Χρέος, Πίστωση, Ενοχή: Σημειώσεις για μία γενεαλογική ανάγνωση του Μνημονίου


Του Θανάση Λάγιου

Βαδίζοντας προς τις εκλογές προκύπτει ένα ερώτημα: Πώς μπορεί μία κοινωνία να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ενώ ταυτόχρονα νιώθει ένοχη για την υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατίας της; Πώς μπορεί μία κοινωνία να επανεπινοήσει τη δημοκρατία της, ενώ την ίδια στιγμή πιστεύει ότι οφείλει την ίδια της την πολιτική και οικονομική επιβίωση σε εξωτερικές δυνάμεις δανειστών;
Είναι προφανές ότι αυτά ακριβώς τα αισθήματα ενοχής και οφειλής έχουν έως τώρα διαδραματίσει τον κύριο ρόλο στις κοινωνικές εξελίξεις σε ό,τι πλέον ονομάζεται «εποχή του Μνημονίου». Εξ ου και η κυρίαρχη αίσθηση ότι τα τελευταία δύο χρόνια επικρατεί ένας ηθικολογικός λόγος, όχι μόνο στις πολιτικές αναλύσεις, είτε ως «στάση υπευθυνότητας και αυτοσυγκράτησης» (μνημονιακές δυνάμεις) είτε ως στάση «αγανάκτησης και απειθαρχίας» (αντι-μνημονιακές δυνάμεις), αλλά και στις οικονομικές αναλύσεις, είτε ως «ανταπόκριση στην εμπιστοσύνη που μας έδειξαν οι δανειστές μας» είτε ως «μη αναγνώριση των οφειλών μας». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πάγκαλος με την απόφανση «Όλοι μαζί τα φάγαμε», συνόψισε ευφυώς το όλο ζήτημα, το διακύβευμα της εποχής, δηλαδή την αναδιανομή των σχέσεων ενοχής και οφειλής, δηλαδή του χρέους και της ευθύνης. Την πλέον αιχμηρή διατύπωση αυτής της ηθικολογικής προσέγγισης των πραγμάτων τη βρίσκει, άλλωστε, κανείς στο δίλημμα των εκλογών το οποίο είτε στην πολιτική του έκφραση (Δύση ή Ανατολή) είτε στην οικονομική του (Ευρώ ή Δραχμή) μεταφράζεται ηθικολογικά ως: Ενοχή ή Αθωότητα;
Ωστόσο, αν δεν σπεύσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά πάρουμε μία ανάσα και αποπειραθούμε να διαβάσουμε γενεαλογικά τα κύρια σημεία τους και τους όρους της ρητορικής τους που έχουν ενταχθεί πια στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, ίσως δούμε τότε τα πράγματα πιο καθαρά, καθώς αυτά τα ερωτήματα δεν προκύπτουν «εν κενώ», αλλά παίρνουν μορφή και αποκτούν περιεχόμενο μέσα από την ίδια την ιστορία μας. Αν, κατά Nietzsche, «το κληρονομικό ελάττωμα των φιλοσόφων είναι η έλλειψη ιστορικής αίσθησης», το κληρονομικό βάρος που σηκώνουμε αναπόφευκτα όλοι μας είναι η ίδια η ιστορία της γλώσσας και η γλώσσα της ιστορίας, η οποία κατά τον Marx, «βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών». Επομένως, ίσως, δεν χρειάζεται να αναλωνόμαστε σε μία συνεχή και ατελεύτητη κριτική της κυρίαρχης «προπαγάνδας», για να βρούμε πίσω από τα επίσημα ψέματα την αλήθεια που υποτίθεται ότι μας κρύβουν οι κυρίαρχοι, όταν δεν κάνουν καν τον κόπο να την κρύψουν. Αντίθετα, προσπαθούν επίμονα και ακατάπαυστα να την επιβάλλουν ως τη μοναδική. Αν ισχύει η φουκωική σύλληψη ότι οι σχέσεις εξουσίας παράγουν την αλήθεια και δεν την καταστέλλουν, με τον ίδιο τρόπο που παράγουν πλούτο, τότε ίσως πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στα λόγια της ίδιας της εξουσίας, για να κατανοήσουμε τις πρακτικές της πολιτικής οικονομίας της Αλήθειας.
Ενδεικτικά, λοιπόν, και παίρνοντας ως πρότυπο τη Δεύτερη Πραγματεία της Γενεαλογίας της Ηθικής (1887) του Nietzsche:

Μνημόνιο: Αν αναζητήσει κανείς την ετυμολογική προέλευση της λέξης, δε θα δυσκολευθεί να βρει τη λέξη μνήμη. Όπως αναφέρει και η Βικιπαίδεια, «ως μνημόνιο εννοείται οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο μέσο βοηθά τη μνήμη μέσω της καταγραφής γεγονότων ή συγκεκριμένων παρατηρήσεων πάνω σε ένα δεδομένο θέμα». Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη την αγγλική εκδοχή της, πληροφορούμαστε ότι το μνημόνιο (memorandum) είναι συντομευμένη μορφή του γερουνδιακού λατινικού τύπου «memorandum est», από το ρήμα memorare (υπενθυμίζω) και δηλώνει τον σκοπό: πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι…
Πώς επιτυγχάνεται η υπενθύμιση, πώς αποκτάται η ικανότητα της μνήμης; Μέσω θυσιών και πόνου. Για του λόγου το αληθές:
«Οι άνθρωποι στην Ελλάδα περνάνε πολλά, είναι πολύ σκληρό να σου μειώνουν τον ήδη χαμηλό μισθό». Angela Merkel, Γερμανίδα Καγκελάριος, 22.2.2012
ή
«Οι θυσίες, που ζητήθηκαν από τους Έλληνες για να μείνουν στο ευρώ, δεν είναι υπερβολικές». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 12.3.2012
ή
«Είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν επώδυνα μέτρα, με τη μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη σε κυβερνητικό, κοινοβουλευτικό και κοινωνικό επίπεδο». Christine Lagarde, διευθύντρια ΔΝΤ. 20.3.2012
ή
«Πώς να δημιουργηθεί μνήμη στο ζώο άνθρωπος; (…) Αυτό το παμπάλαιο πρόβλημα, (…), δε λύθηκε με ήπιες απαντήσεις και μέσα· ίσως, μάλιστα, να μην υπήρξε τίποτε πιο φοβερό και ανησυχητικό στην προϊστορία του ανθρώπου από τη μνημοτεχνική του». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 3.

Χρέος: Η ετυμολογία μας θυμίζει ότι το χρέος δεν είναι μόνο μία οικονομική έννοια, αλλά κατά βάση μία ηθική: χρέος είναι το καθήκον, το δέον που απορρέει από μία υπόσχεση την οποία δίνει κάποιος σε κάποιον άλλο (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, & Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Στις λατινογενείς γλώσσες, το ουσιαστικό debt (χρέος) προέρχεται από το de + habere (αποστερώ, χρωστώ), το οποίο συνδέεται ετυμολογικά – και ηθικά – με το habitus (έθος, συνήθεια, χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ή εκκλησιαστικής τάξης) (βλ. Online Etymology Dictionary).
Εξ ου και η άμεση σχέση χρέους και ενοχής.

Ενοχή: ετυμολογικά, ανακαλύπτουμε ότι η αρχική σημασία της λέξης είναι η ευθύνη και η υποχρέωση που έχει κανείς απέναντι σε κάποιον άλλο. Μάλιστα, η νομική σημασία της λέξης δηλώνει τη σχέση με την οποία κανείς αναλαμβάνει μία υποχρέωση προς έναν άλλο σε παροχή (δανειστής - οφειλέτης) (Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Στα αγγλικά, το ουσιαστικό guilt (ενοχή) προέρχεται από το αγγλοσαξονικό ρήμα gieldan (ξεπληρώνω, χρωστώ) (Wikipedia/Online Etymology Dictionary).
Πώς συνδέεται η οικονομική και η ηθική σημασία του χρέους/ενοχής; Μέσω της σύναψης και της τήρησης ή μη των συμβολαίων, των όρων δανεισμού και των οικονομικών συμφωνιών (ομολογιών: υποσχέσεων με θρησκευτικό όρκο). Για του λόγου το αληθές:
«Οι Έλληνες έχουν αναλάβει δεσμεύσεις, θα πρέπει να τις σεβαστούν επακριβώς, δεν υπάρχει επιλογή, ο χρόνος πιέζει, πρέπει να υπογράψουν». Nicolas Sarközy, Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. 6.2.2012.
ή
«'Εμείς με ευχαρίστηση βοηθούμε, αλλά δεν πρέπει να δίνουμε την αίσθηση στους τρίτους ότι αυτοί δεν πρέπει να προσπαθούν. Καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 12.2.2012
ή
«Δεν δίνουμε τίποτα χωρίς αντάλλαγμα. Και αυτό είναι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης». Philipp Rösler, Γερμανός Υπουργός Οικονομίας. 23.2.2012
ή
«Είχαν ποτέ αυτοί οι μέχρι τούδε γενεαλόγοι της ηθικής την παραμικρή υποψία, ακόμη και στα όνειρά τους, ότι η βασική ηθική έννοια “Schuld” (ενοχή) έλκει την καταγωγή της από την πολύ ηθική έννοια ‘‘Schulden’’ (χρέη, οφειλές) (…) από τη σχέση συμβολαίου μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη, η οποία είναι τόσο παλιά όσο και η ιδέα της ύπαρξης ‘‘δικαιικών υποκειμένων’’, σχέση που με τη σειρά της ανάγεται στις βασικές μορφές της αγοράς, της πώλησης, του αντιπραγματισμού, του εμπορίου». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 4.

