Surveillance Camera Players (S.C.P.)


Συνέντευξη από τον
Tilman Baumgartel

Tilman Baumgartel: Τι ακριβώς κάνουν οι SPC;
Bill
Browne: Γενικά, οι SPC παρουσιάζουν δρώμενα ακριβώς μπροστά σε κάμερες παρακολούθησης, τοποθετημένες σε δημόσιους χώρους. Τα δρώμενα αυτά κατά βάση αποτελούνται από πολύ μεγάλου μεγέθους, χειροποίητα πλακάτ τα οποία κρατάμε μπροστά στην κάμερα. Το δρώμενο περιλαμβάνει επίσης και παντομίμα. Η ομάδα έχει στο ρεπερτόριό της περίπου έξι τέτοια έργα. Κάποια από αυτά έχουν σχεδιαστεί για να αναπαρασταθούν σε συγκεκριμένα μέρη, όπως εκκλησίες που διαθέτουν κάμερες παρακολούθησης, κ.λπ.

Πώς επιλέγετε τα έργα; Ορισμένες επιλογές φαίνονται λογικές, όπως το «1984», αλλά γιατί το «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Επιλέξαμε τον Γκοντό γιατί θέλαμε κατά κάποιον τρόπο να διακωμωδήσουμε το ίδιο το έργο, το οποίο βέβαια είναι όλο λόγια και χωρίς καθόλου δράση. Οι κάμερες παρακολούθησης δεν έχουν τη δυνατότητα να συλλαμβάνουν ήχο, οπότε οποιαδήποτε παράσταση του Γκοντό θα έπρεπε να είναι σιωπηλή! Πλέον δεν ερμηνεύουμε παρωδίες όπως αυτή. Αυτές τις μέρες –από το Νοέμβρη του 1998– παρουσιάζουμε έργα που έχουμε γράψει οι ίδιοι και τα οποία αφορούν άμεσα στην παρακολούθηση και τα δικαιώματα περί ιδιωτικότητας.

Πόσοι άνθρωποι εμπλέκονται στους SCP και τι άλλο κάνουν εκτός από τη συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη ομάδα; Υπάρχουν καθόλου επαγγελματίες ηθοποιοί του θεάτρου;
Ανά πάσα στιγμή, υπάρχουν περίπου έξι άτομα στην ομάδα, η οποία έχει ανεπίσημο χαρακτήρα και είναι οργανωμένη με πολύ χαλαρή διάταξη. Συνολικά, γύρω στα σαράντα άτομα έχουν συμμετάσχει στις παραστάσεις από την ίδρυσή μας, το 1996. Δεν υπάρχει κανένας επαγγελματίας του θεάτρου στην ομάδα –ποτέ δεν υπήρξε. Τα περισσότερα από τα μέλη είναι πολιτικοί ακτιβιστές οι οποίοι εμπλέκονται σε ποικίλες άλλες μάχες. Είμαστε όλοι αναρχικοί.

Γιατί δεν είναι σωστό να υπάρχουν κάμερες παρακολούθησης; Υποτίθεται ότι καθιστούν την πόλη ασφαλέστερη…
Η χρήση μηχανημάτων παρακολούθησης από την αστυνομία σε δημόσιους χώρους είναι κατάφωρη παραβίαση της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Katz κατά Η.Π.Α. (1967).

Παρ’ όλα αυτά, έχει γίνει ιδιαίτερα αποδεκτό. Μία από τις συνήθεις αιτιολογίες είναι, όπως και εσείς ο ίδιος αναφέρετε σε ένα δοκίμιο, ότι μειώνεται η εγκληματικότητα. Και εάν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως ισχυρίζεστε, τότε γιατί να διασκορπίζει κανείς τα τεράστια ποσά χρημάτων που απαιτούνται για να εγκατασταθούν και να ελέγχονται όλες αυτές οι κάμερες;
Ας είμαστε ξεκάθαροι: η εγκληματική δραστηριότητα μειώθηκε στη Νέα Υόρκη αφού είχαν εγκατασταθεί οι κάμερες. Η εγκληματική δραστηριότητα μειώθηκε διότι ο Δήμαρχος είπε στην αστυνομία να συλλάβει πάρα πολλούς φτωχούς ανθρώπους για μικρές παραβάσεις (50.000 συλλήψεις και από αυτές 2.000 μόνο αφορούσαν τη χρήση μαριχουάνας!). Η πολιτεία και η αστυνομία θέλουν να ξοδεύουν τεράστια ποσά σε κάμερες έτσι ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τη δράση όσων διαμαρτύρονται για αυτά που έχουν διαπράξει η πολιτεία και η αστυνομία. Ας πάρουμε τον Καθεδρικό Ναό του St. Patrick για παράδειγμα: δεν υπάρχει καθόλου εγκληματικότητα εκεί, πραγματοποιούνται όμως πολλές πολιτικές διαμαρτυρίες ενάντια στις τακτικές της Καθολικής Εκκλησίας. Και έτσι ο Καθεδρικός Ναός που στερείται παντελώς εγκληματικότητας έχει περικυκλωθεί με ιδιαίτερα εξειδικευμένες κάμερες ψηφιακής παρακολούθησης.

Το «κοινό-στόχος» (target-group) σας είναι ουσιαστικά ένα άτομο. Γιατί τόση προσπάθεια για έναν μόνο τύπο;
Όχι, το πραγματικό κοινό-στόχος μας είναι όλοι οι άνθρωποι που προσπερνούν και βλέπουν τι κάνουμε. Στη Νέα Υόρκη, αυτός ο αριθμός ατόμων μπορεί να είναι πολύ μεγάλος: επιλέγουμε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα για τα δρώμενά μας. Απλώς αστειευόμασταν όταν είπαμε ότι προσπαθούσαμε να διασκεδάσουμε φύλακες και αστυνομικούς που πλήττουν. Γάμα τους.

Μολαταύτα υπάρχει κάτι το παράλογο, ένα κατά κάποιον τρόπο ποιητικό στοιχείο στην παράσταση ενός έργου, ενός καλλιτεχνήματος, ενώπιον αυτών των μηχανικών ματιών. Πιστεύεις ότι αυτή η παράλογη πλευρά είναι σημαντική σ’ αυτό που κάνετε;
Ναι! Πιστεύουμε ότι η υποτιθέμενη λογική της παρακολούθησης είναι παράλογη: οι κάμερες κάνουν τους ανθρώπους παρανοϊκούς με την ελπίδα ότι αυτοί οι παρανοϊκοί θα συμπεριφερθούν ορθολογικά και δεν θα διαπράξουν κάποιο έγκλημα. Οι παρανοϊκοί άνθρωποι όμως ΔΕΝ είναι ορθολογικοί.

Τι επίδραση περιμένεις ότι θα έχει η πράξη σας στους θεατές;
Διάφορες επιδράσεις: 1) ότι θα αναστατώσει την καθημερινή τους ρουτίνα, 2) ότι θα τους δείξει πως απλά άτομα ή μικρές ομάδες μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικές, 3) ότι θα τους δείξει πως δεν υπάρχει λόγος να τρομοκρατούνται ή να γίνονται παρανοϊκοί με τις κάμερες, 4) ότι θα τους δείξει πως δεν είναι όλες οι διαμαρτυρίες θορυβώδεις, οργισμένες και χωρίς αίσθηση του χιούμορ.

Αυτή η στρατηγική της «αναστάτωσης» της καθημερινής ζωής χρησιμοποιείται αυτές τις μέρες από πολλές άλλες ομάδες. Έχει γίνει στρατηγική του μάρκετινγκ, για παράδειγμα, και ολόκληρα εμπορικά κέντρα σχεδιάζονται έτσι ώστε να βγάζουν τους ανθρώπους από την ύπνωσή τους. Γιατί πιστεύεις ότι αυτή η στρατηγική συνεχίζει να λειτουργεί; Και πώς νιώθεις για τις χειροποίητες αφίσες σας σε σύγκριση με τις πολύ πιο τελειοποιημένες και εκλεπτυσμένες μεθόδους του «σοκαριστικού» ή «guerilla» («αντάρτικου») μάρκετινγκ;
Όχι! Το μάρκετινγκ –ακόμη και η «ριζοσπαστική» διαφήμιση– έχει σχεδιαστεί για να διατηρήσει τους ανθρώπους στην ύπνωσή τους, όχι για να τους ξυπνήσει. Η διαφήμιση είναι μέρος της υπνώττουσας καθημερινής ζωής που οι SCP επιθυμούν να αναστατώσουν. Όσο για τη «high-tech/low-tech» αντίθεση ανάμεσα σ’ εμάς και τους διαφημιστές: μοιάζουμε ερασιτέχνες, ίσως ακόμη και παράλογοι, έτσι δεν είναι; Ωραία!

Είχατε ποτέ καμία αντίδραση από τους φύλακες που παρακολουθούν τις κάμερες εκτός από το να σας ζητήσουν να φύγετε από το κτίριο; Πώς αντιδρά το υπόλοιπο κοινό (εάν μπορούμε βέβαια να αποκαλέσουμε κοινό τους περαστικούς);
Οι επόπτες βρίσκουν αστείες τις παρωδίες μας, προσβάλλονται όμως όταν τους δείχνουμε μία πινακίδα που απευθύνεται άμεσα σ’ αυτούς και λέει «κοίτα τη δική σου δουλειά». Τα υπόλοιπα μέλη του κοινού (του πραγματικού κοινού των δρώμενών μας) πάντοτε συμφωνεί μαζί μας στο σημείο αυτό: οι κάμερες πρέπει να υποδεικνύονται με επαρκή σηματοδότηση. Μονάχα λίγοι μας λένε τις συνηθισμένες βλακείες για το ότι καταπολεμάται η εγκληματικότητα.

Πραγματοποιείτε επίσης πεζοπορικές περιηγήσεις στη Νέα Υόρκη. Τι κάνετε σ’ αυτές;
Μαθαίνουμε σε άλλους ανθρώπους να κάνουν ό,τι κάνουμε: να εντοπίζουν τις κάμερες, οι οποίες είναι συχνά συγκαλυμμένες ώστε να μοιάζουν με λάμπες του δρόμου ή διακοσμητικά στολίδια. Επίσης, επιβεβαιώνουμε ότι θα διαδοθούν οι χάρτες μας με τις τοποθεσίες όπου βρίσκονται οι διάφορες κάμερες. Αυτή είναι επίσης μία σημαντική λειτουργία των δρώμενών μας: η διάδοση αυτών των χαρτών. Είναι διαφορετικό να σου λέει κάποιος για τις κάμερες και διαφορετικό να είσαι ικανός να τις εντοπίσεις μόνος σου και να δεις πόσο πολλές πραγματικά υπάρχουν.

Υπάρχει καθόλου επιρροή της θεωρίας των Καταστασιακών στο έργο σας;
Μεγάλη. Αυτό που κάνουμε είναι να «αντιστρέφουμε» το θέαμα που συνιστούν οι κάμερες: αντί να τις καταστρέφουμε (αναρχικός που εμπνέεται από μιλιταριστική λογική) ή να γράψουμε στον αντιπρόσωπό μας στο Κογκρέσο ή να διαδηλώσουμε εναντίον τους (αριστερός), στρέφουμε τις κάμερες ενάντια στους αρχικούς τους σκοπούς και τις χρησιμοποιούμε για δικούς μας. Μολαταύτα, είμαι σίγουρος πως η Καταστασιακή Διεθνής θα ήταν αντίθετη στο βαθμό τον οποίο οι SCP χρησιμοποιούν τα μαζικά μέσα και εμφανίζονται σ’ αυτά.

Αυτό ήταν κάτι που επρόκειτο να σε ρωτήσω: εάν είστε τόσο αντίθετοι στο θέαμα, γιατί συμμετέχετε σ’ αυτό παραχωρώντας συνεντεύξεις – εφόσον όλοι γνωρίζουμε πως το θέαμα ενσωματώνει και καταβροχθίζει οτιδήποτε στο οποίο στρέφει την προσοχή του.
Ταΐζουμε το Θέαμα δηλητήριο μεταμφιεσμένο σε σπόρους για πουλιά.

Βλέπετε τους εαυτούς σας ως συνεχιστές της παράδοσης του πολιτικού θεάτρου του δρόμου που προέρχεται από τη δεκαετία του ’70;
Ναι. Είμαστε ένθερμοι θαυμαστές του «Living Theater».

Ομάδες όπως το «Living Theater» δεν υπάρχουν πια στην πραγματικότητα και ένας από τους λόγους που συμβαίνει αυτό ίσως είναι το ότι έχει μεταβληθεί η έννοια της δημόσιας σφαίρας. Ίσως ο πραγματικός κοινωνικός διάλογος και το πραγματικό «ζωντανό» κοινό να μην είναι πλέον στο δρόμο αλλά στα «μέσα». Οπότε, κάποιος θα μπορούσε ν’ αντιτάξει ότι αυτό το είδος δημοσίου θεάτρου του δρόμου δεν προσεγγίζει το κοινό, αλλά μονάχα μία περιορισμένη μερίδα του…
Κι όμως, η ομάδα του «Living Theater» είναι πάρα πολύ ζωντανή! Πραγματοποιεί παραστάσεις τόσο σε εσωτερικούς χώρους, όπως ένα παραδοσιακό θέατρο, όσο και σε εξωτερικούς, δημοσίως! Όσο για τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τα «μέσα», μπορεί να αληθεύει για μερικούς ανθρώπους –αυτούς που έχουν χρήματα, εξουσία και πρόσβαση στα μέσα– ότι η δημόσια σφαίρα είναι περιττή ή ανεπιθύμητη/τρομακτική. Υπάρχουν όμως κάποιοι άλλοι άνθρωποι για τους οποίους ο δρόμος και ο δημόσιος χώρος είναι κυριολεκτικά τα πάντα (οι άστεγοι, προφανώς, αλλά και άλλοι άνθρωποι επίσης).

Τι ρόλο παίζει το διαδίκτυο σε αυτά που κάνετε;
Μας επιτρέπει να έχουμε επαφή με ομοϊδεάτες ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Μας προσφέρει τη δυνατότητα να μαθαίνουμε ειδήσεις από ανθρώπους οι οποίοι δεν μιλούν την αγγλική ως μητρική τους γλώσσα. Έχουν γράψει ή προβάλει πληροφορίες για μας στην τηλεόραση, στα ισπανικά, στα πορτογαλικά, στα γαλλικά, στα ολλανδικά και στα γερμανικά.

