Τα τελευταία χρόνια, αρκετοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι, στη «μεταφορντική συνθήκη» που έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά σήμερα στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, το καπιταλιστικό παραγωγικό παράδειγμα δεν είναι πλέον το «μηχανιστικό» μοντέλο του εργοστάσιου, της αλυσίδας παραγωγής και της επαναληψιμότητας, της αποσπασματικότητας και της τυποποίησης, χαρακτηριστικά του τεϋλορικού/«φορντιστικού» μοντέλου που προηγήθηκε, αλλά το «ευέλικτο», «ανοιχτό» μοντέλο των υπολογιστικών μηχανών και των δικτύων. Σε αυτό το νέο πλαίσιο η εργασία είναι «μη-γραμμική», «συνεργατική», είναι «δεξιοτεχνία» που προϋποθέτει τη δημιουργική συμμετοχή της διάνοιας και τη μεσολάβηση της επικοινωνίας προκειμένου να προσαρμοστεί σε ένα ολοένα και πιο γνωστικά απαιτητικό παραγωγικό μοντέλο που κυριαρχείται από την τεχνολογία των μικροεπεξεργαστών και την τεχνοεπιστήμη. Η διαχείριση πολύπλοκων τεχνικών ή συμβολικών συστημάτων και μηχανών υψηλής τεχνολογίας είναι πλέον δομικά συνδεδεμένη με την εργασία τόσο στο επιμέρους (ατομικό) όσο και σε γενικό (συλλογικό) επίπεδο σε όλο και περισσότερους κλάδους της παραγωγής και της οικονομίας. Δεν είναι πια ο μονότονος θόρυβος της μηχανής που κρατάει το ρυθμό στην παραγωγή και δίνει τον κυρίαρχο τόνο στις κοινωνικές σχέσεις αλλά οι αθόρυβες, ψηφιακές ροές των εντολών και των δεδομένων. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, που μας παρέχει την προμηθεϊκών διαστάσεων δυνατότητα υπολογισμού των πάντων και σύνδεσης με τα πάντα, και η συνεπακόλουθη αλληλεξάρτηση στον οικονομικό τομέα που διασφαλίζει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, αναδεικνύει ως κυρίαρχο το οργανωτικό μοντέλο της «δικτύωσης». Η μεταφορά των δικτύων χρησιμοποιείται τόσο στην αριστερή όσο και στη δεξιά ρητορική, ως παράδειγμα που παρέχει τη δυνατότητα ολοένα και μεγαλύτερου ελέγχου της παραγωγής και αύξησης της παραγωγικότητας, ενώ παράλληλα αυξάνει τη δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και διασφαλίζει, δομικά, τη διάχυση και την αποκέντρωση της εξουσίας. Στην πραγματικότητα όμως, τα «οριζόντια», φιλελεύθερα, μη-ιεραρχικά δίκτυα κυκλοφορίας και διανομής της πληροφορίας, είναι οι πλέον πρόσφοροι τρόποι με τους οποίους το κεφάλαιο εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του, ελέγχοντας πιο αποτελεσματικά την μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εργασία (και άρα σε παραγωγή αξίας). Είτε πρόκειται για κεφάλαιο είτε για υλικά αγαθά, υπηρεσίες και πολιτιστικά πρότυπα, η ζωτική σημασία της ελεύθερης κυκλοφορίας για την αναπαραγωγή και ανάπτυξη αυτού του μοντέλου συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι προφανής. Κάθε είδους ανθρώπινη δραστηριότητα τείνει να ενταχθεί στη σφαίρα της εργασίας, της παραγωγής και του εμπορεύματος, ώστε να διασφαλίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση. Η κατανάλωση είναι παραγωγή και ο ελεύθερος χρόνος, η οικογενειακή ζωή, η διασκέδαση είναι απλήρωτες υπερωρίες.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι διαμεσολαβητικές, εκλεπτυσμένες τεχνολογικά, διαδικασίες επικοινωνίας και προώθησης αποκτούν υπέρογκο κύρος έναντι των «ταπεινών» παραγωγικών δυνάμεων που παραμένουν στην αφάνεια. Οι δυνάμεις αυτές παρουσιάζονται σαν μια απλή «παραγωγική βάση», συνδυασμός ενός χαμηλής ειδίκευσης εργατικού δυναμικού, των τεχνικά καταρτισμένων ελεγκτών-ρυθμιστών, των μηχανών και των ορθολογικών συστημάτων διαχείρισης των διευθυντών μάνατζερ και των στελεχών διοίκησης, ανάπτυξης και έρευνας, που μας εξασφαλίζει την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή για να αναπτυχθεί η σφαίρα της αληθινής δραστηριότητας που παράγει σήμερα πραγματικά την αξία: η σφαίρα της διακίνησης και της διανομής.
Είναι αναπόφευκτο: για την αναπαραγωγή και τη συσσώρευση του κεφαλαίου στον ύστερο καπιταλισμό και την απελευθέρωση της παγκόσμιας δυναμικής του, η κυκλοφορία (ή διακίνηση), η διανομή και η κατανάλωση να φαίνεται ότι αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο έναντι της παραγωγής. Η σημαντική, ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία ήταν το αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης της παραγωγικής διαδικασίας και των εργασιακών σχέσεων με τη χρήση των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, κινδυνεύει να βραχυκυκλώσει την αναπαραγωγή ενός μεγάλου τμήματος του κεφαλαίου και απειλεί με κατάρρευση ολόκληρο το σύστημα της καπιταλιστικής οικονομίας αν δεν εναρμονιστεί με ένα αντίστοιχο μοντέλο υπερκατανάλωσης που θα απορροφά την υπερπαραγωγή και θα δημιουργεί τον απαραίτητο βρόχο ανατροφοδότησης και αυτο-αναπαραγωγής του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος διατηρώντας την ζήτηση και την αντίστοιχη παραγωγή σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η σημασία της κυκλοφορίας είναι προφανής στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στην με κάθε τρόπο υποσχόμενη ουτοπία της «ελεύθερης παγκόσμιας αγοράς» (η ακινησία είναι μαρασμός, αν όχι καταδίκη σε θάνατο, για το κεφάλαιο), καθώς εξασφαλίζει τη συνεχή επέκταση και διείσδυση του συγκεκριμένου μοντέλου συσσώρευσης, σε κάθε γωνιά του πλανήτη και σε κάθε πτυχή της κοινωνίας. Είναι αναμενόμενο λοιπόν η «ελεύθερη αγορά» να αποκτά κεντρικό διαμεσολαβητικό ρόλο στη διακίνηση και την κυκλοφορία των προϊόντων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων, των ανθρώπων, των πόρων.
