφεται, κάθε παρεκκλίνουσα συμπεριφορά στιγματίζεται. Στην εικονική επικράτειά της, η ψυχραιμία, το να είσαι «cool», σχεδόν ψοφίμι, έχει αναγορευτεί σε ύψιστη αρετή, και ανταμείβεται δεόντως.
Για τους ευγενείς (τους γόνους της «αριστοκρατίας» με την ευρύτερη έννοια), οι διαμάχες αφορούν περισσότερο σε αγώνες πολιτικού τένις, όπου ανταλλάσσονται σφοδρά επιχειρήματα και στρογγυλές γνώμες εκατέρωθεν του φιλέ, μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιχνιδιού και υπό το άγρυπνο βλέμμα του φιλοθεάμονος κοινού και του διαιτητή, παρά σε πραγματικές συγκρούσεις στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού με υλικό κόστος και απώλειες. Είναι προφανές ότι τους τρομοκρατεί η ιδέα του χάους, της ανεξέλεγκτης ορμής της εξέγερσης που σαρώνει κάθε αστική πρόφαση ευγένειας τινάζοντας στον αέρα την επίφαση του εξευγενισμένου διαλόγου. Αυτός είναι ο λόγος που, με αυτεπίγνωση των επιλογών τους, όντας κυνικοί, πασχίζουν να συντηρούν την προσομοίωση. Και να την πλασάρουν με κάθε ευκαιρία ως αναπόφευκτη ανθρώπινη κατάσταση ή, ακόμα χειρότερα, ως εποποιία του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο «διάλογός» τους λοιπόν είναι στιλπνή διαφήμιση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, που σε κάθε νέα εκδοχή της εμφανίζεται βελτιωμένη, σαν τα απορρυπαντικά ρούχων. Πασχίζουν να ξεπλύνουν τα στίγματα του ανορθολογισμού, μα εκείνα παραμένουν ανεξίτηλα. Το καθαρτήριο του διαλόγου είναι η δική τους είσοδος στην Κόλαση, αν και οι ίδιοι πιστεύουν ότι κρατάνε το κλειδί για την πύλη του Παραδείσου και το κουνάνε με περισσή αλαζονεία μπροστά στα μούτρα μας.
Αν είχαν διδαχτεί κάτι από τον γέρο-Μπακούνιν, αν μη τι άλλο δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη γελοία θέση σήμερα: να φιγουράρουν σαν κορδωμένοι θυρωροί που ελέγχουν την είσοδο στον εικονικό παράδεισο που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Αν είχαν ακούσει τον γέρο-Μπακούνιν, θα είχαν απορρίψει συνειδητά, τόσο τη μεταφυσική του παραδείσου όσο και τη φυσική του ελέγχου και της ισχύος. Και δεν θα αναζητούσαν χορηγούς στη ματαιοδοξία τους, αλλά συντρόφους και συμμάχους στον αγώνα για την αξιοπρέπειά τους.
Ανεπίκαιρα σχόλια, 4/8/2007
Ο πλουραλισμός των επιλογών φέρνει την ένδεια των θέσεων. *** Η «ρευστή ταυτότητα» του σημερινού «πολίτη»-καταναλωτή δεν είναι παρά η αντανάκλαση σε συνειδησιακό και ψυχολογικό επίπεδο της κατακερματισμένης σύγχρονης ζωής υπό την ηγεμονία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και της ιδεολογίας της. *** Η «αποκέντρωση», οι «πολλαπλές προσωπικότητες», η «σχετικιστική» οπτική γωνία, η «κινητικότητα», η «ευπλασία» και η «ευελιξία», ο «πολυμορφισμός», η «ανακατασκευή», η «αποδέσμευση», όλες οι τακτικές του μετανεωτερικού υποκειμένου ορίζονται και διατρέχονται από τη στιλπνότητα του θεάματος και τη σαγήνη της κατανάλωσης. Είναι ευκαιριακές, «επεισοδιακές», και αποστρέφονται την υπαγωγή τους σε μια συγκεκριμένη και σταθερή ενότητα. *** Κάθε προσπάθεια να συγκροτηθεί μια σταθερή (αλλά όχι στατική και αναλλοίωτη) ατομική ταυτότητα μοιάζει