Δημοσιεύτηκε στο Y. Levin, Ursula Frohne, and Peter Weibel (επιμ.), CTR [Space]. Rhetorics of Surveillance from Bentham to Big Brother, The MIT Press, Κέημπριτζ, Μασαχουσέτη, 2002, σσ. 616-619. Μετάφραση: Μαριάννα Λεμπρέν.

Ένα άδειο σκυλόσπιτο στην αυλή

Του Vassili Salvatorov

Η σάρκα της κοκκινομάλλας σερβιτόρας μου θυμίζει / Το χλωμό χιόνι της πατρίδας και τη νιότη μου – / Τότε που ήθελα ακόμη. / Έχω ζήσει κι εγώ τις μέρες της δόξας μου / Ό,τι μου αναλογεί το έχω εισπράξει. / Κι αν ήμουν άπληστος, με συγχωρείτε / Αυτά που έμαθα ήταν μαθήματα της πείνας και μόνο.

Τώρα, αν και την πείνα μου την έχω χορτάσει, / Βολοδέρνω ακόμη στα ταχυφαγεία αναπολώντας / Μια μακρινή ζωή, προτού η καρδιά μου καταντήσει / Ένα άδειο σκυλόσπιτο στην αυλή.

Από την ποιητική συλλογή An Empty Doghouse in the Backyard, Hell’s Kitchen Press, Λόρενς, Κάνσας 2002. Μετάφραση: Μ.Π.

Fuck you, America!

Του Vassili Salvatorov

Στο λέω με το θράσος των ανθρώπων που πεθαίνουν για σένα / Με τη σημαία μπροστά, / Λάβαρο κάποιων αγώνων που χαράσσουν στη μνήμη / Αντικείμενα όπως το μίξερ, το αυτοκίνητο, ένα ψυγείο / Και –σίγουρα– μια μηλόπιτα με μήλα του Άινταχο. / Πόση δόξα αλήθεια! Επινίκια σε ροζ Cadillac / Με τη φωνή του Eminem για συντροφιά / “I’m gonna fuck you”.

Αμερική λατρεύω να σε μισώ γι’ αυτό που είσαι. / Χλιδάτη πόρνη με λαμπερά φτιασίδια, στήθη σιλικόνης, μνήμες πυριτίου / Και κώλο που λικνίζεται στο σκαμπανέβασμα του χρηματιστηρίου. / Αποκαλύψου! Λάμψε! Σκόρπα τον όλεθρο! / Πάρε τα λάφυρα της νίκης, όλα δικά σου. / Ρίγη απόλαυσης ανάμεικτα με τρόμο που ’χει τη γεύση της βανίλιας / Καθηλώνουν τα πλήθη τη στιγμή που Εσύ βαδίζεις αγέρωχη / Με τη σημαία πάντα μπροστά, / Στο δρόμο που ’ναι σπαρμένος προσδοκίες / Και –φυσικά– φλεγόμενους Δίδυμους Πύργους και καμικάζι./ Μια αναλαμπή / Πυρπολυμένοι φάροι καθοδηγούν τα πλήθη στο επέκεινα.

Δοξάζω εγώ / Δοξασμένη εσύ, Αμερική / Φωτίζεις το δρόμο μου καθώς καίγεσαι ηρωικά, / Οι βόμβες σκάβουν το κορμί σου, σε τραυματίζουν ανεπανόρθωτα. / Όμως εσύ ξέρεις τον πόνο να τον μετατρέπεις σε οργή / Να γλείφεις τις πληγές σου εκδικούμενη και / Να εξαπολύεις τους κεραυνούς σου επί δικαίων και αδίκων όπου γης. / Είσαι μια πόρνη λαμπερή! Μια πόρνη οργισμένη!

Fuck you America σιγοτραγουδώ / Αν και ξέρω πως η φωνή μου θα απαχθεί από το προφανές και το επίκαιρο / Θα παραμείνω άθελά μου βουβός θαυμαστής σου και φίλος / Ακόμα και τώρα που σε μισώ μοιάζει πως σε λατρεύω / Τη σκοτεινή σου δύναμη ελέγχου και θανάτου / Τη νεοτερική σου όψη και την αφέλεια της πίστης σου σε σένα / Ανόητα, αβάσιμα συμπεράσματα που προκύπτουν αβίαστα / Στα χείλη εκείνων που αμφισβητούν κι εκείνων που δοξάζουν / Η πουτάνα δεν γίνεται. / Είναι.

Από την ποιητική συλλογή Fuck you America!, Open Window Press, Σικάγο 2004. Μετάφραση: Μ.Π.

Αντίσταση, ανατροπή και καταστροφή του συμπλέγματος της επιτήρησης και του ελέγχου

Μια συνέντευξη με τον Mike Davis

[Ο Mike Davis είναι καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Ιρβάιν, και συγγραφέας μεταξύ άλλων των: City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles (1990), Dead Cities, And Other Tales (2003) και πιο πρόσφατα, Buda's Wagon: A Brief History of the Car Bomb (2007). Στα ελληνικά, κείμενά του έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις futura. Παρακάτω, ακολουθεί ένα απόσπασμα από συνέντευξή του, στις 23/2 στο Λονδίνο, στο περιοδικό Voices of Resistance from the Occupied London. Μετάφραση …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας.]

Ασχολείσαι συχνά με την εύρεση αναλογιών μεταξύ διάφορων τάσεων αστικού ελέγχου στον κόσμο. Θα μπορούσες να συγκρίνεις την κατάσταση στο Λος Άντζελες, την καταστολή και την επιτήρηση που διεξάγεται εκεί στην περίοδο που γράφεις το City of Quartz με την κατάσταση στο Λονδίνο σήμερα;

Δεν υπάρχει καμιά απολύτως σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το σύμπλεγμα της επιτήρησης που υφίσταται στο Λονδίνο. Ακόμα και οι κάμερες CCTV μόνο τώρα τελευταία τέθηκαν στο προσκήνιο στις ΗΠΑ. Η συνολική επιτήρηση των κεντρικών περιοχών αμερικανικών πόλεων είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει στις αρχές του '90 όμως μόνο όσον αφορά μικρές περιοχές, ελάχιστα στρέμματα στο κεντρικό Λος Άντζελες για παράδειγμα. Αν ο Giuliani [Σ.τ.μ. Rudolf Giuliani, συντηρητικός πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης] γίνει πρόεδρος θα έρθουμε πιο κοντά στην ιδέα της συνολικής επιτήρησης και του ελέγχου στο κέντρο των πόλεων όμως το Λονδίνο είναι τουλάχιστον μια αν όχι δυο γενιές πιο μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, στις ΗΠΑ η υποδομή ήδη υπάρχει: οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας έχουν πλέον συστήματα επιτήρησης που καταγράφουν το μποτιλιάρισμα. Όμως θεωρώ ότι το Λονδίνο είναι πραγματικά σοκαριστικό με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, δεν είχα ιδέα, πριν έρθω εδώ, ότι τα υπόγεια περάσματα παρακολουθούνται και τα δεδομένα αποθηκεύονται. Στις ΗΠΑ τα πράγματα πήραν μια διαφορετική κατεύθυνση. Προφανώς, σε κάθε οικονομική συναλλαγή που έχεις, και ιδιαίτερα στο διαδίκτυο, υπάρχει μεταφορά δεδομένων ή ακόμα και πώλησή τους για λόγους μάρκετινγκ. Πιστεύω ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να είναι το πιο προχωρημένο του κόσμου, με αυτήν την έννοια, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα του μάρκετινγκ για να κατηγοριοποιήσει ανθρώπους και να τους περάσει πολιτικά μηνύματα. Επίσης, υπάρχει πολύ μεγαλύτερος προϋπολογισμός και περισσότερα ερευνητικά προγράμματα στις ΗΠΑ. Για να δώσω ένα παράδειγμα του πως λειτουργεί αυτό: Η κυβέρνηση Bush χρειάζεται προγράμματα υποδοχής μεταναστών ώστε να ικανοποιήσει την ανάγκη για εργατικά χέρια σε κρίσιμους τομείς όπως οι καλλιέργειες. Όμως, βρίσκεται εκτεθειμένη από μια εξέγερση της βάσης των ρεπουμπλικάνων ενάντια στους δημοκρατικούς. Ένα από τα πράγματα που ζητούν είναι η ανέγερση ενός τοίχους σε όλο το μήκος των μεξικανικών συνόρων και το Κογκρέσο πράγματι εξουσιοδότησε την κατασκευή μέρους του, αν και άνθρωποι που εργάζονται στον έλεγχο των συνόρων και στην επιτήρηση το κοροϊδεύουν μιας και οι τοίχοι αυτοί θα είναι ολότελα αναποτελεσματικοί: μεταλλικά αναχώματα ύψους 12 ποδιών [Σ.τ.μ: 4 μέτρα] που θα μπορούσε να σκαρφαλώσει ο καθένας. Εργάζονται σε κάτι εξ ολοκλήρου διαφορετικό: ένα εικονικό σύνορο, περισσότερο σαν τον εικονικό έλεγχο που υφίσταται αυτή τη στιγμή στο Λονδίνο. Έπρεπε να ταΐσουν κουτόχορτο τους συντηρητικούς των προαστίων που ήθελαν κάτι σε φυσικό τοίχος α-λα Βερολίνο, να τους δίνει την αίσθηση ασφάλειας του ελέγχου των συνόρων. Ο πραγματικός έλεγχος πάνω στις κινήσεις των ανθρώπων δεν έχει τόση ανάγκη από τα τείχη αυτά όσο έχει την τεχνολογία. Αυτή είναι και η σφαίρα όπου πιστεύω ότι οι ΗΠΑ είναι πιο προχωρημένες προς την δημιουργία μιας κοινωνίας ολοκληρωτικού ελέγχου. Ο Perry, ο κυβερνήτης του Τέξας, εξουσιοδότησε την τοποθέτηση καμερών σε περιοχές των συνόρων όπου περνούν άνθρωποι συχνά και τις συνέδεσε στο διαδίκτυο. Έτσι δημιούργησε ψηφιακούς ρουφιάνους. Ο καθένας μπορεί να σπαταλήσει το χρόνο του χαζεύοντας στην έρημο, κι αν δει έναν μεξικανό να έρχεται μπορεί να καλέσει κάποιο παράρτημα της τεξανής πολιτείας που θα ειδοποιήσει τους συνοριοφύλακες.
Έτσι το ίντερνετ μπορεί να απειλεί την ελευθερία χάρις στον τρόπο που μπορούμε όλοι να εποπτεύουμε, να καταπιέζουμε και να φυλακίζουμε ο ένας τον άλλον: είμαστε πλέον όλοι δεσμοφύλακες, επιτηρώντας ο ένας τις κινήσεις του άλλου. Είναι μια αποκρουστική ιδέα και η ακρο-δεξιά την λατρεύει, να έχει κάποιο ρόλο να παίξει στην αστυνόμευση της μετανάστευσης και της κοινωνίας. Ο καθένας, υπό μια έννοια, αρέσκεται να φοράει ένα αστυνομικό σήμα.
Στο Λ.Α. έβαλαν πρόσφατα ψηφιακές εικόνες στους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας ώστε να μεταδίδουν προειδοποιήσεις για την κίνηση, παρόλο που είμαστε ακόμη πολύ πίσω από την Ευρώπη στο ζήτημα αυτό. Τώρα τους χρησιμοποιούν για συναγερμούς για απαγωγές κλπ. Το πρόβλημα με το να τοποθετηθούν ένα σωρό από αυτές στις ΗΠΑ και ιδιαίτερα στα κέντρα των πόλεων, είναι ότι δε θα άντεχαν ούτε μια μέρα! Θα ήταν αναγκασμένοι κατά κάποιο τρόπο να εξοπλίσουν, να οχυρώσουν και να προστατεύσουν τις κάμερες επιτήρησης. Το επίπεδο βανδαλισμού στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων είναι πολύ προχωρημένο κι εκτενές... Κάποτε υπολόγισα την κάλυψη ανά τετραγωνικό μέτρο των γκράφιτι στο Λ.Α. και πήρα συνεντεύξεις από ανθρώπους που καθάριζαν τα γκράφιτι κλπ. Μπορούν να βάλουν κάμερες όμως θα σπαστούν και θα κατεβούν. Μπορεί να γίνεται με την μεσαία τάξη - ίσως περάσει στα κυριλέ προάστια του Santon ή στις συνοικίες των λευκών του Johannesburg όμως αν αρχίσεις να βάζεις κάμερες στις γειτονιές των αμερικανικών γκέτο, θα πρέπει να βάλεις κι από έναν αστυνομικό να φυλάει την καθεμιά τους. Είναι μια από τις αντιφάσεις της κοινωνίας του ελέγχου. Οι κάμερες CCTV δεν είναι τόσο προχωρημένες στις ΗΠΑ όσο στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι επαναπαύονται περισσότερο στην ιδιωτική αστυνομία στις ΗΠΑ.