Η «ελεύθερη αγορά» όμως δεν είναι παρά ένας μύθος των νεοφιλελεύθερων· η παρεμβατικότητα και η ρυθμιστική πολιτική του κράτους είναι καθοριστική για την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής ισορροπίας και εν τέλει την λειτουργία και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Εκ φύσεως η αγορά συμπεριφέρεται απρόβλεπτα, και προκειμένου να μην οδηγηθεί στον αυτό-στραγγαλισμό της από τον εξοντωτικό ανταγωνισμό και τις μονοπωλιακές τάσεις του κεφαλαίου, πρέπει να αποδοθεί στο κράτος ο ρόλος του νομοθέτη, που με την διακριτική παρέμβασή του φροντίζει να διατηρεί η «ελεύθερη αγορά» την αυτονομία της – τουλάχιστον ως καταστατική μυθολογία της αέναης οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής προόδου του κράτους και της κοινωνίας. Το κράτος εξασφαλίζει και διαμορφώνει τις συνθήκες για την ανάπτυξη κάθε οικονομικής δραστηριότητας και προσφέρει ένα μίνιμουμ διασφάλισης από κάθε είδος κινδύνων. Χωρίς αυτό το πλαίσιο καμία έννοια «φιλελεύθερης» οικονομίας δεν θα ήταν εφικτή – και αυτό το γνωρίζει και ο πρωτοετής φοιτητής των Οικονομικών, πόσο μάλλον οι φωτισμένοι ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού ή οι μάνατζερ των πολυεθνικών. Το μοντέλο του κράτους-πρόνοιας του Κέυνς, του οποίου η εφαρμογή επεδίωξε να θεραπεύσει τις πληγές από το μεγάλο κραχ του 1929, ενώ ήδη ένα παράλληλο μοντέλο κράτους-πρόνοιας, θεμελιωμένο σε διαφορετικές αρχές, αναπτυσσόταν τόσο στη ναζιστική Γερμανία, όσο και στη σταλινική ΕΣΣΔ, δέχθηκε σφοδρή επίθεση κατά τη δεκαετία του ’70, όταν η νεοφιλελεύθερη πολιτική των Ρέηγκαν και Θάτσερ, σε αγαστή συμμαχία με τα αφεντικά, αναδιάρθρωσε ριζικά τον κρατικό μηχανισμό στα δύο πιο προηγμένα κράτη του πλανήτη, ως απάντηση στην οικονομική κρίση και στην αναπτυξιακή ύφεση που έπληξε την παγκόσμια οικονομία ασκώντας ισχυρές πιέσεις, ικανές να προκαλέσουν κλυδωνισμούς και στις πλέον εύρωστες οικονομίες κρατών όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία. Στις δεδομένες συνθήκες, οι πολιτικές που είχαν ως στόχο την απελευθέρωση των αγορών και κυρίως την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και την συρρίκνωση του κοστοβόρου για το κεφάλαιο κράτους πρόνοιας, συντέλεσαν, μαζί με την αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας που επέφεραν οι νέες τεχνολογίες, στην προσωρινή σταδιακή αναστροφή του κλίματος στασιμότητας και ύφεσης και σε όλο και υψηλότερους δείκτες ανάπτυξης εκείνη την περίοδο. Η κρίση της δεκαετίας του ’70 έμοιαζε τώρα ένα τέλμα από το οποίο οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και οι νέες τεχνολογίες βοήθησαν να ξεκολλήσουμε και να συνεχίσουμε να πορευόμαστε το δρόμο της «προόδου και της ανάπτυξης». Λίγο αργότερα ήρθε και η κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ, των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», για να επιβεβαιώσει την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ως το μοναδικό βιώσιμο και ρεαλιστικό μοντέλο σε έναν κόσμο που έως τότε βίωνε διαρκώς στο μεταίχμιο μεταξύ ανέχειας και στέρησης και δόξαζε ποικιλότροπα την ευμάρεια και την ελευθερία που είχε εξασφαλίσει στους κατοίκους της Δύσης ο καπιταλισμός και η φιλελεύθερη δημοκρατία. Η πλήρης απελευθέρωση των αγορών που διαλαλούσαν οι υποστηρικτές τής (όχι και τόσο) νέας αυτής πολιτικής ιδεολογίας συντελέστηκε ως θεωρητική άσκηση περισσότερο παρά ως μια έλλογη πολιτική επιλογή. Το «σοκ της μετάβασης» ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη ισχυρό. Εκτός ελάχιστων, οι οποίοι από τη μια μέρα στην άλλη έγιναν πάμπλουτοι, τη νύφη την πλήρωσε το «αντιπαραγωγικό» κράτος πρόνοιας και ολόκληρη η κοινωνία. Οι κάτοικοι των πρώην «σοσιαλιστικών» κρατών, και κυρίως στη Ρωσία, βίωσαν με τον πιο δραματικό ίσως τρόπο την βίαιη μετάβαση από ένα πλήρως προστατευτικό, μέχρι ασφυξίας, καθεστώς στην χαοτική πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς», της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και του καπιταλισμού. Για τους κατοίκους των χωρών της Δύσης οι αλλαγές που επέφερε η νεοφιλελεύθερη επανάσταση ήταν πιο «ομαλές», αν και όχι λιγότερο καταστροφικές. Το δόγμα τώρα, τουλάχιστον στα χαρτιά, είναι ότι το κράτος δεν αναμειγνύεται στις αυτορρυθμιζόμενες ελεύθερες αγορές. Έχει, υποτίθεται, υιοθετήσει έναν ουδέτερο, μη-παρεμβατικό ρόλο. Αποποιείται την ευθύνη τόσο της οικονομικής όσο και της κοινωνικής εμπλοκής του προς δόξα της αυτορύθμισης και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι το κράτος παρεμβαίνει δυναμικά σε θέματα που αφορούν στην ανακατανομή του πλούτου υπέρ των ισχυρών, αποκλείοντας από όποια βοήθεια τους ανίσχυρους και επικαλείται τον κοινωνικό δαρβινισμό της νεοφιλελεύθερης θεωρίας προκειμένου να δικαιολογήσει τις πολιτικές του. Η παλιά θεωρία για την οκνηρία των φτωχών και για την απειλή της πείνας ως το μοναδικό μέσον για να πειστούν να εργαστούν και να γίνουν παραγωγικοί κάνει με ύπουλο τρόπο την εμφάνισή της και υποφώσκει στην κοινωνική πολιτική του νεοφιλελεύθερου κράτους.
Μπορεί πράγματι ο ρόλος του έθνους-κράτους να έχει αλλάξει στις διαφοροποιημένες σχέσεις που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της δυναμικής των διεθνών σχέσεων που υπαγορεύει η δυναμική της παγκοσμιοποίησης, η οποία επανάκαμψε (η πρώτη καπιταλιστική διαδικασία παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1850 ανακόπηκε το 1914, από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά αυτό αποτελεί μια άλλη, «συναρπαστική» ιστορία) και σαν δεύτερο, πιο ισχυρό κύμα σαρώνει τις τελευταίες δεκαετίες απ’ άκρου σ’ άκρο τον πλανήτη. Όμως, ο ρόλο του έθνους-κράτους παραμένει κεντρικός και αδιαμφισβήτητος, ακόμα και για τους νεοφιλελεύθερους πολέμιούς του, όσον αφορά στην ρύθμιση των εσωτερικών, εθνικών αγορών, του ανταγωνισμού, της ιεράρχησης των αναπτυξιακών επιλογών, της διαχείρισης της γνώσης, του εργατικού δυναμικού και των φυσικών πόρων, και την αποσόβηση, με κάθε τρόπο, των κραδασμών που προκαλούν οι αναπόφευκτες κοινωνικές συγκρούσεις. Ως μοναδικός φορέας της νομιμοποιημένης (πολιτικά, ηθικά, ιδεολογικά, συμβολικά, πρακτικά) κυριαρχίας, αυθεντίας, εξουσίας, ελέγχου και βίας, το κράτος, δικαιολογεί την αναγκαιότητα ύπαρξής του με την επίκληση στην εθνική ταυτότητα και την ιστορική συνέχεια, την ασφάλεια, την ευημερία και την πολιτισμένη, την «καλή κοινωνία», στόχοι που μόνο στους κόλπους του είναι εφικτό να επιτευχθούν, και το ίδιο καλείται (ως θεσμικός εκπρόσωπος της «βούλησης των Πολιτών») να διασφαλίσει ως δεδομένα για όλους – ή, τέλος πάντων, σχεδόν για όλους τους δικούς του πολίτες.
Έτσι λοιπόν, πέρα από την κάθε άλλο παρά πραγματική υποβάθμιση του έθνους-κράτους και παρά την πραγματική και αναμφισβήτητη παγκοσμιοποιητική ορμή του καπιταλισμού, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία -που πολλές φορές συγκαλύπτει τις πραγματικές προθέσεις της με μια ριζοσπαστική ρητορική καταλαμβάνοντας με τις εννοιακές της επιθέσεις κάθε ελεύθερο χώρο και κάθε ανυπεράσπιστο θεωρητικό (και όχι μόνο) οχυρό αντίστασης- προβάλει την δυναμική της εργασίας και την πραγματική σημασία της για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου στην απόλυτη αφαίρεση: όπως προϋπόθεση ισχύος της αρχής της γενικής ισοτιμίας του χρήματος είναι η πραγμοποίηση έτσι είναι προϋπόθεση για την «αποϋλοποιημένη» παραγωγή ο εκτοπισμός του υποκειμένου από τη διαλεκτική της ίδιας αυτής παραγωγής. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αμφισβητηθούν οι συνιστώσες που φέρνουν το υποκείμενο στο προσκήνιο της Ιστορίας και το τοποθετούν στο κέντρο κάθε συζήτησης για την αλλαγή της κοινωνίας και της χειραφέτησής του, με δύο έννοιες: πρώτον, ως φυσικού φορέα της εργατικής δύναμης, αποκλειστικού δημιουργού κάθε αξίας και δεύτερον, ως φυσικού φορέα της επαναστατικής δράσης.