σήμερα, στην εποχή της «ρευστής ταυτότητας», αν όχι παρωχημένη και ουτοπική, οπωσδήποτε ανέφικτη. *** Οι ευθύνες απέναντι στην ολότητα του κόσμου, απόρροια μιας σταθερής οπτικής γωνίας, δηλαδή ενός σαφώς προσδιορισμένου υποκειμένου, μοιάζουν με θανάσιμη παγίδα. Είτε γιατί απειλούν με ακινητοποίηση και εγκλωβισμό την «αυτό-ποητική» ορμή της ατομικής ταυτότητας είτε γιατί ορθώνονται σαν τείχη όπου προσκρούει κάθε φιλοδοξία του ναρκισσιστικού «εγώ» να είναι το επίκεντρο του κόσμου, οι ευθύνες μιας συνειδητής, ενσώματης υποκειμενικότητας είναι ολοένα και περισσότερο ανεπιθύμητες. *** Από το βάθος ακούγονται οι ψίθυροι μιας συνωμοσίας: Είναι το άχθος της υποταγής του υποκειμένου στην ιστορία που προσπαθούν να ξεφορτωθούν ως περιττό, ως άχρηστο οι αιτιάσεις του σημερινού ατόμου για «αυτό-προσδιορισμό» – την «αυτό-ποίηση» της ταυτότητας, μέσα σε ένα πλαίσιο που σου προσφέρει άπειρες επιλογές και δυνατότητες – τόσες, που τελικώς καταντάει αδύνατη, ίσως και ανεπιθύμητη, κάθε δεσμευτική επιλογή. *** «Γίνε ο εαυτός σου. Γίνε όλα όσα ονειρεύεσαι.» Η υστερικά επαναλαμβανόμενη αυτή προτροπή του σύγχρονου πολιτισμού δεν μπορεί παρά να συγκαλύπτει τον αυτισμό του. Σίγουρα, δεν κάνει καμία μνεία στα ναυάγια και τις αποτυχίες, στις ματαιωμένες προσδοκίες και στις, κατ’ ουσίαν, διαρκώς ανεκπλήρωτες επιθυμίες – αναφέρεται αποκλειστικά στο ιδανικό. *** Ο «ιδανικός εαυτός» είναι υπό συνεχή προσαρμογή και επιτήρηση ως προς / και από μία «εξω-συνείδηση». Πρόκειται για την κοινωνική κατασκευή του κυρίαρχου παραδείγματος που λειτουργεί κανονιστικά και απόλυτα ελεγκτικά, κινείται με ύπουλο τρόπο πίσω από την πλάτη κάθε αυταπάτης του ατόμου περί «αυτό-καθορισμού». Είναι το σημείο ακριβώς όπου οργανώνεται η κυριαρχία και νομιμοποιείται η ετερονομία με τον πλέον σταθερό και επιδραστικό τρόπο. *** Ο οδυνηρά βιωμένος, αν και αποδεχόμενος ως «φυσικός» από την εξέλιξη των πραγμάτων, διαχωρισμός του «εγώ» από τον «εαυτό», και ο διαρκής έλεγχος που ασκεί ο δεύτερος στο πρώτο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «αυτονομίας» και της αυτάρκειας του υποκειμένου, αφού δημιουργεί ένα κλειστό, ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα. Το «εγώ» δεν εξωτερικεύεται για να απευθυνθεί στο «εσύ» (στον Άλλο), η έκφρασή του μεσολαβείται διαρκώς από τον «εαυτό». *** Η αυτοαναφορικότητα και η αυτάρκεια δεν εγκωμιάζουν την υποσχόμενη ελευθερία αλλά μάλλον περιγράφουν το αδιέξοδο μιας ύπαρξης χωρίς παρελθόν (άρα χωρίς παρόν και χωρίς μέλλον), ενός υποκειμένου που αρνείται να διαμορφωθεί σε μια πραγματική σχέση με τον Άλλο, που αρνείται καταστατικά τη συν-ύπαρξη και την κοινότητα ενώ εκθειάζει με κάθε τρόπο τη σημασία της διαφοράς· έτσι συντρίβει κάθε έννοια ολότητας, άρα και κάθε δυνατότητα πραγματικής απελευθέρωσης. *** Η επίκληση της διαφοράς ως ορισμός της ταυτότητας είναι η επικύρωση της αποξένωσης. Η «ρευστή ταυτότητα» είναι η οντολογική προσαρμογή των ανέστιων, διχασμένων υποκειμένων στο αφιλόξενο περιβάλλον που διαμορφώνει ο καπιταλισμός. *** Η «ρευστή ταυτότητα» δεν συμμερίζεται το όλον, αδιαφορεί