Το «Remap KM» και ο εκτοπισμός των κατοίκων στην περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο

Της Ελένης Τζιρτζιλάκη
από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική [nomadas@otenet.gr]

Διαβάζω στο μαύρο με λευκά γράμματα φυλλάδιο με τον τίτλο ReMap: «Το ReMap αποτελεί ένα πολύπλευρο καλλιτεχνικό πρόγραμμα που λειτουργεί παράλληλα με την 1η Μπιενάλε της Αθήνας στην περιοχή Κεραμεικού - Μεταξουργείου της Αθήνας. Αποσκοπεί στο να δώσει μία ακόμα πτυχή στο θεματολόγιο και μεθοδολογικό πλαίσιο της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας με τίτλο Destroy Athens μέσα από την εξερεύνηση της ταυτότητας της συγκεκριμένης περιοχής και την αναθεώρηση του τρόπου χρήσης ιδιωτικών και δημόσιων χώρων».
Αρχικά φαντάζει ως μια εξαιρετικά καλή ιδέα το ότι ένα πρόγραμμα καλλιτεχνικό εξερευνά την ταυτότητα, όπως μας λέει, της περιοχής Κεραμεικού - Μεταξουργείου «αναθεωρώντας μάλιστα τον τρόπο χρήσης των ιδιωτικών και δημόσιων χώρων της περιοχής».
Γνωρίζοντας το Μεταξουργείο και τους κατοίκους του από τις εξερευνήσεις που εδώ και χρόνια γίνονταν από την ομάδα Αστικό Κενό και αργότερα από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική, τις συνθήκες κατοίκησης, καθώς παιδιά από την περιοχή ερχόντουσαν στο 87o Δημοτικό σχολείο και πήραν μέρος στη δράση το 2006 με θέμα «Ένα κενό οικόπεδο αφορμή διαλόγου κατασκευής ενεργοποίησης». Μέσα από το ΔΝΑ είχαμε αντιμετωπίσει εδώ και τρία χρόνια το ζήτημα του εκτοπισμού των κατοίκων από επενδυτές στην περιοχή. Οι κάτοικοι των κτιρίων αναγκάζονται να φύγουν όπως-όπως για να πάνε να ζήσουν σε άλλες περιοχές στην περιφέρεια της Αθήνας ή ακόμη κάποιοι μουσουλμάνοι να επιστρέψουν στην Κομοτηνή ή αν πρόκειται για άστεγους μετανάστες να βγουν στον δρόμο. Επίσης ξέραμε ότι σε πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο μετανάστες (και όχι μόνο) και υπήρχε και μια γνωστή κατάληψη.
Φάνταζε ιδιαίτερα ενδιαφέρον ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα το οποίο θα μπορούσε να εργαστεί με αυτές τις ομάδες κατοίκων και να επανασχεδιάσει μαζί με τους κατοίκους χώρους και καταστάσεις όπως έγινε σε άλλες πόλεις της Ευρώπης.
Συνεχίζοντας την ανάγνωση, το πρόγραμμα γράφει: «είναι ένα πείραμα σε ψυχογεωγραφικούς χάρτες που δημιουργούνται μέσω μεταβατικών χώρων […] ο στόχος είναι να δημιουργηθούν διαφορετικές πιθανότητες σύνδεσης του απτού κόσμου των κτιρίων, δρόμων και αστικών χώρων με εφαρμογές σύγχρονης τέχνης κοινωνικά δίκτυα μέσα επικοινωνίας».
Τριγυρνώντας στους χώρους, οι οποίοι είναι εντυπωσιακοί καθώς είναι ποτισμένοι από πρόσφατα ίχνη κατοίκησης, που όμως τα έργα των καλλιτεχνών καμία σχέση δεν έδειχναν να έχουν με αυτούς, φάνταζαν παράξενοι άδειοι χώροι, ανάμεσα στους οίκους ανοχής, στα καταστήματα των μεταναστών και στις κατοικίες του Μεταξουργείου. Κάθε φορά που βγαίναμε αντιμετωπίζαμε τα βλέμματα κάποιων που μας κοιτούσαν σαν να είχαν πολλά αναπάντητα ερωτήματα για το τι ήταν αυτοί οι χώροι και τι κάναμε εμείς εκεί. Μας δημιουργήθηκαν και εμάς κάποια βασικά ερωτήματα όπως: Τι χρήση είχαν πριν οι χώροι αυτοί; Οι κάτοικοί τους τι έγιναν; Πού πήγαν; Ποιος ο λόγος που όλοι ήταν άδειοι; Τι θα γίνουν μετά; Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες;
Τη συνέχεια στο θέμα έδωσε η συνάντηση με τον Manray το βράδυ της Τετάρτης στην Μπιενάλε στο Γκάζι. Ο Μανρέυ είχε έλθει από το Βερολίνο και όλο το πρωί περπατούσε στην περιοχή, ρωτούσε επίμονα να μάθει τι συμβαίνει, καθώς γνωρίζει πολύ καλά το Κρόιτσμπεργκ είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ρωτούσε τι κάνουν οι αρχιτέκτονες σε σχέση με την περιοχή, τι σχέση έχουν οι χώροι με την Μπιενάλε, πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι καλλιτέχνες. Κάποιος καλλιτέχνης μας είπε ότι όταν πήγε πρώτη φορά στον χώρο που του έδωσαν μέσα ήταν κάποιοι μετανάστες, όταν ξαναπήγε είχαν φύγει. Κάποιοι άλλοι είπαν, ότι για να φύγουν αυτοί που έμεναν μέσα, τους έκοψαν το ρεύμα.
Για μια απάντηση άμεση σε όλα αυτά σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στη Χλόη Βαΐτσου, που, όπως έγραφε το φυλλάδιο, είχε την καλλιτεχνική διεύθυνση και τον συντονισμό του εν λόγω προγράμματος. Είπε ότι σε δύο ημέρες θα έφευγε για το Λονδίνο και δεν είχε καιρό για συζήτηση. Όπως μετά έμαθα πρόκειται για επενδυτικό σχέδιο στην περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο, τα κτίρια έχουν αγοραστεί από έναν επενδυτή, και ο εκτοπισμός των κατοίκων ήταν γεγονός για να μπορέσουν τα κτίρια να είναι άδεια στην έναρξη της Μπιενάλε της Αθήνας.
Τι έκαναν οι κάτοικοι; Δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν γιατί απ’ ό,τι μάθαμε τους έκοψαν το ρεύμα και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν και να βρεθούν στο δρόμο, στην περίπτωση αυτή εκτοπίστηκαν βίαια για να εισβάλει η Τέχνη στους χώρους.
Καμία αντίρρηση για κάτι που έτσι και αλλιώς συμβαίνει όταν γίνονται επενδύσεις και αναπλάσεις περιοχών, αν και το ζητούμενο είναι διαφορετικό καθώς η ανάπλαση μιας περιοχής αφορά πρώτα απ’ όλους τους κατοίκους της. Οι καλλιτέχνες ως πρωτοπορία μπορούν να βρεθούν στο πλευρό τους και να βοηθήσουν σ’ αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε έχουν κινηθεί πολλά project Site specific art.
Αυτό που ενοχλεί αφάνταστα και είναι κακόγουστο και ύποπτο είναι ότι ένα επενδυτικό πρόγραμμα παρουσιάζεται ως καλλιτεχνικό γεγονός και μάλιστα της πρωτοπορίας, παράλληλο πρόγραμμα με την 1η Μπιενάλε της Αθήνας και μπερδεύεται με νοήματα όπως ψυχογεωγραφικοί χάρτες, κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή μ’ εκείνους που δούλεψαν και δουλεύουν ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, υπερασπιζόμενοι την πόλη και αυτούς που την κατοικούν.

Το κείμενο αυτό είναι το πρώτο σε μια σειρά κειμένων που θα ακολουθήσουν και επιθυμεί ν’ ανοίξει μια δημόσια συζήτηση πάνω στα ζητήματα: 1. του ρόλου της Tέχνης στην περιοχή· 2. του Εκτοπισμού των κατοίκων. Tι σημαίνει καταστασιακός χάρτης και ReMap· 3. της επανάχρησης στην περιοχή του Μεταξουργείου, του ρόλου του Δήμου, των επενδυτών κλπ.

Για τις «Τροχιές του αισθητικού» του Φώτη Τερζάκη

Του Κώστα Δεσποινιάδη

Ο Φώτης Τερζάκης είναι ένας από τους ελάχιστους ανεξάρτητους Έλληνες διανοούμενους που επιμένουν να παράγουν κριτικό λόγο στην εποχή της γενικευμένης συναίνεσης. Από τα πρώτα κιόλας έργα του δείχνει να είναι πεπεισμένος (και να το εφαρμόζει απαρέγκλιτα στα γραπτά του) πως «όταν η σκέψη δεν ασκείται ως απερίφραστη κριτική της κυριαρχίας, μοιραία λειτουργεί ως εξ αντικειμένου συνενοχή με την κυριαρχία» και επιπροσθέτως δείχνει να έχει πλήρη συναίσθηση ότι ο στοχασμός πάνω στη βαρβαρότητα που μας περιβάλει και η καταγγελία αυτής της βαρβαρότητας είναι ένα πρώτο, έστω και ελάχιστο βήμα.
Γεννημένος το 1959 (άρα, σχετικά νέος για θεωρητικός) έχει να επιδείξει ένα σημαντικό έργο που περιλαμβάνει πρωτότυπες μελέτες για μια ευρεία γκάμα θεμάτων (φιλοσοφία, ψυχανάλυση, αντιψυχιατρική, θρησκειολογία, κοινωνιολογία της μουσικής, πολιτικά δοκίμια, ανθρωπολογία, αισθητική, κ.ά.) και μέχρι σήμερα αριθμεί 17 βιβλία. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και αρκετές δεκάδες μεταφράσεις έργων από συναφή θεωρητικά πεδία, γεγονός ιδιαιτέρως σημαντικό για μια γλώσσα σαν τη δική μας που δεν έχει παράδοση πρωτότυπων θεωρητικών κειμένων, καθώς και πάμπολλα διάσπαρτα κριτικά κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Πέρα από το ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα εύρος των ενδιαφερόντων του, αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρητική του εργασία αναπτύσσεται εκτός Πανεπιστημίου, γεγονός που την καθιστά διττά σημαντική: Πρώτον, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ο Τερζάκης δεν πληρώνεται από το Κράτος ή από κάποιον άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα για να σκέφτεται και να γράφει, με όλες τις πρακτικές δυσκολίες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται, και δεύτερον γιατί έτσι έχουμε μία έμπρακτη αμφισβήτηση του γελοίου (και στον πυρήνα του βαθύτατα εξουσιαστικού) αξιώματος ότι οι μόνοι αρμόδιοι για τον στοχασμό και τη θεωρητική παραγωγή είναι οι κάθε είδους «ειδικοί», που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν είναι παρά οι κρατικοδίαιτοι αρουραίοι των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, το έργο των οποίων είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ποσότητα των κονδυλίων που ξεκοκαλίζουν.
Στις 560 σελίδες του τελευταίου του έργου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις
futura με τίτλο Τροχιές του αισθητικού και υπότιτλο η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής φιλοσοφίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας, ο συγγραφέας παρουσιάζει μια κριτική επισκόπηση του συνόλου της αισθητικής σκέψης. Οι κάπως συστηματικότεροι αναγνώστες του Τερζάκη θα γνωρίζουν βέβαια ότι μια προβληματική περί του αισθητικού είναι συχνά παρούσα στα γραπτά του, αλλά με το παρόν έργο έχουμε την πρώτη αναλυτική και πιο συγκροτημένη πραγμάτευση του θέματος από τον συγγραφέα. Μιας και το θέμα λόγω της φύσης του αλλά και της ευρύτητάς του δεν προσφέρεται για μια τηλεγραφική βιβλιοπαρουσίαση, αρκούμαστε εδώ να πούμε ότι ο συγγραφέας δείχνει να έχει αξιοθαύμαστη γνώση και εποπτεία του υλικού που πραγματεύεται, ο λόγος του καθιστά εφικτό να διακρίνονται οι περιγραφικές από τις αξιολογικές του κρίσεις, ενώ ταυτόχρονα η έντονα κριτική του διάθεση, που διατρέχει όλο το βιβλίο, αποτελεί πρόκληση για μια δημιουργική αναγνωστική αναμέτρηση με τα υπό εξέταση ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα εγχείρημα που αξίζει την προσοχή μας και που η πραγματοποίησή του είναι φανερό ότι απαίτησε ιδιαίτερο κόπο από την πλευρά του δημιουργού. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι μέχρι τώρα δεν είχαμε τίποτα ανάλογο στα ελληνικά, αν εξαιρέσουμε το περί αισθητικής βιβλίο του Παπανούτσου που μόνο ως αφελές σχολικό ανάγνωσμα μπορεί να διαβαστεί σήμερα. […]

* Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν, τχ. 8-9, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2007

Κώστας Ρουσάκης Pier Paolo Caminetti - Μία γιγαντομηχανή

Συναρμολόγηση εύθραυστου μνημείου. Στο γήπεδο μπάσκετ, κάτω από τη γέφυρα, δίπλα στις γραμμές του τρένου.

Εγκαίνια: 6/ 9/2007: 19.00
7 & 8/9: 11:00-23:00
Σταθμός ΗΣΑΠ Μοσχάτο, Οδός Θεσσαλονίκης 51-57

Πληροφορίες: 697 045 1349
roussakis.kostas@gmail.com

Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti: 80 χρόνια από την εκτέλεσή τους

Σήμερα 23 Αυγούστου 2007 είναι η επέτειος των 80 ετών από την εκτέλεση στη Μασσαχουσέτη το 1927 των Ιταλών αναρχικών Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti. Είχαν συλληφθεί και κατηγορηθεί για ένοπλη ληστεία και διπλό φόνο χρηματαποστολής. Ο Σάκο ήταν υποδηματοποιός και ο Βαντσέτι ήταν ιχθυοπώλης. Ενεργά μέλη του αναρχικού κινήματος στις ΗΠΑ, οι δύο Ιταλοί μετανάστες έγιναν τα εξιλαστήρια θύματα της ξενοφοβίας και της κομμουνιστοφοβίας που μάστιζε τις ΗΠΑ.

Στη φωτογραφία: Ο Nicola Sacco (δεξιά) και ο Bartolomeo Vanzetti με χειροπέδες.