Αναμφίβολα, ο βιομηχανικός εργάτης, ο προλετάριος του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, δεν (μπορεί να) είναι πλέον το κεντρικό πρόσωπο στη σκηνή όπου παίζεται ένα τέτοιο, σύγχρονο έργο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πια εργάτες (υπολογίζεται ότι οι συνθήκες εργασίας 3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες και υποανάπτυκτες χώρες είναι συνθήκες προλετάριων, αν όχι υπο-προλετάριων) ή ότι πολλές κατηγορίες εργαζομένων στις νέες βιομηχανίες υπηρεσιών δεν έχουν πολλά κοινά με τον «ξεπερασμένο» πια βιομηχανικό εργάτη και, συνακόλουθα, οι σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που ευθύνονταν για την αθλιότητα του βίου της εργατικής τάξης έχουν τώρα εκλείψει ή έστω υποχωρήσει σε ικανοποιητικό για την εργατική τάξη βαθμό. Θα λέγαμε μάλλον ότι, όπως και το πλαίσιο, δηλ. ο καπιταλισμός, οι σχέσεις αυτές έχουν απλώς μετασχηματιστεί, χωρίς όμως να μετριαστεί στο ελάχιστο η εγγενής οξύτητά τους και η μορφογενετική ισχύς τους. Η εκμετάλλευση και η καταπίεση των εργαζομένων είναι εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της ακατάσχετης ανάγκης του κεφαλαίου για ανάπτυξη με κάθε κόστος. Αν τώρα ο εργαζόμενος μοιάζει (και αναμφίβολα είναι) πιο «ευφυής», πιο αυτόνομος και με μεγαλύτερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που αφορούν στη διαδικασία επιτέλεσης της εργασίας του αυτό συμβαίνει μόνο σε ένα πρώτο επίπεδο, που θα το αποκαλούσαμε «διαδικαστική ορθολογικότητα», δηλαδή το επίπεδο της εκτέλεσης μιας σε γενικές γραμμές προαποφασισμένης διαδικασίας που αποβλέπει σε συγκεκριμένο και πιθανώς αυθαίρετο, σε σχέση με τα πραγματικά συμφέροντα του εργαζόμενου, στόχο. Στο βαθύτερο και πιο καθοριστικό για τη συνολική διάρθρωση των σχέσεων εργασίας επίπεδο, στο επίπεδο της «διοικητικής ορθολογικότητας», τα «προνόμια» του εργαζόμενου συρρικνώνονται απελπιστικά ώσπου να είναι πια μηδαμινά έως ανύπαρκτα, αφού μια σειρά θεσμοθετημένων, έννομων διαδικασιών αποκλεισμού (με θεμελιακή εκείνη της ίδιας της ιδιοκτησίας) παρεμποδίζει αποτελεσματικά τη συμμετοχή στη λήψη αυτών των αποφάσεων. Οι αποφάσεις σε αυτό το επίπεδο είναι κυβερνητικής (cybernetic) τάξης· λαμβάνονται από τα υψηλόβαθμα στελέχη-διαχειριστές του κεφαλαίου και επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν την απόλυτη κανονιστική ισχύ τους στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής και φυσικά στους στόχους της. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν πάντα στον γενικό ορίζοντα των στόχων και των σκοπών και επιδιώκουν να οικειοποιηθούν τα διαθέσιμα μέσα παραγωγής και την ζωντανή εργασία προκειμένου να επιτύχουν την επίτευξή τους· προσπαθούν να ελέγξουν και να κατευθύνουν την εργατική δύναμη και τις διαδικασίες παραγωγής προς την ικανοποίηση των δικών τους στόχων, που στον καπιταλισμό συρρικνώνεται σε έννοιες με μεταφυσική, καθολική και απαράβατη ισχύ: ανάπτυξη και κέρδος. Η ταξική πάλη είναι ο ανταγωνισμός των κοινωνικών δυνάμεων για τον έλεγχο αυτής της διαδικασίας σκοποθέτησης, νομιμοποίησης και προσανατολισμού της εκάστοτε παραγωγικής δράσης και χρήσης του σωρευμένου (κοινωνικού, αφού παράγεται πάντοτε με κοινωνικούς πόρους, για να μην ξεχνιόμαστε…) κεφαλαίου. Είναι, δηλαδή, η επιτακτική ανάγκη να τεθεί υπό έλεγχο με πολιτικούς όρους η δομική προϋπόθεση συγκρότησης της κοινωνίας, η υλική παραγωγή, που στηρίζεται πάντα στη ζωντανή εργασία.
Ο συνεχιζόμενος εκπεσμός του υποκειμένου σε απλό εργαλείο παραγωγής και σε καταναλωτή και στο πλαίσιο αυτού του (νέου;) μοντέλου αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου δεν μπορεί να εξομαλυνθεί με την επιχειρηματολογία που επικαλείται κατηγορίες της διάνοιας για να περιγράψει τις μεταλλάξεις της ζωντανής εργασίας στο «μεταφορντιστικό» μοντέλο παραγωγής, κατηγορίες όπως η ευφυΐα, η ικανότητα λήψης αποφάσεων, η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω των συμπεριληπτικών σημείων της «κοινής πολιτισμικής γλώσσας» (γλώσσα, εκπαίδευση, πολιτιστική βιομηχανία, ΜΜΕ, θεσμοί κοινωνικής ενσωμάτωσης, κουλτούρα, αξίες, ιδεολογία). Και αυτό, κάποιοι θέλουν (εσκεμμένα;) να το αγνοούν.
Κάθε προσέγγιση που αποκρύπτει τις έντονα ιεραρχικές και ανταγωνιστικές σχέσεις, την στυγνή εκμετάλλευση και την ταξική πάλη που εξακολουθούν να σοβούν στον πυρήνα της παραγωγής αξίας, στη ζωντανή εργασία, είναι σκόπιμα παραπλανητική. Η τάση αποπολιτικοποίησης της παραγωγικής διαδικασίας με την πλήρη υπαγωγή της στην τεχνολογία, το κεφάλαιο και τη γνώση, και την υποβάθμιση έτσι της θεμελιακής σημασίας της ζωντανής εργασίας και της ταξικής πάλης ως προϋπόθεση για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, είναι η ιδεολογία της συμβιβασμένης σκέψης που προσπαθεί να μας πείσει για την ανωτερότητα του καπιταλισμού και των πολιτικών εκδοχών του: της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της σοσιαλδημοκρατίας, παρά τα όποια προβλήματά του, η ίδια αυτή σκέψη, κρίνει ενίοτε με ριζοσπαστικό μένος. Το κάνει αυτό προσπαθώντας να διαχωρίσει τεχνητά και να υποβαθμίσει ως δευτερεύουσας σημασίας την καθοριστική συμβολή της εργασίας στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και την ταξική πάλη που διαμορφώνει ανταγωνιστικά τις συνθήκες παραγωγής, με μοναδικό σκοπό να χαρίσει στο κεφάλαιο την πολυπόθητη αυτονομία του και να του προσφέρει τη νομιμοποίηση προκειμένου να κυριαρχήσει επί των πάντων ως απόλυτος ρυθμιστής των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων (κάτι που είναι ήδη πραγματικότητα σήμερα στο μεγαλύτερο ίσως μέρος του πλανήτη, αλλά δυνάμει, δεν παύει να είναι και μια αναστρέψιμη πραγματικότητα!).
Πράγματι, θα ήταν ιδεολογική εθελοτυφλία να μην παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με την πολυπλοκότητα και την αποσπασματικότητα των κοινωνικών δυναμικών και των «αποκεντρωμένων υποκειμενικοτήτων» που αποτελούν το εργατικό δυναμικό στις σύγχρονες μητροπόλεις (και το οποίο πράγματι δεν συγκροτεί ένα «σώμα» και έτσι δεν μπορεί να υποκειμενικοποιηθεί και να αυτό-οριστεί ως τάξη «δι’ εαυτήν» – αλλά αυτό είναι ένα σοβαρό σύμπτωμα της καπιταλιστικής ασθένειας, επ’ ουδενί η θεραπεία!). Η πραγματική σχέση αυτού του αστεακού εργατικού δυναμικού με την εργασία ως «δράση που διαμεσολαβείται από τη νόηση» –μια κατάσταση που στην πραγματικότητα αφορά μάλλον ένα σημαντικά μικρό μέχρι σήμερα μερίδιο προνομιούχων εργαζομένων– αλλά που δεν οδηγεί στην συγκρότηση μιας γενικότερης «ταυτότητας», είναι το καίριο πεδίο της πολιτικής παρέμβασης. Η ανάγκη συγκρότησης μιας συλλογικής συνείδησης είναι επιτακτική και μπορεί να υλοποιηθεί μέσω της πράξης, της πολιτικής δράσης. Γι’ αυτό το σκοπό, θα πρέπει να εφοδιαστούμε με εργαλεία ανάλυσης ικανά να αποκαλύψουν τη λαθροχειρία που επιδιώκεται στην κατάχρηση των περιγραφικών εννοιών του «μεταφορντισμού», οι οποίες τείνουν να επιβληθούν ως κανονιστικές και τελικά να παρουσιάσουν επιτυχώς την υπό συγκεκριμένη οπτική γωνία κοινωνιολογική ανάλυση ως συντελεσμένο γεγονός με καθολική ισχύ. Όμως το μόνο γεγονός με αληθινά καθολική ισχύ είναι το εξής:
Ό,τι και να έχει αλλάξει κατά τους τρεις τελευταίους περίπου αιώνες στις μορφές και τους τρόπους με τους οποίους η παγκόσμια κυρίαρχη μειοψηφία διαχειρίζεται το καπιταλιστικό σύστημα έτσι ώστε να επιβάλει τα συμφέροντά της σε ολόκληρη την κοινωνία και τη φύση, και όσους συμμάχους και οπαδούς κι αν αποκτήσει, ο κοινωνικός ανταγωνισμός στον πυρήνα της παραγωγής θα συνεχίσει να μαίνεται ασίγαστος και να αφήνει ανοιχτή την όποια έκβαση, αλλά και το τελικό αποτέλεσμα, του αγώνα – όπως λέει ο Τζον Χόλογουεϊ, το κεφάλαιο είναι ταξική πάλη. Η πολιτική, με την έννοια της ταξικής πάλης, δεν υποχωρεί, ούτε εξαφανίζεται όσο εύκολα ίσως θα ήθελαν οι συμβιβασμένοι, απολογητές του συστήματος εχθροί της. Η πραγματική κοινωνική ειρήνη είναι εφικτή μόνο σε μια πραγματικά αυτόνομη κοινωνία.
Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα. Ή ο γυμνός θεωρητικός λόγος του «μεταφορντισμού»
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Πόλη: Λαβύρινθος προς την ελευθερία», οργανώνεται η παρουσίαση-συζήτηση με θέμα: «Δημόσιοι Χώροι - Χώροι Ελευθερίας».
Ομιλητές είναι οι Σταύρος Σταυρίδης, επικ. καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π. και Πάνος Τότσικας, μέλος Δικτύου Κινημάτων Πόλης.
Θα παρουσιαστεί η αρχιτεκτονική σπουδή της Γιούλης Στάμου «Αστικά κενά».
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007, στις 9.00 μμ
Nosotros, Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια [http://www.nosotroscommunity.gr]
ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Σε συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησε με το κείμενο «Το Remap KM και ο εκτοπισμός των κατοίκων» [http://futura-blog.blogspot.com/2007/09/remap-km.html], το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική σας προσκαλεί σε μια ανοιχτή συζήτηση για την περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο την Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007, στις 7.00 μμ στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων futura, Βίκτωρος Ουγκώ 15 (στάση μετρό: Μεταξουργείο - έξοδος Δηληγιάννη).
Τα θέματα συζήτησης είναι:
- Ποιος ο ρόλος της τέχνης στην περιοχή;
- Η περιοχή ως καταφύγιο των μεταναστών.
- Η ανάπλαση ο ρόλος του δήμου και των επενδυτών.
- Μπορεί να δημιουργηθεί ένα κίνημα πόλης στην περιοχή;
Ζώντας στην κοιλιά του κήτους: Η τέχνη στην εποχή της σύγχυσης
(Ορισμένες σκέψεις με αφορμή το «Re-Map KM»)
«Σε κάθε περίπτωση, η τέχνη και η λογοτεχνία περιλαμβάνουν πάρα πολλές ιδέες και εμπειρίες που είναι δύσκολο να συμφιλιωθούν με το υπάρχον πολιτικό σκηνικό. Ανακινούν επίσης ζητήματα ποιότητας ζωής σε έναν κόσμο όπου η ίδια η εμπειρία μοιάζει εύθραυστη και υποβαθμισμένη. Κατ’ αρχάς, πώς μπορείς μέσα σε τέτοιες συνθήκες να παράγεις αξιόλογη τέχνη; Δεν θα χρειαζόταν να αλλάξεις την κοινωνία για να διαπρέψεις ως καλλιτέχνης; Εξάλλου αυτοί που ασχολούνται με την τέχνη μιλούν τη γλώσσα της αξίας παρά του κόστους. Καταγίνονται με έργα που το βάθος και η έντασή τους εκθέτουν την ένδεια της καθημερινής ζωής σε μια κοινωνία που έχει ψύχωση με την αγορά. Επίσης, έχουν εκπαιδευτεί να οραματίζονται εναλλακτικές στην υπάρχουσα πραγματικότητα. Η τέχνη ενθαρρύνει τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες. Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί είναι πιο πιθανόν να στήσουν οδοφράγματα οι φοιτητές των καλών τεχνών ή της αγγλικής φιλολογίας παρά εκείνοι της σχολής χημικών μηχανικών.»
- Terry Eagleton, Μετά τη θεωρία, σσ. 56-57
Είναι μια τέχνη μεταμοντέρνα· μεταμοντέρνα με την έννοια ότι δεν νομιμοποιεί τον εαυτό της να εκφράσει τίποτε άλλο πέρα από την ίδια την αδυναμία που αισθάνεται να εκφράσει οτιδήποτε. Η επίγνωση της απώλειας του νοήματος, που το ίδιο το έργο ενσωματώνει ως προϋπόθεση κατανόησής του, το καθιστά ισότιμο με το φετιχοποιημένο εμπόρευμα, μια αφηρημένη οντότητα που συγκεράζει κάθε πιθανό νόημα ως γενική ανταλλάξιμη αξία. Η ανοιχτή ερμηνεία είναι όπως μια βόλτα στο σούπερ μάρκετ. Μπορείς να διαλέξεις αυτό που ταιριάζει στις ανάγκες και τις επιθυμίες σου, είναι απλώς θέμα γούστου (και αγοραστικής δυνατότητας φυσικά).
Η τροπή που πήραν τα πράγματα ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη για όποιον έχει αντιληφθεί ότι, έτσι κι αλλιώς, το τέλος της τέχνης έχει επέλθει ήδη από τη δεκαετία του ’70, μαζί με τα τελευταία σκιρτήματα της ριζοσπαστικής πολιτικής. («Η τελευταία περίοδος της φαινομενικής της δόξας [της τέχνης] έληξε στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, οπότε και έπαψαν να εμφανίζονται νέες πρωτοποριακές τάσεις. Έκτοτε, το μόνο που συναντούμε είναι ανακυκλώσεις μεμονωμένων και εκφυλισμένων θραυσμάτων της τέχνης του παρελθόντος» Anselm Jappe, Το τέλος της τέχνης στον Αντόρνο και τον Ντεμπόρ, σ. 33. Κατά τον Γκυ Ντεμπόρ, το τέλος αυτό τοποθετείται ακόμα πιο νωρίς, ήδη από τη δεκαετία του ’30, με τον εκφυλισμό του Σουρεαλισμού σε ακίνδυνη πολιτικά ρητορική. Για τον συγγραφέα της Κοινωνίας του θεάματος η τέχνη πρέπει να ξεπεραστεί, όπως άλλωστε και η πολιτική αφού αμφότερες απορροφήθηκαν στο θέαμα, στο φετιχισμό δηλαδή του εμπορεύματος.) Στο πλαίσιο της κοινωνικής κατανομής των ρόλων κατά την εποχή της ολοκληρωτικής επικράτησης του καπιταλισμού, η τέχνη δεν είναι δυνατόν να αναβιώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που κατείχε κάποτε στην αστική συνείδηση, όσο κι αν κάποιοι θέλουν διακαώς να πιστεύουν το αντίθετο. Τώρα η τέχνη μπορεί να εμφανίζεται μόνο ως ένας ακόμη χαρακτήρας του πολυπρόσωπου έργου που σκηνοθετείται από την αγορά. Τέχνη και διασκέδαση, τέχνη και μόδα, τέχνη και αρχιτεκτονική, τέχνη και αθλητισμός… Ο συμπλεκτικός σύνδεσμος «και» είναι το δεκανίκι που χρειάζεται τώρα η τέχνη για να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση ενός «αποκεντρωμένου», ολοένα και πιο απαιτητικού για την άμεση εκπλήρωση των επιθυμιών του κοινού. Η τέχνη θέλει να είναι πράγματι «σύγχρονη», με έναν καθαρά χρονικό προσδιορισμό που δεν διαφέρει κατά πολύ από την «νεωτερική» συνείδηση του μοντέρνου. Το παρόν, το «τώρα», η συνεχώς διαφεύγουσα στιγμή είναι το κελί που δεσμεύει τελικά κάθε εκπλήρωση της επιθυμίας και διατηρεί αέναα την προσδοκία. Σε αντίθεση με τη μοντέρνα τέχνη όμως, η αδυναμία της σύγχρονης τέχνης να οραματιστεί το μέλλον δεν την καθιστά επίκαιρη (με την έννοια της αιχμής που διατρυπά το παρόν για να αποκαλύψει τις δυνατότητές του για ένα διαφορετικό μέλλον) αλλά εφήμερη, απλώς συγκαιρική, του συρμού, ένα ακόμα προϊόν προς άμεση κατανάλωση. Με λίγα λόγια, όσο κι αν ισχυρίζεται ότι θέλει να είναι «πολιτική», η σύγχρονη τέχνη δεν είναι παρά η πλήρης υπαγωγή του πολιτικού στο αισθητικό και η κατ’ αυτόν τον τρόπο παντελής ακύρωσή του. Οι κραδασμοί που προκαλεί ο κοινωνικός ανταγωνισμός βρίσκουν στη σύγχρονη τέχνη ένα ανάχωμα που δεν θα τους επιτρέψει να γίνουν επικίνδυνα ισχυροί για την ισχύουσα τάξη πραγμάτων.