Γιατί δεν υπάρχουν βανδαλισμοί ενάντια στις κάμερες στο Λονδίνο;

Αυτό θα ήταν κι ένα από τα δικά μου ερωτήματα. Νομίζω ότι πρέπει να προπαγανδίσουμε και να αγωνιστούμε για την ιδέα μιας παγκόσμιας εξέγερσης ενάντια στη συνθήκη της επιτήρησης, ενάντια στην καταστρατήγηση των αστικών ελευθεριών. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους και να βρούμε κάθε πιθανό τρόπο να αντισταθούμε, να ανατρέψουμε και να καταστρέψουμε το σύμπλεγμα της επιτήρησης και του ελέγχου. Σίγουρα, εκατομμύρια εφήβων το κάνουν έτσι κι αλλιώς. Ο Kevin Lynch έγραψε ένα βιβλίο πάνω στον βανδαλισμό. Τον ενδιέφερε πολύ ο βανδαλισμός σαν μια αστική διαδικασία, οι βανδαλισμοί κάθε είδους. Τον μελέτησε στα '70, σε έναν βαθμό ώστε να καταλάβει πώς οι αρχιτέκτονες θα μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν και μερικώς επειδή τον ενδιέφερε η ίδια η λογική του. Θεώρησε πως οτιδήποτε ενέπλεκε τους ανθρώπους και το τεχνητό περιβάλλον, ακόμα και η καταστροφή του, ήταν κάτι το θεμιτό. Αν θες να δημιουργήσεις μια θεωρία συμμετοχικής αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας, ο βανδαλισμός φαίνεται να είναι η πιο συνηθισμένη και δημοφιλής μορφή συμμετοχής στο τεχνητό περιβάλλον, εξεγειρόμενος ενάντια στην απανθρωποποίησή του, με την συγκέντρωση της εργατικής τάξης στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων κλπ.
Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε μια στρατηγική ώστε να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον: θα έπρεπε να βανδαλίζουμε και να ανατρέπουμε τη συνθήκη της επιτήρησης και την μεσαία τάξη που τη στηρίζει. Το να κατεβάζεις τις προειδοποιητικές πινακίδες «ένοπλης αυτοάμυνας» [Σ.τ.μ. συνηθίζεται στην αμερικανική επαρχία, ιδιαίτερα στον νότο, μια εσκεμμένη παρεξήγηση της «νόμιμης αυτοάμυνας’, που εμφανίζεται σε πινακίδες στα χωράφια με επιγραφές όπως «Αν πατήσεις στην ιδιοκτησία μου, σε περιμένει μολύβι» κλπ.] από τα χωράφια τρελαίνει τους ανθρώπους... Όχι ότι η ένοπλη αυτή αυτοάμυνα θα πραγματοποιηθεί σίγουρα, αλλά οι άνθρωποι νιώθουν εξαιρετικά εξασφαλισμένοι έχοντας την πινακίδα εκεί. Αν τους την αφαιρέσεις νιώθουν πως όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος θα κινητοποιηθούν εναντίον τους, και πιθανό να δολοφονηθούν την επόμενη μέρα. Έχω ξεκινήσει μια σειρά από βανδαλισμούς μαύρων σκιάχτρων - που είναι ένα φαινόμενο αμερικάνικου σωβινισμού και ρατσισμού. Πρόκειται για φιγούρες μαύρων που τις βάζουν στα χωράφια, και είναι δημοφιλείς μεταξύ ανθρώπων που νοσταλγούν την παλιά φυλετική τάξη, όταν όλοι οι μαύροι ήταν υπηρέτες ή σκλάβοι. Όταν γύρισα στο Λ.Α. στα τέλη του '80 ανακάλυψα ότι υπήρχαν αρκετά τέτοια σε σπίτια στο Beverly Hills. Είναι κάτι στο οποίο μπορεί να εφαρμοστεί όλη η δημιουργική ενέργεια της νεολαίας: στο να βρεθούν τρόποι να αντιμετωπιστεί και να ανατραπεί η κοινωνία της επιτήρησης.
Στο κεντρικό σας ερώτημα δεν έχω καμία απάντηση. Έζησα στο Λονδίνο στα '80, αρκετά δυστυχισμένος και φτωχός, όπως είχα κάποιες σπουδαίες στιγμές. Ήμουν στη Fleet Street στην μάχη του Fortress Murdoch, όπου οι εργάτες των τυπογραφείων μάχονταν τους μπάτσους κάθε νύχτα... Υπέροχα πράγματα. Απέραντη ενέργεια στην πόλη. Έτσι, δεν με έλκει να γυρίσω πίσω και να δω τους ανθρώπους πειθήνιους και καθυποταγμένους. Το Λονδίνο είναι ένα μέρος όπου καταφτάνουν τόσοι άνθρωποι... Μετανάστες έρχονται για δουλειά, φοιτητές για να σπουδάσουν, μια συνεχής ροή ανθρώπων προς τα μέσα και προς τα έξω. Αναρωτιόμασταν αν αυτό έχει να κάνει με την καθυπόταξή του - ή αν, από την άλλη, προσφέρει πιθανότητες αντίστασης... Θα έλεγα ναι, αν και οι μετανάστες σήμερα είναι τόσο ριζοσπαστικά εκτεθειμένοι στο Λονδίνο όσο είναι και στις ΗΠΑ. Σε μια ομιλία μου προχθές προσπάθησα να εξηγήσω ότι δύσκολα μπορούμε να βρούμε μια άλλη στιγμή στην αμερικάνικη ιστορία που οι μετανάστες (περιλαμβανομένων των νομιμοποιημένων) να ήταν τόσο εκτεθειμένοι. Η κυβέρνηση του Bush υιοθετεί τη θέση ότι ακόμα και οι νόμιμοι μετανάστες δεν περιλαμβάνονται στην αμερικανική χάρτα των δικαιωμάτων ή στο σύνταγμα. Δεν απολαμβάνουν την προστασία της πολιτείας, τις αγγλοσαξονικές ελευθερίες κλπ. Γιγαντιαίες διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών έλαβαν χώρα πέρυσι στις ΗΠΑ εκφράζοντας την υπαρξιακή αγωνία των ανθρώπων, την αναγνώριση του δικαιώματος στην ύπαρξη. Από την άλλη μεριά, αυτή η λογική στο Λονδίνο είναι σαφής: περισσότερο απ’ όσο η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο είναι η απόλυτη παιδική χαρά των πλουσίων. Ρώσοι δισεκατομμυριούχοι κατακλύζουν το Λονδίνο, κι όχι την Ν.Υ.. Γίνεται το παν για να διαβεβαιώσουν ότι είναι ένας απόλυτα ασφαλής τόπος για να αφήσεις τα λεφτά σου. Το Λονδίνο έπαιζε πάντοτε αυτόν τον ρόλο, σε ένα βαθμό μιας και θεωρούταν ότι η Νέα Υόρκη είναι ο απόλυτος τέτοιος προορισμός. Το Λονδίνο αμφισβητεί αυτή την πρωτιά με μεγάλη ένταση, και η ειρωνεία πίσω από αυτό είναι ότι η ένταση αυτή είναι κατά ένα μέρος αποτέλεσμα της πολιτικής του Ken Livingstone.

Στη διάλεξή σου στο RIBA μίλησες για τις πόλεις, ως τη μόνη ρεαλιστική λύση για το μέλλον, αναφορικά με το περιβάλλον. Θα μπορούσες να το εξηγήσεις λίγο;

Αναπόφευκτα, οδεύουμε προς έναν κόσμο όπου τουλάχιστον τα δύο τρίτα του πληθυσμού θα ζουν σε πόλεις. Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω τις ιδέες του Kropotkin για μια επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην αποκέντρωση... Γι’ αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτής της σπουδαίας συζήτησης για τις εναλλακτικές πόλεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς ανάμεσα στα 1880 και στα 1930. Οι πόλεις είναι ο μόνος τρόπος να τετραγωνίσουμε τον κύκλο ανάμεσα στην απαίτηση της ανθρωπότητας για ισότητα και ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο σε έναν βιώσιμο πλανήτη. Η εναλλακτική για την ολοένα και εντονότερη ιδιωτική ή ατομική κατανάλωση είναι η δημόσια πολυτέλεια της πόλης. Είμαι πολύ επηρεασμένος από τις ιδέες των κονστρουκτιβιστών προερχόμενων από τη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα. Ήρθαν αντιμέτωποι με το γεγονός ότι η Ρωσία δεν είχε τις δυνατότητες να χτίσει πολυτελείς κατοικίες για την εργατική τάξη, αλλά θα την παρηγορούσαν με τη δημιουργία των πιο υπέροχων, ουτοπικών δημοσίων χώρων. Κάθε εργοστάσιο θα είχε κι ένα μεγάλο αθλητικό κέντρο, έναν κινηματογράφο ή μια βιβλιοθήκη. Οι δημόσιοι χώροι δεν θα κάλυπταν μόνο τις κοινές ανάγκες, αλλά θα παρήγαγαν και θα ικανοποιούσαν και νέες. Είναι διαφορετικό να είσαι μόνος σου στο σπίτι με μια απεριόριστη πορνογραφία στο ίντερνετ και αρκετά διαφορετικό να είσαι νέος, στην πλατεία ή στο δημόσιο χώρο μαζί με ανθρώπους της ηλικίας σου και όλες τις πιθανότητες που συνεπάγεται κάτι τέτοιο...
Στην ουσία της, η πόλη είναι η οικονομία της κλίμακας: παράγει τις πιο ολοκληρωμένες σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Παράγει ένα δημόσιο ή κοινωνικό πλούτο που δεν αποτελεί απλά υποκατάστατο της ιδιωτικής κατανάλωσης ή του ιδιωτικού πλούτου, αλλά επίσης τη βάση για ανάγκες που δεν μπορούν να υπάρξουν ή να εκπληρωθούν στον καπιταλισμό. Αν οι άνθρωποι είχαν δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε ολόκληρη την πορνογραφία που μπορείς να καταναλώσεις σε μια ζωή και στο φλερτάρισμα με ανθρώπους σε μια τεράστια πισίνα, τι θα επέλεγαν; Αυτός είναι ο πλούτος της πόλης. Ο Patrick Geddes, ο μεγάλος στοχαστής της πολεοδομίας από το Εδιμβούργο και φίλος του Kropotkin, ήταν ο πρώτος που είδε ότι η ανάπτυξη της πόλης και η ευάλωτη κατάσταση στην ενδοχώρα της είναι αλληλένδετες, ότι η πολεοδομική πυκνότητα υποστήριζε την διατήρηση του ανοιχτού χώρου και εξυπηρετεί τη φύση. 'Ήταν ο πρώτος που επεξεργάστηκε σοβαρά την πολιτική των υποδομών και της ανακύκλωσης, της μη-εξαγωγής των σκουπιδιών, της βιωσιμότητας... Που είδε ότι υπήρχε μια σχέση με την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν αυτός που πήγε στην Ινδία με τον βρετανικό στρατό ερευνώντας τα συστήματα υγιεινής στη χώρα. Οι Ινδοί είχαν λύσει τα προβλήματά τους - ξέρουν τι να κάνουν με τα σκατά τους. Το πρόβλημα το έχουν αυτοί που θέλουν να τα ρίχνουν στο νερό! Ιδού η άμεση σύνδεση μεταξύ του Geddes και του Kropotkin και μια ολόκληρη, μερικώς χαμένη αναρχική παράδοση για την αυτο-οργάνωση του αστικού πεδίου, τις αυτοδιευθυνόμενες πόλεις και την περιβαλλοντική λειτουργία των πόλεων. Δεν υπάρχει άλλη πιθανή λύση: Η Γη δεν θα σωθεί από συλλογές υπογραφών. Η οικοδόμηση πόλεων που είναι πραγματικές πολιτείες με τη βαθειά έννοια του όρου είναι η λύση. Η δημιουργία μιας ισοτιμίας της ευχαρίστησης και της δημόσιας πολυτέλειας είναι η λύση. Και η αναγνώριση ότι η κατανάλωση έχει μετατραπεί σε μια πανούκλα που δηλητηριάζει εμάς και τα παιδιά μας.
Το 1934 ήρθε στο τέλος της μια συζήτηση κι ένας ελεύθερος στοχασμός για μια εναλλακτική πολεοδομία σε όλο το φάσμα, από την εγκατάλειψη των πόλεων και την επιστροφή στην αλληλοβοήθεια και στην ύπαιθρο, μέχρι σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στη Σοβιετική Ένωση, τα οράματα των υπερ-πόλεων. Υπάρχει ένα φορτίο τεράστιου πλούτου στη δημιουργική ουτοπική σκέψη για την πολεοδομία που πρέπει να επανακτηθεί. Δεν είναι απλά το προϊόν στοχαστών και σχεδιαστών, σχεδίων και μελετών εργασίας των κυβερνήσεων, αλλά σύλληψης της ατομικής δραστηριότητας των παρειών της πόλης και των φτωχών, του καθένα.
Μιλώντας για τους Πρόβος στο Άμστερνταμ, τους καταστασιακούς κλπ... Το πρόβλημα είναι συνήθως η χρήση του αστικού πεδίου από πρωτοποριακές ομάδες, ανθρώπους που προσπαθούν να συντηρήσουν παραδοσιακές μποέμ καταστάσεις: πρόσφυγες, καταληψίες, καλλιτέχνες... Κάνοντας ασυνείδητα τη δουλειά της ανάπλασης και των επιχειρήσεων real estate. Στο Λος Άντζελες, παρά τους ωκεανούς χρημάτων που έχουν ριχτεί στο κέντρο (το Λ.Α. έχει ένα από τα πιο απάνθρωπα κέντρα του κόσμου), η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να το ενσωματώσει. Το σημείο καμπής ήταν όταν οι φοιτητές μου της αρχιτεκτονικής και μερικοί φτωχοί καλλιτέχνες πρόθυμοι να ζήσουν μαζί με άστεγους ανθρώπους ξεκίνησαν να ζουν σε διαμερίσματα εκεί. Τελικά κατάφεραν να δημιουργήσουν ευχάριστα μέρη. Το αποτέλεσμα: εστιατόρια και μπαρ άρχισαν να ανοίγουν, όπως στην κάτω ανατολική πλευρά της Ν.Υ. ή στο Σόχο του Λονδίνου. Οι τιμές τινάχθηκαν στα ύψη, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πετάχτηκαν έξω και γιάππηδες ήρθαν, μετατρέποντας την περιοχή σε στέκι πλουσίων. Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα μιας και όταν έχεις μια δημιουργική κοινότητα ή ένα δίκτυο νέων ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν στην πόλη με έναν διαφορετικό τρόπο μπορούν παρά τη θέλησή τους να γίνουν υπηρέτες της ανάπλασης.
Η ρεφορμιστική πολιτική δεν έχει να πει τίποτα πάνω σε αυτό. Δεν υπάρχει καμιά ρεφορμιστική κυβέρνηση πουθενά στον κόσμο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα της πολεοδομικής ανισότητας, μιας και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τις αξίες των οικοπέδων, της γης κλπ. Μέχρι να μπορούμε να μιλήσουμε για τσάκισμα των εγκληματικών αξιών της γης ή για κοινωνικοποίηση της γης ή για συστήματα περιορισμένης ισότητας στη γη, δεν μπορούμε να ελέγξουμε την πόλη, δεν μπορούμε να πετύχουμε καμία πραγματική ισότητα μέσα της.

Σουρεαλισμός και Αναρχισμός

Εισαγωγική Δήλωση

Σουρεαλιστές, δεν έχουμε σταματήσει να βλέπουμε στην αγία τριάδα: Κράτος-Εργασία-Θρησκεία ένα έκτρωμα εναντίον του οποίου ήρθαμε συχνά να συναντηθούμε μαζί με τους συντρόφους της Αναρχικής Ομοσπονδίας. Αυτή η προσέγγιση μάς οδήγησε και σήμερα να εκφραστούμε μέσα από την Le Libertaire.