Μπορείτε να βρείτε αρκετές πληροφορίες στην Wikipedia
http://en.wikipedia.org/wiki/Sacco_%26_Vanzetti#Overview

Επίσης, μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξη με τον Bruce Watson, συγγραφέα του βιβλίου Sacco and Vanzetti: The Men, the Murders, and the Judgment of Mankind, στην παρακάτω διεύθυνση:
http://www.democracynow.org/article.pl?sid=07/08/22/1421237

Καθώς κι ένα σχετικό άρθρο στην εφημερίδα «Η Καθημερινη»:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_538845_19/08/2007_238150

Ανεπίκαιρα σχόλια, 4/8/2007

Ο πλουραλισμός των επιλογών φέρνει την ένδεια των θέσεων. *** Η «ρευστή ταυτότητα» του σημερινού «πολίτη»-καταναλωτή δεν είναι παρά η αντανάκλαση σε συνειδησιακό και ψυχολογικό επίπεδο της κατακερματισμένης σύγχρονης ζωής υπό την ηγεμονία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και της ιδεολογίας της. *** Η «αποκέντρωση», οι «πολλαπλές προσωπικότητες», η «σχετικιστική» οπτική γωνία, η «κινητικότητα», η «ευπλασία» και η «ευελιξία», ο «πολυμορφισμός», η «ανακατασκευή», η «αποδέσμευση», όλες οι τακτικές του μετανεωτερικού υποκειμένου ορίζονται και διατρέχονται από τη στιλπνότητα του θεάματος και τη σαγήνη της κατανάλωσης. Είναι ευκαιριακές, «επεισοδιακές», και αποστρέφονται την υπαγωγή τους σε μια συγκεκριμένη και σταθερή ενότητα. *** Κάθε προσπάθεια να συγκροτηθεί μια σταθερή (αλλά όχι στατική και αναλλοίωτη) ατομική ταυτότητα μοιάζει σήμερα, στην εποχή της «ρευστής ταυτότητας», αν όχι παρωχημένη και ουτοπική, οπωσδήποτε ανέφικτη. *** Οι ευθύνες απέναντι στην ολότητα του κόσμου, απόρροια μιας σταθερής οπτικής γωνίας, δηλαδή ενός σαφώς προσδιορισμένου υποκειμένου, μοιάζουν με θανάσιμη παγίδα. Είτε γιατί απειλούν με ακινητοποίηση και εγκλωβισμό την «αυτό-ποητική» ορμή της ατομικής ταυτότητας είτε γιατί ορθώνονται σαν τείχη όπου προσκρούει κάθε φιλοδοξία του ναρκισσιστικού «εγώ» να είναι το επίκεντρο του κόσμου, οι ευθύνες μιας συνειδητής, ενσώματης υποκειμενικότητας είναι ολοένα και περισσότερο ανεπιθύμητες. *** Από το βάθος ακούγονται οι ψίθυροι μιας συνωμοσίας: Είναι το άχθος της υποταγής του υποκειμένου στην ιστορία που προσπαθούν να ξεφορτωθούν ως περιττό, ως άχρηστο οι αιτιάσεις του σημερινού ατόμου για «αυτό-προσδιορισμό» – την «αυτό-ποίηση» της ταυτότητας, μέσα σε ένα πλαίσιο που σου προσφέρει άπειρες επιλογές και δυνατότητες – τόσες, που τελικώς καταντάει αδύνατη, ίσως και ανεπιθύμητη, κάθε δεσμευτική επιλογή. *** «Γίνε ο εαυτός σου. Γίνε όλα όσα ονειρεύεσαι.» Η υστερικά επαναλαμβανόμενη αυτή προτροπή του σύγχρονου πολιτισμού δεν μπορεί παρά να συγκαλύπτει τον αυτισμό του. Σίγουρα, δεν κάνει καμία μνεία στα ναυάγια και τις αποτυχίες, στις ματαιωμένες προσδοκίες και στις, κατ’ ουσίαν, διαρκώς ανεκπλήρωτες επιθυμίες – αναφέρεται αποκλειστικά στο ιδανικό. *** Ο «ιδανικός εαυτός» είναι υπό συνεχή προσαρμογή και επιτήρηση ως προς / και από μία «εξω-συνείδηση». Πρόκειται για την κοινωνική κατασκευή του κυρίαρχου παραδείγματος που λειτουργεί κανονιστικά και απόλυτα ελεγκτικά, κινείται με ύπουλο τρόπο πίσω από την πλάτη κάθε αυταπάτης του ατόμου περί «αυτό-καθορισμού». Είναι το σημείο ακριβώς όπου οργανώνεται η κυριαρχία και νομιμοποιείται η ετερονομία με τον πλέον σταθερό και επιδραστικό τρόπο. *** Ο οδυνηρά βιωμένος, αν και αποδεχόμενος ως «φυσικός» από την εξέλιξη των πραγμάτων, διαχωρισμός του «εγώ» από τον «εαυτό», και ο διαρκής έλεγχος που ασκεί ο δεύτερος στο πρώτο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «αυτονομίας» και της αυτάρκειας του υποκειμένου, αφού δημιουργεί ένα κλειστό, ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα. Το «εγώ» δεν εξωτερικεύεται για να απευθυνθεί στο «εσύ» (στον Άλλο), η έκφρασή του μεσολαβείται διαρκώς από τον «εαυτό». *** Η αυτοαναφορικότητα και η αυτάρκεια δεν εγκωμιάζουν την υποσχόμενη ελευθερία αλλά μάλλον περιγράφουν το αδιέξοδο μιας ύπαρξης χωρίς παρελθόν (άρα χωρίς παρόν και χωρίς μέλλον), ενός υποκειμένου που αρνείται να διαμορφωθεί σε μια πραγματική σχέση με τον Άλλο, που αρνείται καταστατικά τη συν-ύπαρξη και την κοινότητα ενώ εκθειάζει με κάθε τρόπο τη σημασία της διαφοράς· έτσι συντρίβει κάθε έννοια ολότητας, άρα και κάθε δυνατότητα πραγματικής απελευθέρωσης. *** Η επίκληση της διαφοράς ως ορισμός της ταυτότητας είναι η επικύρωση της αποξένωσης. Η «ρευστή ταυτότητα» είναι η οντολογική προσαρμογή των ανέστιων, διχασμένων υποκειμένων στο αφιλόξενο περιβάλλον που διαμορφώνει ο καπιταλισμός. *** Η «ρευστή ταυτότητα» δεν συμμερίζεται το όλον, αδιαφορεί γι’ αυτό· επικεντρώνει μόνο στο μερικό, στον προκείμενο στόχο, στην άμεση εκπλήρωση της εκάστοτε επιθυμίας. Κι αν εδώ φαίνεται να προτάσσεται μια «αντι-ασκητική», καρναβαλική ηθική, μια ηδονοθηρική απελευθέρωση της υλικότητας και των ενστίκτων, θα ήταν άστοχο να νομίσουμε πως πρόκειται για επανάσταση κατά του ιδεαλισμού και της μεταφυσικής: είναι η ευωχία της αγοράς, το λαμπερό πανηγύρι της κατανάλωσης, η διασκέδαση μέχρι θανάτου, η συγχώνευση εντέλει του φαντασιακά «αυτόνομου» υποκειμένου με το αντικείμενο (το εμπόρευμα) και η πραγμοποίηση (άρα η εξίσου απονέκρωσή) του. *** Είναι προφανώς παράλογο να απαιτείς από τη «ρευστή ταυτότητα» να συγκροτηθεί ως σημείο αντίστασης στην αλλοτρίωσή της· κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό ως προς τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητές της. *** Κάθε ενέργεια του υποκειμένου είναι, σε τούτο το πλαίσιο, αυτό-αναφορική, ακόμα κι όταν, για να αυτό-επικυρωθεί, συμπεριλαμβάνει και τον Άλλο. Η «ρευστή ταυτότητα» δεν μπορεί να δει πέρα από τον ομφαλό της (ναι, ακόμα και στη δική της περίπτωση υπάρχει ένα κομβικό, «κεντρικό» σημείο αναφοράς και συνέχειας – το σώμα, η απτή ύλη που είμαστε) εκεί που νομίζει ότι εποπτεύει τον κόσμο (της). *** Είναι βαθύτατα αλλοτριωμένη, αν και το γεγονός αυτό το γιορτάζει ως απελευθέρωση από κάθε περιορισμό και εξαναγκασμό της ολότητας. Νιώθει να αιωρείται μακάρια υπεράνω της ταπεινής υλικότητας της παραγωγής και της εργασίας, της φύσης και του πολιτισμού, της ανακύκλωσης της ζωής και της ιστορίας. *** Τίποτα δεν τη δεσμεύει, παρά μόνο η πιθανότητα ανάληψης της όποιας ευθύνης απέναντι στην ολότητα. Η αντιστραμμένη ουτοπία είναι εδώ, στη μακαριότητα της κατανάλωσης – ας την απολαύσουμε, ας «ζήσουμε τη στιγμή». *** Σε αντίθεση και καθολική ρήξη με όλα τα παραπάνω, το υποκείμενο που επιζητεί την πραγματική απελευθέρωση επιδιώκει τη συγκρότηση μιας σταθερής ταυτότητας, που επαναφέρει την ενότητα «εγώ» και «εαυτού», αναφέρεται στην ολότητα και εκφράζεται ως δημιουργική δράση. *** Αυτό δεν γίνεται στο όνομα της συντήρησης, της παράδοσης και της επιστροφής σε ένα ιδανικό οργανικό παρελθόν αλλά ως συνειδητοποιημένη διαδικασία του ιστορικού υποκειμένου, διαδικασία της οποίας τα κίνητρα και οι καταβολές δεν μπορεί να είναι άλλα από τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του παρελθόντος που πρέπει να εκπληρωθούν («Το ανεκπλήρωτο παρελθόν αποτελεί υποχρέωση για μας.» - Ernst Bloch). *** Όχι επιστροφή στην κοινότητα του κράτους, στη φυλετική/εθνική οικογένεια, ούτε στην κοινότητα ως «τρόπος ζωής», ως «λέσχη κοινών ενδιαφερόντων», ως «καταφύγιο της διαφορετικότητας»· ναι στην κοινότητα των ανθρώπων εν γένει, στον διεθνισμό, στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον φεντεραλισμό, όπου οι αυτόνομοι ελεύθεροι παραγωγοί, συμφιλιωμένοι με τη φύση, οικοδομούν ένα πραγματικά ελεύθερο παρόν και μέλλον, έχοντας πάντα το βλέμμα στραμένο στο παρελθόν – πραγματώνουν δηλαδή συνειδητά την ιστορία, και απελευθερώνουν πραγματικά το άτομο, πέρα από τη φυλή, το φύλο και τις τάξεις.

Απάντηση σε μία πρόσκληση συμμετοχής σε έκθεση

Αγαπητή Ντόρα,

Θα ήθελα να μοιραστώ με εσένα και με τα άλλα μέλη της ομάδας ορισμένες σκέψεις μου με αφορμή την υπό συζήτηση κοινή έκθεση εικαστικών και αρχιτεκτόνων στο χώρο του κέντρου διασκέδασης «Βοτανικός», στη συμβολή Ιεράς Οδού και Κωνσταντινουπόλεως, που προτείνεις να γίνει τον προσεχή Σεπτέμβρη.

Διαφάνηκε νομίζω στην πρόσφατη συνάντησή της ομάδας η επιφυλακτικότητά μου όσον αφορά το σκοπό μιας τέτοιας δράσης. Αποσαφηνίζω γιατί αντέδρασα, αν όχι αρνητικά τουλάχιστον επιφυλακτικά, στην πρότασή σας να συμμετάσχω στην έκθεση.

Πιστεύω ότι κάθε δράση πρέπει ενσυνείδητα να εξυπηρετεί έναν σκοπό πολύ πιο γενικό (πέρα από την όποια στενά λειτουργική αξία της στο πλαίσιο του συγκεκριμένου στόχου), που δεν μπορεί να είναι άλλος από την αντίσταση στην πραγματικότητα ως έχει και στην κυρίαρχη ιδεολογία που την στηρίζει και επιδιώκει την αέναη αναπαραγωγή της, κόντρα σε κάθε δυναμική αλλαγής της ιστορίας που μπορούν να επιβάλουν τα ίδια τα υποκείμενα. Η αντίσταση αυτή μπορεί να περιέχει απλώς στοιχεία άρνησης ή, πέρα από αυτό, να προσπαθεί να συγκροτήσει μια εναλλακτική πρόταση με μη πατριαρχικούς/καπιταλιστικούς όρους. Άρα οι διαδικασίες εμπλοκής στη δράση θα πρέπει να είναι ουσιαστικές προτάσεις θεμελιακής αμφισβήτησης, που να φέρνουν τα δρώντα υποκείμενα σε μία θέση κριτικού αναστοχασμού, τόσο ως προς τις συγκροτητικές προϋποθέσεις της ταυτότητας του μετανεωτερικού υποκειμένου μέσω των διαλεκτικών σχέσεων που διαμορφώνει η αλληλεπίδραση των παραγωγικών δυνάμεων και του πολιτιστικού εποικοδομήματος στο πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» (θεωρία), όσο και ως προς την δυνατότητα και τον τρόπο δυναμικής παρέμβασής τους στις διαδικασίες διαμόρφωσης της πραγματικότητας (πράξη). Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες μπορεί να είναι οι συνθήκες εκείνες που θα κινητοποιούσαν τη διεργασία απεγκλωβισμού του υποκειμένου από τους ετερόνομους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το κεφάλαιο, η «ελεύθερη αγορά» και ο καταμερισμός της εργασίας, οι διακρίσεις, η οικονομική εξάρτηση, ο κοινωνικός έλεγχος και η πολιτική καταπίεση.

Αν και έχω επίγνωση της εμμενούς διαδικασίας ανατροφοδότησης και αναπαραγωγής του πραγματικού στην «ολοκληρωτικά διευθυνόμενη» κοινωνία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του διαδικτύου και του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, καθώς και των περιορισμένων δυνατοτήτων «εξόδου» που παρουσιάζονται στην παρούσα συγκυρία και μορφή καπιταλιστικής συσσώρευσης (την αποκαλούμενη «μεταφορντική»), αρνούμαι να δεχτώ αυτό που κάποιοι ισχυρίζονται: ότι δεν υπάρχει πλέον πουθενά ένα «έξω» όπου να μπορεί να στεριώσει, να «εδαφικοποιηθεί», οποιαδήποτε αντίσταση και ότι μόνον η «απεδαφικοποιημένη», «νομαδική» αντίσταση, μέσω της οποίας εκφράζεται η πολλαπλότητα του «πλήθους» που δημιουργεί με την «αυθόρμητη» κίνησή του ρωγμές, είναι εφικτή. Τι είδους εναλλακτική πρόταση είναι αλήθεια αυτή που μπορεί να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στον «ολοκληρωτισμό» του ενός τρόπου, της μίας ερμηνείας; Ταιριάζει πραγματικά η θεωρητική κατασκευή μας με την υλική πραγματικότητα; Είναι τόσο αναδραστικό το σύστημα όσο θέλουμε να πιστεύουμε; Αν κάθε δράση γεννάει αντίδραση, η ενδυνάμωση π.χ. του φονταμενταλισμού και του εθνικισμού είναι ένα ανάχωμα στην ορμητική εισβολή της νεωτερικότητας, της εκκοσμίκευσης και της δυτικής έννοιας του Διαφωτισμού – κάτι τέτοιο δεν είναι ήδη μια «εξωτερική» θέση, μια άρνηση συμπερίληψης στο κυρίαρχο παράδειγμα ακόμα κι όταν η άρνηση αυτή χρησιμοποιεί τα μέσα της νεωτερικής, δυτικής τεχνολογίας για να εκφραστεί; Είναι δηλαδή μια αντίφαση που γεννάει το ίδιο το σύστημα κατά τη διαδικασία της ομογενοποιητικής συμπερίληψης. Μοιάζει ότι θα υπάρχει πάντα ένα διαφεύγον πεδίο, ένα «έξω» που δεν υπόκειται στους ρυθμιστικούς κανόνες λειτουργίας του συστήματος και το οποίο απειλεί μονίμως το σύστημα με απορρύθμιση. Δεν πρόκειται για το περιθώριο – για τον τόπο των αποκλεισμένων όπως ίσως νομίζουμε. Πρόκειται για την αρνητική εκδοχή της ίδιας της διαδικασίας, για το αντιστραμμένο είδωλό της.

Θα αναρωτηθείς ίσως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρότασή σας για την αυτόνομη διοργάνωση μιας έκθεσης έξω από θεσμούς και αγορά. Γιατί θα πρέπει να φορτίζεται τόσο έντονα κάθε απόπειρα δράσης; Μήπως δεν είναι η ίδια η δράση που δικαιολογεί τη συμμετοχή μας; Με μια έννοια, θα έλεγα όχι.