Όμως, όταν μιλάμε για τέχνη και πολιτική πρέπει να είμαστε αρκετά προσεκτικοί. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, παραδείγματος χάρη, ότι η ιστορική πρωτοπορία διαδραμάτισε έναν διττό ιστορικό ρόλο. Από τη μια, επαναστάτησε διεξάγοντας έναν πολυμέτωπο αγώνα κατά της αστικής τέχνης και του αστικού πολιτισμού εν γένει, καταστρέφοντας με επαναστατική μανία τις αξίες και τα θεμέλιά του. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η καταστροφή, βοήθησε τον καπιταλισμό να απαλλαγεί από κάθε προ-καπιταλιστικό κοινωνικό μόρφωμα που ορθωνόταν ως εμπόδιο στα επεκτατικά του σχέδια και στις μεταμορφώσεις του. Ό,τι έκανε η μοντέρνα τέχνη σε συμβολικό επίπεδο, το έκανε η αγορά στο πραγματικό πεδίο της ζωής. Αναπόφευκτα, λοιπόν, «η ριζική επίθεση στις παγιωμένες ιεραρχίες αξιών έφτασε να συγχέεται με την επαναστατική ισοπέδωση όλων των αξιών, γνωστή και ως αγορά» (Terry Eageton, Μετά τη θεωρία, σ. 98). Υπάρχει ένας αδιόρατος συνδετικός ιστός που ενώνει την πρωτοπορία με την μετα-πρωτοπορία και τη σύγχρονη, μεταμοντέρνα τέχνη. Κι αυτή είναι η αφομοιωτική ικανότητα της αγοράς και η αναμορφωτική δύναμή της που σταδιακά επικράτησε. Οι δυνάμεις της οπισθοφυλακής που προσπάθησαν να υπερασπιστούν με τις πενιχρές δυνάμεις τους την ανατρεπτική σημασία της τέχνης, είτε υποστηρίζοντας την αυτονομία της (Αντόρνο) είτε επιδιώκοντας το ξεπέρασμά της (Ντεμπόρ), ηττήθηκαν κατά κράτος, και το αδιόρατο νήμα έγινε πλέον ο ομφάλιος λώρος που θρέφει τη σχέση τέχνης και αγοράς.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι αν μη τι άλλο υποκριτικό να δηλώνουμε ότι μας καταπλήσσει η αγαστή συνεργασία της τέχνης με αμιγώς οικονομικά συμφέροντα, σε κοινά παιχνίδια «ανάπλασης», «αναμόρφωσης» και «ανα-χαρτογράφησης» περιοχών της πόλης, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην περίπτωση της διοργάνωσης «Re-Μap KM» (www.remapkm.com). Και αυτή η διαπίστωση δεν συγκαλύπτει κάποιο είδος κυνισμού. Αντίθετα, νομίζω ότι απόλυτα κυνική είναι η δήλωση της συντονίστριας της διοργάνωσης Χλόης Βαϊτσιου, η οποία στο κείμενό της στο ενημερωτικό έντυπο της διοργάνωσης επικαλείται έναν όρο με συγκεκριμένη ιστορική σημασία, την «ψυχογεωγραφία», προκειμένου να προσδώσει κατ’ αναλογία μια πατίνα επαναστατικότητας και να επενδύσει με το απαραίτητο στους καιρούς μας «κριτικό» πνεύμα μια κατά τα άλλα πεζή και απροκάλυπτα εμπορική διοργάνωση που χρησιμοποιείται ως βιτρίνα για τον μεταμοντέρνο εξωραϊσμό της περιοχής και την κατακόρυφη άνοδο της αξίας της. Δεν είναι ωστόσο πρωτοφανής αυτή η κατάχρηση των εννοιών. Έχουν προηγηθεί αρκετές κακόγουστες απόπειρες οικειοποίησης εννοιών που καταντούν κενό κέλυφος στα νέα, ανιστορικά συμφραζόμενα στα οποία χρησιμοποιούνται (βλ. π.χ. τις πρόσφατες εκθέσεις «Panic Room», «Anathena», «Ό,τι απομένει είναι μέλλον», κ.ά). Είναι απόλυτα ενδεικτικό σημείο των καιρών και αδιάψευστο πειστήριο για την κατάσταση αφασίας στην οποία έχει περιπέσει η σύγχρονη τέχνη το ότι συγκαλύπτει ανενδοίαστα τις επενδυτικές δραστηριότητες που μεταμφιέζονται αίφνης σε «καλλιτεχνικό πρόγραμμα» και φιλοδοξούν να μεταμορφώσουν σε θεματικό πάρκο («Ο Θαυμαστός Κόσμος της Σύγχρονης Τέχνης») ολόκληρες περιοχές.
Το αν αληθεύουν τα όσα καταγγέλλονται για τις πρακτικές που ακολούθησε ο συγκεκριμένος επενδυτής προκειμένου να διασφαλίσει την αλλαγή της χρήσης των χώρων που φιλοξενούν τις γκαλερί, μένει να αποδειχτεί. Δεν νομίζω ότι είναι σκόπιμο και πολιτικά αποτελεσματικό να συζητάμε με βάση ατεκμηρίωτες υποθέσεις, εικασίες και φήμες. Είναι πολύ πιθανό ο επενδυτής να έπραξε πράγματι όσα του καταμαρτυρούν (βλ. επ’ αυτού το κείμενο της Ελένης Τζιρτζιλάκη «Το “Remap KM” και ο εκτοπισμός των κατοίκων στην περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο»). Δεν είναι και πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς τον πιθανό συλλογισμό. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι οι φτωχοί, οι πόρνες, οι πρεζάκηδες, οι πρόσφυγες, οι λαθρομετανάστες, οι απόκληροι, οι άστεγοι, οι καταληψίες είναι σαν τα κουνούπια: πολύ ενοχλητικοί και συν τοις άλλοις άχρηστοι αφού, εκτός του ότι υποβαθμίζουν με την παρουσία τους την περιοχή, δεν έχουν καν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην καταναλωτική ευωχία. Κι όταν κάτι είναι πολύ ενοχλητικό ή περιττό φροντίζεις ν’ απομακρυνθείς από αυτό, να το διώξεις ή να το πετάξεις. (Αλλά, ακόμα κι αν κανείς δεν εκδιώχθηκε από την περιοχή, αργά ή γρήγορα οι περισσότεροι κάτοικοί της θα αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν «οικιοθελώς». Αν τα σχέδια ανάπλασης προχωρήσουν το κόστος ζωής στην περιοχή θα γίνει δυσβάσταχτο για τους περισσότερους. Αναμφίβολα θα υπάρξουν και κάποιοι κερδισμένοι απ’ όλη αυτή την ιστορία, χωρίς αυτή η προοπτική να αλλάζει στο ελάχιστο την γενικότερη εικόνα.) Το καπιταλιστικό ήθος δεν συμπεριλαμβάνει την συμπόνια παρά μόνο με τη μορφή της φιλανθρωπίας. Μπορείς να εκμεταλλεύεσαι χιλιάδες εργαζόμενους, να διασπαθίζεις το δημόσιο χρήμα, να καταστρέφεις οικονομίες και κοινότητες ανά τον κόσμο, να κατασπαταλάς τους φυσικούς πόρους και να ρημάζεις τη φύση· αρκεί να εκδηλώνεις που και που την «ευαισθησία» σου, χορηγώντας μια εκδήλωση σύγχρονης τέχνης, ή ενισχύοντας οικονομικά το ανθρωπιστικό έργο μιας ΜΚΟ. Είναι η χαρακτηριστική υποκρισία που η μεταμοντέρνα κουλτούρα κληρονόμησε από την αστική. Το χάσμα που χωρίζει τις διακηρύξεις από τα έργα είναι αγεφύρωτο. Ο καπιταλισμός υπήρξε η μήτρα του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας και όχι το αντίστροφο. Αυτό σημαίνει ότι το εμπόρευμα είχε επικρατήσει πριν καν διεκδικήσει και επιβάλει δυναμικά την πλήρη ηγεμονία του. Έτσι, δεν μας φαίνεται διόλου αντιφατικό να εκθέτουμε στην γκαλερί μας έργα που πραγματεύονται την ετερότητα, την παρέκκλιση, τον αποκλεισμό, την επανάσταση, την ουτοπία· μπορούμε να είμαστε όσο «αντισυμβατικοί» και «ριζοσπάστες» θέλουμε στις διακηρύξεις μας, όμως, όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια πραγματική ηθική κρίση, μέσα στο πραγματικό κοινωνικό πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνει, τα αντανακλαστικά μας αμβλύνονται και προτιμούμε να αποφύγουμε τη δέσμευση της επιλογής. Τότε η αλήθεια γίνεται μια θολή, σχετική έννοια. Οι πραγματικές κοινωνικές ανισότητες και οι συγκρούσεις δεν μας αφορούν. Ούτε μας αφορούν η εκμετάλλευση και η καταπίεση. Έτσι έχουν τα πράγματα και καμία δύναμη δεν μπορεί να τα αλλάξει. Το μόνο που μας απομένει είναι να καταφύγουμε στην «αυτονομία» της τέχνης, να ταμπουρωθούμε και να πολεμήσουμε (μάλλον με άσφαιρα πυρά) για την «ανεξαρτησία» μας, για τα «αμόλυντα» πιστεύω μας. Η ολίσθηση από τη μία θέση στην άλλη, από την λαϊκίστικη συμπερίληψη του ευρέως κοινού ως την ελιτίστικη αυτονομία της τέχνης για την τέχνη, δεν είναι μια διαλεκτική διαδικασία, είναι μια οπορτουνιστική τακτική παραλλαγής και καμουφλάζ. Μια ακόμα απόδειξη ότι η σύγχρονη τέχνη στοχεύει στο κενό, ότι δεν είναι παρά μια αυταπάτη που συντηρούμε για λόγους διαφυγής από τις πραγματικές υποχρεώσεις μας απέναντι στον κόσμο.