Δεχόμαστε συγχαρητήρια κυρίως γιατί αυτή η συνεργασία θα μας επιτρέψει, νομίζουμε, να αποδεσμεύσουμε μερικές από τις μεγάλες γραμμές της κοινής δύναμής μας προς όλα τα επαναστατικά πνεύματα. Εκτιμούμε ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ένα ευρύ όραμα όλων των προτεινόμενων θεραπειών. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό εκτός αν οι επαναστάτες εξετάσουν από κοινού τα προβλήματα του σοσιαλισμού ως στόχου, όχι για να εντοπίσουν εκεί μια επιβεβαίωση των δικών τους ιδεών, αλλά για εκμαιεύσουν μια ευέλικτη θεωρία που θα δώσει μια νέα ώθηση στην κοινωνική Επανάσταση. Η απελευθέρωση του Ανθρώπου δεν θα πρέπει, ούτως ώστε να μην αυτοαναιρείται ρητά, να περιοριστεί σε ένα οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά να διευρυνθεί στο ηθικό πεδίο (αποφασιστική ανανέωση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων). Είναι εξαρτημένη άμεσα από το βαθμό συνειδητοποίησης από τις μάζες των επαναστατικών δυνατοτήτων τους και δεν πρέπει με κανένα τίμημα να γίνει επιβληθεί η αντίληψή της ως μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι, κατά το παράδειγμα της Ρωσίας, θα γίνουν ίσοι στη σκλαβιά.

Ασυμφιλίωτοι με το καπιταλιστικό καταπιεστικό σύστημα, είτε εκφράζεται μέσα από την ύπουλη μορφή της αστικής «δημοκρατίας» και της αποικιοκρατικής μπόχας της, είτε παίρνει την όψη ενός απολυταρχικού ναζιστικού ή σταλινικού καθεστώτος, δεν μπορούμε παρά να επιβεβαιώσουμε για μια ακόμα φορά την απόλυτη εχθρότητά μας και με τα δυο αυτά μπλοκ. Όπως σε κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αυτοί που προετοιμάζουν την επίλυση των μεταξύ τους συγκρούσεών και την εξόντωση της επαναστατικής βούλησης δεν είναι με το μέρος μας. Το μόνο που μπορούν να μας προσφέρουν είναι η περαιτέρω επιδείνωση της μιζέριας, της άγνοιας και της καταπίεσης. Δεν ελπίζουμε σε τίποτα άλλο από την αυτόνομη δράση των εργαζομένων της για την αντιπολίτευση που μπορεί να τους εμποδίσει και να οδηγήσει στην ανατροπή, με την έννοια ενός απόλυτου μετασχηματισμού του σημερινού κόσμου. Αυτή την ανατροπή, ο σουρεαλισμός υπήρξε ο πρώτος και ο μόνος που την μετέφρασε στο πεδίο των αισθήσεων το οποίο κατέχει. Η ανάπτυξή του, η διείσδυση του μέσα στα πνεύματα έχει κάνει πρόδηλη την φτώχια κάθε άλλης παραδοσιακής εκφραστικής μορφής, και έχει δείξει την ασυνάφειά τους με τις εκδηλώσεις της συνειδητής εξέγερσης ενός καλλιτέχνη ενάντια στις υλικές συνθήκες και την επιβεβλημένη από τον άνθρωπο ηθική. Ο αγώνας για την αντικατάσταση των κοινωνικών δομών και η δραστηριότητα στην οποία επιδόθηκε ο σουρεαλισμός για την μεταμόρφωση των πνευματικών δομών, μακράν από το να αποκλείουν το ένα το άλλο, είναι συμπληρωματικά. Η σύνδεσή τους πρέπει να δράσει καταλυτικά στην έλευση μιας εποχής απελευθερωμένης από κάθε ιεραρχία και κάθε περιορισμό.

Οι: Jean-Louis Bédouin, Robert Benayoun, André Breton, Roland Brudieux, Adrien Dax, Guy Doumayrou, Jacqueline Duprey-Senard, Jean-Pierre Duprey, Jean Ferry, Georges Goldfayn, Alain Lebreton, Gérard Legrand, Jehan Mayoux, Benjamin Péret, Bernard Roger, Jean Schuster, Anne Seghers et Clovis Trouille και οι αλλοδαποί σύντροφοί τους που διαμένουν στο Παρίσι.

[Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της γαλλικής «Αναρχικής Ομοσπονδίας» Le Libertaire («Ο Ελευθεριακός»), 12 Οκτώβρη 1951. Μετάφραση: …για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Αύγουστος 2007.]

Η τέχνη στον καιρό του μεγάλου κινδύνου

Του Φώτη Τερζάκη

Ο τόμος-απάνθισμα Έννοιες της τέχνης τον 20ο αιώνα, που εκδόθηκε προσφάτως σε καλαίσθητη έκδοση από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με επιστημονική επιμέλεια και εισαγωγή του επίκουρου καθ. Παναγιώτη Πούλου, είναι οπωσδήποτε μία προσφορά με εγκυκλοπαιδική και ευρετική αξία. Εμφανίζονται ονόματα και κείμενα σημαντικών κριτικών –όπως ο Aloisius Riegl και ο Aby Warburg από τους παλαιότερους, ο Arthur Danto, ο Mikel Dufrenne, ο Richard Wollheim και ο Hans Belting από τους νεότερους– παράλληλα με αισθητικές πραγματεύσεις φιλοσόφων και κοινωνιολόγων του αναστήματος του Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, του Ζυλ Ντελέζ ή του Πιερ Μπουρντιέ· επίσης, κείμενα συγγραφέων πρώτου μεγέθους όπως ο Μαρσέλ Προυστ, ο Πωλ Βαλερύ και o Ρόμπερτ Μούζιλ, ενώ δεν λείπουν τεκμήρια μίας συζήτησης εκπροσώπων της αναλυτικής φιλοσοφίας –Jerome Stolnitz, George Dickie, Nelson Goodman– επί αισθητικού εδάφους που, κανονικά, δεν θα έπρεπε να θεωρείται ευτυχές πεδίο ενασχολήσεων γι’ αυτή την παράδοση. Ένα πανόραμα θα μπορούσε να πει κανείς, ακολουθώντας τον τίτλο της συλλογής, προσεγγίσεων και εννοιών της τέχνης που γέννησε ο εικοστός αιώνας.
Ωστόσο υπάρχει κάτι που προκαλεί από την πρώτη ματιά αμηχανία στον εγρήγορο αναγνώστη, και συνδέεται ακριβώς με το ετερόκλητο της συλλογής. Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή αυτού του απανθίσματος και ποιος ο αντικειμενικός του στόχος; Βεβαίως ο επιμελητής δίνει αρκετές –εύγλωττες– εξηγήσεις στην κατατοπιστική εισαγωγή του· ωστόσο το ερώτημα παραμένει διότι, με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που περιγράφονται στις σελ. 9-11, μπορεί να σκεφτεί κάποιος άλλα 30 τουλάχιστον ονόματα που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ανθολογία. Αν άξονας του ενδιαφέροντος είναι οι εννοιολογήσεις της τέχνης εκ μέρους φιλοσόφων και θεωρητικών, υπάρχουν πολύ πιο σημαντικοί στοχαστές απ’ ορισμένους τουλάχιστον οι οποίοι βρήκαν θέση στον τόμο· αν πάλι το ενδιαφέρον εστιάζεται στις εξειδικευμένες προσεγγίσεις των τεχνοκριτικών που παρήγε ο εικοστός αιώνας, τα δύο ονόματα του
Reigl και του Warburg είναι υπερβολικά λίγα για μια επαρκή χαρτογράφηση του πεδίου· τέλος, από τη στιγμή που κρίθηκε ουσιώδες να συμπεριληφθούν αναστοχασμοί των ίδιων των δημιουργών, πού είναι όλοι εκείνοι που εκπροσώπησαν υψηλόφωνα τις πιο ριζοσπαστικές καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα; Και γιατί μόνο από τη λογοτεχνία και όχι –ας πούμε– από τα εικαστικά, την αρχιτεκτονική ή τη μουσική; Από την άλλη, κάποιοι από τους ίδιους αυτούς συγγραφείς που εμφανίζονται έχουν δώσει κείμενα θεωρητικώς πολύ πιο βαρύνοντα (μου έρχονται στο νου, για παράδειγμα, οι αναλύσεις του A. Riegl για τη «συλλογική προσωπογραφία» του δέκατου έβδομου αιώνα…). Η απογοητευτική αίσθηση που δημιουργείται στον αναγνώστη είναι ότι τα κείμενα έχουν επιλεγεί δια κληρώσεως, και η αμφιθυμία του επιτείνεται από τη διακύμανση της μεταφραστικής ευστοχίας. Βεβαίως, θα πει κανείς, μία συλλογή είναι κατ’ ανάγκη ελλιπής και απλώς ενδεικτική· για να εκπληρώνει όμως το αίτημα της ενδεικτικότητας πρέπει να έχει έναν συνεκτικό και σαφώς προσδιορισμένο άξονα: ό,τι ακριβώς λείπει, δηλαδή, από αυτή τη «φυγόκεντρη» ανθολογία.
Οι παραπάνω παρατηρήσεις επ’ ουδενί θέλουν να μειώσουν την αξία της συλλογής, η οποία ούτως ή άλλως πλουτίζει τη βιβλιοθήκη μας με κάποια κείμενα που θα χρειαστεί να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε, προσθέτοντας μια μικρή ψηφίδα στην διαθέσιμη βιβλιογραφία. Τέτοια προβλήματα όμως ανομοιογένειας και ασυμμετρίας δυσκολεύουν μια συνολική κριτική αντιμετώπιση του εγχειρήματος· γι’ αυτό και θα περιοριστώ σε λίγες κατά τόπους θεματικές παρατηρήσεις που μου φαίνεται ότι αξίζουν περαιτέρω συζήτηση. Το κείμενο του
Aby Warburg, ας πούμε, αντιπροσωπευτικό δείγμα της κριτικής εμπειρογνωμοσύνης που εγκαινιάστηκε περίπου στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και συνδέθηκε με την επαγγελματοποίηση της αρμοδιότητας του τεχνοκριτικού, εντυπωσιάζει με το εύρος των διεπιστημονικών του εξορμήσεων –ιστορικών, γραμματολογικών, θρησκειολογικών– προκειμένου ν’ ανταπεξέλθει στα ειδικά εικονολογικά του καθήκοντα. Ταυτόχρονα, όμως, το εύρος αυτό συγκαλύπτει μια μεθοδολογική στενότητα που είναι το τίμημα ακριβώς της τεχνικής εξειδίκευσης: η περιγραφική ακρίβεια των διαδρομών ορισμένων εικονολογικών μοτίβων είναι σχεδόν άχρηστη χωρίς μια πολιτισμική ανασύσταση που κάνει ορατές τις κοινωνικές σημασίες οι οποίες κρυσταλλώνονται στη μορφική επιφάνεια. To γιατί η ευρωπαϊκή Αναγέννηση στρέφει τα νώτα στον κοινό αραβομεσογειακό πολιτισμό του Μεσαίωνα και θέλει να ξαναπιάσει ένα νήμα της ελληνικής αρχαιότητας δεν εξηγείται χωρίς ανάλυση των υποκείμενων κοινωνιοοικονομικών δομών των εν λόγω ιστορικών μορφωμάτων, ούτε εξηγείται το γιατί, και σε ποιον ακριβώς βαθμό, μια τέτοια «επανασύνδεση» είναι ταυτόχρονα μετατόπιση και αλλοίωση.
Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, όταν καλούνται να αναστοχαστούν πάνω στην τέχνη τους, καθόλου δεν είναι απαλλαγμένοι από αυτό το διάχυτα φορμαλιστικό και αυξανόμενα τεχνικό πνεύμα: το διαπιστώνουμε στην εξόχως μικρολογική πραγμάτευση του Προυστ και στο σχεδόν επιστημονικό ύφος του Βαλερύ. Στον Μούζιλ, αντίθετα, μοιάζει να διασώζεται κάτι από τις μεγάλες αισθητικοφιλοσοφικές συζητήσεις της ρομαντικής γενιάς: το ανθρωπολογικό καθεστώς της τέχνης, η εναντίωσή της σε έναν εργαλειακά εξορθολογιζόμενο πολιτισμό, η ενότητα και οι διαφορές μεταξύ των τεχνών, τα προβλήματα που γεννούν η μαζική κυκλοφορία και τα νέα μηχανικά αναπαραγωγικά μέσα (εν προκειμένω, ο κινηματογράφος…). Γενικά, η εγκατάλειψη αυτών των πυρετωδών συζητήσεων του προηγούμενου αιώνα, και μαζί με αυτές του ενδιαφέροντος για το πρόβλημα του υλικού, που μεταφράζει το ευρύτερο πρόβλημα των σχέσεων τέχνης και φύσης, είναι δείγμα όχι μόνο του τεχνοκρατικού πνεύματος που όλο και πιο δεσποτικά επιβάλλει ο εικοστός αιώνας στη μελέτη των πολιτισμικών μορφών, αλλά και κυρίως του ίδιου του καθεστώτος των τεχνών τη στιγμή που αυτές περισφίγγονται διπλά από την εμπορευματική αγορά, αφενός, και από τη μαζική κουλτούρα, αφετέρου. Ενόψει αυτής της βαθμιαίας συρρίκνωσης των καλλιτεχνικών χειρονομιών ως χειρονομιών αντίστασης, που προχωρεί αύξουσα προς τα τέλη του εικοστού αιώνα, ο ίδιος ο αναστοχασμός οπισθοχωρεί στην όλο και πιο τεχνικά εννοημένη μορφική επιφάνεια· από την άλλη πλευρά, θολώνει η ίδια η διάκριση ανάμεσα στον «αισθητικό» και τον «μη αισθητικό» χαρακτήρα ή λειτουργία, διάκριση από την αξιωματική παραδοχή τής οποίας γεννήθηκε όλη η νεότερη Αισθητική.
Τα κείμενα των
Stolnitz, Dickie, Danto, Goodman, Belting περιστρέφονται όλα γύρω από αυτό το πρόβλημα, ενώ οι συμβολές του Wollheim και του Μπουρντιέ αναδεικνύουν κατά ειδικότερο τρόπο τη διάσταση της πρόσληψης ως συστατικής του «καλλιτεχνικού γεγονότος». Η σπουδαιότερη ενόραση που μοιάζει να έχει κερδηθεί εδώ είναι ότι δεν υπάρχουν αισθητικά και μη αισθητικά «αντικείμενα» αλλά αισθητικοί και μη αισθητικοί τρόποι προσέγγισης των πραγμάτων, και η δημιουργία ειδικών κριτηρίων ή δομών ευαισθησίας για τέτοιες προσεγγίσεις έχει μακράν διακλαδούμενες κοινωνιοπολιτισμικές παραμέτρους: ωστόσο η φορμαλιστική συρρίκνωση τέτοιων «αισθητικών» λειτουργιών και των κριτηρίων προσέγγισής τους σε απλούς συμβολικούς κώδικες, είτε η διάλυσή τους σε έναν κοινωνιολογικό αναγωγισμό της ανταπόκρισης ή του γούστου, χάνει από τα μάτια της το πρώτιστο ζήτημα του περιεχομένου και του υλικού, το μόνο που μπορεί ακόμα να υποδείξει την αξία της τέχνης ως εναλλακτικής σχέσης με τη φύση, και κατ’ επέκτασιν με την ίδια την κοινωνική αναπαραγωγή, απέναντι σ’ εκείνη που αντιπροσωπεύει η ετερόνομη εργασία.
Περνώντας από το κλειστό, αυτοαναφορικό κείμενο του Ζ. Ντελέζ που πασχίζει να κάνει τη ζωγραφική μάρτυρα ορισμένων ιδιοσυγκρασιακών δογμάτων της δικής του φιλοσοφίας (συλλαμβάνει μολαταύτα κάτι ουσιώδες από τη ζωγραφική του
Francis Bacon), αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο στα κείμενα του Μερλώ-Ποντύ και του M. Dufrenne – τις θεωρητικά ευτυχέστερες, όπως μου φαίνεται, στιγμές του τόμου. Με την ευαισθησία και τη βαθύτητα που χαρακτηρίζει όλο του το έργο, ο πρώιμα χαμένος φαινομενολόγος βυθίζεται ως τις ρίζες της ζωγραφικής και της λογοτεχνίας για βρει το κοινό δρασιακό κέντρο, κάτω από τη μορφική επιφάνεια, που γεννά όλα τα ανθρώπινα ενεργήματα – και στον ίδιο βαθμό, επίσης, τον φιλοσοφικό στοχασμό. Αυτός ο αδιάκοπος διάλογος του μορφικού με το άμορφο, του ρητού με το άρρητο, μαρτυρία ενός διαρκούς πλεονάσματος της έκφρασης έναντι του ήδη εκπεφρασμένου, όχι μόνο φωτίζει το ίδιο το οντολογικό καθεστώς της δημιουργίας, αλλά και επιτρέπει να προσμετρήσουμε τί έχει χαθεί μέσα στον πραγμοποιημένο κόσμο του εμπορεύματος και των θεσμών: «Το Μουσείο σκοτώνει τη σφοδρότητα της ζωγραφικής, όπως ο Σαρτρ έλεγε ότι η βιβλιοθήκη μετατρέπει σε “μηνύματα” γραπτά που είχαν υπάρξει τα πεπραγμένα ενός ανθρώπου. Είναι η θανατερή ιστορικότητα» (σελ. 240).Στο δικό του κείμενο (διάλεξη που δόθηκε μάλιστα στην Αθήνα) ο M. Dufrenne αναδεικνύει αυτή ακριβώς τη διαλεκτική μορφής/περιεχομένου που χαθεί απ’ όλη σχεδόν τη σύγχρονη σκέψη, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα τον διπλό, αληθή και ψευδή, χαρακτήρα της λεγόμενης καλλιτεχνικής αυτονομίας. Με την ίδια κίνηση διορθώνει την εναντιωματικότητα τέχνη-ηθική, που εμφανίζεται σε κάποιους άλλους από τους συγγραφείς του τόμου, στη θεωρητικά συνεπέστερη τέχνη-πολιτική. Εν ολίγοις: μπορούμε να καταλάβουμε τις μορφολογικές καινοτομίες της Γκερνίκα χωρίς να αναβιώσουμε την αγωνία της ανθιστάμενης Ευρώπης απέναντι στον προελαύνοντα φασισμό – ή, όπως έλεγε αλλού ο Αντόρνο, μπορούμε να συλλάβουμε τα καθαρά μουσικά γεγονότα μέσα σε μια συμφωνία του Μπετόβεν εάν δεν ακούμε ταυτόχρονα μέσα της τον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης; Το κείμενο κλείνει επισημαίνοντας το μόνο θετικό νόημα που θα μπορούσε να λάβει εκείνο που κάποιοι ονόμασαν στον αιώνα που πέρασε «υπέρβαση της τέχνης»: δηλαδή, ολόπλευρο δημιουργικό παιχνίδι των ανθρώπινων ικανοτήτων σε μια ηδονική και ελεύθερη ανταλλαγή του ανθρώπου και της φύσης, που αποκρυσταλλώνεται αυθόρμητα σε συλλογικές μορφές λαϊκής δημιουργίας. Χωρίς αυτό το ουτοπικό πρόγραμμα η «τέχνη» βεβαίως δεν υπάρχει – παρά μόνο σαν επενδυτική ευκαιρία γκαλεριστών και καλλιεργημένων φιλισταίων.