Στη συζήτησή μας επισημάνθηκε ότι στους στόχους της δράσης συμπεριλαμβάνονται η ευκαιρία διάλογου ανάμεσα στους εμπλεκόμενους και η σε συνεργασία διερεύνηση, με συγκεκριμένα μέσα (καλλιτεχνικά, θεωρητικά), του συγκεκριμένου χώρου (τόσο σαν κτίσμα όσο και σαν λειτουργικό κοινωνικό χώρο). Δόθηκε δηλαδή ιδιαίτερη έμφαση στην «εμπειρία της συμμετοχής» και στον πειραματισμό, αλλά και στην κοινωνιολογική φόρτιση του ίδιου του εκθεσιακού χώρου που αποτελεί παράλληλα και το θέμα της έκθεσης. Όμως πέρα από την αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της διυποκειμενικής επαφής, νομίζω ότι η «ερευνητική» μορφή τέχνης που επικαλείται μια τέτοια προσέγγιση γνωσιολογικής τάξης είναι αδιέξοδη. Η προσφυγή στη γνωσιολογία είναι έγκυρη μόνο στο όνομα της μιμητικής ιδιότητας της τέχνης, και στην γνωσιολογική αξία της μίμησης στη βρεφική και νηπιακή ηλικία στα περισσότερα είδη ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων. Επίσης, έχει νόημα όταν αναφερόμαστε στις αρχαίες μαγικοθρησκευτικές τελετές που αποτελούν τη μήτρα όλων των μετέπειτα εξατομικευμένων μορφών θρησκείας, επιστήμης και τέχνης. Εκτός του ότι τείνει να υποκαθιστά άλλες, καταλληλότερες μορφές έρευνας και ανάλυσης των κοινωνικών σχέσεων, η τέχνη που επικαλείται τη «γνώση» με τις μεθόδους της επιστήμης (αν και με άλλα μέσα) περιορίζει τη δυναμική των κοινωνικών εξελίξεων και του υφιστάμενου ανταγωνισμού που τις διαμορφώνει αποκλειστικά και μόνο στη σφαίρα της «επικοινωνίας» και της «διαδραστικής ικανότητας» των υποκειμένων.

Έχω την εντύπωση ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι ένα είδος «μετάφρασης» από τη γλώσσα των υλικών κοινωνικών σχέσεων στη συμβολική γλώσσα των αισθητικών μορφών ή/και των εννοιών. Αν κάνει κάτι τέτοιο, αναπαράγει απλώς έναν διπλό αντικατοπτρισμό που εγκλωβίζει τη σκέψη σε μια αέναη αλληλουχία της επανάληψης και της ομοιοτυπίας: αν το κοινωνικό μπορεί να αποδοθεί ως αισθητική μορφή και αν η αισθητική μορφή μπορεί να διατυπωθεί ως κοινωνική θεωρία τότε και τα δύο, και το κοινωνικό και η αισθητική μορφή, ως ομόλογα, μπορούν να υποκαθιστούν το ένα το άλλο. Μια τέτοια παραδοχή όμως μας επιφυλάσσει μια δυσάρεστη συνεπαγωγή: η αισθητική μορφή εγκλωβίζεται στην κοινωνική αναπαραγωγή του ήδη υπάρχοντος και γίνεται μια απλή αντανάκλασή του.

Για να διατηρήσει τη ζωτική αυτονομία της η αισθητική μορφή θα πρέπει να παραιτηθεί από κάθε απαίτηση γνωσιολογικής εγκυρότητας και να υπερασπιστεί το όραμα της ουτοπίας. Όχι πια μια κοινωνιολογική τέχνη, αλλά μια τέχνη που επιδιώκει την συν-κίνηση συναισθήματος και πνεύματος μέσω της αισθητικής μορφής.

Η τέχνη λοιπόν (υπερασπιζόμενη την αισθητική διάστασή της) οφείλει να αρνείται τους όρους παραγωγής του καπιταλιστικού μοντέλου και να διαφεύγει από την αναπαραγωγική διαδικασία του κοινωνικού. Να συγκροτεί, εν τέλει, αυτόν τον εξω-τόπο που μπορεί να βρει καταφύγιο η αντίσταση στην ολοποιητική δυναμική της φιλελεύθερης λαίλαπας. Όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο, αλλά και στο οντολογικό, εκφραστικό επίπεδο.

Αναμφίβολα, δεν είναι η τέχνη που θα αλλάξει τον κόσμο. Είναι όμως η τέχνη που μπορεί να διασφαλίσει την δυνατότητα αλλαγής του.

Ξέρω ότι οι ενστάσεις που διατύπωσα εδώ, εύλογα θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως μια απόπειρα απαξίωσης κάθε δράσης, όμως δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Διερευνώ περισσότερο παρά αποφαίνομαι. Θα επιθυμούσα, αν συμφωνεί και η ομάδα, οι συλλογισμοί μου αυτοί να αποτελέσουν τη συμμετοχή μου στη δράση σας, αφού δεν ξέρω πώς αλλιώς να συμμετάσχω σε μία έκθεση τέχνης χωρίς να αντιφάσκω με τις ίδιες μου τις απόψεις.

Όπως και να ’χει, εύχομαι ειλικρινά κάθε επιτυχία στην έκθεση, φιλικά
Μιχάλης Παπαρούνης
Πόρτο-Ράφτη, Κυριακή 15 Ιουλίου 2007

Ανεπίκαιρα σχόλια, 8/7/2007

1. Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της

Στον σφαιρικό κόσμο της διασύνδεσης, της άμεσης επικοινωνίας και της τηλε-γνώσης, η διαφυγή είναι αδύνατη. Σχεδόν απαγορευμένη. *** Με την απειλή της περιθωριοποίησης να μεγαλώνει σε κάθε νέο βήμα, σε κάθε νέα ανακάλυψη της τεχνολογίας των μικροεπεξεργαστών και των δικτύων, το άτομο υποτάσσεται στην ανεξέλεγκτη «αποικιοποίηση» ολόκληρης της ζωής του και παραχωρεί ασύγγνωστα το δικαίωμα χειραγώγησης και ελέγχου της στον τεχνοεπιστημονικό λόγο της ολιγαρχίας. *** Ό,τι παρουσιάζεται ως θετικό αποτέλεσμα της «Ψηφιακής Επανάστασης» (Digital Revolution) συνηγορεί στον οικιοθελή εγκλεισμό του ατόμου στη «διασυνδεσιμότητα» και μάλλον στρέφει την προσοχή του στα όμορφα μάτια της πωλήτριας παρά στο ίδιο το εμπόρευμα που εκείνη πουλάει. *** Η «ρευστή ταυτότητα» της κυβερνοπερσόνας, του avatar ή του agent δεν απαλλάσσει την ύπαρξη από την βάσανο της αυτοσυνείδησης και του αυτοκαθορισμού, ούτε την απαλλάσσει από το άχθος των επιλογών και των δυνατοτήτων της. Όσο «ρευστή» κι αν διατείνεται ότι είναι αυτή η ταυτότητα θα είναι πάντοτε δέσμια της ύλης και της σωματικότητας – η πείνα, ο πόνος, η ηδονή, ορίζουν το σημείο πύκνωσης της εγκατασπαρμένης στο διαδίκτυο ύπαρξης, ένα σημείο που θα είναι πάντοτε σε εκκρεμότητα αλλά απαραίτητο για την όποια συγκρότηση του υποκειμένου – το σώμα. *** Το διαδίκτυο επαναφέρει τον διαχωρισμό ύλης και πνεύματος με το να ενεργοποιεί τη διανοητική λειτουργία σε βάρος της σωματικής. Ένα σώμα που δεν μπορεί να συμμετάσχει με τις αισθήσεις στην αντίληψη της πραγματικότητας είναι στερημένο, είναι ασύγγνωστα ασκητικό. *** Εγκαταλείποντας την σάρκα στον κόσμο που της αρμόζει, η διάνοια ταξιδεύει με την ταχύτητα των ηλεκτρονίων, μέσα από καλώδια και δορυφόρους, αλλάζει ένα εκατομμύριο φορές πορεία, διασπάται και ανασυντίθεται, είναι απανταχού παρούσα και μπορεί να εποπτεύει εν δυνάμει τα πάντα. *** Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της καταπιέζει την σάρκα, της στερεί την δυνατότητα συμμετοχής και ανάλογης ικανοποίησης από τις δραστηριότητες στις οποίες η ίδια η διάνοια συμμετέχει. *** Έχοντας απελευθερωθεί από το σώμα η διάνοια τώρα διαδηλώνει ότι το σώμα είναι νεκρό. Μας έχει απομείνει μόνο η ανάμνησή του. Γι’ αυτό το περιποιούμαστε, το θαυμάζουμε και το επιθυμούμε τόσο.

2. Η ανοίκεια κοινότητα και οι παραμορφωτικοί καθρέφτες

Το διαδίκτυο συνενώνει όσο και κατακερματίζει. Κάθε αναφορά σε δικτυακού τύπου οργάνωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη της αυτή την αντινομία. *** Το επί μέρους και το όλον δεν έχουν μια σχέση αναλογίας αλλά μια σχέση «ανταγωνισμού». Το επί μέρους τείνει να επιβεβαιώνει συνεχώς τη διαφορά του, να διαφυλάξει την διαφοροποιημένη ταυτότητά του στη σειραϊκή παραγωγή ταυτοτήτων μέσα στο μεγάλο κοινωνικό εργοστάσιο. *** Η δυναμική της βούλησης των υποκειμένων για αυτοκαθορισμό προκαλεί την κίνηση της μηχανής και παράγει το πεδίο των σχέσεων, του ανταγωνισμού και των αντιπαραθέσεων. Στην αλυσίδα της βιομηχανίας αυτές οι λειτουργίες αντιστοιχούν στις διαδικασίες της τμηματικής παραγωγής και της συναρμολόγησης αντίστοιχα. Στην λογική του διαδικτύου είναι οι κόμβοι και οι συνάψεις. *** Κάθε ταυτότητα ορίζεται εν μέρει αποφατικά, σε αντιπαράθεση με άλλες ταυτότητες, σαν κάτι «που δεν θα ήθελε να είναι» παρά σαν κάτι «που θέλει να είναι», και εν μέρει με τον αντίθετο, καταφατικό τρόπο, προσδιορίζοντας ενεργά την θετική εικόνα της θεμελιώδους φαντασίωσής της, που λειτουργεί πότε ως συνεκτική ιδεολογία και πότε ως «ξόρκι» κατά του Άλλου. *** Όποιος κι αν είναι ο τρόπος παραγωγής και συγκρότησης της ταυτότητας, και ακόμα πιο ειδικά, αν ιδωθεί ως ιστορική διαδικασία που διαμορφώνεται σε σχέση με άλλους παράγοντες (οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς), είναι πάντα σε αντιπαράθεση με την ολότητα. Συγκροτείται για να διαχωριστεί, να συμπεριλάβει και όχι να συμπεριληφθεί. *** Έτσι, η πολιτική της ταυτότητας συνενώνει ενώ διαχωρίζει. Επιθυμεί να ορίζει την κοινότητα της διαφοράς. Φέρνει στο προσκήνιο την απωθημένη δυναμική του καπιταλισμού και την παραγωγική της αποτελεσματικότητα στο επίπεδο του καταμερισμού της εργασίας και των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. *** Εκατομμύρια παραμορφωτικοί καθρέφτες, στραμένοι ο ένας στον άλλον, αναπαράγουν στο διηνεκές τα παραποιημένα είδωλα και τις αντανακλάσεις. Η αίσθηση του (κοινωνικού) χώρου γίνεται ρευστή, ιλιγγιώδης, άμορφη και, εν τέλει, α-νόητη. «Η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο άτομα που επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον» (Μάργκαρετ Θάτσερ). *** Η κοινότητα είναι ανοίκεια. Καταφύγιο ατομικής ανάγκης, όχι εφαλτήριο κοινών κατακτήσεων. *** Αναζητώντας την απομόνωση και την προστασία στην ανοίκεια κοινότητα, το σύγχρονο άτομο ζητάει να απελευθερωθεί ανώδυνα από την καθολική επιταγή της ανθρώπινης συνύπαρξης, της οικείας κοινότητας. *** Αρνούμενη την ολότητα, η ανοίκεια κοινότητα, αρνείται τον απεγκλωβισμό και την απελευθέρωση ανθρώπου και φύσης από την καταστροφική υποταγή στην εργαλειακή ορθολογικότητα και τον κατακερματισμό του κόσμου σε γνωσιολογικά πεδία όπου η επιστήμη, σχεδόν ιερατικά, συντάσσει το «έγκυρο» λεξικό της ζωής.

Ποιο έργο παίζεται στην «κεντρική σκηνή»;

Η περεταίρω ανάπτυξη της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχτεί –δυστυχώς– στην ίδια την εγγενή δυναμική της κι έτσι επιδιώκει την υποστήριξη από εξωγενείς παράγοντες, που περισσότερο σχέση έχουν με τη γενικότερη τάση «εκσυγχρονισμού» της αγοράς παρά με μια πραγματική συνεισφορά στην όποια καλλιτεχνική άνθηση.

Σε αυτή τη φάση, η τέχνη προσφέρεται να γίνει το εξωραϊστικό άλλοθι φιλόδοξων οικονομικών συμφερόντων που επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην αγοραπωλησία γης, στις οικοδομικές κατασκευές και στη βιομηχανία της διασκέδασης και έχουν κατά νου διάφορα σχέδια «ανάπλασης και ανάπτυξης» της πόλης. (Ήδη παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας τέτοιας επένδυσης στην περιοχή του Μεταξουργείου – αλλά τα ίδια συμβαίνουν και στο Γκάζι, στην Πειραιώς, στον Ελαιώνα, στη Συγγρού κ.α.) Τα συμφέροντα αυτά απέκτησαν πολύ εύκολα πρόθυμους συμμάχους στο χώρο της τέχνης όχι μόνο επειδή οι οικονομικοί πόροι που διαθέτουν είναι δυσεύρετοι και αποτελούν πάντα το ζητούμενο σε όποια προσπάθεια ανάπτυξης, αλλά κυρίως επειδή οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες της τέχνης, ειδικότερα η νέα γενιά, έχουν αποδεχτεί πλήρως το γενικότερο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν και δεν επιθυμούν καμία σοβαρή αντιπαράθεση μαζί του, αντιθέτως, όπως έχουμε πει αλλού, επιδιώκουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους. Έτσι, λοιπόν, κάθε ευκαιρία που τους προσφέρεται είναι καλοδεχούμενη και η αναγωγή της στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα που την υπαγορεύουν σπανίως γίνεται αντικείμενο διερεύνησης, πόσο μάλλον κριτικής.

Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη «λειτουργική» δυναμική αυτής της γενιάς, που αποκομμένη από το παρελθόν και τις «ιδεολογίες» του, συγκλίνει με το κυρίαρχο ρεύμα και εκμεταλλεύεται τη ροή της πληροφορίας και του κεφαλαίου, οικειοποιούμενη την ρητορική της παγκοσμιοποίησης και του δυτικού μοντέλου φιλελεύθερης δημοκρατίας, προκειμένου να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει τη δική της τάξη πραγμάτων. Είναι επόμενο: όταν εξασφαλιστεί η συναισθηματική και θεωρητική θωράκιση που παρέχει η συγκατάβαση, η ενέργεια που περισσεύει μπορεί να επενδυθεί σε μια συνεχή κινητικότητα και δράση, με εντυπωσιακά κάποιες φορές αποτελέσματα, τουλάχιστον σε οργανωτικό επίπεδο. Η δυναμική που απέκτησε τα τελευταία χρόνια η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα είναι νομίζω αποτέλεσμα της αλλαγής «παραδείγματος» που σήμανε η υιοθέτηση μεταμοντέρνων απόψεων για τον καλλιτέχνη και την τέχνη από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους, που κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτό-ορίστηκαν και έθεσαν το αίτημά τους για επανακαθορισμό των προϋποθέσεων και του πλαισίου παραγωγής και διακίνησης της τέχνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν έως το σημείο να επιχειρήσουν να το διαμορφώσουν οι ίδιοι εκ του μηδενός. Και πάλι όμως δεν ήταν τα συμμετέχοντα υποκείμενα και οι επιθυμίες τους που καθόρισαν την μορφή και την κατεύθυνση της ανάπτυξης αυτής, αλλά το εξισορροπητικό «αόρατο χέρι» της αυτορύθμισης της αγοράς που εξασφαλίζει τους πιο «αντικειμενικούς» όρους αξιολόγησης, μακριά από «μεταφυσικές» και «ουσιοκρατικές» αντιλήψεις για την τέχνη και την συζήτηση για την κοινωνική και οντολογική σημασία της.