Πίστωση: ετυμολογικά, ήδη από την αρχαία ελληνική, η λέξη σήμαινε τη διαβεβαίωση, τη δέσμευση μέσω εγγύησης, την εξασφάλιση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με όρκο (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης). Στις λατινογενείς γλώσσες, το ουσιαστικό credit (πίστωση, εμπιστοσύνη) προέρχεται από το ρήμα credo (πιστεύω).
Τι συνέπειες έχει η απώλεια της πίστωσης, της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων; Την βίαιη και εκ των άνωθεν κατάλυση της κοινότητας.
Για του λόγου το αληθές:
«Το σημαντικό είναι να τηρούν όλοι τις υποχρεώσεις τους και να σταματούν με ολοένα νέες απαιτήσεις, φήμες και ερωτήματα να δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στο φυτό της εμπιστοσύνης που πάει να ανθίσει». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 8.4.2012
ή
«Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι η υπομονή έχει τα όριά της». Philipp Rösler, Γερμανός Υπουργός Οικονομίας. 7.11.2011
ή
«Είχε τεθεί το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ στο G20». Christine Lagarde, διευθύντρια ΔΝΤ. 2.3.2012

«η βασική σχέση της κοινότητας με τα μέλη της είναι η σχέση του πιστωτή και του οφειλέτη (:..) Ο εγκληματίας είναι ένας οφειλέτης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ξεπληρώνει τα οφέλη και τα δάνεια που πήρε, αλλά και επιτίθεται στον πιστωτή του: επομένως, όπως είναι δίκαιο, όχι μόνο του στερούν στο εξής όλα αυτά τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα, αλλά και του υπενθυμίζουν τι σήμαινε το ότι τα είχε στη διάθεσή του. Η οργή του ζημιωμένου πιστωτή, της κοινότητας, τον ξαναστέλνει στην άγρια και εκτός νόμου κατάσταση, από την οποία τον προστάτευε ως εκείνη τη στιγμή: τον αποδιώχνει και τώρα μπορεί να γίνει σε βάρος του κάθε είδος εχθρικής ενέργειας». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 9.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να δούμε την κρίση που βιώνουμε μέσα από τους όρους της ιστορικής της εξέλιξης και όχι μέσα από μία ηθικολογική προοπτική, πρέπει να εξετάσουμε κριτικά την ίδια την ηθική που μας έχει διαμορφώσει και μας επιβάλλεται ταυτόχρονα είτε ως αφηρημένη ηθικολογία (πολιτικός λόγος) είτε ως μαθηματικοποιημένη επιστήμη (οικονομική επιστήμη) μέσα από σχέσεις γνώσης, εξουσίας, ηθικής. Ο Schäuble, μιμούμενος τον Πάγκαλο, έθεσε το διακύβευμα με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια: «Υπάρχει πρόβλημα νοοτροπίας στην Ελλάδα» (12.2.2012). Η αλλαγή αυτής ακριβώς της νοοτροπίας («να μας βάλουν μυαλό»), η αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο υποκειμενοποίησης, είναι το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η σύγχρονη διακυβέρνηση (η ετυμολογία είναι και πάλι διαφωτιστική: gouverner + mentalité)· σε αυτό έγκειται το νεοφιλελεύθερο πείραμα της παγκοσμιοποίησης. Πώς μπορεί να επιβληθεί η δυτική ορθολογικότητα σε παγκόσμια κλίμακα; Πώς μπορεί να κατασκευαστούν «έμπιστα» οικουμενικά υποκείμενα στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς; Πώς μπορεί να επιβληθεί παντού με το μικρότερο δυνατό κόστος η δυτική μνημοτεχνική και η εργαλειακή της ορθολογικότητα;
Η ηθικολογία είναι το πρόσχημα και το σχήμα της δυτικής ρητορικής και πρακτικής. Ωστόσο, μία γενεαλογική κριτική αυτού του σχήματος σκέψης μπορεί και οφείλει να αναδείξει τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες αυτού του εγχειρήματος στην πράξη. Αν στο παρελθόν σφραγιζόταν το σώμα του καταδίκου, σήμερα σφραγίζονται οι επιταγές του· αν άλλοτε ακρωτηριαζόταν ένα μέλος του σώματός του, σήμερα κουρεύονται τα ομόλογά του. Οι συνέπειες της νεωτερικής και μετανεωτερικής μνημοτεχνικής είναι εξίσου επώδυνες τόσο για το ατομικό όσο και για το κοινωνικό σώμα. Απέναντι στους φίλους της ελευθερίας (φιλ-ελεύθεροι), οι οποίοι αρέσκονται να αυτοαναιρούνται διακηρύσσοντας ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική ή ότι όλοι πρέπει να υπαχθούν στη Λογική και στην Αλήθεια του μονοδρόμου, αν θέλουμε να απαντήσουμε δημιουργικά και ριζοσπαστικά στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, στο ερώτημα υπεράσπισης της κοινωνίας και επανεπινόησης της δημοκρατίας, οφείλουμε να αμφισβητήσουμε την κυρίαρχη πολιτική οικονομία της Αλήθειας και την ηθικολογία που μεταχειρίζεται, για να κατασκευάσει πειθαρχημένα και ελεγχόμενα πολιτικά υποκείμενα. Άλλωστε, ήδη ένας άλλος «καταραμένος Γερμανός» είχε τονίσει πριν από τον Nietzsche την ανάγκη κριτικής της Θεολογίας και της ηθικολογίας της ως απαραίτητη προϋπόθεση της κριτικής της Πολιτικής και της οικονομικής λογικής της: «Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος» (K. Marx, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, σ. 779).

Θ.Λ.
12 Μαΐου 2012

Η μάχη της γλώσσας της καθημερινότητας


Η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη, πόσο μάλλον εκφράσεις που επαναλαμβάνονται κατά κόρον στην καθημερινότητα με την μορφή προτροπής ή ευχής. Αυτές οι κοινότοπες εκφράσεις είναι δείκτες της ψυχικής δομής και της κουλτούρας των μελών μιας κοινωνίας. Μας δείχνουν ανάγλυφα τα συναισθήματα, τα πάθη και τις αγωνίες τους, τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους, τις εμμονές και τις αυταπάτες τους, τις σκέψεις και το πνεύμα τους. Ταυτόχρονα, η γλώσσα, πέρα από το ότι συνιστά έκφραση, παράγει σημασίες και νοήματα, δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις, ασκεί βιοεξουσία, αποτελεί προνομιακό πεδίο άσκησης βιοπολιτικής. Μ' αυτή την έννοια, η γλώσσα της καθημερινότητας και η κουλτούρα εν γένει είναι ένα πεδίο μάχης, ένα πεδίο διαρκούς ανταγωνισμού. Η επικράτηση συγκεκριμένων εκφράσεων έναντι άλλων δεν θα έπρεπε να μας αφήνει αδιάφορους, όλους εμάς που αρνούμαστε την υπάρχουσα ζοφερή κατάσταση των πραγμάτων.
Μετά από αυτή τη μικρή εισαγωγή, ας περάσουμε στις συγκεκριμένες εκφράσεις που θα μας απασχολήσουν: «να περνάς/άμε/άτε καλά» και «να είσαι/είμαστε/είστε καλά στην υγεία σου/μας/σας πάνω απ' όλα». Η πρώτη έκφραση ήταν μέχρι πρότινος κυρίαρχη στην ελληνική κοινωνία. Ήταν μόνιμη επωδός της δεκαετίας του ΄90 και του πρώτου μισού των '00ς. Αντιστοιχούσε σε μια διαταξική (κάθε τάξη ανάλογα με την ισχύ της σε χρήμα, σε κύρος και σε άλλα συμβολικά προνόμια) κουλτούρα ατομικισμού, κυνισμού, ελευθερίας χωρίς όρια, ηδονισμού, καταναλωτισμού, πλαστής ευμάρειας, ψευδοευδαιμονισμού, απατηλής λάμψης της ματαιοδοξίας και ατέλειωτου φαν. Σε μια περίοδο όπου το Άτομο και τα θέλω του ήταν παντοδύναμα. Σχεδόν τίποτα δεν μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Όποιος είχε ηθικούς ή άλλους ενδοιασμούς, όποιος «πήγαινε με το σταυρό στο χέρι», όποιος απόκλινε έμπρακτα από το μέσο κοινωνικό όρο ήταν «ο μαλάκας» της υπόθεσης, «ο αφελής», «το κορόιδο», «ο περίεργος», «ο αντικοινωνικός». Τα τελευταία χρόνια όμως, και ειδικά μ.Κ. (μετά την Κρίση), μετά δηλαδή από την θεαματική κατεδάφιση του greek dream, μια κρίσιμη μετατόπιση έλαβε χώρα. Αυτό που ακούγεται διαρκώς από ολοένα και περισσότερα χείλη, και μάλιστα από ανθρώπους όλων των ηλικιών και των τάξεων, από ανθρώπους που δεν έχουν απαραίτητα την εμπειρία μιας ασθένειας είτε άμεση είτε έμμεση (στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον τους), είναι το δεύτερο. Η υγεία, η εύρυθμη βιολογική λειτουργία ανεβαίνει στο θρόνο του υπέρτατου αγαθού, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υποχώρησαν ο ατομικισμός και ο κυνισμός, ή η δίψα για εύκολο χρήμα. «Να 'χουμε την υγειά μας, και όλα τ' άλλα είναι δευτερεύοντα». Η περιστολή και αναγωγή της ζωής στα απλά βιολογικά της δεδομένα, η ζωή ως βιολογία, η γυμνή ζωή. Υγιείς πνεύμονες, υγιή συκώτια, υγιή στομάχια, υγιείς μήτρες. Το πώς ζει κανείς τη ζωή του, η βιωμένη εμπειρία του, οι αξίες και οι αρχές του δεν έχουν δα και τόση σημασία. Αρκεί να επιβιώνουμε, να μην αρρωσταίνουμε, να μην ψοφάμε. Αυτή είναι η αγωνία μας. Ακόμα και ριζοσπάστες θα γράψουν τον Δεκέμβρη του '08: «ΥΓΕΙΑ - ΚΑΥΛΑ - ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ».
Πώς όμως εξηγείται αυτό; Αναμφίβολα, σημαντικό ρόλο έχουν παίξει τόσο η αύξηση των θανατηφόρων και μη ασθενειών που σχετίζεται άμεσα με τον σύγχρονο, δυτικό τρόπο ζωής όσο και όλη αυτή η δυτική ψύχωση με τον υγιεινισμό, η αδιάκοπη παραγωγή καθεστώτων αληθείας περί υγείας, περί κανονικού και παθολογικού. Τα παραπάνω όμως έχουν θέσει το πολιτισμικό πλαίσιο, έχουν στρώσει το έδαφος, έχουν λειάνει τις υποδοχές. Κάτι άλλο βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, βαθύτερα, στην ψυχική δομή της ελληνικής κοινωνίας, κάτι που έβαλε σε δεύτερη μοίρα την «ευζωία» και ανέδειξε σε υπέρτατο άρχοντα τη γυμνή ζωή. Είναι ο καταποντισμός των προσδοκιών, η αίσθηση ανημπόριας, ματαιότητας και ζόφου, η επιβεβλημένη στέρηση και λιτότητα, η γενίκευση της ανασφάλειας (όχι μόνο εργασιακής) και της απελπισίας, ο ηθικός πανικός που προκαλεί η συστηματική τρομοκρατία των υπαλλήλων της καπιταλιστικής διακυβέρνησης στα δελτία των 8 και στις φυλλάδες και η διαρκώς επαπειλούμενη χρεοκοπία, η νοσταλγία του παρελθόντος, η υποθήκευση του παρόντος και η ανυπαρξία προοπτικής για το μέλλον. Αυτή η πτώση δεν θα μπορούσε παρά να έχει και το γλωσσικό της αντίστοιχο, το οποίο με τη σειρά του όσο περισσότερο κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα τόσο πιο βαθιά εισέρχεται στο συλλογικό ασυνείδητο και εγκλωβίζει το φαντασιακό. Ο περί υγείας καθημερινός λόγος δεν είναι λοιπόν παρά προϊόν και ταυτόχρονα παραγωγός βιοπολιτικής!
Η έκφραση «την υγειά μας να 'χουμε πρώτα απ' όλα» ως μόνιμη επωδός είναι το αντίστοιχο της φτωχοποίησης σε ψυχολογικό επίπεδο. Όπως η γενίκευση της φτώχειας είναι το όπλο του Κυρίαρχου σε υλικό επίπεδο, το πολεμικό εργαλείο που χρησιμοποιεί για να ασχολούμαστε μονάχα με την επιβίωσή μας, για να πετύχει την καταστροφή των δυνατοτήτων μας και την εξόντωσή μας, εν τέλει για να στήσει ανάχωμα στην επερχόμενη επανάσταση, έτσι και η γενίκευση του «πάνω απ' όλα η υγεία μας» είναι η ήττα μας σε επίπεδο ψυχολογίας και ηθικού, η αποδοχή της μοίρας μας. Και όπως ξέρουμε από την τέχνη του πολέμου, όταν υστερούμε σε ηθικό από τον αντίπαλο η συντριβή είναι αναπότρεπτη. Η διασπορά της έκφρασης αυτής λοιπόν καταδεικνύει την εσωτερίκευση του φόβου και της ανασφάλειας, την έλλειψη ελπίδας, μια μεμψιμοιρία, μια ματαίωση και ένα υπαρξιακό αδιέξοδο. Η τυχούσα επικράτησή της στις γραμμές των υποτελών του 21ου αιώνα θα είναι μια φοβερή πολιτισμική και υπαρξιακή οπισθοχώρηση, μια άνευ όρων παράδοση, μια συντριπτική νίκη των δυνάμεων της προληπτικής αντεπανάστασης. Γιατί όποιος καταφεύγει στην υγεία ως ultimum refugium, όποια ιεροποιεί τη γυμνή ζωή, όποιος εξισώνει τη ζωή με τη βιολογία και όποια σκέφτεται διαρκώς τον θάνατο (όχι βέβαια με έναν τρόπο φιλοσοφικό και υπαρξιακό αλλά με έναν τρόπο ευτελή, ανάγοντάς τον σε απλό βιολογικό δεδομένο), δεν μπορεί να ζήσει, να ερωτευθεί, να εξεγερθεί, να μοιραστεί, να αφοσιωθεί, να εμπιστευθεί, να συμπαρασταθεί, να γλεντήσει, να επαναστατήσει. Ζωή χωρίς θάνατο δεν υπάρχει, αλλά ο θάνατος χωρίς ζωή είναι πιο τραγικός από τον θάνατο που έζησε τη ζωή του με τόλμη και με πάθος, με ελευθερία σκέψης και δημιουργικό ανυπότακτο πράττειν.