Αστικό Κενό - Δράσεις 1998-2006




Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις futura το βιβλίο Αστικό Κενό - Δράσεις 1998-2006. Πρόκειται για μια έκδοση που καταγράφει τη δράση της ομάδας, με υλικό τεκμηρίωσης και κείμενα. Το Αστικό Κενό είναι μια ανοιχτή ομάδα που πραγματοποιεί συλλογικές δράσεις για τον χώρο και τα δικαιώματα στην πόλη. Η ομάδα, η οποία αποτελείται από αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες, έχει ξεκινήσει από το 1998 και έχει πραγματοποιήσει 13 δράσεις στον αστικό χώρο με στόχο να προκαλέσει την ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Οι δράσεις περιλαμβάνουν περπάτημα, ανάγνωση κειμένων και άλλες απλές καθημερινές δραστηριότητες και οργανώνονται από την ομάδα σε επιλεγμένες τοποθεσίες. Με την παρουσία τους στους τόπους αυτούς, τα μέλη της ομάδας Αστικό Κενό καλούν τους πολίτες να δραστηριοποιηθούν σε αυτές τις εγκαταλειμμένες περιοχές της πόλης. Τα αστικά κενά, χώροι οι οποίοι βρίσκονται συνήθως σε μία διφορούμενη νομική κατάσταση, μέσα από τις δράσεις αλλάζουν χρήση και μετασχηματίζονται σε χώρους διαπροσωπικής επαφής και επικοινωνίας.
Με αυτή την «εφήμερη κατοίκηση», το Αστικό Κενό θέτει σε δοκιμασία τη σχέση των τόπων με τους πολίτες και την αστική ζωή.
Στην Ομάδα Αστικό Κενό συμμετέχουν: Φοίβη Γιαννίση (αρχιτέκτων), Τζίμης Ευθυμίου εικαστικός), Λία Καναγκίνη (αρχιτέκτων), Νίκος Καζέρος (αρχιτέκτων), Ζήσης Κοτιώνης (αρχιτέκτων), Πάνος Κούρος (εικαστικός), Ζάφος Ξαγοράρης (εικαστικός), Χριστίνα Παρακεντέ (αρχιτέκτων), Ελένη Τζιρτζιλάκη (αρχιτέκτων), Χαρίκλεια Χάρη (αρχιτέκτων).

www.urbanvoidathens.wordpress.com

272 σελ. / 16,5 x 24,0 εκ. / Α/Μ εικονογράφηση / Δίγλωσση έκδοση: ελληνικά – αγγλικά / 20,90 ευρώ
ISBN 978-960-6654-69-5

Ανοιχτός Κύκλος Διαλέξεων 2008

«Μονοθεϊσμός, εκκοσμίκευση και το πρόβλημα των φονταμενταλισμών»

Διοργάνωση - συντονισμός: Μαρίνος Βλέσσας, Μάριος Μπέγζος και Φώτης Τερζάκης

Μετά την επιτυχία των δύο προηγούμενων κύκλων των κυριακάτικων ανοιχτών διαλέξεων, το 2006 με θέμα «Η Ελληνική Θρησκεία: από την πρώιμη αρχαιότητα μέχρι τις χριστιανικές απαρχές» και το 2007 με θέμα «Θρησκείες των μεγάλων ιστορικών πολιτισμών της Ασίας και της Αμερικής», το Κέντρο Διαπολιτισμικών Σπουδών σε συνεργασία με τις εκδόσεις futura, συνεχίζουν για τρίτη χρονιά με θρησκειολογικό αντικείμενο, εστιάζοντας στις ιστορικές εξελίξεις των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών και την επιρροή τους στον κόσμο μας.

Ξεκινάμε με την πρώτη διάλεξη, την Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008, 19.00΄. Ο Φώτης Τερζάκης θα μιλήσει με θέμα «Η έννοια της εκκοσμίκευσης και τα μεταβαλλόμενα ιστορικά της πεπρωμένα».

Στο Βιβλιοπωλείο των εκδόσεων futura, Βίκτωρος Ουγκώ 15, Αθήνα. Στάση μετρό «Μεταξουργείο» (έξοδος Δηληγιάννη).
Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Πληροφορίες: 210 5226173 - 5226361, futura@ath.forthnet.gr

Για τον «Καστοριαδισμό» ως ιδεολογία

Του Φώτη Τερζάκη

Μέσα στη χρονιά του 2007 είδαμε όχι μόνο μια σειρά επετειακών εκδηλώσεων για τα δεκάχρονα από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αλλά και σημάδια αναζωπύρωσης ενός θαυμασμού για τη σκέψη του –αποκλειστικά στην Ελλάδα– που είχε συχνά τα χαρακτηριστικά αφελούς ενθουσιασμού και άκριτου οπαδισμού κατά τρόπο ανάρμοστο, πιστεύω, για έναν «στοχαστή της αυτονομίας». Κατανοεί βέβαια κανείς τη δίψα του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου για ισχυρά θεωρητικά παραδείγματα, σε μια εποχή που η σκέψη έχει λιγοστέψει απελπιστικά· δεν πρέπει να μας διαφύγει όμως ότι τον Καστοριάδη έτειναν πάντα να τον οικειοποιούνται και κύκλοι οι οποίοι κανονικά δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση με τη σκέψη του. Είναι χαρακτηριστική ας πούμε η έλξη που ασκούσε κατά την ψυχροπολεμική περίοδο σε μια μερίδα της φιλοαμερικανικής δεξιάς, για ευνόητους λόγους: οι ρητορικές ακρότητες του αντιμαρξισμού του, η ίδια η άρνησή του να αναγνωρίσει το ποσοστό εδάφους που μοιραζόταν πραγματικά με τα πιο διαλεκτικά ρεύματα της μεταμαρξιστικής παράδοσης (με αποκορύφωμα την παροιμιωδώς εσφαλμένη ανάλυσή του της διεθνούς σκηνής στις αρχές τής δεκαετίας του ’80), είναι στοιχεία που έβλαψαν τελικά τη δημόσια εικόνα του και την πρόσληψή του. Και μιλώντας ακόμα πιο γενικά, η απροθυμία του να αναγνωρίζει τα θεωρητικά του χρέη σε οιαδήποτε παράδοση στοχασμού –στον Φίχτε και στην θεωρία του υποκειμένου στον γερμανικό ιδεαλισμό, στην καντιανή Θεωρία του Σχηματισμού και ειδικά στην ερμηνευτική της αντιστροφή από τον Χάιντεγκερ, στον ντεσιζιονισμό του Σαρτρ και προπαντός στη φαινομενολογία του Μερλώ-Ποντύ, για ν’ αναφέρω μόνο τις εμφανέστερες– οδήγησε στην τεχνητή του μεγέθυνση στα μάτια όλων εκείνων οι οποίοι δεν είναι σε θέση να ελέγξουν τις πηγές του, πράγμα που εξηγεί εν μέρει γιατί αυτός ο στοχαστής έτεινε πάντα να έχει οπαδούς, αντί κριτικούς συνομιλητές ή διαδόχους.

Λέγοντας αυτά δεν θέλω καθόλου να μειώσω τη συμβολή του Καστοριάδη στις επαναστατικές αναζητήσεις του εικοστού αιώνα, ούτε ν’ αμφισβητήσω τη θέση που δικαιωματικά κατέχει ανάμεσα στους σημαντικότερους στοχαστές των τελών αυτού του αιώνα· στη θεωρία όμως δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις και, άλλωστε, το τελευταίο που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ένας φιλοσοφικός προφητισμός και πατρικές φιγούρες αδιαμφισβήτητου κύρους. Το σκέπτεσθαι είναι ένας μακρύς και κοπιώδης διάλογος από μιαν αβέβαιη και διαρκώς διακυβευόμενη θέση, και το να σβήνει ρητορικά κάποιος τα ίχνη της διαλογικότητας μέσα στην ίδια του τη σκέψη, ενδίδοντας στην παρόρμηση για σύστημα, δεν είναι η καλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει στον στοχασμό. Ειρωνικά ίσως θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η τάση του Καστοριάδη να μιλάει σαν να ήταν αυτός ο πρώτος (και τελευταίος) στοχαστής στον κόσμο, όπως και η προσκόλλησή του σε αναρίθμητους κοινούς διαφωτιστικούς τόπους, είναι το ανυπέρβλητο κατάλοιπο ενός αριστερίστικου δημαγωγισμού με τον οποίον δεν έλυσε ποτέ την αμφίθυμη σχέση του.

Σήμερα που οι ψυχροπολεμικές αντιπαραθέσεις είναι πια παρελθόν, άλλου είδους οικειοιποιήσεις του Καστοριάδη θα έπρεπε να αφυπνίσουν τα κριτικά μας αντανακλαστικά. Φιλελεύθεροι δυτικιστές του εκσυγχρονιστικού τύπου, καθώς και ελληνοκεντριστές όλων των αποχρώσεων (είδαμε το τελευταίο του βιβλίο, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, στις βιτρίνες ως και νεοφασιστικών βιβλιοπωλείων) πιθανότατα παρανοούν ουσιώδεις πλευρές της σκέψης του, όμως πρέπει να καταλάβουμε τι ακριβώς μέσα σε αυτή τη σκέψη την καθιστά ευάλωτη σε τέτοιου είδους σφετερισμούς. Η καταγοήτευση του Καστοριάδη με την αρχαία Ελλάδα από τα τέλη τής δεκαετίας του ’70 και ύστερα, καθώς και η ανάγκη του να υποδείξει ένα ιστορικό πρόπλασμα των πολιτικών του ιδεών, τον οδήγησαν σε μια εξόχως μυθοποιητική και τεχνητά ομογενοποιημένη σύλληψη του «ελληνικού», όπου οι πιο σκοτεινές πλευρές του αρχαιοελληνικού κόσμου εξαφανίζονται ταχυδακτυλουργικά ενώ επιβάλλεται μία πολιτισμική ενότητα παραδείγματος η οποία εξαλείφει όλες τις ετερογενείς και δραματικά ασύμβατες μεταξύ τους συνιστώσες του εύθραυστου ιστορικού πειράματος που υπήρξε ο πολιτισμός του ελληνικού άστεως. Δεν έχω φυσικά στα πλαίσια αυτού του σύντομου σημειώματος τον χώρο να συζητήσω διεξοδικά όλα τα προβλήματα που θέτουν οι ύστερες πραγματεύσεις του Καστοριάδη· μπορώ να υποδείξω όμως ένα σημείο που θεωρώ κεντρικής σημασίας σε αυτή τη συζήτηση.