Υπό την κηδεμονία του κεφαλαίου και των ποικίλλων συμφερόντων του (τόσο οικονομικών, όσο και αυτοπροσδιοριστικών, ταξικών) ο εργαλειακός ορθολογισμός της «εγκατάστασης» (με την έννοια του καταλαμβάνω έναν συγκεκριμένο χώρο ως χώρο αυτοπροσδιορισμού) και της διαμόρφωσης του πεδίου δράσης (η «επαγγελματικοποίηση» είναι το πρώτο στάδιο μιας προσχεδιασμένης διαδικασίας) ξεχερσώνει το έδαφος στο χώρο της τέχνης, το καθαρίζει από τα ζιζάνια και την απροσδιοριστία της ζωντανής ύπαρξης, προκειμένου να εγκαταστήσει το Λόγο του κεφαλαίου, την πάσει θυσία ανάπτυξη εις βάρος κάθε άλλης εκδοχής και δυνατότητας.

Η ρητορική περί αποτελεσματικότητας και η φιλοδοξία δημιουργίας μιας «κεντρικής σκηνής» (δηλαδή ενός πεδίου όπου «τα πράγματα συμβαίνουν» και η σύναξη των ισχυρών «παικτών», των πρωταγωνιστών, συγκεντρώνει την προσοχή των πολλών, προκαλώντας είτε θετικές είτε αρνητικές αντιδράσεις που με τη σειρά τους γίνονται συστατικά στοιχεία της «δημόσιας σφαίρας») χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τον ανεπιφύλακτο συμβιβασμό. Η ύπαρξη μιας «κεντρικής σκηνής», εκτός του ότι υιοθετεί τους όρους του θεάματος («όχι όμως ως αμαρτωλή Βαβυλωνία, αλλά ως καθεδρικός ναός της διασκέδασης ανεβασμένου επιπέδου», Χορκαχάιμερ-Αντόρνο), οριοθετεί όχι μόνον το δικό της πεδίο αλλά και εκείνο του «περιθωρίου», με την έννοια ότι η «κεντρική σκηνή» οργανώνεται ακριβώς ως η άρνησή του. Αυτοστιγμεί σχηματίζονται οι έννοιες της συγκατάβασης και της άρνησης, της συμπερίληψης και του αποκλεισμού, του «μέσα» και του «έξω». Με έναυσμα την οργανωτική ορθολογικότητα οι σχέσεις ιεραρχούνται, η αυθεντία διαχωρίζεται και επικαλείται τη διαφορά της για να κυριαρχήσει, ο καταμερισμός των ρόλων είναι αναπόφευκτος και όλοι βρίσκουν τη θέση τους, ακόμα και με το ζόρι. Το σύστημα αφομοιώνει όσους συναινούν και αποκλείει τους διαφωνούντες. Εφόσον τα συμμετέχοντα υποκείμενα παραχωρούν το δικαίωμα της αυτονομίας, διαιτητής των κρίσεων ορίζεται ο Νόμος και το Δίκαιο του ισχυρού. Και σίγουρα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβουμε ποιος είναι ο ισχυρός στη σχέση αυτή… Η ολοκληρωτική υπαγωγή της τέχνης στο θέαμα (δηλαδή στην αγορά και τους νόμους της) είναι το ένα σκέλος των αντισταθμιστικών μέτρων που απαιτεί το επενδυμένο κεφάλαιο για τη διασφάλισή του. Το άλλο σκέλος είναι η εξασφάλιση της αναπαραγωγής και διάδοσης της ιδεολογίας που περιγράφει την τέχνη ως μέσον οντολογικής κάθαρσης και σημείο έκφρασης του ιδιαζόντως ανθρώπινου στοιχείου: της δημιουργίας, όταν στην πραγματικότητα κάθε τέτοια λειτουργία της τέχνης έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί και χρησιμοποιείται απλώς ρητορικά, για να συνεχίσει να εκβιάζει την κοινωνική επικύρωση και συμπερίληψη σε ένα σύστημα αξιών που δεν διαθέτει πλέον καμία ουσιαστική ισχύ. Η αλήθεια είναι ότι, απογυμνωμένη από την αίγλη του παρελθόντος της η σύγχρονη τέχνη, ήδη από την εποχή του Duchamp, φτύνει κατά πρόσωπο τις αστικές καταβολές της, στρέφεται κατά του εαυτού της (από τότε διαλαλείται ο περιβόητος «θάνατος της τέχνης») και αποκόπτεται από τις θεμελιώδεις αξιώσεις του αστικού κοινωνικού οράματος και τον ρόλο που της αναλογούσε μέχρι τότε σε αυτό. Από τη λυσσαλέα επίθεση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας σε κάθε αστική φαντασίωση και την αθρόα σύνταξή της στις γραμμές της επανάστασης έως την πλήρη ενσωμάτωση της σύγχρονης τέχνης στην αγορά και στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, η απόσταση είναι πραγματικά μεγάλη, αλλά την έχουμε ήδη διανύσει.

Η διασφάλιση της ευημερίας και της αναπαραγωγής του αστικού ιδανικού προϋποθέτει την «ανάπτυξη» και την «πρόοδο», τόσο την οικονομική όσο και την πολιτισμική, και ανατροφοδοτεί την ανάγκη για το νέο, το καινοφανές, στηρίζοντας κάθε πόλο ενεργητικής σκέψης και πράξης που μπορεί να είναι παράγοντας αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων, ακόμα κι αν οι αρχικές προθέσεις αυτού του πόλου ήταν απροκάλυπτα εχθρικές απέναντι στον καπιταλισμό. Στην τέχνη, η καινοτομία είναι εγγεγραμμένη ως δυνατότητα αναπροσδιορισμού της πραγματικότητας και του υποκειμένου, ως παραγωγική μήτρα μορφών και συγκειμένων εκτός συμβατικού κανονιστικού πλαισίου και κοινωνικών περιορισμών. Το κεφάλαιο κατάφερε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε αυτή η δυναμική της καινοτομίας που περικλείει η τέχνη να καταστεί παραγωγική για τα δικά του συμφέροντα – δεν προσπάθησε να την εξαλείψει αλλά να την οικειοποιηθεί. Η υπ’ αυτούς τους όρους υπεράσπιση μιας «αυτονομίας» της τέχνης δεν είναι παρά το άλλο πρόσωπο της παρεμβατικής ικανότητας του καπιταλισμού στην διασφάλιση της αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης σε κάθε πτυχή και επίπεδο της κοινωνίας, από τον μινιμαλισμό του στοιχειωδώς απαραίτητου για την επιβίωση έως τον μαξιμαλισμό της δημιουργίας, των προσωπικών σχέσεων, της αυτοδιαχείρισης του χρόνου, της αναπαραγωγικής ικανότητας, της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας – στην «αποικιοποίηση» εντέλει της ίδιας της ζωής. Έτσι, ο ρεαλισμός τής με κάθε μέσο ανάπτυξης του κεφαλαίου γίνεται ο τάφος της ελπίδας για μια πραγματική άνθηση της τέχνης.

Μπορούμε, λοιπόν, υπ’ αυτές τις συνθήκες να κλείσουμε τα αυτιά στις Σειρήνες της ανάπτυξης και να αναζητήσουμε εναλλακτικούς δρόμους και τρόπους ουσιαστικής καλλιτεχνικής άνθησης; Μιας άνθησης που θα είναι στην πραγματικότητα η έμπρακτη αντίσταση των δρώντων υποκειμένων στη μοιρολατρία της πραγματικότητας ως έχει και των αλλοτριωμένων σχέσεων που αυτή διαμορφώνει; Τελικά, δεν είναι μόνο η απάτη της «ανάπτυξης» η οποία υπόσχεται την άνθηση της τέχνης που πρέπει να αποκαλυφθεί. Είναι και η αλαζονεία της «αποτελεσματικότητας» που πρέπει να μετριαστεί. Η άρνηση της δυναμικής του κεφαλαίου και της αγοράς και η μεταστροφή της σε αντίρροπη δυναμική δράσης, που επιδιώκει την ανατροπή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης επικαλούμενη τον πιθανό ρόλο της τέχνης σε μια απελευθερωμένη κοινωνία, μπορεί να διασώσει ακόμα την ελπίδα γι’ αυτήν την κοινωνία.

ΔΙΚΤΥΟ ΝΟΜΑΔΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Χωρικές καταστάσεις-δράσεις στο Γκαζοχώρι
Θέμα: Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

>26 Ιουνίου 19.00-23.00: παρουσίαση των project-
περιπλάνηση στην περιοχή
> 28 Ιουνίου 18.00: Δημόσια συζήτηση
“Ο μετασχηματισμός του εδάφους στο Γκαζοχώρι”
καφενείο BEDUIN, Ελασιδών 20, Γκάζι

Το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική στις 26 Ιουνίου του 2007 θα υλοποιήσει στο Γκαζοχώρι, μία σειρά από χωρικές καταστάσεις-δράσεις οι οποίες θα πραγματοποιηθούν στην περιοχή από αρχιτέκτονες, εικαστικούς, και άλλους, οι οποίοι συμμετείχαν στο project 2007 του δικτύου «Ο μετασχηματισμός του εδάφους, ένα σχέδιο στην τοποθεσία».
Οι δράσεις στηρίζονται στην εμπλοκή των παραπάνω και στη συνέχεια στην εμπλοκή τους στον τόπο Γκαζοχώρι, και στις μητροπολιτικές συνθήκες. Ο σχεδιασμός-δράση έγινε επί τόπου μέσα από την τεχνική της εδαφικής παρατήρησης, από το βίωμα του τόπου και των ιδιαίτερων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι στο Γκαζοχώρι και στην ευρύτερη περιοχή, πρόκειται σήμερα για μια εδαφική κατάσταση που την χαρακτηρίζει η πολυπλοκότητα, η αβεβαιότητα και η εξαιρετική εκμετάλλευση, και ότι η περιοχή μπορεί να προσδιοριστεί ως μία οριακή κατάσταση σε μετασχηματισμό, που είναι «διάτρητη» μέσα στην μητροπολιτική πραγματικότητα της Αθήνας.
Ο καθένας/καθεμία από τους συμμετέχοντες έχει επεξεργαστεί ένα project στην τοποθεσία μέσα από την επιτόπια έρευνα και έχει καταλήξει σε ένα ΣΧΕΔΙΟ-ΔΡΑΣΗ που θα παρουσιαστεί in situ. Τα ΣΧΕΔΙΑ-ΔΡΑΣΕΙΣ δημιουργούν μία περιπλάνηση-χαρτογράφηση στην περιοχή. Επιδίωξη ήταν να βρεθεί η μεθοδολογία καθώς και τα εξειδικευμένα εννοιολογικά εργαλεία, για το πώς μπορεί η αρχιτεκτονική και η τέχνη να επέμβουν δυναμικά στην αστική κατάσταση και τον μετασχηματισμό του εδάφους. Η περιοχή βιώνει σήμερα την βίαιη συνθήκη μετασχηματισμών οι οποίοι δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους κατοίκους.
Στα τρία χρόνια που το Δίκτυο βρίσκεται στην περιοχή, έχουν σημειωθεί απίστευτες αλλαγές, καθώς πολλοί κάτοικοι εκτοπίζονται, η κατοίκηση εξ αιτίας των κέντρων διασκέδασης είναι αδύνατη, ο σταθμός του μετρό σύντομα πρόκειται να λειτουργήσει, πολυώροφα κτίρια κατασκευάζονται και στην γειτονική περιοχή του Ελαιώνα πρόκειται να συμβούν μεγάλες και βίαιες αλλαγές.
Η δημόσια συζήτηση στις 28 Ιουνίου έχει σκοπό να αποτελέσει ένα μανιφέστο για τα ζητήματα της περιοχής στο οποίο θα συμβάλλουν όλοι οι παρευρισκόμενοι-ες.
Επιδίωξη του Δικτύου είναι μέσα από αυτές τις διαφορετικές επεξεργασίες να αναδείξει την κρυμμένη δυναμική της τοποθεσίας , να φέρει τον αρχιτέκτονα και τον εικαστικό σε άμεση επικοινωνία με τους κατοίκους και τα ζητήματα που απασχολούν την περιοχή, να δώσει στους κατοίκους έναν χώρο συμμετοχής και έκφρασης. να επηρεάσει το παρόν και το μέλλον της περιοχής.
Λαμβάνοντας υπ’ όψη τις απόψεις για την πόλη, των καταστασιακών, της Land Art, των ριζοσπαστών αρχιτεκτόνων του ’70, αλλά και τις εμπειρίες που έρχονται από τη δημόσια τέχνη, συνεχίζουμε την εμπειρία μας στην τοποθεσία και επιδιώκουμε να την μετατρέψουμε σε μια μεθοδολογική έρευνα ικανή να επηρεάσει την πραγματικότητα.
Σας καλούμε σε μια περιπλάνηση στο Γκαζοχώρι στις 26 Ιουνίου 2007 στις 7 το απόγευμα ξεκινώντας από την κεντρική πλατεία Κουλούρη (πίσω από τον ΟΤΕ στην οδό Πειραιώς), όπου θα έχει αναρτηθεί ο χάρτης ο οποίος θα ακολουθήσετε και στην δημόσια συζήτηση με θέμα «Ο μετασχηματισμός του εδάφους στο Γκαζοχώρι» που θα γίνει στο καφενείο BEDUIN απέναντι από την κεντρική πλατεία στις 28 Ιουνίου στις 6 μμ
Η συζήτηση έχει σκοπό να αναδείξει τα κρυμμένα προβλήματα της περιοχής, να συζητηθούν παρόμοιες εμπειρίες που αφορούν ζητήματα κατοίκησης , να λάβει θέση ως προς τα ζητήματα εκτοπισμού των κατοίκων να προτείνει ως προς τις αλλαγές οι οποίες αφορούν την περιοχή να δημιουργήσει ένα ευρύτερο κίνημα από αρχιτεκτονες εικαστικούς και πολίτες οι οποίοι παίρνουν θέση ως προς αυτά ώστε να δημιουργηθεί ένα Μανιφέστο.