γι’ αυτό· επικεντρώνει μόνο στο μερικό, στον προκείμενο στόχο, στην άμεση εκπλήρωση της εκάστοτε επιθυμίας. Κι αν εδώ φαίνεται να προτάσσεται μια «αντι-ασκητική», καρναβαλική ηθική, μια ηδονοθηρική απελευθέρωση της υλικότητας και των ενστίκτων, θα ήταν άστοχο να νομίσουμε πως πρόκειται για επανάσταση κατά του ιδεαλισμού και της μεταφυσικής: είναι η ευωχία της αγοράς, το λαμπερό πανηγύρι της κατανάλωσης, η διασκέδαση μέχρι θανάτου, η συγχώνευση εντέλει του φαντασιακά «αυτόνομου» υποκειμένου με το αντικείμενο (το εμπόρευμα) και η πραγμοποίηση (άρα η εξίσου απονέκρωσή) του. *** Είναι προφανώς παράλογο να απαιτείς από τη «ρευστή ταυτότητα» να συγκροτηθεί ως σημείο αντίστασης στην αλλοτρίωσή της· κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό ως προς τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητές της. *** Κάθε ενέργεια του υποκειμένου είναι, σε τούτο το πλαίσιο, αυτό-αναφορική, ακόμα κι όταν, για να αυτό-επικυρωθεί, συμπεριλαμβάνει και τον Άλλο. Η «ρευστή ταυτότητα» δεν μπορεί να δει πέρα από τον ομφαλό της (ναι, ακόμα και στη δική της περίπτωση υπάρχει ένα κομβικό, «κεντρικό» σημείο αναφοράς και συνέχειας – το σώμα, η απτή ύλη που είμαστε) εκεί που νομίζει ότι εποπτεύει τον κόσμο (της). *** Είναι βαθύτατα αλλοτριωμένη, αν και το γεγονός αυτό το γιορτάζει ως απελευθέρωση από κάθε περιορισμό και εξαναγκασμό της ολότητας. Νιώθει να αιωρείται μακάρια υπεράνω της ταπεινής υλικότητας της παραγωγής και της εργασίας, της φύσης και του πολιτισμού, της ανακύκλωσης της ζωής και της ιστορίας. *** Τίποτα δεν τη δεσμεύει, παρά μόνο η πιθανότητα ανάληψης της όποιας ευθύνης απέναντι στην ολότητα. Η αντιστραμμένη ουτοπία είναι εδώ, στη μακαριότητα της κατανάλωσης – ας την απολαύσουμε, ας «ζήσουμε τη στιγμή». *** Σε αντίθεση και καθολική ρήξη με όλα τα παραπάνω, το υποκείμενο που επιζητεί την πραγματική απελευθέρωση επιδιώκει τη συγκρότηση μιας σταθερής ταυτότητας, που επαναφέρει την ενότητα «εγώ» και «εαυτού», αναφέρεται στην ολότητα και εκφράζεται ως δημιουργική δράση. *** Αυτό δεν γίνεται στο όνομα της συντήρησης, της παράδοσης και της επιστροφής σε ένα ιδανικό οργανικό παρελθόν αλλά ως συνειδητοποιημένη διαδικασία του ιστορικού υποκειμένου, διαδικασία της οποίας τα κίνητρα και οι καταβολές δεν μπορεί να είναι άλλα από τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του παρελθόντος που πρέπει να εκπληρωθούν («Το ανεκπλήρωτο παρελθόν αποτελεί υποχρέωση για μας.» - Ernst Bloch). *** Όχι επιστροφή στην κοινότητα του κράτους, στη φυλετική/εθνική οικογένεια, ούτε στην κοινότητα ως «τρόπος ζωής», ως «λέσχη κοινών ενδιαφερόντων», ως «καταφύγιο της διαφορετικότητας»· ναι στην κοινότητα των ανθρώπων εν γένει, στον διεθνισμό, στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον φεντεραλισμό, όπου οι αυτόνομοι ελεύθεροι παραγωγοί, συμφιλιωμένοι με τη φύση, οικοδομούν ένα πραγματικά ελεύθερο παρόν και μέλλον, έχοντας πάντα το βλέμμα στραμένο στο παρελθόν – πραγματώνουν δηλαδή συνειδητά την ιστορία, και απελευθερώνουν πραγματικά το άτομο, πέρα από τη φυλή, το φύλο και τις τάξεις.