Μιλώντας ο Καστοριάδης για δημοκρατία με την καθ’ ύλην έννοια του όρου, δηλαδή μορφές οργανωμένης συλλογικότητας που βασίζονται στην ισότιμη διαβούλευση και στη διάχυση των προνομίων, πρότεινε την αρχαία ελληνική πόλη ως το πρωτοφανές ιστορικό περιβάλλον στο οποίο αναδύθηκε –και ως έναν βαθμό πραγματώθηκε– μια τέτοια σύλληψη. Καθένας μπορεί να δει πόσο η ιδέα αυτή συμπίπτει με τις αξιώσεις του παραδοσιακότερου ευρωκεντρικού φιλελευθερισμού ο οποίος, ήδη από τον δέκατο όγδοο αιώνα, βάσει του διπλού αξιώματος ότι, πρώτον, η αρχαία Ελλάδα είναι ο «φυσικός» πρόγονος της νεοτερικής Ευρώπης και, δεύτερον, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι εγγενώς ανώτερος από κάθε άλλον στον κόσμο, προσπάθησε να κατοχυρώσει το μονοπώλιο στα «ανώτερα» πολιτισμικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας, μεταξύ των οποίων η φιλοσοφία, η επιστήμη και η δημοκρατία. Σήμερα, εν πολλοίς και χάρη στη συμβολή τής κοινωνικής ανθρωπολογίας που στις καλύτερες εκδοχές της έθιξε πολλά από τ’ αυτονόητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, γνωρίζουμε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Στους αυτόχθονες της Αμερικής και της Αυστραλίας, στην υποσαχάρια Αφρική και στην κεντρασιατική ζώνη ανακαλύψαμε κοινωνίες (προφανώς όχι όλες) που λειτουργούν εξίσου αν όχι πολύ περισσότερο ισονομικά, διαβουλευτικά και με επίγνωση των θεσμών τους, και οπωσδήποτε χωρίς τις δραματικές ανισότητες που έπλητταν ακόμα και στις πιο δημοκρατικές του στιγμές το ελληνικό άστυ… Πέραν όμως αυτών των εμπειρικών στοιχείων που επιβάλλουν έναν δεύτερο αναστοχασμό επί του ζητήματος, υπάρχει εδώ, νομίζω, προπαντός ένα ζήτημα αρχής: μία σκέψη που θέλει να λέγεται αντιεξουσιαστική, σκέψη ταγμένη στην ανάγκη να ελευθερωθεί η ανθρωπότητα απ’ όλη την ανισότητα και την ετερονομία που σώρευσε πάνω της ένας πολιτισμός της σπάνης και της απώθησης, οφείλει να προϋποθέσει την ανάγκη για ισότητα και αυτοκαθορισμό ως θεμελιώδη, κατά κάποιον τρόπο εγγενή και αυθόρμητη ροπή τής ανθρωπότητας – ροπή η οποία μόνο κάτω από την πίεση τραυματικών και απρόβλεπτων ιστορικών συμβάντων μπορούσε να ανακοπεί, και υπό ένα τέτοιο πρίσμα να ερμηνεύσει την πραγματική ιστορία.

Αν υιοθετήσουμε ένα τέτοιο πρίσμα, ολοφάνερα η δημοκρατία (με την ουσιαστική πάντα έννοια του όρου) δεν μπορεί να θεωρηθεί «επινόηση» κανενός αποκλειστικά πολιτισμού: μάλλον το αντίθετο επιβάλλεται, να εξηγήσουμε πώς γεννήθηκε ιστορικά, και πώς μπόρεσε να διαιωνιστεί, η ανθρώπινη δουλεία και οι ατελείωτες θεσμικές και ψυχολογικές της μεταμορφώσεις. Όσο για την εισφορά του ελληνικού πολιτισμού πολύ πιο μετριοπαθές –αλλά και πιο ακριβές– θα ήταν να πούμε ότι έγκειται μάλλον στην εννοιοποίηση του πολιτικού: τη δημιουργία μιας ειδικής γλώσσας αφηρημένων εννοιών και όρων για να αρθρώσει προβλήματα που γεννά η συλλογική ανθρώπινη δράση, τα οποία και άλλοι είχαν θέσει και αντιμετωπίσει, ενδεχομένως και πολύ αποτελεσματικότερα, μιλώντας ωστόσο ακόμη γι’ αυτά με τον μεταφορικό τρόπο της σκέψης που εξακολουθούμε ν’ αποκαλούμε «μυθική»… Αν η γένεση μιας εννοιακής γλώσσας είναι ουσιώδης πολιτισμική δημιουργία και διεύρυνση των οριζόντων του νοητού, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ωστόσο και το ποσοστό της ξένωσης –ετερονομίας– που φέρει αυτή εγγενώς μαζί της: η αφηρημένη έννοια εκπροσωπεί το ίδιο είδος βίας απέναντι στη μη αναγώγιμη υλική φύση των πραγμάτων όπως το γενικό ισοδύναμο (το χρήμα) απέναντι στην ποιοτική φύση των αναγκών και των αξιών – και, πρακτικά, είναι η γενίκευση της χρηματικής οικονομίας εκείνη που έκανε δυνατή την αφηρημένη σκέψη, την ίδια τη φιλοσοφία.

Ακόμη πιο γενικά μιλώντας, καμία έκθεση του περιεχομένου της ετερονομίας δεν είναι δυνατή χωρίς μια εστιασμένη ανάλυση της εμπορευματικής δομής (μολονότι η ριζική δυνατότητά της εισάγεται με την ίδια τη γλώσσα) και των ειδικών σχέσεων κυριαρχίας (φυλετικής, ταξικής και εργαλειακής έναντι της φύσης) που κωδικοποιούνται μέσα στις λεγόμενες «φαντασιακές σημασίες» των κοινωνιών… Αν ο Καστοριάδης δεν αντιστάθηκε πάντα στον πειρασμό να εισάγει καινούργιες έννοιες εκεί που οι συσχετισμοί περιεχομένου μπορούσαν κάλλιστα να υπηρετηθούν από ήδη υπάρχουσες μόνο και μόνο για έχει τα προνόμια της πατρότητας, τουλάχιστον δεν ήταν αφελής: ήξερε να τις χρησιμοποιεί με συνέπεια σαν κριτικά εργαλεία για τον σκοπό του. Η πραγμοποίηση αυτών των εννοιών στα χέρια των αφελών οπαδών είναι θλιβερή και εκθέτει τον ίδιο τον εμπνευστή τους. «Ετερονομία», «αυτονομία», «θεσμίζουσα κοινωνία», «θεσμισμένη κοινωνία», «μάγματα» και «φαντασιακές σημασίες» έχουν γίνει στο στόμα τους μια ξύλινη γλώσσα που τείνει να υποκαταστήσει με έτοιμα κλισέ κάθε αναμέτρηση της σκέψης με ένα πολύπλοκο πραγματικό. Όσοι φαντάζονται ότι μπορεί να συσταθεί μία σοβαρή φιλοσοφία της ιστορίας ή κριτική του πολιτισμού βάσει της εναλλαγής τριών καθεστώτων, της «αυτονομίας», της «ετερονομίας» και της «ασημαντότητας», σκέφτονται με πιο πρωτόγονο τρόπο απ’ ό,τι τα εγχειρίδια του ιστορικού υλισμού της ΕΣΣΔ – λες και οι κοινωνίες είναι ομοιότροπα «θεσμισμένες» ή «θεσμίζουσες», απ’ όλα τα μέλη τους δηλαδή και στον ίδιο βαθμό, λες και το «φαντασιακό» τους δεν είναι εγγραφή στη δομή τού χαρακτήρα, δηλαδή εσωτερίκευση, ήδη εξωτερικών, υλικών σχέσεων κυριαρχίας, λες και η «δημιουργικότητα» εγγυάται από μόνη της τα συγκεκριμένα κοινωνικά περιεχόμενα που προκύπτουν… Αν μου επιτρέπεται λοιπόν να κλείσω με έναν παραινετικό τόνο, ας πω ότι γνήσια αντιεξουσιαστική σκέψη δεν πρόκειται να αναπτυχθεί ποτέ μέσ’ από τη σύσταση και τη λειτουργία εφηβικών fan-club, που είναι τα ίδια περισσότερο σύμπτωμα παρά κριτική της «εποχής τής ασημαντότητας».

- Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Βαβυλωνία, #40, Ιανουάριος 2008, http://www.babylonia.gr/

Open Studios: Μια πρόταση για αυτό-οργάνωση και δράση [Έκδοση 1.0]

Προτείνουμε ένα πείραμα: Τη συλλογική προσπάθεια για τη δημιουργία ενός εναλλακτικού «θεσμού», που θα προσφέρει ισότιμες ευκαιρίες σε όσους καλλιτέχνες θέλουν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Ο θεσμός των Open Studios (Ανοιχτά Καλλιτεχνικά Εργαστήρια) είναι δοκιμασμένος εδώ και χρόνια σε διάφορες πόλεις του κόσμου και λειτουργεί με σχετική επιτυχία. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου θεσμού, οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν ανοίγουν τα εργαστήριά τους στο κοινό σε προσυμφωνημένες ημερομηνίες και ώρες, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουν με διαφορετικό, πιο άμεσο τρόπο τη σχέση τους μαζί του.
Πιστεύουμε ότι μια ανάλογη διοργάνωση είναι εφικτό να υλοποιηθεί και στην Αθήνα. Δεν απαιτεί οικονομικούς πόρους και πολύπλοκες διαδικασίες. Είναι ανοιχτή και δίνει ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε όλους χωρίς να θέτει προϋποθέσεις.

Θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε το πιθανό πλαίσιο μιας τέτοιας διοργάνωσης και να προτείνουμε ένα γενικό προσχέδιο δράσης. Τίποτα απ’ όσα ακολουθούν δεν είναι δεσμευτικό για κανέναν, παρά μόνο αποτελούν θέματα προς συζήτηση και περεταίρω επεξεργασία.


Ορισμένες γενικές προτάσεις

  1. Η διοργάνωση ανήκει σε όλους όσοι συμμετέχουν και κανείς δεν μπορεί να τη σφετεριστεί προς δικό του αποκλειστικό συμφέρον. Δεν υπάρχουν «επιμελητές», «διοργανωτές», «χορηγοί» κ.λπ.
  2. Δεν τίθενται προϋποθέσεις συμμετοχής. Όλοι οι καλλιτέχνες, μπορούν να λάβουν μέρος αρκεί να δεσμευτούν ότι θα σεβαστούν ένα γενικό κανονιστικό πλαίσιο που θα καθοριστεί σε κοινή συμφωνία από όλους.
  3. Το πλαίσιο της διοργάνωσης οφείλει να παραμείνει «ουδέτερο» και πολύ σχηματικό, χωρίς να περιορίζει τις ελευθερίες των συμμετεχόντων αλλά επιδιώκοντας να καθορίζει ορισμένες γενικές αρχές οργάνωσης.
  4. Όλες οι αποφάσεις που αφορούν τη διοργάνωση (και όχι την εκάστοτε επιμέρους συμμετοχή) λαμβάνονται συλλογικά απ’ όλους τους συμμετέχοντες με διαδικασίες που μένει να καθοριστούν.
  5. Κάθε απόφαση μπορεί να αναθεωρηθεί και να τροποποιηθεί σύμφωνα με συγκεκριμένες προτάσεις που θα τύχουν γενικής αποδοχής.
  6. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη συμμετοχή του και μόνο και είναι υποχρεωμένος να συμβάλλει με όποιον τρόπο μπορεί στην επιτυχία της διοργάνωσης.
  7. Ο καθένας είναι ελεύθερος να χειριστεί όπως νομίζει τη συμμετοχή του. (Αυτό σημαίνει πως κάποιος μπορεί να θέλει να στείλει δικές του προσκλήσεις, να διοργανώσει ένα πάρτι στο εργαστήριό του, να φιλοξενήσει τη δουλειά και άλλων καλλιτεχνών που για διάφορους λόγους δεν λαμβάνουν μέρος αυτόνομα, να πουλάει έργα του σε ενδιαφερόμενους επισκέπτες, να έχει προσωπικό χορηγό, επιμελητή, κ.λπ.)


Ορισμένες προτάσεις για την οργάνωση

  1. Δημιουργείται μια ιστοσελίδα ή blog όπου ανακοινώνεται η πρόθεση για τη διοργάνωση των Ανοιχτών Καλλιτεχνικών Εργαστηρίων και δημοσιεύεται ένα σκαρίφημα της ιδέας προς συζήτηση και επεξεργασία από όλους τους ενδιαφερόμενους.
  2. Οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν καθορίζουν από κοινού το χρονικό πλαίσιο της εκδήλωσης: πόσες φορές το χρόνο, ποια εποχή, για πόσες μέρες, ώρες κ.λπ
  3. Συστήνονται μία οργανωτική και μία εκτελεστική επιτροπή με διαδικασίες που θα πρέπει να καθοριστούν. Κάθε μέλος αυτών των επιτροπών είναι ισότιμο με όλους τους συμμετέχοντες και είναι ανακλητό ανά πάσα στιγμή και εφόσον υπάρξουν τεκμηριωμένες ενστάσεις.
  4. Οι επιτροπές φροντίζουν για τον συντονισμό και την ομαλή ροή της διοργάνωσης, χωρίς να έχουν καμία εξουσιοδότηση για λήψη αποφάσεων που αφορούν γενικά στη διοργάνωση.
  5. Όλες οι απαιτούμενες εργασίες προετοιμασίας και υλοποίησης της διοργάνωσης γίνονται εθελοντικά.
  6. Τα πιθανά έξοδα της διοργάνωσης (όπως π.χ. το κόστος για την παραγωγή διαφημιστικού/ενημερωτικού υλικού) θα καταμεριστούν ισομερώς σε κάθε συμμετέχοντα ο οποίος θα πρέπει να καταβάλλει το ποσό που του αναλογεί.