Να βγάλουμε το πτώμα απ' το στόμα μας πριν σαπίσει!
Να απενεργοποιήσουμε τους μηχανισμούς της βιοπολιτικής διαχείρισης!
Να ανακτήσουμε την χαμένη μας αυτοπεποίθηση! Να ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «καλή δύναμη» και «φτου ξελευθερία»!
Η καθημερινή γλώσσα και οι καθημερινές βιωματικές πρακτικές μας μπορούν να γίνουν ζωντανός πλούτος, και γι' αυτό όπλα στον πόλεμο που μαίνεται!

λάμπε ρατ
ιούλιος 2013

Ανακοίνωση απεργίας πείνας του αναρχικού όμηρου του κράτους Κώστα Σακκά



Στις 4/12/10 συλλαμβάνομαι μαζί με τον σύντροφο Αλέξανδρο Μητρούσια στη Νέα Σμύρνη εξερχόμενος από ενοικιαζόμενη αποθήκη, στο εσωτερικό της οποίας βρίσκεται οπλισμός.
Έχω παραδεχτεί από την πρώτη στιγμή τη σχέση μου με τον χώρο αυτό, όπως επίσης και με τα όπλα που βρέθηκαν. Έχω δηλώσει από την πρώτη στιγμή ότι είμαι αναρχικός και ότι η παρουσία μου στον συγκεκριμένο χώρο σχετίζεται με την πολιτική μου ταυτότητα και τις επιλογές που αυτή συνεπάγεται.

Στις 7/12/10 οδηγούμαι στην αρμόδια ανακρίτρια και προφυλακίζομαι με την κατηγορία της συμμετοχής σε άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση και για διακεκριμένη οπλοκατοχή.
Στις 12/4/11 και ενώ είμαι ήδη πάνω από τέσσερις μήνες κρατούμενος στις φυλακές Ναυπλίου, καλούμαι εκ νέου από τους ανακριτές Μπαλτά, Μόκκα και χωρίς να έχει προκύψει κανένα καινούργιο στοιχείο, χωρίς να έχει υπάρξει καν εξέλιξη κάποιας έρευνας, προφυλακίζομαι για συμμετοχή στην ε.ο. ΣΠΦ. Αυτό έγινε προφανώς αντιλαμβανόμενοι οι κύριοι ανακριτές πως δεν θα μπορούσε να σταθεί σε μία δικαστική αίθουσα η κατηγορία της συμμετοχής σε μία οργάνωση η οποία στο ενεργητικό της δεν έχει καμία δράση, στην κατοχή των μελών της δεν υπάρχουν βόμβες, προκηρύξεις, χρησιμοποιημένα όπλα, μία οργάνωση που δεν έχει ούτε καν όνομα.
Έχω ξεκαθαρίσει στο παρελθόν –όπως και η ίδια η ε.ο. ΣΠΦ από τη μεριά της– πως δεν είμαι μέλος της εν λόγω οργάνωσης. Δεν το έκανα για να αποφύγω την εκδικητική, κατασταλτική οδύσσεια που επιφυλάσσει η αστική δικαιοσύνη σε όποιον κατηγορείται ως μέλος της, αλλά πολύ απλά γιατί έτσι είναι. Όφειλα να το ξεκαθαρίσω για την αληθή ιστορική καταγραφή. Τόσο για μένα τον ίδιο, όσο και για την ε.ο. ΣΠΦ.
Η αρχική κατηγορία της ένταξης σε άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση που αποδόθηκε τόσο σε μένα και τους δύο συντρόφους μου (Μητρούσια, Καραγιαννίδη) όσο και στα υπόλοιπα άτομα που συνελήφθησαν στην ίδια επιχείρηση –παρόλο που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση– αποτέλεσε κορύφωση των πολιτικών σκοπιμοτήτων που εξυπηρετήθηκαν από τη ΔΑΕΕΒ εκείνη την περίοδο για λογαριασμό του τότε υπουργού δημοσίας τάξης Χρήστου Παπουτσή, που επιθυμούσε –όπως όλοι οι ομόλογοι του άλλωστε– πάση θυσία την εξάρθρωση τρομοκρατικής οργάνωσης επί των ημερών του. Είναι γνωστό, πως ο εν λόγω υπουργός είχε άμεση εποπτεία της επιχείρησης και μάλιστα αξιολόγησε ο ίδιος τα δεδομένα που του μετέφερε η αντιτρομοκρατική και τέλος έδωσε την εντολή να γίνουν οι συλλήψεις. Όποιος παρακολουθούσε τα καθεστωτικά μέσα εκείνες τις μέρες θα θυμάται τα σενάρια και τις εκτιμήσεις διάφορων δημοσιογραφικών παπαγάλων για το ποιας οργάνωσης μέλη μπορεί να είμαστε, τι σκοπεύαμε να κάνουμε κλπ. τα οποία προφανώς τροφοδοτούσε η ΔΑΕΕΒ, μέχρι φυσικά να βγουν τα αποτελέσματα των βαλλιστικών εξετάσεων και να το βουλώσουν... Αργότερα ο κύριος Παπουτσής, στην προσπάθεια του να απολογηθεί για το φιάσκο, δίνοντας συνέντευξη σε γνωστό περιοδικό δήλωσε πως τον «κορόιδεψε η αντιτρομοκρατική υπηρεσία»(!).
Στις 6/4 του ’12, υπόδικος ακόμα και πλησιάζοντας στη λήξη του 18μηνου (μέγιστο όριο κράτησης βάση του νόμου), προφυλακίζομαι εκ νέου για τη διάπραξη 160 εμπρηστικών και βομβιστικών ενεργειών, την ευθύνη των οποίων έχει αναλάβει η οργάνωση ΣΠΦ. Χαρακτηριστικό είναι πως στη συγκεκριμένη δικογραφία, όχι μόνο δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο εις βάρος μου –δεν μπήκαν καν στον κόπο να κατασκευάσουν αυτή τη φορά– αλλά δεν γίνεται και κάποια αναφορά στο άτομο μου, παρά μόνο στην επίδοση του κατηγορητηρίου. Είναι μία δικογραφία που χωρίς υπερβολή θα μπορούσε με την λογική που χαρακτηρίζει τους εγκάθετους ανακριτές Μπαλτά - Μόκκα, να επιδοθεί στον καθένα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό και έκδηλο της σκοπιμότητας αυτής της δίωξης πως οι κύριοι ανακριτές είχαν στα χέρια τους την συγκεκριμένη δικογραφία από την πρώτη στιγμή της σύλληψης μου, γεγονός που τους υποχρέωνε –βάση του νόμου πάντα– να μου επιδοθεί μαζί με την πρώτη δικογραφία. Δηλαδή με λίγα λόγια οι κύριοι αυτοί με προφυλάκισαν με την κατηγορία της ένταξης στην ίδια οργάνωση δύο φορές διαδοχικά(!).
Σήμερα, όντας υπόδικος 2,5 χρόνια ουσιαστικά για απλή οπλοκατοχή (διακεκριμένη οπλοκατοχή διευκρινιστικά και μόνο σημαίνει πως τα όπλα που κατέχει κάποιος, προορίζονται είτε για εμπόριο, είτε για τροφοδότηση τρομοκρατικής οργάνωσης, κάτι το οποίο ούτε προκύπτει, ούτε το αποδέχομαι), οι κύριοι θεσμικά υπερασπιστές της δικαιοσύνης και του νόμου οι οποίοι κρατούν εμένα επειδή τον παραβίασα, αποφάσισαν να παραβλέψουν ακόμα και το σύνταγμα τους –το οποίο ορίζει κάθε επόμενη της πρώτης προφυλάκισης ως μέγιστο όριο τους 12 μήνες– αφού δεν τους αρκεί για να εξυπηρετήσουν την πολιτική τους ηγεσία και να με κρατήσουν ακόμα έξι μήνες όμηρο.
Ουσιαστικά, οι εξοντωτικές προφυλακίσεις που επιβάλουν μία παρατεταμένη συνθήκη αιχμαλωσίας, αποτελεί αντιστάθμισμα για τα σαθρά και πρόχειρα μαγειρεμένα κατηγορητήρια, τα οποία ότι και να κάνουν, αδυνατούν να αποτρέψουν το «ξεφούσκωμα» τους στις δικαστικές αίθουσες παρά το ειδικό καθεστώς που τις χαρακτηρίζει (από κάθε άποψη). Όποιος έχει περάσει απ’ αυτές έστω και για λίγο, το γνωρίζει αυτό πολύ καλά.
Είναι ξεκάθαρη πλέον η τακτική τους και προδίδει την εκδικητική τους σκοπιμότητα. Ναι είναι αλήθεια, το κράτος εκδικείται τους πολιτικούς του αντιπάλους. Τους εκδικείται αλλά ποτέ δεν τους αναγνωρίζει. Ποτέ δεν το έκανε άλλωστε. Πράκτορες και προδότες τότε, τρομοκράτες και εχθρός της κοινωνίας τώρα.
Είναι γεγονός πως το πολιτικό σύστημα, διανύει μεταπολιτευτικά την κρισιμότερη και ασταθέστερη περίοδο, εξαιτίας των εγχώριων συνεπειών της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Είναι επίσης γεγονός πως η καταστολή και γενικά η αυταρχική στάση του κράτους, είναι το «τελευταίο χαρτί» που έχει στα χέρια του, προκειμένου να διασφαλίσει την υποτελή κοινωνική ειρήνη και το να αποτρέψει, η γενικευμένη αντίδραση να εκφραστεί με οργανωμένες και ουσιαστικότερες εξεγερτικές μορφές.
Ο ίδιος ο υπουργός οικονομικών έχει ομολογήσει πως πρώτη φορά καλείται κυβέρνηση να εφαρμόσει τόσο ακραία μέτρα σε περίοδο ειρήνης.
Οι νόμοι οι οποίοι ανέκαθεν εκφράζανε τη βούληση των ισχυρών, σήμερα δεν αρκούν για τους πολιτικούς εκπροσώπους του συστήματος μπροστά σ’ αυτά που καλούνται να διεκπεραιώσουν υπηρετώντας το.
Έχοντας την άποψη και την θέση πως ο δρόμος για την ατομική-συλλογική ελευθερία είναι γεμάτος από αγώνα και αντίσταση, αποφάσισα από την Τρίτη 4/6, να προχωρήσω σε απεργία πείνας· ημερομηνία που με το ισχύον νομικό καθεστώς, λήγει το μέγιστο όριο προφυλάκισης μου. Διευκρινίζω πως για μένα η επιλογή του να προχωρήσω σε απεργία πείνας, δεν αποτελεί κίνηση απελπισίας, αλλά επιλογή συνέχισης του αγώνα. Ενός αγώνα που δίνουμε από την πρώτη στιγμή της αιχμαλωσίας μας εγώ και οι σύντροφοί μου, αντιστεκόμενοι σε μία δίχως προηγούμενο εκδικητική αντιμετώπιση από τους δικαστικούς μηχανισμούς, οι οποίοι αποφάσισαν για την περίπτωση μας να κάνουν ένα διάλειμμα από τα εισπρακτικά τους καθήκοντα, προκειμένου να υπερασπιστούν την κοινωνία από τους υποτιθέμενους εχθρούς της και τους νόμους από τους παραβάτες τους. Είναι οι ίδιοι μηχανισμοί και οι ίδιοι άνθρωποι πίσω απ’ αυτούς, που αποτελούν τους φυσικούς αυτουργούς της νομιμότητας των επιστρατεύσεων των απεργών, των χιλιάδων πλειστηριασμών και αστέγων, της κατάργησης των εργασιακών διεκδικήσεων, των απολυμένων, της κατάργησης των κοινωνικών παροχών, των χιλιάδων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, των εκατοντάδων αυτόχειρων κάθε χρόνο που βάζουν τέλος στη ζωή τους επειδή αδυνατούν να ανταπεξέλθουν αξιοπρεπώς, της νομιμότητας των στοιβαγμένων ανθρώπων σε στρατόπεδα χαρακτηρίζοντας τους ως λαθραίους. Είναι οι φυσικοί αυτουργοί της νομιμότητας των βασανιστηρίων και των ξυλοδαρμών στα αστυνομικά τμήματα, των τυχαίων εκπυρσοκροτήσεων, της φίμωσης των αντικαθεστωτικών μέσων πληροφόρησης...
Είναι οι φυσικοί αυτουργοί της δημιουργίας μίας κοινωνίας νεκροταφείο στο όνομα του νόμου.
Είναι οι φυσικοί αυτουργοί της δημιουργίας μίας κοινωνίας νεκροταφείο αν χρειαστεί ακόμα και εκτός νόμου...
Βουτηγμένοι στην υποκρισία και την αθλιότητα, κατάπτυστοι τόσο για τους θιασώτες της αστικής δικαιοσύνης, όσο και για τους επικριτές και τους ιδεολογικούς εχθρούς της.

«Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές (...) Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής». – Πάμπλο Νερούντα

Σακκάς Κώστας
Α' πτέρυγα Κορυδαλλού

Περισσότερες πληροφορίες για τις δράσεις αλληλεγγύης και τα κείμενα συμπαράστασης: https://athens.indymedia.org/

Μαύρη οθόνη


Taco

Το καλοκαίρι του 1952 ο Guy Debord παρουσίασε μια ταινία που συνδύαζε τη φωνή με τη σιωπή πάνω σε μια οθόνη άλλοτε λευκή και άλλοτε μαύρη. Η πρώτη προβολή του φιλμ υπήρξε, όπως μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό σήμερα, ταραχώδης. Ένας κινηματογράφος χωρίς εικόνες, και μάλιστα χωρίς ήχο, είναι προφανώς ένα οριακό εγχείρημα, κάτι που δεν είναι καν βέβαιο ότι μπορεί να ονομάζεται κινηματογράφος. Διαμέσου της προβολής της στη σκοτεινή αίθουσα, η ταινία (;) ανακοινώνει με κινηματογραφική μορφή το τέλος του κινηματογράφου. Επρόκειτο για μια αρκετά αισιόδοξη, αν κριθεί από την προοπτική θέση του σήμερα, χειρονομία εξόδου από την κατάσταση της ενατένισης, η οποία συνιστά το παραληρηματικό, αν και παθητικό, κέντρο του θεαματικού κόσμου[1]. Εδώ δεν τίθεται το πρόβλημα της «ποιότητας» του κινηματογραφικού έργου -τι σημαίνει καλή ή κακή ταινία- αλλά ο ίδιος ο κινηματογράφος ως πρόβλημα. Η εξέγερση του κοινού μπροστά στη μαύρη σιωπηλή οθόνη αυτής της μη-ταινίας συνιστούσε κατά κάποιον τρόπο, την προσωρινή αυτοακύρωσή του ως κοινού.
Όλα αυτά είναι βέβαια ήδη πάρα πολύ παλιά, η «κοινωνία του θεάματος» είναι εδώ και δεκαετίες μια αφόρητη κοινοτοπία και τα Ουρλιαχτά για χάρη του Sade καταχωρήθηκαν εν τέλει ως μια ταινία του Debord[2]. Ο χρόνος που πέρασε από τότε ήταν αυτός της διαρκούς ενίσχυσης του βασιλείου της οθόνης, η οποία έχει προ πολλού εξέλθει από την κάπως αρχαϊκή πια σκοτεινή αίθουσα για να υπαγάγει στο καθεστώς της μια τεράστια περιοχή κοινωνικών σχέσεων. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι περίπου ο καθένας σήμερα φέρει διαρκώς πάνω του μια οθόνη που χωράει στην τσέπη. Και επειδή ο φετιχισμός όταν δεν είναι αυτονόητος -και άρα ασύλληπτος ως τέτοιος- καραδοκεί, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί πως το κρίσιμο δεν είναι αυτή η ίδια η συσκευή, αλλά όλος εκείνος ο κόσμος για τον οποίο αυτή η συσκευή είναι απολύτως απαραίτητη. Ο κόσμος μας.
Είναι σ’ αυτόν τον κόσμο, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 11ης Ιουνίου 2013, που επέστρεψε η μαύρη οθόνη. Το κλείσιμο της κρατικής τηλεόρασης από το κράτος προκάλεσε έντονη ταραχή και μια διάχυτη αγανάκτηση αισθητή σε ολόκληρη την επικράτεια αλλά και στο επίπεδο της κυβέρνησης, ως απειλή για τη συνοχή της. Αν όμως ο εξτρεμισμός των αρχών της δεκαετίας του 1950 παρήγαγε τη σκοτεινή οθόνη ως ένα, ας μου επιτραπεί ο όρος, θετικό κατώφλι εξόδου από τη συνθήκη τη ενατένισης, οι θεατές του 2013 -πιθανότατα και εκείνοι του 1952- την αντιμετώπισαν ως μια πραγματικότητα καθαρά αρνητική, δηλαδή ως διακοπή εκείνου που δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται. Με την υποχώρηση του ορίζοντα ξεπεράσματος του υπάρχοντος κόσμου, η κριτική αιχμή του παρελθόντος επανέρχεται μορφικά ως προϊόν της δράσης μπάτσων και τεχνικών του κράτους.
Πώς πρέπει όμως να αποτιμηθεί το γεγονός ότι είναι οι μπάτσοι αυτοί που κόβουν το σήμα εκπομπής της κρατικής τηλεόρασης; Οπωσδήποτε, δεν πρόκειται για κάποια διαλεκτική πανουργία που τοποθετεί κάπως αργοπορημένα την αστυνομία στη θέση της πολιτισμικής πρωτοπορίας. Αν το κράτος επαναλαμβάνει την πρακτική του Debord είναι γιατί το εγχείρημα εντός του οποίου αυτή έβρισκε την κόψη της εξαντλήθηκε. Οι θεατές σήμερα διεκδικούν το δικαίωμά τους να καταναλώνουν τον λόγο του κράτους και ένας απ’ τους σοβαρότερους αντιπάλους της κυβέρνησης υποστήριξε, αναφερόμενος στη μαύρη οθόνη, ότι «…στα σύγχρονα κράτη το δικαίωμα στην πληροφόρηση των πολιτών προϋποθέτει την παρουσία του κράτους στον χώρο της ενημέρωσης»[3]. Ένας κατ’ εξοχήν αρμόδιος, ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής ένωσης δημοσίων μέσων ενημέρωσης, δήλωσε για το ίδιο ζήτημα πως η μαύρη οθόνη είναι η χειρότερη μορφή λογοκρισίας[4]. «Λογοκρίνοντας» λοιπόν τον εαυτό του, το κράτος αποδεικνύει ότι έχει εγγράψει στο πεδίο του λόγου του κάθε σημαντική αντιπαράθεση για το τι σημαίνει λόγος και ελευθερία. Απ’ αυτή την άποψη, η σύγκρουση για την Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση, για το χαρακτήρα της πανθομολογούμενης ανάγκης «εξυγίανσής» της, είναι σύγκρουση διαφορετικών εκδοχών κρατικής πληροφόρησης. Σ’ αυτή τη μαύρη οθόνη δεν διακυβεύεται το τέλος καμιάς ενατένισης.   
Η έννοια του θεάματος μπορεί να είναι ακόμα χρήσιμη για την κριτική του υπάρχοντος κόσμου υπό τον όρο ότι δεν αναφέρεται αποκλειστικά, ούτε καν κυρίως, στα λεγόμενα μέσα ενημέρωσης, τα οποία αποτελούν μόνο την άμεσα εμφανή, απτή και τετριμμένη όψη του. Η ιλιγγιώδης πλαστικότητα και «πιστότητα» των εικόνων που σήμερα βρίσκονται σχεδόν παντού αναπαριστώντας περίπου τα πάντα, συγκαλύπτει και διασφαλίζει ότι τίποτα και κανένας δεν θα υπερβεί στ’ αλήθεια αυτό που ήδη είναι. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο τηλε-θεατές, πράγματι, δεν «χάνεται ο κόσμος» με τρία κανάλια λιγότερα[5]. Μέσα στον πληθωρισμό των μέσων παραγωγής και κυκλοφορίας πληροφοριών, η απώλεια ενός τμήματος του μηχανισμού συγκρότησης του λόγου του κράτους καθίσταται γι’ αυτούς που κυβερνούν μια ανεκτή, αν και κάπως επώδυνη, επιλογή.
Η ταραχή και η αγωνία που προκάλεσε η μαύρη οθόνη της κρατικής τηλεόρασης συνδέθηκε εξ αρχής με το ζήτημα της δημοκρατίας. Ο συντριπτικά κυρίαρχος συνειρμός ήταν αυτός μιας νέας «χούντας»[6]. Εφόσον η παύση εκπομπής των κρατικών καναλιών αποτελεί αυτονόητα ένα σημαντικό «πλήγμα για τη δημοκρατία», έπεται πως ένα απ’ τα σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της δημοκρατίας είναι η διαρκής ροή πληροφοριών των κρατικών καναλιών. Η λέξη χούντα, η οποία παραπέμπει στην επέμβαση του στρατού, έρχεται στην επιφάνεια για να δηλώσει καθαρά τον αντίποδα της δημοκρατίας. Αυτό που απωθείται, κατ’ αυτό τον τρόπο, είναι το γεγονός πως η τηλεόραση στην Ελλάδα υπήρξε εξ αρχής συνδεδεμένη με το στρατό[7]. Πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και αρκετά χρόνια μετά την πτώση της χούντας[8].