Για περισσότερες πληροφορίες:

www.nomadikiarxitektoniki.net

info@nomadikiarxitektoniki.net

Ορισμένες παρατηρήσεις και μία πρόταση με αφορμή τις εξελίξεις στη σκηνή της ελληνικής σύγχρονης τέχνης

Είναι μια θλιβερή πραγματικότητα: πολλοί «γιάπηδες» της εποχής μας δεν ονειρεύονται πια καριέρα στις πολυεθνικές, χρηματιστήρια, τράπεζες και μπίζνες, αλλά καριέρα στο χώρο «της τέχνης και του πολιτισμού».Είναι το νέο trend του οποίου το ανερχόμενο glamour γοητεύει κυρίως γόνους της μεσοανώτερης τάξης. Αφού περάσουν επιτυχώς από την ομογενοποιητική διαδικασία της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, φτάνει η στιγμή που, υιοθετώντας από τη μια τη ρητορική της αντίστασης αλλά από την άλλη την πρακτική της αποδοχής, του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης, συνειδητοποιούν ότι εχθρεύονται όσο τίποτε άλλο «τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και τα κολλήματα». «Ανοιχτοί σε όλα» μέχρι σημείου απώλειας κάθε συνοχής και νοήματος, οι σύγχρονοι διάκονοι της τέχνης ευαγγελίζονται νέα ήθη – στην πραγματικότητα ωστόσο, η ηθική τους είναι η ηθική του δούλου. Εκπαιδεύτηκαν να αποδέχονται την αυθαιρεσία της εξουσίας, του κεφαλαίου και των κυρίαρχων σχέσεων εκμετάλλευσης. Παραχωρούν αυτόβουλα τα όποια προνόμια της τέχνης ως πεδίου ηθικής συγκρότησης του απελευθερωμένου, συμφιλιωμένου με τη φύση υποκειμένου, βορά στους λύκους του καπιταλισμού. Αντί να αντισταθούν ως όφειλαν, προτίμησαν να ανοίξουν διάπλατα την κερκόπορτα στον καπιταλισμό για την άλωση ενός ακόμα οχυρού όπου μπορεί να συγκροτηθεί η αντίσταση στη βαρβαρότητα και τον αφανισμό, νομίζοντας ότι υποδέχονται με αυτόν τον τρόπο κάποιον βίαιο, ωστόσο πολλά υποσχόμενο, απελευθερωτή που θα μας απαλλάξει μια για πάντα από τα βαρίδια με τα οποία μας επιβραδύνουν οι «ιδεολογικές αγκυλώσεις και τα κολλήματα» του παρελθόντος.

Παιδιά της παγκοσμιοποίησης οι περισσότεροι, αναμασούν σαν τσίχλα τον Ντελέζ, τον Φουκό, ίσως και τον Νέγκρι, έχουν βιώσει μέσω της τηλεπαιδείας τους τον μεταμοντέρνο ολοκληρωτισμό της εικόνας και έχουν εμπεδώσει την ιδεολογία της κουλτούρας της ταυτότητας, αποστρέφοντας το βλέμμα από κάθε προοπτική ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής («είναι ουτοπικό, είναι αντιδραστικό, είναι ενάντιο στην αδιάρρηκτη εμμένεια του συστήματος, και ακόμα χειρότερο: είναι passé!», τους ακούω να τιτιβίζουν).

(Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να συζητήσουμε κάποτε το κατά πόσον αυτές οι απόψεις εκφράζουν στην πραγματικότητα τον άμετρο επαρχιωτισμό που διακατέχει την από δεύτερο χέρι επιχειρηματολογία μας περί κοινωνίας και τέχνης αντί του δήθεν σύγχρονου τρόπου αντίληψης της τέχνης, της κοινωνίας και της πραγματικότητας, όπως ισχυρίζονται οι φορείς τους.)

Και τώρα, ήρθε η ώρα που το πράγμα ωρίμασε, οι γιάπηδες της τέχνης ένιωσαν πως είναι αρκούντως ισχυροί και κήρυξαν τη δική τους επανάσταση. Μόνο που αντί να επιδιώξουν, όπως όλοι οι επαναστάτες, τη ρήξη και την ανατροπή, μετατράπηκαν αυτοβούλως σε υπερεργατικούς συντελεστές της ανακύκλωσης του ήδη υπαρκτού: επιδιώκουν να δομήσουν με «επαγγελματικούς όρους» έναν σαφώς οριοθετημένο χώρο για τις δραστηριότητές τους, ενώ ισχυρίζονται ότι θέλουν και μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα μεταστρέφοντας το νόημα που παράγουν οι κατεστημένες δομές. Και επειδή στη χώρα μας υστερούμε στη θεσμική οργάνωση του χώρου της τέχνης, λένε, θα πρέπει να δημιουργήσουμε εμείς τους θεσμούς, άλλωστε τους χρειαζόμαστε για να μπορούμε κατόπιν να τους αμφισβητήσουμε.

Από αυτή την εντατική, άοκνη προσπάθεια που καταβάλλουν για να διαμορφώσουν βάσει επαγγελματικών προδιαγραφών αυτόν το χώρο, έχει ξεκινήσει ένας ολόκληρος μηχανισμός νομιμοποίησης με πραγματικό, αν και συγκαλυμμένο, έργο την αναπαραγωγή υπεραξίας για το νεοεπενδυμένο στο χώρο της τέχνης κεφάλαιο. (Εδώ θα πρέπει να αποσαφηνίσω ότι με τον όρο «επενδυμένο στο χώρο της τέχνης κεφάλαιο» δεν εννοώ μόνο το κεφάλαιο που αναμειγνύεται ευθέως στην αγοραπωλησία έργων τέχνης αλλά και εκείνο το κεφάλαιο που επενδύεται σε «παράπλευρες» με την τέχνη δραστηριότητες. Με τα όλο και πιο δυσδιάκριτα όρια μεταξύ τέχνης και διασκέδασης να προσδίδουν μια τρομακτική δυναμική στη διάχυση της τέχνης στην κοινωνία, ποικίλα συμφέροντα σπεύδουν να επωφεληθούν από την αύξηση της πελατειακής βάσης της τέχνης.)

Πρώτα απ’ όλα, η «επαγγελματικοποίηση» του χώρου προαπαιτεί την εν πολλοίς άκριτη αποδοχή και τη νομιμοποίηση των δομών της αγοράς, των αξιών του κέρδους, της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου ως κορυφαία ανθρώπινα κίνητρα δράσης από τη μια και ως μοναδικό βιώσιμο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας από την άλλη. Κατά δεύτερον, και εξίσου σημαντικό, επιδιώκει να καθορίσει αυστηρά ένα πεδίο όπου η νομιμοποίηση της εκφοράς κάθε σχετικού λόγου συντελείται εντός του ίδιου του πεδίου και με βάση τους θεσπισμένους κανόνες του (όπως σε κάθε άλλη επιστήμη). Αυτή η προαπαιτούμενη διπλή «επιστημολογική συνέπεια» επιδρά καίρια πάνω στους αλαφιασμένους καριερίστες της τέχνης που θεωρούν υποχρέωσή τους (αν και κανείς δεν τους το επιβάλλει ρητά) να ενταχτούν στον αισθητικό κανόνα του συρμού, παπαγαλίζοντας ανοίκειες εν τέλει στους ίδιους αναφορές σε θεωρίες, μορφές και περιεχόμενα. Το εύρος της «γνώσης» σε ένα τέτοιο σύστημα είναι ανάλογο με το βαλάντιο σε χρόνο που μπορεί να δαπανήσει κανείς για να ψωνίσει από το απέραντο σούπερ μάρκετ ετερόκλητων ιδεών και απόψεων – ταξιδεύοντας, σπουδάζοντας, επικοινωνώντας, διαβάζοντας, σερφάροντας.

Μια τέτοιας φύσεως αυτοαναφορική δομή σταδιακά υπερβαίνει τα υποκείμενα και παγιώνει κανονιστικούς μηχανισμούς ένταξης και αποκλεισμού των ίδιων των υποκειμένων από το ανατροφοδοτούμενο πλέον σύστημα. Οι εστίες εξουσίας και ανακύκλωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας που διαμορφώνονται εντός του κανονιστικού πλαισίου υπαγορεύουν και αναπαράγουν συγκεκριμένους τύπους σχέσεων (τόσο διαπροσωπικών όσο και εργασιακών) μεταξύ των συμμετεχόντων υποκειμένων. Η απειλή του αποκλεισμού, της μετάβασης δηλαδή σε ένα ιδιόμορφο καθεστώς ανυπαρξίας, που χτίζεται με την αδιαφορία και την αποσιώπηση, επικρέμεται σαν τη Δαμόκλειο σπάθη πάνω από τον καθένα και καθορίζει τα στενά όρια της επιτρεπόμενης υπέρβασης των κανόνων. Κανείς δεν σε τιμωρεί για την απιστία σου, απλώς το σύστημα σε «εκβάλει». Παύεις να έχεις παρουσία στη «δημόσια σφαίρα» του χώρου, χάνοντας έτσι την «υπόστασή» σου, κάτι που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τη λειτουργική εξαφάνισή σου. Σε αυτή την περίπτωση, εργαλεία όπως τα περιοδικά, οι εκδόσεις βιβλίων και καταλόγων, οι εκθέσεις, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί και ιδρύματα που έχουν σχέση με την τέχνη, η ακαδημία, ο Τύπος, τα μμε και πιο πρόσφατα τα blogs, συμβάλουν τα μέγιστα ως παράγοντες ρύθμισης των ορίων της κανονικότητας και κατ’ επέκταση των όρων ένταξης ή αποκλεισμού στο σύστημα. Δημιουργούν τη «δημόσια σφαίρα» όπου προβάλλεται η συμβολική ατομική ταυτότητα και τεκμηριώνεται η επιτυχία ή αποτυχία των εκάστοτε συμμετεχόντων. Η κατασκευασμένη, διαμεσολαβημένη αυτή persona βρίσκεται σε μια συνεχή διαλεκτική σχέση καθορισμού με το «πραγματικό» υποκείμενο εντός του περιορισμένου, αυτόνομου συστήματος βάσει του οποίου συγκροτείται. Το να μην είναι πια κάποιος «στο παιχνίδι», όχι γιατί το επέλεξε αλλά διότι του το επέβαλαν οι μηχανισμοί ένταξης/αποκλεισμού του συστήματος, είναι η πιο σκληρή τιμωρία αφού επιδρά σοβαρά στον αυτό(ετερο)καθορισμό της φαντασιωτικής ταυτότητάς του.

Οι καθαρά οικονομικές πλευρές αυτής της διαδικασίας, που σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα παραγωγής παραμένουν σημεία τριβής, έντασης, ανταγωνισμού και διαπάλης των υποκειμένων και των κοινωνικών δυνάμεων, παραμένουν εδώ αθέατες, συγκαλυμμένες από την πατίνα της «κουλτούρας» και του «πολιτισμού».(Επιμένω ότι κάποια έννοια του «υψηλού» υποφώσκει πάντα στο μυαλό όσων ασχολούνται με την τέχνη – η αντίληψη αυτή, όσο κι αν η τέχνη αφομοιώνεται ολοένα και περισσότερο από τη βιομηχανία της διασκέδασης και τη μαζική κουλτούρα, είναι αισθητή στην ελιτίστικη αντιμετώπιση της ενασχόλησης αυτής από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, αλλά και από την ίδια τη θέση της τέχνης στο κοινωνικό σύστημα αξιών).

Όπως κάθε είδος πολυτελείας, του οποίου το κόστος, η σπάνη και το επενδυμένο σε αυτό κύρος καθορίζουν την συμβολική κοινωνική αξία του, το προσφερόμενο στην αγορά έργο τέχνης χρειάζεται την επικύρωση της δικής του αδιαμφισβήτητης αξίας από ένα σύνολο συνεχών επιβεβαιώσεων της μοναδικότητάς του μέσω της ευρείας αναπαραγωγής και διάδοσης της εικόνας του και του λόγου περί αυτού στον δημόσιο χώρο (με σύγχρονους όρους, στη σφαίρα των θεσμών, των εκθέσεων, της ακαδημίας και των media, που αναφέραμε παραπάνω).

Είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητο ότι κάθε αγορά τέχνης που προσβλέπει στην ανάπτυξη χρειάζεται θεσμούς αξιολόγησης, επικύρωσης και διαφήμισης των διακινούμενων προϊόντων, και αυτό δεν αφορά την καλλιέργεια του αισθητικού γούστου αλλά τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και την αναπαραγόμενη υπεραξία. Η ανάγκη αυτή δεν έχει να κάνει με το πραγματικό μέγεθος της αγοράς. Μπορεί οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές να παρουσιάζουν ελλειμματικό ισοζύγιο σε σχέση με την προσφορά στην αγορά σύγχρονης τέχνης, αλλά το πραγματικό μέγεθος, που μετριέται σε κεφάλαιο, δηλαδή σε συσσώρευση κέρδους και διακινούμενο χρήμα, αλλά και σε συμβολικό κεφάλαιο (έχουμε επισημάνει αλλού τον ενεργό ρόλο της σύγχρονης τέχνης στην συγκρότηση της αστικής ιδεολογίας) είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Αυτό που διακυβεύεται εν τέλει δεν είναι τόσο ασήμαντο, όσο θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ορισμένοι. Τα δε κίνητρα που σκόπιμα αποκρύπτονται είναι η εξουσία, ο έλεγχος και το οικονομικό κέρδος.

Στην πραγματικότητα, η οργάνωση αυτή εξυπηρετεί τον διαχειριστικό εξορθολογισμό της αναπαραγωγής υπεραξίας για το επενδυμένο στην τέχνη κεφάλαιο, κάτι που είναι απαραίτητο σε ένα ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής και διακίνησης του προϊόντος, όπως είναι αυτό της τέχνης (ας μην ξεχνάμε ότι η πλειονότητα των προϊόντων-έργων τέχνης επικαλούνται την μοναδικότητά τους ως φυσικά αντικείμενα για να καθορίσουν την αξία τους). Η δημιουργία ενός συγκεκριμένου, περιχαρακωμένου και ξεκάθαρου πεδίου συμφέρει το κεφάλαιο που επενδύεται στην τέχνη, το συμφέρει πρωτίστως από λειτουργική άποψη: περιορίζει τους κινδύνους από το πραγματικά υψηλό ρίσκο της επένδυσης και στοχεύει να διασφαλίζει την αναπαραγωγή υπεραξίας του επενδυμένου κεφαλαίου δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδομές και διασφαλίζοντας την ανακύκλωση της ιδεολογίας που νομιμοποιεί τη δράση του.

Έτσι, οι συμμετέχοντες σε καίριες θέσεις του συστήματος αυτού (οι «παράγοντες») είναι κατ’ ουσία τα υψηλόβαθμα «στελέχη» μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, οι οποίοι φροντίζουν για την εύρυθμη λειτουργία, την ανάπτυξη και την κερδοφορία της. Όσο κι αν πιστεύουν και αισθάνονται ότι δρουν «ανεξάρτητα» είναι πάντοτε δέσμιοι των προδιαγραφών της επιτυχίας, οι οποίοι τίθενται φαινομενικά με όρους πολιτιστικούς, αλλά κατ’ ουσία αναφέρονται ρητά στην οικονομία και την αποτελεσματικότητα του επενδυμένου στην τέχνη κεφαλαίου. Δεν πρέπει να μας εξαπατά η επιμελής μεταμφίεση του επιχειρηματικού συμφέροντος σε αισθητικό ενδιαφέρον. Κάτι που γίνεται αμέσως φανερό αν στρέψουμε την προσοχή μας στις εργασιακές σχέσεις, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου χώρου.

Αν εξετάσουμε, έστω και ακροθιγώς, τις σχέσεις εργασίας στον χώρο της τέχνης θα διαπιστώσουμε ότι διαφεύγουν κάθε ελέγχου ως προς την ένταση και το εύρος της εκμετάλλευσης και των όρων κυριαρχίας και αυταρχικότητας που τις διέπουν. Αν και κανείς δεν το ομολογεί ευθέως (ίσως γιατί η κατάφαση είναι καταστατικός όρος συμμετοχής στο σύστημα), ο χώρος της τέχνης είναι αναμφίβολα ο παράδεισος της κινητικότητας και της «ελαστικής» εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση των εργαζομένων στο όλο σύστημα και την πραγματική δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν στη μορφοποίησή του, κάτι που ισχυρίζομαι ότι συμβαίνει μόνο σε πολύ μικρό βαθμό. Η φιλοδοξία που ως κινούν αίτιο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις των εμπλεκομένων, γίνεται ο Δούρειος ίππος του συμβιβασμού. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο η απλήρωτη ή κακοπληρωμένη εργασία, η ανυπαρξία ασφάλισης, τα ελαστικά ωράρια, η απαίτηση για πλήρη απορρόφηση της προσωπικής ζωής από την εργασία. Με αυτές τις μεθόδους ανοίγει ο δρόμος για μια εργασιακή σχέση που σκόπιμα καθηλώνει το κόστος εργασίας σε χαμηλά επίπεδα, με τη δικαιολογία ότι το κόστος επένδυσης, και το υψηλό ρίσκο που αυτό προϋποθέτει, απαιτεί αντίστοιχες μορφές αντισταθμιστικής εξισορρόπησης.