Έτσι, τα λόγια του Terry Eagleton που προτάσσονται στην αρχή αυτού του κειμένου ηχούν στα δικά μας αυτιά μάλλον ως ειρωνεία, αν και δεν είναι αυτή η δική του πρόθεση. Παρατηρώντας τα όσα διαμείβονται σήμερα στην αποκαλούμενη «νέα ελληνική σκηνή» η υποψία μας περί ειρωνείας μπορεί να μετατραπεί αβίαστα σε καταφατικό συμπέρασμα. Λαμβάνοντας υπόψη μας τα πραγματικά γεγονότα, τις πράξεις, τις δηλώσεις, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των ατόμων που κινούνται στον χώρο, οι παρατηρήσεις του Eagleton μπορούν να εκληφθούν μόνο ειρωνικά.
Το «καλλιτεχνικό πρόγραμμα Re-Map KM» δεν είναι μια μεμονωμένη αστοχία, ένα ατυχές περιστατικό. Είναι ένα ακόμα σύμπτωμα μιας προχωρημένης ήδη ασθένειας. Είναι ο πυρετός που σιγοψήνει τους όψιμα αναδυόμενους επαγγελματίες του χώρου· η κάψα τους να διευρύνουν με κάθε τίμημα το κοινό της σύγχρονης τέχνης, άρα και την επιρροή τους, πέρα από το περιορισμένο κοινό των «φιλότεχνων». Η τέχνη φιλοδοξεί και πάλι να προσεγγίσει τη ζωή, αλλά με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο από ότι το ήθελε κάποτε. Δεν θέλει να αλλάξει την καθημερινή ζωή, θέλει να την αποικήσει για να στρογγυλέψει και να εξομαλύνει τις αντιθέσεις της, να επικυρώσει τη συναίνεση. Η σαγήνη του εμπορεύματος, η παρασιτική του διαμεσολάβηση σε κάθε ανθρώπινη σχέση αλλά και σε κάθε σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο (η φετιχοποίηση) υπερκέρασε κάθε δυνατή προωθημένη θέση της σύγχρονης τέχνης, αποκαλύπτοντας την κατάσταση πλήρους αδυναμίας της να διαφύγει από την ηγεμονία του. Αρκείται έτσι η τέχνη στο ρόλο του διαφημιστή στη σφαίρα της επικοινωνίας, μεταφράζοντας τις κάποτε επαναστατικές κραυγές της στη γλώσσα της εργαλειακής ορθολογικότητας. Πρόκειται για μια ακόμα φάση της αυτοϋπονόμευσης της τέχνης εφόσον η τέχνη επιδιώκει πλέον να είναι χρήσιμη, αποτελεσματική. Ένας πραγματικά ειρωνικός τρόπος να προσεγγίσει τη ζωή.
Το αποτέλεσμα, καταμετρούμενο πάντοτε ποσοτικά, σέρνει το ιδεολόγημα της «ανάπτυξης» από τη μύτη. Η περιοχή Κεραμεικού - Μεταξουργείου είναι «υποβαθμισμένη» και πρέπει, είναι σχεδόν ηθικό χρέος μας, να την «αναπτύξουμε». Αν εμπιστευόμαστε το ιδιωτικό συμφέρον έστω και κατά το ελάχιστο, θα πρέπει αντίθετα να αναρωτιόμαστε αν, πέρα από τα προφανή, η ίδια η έννοια της «ανάπτυξης» δεν είναι, τρόπον τινά, μια «μεταφυσική» έννοια καθώς αναφέρεται σε μια υπερβατικώς καθορισμένη «ουσία» της κοινωνίας και των μελών της: την με κάθε τίμημα διεύρυνση της οικονομικής ευημερίας ως καθολική έννοια και καταστατική, «φυσική» συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αποδοχή της ανάπτυξης ως αξιωματικής συνθήκης για την ευημερία των ανθρώπων (και των πόλεων) υπονοεί το αναπόδραστο από το σύστημα που της επιτρέπει να ευδοκιμεί: τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Θα μπορούσε κανείς να υπενθυμίσει, με απλοϊκό ίσως τρόπο, ότι η «ανάπτυξη» δεν είναι παρά μία έννοια που οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ χρησιμοποιούν για να χειραγωγούν την κοινωνία και να επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα. Αν δεχτούμε την παραδοσιακή επιχειρηματολογία του οικονομικού φιλελευθερισμού, οι λίγοι «προικισμένοι», «τολμηροί», «οραματιστές», υποκινούμενοι φυσικά από ίδιον όφελος, παράγουν τον πλούτο ο οποίος, αφού οι ίδιοι καρπωθούν δικαιωματικά –ως παραγωγοί του- το μεγαλύτερο μερίδιο, διαχέεται σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία και ανεβάζει το συνολικό επίπεδο ευημερίας της. Έτσι, η έννοια της ανάπτυξης δεν εκλαμβάνεται ως μέρος της συστημικής δομής των καπιταλιστικών αγορών και των επενδυτικών αποφάσεων μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του καταμερισμού των ρόλων σε αυτή, αλλά ως μια δυναμική που εξαρτάται και ορίζεται αποκλειστικά από πρωτοβουλίες ατόμων, των επιχειρηματιών. Να λοιπόν πώς η «επανα-χαρτογράφηση» μιας περιοχής μπορεί να «αθωώνει» το σύστημα. Η κοινή αντίληψη λέει ότι η δυναμική της ιδιωτικής πρωτοβουλίας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της αλλαγής. Αν το κέρδος είναι η πεμπτουσία της επιχειρηματικής δράσης κάθε τακτική που το εξασφαλίζει είναι θεμιτή. Μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει εσκεμμένα μέσω της αφαίρεσης την επιβολή του ιδιωτικού επί του δημόσιου συμφέροντος. Το κεφάλαιο δεν έχει ηθική κι έτσι χλευάζει έμπρακτα κάθε ηθική πρόταση την ίδια στιγμή που τη διατυπώνει και προσπαθεί να την επιβάλει στην κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι καμία ηθική πρόταση δεν μπορεί να είναι έγκυρη. Όποιος ενδιαφέρεται για την απελευθέρωση και τη δίκαιη κοινωνία αναγνωρίζει τη σημασία της ηθικής.
Το θέμα όμως δεν είναι η γνώση αυτής της κατάστασης αλλά η επίγνωσή αυτής μας της γνώσης. Μόνο αυτή η επίγνωση του ότι γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει ενώ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμμετέχουμε μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Η επαναστατική δράση, η κριτική σκέψη και η έμπρακτη εναντίωση παραμένουν τα όπλα μας απέναντι στον εχθρό και την ισοπέδωση με την οποία απειλεί την κοινωνία.
«Ο πολιτικός αγώνας που εκδηλώνεται σε αυτό το σημείο είναι ανάμεσα σ’ αυτούς που επιθυμούν να εκτρέψουν τις δυνάμεις παραγωγής, με σκοπό να αποτελέσει η κοινωνική ζωή ικανοποιητικό αυτοσκοπό, και σε εκείνους που, κινδυνεύοντας να χάσουν πολλά από αυτή την προοπτική, της αντιστέκονται καταφεύγοντας στη βία και τη χειραγώγηση. Στην υπηρεσία αυτής της χειραγώγησης ορισμένες πτυχές του πολιτισμού μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, προκειμένου να οριστούν εκ νέου οι έννοιες δύναμη, νόμος, ελευθερία και υποκειμενικότητα, με τέτοιον τρόπο, ώστε να συμβάλουν στη διατήρηση του δεδομένου κοινωνικού συστήματος. Έτσι, ξεκινά μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο αντίθετες αντιλήψεις για το αισθητικό: η μία φαντάζει σαν μια εικόνα χειραφέτησης και η άλλη σαν επικύρωση της κυριαρχίας.» (Terry Eagleton, Η Ιδεολογία του Αισθητικού, σ. 495.)