Το γεγονός ότι το κράτος και στη στρατιωτική αλλά και στην αστική δημοκρατική εκδοχή του στηρίχτηκε και αξιοποίησε τη φλύαρη οθόνη, δεν ακυρώνει καθόλου τη βία της τωρινής διακοπής. Αυτό που είναι κρίσιμο, ωστόσο, είναι να αναγνωριστεί εναργώς ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της. Πρόκειται για τη βία μιας αναδιάρθρωσης η οποία αντιστοιχεί στην τρέχουσα συνθήκη της ταξικής πάλης και που, οπωσδήποτε, δεν αποτελεί την πιο άγρια εκδοχή της. Η οικονομική ορθολογικότητα στην οποία λογοδοτεί η ακαριαία απόλυση χιλιάδων ανθρώπων και η άμεση παύση δραστηριοτήτων αποτελεί κοινοτοπία για κάθε «κανονική» επιχείρηση στον πλανήτη γη. Αυτό που επισφράγισε η εμφάνιση της μαύρης οθόνης ήταν ο τερματισμός εκείνης της συνθήκης που επέτρεπε σε ορισμένες επιχειρήσεις και εργαζόμενους να θεωρούν (βάσιμα) πως εξαιρούνται από αυτή την «κανονικότητα».
Όσο «κρίσιμος» και «νευραλγικός» και αν θεωρηθεί ο ρόλος ενός κρατικού μηχανισμού παραγωγής λόγου, όταν αυτό που διακυβεύεται είναι η θέση, η συνοχή και η μορφή του κράτους συνολικά, τότε έρχεται στην επιφάνεια η απλή αλήθεια ότι η κρατική τηλεόραση υπάρχει για το κράτος και όχι το κράτος για την κρατική τηλεόραση. Το αφεντικό της τηλεόρασης, όπως συμβαίνει γενικά με τα αφεντικά, μπορεί και να την κλείσει. Και επειδή πρόκειται για το κράτος, δεν πρέπει να  ξεχνιέται ποτέ πως για να επιβάλει την τάξη του μπορεί να κινητοποιήσει και την αστυνομία (και το στρατό).
Αυτό που κυριαρχεί στις αντιδράσεις για το κλείσιμο της ΕΡΤ είναι το σοκ μπροστά στη διάλυση της προηγούμενης γενικής μορφής της σχέσης μεταξύ ελληνικής κοινωνίας και κράτους. Απ’ αυτή την άποψη, οι τωρινές κινητοποιήσεις εγγράφονται στον ίδιο «κύκλο» με εκείνες της πλατείας Συντάγματος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού των «Αγανακτισμένων» (2011). Μπροστά στα μάτια όλων θρυμματίζεται ραγδαία εκείνος ο θεωρούμενος ως ακλόνητος βράχος της κοινωνικής αναπαραγωγής που ονομαζόταν «δουλειά στο Δημόσιο». Ακόμα και οι φανατικότεροι καταναλωτές αυταπατών -και η απροσποίητη ταραχή των δημοσιογράφων της ΕΡΤ μπροστά σ’ αυτό που συνέβαινε το βράδυ της 11ης Ιούνη δείχνει πως εκείνοι που τις πουλάνε τις αγοράζουν κιόλας- εξωθούνται να συνειδητοποιήσουν με οδυνηρό τρόπο πως δεν πρόκειται πια για βράχο αλλά μάλλον για κινούμενη άμμο, πως το κράτος δεν είναι πια ο βρέξει-χιονίσει προστάτης εκείνων που κατόρθωσαν εξασφαλίσουν μια θέση στις υπηρεσίες του. Μέσα στη σύγχυση και τη δυσκολία να γίνει αντιληπτό ότι κάτι τέτοιο «πράγματι συμβαίνει σε μας», η μαύρη οθόνη φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που, όταν η ροή των πληροφοριών εξελίσσεται κανονικά, απωθείται ευχάριστα: τη βία του πεταμένου στο δρόμο, τον ορίζοντα του χωρίς εισαγωγικά προλεταριάτου.
Ο χαρακτήρας της εκδηλούμενης από πολλές πλευρές «συμπαράστασης προς την ΕΡΤ» συνιστά, κατά κύριο λόγο, μιαν απελπισμένη προσπάθεια να διασωθεί το όνειρο ενός κράτους που νοιάζεται για τους έλληνες πολίτες. Που τους προσλαμβάνει και δεν τους απολύει, που τους βγάζει στο γυαλί, που τους μιλάει συνεχώς, που τους ακούει, που φτιάχνει και πληρώνει ορχήστρες για να τους παίζει μουσική (κι ας μην την ακούνε), που τους νανουρίζει με τα επιτεύγματα της Ελλάδας (οικονομικά, αθλητικά, πολιτισμικά, αστυνομικά). Η χωρίς δισταγμούς επίθεση του κράτους στην (κρατική) βιτρίνα στην οποία συνέχιζε μέχρι πρότινος να προβάλλεται ασθμαίνοντας η ιδεολογία μιας ουσιαστικά αποσυντεθειμένης κοινωνικής διευθέτησης, μεταστρέφει το όνειρο σε εφιάλτη. Η μαύρη οθόνη είναι το όριο του διανοητού της, ακόμα κυρίαρχης, σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας το οποίο έγινε ορατό.
Οι απολυμένοι-ες της ΕΡΤ, αλλά και η μεγάλη πλειονότητα όσων τους συμπαραστέκονται, προτάσσουν τον κρίσιμο ρόλο της στην υπόθεση του λεγόμενου «πολιτισμού» (του ποιού;), εκείνου του εντελώς ξεφτισμένου label που διακρίνεται από το ότι η κατανάλωσή του στην αγορά συνοδεύεται από διαβεβαιώσεις πως τάχα βρίσκεται εκτός της. Αντιθέτως, σχεδόν κανείς δεν αναφέρεται στον ακατάπαυστο λόγο της κρατικής τηλεόρασης σχετικά με την απειλή που συνιστούν οι «λαθρομετανάστες», οι τοξικοεξαρτημένοι, οι κουκουλοφόροι, οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, για την Ελλάδα, την ελληνική οικογένεια, τη δημόσια υγεία, την εθνική οικονομία. Η ασταμάτητη προβολή και υποστήριξη της στρατιωτικής διαχείρισης του πολυεθνικού προλεταριάτου, των επιχειρήσεων «σκούπα» και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δεν υπάγεται στην κατηγορία του «πολιτισμού». Αυτό είναι απλή, καθημερινή ενημέρωση. «Πολιτισμός» είναι ο Κότσιρας και ο Ράμφος. Αλλά αν υπάρχει κάτι που αξίζει, πράγματι, το όνομα «πολιτισμός των κρατικών μέσων ενημέρωσης», αυτό είναι η ανέφελη, απλή και καθημερινή, συνύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης και καλλιεργημένων ανθρώπων[9].
Το κλείσιμο της κρατικής τηλεόρασης δεν την κάνει λιγότερο άθλια και η απόλυση των εργαζομένων στον τομέα διαμόρφωσης της λεγόμενης κοινής γνώμης δεν καθιστά το μέχρι τώρα έργο τους άξιο υπεράσπισης. Η βία του ακαριαίου χτυπήματος ωθεί γενικά προς μια -κατανοητή αλλά όχι δικαιολογημένη- υπεράσπιση του «λειτουργήματος» του κρατικού διαμορφωτή της κοινής γνώμης. Παρόλα αυτά, φέρει εντός της και μια, οπωσδήποτε ασθενή, δυνατότητα συνάντησης με ό,τι μέχρι πρότινος δεν ήταν παρά αντικείμενο εργασίας, εφόσον αίρει το προνόμιο της οχύρωσης που επιτρέπει στο δημοσιογράφο να αναφέρεται στη βία που υφίστανται οι άλλοι χωρίς να την υφίσταται ο ίδιος. Η επίτευξη μιας τέτοιας συνάντησης συνιστά έναν αναγκαίο, αλλά όχι επαρκή, όρο για το ξεπέρασμα της δημοσιογραφίας.
Είναι δυνατόν σήμερα οι απολυμένοι-ες της ΕΡΤ, ή τέλος πάντων κάποιοι-ες απ’ αυτούς, να αναγνωρίσουν στην κατάστασή τους κάτι κοινό με την κατάσταση όλων εκείνων που σήμερα τσακίζονται και τους οποίους η ΕΡΤ καταχωρεί ως απειλή για την εθνική και κοινωνική ευταξία; Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο χωρίς να ξεχνιέται ή να εξαλείφεται υποκριτικά η απόσταση που χωρίζει αυτούς-ές που δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο αλυσίδες από εκείνους που έχουν ακόμα να χάσουν αρκετά; Πιο συγκεκριμένα, είναι δυνατόν ο σημερινός κλονισμός του βάθρου του παραγωγού κρατικής ιδεολογίας να οδηγήσει στην έμπρακτη (αυτό)κριτική του; Ο,τιδήποτε αξίζει τον κόπο στην περίπτωση της ΕΡΤ βρίσκεται στον ορίζοντα μιας καταφατικής, μάλλον απίθανης, απάντησης σ’ αυτά τα ερωτήματα.  