Ενώ συνήθως οι καλλιτέχνες και οι απασχολούμενοι σε βοηθητικές και υποστηρικτικές εργασίες θα κληθούν να εργαστούν δωρεάν, σπανίως ισχύει το ίδιο για τους «παράγοντες». Και γενικότερα, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι οι καλλιτέχνες, παρότι το έργο τους είναι υποτίθεται ο «θεμέλιος λίθος» για την ύπαρξη και την ανάπτυξη του χώρου, παίζουν στην πραγματικότητα το ρόλο μιας «στρατιάς ανέργων», που προκειμένου να βελτιώσουν τη θέση τους στο σύστημα και να έχουν κάποια πιθανότητα «επιτυχίας», μαθαίνουν να προσαρμόζονται πειθήνια σε ένα υψηλά ανταγωνιστικό περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις, υποσχέσεις αλλά και παγίδες. Οφείλουν να είναι πάντοτε ανοιχτοί σε προτάσεις που υπόσχονται ευκαιρίες για να επικοινωνήσουν το έργο τους. Οφείλουν να παρουσιάζονται πρόθυμοι να χάψουν κάθε παραμύθι και να δεσμευτούν να υπηρετούν οράματα άλλων, που στην πραγματικότητα καθόλου δεν τους αφορούν, τουναντίον, θα έλεγα, είναι συνήθως ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον.

(Θα διηγηθώ εδώ ένα σχετικά πρόσφατο περιστατικό που φανερώνει κατά τη γνώμη μου πώς ορίζεται ή/και εκλαμβάνεται η θέση και η σπουδαιότητα καθενός από τους ρόλους μέσα στο σύστημα αυτό. Στο πλαίσιο μιας μεγάλης έκθεσης σύγχρονης ελληνικής τέχνης που έλαβε χώρα εκτός των τειχών, οι προσκεκλημένοι, γενικώς καλλιτέχνες και παράγοντες, είχαν εμφανώς διαφορετική αντιμετώπιση. Από τα μέσα μεταφοράς μέχρι τη διαμονή και το ποσοστό κάλυψης των εξόδων των προσκεκλημένων και των συμμετεχόντων, ο «ταξικός» διαχωρισμός ήταν πρόδηλος. Π.χ. οι καλλιτέχνες διέμειναν σε σαφώς φθηνότερα ξενοδοχεία από εκείνα των παραγόντων. Μπορούμε να θυμηθούμε επίσης τα μέχρι πρότινος λαμπερά εγκαίνια του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ και τον προκλητικά επιδεικνυόμενο διαχωρισμό, στους «μέσα» που τρώνε και πίνουν παρέα με τους διεθνείς επιμελητές, τους σταρ της tv, τους πολιτικούς και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, και τους «απέξω», που απλώς κοιτάζουν με μια δόση φθόνου, ενώ στριφογυρίζουν νευρικά το πληρωμένο από την τσέπη τους ποτό στο χέρι, ελπίζοντας ότι θα έρθει σύντομα και η δική τους σειρά να περάσουν στην από κει μεριά.)

Οι καλλιτέχνες είναι ίσως οι μοναδικοί εργαζόμενοι που αν απεργήσουν κανείς δεν θα νοιαστεί, ίσως να μην το πάρει καν χαμπάρι, και η καθημερινή ζωή της κοινωνίας δεν θα επηρεαστεί στο παραμικρό από την ηθελημένη αεργία τους. Μπορούν να φωνάζουν όσο θέλουν - κανείς δεν φαίνεται να είναι πρόθυμος να τους ακούσει. Το συντριπτικό ποσοστό εξ αυτών ζουν συνεχώς στις παρυφές της ένδειας και, όσοι δεν έχουν άλλους πόρους, αναγκάζονται να ασκούν παράπλευρα ή και τελείως άσχετα επαγγέλματα προκειμένου να επιβιώσουν. Το ίδιο το σύστημα της ιδιόμορφης αγοράς στην οποία προσπαθούν να πουλήσουν την παραγωγή τους, δηλαδή το έργο τους, τους δυσκολεύει με ποικίλους τρόπους το δρόμο, αφού για λόγους αυτοσυντήρησης του ίδιου του συστήματος απαιτείται αυστηρός έλεγχος στην εισροή του νέου εμπορεύματος καθώς ανά πάσα στιγμή, η απολύτως τεχνητή ισορροπία των τιμών κινδυνεύει να καταρρεύσει. Το χρηματιστήριο της τέχνης δεν διαφέρει από το χρηματιστήριο της Σοφοκλέους και κάθε χρηματιστήριο ανά τον κόσμο. Η γνώση και η πρόβλεψη παίζουν κι εδώ καθοριστικό ρόλο για την επίτευξη του κέρδους. Και όσο πιο ελεγχόμενη μπορεί να είναι η πρόβλεψη τόσο πιο μειωμένος ο κίνδυνος για λάθος εκτιμήσεις και για τις συνεπαγόμενες απώλειες. Είναι κατανοητό λοιπόν γιατί οι μεγάλοι «παίκτες» δεν αρκούνται στην παθητική παρακολούθηση της διακύμανσης των τιμών αλλά παρεμβαίνουν δυναμικά στη διαμόρφωσή τους χρησιμοποιώντας προχωρημένες μεθόδους χειραγώγησης της αγοράς (η παρέμβαση αφορά τόσο στην παραγωγή όσο και στην διακίνηση). Είναι αυτονόητο ότι σε μια κλειστή αγορά όπως αυτή της τέχνης, η χειραγώγηση επιτυγχάνεται άμεσα και σχετικά εύκολα. Η ύπαρξη και ανάπτυξη της «δημόσιας σφαίρας» που περιγράψαμε παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητη σε μια τέτοια πρακτική: είναι εκ των ων ουκ άνευ, βασική προϋπόθεση για την απρόσκοπτη λειτουργία, την αποτελεσματικότητα και την αναπαραγωγική ικανότητα του συστήματος.

Η ενσυνείδητη αποδυνάμωση αυτής της σφαίρας, με την απονομιμοποίηση της ρυθμιστικής λειτουργίας της και την αμφισβήτηση της αυθεντίας της, το πιθανότερο είναι ότι θα οδηγούσε το σύστημα σε αναπαραγωγική αδυναμία και σταδιακά στην καταστροφή. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε μια κάποια ελπίδα για έναν απελευθερωμένο κόσμο, δεν μένει παρά να απορρίψουμε το αίτημα που επικαλείται την ολοκληρωτική υπαγωγή της τέχνης στην ρυθμιστική λειτουργία και το ήθος του κεφαλαίου και της αγοράς. Ας πολλαπλασιαστούν τα παραδείγματα αυτοοργάνωσης εκθέσεων χαμηλού έως ανύπαρκτου προϋπολογισμού. Ας κυκλοφορήσουν φτηνά έντυπα, περιοδικά. Ας δημιουργηθούν παράλληλα κανάλια και δίκτυα επικοινωνίας, ανοικτά σε όλους που θέλουν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πραγματικά γόνιμου πεδίου για την αυτοδιάθεση, τον στοχασμό και την τέχνη. Χωρίς νταβαντζήδες, χωρίς σωτήρες.

Έκθεση χωρίς τίτλο εναντίον της λογοκρισίας

Το έργο του οποίου η προβολή διακόπηκε με απαράδεκτα βίαιο τρόπο από την αστυνομία κατά τη διάρκεια της έκθεσης «Ι syghroni elliniki skini» στο πλαίσιο της Art Athina συνταιριάζει δυο διαφορετικές αφηγήσεις. Από τη μία την εκμετάλλευση των εθνικών συμβόλων από την αυταρχική πολιτική του ελληνικού κράτους της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και από την άλλη τη διάδοση της κινηματογραφικής πορνογραφίας ως μιας εσωτερικής και βασανισμένης διεξόδου των καταπιεσμένων ενστίκτων. Η χρήση αρχειακού υλικού, η κινηματογράφηση των αντίθετων στοιχείων, ο διάλογος, η ίδια η αντιπαράθεση των δύο αυτών φαινομενικά διαφορετικών αφηγήσεων δίνουν στο έργο τη δυνατότητα να μιλήσει με κοινό τρόπο για την πολιτική και την προσωπική ιστορία. Αυτή η δύναμη της συμπύκνωσης του νοήματος και των μορφών είναι ένα προνόμιο της τέχνης και η δική της συμβολή στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου.

Η κατάσχεση του έργου και ο θόρυβος που προκλήθηκε στη συνέχεια στην τηλεόραση από τους εκπροσώπους του ΛΑΟΣ, μεταξύ άλλων, θεωρούμε ότι συνιστά ευθεία προσπάθεια ελέγχου του συνόλου του δημόσιου λόγου. Θεωρούμε ακόμη ότι αποτελεί καπήλευση των συμβόλων που διατείνεται ότι υπερασπίζεται με σκοπό να τα κάνει καρικατούρες για την κολακεία του τηλεοπτικού κοινού. Θεωρούμε τέλος ότι προσπαθεί να υποκαταστήσει οποιαδήποτε άλλη πολιτική και καλλιτεχνική έκφραση με μια σειρά από στερεότυπα που αρνούνται την ίδια την ουσία της πολιτικής και καλλιτεχνικής έκφρασης.

Για τον λόγο αυτό, οι καλλιτέχνες που συμμετέχουμε στην έκθεση και όλοι όσοι συνυπογράφουμε το κείμενο δηλώνουμε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα και ουσιώδης υποχρέωση της τέχνης να διαπραγματεύεται ζητήματα που δεν απαιτούν τη συναίνεση όλων των φορέων του δημόσιου λόγου. Ακόμη περισσότερο μάλιστα δεν απαιτούν τη συναίνεση όσων καθημερινά πιστεύουν ότι διατυπώνουν αυτονόητες αξίες, ενώ στην πραγματικότητα διατυπώνουν μια πολιτική που επιχειρεί να καθυποτάξει όλες τις πτυχές του δημόσιου λόγου σε μια βαθιά συντηρητική και αυταρχική ρητορική.

Επιπλέον, όσοι συνυπογράφουμε το κείμενο δηλώνουμε ότι συνυπογράφουμε ως δημιουργοί και το έργο το οποίο λογοκρίθηκε δηλώνοντας από κοινού υπεύθυνοι κατά τον νόμο για οποιεσδήποτε άλλες διώξεις ή κυρώσεις υποστεί.

Τέλος, η έκθεση αυτή είναι χωρίς τίτλο θεωρώντας ότι πρόκειται για μια πράξη δήλωσης της αδιαλλαξίας μας απέναντι στην προσπάθεια σφετερισμού του χώρου της τέχνης και όχι για μια έκθεση με εφήμερο περιεχόμενο.

Πληροφορίες για συμμετοχή:

  • Όποιος επιθυμεί να υπογράψει το κείμενο αυτό, μπορεί να αποστείλει ε-μέηλ στη διεύθυνση artlogokrisia@gmail.com
  • Όποιος καλλιτέχνης επιθυμεί να συμμετέχει στην έκθεση με έργο του μπορεί να έρθει με το έργο στο χώρο της έκθεσης αύριο Δευτέρα μετά τις 4 το απόγευμα όπου θα αρχίσει και το στήσιμο της έκθεσης.

Πληροφορείς για την έκθεση:

Έκθεση χωρίς τίτλο, εναντίον της απαράδεκτης λογοκρισίας που σημειώθηκε στην Art Athina 2007.
Δευτέρα 4 - Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007
Ιάσωνος 45, Μεταξουργείο

[περισσότερα στο http://www.artlogokrisia.blogspot.com/]

Επίθεση των ΜΑΤ στην κατάληψη Μυλλέρου & Γερμανικού

Σήμερα νωρίς το πρωί χτυπήθηκε η κατάληψη Μυλλέρου και Γερμανικού. Μεγάλη αστυνομική δύναμη (ΜΑΤ και χαφιέδες) γέμισε την περιοχή του Μεταξουργείου και εκκένωσε την κατάληψη, η οποία μετρά ήδη ένα χρόνο ζωής με δημιουργικές παρεμβάσεις στη ζωή της γειτονιάς. Οι καταληψίες προσήχθησαν στη ΓΑΔΑ και θα περάσουν αυτόφωρο.

Το Μεταξουργείο είναι μια γειτονιά που τελευταία έχει μπει στο στόχαστρο της “ανάπλασης”. Εμπορευματοποίηση δημοσίων χώρων, αλματώδης οικιστική ανάπτυξη, αύξηση στα νοίκια, διώξιμο των μεταναστών, εξαφάνιση της “γειτονιάς” είναι μερικά από τα παθογενή σημάδια μίας τέτοιας “ανάπλασης”, που μέχρι τώρα έχει χτυπήσει το Ψυρρή, ένα μέρος του Θησείου και κατηφορίζει απειλητικά προς τα φιλόξενα (ακόμη) σοκάκια του Μεταξουργείου.

Τα παιδιά της κατάληψης γνώριζαν ότι θα έρχονταν αντιμέτωπα με το σκληρό πρόσωπο της καταστολής, αφού θα ήταν οι πρώτοι που θα αντιδρούσαν σε κάτι τέτοια σχέδια. Ίσως οι άπειρες χαμένες ώρες που έδωσαν, για να μετατρέψουν ένα εγκαταλελειμμένο χώρο σε χώρο δημιουργίας για τον καθένα, μπορεί να πάνε στράφι. Τίποτα όμως δε χάθηκε, όλα συνεχίζονται.]

[από το http://inlovewithlife.wordpress.com/2007/05/29/57/]

Γιατί μια αισθητική θεωρία σήμερα;

του Φώτη Τερζάκη

Να επαναπροσδιορίσουμε την αναγκαιότητα μιας αισθητικής θεωρίας σημαίνει να επαναπροσδιορίσουμε, σε κάποιον βαθμό, την αναγκαιότητα και τις θεμιτές μορφές του ίδιου τού φιλοσοφικού αναστοχασμού σήμερα. Διότι η μείζων αισθητική φιλοσοφία, όπως τη γνωρίσαμε από τα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα μέχρι τις αρχές του εικοστού, ήταν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης προσπάθειας που ανέλαβε η νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία να επανασημασιοδοτήσει τον κόσμο στο φως των νέων αναγκών και επιδιώξεων, στο φως των ιστορικών προταγμάτων του Διαφωτισμού· και η έκλειψη της Αισθητικής στον ορίζοντα του εικοστού αιώνα συνδέεται στενά με την ευρύτερη κρίση της φιλοσοφίας, εν μέρει υπό από την αντεπίθεση του εξειδικευμένου λόγου της τεχνοεπιστήμης που εισέρχεται στο προσκήνιο με νέα αυτοπεποίθηση αξιώνοντας να εκτοπίσει ως παρωχημένο ό,τι δεν έχει τη διπλή επικύρωση του επιστημονικού εργαστηρίου και του επίσημου πανεπιστημιακού θεσμού.