Ανεπίκαιρα σχόλια, 8/7/2007
1. Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της
Στον σφαιρικό κόσμο της διασύνδεσης, της άμεσης επικοινωνίας και της τηλε-γνώσης, η διαφυγή είναι αδύνατη. Σχεδόν απαγορευμένη. *** Με την απειλή της περιθωριοποίησης να μεγαλώνει σε κάθε νέο βήμα, σε κάθε νέα ανακάλυψη της τεχνολογίας των μικροεπεξεργαστών και των δικτύων, το άτομο υποτάσσεται στην ανεξέλεγκτη «αποικιοποίηση» ολόκληρης της ζωής του και παραχωρεί ασύγγνωστα το δικαίωμα χειραγώγησης και ελέγχου της στον τεχνοεπιστημονικό λόγο της ολιγαρχίας. *** Ό,τι παρουσιάζεται ως θετικό αποτέλεσμα της «Ψηφιακής Επανάστασης» (Digital Revolution) συνηγορεί στον οικιοθελή εγκλεισμό του ατόμου στη «διασυνδεσιμότητα» και μάλλον στρέφει την προσοχή του στα όμορφα μάτια της πωλήτριας παρά στο ίδιο το εμπόρευμα που εκείνη πουλάει. *** Η «ρευστή ταυτότητα» της κυβερνοπερσόνας, του avatar ή του agent δεν απαλλάσσει την ύπαρξη από την βάσανο της αυτοσυνείδησης και του αυτοκαθορισμού, ούτε την απαλλάσσει από το άχθος των επιλογών και των δυνατοτήτων της. Όσο «ρευστή» κι αν διατείνεται ότι είναι αυτή η ταυτότητα θα είναι πάντοτε δέσμια της ύλης και της σωματικότητας – η πείνα, ο πόνος, η ηδονή, ορίζουν το σημείο πύκνωσης της εγκατασπαρμένης στο διαδίκτυο ύπαρξης, ένα σημείο που θα είναι πάντοτε σε εκκρεμότητα αλλά απαραίτητο για την όποια συγκρότηση του υποκειμένου – το σώμα. *** Το διαδίκτυο επαναφέρει τον διαχωρισμό ύλης και πνεύματος με το να ενεργοποιεί τη διανοητική λειτουργία σε βάρος της σωματικής. Ένα σώμα που δεν μπορεί να συμμετάσχει με τις αισθήσεις στην αντίληψη της πραγματικότητας είναι στερημένο, είναι ασύγγνωστα ασκητικό. *** Εγκαταλείποντας την σάρκα στον κόσμο που της αρμόζει, η διάνοια ταξιδεύει με την ταχύτητα των ηλεκτρονίων, μέσα από καλώδια και δορυφόρους, αλλάζει ένα εκατομμύριο φορές πορεία, διασπάται και ανασυντίθεται, είναι απανταχού παρούσα και μπορεί να εποπτεύει εν δυνάμει τα πάντα. *** Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της καταπιέζει την σάρκα, της στερεί την δυνατότητα συμμετοχής και ανάλογης ικανοποίησης από τις δραστηριότητες στις οποίες η ίδια η διάνοια συμμετέχει. *** Έχοντας απελευθερωθεί από το σώμα η διάνοια τώρα διαδηλώνει ότι το σώμα είναι νεκρό. Μας έχει απομείνει μόνο η ανάμνησή του. Γι’ αυτό το περιποιούμαστε, το θαυμάζουμε και το επιθυμούμε τόσο.