Ορισμένες προτάσεις για την προβολή και την επικοινωνία

  1. Εκτυπώνεται φυλλάδιο που περιέχει χάρτη όπου αναγράφονται τα εργαστήρια που συμμετέχουν, πληροφορίες πρόσβασης, πολύ σύντομες πληροφορίες για τον κάθε καλλιτέχνη και το έργο του. Τα φυλλάδια αυτά διανέμονται σε διάφορα σημεία της πόλης (εστιατόρια, μπαρ, βιβλιοπωλεία, γκαλερί, μουσεία, καταστήματα της γειτονιάς, κ.λπ.) και από τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες.
  2. Εκτυπώνονται αφίσες και flyers.
  3. Οργανώνεται συνέντευξη Τύπου και συντάσσονται δελτία Τύπου.
  4. Επιδιώκεται συνεργασία με διάφορα έντυπα και ραδιοφωνικούς σταθμούς που μπορούν να ενισχύσουν την προβολή της διοργάνωσης.
  5. Τοποθετείται ταμπέλα σήμανσης έξω από κάθε εργαστήριο, με το όνομα του καλλιτέχνη και τις ώρες επίσκεψης. Οι ταμπέλες είναι κοινής αισθητικής και μεγέθους για όλους.


Ελπίζουμε ότι οι παραπάνω σκέψεις θα αποτελέσουν αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο που ίσως να οδηγήσει και στην υλοποίηση μιας τέτοιας διοργάνωσης. Είναι μια ευκαιρία να αποδείξουν, όσοι το επιθυμούν, ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να γίνονται τα πράγματα αλλά πολλοί.

Διακινείστε αυτό το κείμενο (ή την ιδέα) ελεύθερα. Δεν ανήκει σε κανέναν.
futura [Έκδοση 1.0 – Αθήνα, 3/1/2008]

Πομφόλυγες. Ή πώς μας έβαλαν στο στόχαστρό τους ανεπιστρεπτί

«Μη μιλάς όταν μασάς.
Ειδικά αν είναι κιμάς.
Βαρέθηκα να φοράω κράνος
.»

- Το πλοκάμι του καρχαρία, «Μη μιλάς όταν μασάς»

Προκαλεί γέλια η κομπορρημοσύνη και η ηλιθιότητα της δήθεν αυθεντίας με την οποία τα άρθρα ορισμένων συντακτών των δωρεάν εντύπων* «καταγράφουν» τα «σημαντικά γεγονότα» της χρονιάς που πέρασε και «αποτιμούν» τις «εξελίξεις», κάνοντας στην πραγματικότητα, αν το δούμε ψυχρά, δημόσιες σχέσεις, αλλά και προπαγάνδα. Κραυγαλέο παράδειγμα, που μας διασκέδασε αρκετά ομολογώ, το κείμενο της Μαρίνας Φωκίδη για τα εικαστικά με τίτλο «Η χρονιά της Μπιενάλε», που δημοσιεύτηκε στο «πανηγυρικό» (δηλ. τίγκα στη διαφήμιση) τεύχος της Lifo (20/12/2007). Το πρόσεξα γιατί, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει και μια διόλου κολακευτική για την επαγγελματική μου ιδιότητα αναφορά, σε μία παράγραφο η οποία, μέσα στα συμφραζόμενα και το γενικό «θετικό» πνεύμα που διαπνέει το άρθρο της, μοιάζει ξεκάρφωτη. Η σχετική παράγραφος είναι περίπου 140 λέξεις, όταν στην παράγραφο που αναφέρεται στο «νόημα» της έκθεσης («εργαστήριο-καθαρτήριο της ανθρώπινης κατάστασης»!!!) αφιερώνονται περίπου 170 λέξεις. Θεωρώ ότι η «επίθεση» αυτή «στοχεύει» απροκάλυπτα, κι εν τέλει όχι αναίτια, τόσο σ’ εμένα, που σχεδίασα τις εκδόσεις της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας και επιμελήθηκα την παραγωγή τους, όσο και στον Θεόφιλο Τραμπούλη, ο οποίος ήταν και ο εκδοτικός επιμελητής τους.

Στο εν λόγω άρθρο της, η Μ.Φ. διαλαλεί, πασίχαρης, ότι τα φετινά γεγονότα «έβαλαν την Ελλάδα στον παγκόσμιο εικαστικό χάρτη ανεπιστρεπτί» (sic!). Κύρια υπεύθυνη γι’ αυτό το χαρτογραφικό θαύμα, σύμφωνα με τη Μ.Φ. πάντα, είναι η διοργάνωση της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας με την έκθεση «Destroy Athens». Γλύφοντας τα μικρά αφεντικά (διοργανωτές-επιμελητές – τα μεγάλα αφεντικά είναι, ως συνήθως, εκείνοι που κατέχουν την πραγματική εξουσία και το χρήμα, με τους οποίους, έτσι κι αλλιώς, έχει καλές σχέσεις) και θάβοντας βασικούς (αλλά εξωτερικούς, μη-οργανικούς) συνεργάτες, που δε συστοιχήθηκαν για να υπηρετήσουν το «όραμα» της «κατάκτησης της Δύσεως», και δε διαθέτουν καμία εξουσία και ισχύ, η Μ.Φ. επιτελεί το διαφωτιστικό «κριτικό» της έργο με μεγάλο αίσθημα ευθύνης, ξεπληρώνοντας χρέη, αποβλέποντας ίσως (λέμε τώρα…) στην ανάληψη της επιμέλειας της επόμενης μπιενάλε. Και με αρκετά ύπουλο τρόπο σταλάζει το φαρμάκι της εκεί που νομίζει ότι θα πιάσει τόπο.

Δυστυχώς, όπως διατείνεται με την οξεία κριτική αίσθηση που τη διακρίνει, ενώ όλα έγιναν όσο καλύτερα ήταν δυνατόν να γίνουν στην περίπτωση της Μπιενάλε, οι εκδόσεις που τη συνόδευαν ήταν μια αποτυχία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριό της, κάποιοι βάλθηκαν, με τη δουλειά τους, να «αφήνουν την εντύπωση πως εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε να είμαστε ακέραιοι χωρίς μια φτηνοδουλειά» (!!!) – με άλλα λόγια, η μπιενάλε ήταν καλή, οι εκδόσεις της όμως άθλιες και το ελληνικό έθνος προδόθηκε… Δε θα επιχειρηματολογήσω επ’ αυτού, ούτε θα επικαλεστώ καμία δικαιολογία για να αντικρούσω τις κατηγορίες της Μ.Φ., γιατί διαφωνώ πλήρως μαζί της και με τον τρόπο που σκέφτεται. Νομίζω ότι οι εκδόσεις της Μπιενάλε είναι εξίσου καλές ή κακές με την ίδια την Μπιενάλε, είναι «παιδιά» της και της μοιάζουν. Σχεδιάστηκαν να είναι έτσι. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Δεν θα σταθώ, όμως, μόνο σε αυτή την πτυχή της φωκίδιας «κριτικής», που με θίγει άμεσα. Θα επεκταθώ, γιατί νομίζω ότι το κείμενό της επιβεβαιώνει την ύπαρξη μας κοινής συνισταμένης, που διατρέχει τις (όχι και τόσο) πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο των εικαστικών, και ότι η εικόνα που πάγωσε για λίγο στο χρόνο που μας πέρασε ήταν μια στιλπνή φαντασμαγορία, το απαύγασμα της εργώδους προσπάθειας που κατέβαλαν άοκνα εδώ και καιρό οι νέοι, άλλα και οι όχι και τόσο νέοι, παράγοντες του χώρου – πάντοτε σε αγαστή συνεργασία και ιδεολογική σύμπνοια με τα αφεντικά τους. Η χρονιά αυτή ήταν αποκλειστικά «δική» τους. Σ’ αυτό έχει δίκιο η Μ.Φ. να κομπορρημονεί για λογαριασμό του σιναφιού της. Πράγματι, οι νέο-γιάπηδες έχουν κάνει ένα σημαντικό βήμα για να ενθαρρύνουν και να θεμελιώσουν την ηγεμονία τού «ενός και μόνο κέντρου», του μονοδιάστατου γούστου και της «ενιαίας σκέψης», πάντοτε με πρόφαση το «εναλλακτικό» και καπηλευόμενοι έννοιες και ιδέες που απέχουν έτη φωτός από τις δικές τους πρακτικές. Έχουν καταλάβει το χώρο και διαχειρίζονται, με καθαρά corporate αντίληψη, έσοδα-έξοδα, τις νέες εικαστικές ουτοπίες που ευαγγελίζονται.

Ο συρφετός αυτός (συλλέκτες, σπόνσορες, γκαλερίστες, «θεωρητικοί», δημόσιοι υπάλληλοι, επιμελητές, καλλιτέχνες, μαζί με τους ινσχτρούχτορες και τους ποδηγέτες των media) έχουν γίνει ένα κουβάρι και επιδίδονται με ασύστολη μανία σε ένα ακατανόητα ενεργοβόρο γαϊτανάκι εναλλαγής ρόλων. Μοιάζει να έχουν μια ιδιότητα που μόνον στον Ζέλιγκ είχαμε ώς τώρα συναντήσει: μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή κρίνεται κατάλληλη για τα συμφέροντα της στιγμής – είναι οι ακραιφνείς καιροσκόποι, οι επιβήτορες της ιστορίας. Όμως, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας ξεγελάει ο χαμαιλεοντισμός τους και η ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις συνθήκες. Δεν αντιδρούν παθητικά, όπως κάποιος θα πίστευε, όταν νομίζουν ότι δέχονται κάποιο χτύπημα ή όταν θεωρούν ότι κινδυνεύουν τα συμφέροντά τους ή ότι θίχτηκε η υπόληψή τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αντίδραση της Μ.Φ., όπως εκφράζεται στο άρθρο της.

Με ύφος «γράφω στη Λίφο, δεν ντρέπομαι να γλύφω», η (από καιρού αυτό-ανακηρυχθείσα) «επιτυχμένη» τεχνοκριτικός και επιμελήτρια εκθέσεων αποκαλύπτει, προφανώς άθελά της, την αγωνία που κρύβεται πίσω από το δήθεν άνετο ύφος αυτής και των συνοδοιπόρων της: αγωνία να συσπειρωθούν και να αντεπιτεθούν σε όσους διαφωνούν με τις απόψεις και τις πρακτικές τους, να τους αναγκάσουν «να σκάσουν», να πάψουν να είναι «αγενείς» και «ενοχλητικοί» – να πάψουν να είναι «αμετροεπείς» (όπως απαίτησε ανενδοίαστα ετέρα εκ των «εξεχουσών προσωπικοτήτων» της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, η Νάντια Αργυροπούλου, από τη στήλη της στο επίσης «εναλλακτικό» δωρεάν έντυπο* Velvet – για όσους αμφισβητούν την εναλλακτικότητά του, έχει να επιδείξει, ως αντεπιχείρημα, που κυριολεκτικά αποσβολώνει, την «προχωρημένη», «βρώμικη», «μετά-trash» αισθητική του…). Είναι ξεκάθαρα προς το ζωτικό συμφέρον αυτής της νομενκλατούρας, που επιβάλλεται σταδιακά, αλλά με ορμή, η με κάθε τρόπο επιδεικνυόμενη αλληλοϋποστήριξη (επ’ ουδενί αλληλεγγύη). Αν και, στην πραγματικότητα, όλοι ξέρουμε, ότι ακόμα κι αυτό είναι επίπλαστο. Ο υπόγειος πόλεμος μαίνεται μεταξύ αλλήλων, και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση, όσο και τα πισώπλατα μαχαιρώματα, είναι στην ημερήσια διάταξη. Καθόλου αναίτια. Ο χώρος είναι μικρός, ασφυκτικά μικρός, δεν τους χωράει όλους. Το ξεκαθάρισμα είναι επιβεβλημένο, ασχέτως αν πρέπει να γίνεται με τακτ. Έτσι, πίσω από τα απαστράπτοντα χαμόγελα, τις συμβατικές ευγένειες, τα χάδια και τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, τους ασπασμούς και την επωδό «φιλάκια, τα λέμε» (ή το ανάποδο), κρύβεται η μισαλλοδοξία, η απαξίωση, ο φθόνος. Όλοι είναι «φίλοι» με όλους, μέχρι να φύγουν από το ίδιο δωμάτιο. Τότε αποκαλύπτεται ότι οι λυκοφιλίες είναι εκ προοιμίου σαθρές, αφού χτίζονται πάνω στο ασταθές έδαφος των ατομικών επιδιώξεων και των συμφερόντων.

Όλους αυτούς τους τρομάζει φυσικά κάθε αντίλογος, καθώς μοιάζει να έχουν μηδαμινή αυτοπεποίθηση – με την ηθική και όχι με την αγοραία έννοια. Φαίνεται πως κάποιοι τους χαλάνε την όμορφη εικόνα, που τόσο απελπισμένα θέλουν να μας πλασάρουν (σε μια προσπάθεια να πειστούν και οι ίδιοι), όλοι αυτοί που έχουν συμφέροντα και επιθυμούν διακαώς να συμβάλουν στη δημιουργία της απαραίτητης «βάσης» (κάθε είδους θεσμοί, επαγγελματισμός, καταμερισμός των ρόλων, αγορά και κοινό, κ.λπ.) προκειμένου να αποκτήσουν κύρος που θα τους βοηθήσει, όπως πιστεύουν, να ενταχθούν σε ένα «παγκόσμιο γίγνεσθαι» της σύγχρονης τέχνης, να γίνουν κι αυτοί, επιτέλους, «διεθνούς εμβέλειας παίχτες». Ξεχνούν όμως ότι σ’ όποιον δεν φτάνει το χωριό, η πόλη περισσεύει. Η αναγνωρισημότητα, οι «επαφές», οι γνωριμίες με «σημαντικούς ανθρώπους», οι προσκλήσεις σε πάρτι και δείπνα, το γεμάτο σημειώσεις για ραντεβού και meetings Moleskin, ο φουσκωμένος λογαριασμός του κινητού, η σποραδική, έως και τυχαία, ενασχόληση των (έτσι κι αλλιώς διψασμένων για «ειδήσεις») μμε με το «έργο» τους, είναι αυτά που τους δίνουν το μέτρο της αυτοεπιβεβαίωσής τους. Η αρχοντοβλαχιά τους είναι απερίγραπτη και οι φιλοδοξίες τους απύθμενες, πλην όμως παραμένουν μέχρι τώρα ανεκπλήρωτες (και, δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται θα παραμείνουν, λόγω αντικειμενικών συνθηκών, που θα συζητήσουμε με κάποια άλλη ευκαιρία). Έτσι εξηγείται η καλπάζουσα φαντασία, για να μην πω φαντασιοπληξία, που φανερώνουν οι διαπιστώσεις της Μ.Φ.. Σαθρά θεμέλια, σαθρά εποικοδομήματα. Τι να περιμένει κανείς από ανθρώπους ανάλογου «ειδικού βάρους» πέρα από μετριότητα και συμβιβασμό; Και τι άραγε να περιμένεις από μια χαρακτηριστική εκπρόσωπο του είδους τους; Μάλλον, μόνο πομφόλυγες…

Οφείλουμε, λοιπόν, να πούμε ξεκάθαρα στην κυρία Φωκίδη, ότι η εθνοσωτήρια ρητορεία της και η γαλαντόμος, «ακομπλεξάριστη» πλην «αυστηρή» κριτική της είναι για τα μπάζα. Οι όροι με τους οποίους μετράει την επιτυχία είναι οι όροι του μπακάλη. Συν πλην, τι μένει στο συρτάρι. Μερικές «πολύ δυνατές προσωπικότητες του συστήματος της τέχνης», ο «παγκόσμιος Τύπος», η «παγκόσμια αγορά», «ένας πολύ μεγάλος αριθμός γενικού κοινού»(;), «εισροή κεφαλαίου για τα πολιτιστικά δρώμενα», να ποια τα οφέλη κύριοι, θα ’στε τυφλοί, ή κακόβουλοι, να μη τα βλέπετε ολοζώντανα μπροστά σας! Οι φτωχοί, επιτέλους, ελεήθηκαν, γιατί δεν χειροκροτείτε, όλοι μαζί; Κι αν κάποιοι «αμαύρωσαν» την καλή εικόνα μας δεν πειράζει, θα τους αντικαταστήσουμε με άλλους, πιο ικανούς στο σχεδιασμό και την εκτύπωση καταλόγων, πιο συνεργάσιμους, ώστε την επόμενη φορά κανείς να μη μας πει κακιά κουβέντα. (Χειροκρότημα και επευφημίες από τη γαλαρία.)