Σε μας απομένει να πάρουμε ξεκάθαρη θέση και να επιλέξουμε την αντίληψη που θεωρούμε σωστή. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή την όποια ελπίδα απελευθέρωσης οφείλουμε, με κάθε τρόπο, να ξεπεράσουμε την εποχή της σύγχυσης.
Το «Remap KM» και ο εκτοπισμός των κατοίκων στην περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο
Της Ελένης Τζιρτζιλάκη
από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική [nomadas@otenet.gr]
Διαβάζω στο μαύρο με λευκά γράμματα φυλλάδιο με τον τίτλο ReMap: «Το ReMap αποτελεί ένα πολύπλευρο καλλιτεχνικό πρόγραμμα που λειτουργεί παράλληλα με την 1η Μπιενάλε της Αθήνας στην περιοχή Κεραμεικού - Μεταξουργείου της Αθήνας. Αποσκοπεί στο να δώσει μία ακόμα πτυχή στο θεματολόγιο και μεθοδολογικό πλαίσιο της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας με τίτλο Destroy Athens μέσα από την εξερεύνηση της ταυτότητας της συγκεκριμένης περιοχής και την αναθεώρηση του τρόπου χρήσης ιδιωτικών και δημόσιων χώρων».
Αρχικά φαντάζει ως μια εξαιρετικά καλή ιδέα το ότι ένα πρόγραμμα καλλιτεχνικό εξερευνά την ταυτότητα, όπως μας λέει, της περιοχής Κεραμεικού - Μεταξουργείου «αναθεωρώντας μάλιστα τον τρόπο χρήσης των ιδιωτικών και δημόσιων χώρων της περιοχής».
Γνωρίζοντας το Μεταξουργείο και τους κατοίκους του από τις εξερευνήσεις που εδώ και χρόνια γίνονταν από την ομάδα Αστικό Κενό και αργότερα από το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική, τις συνθήκες κατοίκησης, καθώς παιδιά από την περιοχή ερχόντουσαν στο 87o Δημοτικό σχολείο και πήραν μέρος στη δράση το 2006 με θέμα «Ένα κενό οικόπεδο αφορμή διαλόγου κατασκευής ενεργοποίησης». Μέσα από το ΔΝΑ είχαμε αντιμετωπίσει εδώ και τρία χρόνια το ζήτημα του εκτοπισμού των κατοίκων από επενδυτές στην περιοχή. Οι κάτοικοι των κτιρίων αναγκάζονται να φύγουν όπως-όπως για να πάνε να ζήσουν σε άλλες περιοχές στην περιφέρεια της Αθήνας ή ακόμη κάποιοι μουσουλμάνοι να επιστρέψουν στην Κομοτηνή ή αν πρόκειται για άστεγους μετανάστες να βγουν στον δρόμο. Επίσης ξέραμε ότι σε πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο μετανάστες (και όχι μόνο) και υπήρχε και μια γνωστή κατάληψη.
Φάνταζε ιδιαίτερα ενδιαφέρον ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα το οποίο θα μπορούσε να εργαστεί με αυτές τις ομάδες κατοίκων και να επανασχεδιάσει μαζί με τους κατοίκους χώρους και καταστάσεις όπως έγινε σε άλλες πόλεις της Ευρώπης.
Συνεχίζοντας την ανάγνωση, το πρόγραμμα γράφει: «είναι ένα πείραμα σε ψυχογεωγραφικούς χάρτες που δημιουργούνται μέσω μεταβατικών χώρων […] ο στόχος είναι να δημιουργηθούν διαφορετικές πιθανότητες σύνδεσης του απτού κόσμου των κτιρίων, δρόμων και αστικών χώρων με εφαρμογές σύγχρονης τέχνης κοινωνικά δίκτυα μέσα επικοινωνίας».
Τριγυρνώντας στους χώρους, οι οποίοι είναι εντυπωσιακοί καθώς είναι ποτισμένοι από πρόσφατα ίχνη κατοίκησης, που όμως τα έργα των καλλιτεχνών καμία σχέση δεν έδειχναν να έχουν με αυτούς, φάνταζαν παράξενοι άδειοι χώροι, ανάμεσα στους οίκους ανοχής, στα καταστήματα των μεταναστών και στις κατοικίες του Μεταξουργείου. Κάθε φορά που βγαίναμε αντιμετωπίζαμε τα βλέμματα κάποιων που μας κοιτούσαν σαν να είχαν πολλά αναπάντητα ερωτήματα για το τι ήταν αυτοί οι χώροι και τι κάναμε εμείς εκεί. Μας δημιουργήθηκαν και εμάς κάποια βασικά ερωτήματα όπως: Τι χρήση είχαν πριν οι χώροι αυτοί; Οι κάτοικοί τους τι έγιναν; Πού πήγαν; Ποιος ο λόγος που όλοι ήταν άδειοι; Τι θα γίνουν μετά; Ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες;
Τη συνέχεια στο θέμα έδωσε η συνάντηση με τον Manray το βράδυ της Τετάρτης στην Μπιενάλε στο Γκάζι. Ο Μανρέυ είχε έλθει από το Βερολίνο και όλο το πρωί περπατούσε στην περιοχή, ρωτούσε επίμονα να μάθει τι συμβαίνει, καθώς γνωρίζει πολύ καλά το Κρόιτσμπεργκ είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ρωτούσε τι κάνουν οι αρχιτέκτονες σε σχέση με την περιοχή, τι σχέση έχουν οι χώροι με την Μπιενάλε, πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα οι καλλιτέχνες. Κάποιος καλλιτέχνης μας είπε ότι όταν πήγε πρώτη φορά στον χώρο που του έδωσαν μέσα ήταν κάποιοι μετανάστες, όταν ξαναπήγε είχαν φύγει. Κάποιοι άλλοι είπαν, ότι για να φύγουν αυτοί που έμεναν μέσα, τους έκοψαν το ρεύμα.
Για μια απάντηση άμεση σε όλα αυτά σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στη Χλόη Βαΐτσου, που, όπως έγραφε το φυλλάδιο, είχε την καλλιτεχνική διεύθυνση και τον συντονισμό του εν λόγω προγράμματος. Είπε ότι σε δύο ημέρες θα έφευγε για το Λονδίνο και δεν είχε καιρό για συζήτηση. Όπως μετά έμαθα πρόκειται για επενδυτικό σχέδιο στην περιοχή Κεραμεικός - Μεταξουργείο, τα κτίρια έχουν αγοραστεί από έναν επενδυτή, και ο εκτοπισμός των κατοίκων ήταν γεγονός για να μπορέσουν τα κτίρια να είναι άδεια στην έναρξη της Μπιενάλε της Αθήνας.
Τι έκαναν οι κάτοικοι; Δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν γιατί απ’ ό,τι μάθαμε τους έκοψαν το ρεύμα και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν και να βρεθούν στο δρόμο, στην περίπτωση αυτή εκτοπίστηκαν βίαια για να εισβάλει η Τέχνη στους χώρους.
Καμία αντίρρηση για κάτι που έτσι και αλλιώς συμβαίνει όταν γίνονται επενδύσεις και αναπλάσεις περιοχών, αν και το ζητούμενο είναι διαφορετικό καθώς η ανάπλαση μιας περιοχής αφορά πρώτα απ’ όλους τους κατοίκους της. Οι καλλιτέχνες ως πρωτοπορία μπορούν να βρεθούν στο πλευρό τους και να βοηθήσουν σ’ αυτή την κατεύθυνση, άλλωστε έχουν κινηθεί πολλά project Site specific art.
Αυτό που ενοχλεί αφάνταστα και είναι κακόγουστο και ύποπτο είναι ότι ένα επενδυτικό πρόγραμμα παρουσιάζεται ως καλλιτεχνικό γεγονός και μάλιστα της πρωτοπορίας, παράλληλο πρόγραμμα με την 1η Μπιενάλε της Αθήνας και μπερδεύεται με νοήματα όπως ψυχογεωγραφικοί χάρτες, κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή μ’ εκείνους που δούλεψαν και δουλεύουν ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, υπερασπιζόμενοι την πόλη και αυτούς που την κατοικούν.
Για τις «Τροχιές του αισθητικού» του Φώτη Τερζάκη
Του Κώστα Δεσποινιάδη
Ο Φώτης Τερζάκης είναι ένας από τους ελάχιστους ανεξάρτητους Έλληνες διανοούμενους που επιμένουν να παράγουν κριτικό λόγο στην εποχή της γενικευμένης συναίνεσης. Από τα πρώτα κιόλας έργα του δείχνει να είναι πεπεισμένος (και να το εφαρμόζει απαρέγκλιτα στα γραπτά του) πως «όταν η σκέψη δεν ασκείται ως απερίφραστη κριτική της κυριαρχίας, μοιραία λειτουργεί ως εξ αντικειμένου συνενοχή με την κυριαρχία» και επιπροσθέτως δείχνει να έχει πλήρη συναίσθηση ότι ο στοχασμός πάνω στη βαρβαρότητα που μας περιβάλει και η καταγγελία αυτής της βαρβαρότητας είναι ένα πρώτο, έστω και ελάχιστο βήμα.