2. Η ανοίκεια κοινότητα και οι παραμορφωτικοί καθρέφτες
Το διαδίκτυο συνενώνει όσο και κατακερματίζει. Κάθε αναφορά σε δικτυακού τύπου οργάνωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη της αυτή την αντινομία. *** Το επί μέρους και το όλον δεν έχουν μια σχέση αναλογίας αλλά μια σχέση «ανταγωνισμού». Το επί μέρους τείνει να επιβεβαιώνει συνεχώς τη διαφορά του, να διαφυλάξει την διαφοροποιημένη ταυτότητά του στη σειραϊκή παραγωγή ταυτοτήτων μέσα στο μεγάλο κοινωνικό εργοστάσιο. *** Η δυναμική της βούλησης των υποκειμένων για αυτοκαθορισμό προκαλεί την κίνηση της μηχανής και παράγει το πεδίο των σχέσεων, του ανταγωνισμού και των αντιπαραθέσεων. Στην αλυσίδα της βιομηχανίας αυτές οι λειτουργίες αντιστοιχούν στις διαδικασίες της τμηματικής παραγωγής και της συναρμολόγησης αντίστοιχα. Στην λογική του διαδικτύου είναι οι κόμβοι και οι συνάψεις. *** Κάθε ταυτότητα ορίζεται εν μέρει αποφατικά, σε αντιπαράθεση με άλλες ταυτότητες, σαν κάτι «που δεν θα ήθελε να είναι» παρά σαν κάτι «που θέλει να είναι», και εν μέρει με τον αντίθετο, καταφατικό τρόπο, προσδιορίζοντας ενεργά την θετική εικόνα της θεμελιώδους φαντασίωσής της, που λειτουργεί πότε ως συνεκτική ιδεολογία και πότε ως «ξόρκι» κατά του Άλλου. *** Όποιος κι αν είναι ο τρόπος παραγωγής και συγκρότησης της ταυτότητας, και ακόμα πιο ειδικά, αν ιδωθεί ως ιστορική διαδικασία που διαμορφώνεται σε σχέση με άλλους παράγοντες (οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς), είναι πάντα σε αντιπαράθεση με την ολότητα. Συγκροτείται για να διαχωριστεί, να συμπεριλάβει και όχι να συμπεριληφθεί. *** Έτσι, η πολιτική της ταυτότητας συνενώνει ενώ διαχωρίζει. Επιθυμεί να ορίζει την κοινότητα της διαφοράς. Φέρνει στο προσκήνιο την απωθημένη δυναμική του καπιταλισμού και την παραγωγική της αποτελεσματικότητα στο επίπεδο του καταμερισμού της εργασίας και των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. *** Εκατομμύρια παραμορφωτικοί καθρέφτες, στραμένοι ο ένας στον άλλον, αναπαράγουν στο διηνεκές τα παραποιημένα είδωλα και τις αντανακλάσεις. Η αίσθηση του (κοινωνικού) χώρου γίνεται ρευστή, ιλιγγιώδης, άμορφη και, εν τέλει, α-νόητη. «Η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο άτομα που επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον» (Μάργκαρετ Θάτσερ). *** Η κοινότητα είναι ανοίκεια. Καταφύγιο ατομικής ανάγκης, όχι εφαλτήριο κοινών κατακτήσεων. *** Αναζητώντας την απομόνωση και την προστασία στην ανοίκεια κοινότητα, το σύγχρονο άτομο ζητάει να απελευθερωθεί ανώδυνα από την καθολική επιταγή της ανθρώπινης συνύπαρξης, της οικείας κοινότητας. *** Αρνούμενη την ολότητα, η ανοίκεια κοινότητα, αρνείται τον απεγκλωβισμό και την απελευθέρωση ανθρώπου και φύσης από την καταστροφική υποταγή στην εργαλειακή ορθολογικότητα και τον κατακερματισμό του κόσμου σε γνωσιολογικά πεδία όπου η επιστήμη, σχεδόν ιερατικά, συντάσσει το «έγκυρο» λεξικό της ζωής.