Taco 17-06-2013


[1] Η έννοια του θεάματος δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα. Όπως πάντα, η ενασχόληση με το παρελθόν γίνεται από τη θέση του παρόντος, στο οποίο είναι γνωστά εκείνα που συνέβησαν μετά απ’ το παρελθόν που μας απασχολεί.
[2] Είναι μάλιστα η πρώτη ταινία του, όχι η τελευταία και οπωσδήποτε όχι η τελευταία του σινεμά.
[3] Δημήτρης Χριστόπουλος, «Το συμβάν της 11ης Ιουνίου 2013 αφορά όλους τους Ευρωπαίους δημοκράτες: Η Ελλάδα χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση», Χρόνος: online περιοδικό με αφετηρία την Ελλάδα, τεύχος 2, Ιούνιος 2013, σ. 1, στο http://www.chronosmag.eu/index.php/spls-s-11-2013-f-l-p-e.html, προσβάσιμο στις 13-06-2013. 
[4] Jean-Paul Philippot,  πρόεδρος του European Broadcasting Union, δήλωση στις 12-06-2013, στο http://www3.ebu.ch/cms/en/sites/ebu/contents/news/2013/06/ebu-president-brands-ert-closure.html, προσβάσιμο στις 13-06-2013.
[5] Πρόκειται για την ΕΤ1, τη ΝΕΤ και την ΕΤ3.
[6] Ο διασκεδαστής Γ. Ζουγανέλης, ευρισκόμενος στο στούντιο της ΝΕΤ λίγα λεπτά πριν «πέσει» το σήμα της κρατικής τηλεόρασης, συνέδεσε άμεσα το γεγονός με κάποιου είδους «χούντα» υποστηρίζοντας ότι η συγκέντρωση που άρχιζε τότε να λαμβάνει χώρα έξω απ’ το κτίριο της ΕΡΤ στη  λεωφόρο Μεσογείων, του θύμισε την ατμόσφαιρα του Πολυτεχνείου. Στην ίδια κατεύθυνση και η Μ. Κωχ, η οποία δήλωσε αργότερα το ίδιο βράδυ ότι είχε την ατυχία στη ζωή της να γνωρίσει δύο χούντες. Επίσης, πολλοί δημοσιογράφοι της ΕΡΤ ανέφεραν πως λάμβαναν συνεχώς τηλεφωνήματα από ανθρώπους που βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές της επικράτειας οι οποίοι ρωτούσαν με αγωνία αν έγινε πραξικόπημα. Τους ίδιους συνειρμούς έκανε και ο Κ. Δουζίνας, αλλά και ο Π. Βόγλης, ενώ η σύνδεση της μαύρης οθόνης με το αντιδημοκρατικό σκοτάδι κατέστη εμφανής στα «μαύρα» πρωτοσέλιδα των γαλλικών εφημερίδων Liberation και Humanité. Βλ. C. Douzinas, «The Loss of ERT, the “Greek BBC”, is a cultural calamity», Guardian, 12-06-2013, στο http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2013/jun/12/ert-greek-state-broadcaster-cultural-calamity   προσβάσιμο στις 15-06-2013· Π. Βόγλης, «Ως εδώ», 15-06-2013, στο http://www.rednotebook.gr/details.php?id=9803, προσβάσιμο στις 16-01-2013· «Σκοτάδι στα εξώφυλλα του γαλλικού τύπου για το λουκέτο στην ΕΡΤ», 13-06-2013, στο http://news.in.gr/world/article/?aid=1231253096.

[7] Ο Αναγκαστικός Νόμος 1663/1951 «Περί εγκαταστάσεως και λειτουργίας Ραδιοφωνικών πομπών των Ενόπλων Δυνάμεων» (ΦΕΚ 32 Ά 27-01-1951) είναι αυτός που προβλέπει και θέτει για πρώτη φορά τους όρους λειτουργίας «Σταθμών Ραδιοφωνίας ή Τηλεοράσεως ή άλλης Ραδιοηλεκτρικής εφαρμογής και κλήσεως». Στην πρώτη παράγραφο του μοναδικού άρθρου του νόμου διατυπώνεται πως επιτρέπεται η «εγκατάστασις και λειτουργία» των ανωτέρω σταθμών από το Γενικό Επιτελείο Εθνική Αμύνης «επί τω σκοπώ της διαφωτίσεως, διαπαιδαγωγήσεως, ψυχαγωγίας και εξυψώσεως, εν γένει του μορφωτικού επιπέδου των Ενόπλων Δυνάμεων, εν πολέμω δε επιπροσθέτως και δια την τόνωσιν του φρονήματος του αγωνιζομένου Έθνους…».
[8] Είναι περιττό να υπενθυμίσουμε πως η δια τηλεοράσεως ψυχαγωγία ενισχύθηκε σημαντικά επί χούντας, είναι όμως αναγκαίο να επισημανθεί πως η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -αρχικά Τηλεόρασις Ενόπλων Δυνάμεων- λειτουργούσε μέχρι και το 1982 (από το 1966), οπότε και μετονομάστηκε σε ΕΡΤ2 φεύγοντας από την ευθύνη του στρατού. Η ΕΡΤ2 έγινε ΕΤ2 το 1987 και το 1997 μετονομάστηκε σε ΝΕΤ.
[9] Προφανώς έχει σημασία η συγκεκριμένη στάση συγκεκριμένων δημοσιογράφων σε  συγκεκριμένα
ζητήματα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνιέται ποτέ ότι όσον αφορά το ευρύτερο επίπεδο του μηχανισμού παραγωγής λόγου οι επιμέρους διαφορές, ακόμα και οι αντιθέσεις, στο βαθμό που δεν είναι παρά διαφορές και αντιθέσεις στο εσωτερικό του μηχανισμού, έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του κύρους του. Το γεγονός ότι στις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης ακόμα και οι μικρές διαφωνίες γίνονται όλο και λιγότερο ανεκτές, δεν ακυρώνει την αλήθεια πως η καλύτερη, για το κράτος, αντιπολίτευση στα έργα του κράτους είναι εκείνη που ασκείται από τα μέσα που είναι επιφορτισμένα με την προβολή του. Έτσι, όταν το απεργιακό φύλλο των δημοσιογράφων Αδέσμευτη Γνώμη, παραθέτει δήλωση της «πρωτοβουλίας διωκόμενων οροθετικών» (παρεμπιπτόντως, τέτοια πρωτοβουλία δεν υπάρχει· αυτή που πράγματι υπάρχει είναι η Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης Διωκόμενων Οροθετικών Γυναικών), σύμφωνα με την οποία η ΝΕΤ δεν συμμετείχε στη διαπόμπευση των 27 οροθετικών γυναικών καθώς παρουσίασε τις φωτογραφίες τους θολές και χωρίς ονόματα, λέει μόνο τη «μισή αλήθεια». Λέει, δηλαδή, κάτι που δεν είναι αλήθεια. Για ένα χαρακτηριστικό δείγμα «πολυπρισματικής» παρουσίασης του διωγμού των οροθετικών γυναικών από την κρατική τηλεόραση (ΕΤ3), βλ.  http://www.youtube.com/watch?v=5qULpcadK_Y. Στο συγκεκριμένο βίντεο, στην οθόνη που βρίσκεται πίσω από τους παρουσιαστές διακρίνονται καθαρά εικόνες «μη-διαπόμπευσης». Ακόμα μία εκδοχή βιοπολιτικής κρατικής δημοσιογραφίας (ΕΤ3 ξανά), βρίσκεται στο http://www.youtube.com/watch?v=A1WDaq1p_q8, ενώ στο http://loverdos.gr/gr/index.php?Mid=68&art=2432, δηλαδή στην προσωπική ιστοσελίδα του Α. Λοβέρδου, βρίσκεται μια συνέντευξη του πρώην Υπουργού Υγείας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΝΕΤ 105,8 (01-05-2012), η ανάγνωση της οποίας καθιστά αμέσως εμφανή την ορθότητα της επιλογής του να την αναρτήσει. Όλα τα παραπάνω, προσβάσιμα στις 17-06-2013. Βλ. επίσης, «Δίπλα στους… ξεχασμένους της ζωής», Αδέσμευτη Γνώμη: Εφημερίδα των απεργών στα ΜΜΕ, 15-16/06/2013.  