Το πρόγραμμα του παροπλισμού μίας γενικής Αισθητικής υπέρ εξειδικευμένων και τεχνικών θεωρητικών κλάδων των επιμέρους τεχνών ––μουσικολογία, εικαστική κριτική, θεατρολογία, θεωρία της λογοτεχνίας, κοκ.–– είναι θετικιστικό. Εμποδίζει την ολοποίηση της ιστορικής εμπειρίας και την αναστοχαστική σύνδεσή της με οικουμενικούς ανθρώπινους σκοπούς ή αξίες· συσκοτίζει τις σχέσεις που πλέκονται διαρκώς ανάμεσα σε κάθε μεμονωμένο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συνολική κίνηση της κοινωνίας, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την κυριαρχούσα μορφή των παραγωγικών σχέσεων και τις λογικές που διέπουν τη σχέση των μοντέρνων κοινωνιών με τη φύση. Το έσχατο νόημα μιας επιστημονικής ανακάλυψης, για παράδειγμα, όπως ακριβώς και η πλήρης σημασία μιας νέας τεχνοτροπίας, δεν προκύπτουν αποκλειστικά εντός του επιστημονικού ή του καλλιτεχνικού πεδίου αντίστοιχα αλλά από τον συσχετισμό των όσων συμβαίνουν στο εν λόγω πεδίο με την ευρύτερη δέσμη των κοινωνικών πρακτικών. Ο αναστοχασμός αυτής της λεπτής και συχνά αόρατης σχέσης δεν είναι έργο που μπορεί να αναλάβει η ίδια η επιστήμη, όμως, παρά μόνο εφόσον θέσει υπό ερώτησιν τα ίδια τα «επιστημονικά» της εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία· η τέχνη μοιάζει από τη φύση της πολύ πιο προικισμένη να την συλλάβει και να την αποκρυσταλλώσει σε παραδειγματικές μορφές, ωστόσο οι μορφές αυτές είναι κρυπτικές, απαιτούν δηλαδή και πάλι αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία – με μία λέξη, αναστοχασμό. Αυτός ο αναστοχασμός είναι η αρμοδιότητα και το καθήκον εκείνου που εξακολουθούμε να ονομάζουμε φιλοσοφία.

Η καχυποψία, ωστόσο, απέναντι στην παλαιά φιλοσοφική Αισθητική, όπως και στην παραδοσιακή φιλοσοφία εν γένει, έχει με το μέρος της ένα ποσοστό δικαίου που πρέπει να σταθμίσουμε επακριβώς. Μετά την κρίση του φιλοσοφικού συστήματος ––τελευταίο πραγματικό σύστημα ήταν ίσως η φιλοσοφία του Χέγκελ–– αναπτύσσεται ένας κριτικός τύπος του φιλοσοφείν που θέτει στον εαυτό του πολύ πιο συγκεκριμένα καθήκοντα. Με μία έννοια, ανακατανέμονται οι προτεραιότητες μεταξύ του γενικού και του ειδικού. Γίνεται κοινή συνείδηση ότι πρέπει να ξεκινάμε από το ειδικό, το συγκεκριμένο, από τα προσδιορισμένα προβλήματα που μας θέτει η υλικοϊστορική μας ύπαρξη, των οποίων η αντιμετώπιση απαιτεί μια διαρκώς διευρυνόμενη εννοιοποίηση· αυτή η τελευταία όμως δεν πρέπει να χάνει ποτέ από τα μάτια της τον ειδικό και συγκεκριμένο της στόχο. Σε αυτό το φως η παραδοσιακή φιλοσοφία κρίνεται ένοχη μιας υπερβολικής ροπής στο αφηρημένο, ενός υπερβάλλοντος δογματισμού στην τάση της να ζητεί ή να αξιώνει διιστορικώς ισχύουσες «πρώτες αρχές» (ή αμετακίνητους «τελικούς σκοπούς»). Τηρουμένων των αναλογιών, η παραδοσιακή αισθητική πάσχει από ένα ανάλογο πρόβλημα. Έλαβε ως αφετηρία της μιαν αφηρημένη έννοια του ωραίου, ξεχνώντας να αναστοχαστεί την ιδιάζουσα ιστορική εμπειρία που γεννά και καθιερώνει τέτοια κοινωνικά αισθήματα και αξίες, όπως και τη σχέση που κατ’ ανάγκην υφίσταται, μετά την καθιέρωση ενός τέτοιου αισθήματος και μιας τέτοιας αξίας, ανάμεσα στο ίδιο και σε ό,τι χρειάστηκε αυτό να αρνηθεί ––απωθήσει–– προκειμένου να καθιερωθεί ως τέτοιο (εν προκειμένω, το «άσχημο»). Κατά μία έννοια, ο παραδοσιακός αισθητικός στοχασμός στη Δύση αξίωσε μιαν απόλυτη αξία, το ωραίο (στον Πλάτωνα φαίνεται ήδη καθαρά το πρώτο δογματικό βήμα), κι εν συνεχεία εξέτασε την δραστηριότητα που αποκαλούμε τέχνη σαν κιβωτό και ενσάρκωση, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη κατά περίπτωση, αυτού του στοιχείου. Σήμερα ξέρουμε καλά ότι πρέπει να ξεκινάμε αντίστροφα: η ίδια η τέχνη είναι η δραστηριότητα που κατασκευάζει τα κοινωνικά μας αισθήματα περί ωραίου, τα οποία παρουσιάζουν δραματική ανομοιογένεια από πολιτισμό σε πολιτισμό και από κοινωνία σε κοινωνία, και το κάνει αυτό ανταποκρινόμενη σε συλλογικές ανάγκες ή αιτήματα ολοκλήρωσης και ευτυχίας τα οποία μένουν ανεκπλήρωτα στις τρέχουσες συλλογικές πρακτικές του εκάστοτε πολιτισμού· γι’ αυτό και όλη η ατελείωτη ποικιλία των δραστηριοτήτων τις οποίες μπορούμε σε οιονδήποτε πολιτισμό να υπαγάγουμε σε κάποια έννοια τέχνης (όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα), παρουσιάζουν αξιοσημείωτη αντίθεση (που είναι σε κυμαινόμενο βαθμό και συμπληρωματικότητα, αναλόγως του πόσο συνεκτική εσωτερικά είναι η κοινωνία ή ο πολιτισμός που εξετάζουμε) με τις εργαλειοτεχνικές, δηλαδή εργασιακές και πολιτικοδιοικητικές πρακτικές του ίδιου αυτού πολιτισμού. Εξ άλλου η ίδια η «τέχνη» είναι μια ιστορικά συστημένη ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία εμφανίζεται σε ορισμένου τύπου κοινωνίες και όχι άλλες· για ένα μεγάλο διάστημα της ανθρώπινης ιστορίας, και σε ορισμένους πολιτισμούς ακόμα, λειτουργίες ανάλογες με αυτές που επιτελεί στις δικές μας κοινωνίες η «τέχνη» ανήκαν στην αρμοδιότητα των λειτουργών του ιερού και στη σφαίρα της μαγικοθρησκευτικής τελετουργίας. Μια ιστορική και ανθρωπολογική εξέταση των καλλιτεχνικών μορφών με τις οποίες είμαστε σήμερα εξοικειωμένοι δείχνει ότι σε μεγάλο βαθμό κατάγονται από ιερές τελετουργίες.

Όλες αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να συνοψιστούν σε δύο θέσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές μεταξύ τους: πρώτον, η παραδοσιακή φιλοσοφική Αισθητική είναι οριστικά πεπαλαιωμένη και κάθε απόπειρα παλινόρθωσής της σήμερα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία· δεύτερον, επείγει όσο ποτέ άλλοτε ένας φιλοσοφικά ενήμερος αισθητικός αναστοχασμός, ριζικά ιστορικοποιημένος και με κριτική στόχευση, στενά συνδεδεμένος με την αγωνία για το μέλλον της τέχνης στις κοινωνίες μας. Και όταν λέμε «το μέλλον της τέχνης», εννοούμε όχι τόσο τις καθιερωμένες μορφές τέχνης οι οποίες μπορούν να αλλάζουν απεριόριστα σχήμα, ακόμη και όνομα, αλλά κυρίως εκείνο που διακυβεύεται μέσ’ από την τέχνη: το αίτημα μιας απεριόριστης εκφραστικής ελευθερίας, συνδεδεμένο στενά με την άρση των αποξενωμένων μορφών εργασίας, το αίτημα μιας επανασυμφιλίωσης με την υλική φύση, εσωτερική και εξωτερική, που δεν θα γίνεται πλέον αντιληπτή ως νεκρό πεδίο κυριαρχίας αλλά ως έμψυχος συνομιλητής του ανθρώπου, το αίτημα για σωματική, αισθησιακή πλήρωση και ευτυχία που ένας μονόπλευρα εξορθολογισμένος και εργαλειοτεχνικός πολιτισμός έχει θυσιάσει στον βωμό της αποτελεσματικότητας, της συσσώρευσης πλούτου και εξουσίας, που είναι η ίδια σύμπτωμα μιας παρανοϊκής ––και σε αυτό τον βαθμό αυτοκαταστροφικής–– φαντασίωσης παντοδυναμίας.


Η ελαφριά συνωμοσία των βραδινών λεωφορείων και ο εκ των πραγμάτων εκβιασμός

Του Ανδρέα Κασάπη (ark)

Γυρνώντας το πρωί μετά από (άλλη) μία ανιαρή νύχτα στη διασκεδασούπολη.
Βρισκόμαστε με μια ανεκπλήρωτη αίσθηση ότι όλες οι πραγματικές συνιστώσες ήταν εκεί προκειμένου να προκύψει κάτι το διαφορετικό, αυτό όμως δεν συνέβη..
Κάτι διαφορετικό που θα μας έδινε πάτημα για συγκρίσεις. Δεν θα ευελπιστούσαμε σε μια διαφορετικότητα που θα λειτουργούσε “επιφημητικά” για τις πράξεις μας, αλλά μια διαφορετικότητα που θα λειτουργούσε αμετάκλητα για τις παραδοχές μας.
Αντί γι’ αυτό βρεθήκαμε να παριστάνουμε το αλλιώτικο, το εξωτικό που χρειαζόμαστε προκείμενου να στηρίξουμε το φαντασιακό μας πολιτισμικό προφίλ. Ένα σύστημα αναφορών χωρίς ουδεμία παραδοχή. Κούφια λόγια χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς εκρήξεις και χιούμορ…

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Φώτη Τερζάκη

Την Τρίτη 22 Μαΐου 2007, στις 20.00΄, στον «Χώρο πολιτισμού & διαλόγου Αβέρωφ 7» (Αβέρωφ 7α, Χαλάνδρι, τηλ. 210 6817392) θα παρουσιαστεί το νέο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής θεωρίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας.

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Περισσότερες πληροφορίες: 210 5226173, futura@ath.forthnet.gr

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Φώτη Τερζάκη

Την Πέμπτη 17 Μαϊου 2007, στις 20.00΄, στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο “Nosotros” (Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια, www.nosotroscommunity.gr), θα παρουσιαστεί το νέο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής θεωρίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας.

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Περισσότερες πληροφορίες: 210 5226173, futura@ath.forthnet.gr

Οι "παραισθήσεις" της Ιστορίας

Η Κοινότητα Ανοικοδόμησης (Reconstruction Community) διοργανώνει συζήτηση με θέμα: «Οι "παραισθήσεις" της Ιστορίας: Επινόηση και Αποϊστορικοποίηση» την Πέμπτη 10 Μαΐου 2007 και ώρα 20:00 στο Θέατρο Σχεδία (Βουτάδων 34, Γκάζι, τηλ. 210.3477448). Στις 19:00 θα προηγηθεί η προβολή του ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου «Για μια θέση στο χορό» (52΄).
Η Ιστορία είναι η συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας και ταυτόχρονα –σύμφωνα με τον Γκυ Ντεμπόρ– «το μέτρο μιας πραγματικής καινοτομίας», υπό την έννοια ότι η ιστορική γνώση θα έπρεπε να διαρκεί και να βοηθά στην κατανόηση όσων θα συμβούν εκ νέου.
Οι κλασικές οριοθετήσεις των επιστημονικών πεδίων υφίστανται, εδώ και μερικές δεκαετίες, μια σφοδρή κριτική. Ακόμη περισσότερο αμφισβητούνται τα τυπικά επιστημολογικά κριτήρια στα οποία ανταποκρίνονται και οι πιο «σκληρές» εμπειρικές επιστήμες, όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία. Τι είναι επιστημονικό; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα σ’ αυτό που χαρακτηρίζεται επιστημονικό ή όχι; Μπορούμε να αποφύγουμε την υποκειμενική διάσταση της ιστορίας και με ποια κριτήρια;

Θέλοντας να δώσει περιεχόμενο στα ερωτήματα, η Κοινότητα Ανοικοδόμησης (
Rec. Com.) διοργανώνει εκδήλωση-συζήτηση γύρω από τα δύο βασικά συμπτώματα της επιστημολογικής κρίσης στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης: τις επινοημένες παραδόσεις και την τάση αποϊστορικοποίησης γεγονότων, ιστορικών περιόδων, καλλιτεχνικών ρευμάτων κ.λπ. Βασικός στόχος είναι να αναπτυχθεί μια διαλεκτική αντιπαράθεση που θα μας επιτρέψει, μέσα στην κοινωνική καθημερινότητα, να αναγνωρίσουμε και να αμφισβητήσουμε τέτοιου είδους ιδεολογικές σκοπιμότητες.

Εισηγήσεις
«Τι είναι ιστορία;» | Μαριάνθη Κοτέα (λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Παν/μίου)
«Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει και το μέλλον» | Νίκος Δασκαλοθανάσης (επίκουρος καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθήνας)
«Έθνος: φύλακας-άγγελος και δαίμονας» | Ιωάννα Κατσιαμπούρα (διδάκτωρ ιστορίας, ερευνήτρια)
«Η κριτική στο μεταμοντέρνο επιχείρημα υπό την οπτική της ιστορικής κοινωνιολογίας» | Νίκος Βαφέας (λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνικών και Φιλοσοφικών Σπουδών του Παν/μίου Ρεθύμνου)

Παρεμβάσεις
«Το τεκμήριο της εικόνας» | Μέλιννα Καμινάρη (φωτογράφος, υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Παν/μίου)
«Γκρίκλις?» | Μάνος Κορνελάκης (καλλιτέχνης)
«Φούνες ο μνήμων και το βάρος της ιστορίας» | Γκέλυ Γκρυντάκη (επιμελήτρια)