Ανεπίκαιρα σχόλια, Τρίτη 10 Απριλίου 2007
Ανεπίκαιρα σχόλια, 19 Μαρτίου 2007
*** Η «ακινησία» του χρόνου είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής ευτοπίας. *** Ενώ όλα μοιάζουν να κινούνται με τρομακτική ταχύτητα, στην πραγματικότητα είναι ακινητοποιημένα μέσα σε έναν βούρκο. *** Η παραδοχή ότι η ουτοπία είναι αδύνατη, ή ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί μέσα στο πλαίσιο της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας, και άρα ότι ζούμε το τέλος της Ιστορίας, αφού καμία άλλη λύση για την οργάνωση της κοινωνίας δεν είναι εφικτή, δημιουργεί τη στατική ανάδραση που παγώνει τα πάντα στην α-χρονία του ήδη υπάρχοντος. *** Σε μια τέτοια κατάσταση οι σκέψεις για αλλαγή μοιάζουν ανεπίκαιρες και ίσως «εξωπραγματικές». *** Η ταχύτητα του στροβιλισμού παράγει πληθώρα ελκυστικών μορφών που μας σαγηνεύουν, επιζητούν και καταφέρνουν να αποσπάσουν με έντεχνα μέσα την προσοχή μας στο τώρα, στο άμεσο, στο ιδιωτικό. *** Κάτι όμως μοιάζει να φτερουγίζει μακριά…*** Μια ακατανίκητη επιθυμία για έναν κόσμο διαφορετικό πυροδοτεί τα κίνητρά σου. Προσπαθείς να μιλήσεις διαφορετικά. Να περιγράψεις την όψη που (θέλεις να) έχει το επερχόμενο. *** Κανείς δεν οφείλει ωστόσο να πληρώσει κανένα τίμημα για κάτι μακρινό και αφηρημένο – για κάτι εν τέλει απόν, σε σχέση με το απόλυτα ρεαλιστικό και «εδώ-τώρα-είναι» παρόν. *** Τι μας διαβεβαιώνει ότι τα οράματα (που, για να μην ξεχνιόμαστε, αντλούν την νομιμοποίηση τους για την διατύπωση αξιακών προτάσεων από συγκεκριμένες, υποκείμενες σε κριτική και αμφισβήτηση θεωρίες), πέρα από τις καλές προθέσεις που τα γεννούν και τα θρέφουν, θα είναι αποτελεσματικά για την πρακτική (αναγκαία) πλευρά της ζωής μας; *** Και ποιος είναι ο τρόπος που θα μας οδηγήσει σε συμφωνία για την ίδια την καταλληλότητα των προτάσεων που θα πρέπει να υιοθετήσουμε; *** Πώς θα εκχωρήσουμε την δομημένη σε στέρεες ψυχολογικές βάσεις ατομικιστική υπόσταση και το κακώς εννοούμενο ατομικό συμφέρον σε μια μάλλον κανονιστική συλλογικότητα χωρίς να υποτάξουμε, από την άλλη, την αυτόνομη ατομική συνείδηση την οποία στοχεύουμε να σμιλέψουμε μέσω αυτής της συλλογικότητας; *** … *** Από την άλλη σκέφτομαι ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα εγγενές νόημα· ούτε έχει νόημα σε σχέση με κάτι έξω από αυτόν. Είναι μια άκρατη ζωτικότητα που αυτοκαταφάσκει την ύπαρξή της. Ο κόσμος αποκτά κάποιο νόημα μόνο μέσα από την ανθρώπινη δράση. Η Ιστορία λοιπόν είναι το νόημα του κόσμου. *** Και ο άνθρωπος αποκτά με τη σειρά του νόημα με την ιστορική συνείδηση και μέσα στην προοπτική της Ιστορίας. *** Και η Ιστορία αποστρέφεται –ευτυχώς!– την ακινησία. *** Άρα όλα επιστρέφουν εκεί που άρχισαν. Μόνο που τώρα οι όροι είναι αντιστραμμένοι. *** Η ακινησία του βάλτου είναι προσωρινή. Μια καταρρακτώδης βροχή θα υπερχειλίσει ποτάμια, χείμαρρους και ρυάκια και η ορμή του νερού θα είναι τέτοια που τίποτα δεν θα μείνει στην παλιά του θέση. *** Ούτε η λάσπη ακίνητη στον βούρκο…