Το (τραγελαφικό) κορύφωμα, ωστόσο, του όλου «κριτικού» εγχειρήματος, που αποδεικνύει και το άγχος που την διακατέχει, εντοπίζεται στο γεγονός ότι ακόμα και η αρνητική αντίδραση είναι για τη Μ.Φ. (όπως και για άλλους του σιναφιού της) αδιάσειστο τεκμήριο της επιτυχίας! Γράφει: «Ακόμη και το ότι η ελληνική σκηνή αντιδρά σ’ αυτή τόσο αρνητικά είναι ένα σύμπτωμα επιτυχίας. Έτσι γίνεται με κάθε επιτυχημένη Μπιενάλε εν τη γενέσει, επειδή όλοι θέλουν να είναι μέρος της» (!!!). Τι ωραία, που ενσωματώνονται όλα στην αφελή κοσμοαντίληψή μας – ακόμα και η σφοδρή, αρνητική κριτική. Τι ωραία, που υποστηρίζουν τις θέσεις μας ακόμα και οι εχθροί μας… Με μαγικό τρόπο, κερδίζεις κάθε πόλεμο, χωρίς να δώσεις ούτε μία μάχη. Η ευφροσύνη του Prozac και της «θετικής σκέψης» καλύπτει σαν πολύχρωμο πέπλο την γκρίζα εικόνα που δεν θέλουμε (δεν μπορούμε;, δεν πρέπει;) να δούμε. Τίποτα δεν μπορεί να ταράξει τη μακαριότητά μας, εκτός ίσως από την ίδια την πραγματικότητα όταν χρειαστεί να την αντικρύσουμε γυμνή μπροστά μας, όταν κάποια στιγμή ανακαλύψουμε ότι η ζωή είναι, δυστυχώς για εμάς, αλλού.

Όμως, αυτό επέλεξαν να είναι το πεδίο των θριάμβων τους. Ας το χαίρονται – για όσο θα τους το επιτρέπει ο σπόνσοράς τους. Κι αν όλοι αυτοί θέλουν να μας αποτρέψουν από το να μπλεκόμαστε συνεχώς στα πόδια τους και να τους ενοχλούμε στο πανηγύρι τους, ας μη ζορίζονται άλλο. Τους λέω ξεκάθαρα αυτό που νιώθω ανάγκη να τους πω, στη μοναδική γλώσσα που (θέλουν να) καταλαβαίνουν: «Fuck your contemporary art world! I’m going for fishing…»


* Ζούμε πλέον στην τροχιά των life style «free» press εντύπων (και των blogs, αλλά αυτά είναι τελείως διαφορετική περίπτωση). Στα περισσότερα από αυτά τα έντυπα, αν όχι σε όλα, ο δημόσιος λόγος συγχέεται με μαεστρία με τη διαφήμιση, συμπράττοντας στη νομιμοποίηση και την απενοχοποίηση της κυρίαρχης ιδεολογίας της αγοράς. Είναι ταγμένα στην προπαγάνδα της «μιας και μοναδικής επιλογής» που έτσι κι αλλιώς έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά και άρα κάθε αντίρρηση είναι είτε αφελής είτε «μίζερη κλάψα», που το μόνο που θέλει είναι να μας στερήσει τη «χαρά της ζωής», να μας κάνει να νιώσουμε ένοχοι γιατί «ζούμε και απολαμβάνουμε» (υπονοώντας, πάντοτε, ότι οι γκρινιάρηδες είναι ανοργασμικοί, αποτυχημένοι ή απογοητευμένοι και ζηλεύουν όλους όσοι «ρουφάνε τη ζωή μέχρι το μεδούλι»…)
Το πραγματικά αστείο είναι ότι τα έντυπα αυτά αυτοαποκαλούνται «εναλλακτικά», καταλύοντας κάθε λογική εννοιακού διαχωρισμού και διαφοράς, όταν η μόνη ουσιαστική «εναλλακτικότητα» που επιδεικνύουν σε σχέση με τα «συμβατικά» έντυπα (εκτός, ίσως, από την αισθητική τους) είναι στον διαφημιστικό τιμοκατάλογό τους. Αν ο «παλμός της πόλης» καταγραφόταν πράγματι από αυτές τις έντυπες πουτάνες της αγοράς, τότε κάποιος εξωγήινος επισκέπτης που θα τύχαινε να τις ξεφυλλίσει θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι ο γήινος κόσμος είναι μια απέραντη παιδική χαρά και ότι όλοι εδώ περνάμε καλά. Όμως, δυστυχώς, δεν είναι έτσι, αν και τα έντυπα αυτά θα επινοήσουν οτιδήποτε προκειμένου να αγνοήσουν εκείνο που όλοι ξέρουν. Η εθελοτυφλία τους αποκαλύπτεται αν παρατηρήσει κανείς ποια σκοπιά των θεμάτων δεν δημοσιεύουν ή δημοσιεύουν σπανίως και μερικώς, ποιες είναι οι απόψεις που δεν τις απασχολούν ή τις απασχολούν παρεμπιπτόντως. Να ένας πρόχειρος μικρός κατάλογος: η πολιτική δραστηριοποίηση της νεολαίας (και όχι απλώς η «δημιουργική έκφρασή» της)· η άθλια υπόσταση των μεταναστών, των προσφύγων, των φυλακισμένων, των φτωχών, ως «ανθρώπων χωρίς ιδιότητες» και φυσικά χωρίς δικαιώματα (και όχι απλώς ως γραφικοί, εξωτικοί «άλλοι» που δίνουν έναν τόνο πολυπολιτισμικού glamour και αστικής «περιπέτειας» στη δική μας πραγματικότητα)· η καταλήστευση από τους χρηματοδότες-πελάτες τους του δημόσιου χώρου (και όχι απλώς ως «επενδύσεις» που επανασχεδιάζουν το χάρτη της πόλης για να προσομοιάσει με το φαντασιακό ιδανικό [ποιανού αλήθεια;] – «Θυμίζει Βερολίνο!»)· η καταπίεση και στυγνά εκβιαστική εκμετάλλευση των εργαζόμενων στη βιομηχανία της διασκέδασης και του «πολιτισμού», που συμπεριλαμβάνει και τα έντυπά τους (και όχι απλώς ως δήθεν «ευκαιρίες» για «δημιουργική απασχόληση»)· η μονοσημαντότητα και η μονοκουλτούρα που επιβάλλεται από τον περιορισμό των ουσιαστικών επιλογών (και όχι απλώς να παρουσιάζουν την ελευθερία να επιλέξεις τι θα καταναλώσεις και με ποιον τρόπο θα διασκεδάσεις ως την πολυπόθητη εκπλήρωση των ανθρώπινων επιθυμιών)· το κράτος-δεσμοφύλακας που περιορίζει σταδιακά και ύπουλα ζωτικές ελευθερίες μας και δίνει καθημερινά τη μάχη για την ηγεμονία των ισχυρών (και όχι απλώς σκανδαλολογία και αθώα εν τέλει σάτιρα του πολιτικού συστήματος και του σύγχρονου κράτους). Ξέρουν πολύ καλά τι υποκρύπτουν, ξέρουν καλά τι θα ενοχλούσε τα αφεντικά, τους σπόνσορες και τους πελάτες τους – την ίδια, εν τέλει, την υπόστασή τους. Κι επειδή ποτέ δεν θα ομολογούσαν κάτι τέτοιο –θα ήταν αυτοκτονία!–, καταφεύγουν στην προσφιλή κοινοτοπία του «η ζωή είναι πολύ σύντομη για να ασχολούμαστε με δυσάρεστα πράγματα». Μα άλλο τόσο σύντομη είναι για να ασχολούμαστε με μαλακίες…

Eros Effect 2007




Ο George Katsiaficas είναι καθηγητής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Wentworth Institute of Technology στη Βοστόνη, Μασαχουσέτη, ΗΠΑ. Μαθητής του Herbert Marcuse, και ακτιβιστής, είναι συγγραφέας των βιβλίων The Imagination of the New Left: A Global Analysis of 1968, The Subversion of Politics: European Autonomous Social Movements and the Decolonization of Everyday Life [ελλ. έκδοση: Η ανατροπή της πολιτικής. Ευρωπαϊκά Αυτόνομα Κοινωνικά Κινήματα και η Αποαποικιοποίηση της Καθημερινής Ζωής, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2007].Έχει επιμεληθεί μεταξυ άλλων τις συλλογές Liberation, Imagination and the Black Panther Party (με την Kathleen Cleaver) και Vietnam Documents: American and Vietnamese Views of the War. Έχει γράψει επίσης το Introduction to Critical Sociology με τον R.G. Kirkpatrick.

http://www.eroseffect.com

Εμείς θέλουμε

Της Nadezhda Udaltsova*

Η τέχνη είναι ελεύθερη. Η δημιουργία είναι ελεύθερη. Ο άνθρωπος ο γεννημένος για τη δημιουργία και την τέχνη είναι ελεύθερος.
Ο κόσμος πρέπει να χαιρετίζει με χαρά έναν δημιουργό που του έχει φέρει νέες μορφές.
Έτσι θα έπρεπε να είναι, αλλά δεν είναι.
Νεωτεριστές καλλιτέχνες , γεννημένοι στην παλιά κοινωνική κατάσταση, όταν δεν είχαν χρήματα και πλούσιους φίλους, αναγκάζονταν να φυτοζωούν στα υπόγεια και ανώγεια, να βασανίζονται στο σκοτάδι και τη φτώχια, περικυκλωμένοι από τους αστυνομικούς και τους κριτικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται τις παλιές ιδέες, τις καταξιωμένες, και βολεύονται στις τετριμμένες μορφές.
Όταν κάποιο ταλέντο κατάφερνε να προβληθεί, το υποδέχονταν πολυβόλα ύβρεων, ομοβροντίες ουρλιαχτών και χαχανητών, το βαρύ πυροβολικό των χλευασμών και οι αιχμηρές πένες το έδιωχναν και πάλι στα υπόγεια και ανώγεια.
Αυτή η κατάσταση συνεχιζόταν ώσπου εμφανιζόταν κάποιος μαικήνας και έπαιρνε υπό την προστασία του την τέχνη ή κάποιος κριτικός-καιροσκόπος, που παρακολουθούσε τις αλλαγές στην κοινή γνώμη, έλεγε: «ήρθε η ώρα» και προέβαλε το ένα ή το άλλο όνομα.
Και τότε έργα εκείνων, που χθες ακόμα αποτελούσαν αντικείμενο χλευασμών, σήμερα κρέμονται σε τιμητική θέση, ενώ οι χθεσινοί υβριστές έρχονται και υποκλίνονται μπροστά τους.
Έτσι δημιουργούνται οι «προνομιούχοι», τα «ονόματα».
Έτσι γινόταν.
Γκρεμιζόταν ο παλιός κόσμος… και έτσι συνεχίζεται και σήμερα.
Όπως και παλιά, ένα μέρος από μας είναι αναγκασμένο να εργάζεται σε γραφεία για τον επιούσιο και να ασχολείται με την τέχνη του πολύ σπάνια.
Όπως και πριν πνιγόμαστε στους στενούς τοίχους και ονειρευόμαστε ατελιέ, όπως ένας φυλακισμένος ονειρεύεται τον ήλιο και το φως.
Δεν έχουμε εκθέσεις όπου θα μπορούσαμε να δείξουμε τα έργα μας, δεν έχουμε διαλέξεις, δεν έχουμε περιοδικά όπου θα μπορούσαμε να μιλούμε για τα έργα μας.
Ο κύκλος των προνομιούχων μας περικυκλώνει όλο και περισσότερο, ασφυκτιούμε.
Και δεν φτάνει που δεν μας αφήνουν να πάρουμε μέρος στις εκθέσεις τους, να γράφουμε στα περιοδικά τους, αλλά μας απομακρύνουν και από τα κοινωνικά έργα, από τις κοινωνικές οργανώσεις. Οι προνομιούχοι αρπάζουν τα πάντα.
Έτσι γινόταν, έτσι γίνεται και… έτσι θα γίνεται;
Δεν θέλουμε μαικήνες.
Δεν θέλουμε ευνοϊκή κριτική.
Δεν θέλουμε να γίνουμε προνομιούχοι.
Δεν θέλουμε να καταπιέζουμε ούτε εκείνους που ήταν πριν από μας, ούτε εκείνους που θα έρθουν μετά από εμάς.
Θέλουμε δικαίωμα στη δημιουργία-εργασία.
Θέλουμε ισότητα και ελευθερία στην τέχνη.

- Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αναρχία, Νο 38, Μόσχα 1918. Στα ελληνικά περιλαμβάνεται στον κατάλογο Τέχνη & Ουτοπία, Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκης 2003.