Συντονισμός: Κατερίνα Νασιώκα

Κοινότητα Ανοικοδόμησης / Reconstruction Community
www.reconstruction.gr

info@reconstruction.gr

Αστική νεοτερικότητα και Τέχνη

Του Φώτη Τερζάκη

«Εκείνο που δίνει στη σύγχρονη τέχνη όλη τη ριζοσπαστική της αιχμή είναι ακριβώς η χειραφέτηση από λειτουργικά ή λατρευτικά συμφραζόμενα και από κοινωνικά προκαθορισμένα καθήκοντα. Από τη στιγμή που θεωρήθηκε ζήτημα ατομικής ιδιοφυΐας και έμπνευσης ενός χαρισματικού καλλιτέχνη, έγινε έμβλημα της ίδιας τής ανθιστάμενης υποκειμενικότητας απέναντι σε μια κοινωνία η οποία γίνεται αντιληπτή πλέον ως απειλή για τις ανάγκες του ατόμου. Η αστική κοινωνία, το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρήκε για πρώτη φορά η τέχνη την αυτονομία της και έγινε Τέχνη, είναι κοινωνία από την ίδια της την υφή θεμελιωμένη σε μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ ατομικού και ολότητας: μοντέλο της είναι ο ανταγωνισμός των ιδιοκτητών στην αγορά. Η γενικευμένη σύγκρουση που σοβεί στα θεμέλιά της συγκαλύπτεται προς στιγμήν από την ιστορική αισιοδοξία της τάξης που συγκέντρωσε στα χέρια της όλες τις εξουσίες ανάμεσα στον δέκατο έκτο και τον δέκατο όγδοο αιώνα, αλλά η βουή της αρχίζει ν’ ακούγεται απειλητικά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και καθώς προχωρούμε στον δέκατο ένατο αιώνα. Οι πνευματικές σφαίρες του φιλελεύθερου καταστατικού χάρτη σείονται συθέμελα και στρέφονται η μία εναντίον της άλλης, καθώς η πολιτική-διαχειριστική ελίτ που εξακολουθεί να αντλεί τη νομιμοποίησή της από τα κελεύσματα του Πρακτικού Λόγου ανταγωνίζεται σκληρά για την εξουσία με την προσηλωμένη στα εργαλειακά αιτήματα του Καθαρού Λόγου τεχνοεπιστήμη, ενώ η τέχνη και η καλαισθησία, το καταφύγιο της Κριτικής Δύναμης, ανοίγει ένα διπλό μέτωπο απέναντι και στις δύο που πασχίζουν να καταπιούν την εύθραυστη αυτονομία της. Στον δέκατο ένατο αιώνα ακριβώς η ανεξαρτησία της τέχνης και του καλλιτέχνη γίνεται σάλπισμα αντίστασης στην «πεζότητα» μιας εμπορευματικής και τεχνοκρατούμενης κοινωνίας, καθώς όμως μεταβαίνουμε στον εικοστό αιώνα η παροξυσμική όξυνση του αιτήματος για ανεξαρτησία πέφτει θύμα της ίδιας της τής αυταπάτης: «καθαρή τέχνη», σε τελευταία ανάλυση, θα πει καθαρή ανταλλακτική αξία. Η πρώτη που το συνέλαβε, πίσω από την πλάτη των καλλιτεχνών, ήταν η διογκούμενη εκθεσιακή σφαίρα που γεννήθηκε ως θεσμός της καινούργιας αγοράς για τα «έργα τέχνης», στον κώδικα της οποίας ο μύθος της μοναδικότητας του καλλιτέχνη μεταγράφει το νόημα του ανεκτίμητου από το μη ανταλλάξιμο στο αστρονομικό και το ίδιο το έργο μετατρέπεται σε διαφήμιση της τιμής του. Όσοι από τους δημιουργούς κατάλαβαν γρήγορα τι έχει παιχτεί εδώ, ξεκίνησαν έναν διαρκή ανταρτοπόλεμο με τα γούστα των εμπόρων και του κοινού ή εξήγγειλαν οργισμένα οι ίδιοι το τέλος της «τέχνης».

Η ιστορική περιπέτεια της τέχνης στην αστική νεοτερικότητα είναι εξόχως διδακτική για όποιον έχει την αφέλεια να παίρνει κατά γράμμα τις διακηρύξεις της τελευταίας. Η αστική υποκριτικότητα και ψευδολογία συνυφαίνεται καταστατικά με τα ίδια τα θεωρητικά προγράμματα που εξήγγειλε η νέα κοινωνία από την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων, και δεν υπάρχει πνευματική παραγωγή του σύγχρονου κόσμου η οποία να μπορεί να κριθεί σε τελευταία ανάλυση από άλλη σκοπιά εκτός από εκείνη μιας δραστικής κριτικής της ιδεολογίας. Από αυτή την οπτική δεν εξαιρούνται οι τρεις «ανεξάρτητες» πνευματικές σφαίρες, τις οποίες θα μπορούσε κάποιος να συζητήσει εκτενώς ως τις τρεις θεμελιώδεις αυταπάτες της νεοτερικότητας: η γνωσιολογική αυταπάτη, που ήταν απαραίτητη για να συσταθεί όλη η σύγχρονη επιστήμη και παραμένει ακόμα το θεμελιακό της στήριγμα, η οποία συνίσταται στην ψευδαίσθηση πως το πραγματικό είναι εννοιακά αναγώγιμο και πως η γνώση «κατέχει» το αντικείμενό της· η ηθικοπρακτική αυταπάτη, που συνίσταται στην ψευδαίσθηση πως υπάρχει μια «ελεύθερη βούληση», ανεξάρτητη δηλαδή από το σύνθετο πλέγμα των κοινωνιοψυχολογικών και βιολογικών παραγόντων που μορφοποιούν τη μεμονωμένη ατομικότητα, κι ένα «αυτόνομο» εγώ που δεν θέλει να ξέρει τίποτε για τις ορμικές του συνιστώσες, του οποίου η έτσι κατασκευασμένη «ελευθερία» απολήγει σε μια ομολογία υπακοής στον εσωτερικευμένο κοινωνικό κανόνα· και η αισθητική αυταπάτη, που συνίσταται στην ψευδαίσθηση της αυτοτέλειας της «μορφής». Η κριτική αυτής της τελευταίας αυταπάτης μπορεί να φωτίσει το τραγικό πεπρωμένο της τέχνης στον αιώνα της μεγάλης κρίσης, τον εικοστό αιώνα, και μέσω αυτού τη σύστοιχη έκλειψη του όρου Αισθητική στις σημερινές θεωρητικές συζητήσεις.

Για την αυτοτέλεια της «μορφής» ισχύει κατ’ αρχάς ότι και για την αυτάρκεια της «έννοιας»: έχει κατασκευαστεί ως απώθηση του υλικού περιεχομενικού στοιχείου και είναι σύμμετρη με την ακατάσχετη επιδίωξη κυριαρχίας εκ μέρους ενός εργαλειακού πνεύματος πάνω στον κόσμο και τη φύση. Η μεταφυσικά κατοχυρωμένη από τους μεγάλους μονοθεϊσμούς διάκριση ανάμεσα σε φθαρτό σώμα και άφθαρτη ψυχή είναι μέρος της ίδιας διαδικασίας και έχει το ίδιο ακριβώς νόημα: να επεκτείνει την κυριαρχία μιας ιμπεριαλιστικά διογκούμενης υποκειμενικότητας πάνω στο ίδιο της το σώμα και στις προ-υποκειμενικές του ορμικές και μιμητικές δυνάμεις, σαν μέρος μιας αποτελεσματικής κυριάρχησης της φύσης. Στο τέρμα αυτής της διαδικασίας η ίδια η «έλλογη» υποκειμενικότητα είναι καταδικασμένη να συντριβεί από τις δυνάμεις που μόνη της εξαπέλυσε: το όνειρο μιας απεριόριστης εργαλειοτεχνικής κυριαρχίας πάνω στη φύση γίνεται ο εφιάλτης του τεχνικοποιημένου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, των συνεπειών του οποίου μόλις σήμερα γινόμαστε έντρομοι μάρτυρες… Και ο σχηματισμός που πυροδότησε αυτή την τελευταία εκτίναξη του πολιτισμού προς το αυτοκαταστροφικό του όριο, είναι ακριβώς η διαμόρφωση μιας κοινωνίας της αγοράς: ακριβέστερα, η οργάνωση ολόκληρης της κοινωνικής σφαίρας με όρους εμπορευματικής αγοράς. Πρότυπο της άσαρκης «έννοιας» είναι το χρήμα ως αφηρημένο γενικό ισοδύναμο, και μοντέλο της καθαρής «μορφής» η απαλλαγμένη από κάθε υλικό συσχετισμό ή ποιοτικές χρήσεις ανταλλακτική αξία.»

- Απόσπασμα από την Εισαγωγή του βιβλίου του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής φιλοσοφίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις futura.

Θέσεις για την παραγωγή αληθινών γεγονότων [Θέσεις 1-6]

«Τα γεγονότα δεν έχουν καθαυτά κανένα κύρος
Χέγκελ

1

Ως αληθινό γεγονός ορίζουμε τις ποικίλες εκδηλώσεις της εμπρόθετης δράσης των ατόμων, που αποσκοπούν στη ριζική αλλαγή της πορείας του πολιτισμού, μέσω της πρόκλησης ρηγμάτων στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και στην καταστροφή της συνέχειας του πραγματικού ως έχει.

Το ψευδές γεγονός, αντίθετα, είναι η άρνηση δυνατότητας παραγωγής του αληθινού γεγονότος. Έτσι το αληθινό γεγονός δεν μπορεί παρά να είναι η «άρνηση της άρνησης».

2

Το ρήγμα που προκαλείται από το αληθινό γεγονός είναι το σημείο εκδήλωσης της καθαρής πράξης. Το ρήγμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ριζοσπαστικό και άρα επαναστατικό. Σε αυτό καταβαραθρώνεται το τρένο της συνεχούς ανάπτυξης, μαζί με τη συνεπαγόμενη γραμμική πρόοδο της Ιστορίας, ενώ διανοίγεται το «πέραν της τρέχουσας πραγματικότητας» πεδίο, η εναλλακτική δυνατότητα που προβάλει κάθε στιγμή στο άμεσο τώρα.

Το ψευδές γεγονός γεφυρώνει με κάθε τρόπο τα ρήγματα και υπερασπίζεται την αιτιοκρατία του γραμμικού χρόνου καταφάσκοντας στην πραγματικότητα «ως έχει» και συντηρώντας την «ιδεολογική ψευδο-καθολικότητα, η οποία θεωρεί το σημερινό status quo ως παγιωμένη ανθρώπινη καθολικότητα» [Michael Löwy]. Το ψευδογεγονός δεν είναι παρά ο μισθοφόρος της υπάρχουσας πραγματικότητας στον πόλεμό της για καθολική κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και τη φύση.

3

Το αληθινό γεγονός επιδιώκει την αναμνημόνευση του παρελθόντος, τη διατήρηση της μνήμης και των δυνατοτήτων που χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Τα άτομα μαθαίνουν από το παρελθόν, έτσι μπορούν να στοχεύουν στη διαμόρφωση ενός πιθανού απελευθερωμένου μέλλοντος μέσα από την άμεση, καίρια παρέμβαση στο τώρα.

Το ψευδές γεγονός δηλώνει με κάθε τρόπο ότι είναι σύγχρονο και επίκαιρο, έτσι καταφέρνει να συγκαλύπτει και να αφήνει συνεχώς πίσω του το παρελθόν (το επικαλείται μόνο ως «Ιστορία», «φυλετική συνέχεια» και «παράδοση») όπως και το τώρα (το επικαλείται μόνο ως αποθέωση της δυνατότητας εκπλήρωσης κάθε καταναλωτικής επιθυμίας), για να προβάλλει συνεχώς ένα υποσχετικό μέλλον, αποκρύπτοντας επιμελώς ότι, ακόμα και τότε, παρά τη συντελεσμένη υλικοτεχνική «πρόοδο» οι όροι της κυριαρχίας, της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης, θα συνεχίσουν να υφίστανται.

4

Οι όροι παραγωγής του ψευδο-γεγονότος είναι πάντοτε όροι κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Αποτελούν μήτρα γέννησης και επιβολής σχέσεων οι οποίες ετεροκαθορίζονται υπό την οργανωτική αρχή μιας ολοκληρωτικής σημαίνουσας δομής (αγορά, θεσμοί, ιδεολογία) που αποβλέπει στη διαιώνιση των όρων λειτουργίας της: δηλαδή των όρων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Το αληθινό γεγονός δεν υπακούει σε κανέναν από τους παραπάνω όρους. Τους αγνοεί και με κάθε ευκαιρία υποσκάπτει τα θεμέλια του κύρους τους. Συγκροτείται πάντα ως άρνηση και ποτέ ως κατάφαση του ήδη υπάρχοντος και αποσκοπεί στο να αποκαλύψει και να διαλύσει κάθε μορφή υποστήριξης, να αποδομήσει κάθε σημασία του δεδομένου και να προκαλέσει ρήγματα στη γραμμική πορεία εκδήλωσής του. Το αληθινό γεγονός «είναι σαν ένας μυστικός πράκτορας που παίζει το παιχνίδι της Λογικής με σκοπό όμως να υπονομεύει το κύρος της (όπως και της Αλήθειας, της Εντιμότητας, της Δικαιοσύνης, κτλ.)» [Paul Feyerabend].

5

Το αληθινό γεγονός αρνείται ριζικά την ανεξάρτητη, εξωτερική δύναμη που με τη μορφή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης θέτει εαυτόν πέρα και υπεράνω των ατόμων. Η αποδέσμευση της παραγωγικής δύναμης των ατόμων που δρώντας αυθόρμητα δημιουργούν το αληθινό γεγονός είναι καθοριστική, άρα επιτακτική ως προϋπόθεση παραγωγής αληθινών γεγονότων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η παραγωγική δύναμη καταστέλλεται ή διαστρέφεται μέσα στο ψευδο-γεγονός αφού τελεί πάντα υπό τον έλεγχο και την προσταγή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης και έτσι δεν μπορούν ποτέ να διαφανούν οι πραγματικές δυνατότητές της.

Το ψευδές γεγονός, ακόμα και όταν μεταμφιέζεται και η ρητορική που χρησιμοποιεί ενίοτε ή η μορφή που παίρνει είναι «ανατρεπτική», αποφεύγει κάθε αληθινή αναμέτρηση με το παραπάνω δεδομένο καθώς οι ίδιες οι προϋποθέσεις του εδράζονται στις παρούσες συνθήκες που διαμορφώνουν το συγκεκριμένο πλαίσιο παραγωγής του. Το ψευδο-γεγονός προϋποθέτει το δεδομένο ως δεδομένο ενώ παράλληλα συμβάλλει στην περεταίρω τεκμηρίωσή του ως τέτοιο, με τον ενεργό του ρόλο στη βιομηχανία ανακύκλωσης της μυθολογίας του «ρεαλιστικά εφικτού». Το ψευδο-γεγονός δεν εκπληρώνει ποτέ τις απαιτήσεις του ίδιου του διακηρυγμένου σκοπού του, εκχωρεί την όποια σημασία του σε μια αλλότρια, ηγεμονική δομή που του επιβάλλεται κανονιστικά: το ορίζει, το ελέγχει και εν τέλει το προκαλεί να συμβεί, γνωρίζοντας σχεδόν πάντα εκ των προτέρων την αυστηρά ντετερμινιστική εξέλιξη των αντιδράσεων που αυτό θα προκαλέσει.

6

Η επαναστατική θεωρία και δράση είναι ένα παράδειγμα αληθινού γεγονότος σε αντίθεση με κάθε ψευδο-πρωτοποριακή ή ψευδο-εναλλακτική πρόταση που αυτο-νοηματοδοτείται καλλιεργώντας τη μυθολογία της ρήξης με το υπάρχον σύστημα και την τρέχουσα πραγματικότητα ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή και διατήρησή τους. Για να το πούμε αλλιώς: δεν νοείται ρήξη σε επίπεδο περιεχομένου όταν οι καταστατικές συνθήκες παραγωγής και διακίνησης αυτού του περιεχομένου παραμένουν ως έχουν. Το πλαίσιο που θέτουν οι συνθήκες παραγωγής και διακίνησης αποτελεί το καίριο νόημα κάθε σχέσης που διαμορφώνεται εντός του και καμία ριζοσπαστική θεωρία και πρακτική δεν είναι εφικτή, πόσο μάλλον τελεσφόρα, αν δεν υπερβαίνει και δεν επαναπροσδιορίζει ταυτόχρονα αυτές τις συνθήκες στην προοπτική μιας αληθινά απελευθερωμένης ανθρωπότητας. «Αυτό που το ανθρώπινο ον έχει κάνει στα άλλα ανθρώπινα όντα και στη φύση πρέπει να σταματήσει, και να σταματήσει ριζικά – μόνο μετά μπορούν να αρχίσουν να υπάρχουν η ελευθερία και η δικαιοσύνη» [Herbert Marcuse].