 

Από τη Σουηδία στην Τουρκία: Η άνιση δυναμική της εποχής των ταραχών


Αναδημοσίευση από http://communisation.espivblogs.net/

Η έκρηξη της Τουρκίας θέτει επιτακτικά την ανάγκη να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τι συμβαίνει, τι παράγεται, ποια είναι τα νέα όρια που παράγονται στην περίοδο που ονομάσαμε εποχή των ταραχών και πώς θα ξεπεραστούν. Ο συνδυασμός των γεγονότων της Σουηδίας με την Τουρκία, η συνάντηση τους στο χρόνο επικυρώνει την ύπαρξη δύο δυναμικών της ταξικής πάλης που κινούνται με σχετική αυτονομία. Δεν μπορούμε να παραβλέπουμε ότι η αναμενόμενη συνάντηση αυτών των πρακτικών δεν προβλέπεται να είναι ευχάριστη καθώς θα θέσει το ζήτημα των σχέσεων δύο παραγόμενων «υποκειμένων» τα οποία δεν έχουν κοινό ορίζοντα στη δραστηριότητα τους προς το παρόν. Το επίδικο όμως από τη σκοπιά της επανάστασης είναι πώς θα παραχθεί από την αναμενόμενη συνάντηση τους το αναγκαίο ξεπέρασμα τους, η μετατροπή του αγώνα σε λήψη κομμουνιστικών μέτρων ενάντια στο κεφάλαιο, δηλαδή σε αμφισβήτηση όλων των κοινωνικών ρόλων που συγκροτούν την κοινωνία, σε κομμουνιστικοποίηση.
Υπάρχει ακόμη μια τρίτη δυναμική που είναι τα διεκδικητικά κινήματα γύρω από το μισθό που λαμβάνουν χώρα κυρίως στην περιφέρεια που ενσωμάτωσε ο ιστορικός νεοφιλελευθερισμός στη διεθνοποιημένη συσσώρευση, στην Κίνα και τη νοτιοανατολική Ασία, αλλά ακόμη δεν προκύπτει από τις εξελίξεις η συνάντηση αυτής της δυναμικής με τις υπόλοιπες. Υπάρχει και μια τέταρτη δυναμική που αφορά την εξέλιξη των αντιφάσεων στα λατινοαμερικανικά κράτη που κατόρθωσαν να ενσωματώσουν την αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό μέσα στο κράτος (η Χιλή αποτελεί σημαντική εξαίρεση, το κίνημα της κατασκευασμένης κοινωνικής κατηγορίας «νεολαία», εντάσσεται περισσότερο στις δυναμικές των ταραχών). Αυτή η τέταρτη δυναμική είναι ακόμη περισσότερο αυτόνομη προς το παρόν, παρότι μπορεί να μας απασχολήσει ειδικά στην Ελλάδα στο μέλλον. Εδώ θα ασχοληθούμε με τις δύο πρώτες.
Από τη μία πλευρά έχουμε τη σειρά ταραχών «των αποκλεισμένων», και από την άλλη πλευρά εμφανίζεται από το 2011 μια σειρά ταραχών στην οποία το σημαντικό στοιχείο σε ότι αφορά τη σύνθεση είναι ότι εμπλέκονται και τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα», και ο «δημοκρατικός» λόγος τους συγκροτεί τα κινήματα που παράγονται. Οι ταραχές των αποκλεισμένων λαμβάνουν χώρα σε κράτη που βρίσκονται ψηλά στην καπιταλιστική ιεραρχία. Αντίθετα οι ταραχές στις οποίες κυριαρχεί ο δημοκρατικός ορίζοντας που συγκροτεί πολιτικά τα μεσαία στρώματα και μορφοποιεί τα κινήματα «των πλατειών», συμβαίνουν κυρίως σε κράτη της δεύτερης ζώνης και στις «αναδυόμενες οικονομίες». Το γεγονός ότι ένα κράτος που δεν ανήκει σ’ αυτές τις ζώνες, η Ισπανία, περιλαμβάνεται σ’ αυτήν την ομαδοποίηση είναι στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση επικυρώνει την υπονόμευση αυτής της διαστρωμάτωσης που λάμβανε χώρα ήδη κατά την εξέλιξη αυτού του κύκλου συσσώρευσης (από την κρίση της δεκαετίας του 1970 μέχρι περίπου το 2008). Ο πολύ σκληρός πυρήνας (ΗΠΑ-Γερμανία) δεν έχει ακόμη ενταχθεί στις δυναμικές αυτές. Το κίνημα Occupy Wall Street παρότι έδωσε το όνομα του στη δεύτερη δυναμική που εξετάζουμε, εντάσσεται μόνο περιφερειακά σε αυτή: πρόκειται για κίνημα ακτιβιστών (όπως άλλωστε και το Blockupy στη Γερμανία), όχι για μαζικό κίνημα, όπως της Ισπανίας, της Ελλάδας, το κίνημα της «αραβικής άνοιξης» και το κίνημα της Τουρκίας.
Οι ριζικά αποκλεισμένοι από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας (αυτός είναι ο τρόπος ενσωμάτωσης τους στην καπιταλιστική κοινωνία: ενσωμάτωση δια του αποκλεισμού) δεν αρθρώνουν λόγο, μόνος λόγος τους οι λεηλασίες και η καταστροφή. Δεν διεκδικούν, είναι γι’ αυτούς ήδη δεδομένο ότι δεν έχει νόημα (αλλιώς θα το έκαναν), γνωρίζουν ήδη ότι το κράτος δε θα τους ενσωματώσει, αλλά θα επιδιώξει να τους διαχειριστεί ως πλεονάζοντα πληθυσμό και στο βαθμό που η κρίση/αναδιάρθρωση που λαμβάνει χώρα από το 2008 περικόπτει περαιτέρω τις «κοινωνικές δαπάνες», γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτή η διαχείριση γίνεται ολοένα και περισσότερο κατασταλτική. Στην πραγματικότητα ασφυκτιούν μέσα σε μια «φυλακή χωρίς κάγκελα» (όταν δεν έχεις λεφτά ούτε για να φύγεις από τη γειτονιά σου, και όπου και να περπατάς σε στριμώχνει συνεχώς η αστυνομία, είσαι φυλακή). Μέσα στη «φυλακή» αυτή οι σχέσεις κοινότητας μεταξύ τους δεν μπορούν να τους βγάλουν από τη μιζέρια και σε κάποιο βαθμό εντάσσονται στην παράλληλη ανταλλακτική οικονομία, το μικροέγκλημα δηλαδή σε άτυπους θεσμούς στους οποίους αναπαράγεται μια σκληρή καταπιεστική ιεραρχία (για να μη μιλήσουμε για τη θέση των γυναικών).Έτσι, επιτίθενται στη φυλακή τους, επιτίθενται σε όλους τους κρατικούς θεσμούς που αντιλαμβάνονται ότι τους ορίζουν ως φυλακισμένους για μια ζωή, αμφισβητώντας την ώρα της εξέγερσης και τους κοινωνικούς ρόλους τους μέσα στη «φυλακή» τους.
 Τα μεσαία στρώματα εξεγείρονται γιατί είναι μεσαία στρώματα υπό κατάρρευση (Ελλάδα, Ισπανία) ή γιατί δεν αφήνονται να συγκροτηθούν ως τέτοια (αραβική άνοιξη) ή γιατί καταστέλλονται και συμπιέζονται πολύ περισσότερο από όσο τους αντιστοιχούσε πριν την κρίση (Τουρκία), κάτι που δεν περιλαμβάνει μόνο το χαμηλότερο εισόδημα από αυτό που «θα έπρεπε» να έχουν, αλλά και όλες τις άλλες κοινωνικές σχέσεις, την εμπορευματοποίηση και περίφραξη του δημόσιου χώρου, το φύλο, την πολιτική ή την πολιτική/θρησκεία που στις περιπτώσεις των αραβικών χωρών είναι όψεις του ίδιου πράγματος, το φυλετικό ζήτημα κτλ. Το ζήτημα των μεσαίων στρωμάτων είναι θεωρητικά ανοικτό. Ο ίδιος ο ορισμός τους είναι ρευστός: Ο παραδοσιακός ορισμός των μεσαίων στρωμάτων αφορούσε τις κατηγορίες της μικρής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής και τα παραδοσιακά ατομικά επαγγέλματα (γιατρούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους κτλ.). Σήμερα όμως πώς μπορούν να οριστούν τα μεσαία στρώματα; Πλέον η διαστρωμάτωση τίθεται σε μεγάλο βαθμό μέσα στους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους με «μπλοκάκια» (δηλαδή τους αυτοασφαλιζόμενους μισθωτούς), και γίνεται με βάση τη θέση στην ιεραρχία στην παραγωγική διαδικασία, το εισόδημα, την πρόσβαση στην πίστη κτλ. Και τότε οι μεγάλες μάζες των εξαθλιωμένων άνεργων, των εκ των πραγμάτων φτωχών νέων και των επισφαλών συμπιέζουν προς τα κάτω τη «στάθμη» του μεσαίου στρώματος, και επακόλουθα μειώνουν την πολιτική τους επιρροή στο κράτος.
Αυτές οι δύο δυναμικές, οι ταραχές των αποκλεισμένων και τα μαζικά κινήματα καταλήψεων δημόσιου χώρου στα οποία πρωταγωνιστούν αυτά τα ρευστά μεσαία στρώματα διασταυρώθηκαν μεταξύ τους το Φεβρουάριο του 2012 στην Ελλάδα (αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση τα μεσαία στρώματα ήταν ήδη υπό κατάρρευση). Αυτή η διασταύρωση ήταν αποτέλεσμα των ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδας, στην οποία εξάλλου πέρα από το Σύνταγμα το 2011 είχε συμβεί και ο «Δεκέμβρης του 2008». Οι ταραχές του Δεκέμβρη του 2008 όπως και οι ταραχές των φοιτητών στη Χιλή και στον Καναδά τοποθετούνται μέσα στο φάσμα πρακτικών ανάμεσα στις δύο αυτές δυναμικές. Σ’ αυτές τις ταραχές αναδύεται η «νεολαία» ως κατασκευασμένο κοινωνικό υποκείμενο που αποτελείται από εκείνους και εκείνες που βρίσκουν όλες τις πόρτες κλειστές, που δεν πρόκειται να ανέβουν τη σκάλα της κοινωνικής ανόδου, αλλά που δεν είναι δομικά αποκλεισμένοι όπως οι «ταραχοποιοί» της Στοκχόλμης και της Αγγλίας.  
Τα ζητήματα που θέτει η επικαιροποίηση της εποχής των ταραχών που λαμβάνει χώρα στη Σουηδία και στην Τουρκία είναι σημαντικά:
Α) Θα μπορέσει το κράτος να δημιουργήσει τη συναίνεση του προλεταριάτου των χωρών της πρώτης ζώνης σε μια διαχείριση που στρέφεται ενάντια στους αποκλεισμένους; Αυτή η τάση φαίνεται ότι παράγεται ως σχεδόν αναγκαστική απάντηση στην επικαιροποίηση αυτής της δυναμικής από τα γεγονότα στη Σουηδία (η ανάδυση του EDL αλλά και η αύξηση της πολιτικής επιρροής του UKIP στην Αγγλία συνδέεται άμεσα με το θέμα αυτό, ανάδυση που δεν μπόρεσε να συμβεί μετά τις ταραχές του 2011 οι οποίες είχαν περισσότερο λευκό χρώμα). Οι ταραχές στη Σουηδία επικαιροποιούν την κρίση ενσωμάτωσης του προλεταριάτου στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας ως κρίση της μετανάστευσης. Το ζήτημα ενός νέου τύπου φασισμού, με προσανατολισμό τη δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής ταυτότητας», άρα εγγενώς ρατσιστικού περιεχομένου, εγγράφεται στην ατζέντα.
Β) Ποια θα είναι η εσωτερική δυναμική της ενσωμάτωσης των «μεσαίων στρωμάτων» στο προλεταριάτο, όχι μόνο ως κατάσταση αλλά και ως δραστηριότητα; Υπάρχει περίπτωση να συναντηθούν οι πρακτικές «κομμούνας» εκείνων που αμύνονται και προσπαθούν να διασώσουν το ταξικό τους ανήκειν στις πλατείες,  με τις καταστροφικές πρακτικές των αποκλεισμένων; Προς το παρόν τα μόνα δείγματα είναι η συγκρουσιακή συνάντηση στη Γαλλία το Μάρτη του 2006 στο κίνημα ενάντια στο CPE, γεγονός όμως που είναι ήδη απαρχαιωμένο και συνέβη πριν την κρίση, και η 12η Φλεβάρη του 2012 στην Ελλάδα, η οποία όμως ήταν βουτηγμένη στην αντιπαράθεση γύρω από το μνημόνιο και δεν μπορούσε να συνεχιστεί μετά την ήττα της ειδικής διεκδίκησης της. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα των «δημοκρατικών κινημάτων», τα οποία, τουλάχιστον ως τώρα, δεν μπορούν να ενσωματωθούν από το κράτος; Τα κινήματα αυτά εμφανίζουν έναν «κοινοτισμό». Η αφετηρία αυτού του κοινοτισμού είναι η υπεράσπιση της κρατικής περιουσίας (τίποτα δεν είναι «κοινό», ότι δεν είναι ιδιωτικό είναι κρατικό) με την χρήση της στη βάση του ορισμού της, δηλαδή ως στοιχείου που υποστηρίζει την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η πλατεία, το πάρκο, είναι χώροι του «ελεύθερου» χρόνου. Το γεγονός ότι η κρίση/αναδιάρθρωση έχει αυξήσει σημαντικά την ανεργία επιτρέπει σε αρκετούς και αρκετές την συνεχή παρουσία τους σε έναν τέτοιο χώρο κατά τη διάρκεια του κινήματος, χωρίς να θεωρείται παράξενο ότι όποιος δουλεύει έρχεται «μετά τη δουλειά», το απόγευμα και το βράδυ είναι πολύ πιο μαζική η παρουσία του κόσμου. Η ουσία είναι ότι παράγεται η «κοινή ζωή στην κατάληψη». Η «ζωή στην κατάληψη» είναι βέβαια μια εικόνα από το μέλλον που ξεπερνάει τον ορίζοντα του κινήματος, η οποία όμως δεν μπορεί να υποστασιοποιηθεί σε γενικευμένη πράξη αν το κίνημα δεν αμφισβητήσει πραγματικά τη δομή που στηρίζει τη διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, δηλαδή, σε τελική ανάλυση το σύνολο των καπιταλιστικών σχέσεων. Η «κοινότητα του αγώνα», οι «κομμουνιστικές χειρονομίες» δεν πρέπει να υποτιμούνται γιατί αποτελούν το θετικό ορίζοντα στη γενίκευση τους, αλλά στο στάδιο που βρισκόμαστε σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να ψάχνουμε: αφενός τι είναι αυτό που καθηλώνει το κίνημα και δεν το αφήνει να επιχειρήσει να γενικεύσει αυτά τα στοιχεία, αφετέρου ποια στοιχεία του περιεχόμενου του αποτελούν ταυτόχρονα και τις αιτίες του τέλους του. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτά τα κινήματα, σε αντίθεση με τις ταραχές των αποκλεισμένων, θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικό να εδαφικοποιήσουν την παρουσία τους(κάτι που δεν είναι άσχετο με τη σημασία της μορφής της γαιοπροσόδου που λαμβάνει η παραγόμενη υπεραξία στο σύγχρονο καπιταλισμό, η εκμετάλλευση μορφοποιεί καθοριστικά την ταξική πάλη). Με την «κατάληψη» διεκδικούν το δικαίωμα της υλικής τους υπόστασης ως υποκειμένου απέναντι στο κράτος, το οποίο θεωρούσαν ότι «τους λογαριάζει». Δεν είναι ήσσονος σημασίας το γεγονός ότι την «περιφρούρηση» της κομμούνας αναλαμβάνει κυρίως ένα κομμάτι νεανικού ανδρικού και φτωχού προλεταριάτου, που έχει εμπειρία συγκρούσεων με την αστυνομία (ο διαχωρισμός αυτού του ρόλου υπήρξε αν και λιγότερο από την Αίγυπτο και στην Τουρκία). Εκ των πραγμάτων αναζητούνται αιτήματα, για να τεθεί κάτι πιο συγκεκριμένο από τη «δημοκρατία» [δες εδώ] στο υποτιθέμενο τραπέζι της διαπραγμάτευσης (το οποίο δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει πλέον και καλούν συνεχώς την κυβέρνηση να παραδεχθεί την ύπαρξη του). Αυτή η διαδικασία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί οτιδήποτε, καταλήγει με φυσικό τρόπο στην αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Αναγκαστικά, ένα κίνημα που κύριο ρόλο στη σύνθεση του έχουν τα μεσαία στρώματα ζητά την πτώση της κυβέρνησης, και ένα τέτοιο αίτημα, δεδομένης της απουσίας ενός «κόμματος της εργατικής τάξης» που θα καθοδηγούσε το κίνημα προς την «κατάληψη της εξουσίας», υπονοεί την αντικατάσταση της με μια άλλη κυβέρνηση(που θα μπορέσει να υποστηρίξει την ύπαρξη και αναπαραγωγή της ποιότητας της ζωής που θεωρούν ότι τους αντιστοιχεί). Αυτή η ενδογενής τάση δεν έρχεται σε αντίφαση με τα κοινοτιστικά χαρακτηριστικά των καταλήψεων, τα οποία όμως υποβιβάζονται ως στοιχείο συγκρότησης και μορφοποίησης του κινήματος όταν συγκεκριμενοποιείται ο πολιτικός στόχος. Η Αίγυπτος και η Τυνησία έδειξαν ότι πράγματι η πτώση της κυβέρνησης ολοκληρώνει αυτά τα κινήματα. Στην πραγματικότητα βέβαια, ότι αρχικά φάνταζε ως νίκη γρήγορα αποδείχτηκε ότι είναι ήττα, καθώς νέα αστυνομικά κράτη εγκαθιδρύθηκαν και η αναδιάρθρωση προχωράει κανονικά με περικοπές επιδομάτων, αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων κτλ. Το κίνημα όμως στην Αίγυπτο και την Τυνησία δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια του, καθώς ο αρχικός στόχος που αντιστοιχούσε στην ενότητα του επετεύχθη. Η Τουρκία, το επόμενο ορόσημο αυτής της δυναμικής, που παρά τις διαφορές εντάσσεται σ’ αυτό το σχήμα, έχει ένα επιπλέον στοιχείο να αντιμετωπίσει ως κίνημα. Η πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι πιο ισχυρή από αυτήν της Αιγύπτου και της Τυνησίας. Η ενότητα του κινήματος βασίζεται στην μετατροπή του κράτους σε αστυνομικό κράτος καταστολής τα τελευταία χρόνια. Το ερώτημα είναι: Μπορούν τα μεσαία στρώματα να ενσωματωθούν στο προλεταριάτο, ως δραστηριότητα αμφισβήτησης του κεφαλαίου, αν δεν ολοκληρωθούν πρώτα αυτά τα κινήματα με την πολιτική νίκη (δηλαδή ουσιαστική ήττα) τους; Η ήττα τους, που περνάει μέσα από την πολιτική τους νίκη, φέρνει αναγκαστικά τις διαιρέσεις που υπάρχουν στην επιφάνεια. Ένα κομμάτι του κινήματος προσπαθεί να συνεχίσει την εξέγερση, η οποία όμως παύει να έχει λαϊκή υποστήριξη (δηλαδή διαταξική υποστήριξη, καθώς η τάξη είναι σχέση και όχι κατηγορία). Χωρίς τη μαζική συμμετοχή των αποκλεισμένων και των φτωχών, πώς μπορεί να συνεχιστεί αυτή η εξεγερτική πορεία; Μπορεί;
Το κίνημα στην Τουρκία βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς γράφεται αυτό το κείμενο. Η ιδιαιτερότητα του σε συνδυασμό με το ότι αποτελεί γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας μορφοποιεί το σημείο που βρισκόμαστε. Εδώ βρισκόμαστε: σε μια εξέγερση που ξέσπασε σε ένα ακόμη αστυνομικό κράτος. Μια εξέγερση με μικρές πιθανότητες «νίκης»στη βάση του περιεχομένου της και γι’ αυτό τόσο σημαντική.
Οι πρακτικές «κομμούνας» που έχουν αναγκαστικά ορίζοντα την καλύτερη διαχείριση του αστικού κράτους αλλά τελικά αυτός ο ορίζοντας διαψεύδεται, συναντιούνται με τις εξεγέρσεις των αποκλεισμένων στο γεγονός ότι στις τελευταίες δεν υπάρχει καν ο ορίζοντας κάποιας «νίκης».Το αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής που θα κριθεί μεταξύ άλλων και από την αλληλεπίδραση των πρακτικών της «κομμούνας» με τις πρακτικές καθημερινότητας της επιβίωσης των δομικά αποκλεισμένων από το επίσημο κύκλωμα παραγωγής υπεραξίας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση της ταξικής πάλης της εποχής των ταραχών.

Woland/blaumachen & φίλοι