Γεννημένος το 1959 (άρα, σχετικά νέος για θεωρητικός) έχει να επιδείξει ένα σημαντικό έργο που περιλαμβάνει πρωτότυπες μελέτες για μια ευρεία γκάμα θεμάτων (φιλοσοφία, ψυχανάλυση, αντιψυχιατρική, θρησκειολογία, κοινωνιολογία της μουσικής, πολιτικά δοκίμια, ανθρωπολογία, αισθητική, κ.ά.) και μέχρι σήμερα αριθμεί 17 βιβλία. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και αρκετές δεκάδες μεταφράσεις έργων από συναφή θεωρητικά πεδία, γεγονός ιδιαιτέρως σημαντικό για μια γλώσσα σαν τη δική μας που δεν έχει παράδοση πρωτότυπων θεωρητικών κειμένων, καθώς και πάμπολλα διάσπαρτα κριτικά κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Πέρα από το ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα εύρος των ενδιαφερόντων του, αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρητική του εργασία αναπτύσσεται εκτός Πανεπιστημίου, γεγονός που την καθιστά διττά σημαντική: Πρώτον, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει ότι ο Τερζάκης δεν πληρώνεται από το Κράτος ή από κάποιον άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα για να σκέφτεται και να γράφει, με όλες τις πρακτικές δυσκολίες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται, και δεύτερον γιατί έτσι έχουμε μία έμπρακτη αμφισβήτηση του γελοίου (και στον πυρήνα του βαθύτατα εξουσιαστικού) αξιώματος ότι οι μόνοι αρμόδιοι για τον στοχασμό και τη θεωρητική παραγωγή είναι οι κάθε είδους «ειδικοί», που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν είναι παρά οι κρατικοδίαιτοι αρουραίοι των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, το έργο των οποίων είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ποσότητα των κονδυλίων που ξεκοκαλίζουν.
Στις 560 σελίδες του τελευταίου του έργου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις futura με τίτλο Τροχιές του αισθητικού και υπότιτλο η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής φιλοσοφίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας, ο συγγραφέας παρουσιάζει μια κριτική επισκόπηση του συνόλου της αισθητικής σκέψης. Οι κάπως συστηματικότεροι αναγνώστες του Τερζάκη θα γνωρίζουν βέβαια ότι μια προβληματική περί του αισθητικού είναι συχνά παρούσα στα γραπτά του, αλλά με το παρόν έργο έχουμε την πρώτη αναλυτική και πιο συγκροτημένη πραγμάτευση του θέματος από τον συγγραφέα. Μιας και το θέμα λόγω της φύσης του αλλά και της ευρύτητάς του δεν προσφέρεται για μια τηλεγραφική βιβλιοπαρουσίαση, αρκούμαστε εδώ να πούμε ότι ο συγγραφέας δείχνει να έχει αξιοθαύμαστη γνώση και εποπτεία του υλικού που πραγματεύεται, ο λόγος του καθιστά εφικτό να διακρίνονται οι περιγραφικές από τις αξιολογικές του κρίσεις, ενώ ταυτόχρονα η έντονα κριτική του διάθεση, που διατρέχει όλο το βιβλίο, αποτελεί πρόκληση για μια δημιουργική αναγνωστική αναμέτρηση με τα υπό εξέταση ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα εγχείρημα που αξίζει την προσοχή μας και που η πραγματοποίησή του είναι φανερό ότι απαίτησε ιδιαίτερο κόπο από την πλευρά του δημιουργού. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι μέχρι τώρα δεν είχαμε τίποτα ανάλογο στα ελληνικά, αν εξαιρέσουμε το περί αισθητικής βιβλίο του Παπανούτσου που μόνο ως αφελές σχολικό ανάγνωσμα μπορεί να διαβαστεί σήμερα. […]
Κώστας Ρουσάκης Pier Paolo Caminetti - Μία γιγαντομηχανή
Συναρμολόγηση εύθραυστου μνημείου. Στο γήπεδο μπάσκετ, κάτω από τη γέφυρα, δίπλα στις γραμμές του τρένου. Εγκαίνια: 6/ 9/2007: 19.00
7 & 8/9: 11:00-23:00
Σταθμός ΗΣΑΠ Μοσχάτο, Οδός Θεσσαλονίκης 51-57
roussakis.kostas@gmail.com
Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti: 80 χρόνια από την εκτέλεσή τους
Σήμερα 23 Αυγούστου 2007 είναι η επέτειος των 80 ετών από την εκτέλεση στη Μασσαχουσέτη το 1927 των Ιταλών αναρχικών Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti. Είχαν συλληφθεί και κατηγορηθεί για ένοπλη ληστεία και διπλό φόνο χρηματαποστολής. Ο Σάκο ήταν υποδηματοποιός και ο Βαντσέτι ήταν ιχθυοπώλης. Ενεργά μέλη του αναρχικού κινήματος στις ΗΠΑ, οι δύο Ιταλοί μετανάστες έγιναν τα εξιλαστήρια θύματα της ξενοφοβίας και της κομμουνιστοφοβίας που μάστιζε τις ΗΠΑ.
Στη φωτογραφία: Ο Nicola Sacco (δεξιά) και ο Bartolomeo Vanzetti με χειροπέδες.
Μπορείτε να βρείτε αρκετές πληροφορίες στην Wikipedia
http://en.wikipedia.org/wiki/Sacco_%26_Vanzetti#Overview
Επίσης, μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξη με τον Bruce Watson, συγγραφέα του βιβλίου Sacco and Vanzetti: The Men, the Murders, and the Judgment of Mankind, στην παρακάτω διεύθυνση:
http://www.democracynow.org/article.pl?sid=07/08/22/1421237
Καθώς κι ένα σχετικό άρθρο στην εφημερίδα «Η Καθημερινη»:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_538845_19/08/2007_238150
Ανεπίκαιρα σχόλια, 4/8/2007
Ο πλουραλισμός των επιλογών φέρνει την ένδεια των θέσεων. *** Η «ρευστή ταυτότητα» του σημερινού «πολίτη»-καταναλωτή δεν είναι παρά η αντανάκλαση σε συνειδησιακό και ψυχολογικό επίπεδο της κατακερματισμένης σύγχρονης ζωής υπό την ηγεμονία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και της ιδεολογίας της. *** Η «αποκέντρωση», οι «πολλαπλές προσωπικότητες», η «σχετικιστική» οπτική γωνία, η «κινητικότητα», η «ευπλασία» και η «ευελιξία», ο «πολυμορφισμός», η «ανακατασκευή», η «αποδέσμευση», όλες οι τακτικές του μετανεωτερικού υποκειμένου ορίζονται και διατρέχονται από τη στιλπνότητα του θεάματος και τη σαγήνη της κατανάλωσης. Είναι ευκαιριακές, «επεισοδιακές», και αποστρέφονται την υπαγωγή τους σε μια συγκεκριμένη και σταθερή ενότητα. *** Κάθε προσπάθεια να συγκροτηθεί μια σταθερή (αλλά όχι στατική και αναλλοίωτη) ατομική ταυτότητα μοιάζει σήμερα, στην εποχή της «ρευστής ταυτότητας», αν όχι παρωχημένη και ουτοπική, οπωσδήποτε ανέφικτη. *** Οι ευθύνες απέναντι στην ολότητα του κόσμου, απόρροια μιας σταθερής οπτικής γωνίας, δηλαδή ενός σαφώς προσδιορισμένου υποκειμένου, μοιάζουν με θανάσιμη παγίδα. Είτε γιατί απειλούν με ακινητοποίηση και εγκλωβισμό την «αυτό-ποητική» ορμή της ατομικής ταυτότητας είτε γιατί ορθώνονται σαν τείχη όπου προσκρούει κάθε φιλοδοξία του ναρκισσιστικού «εγώ» να είναι το επίκεντρο του κόσμου, οι ευθύνες μιας συνειδητής, ενσώματης υποκειμενικότητας είναι ολοένα και περισσότερο ανεπιθύμητες. *** Από το βάθος ακούγονται οι ψίθυροι μιας συνωμοσίας: Είναι το άχθος της υποταγής του υποκειμένου στην ιστορία που προσπαθούν να ξεφορτωθούν ως περιττό, ως άχρηστο οι αιτιάσεις του σημερινού ατόμου για «αυτό-προσδιορισμό» – την «αυτό-ποίηση» της ταυτότητας, μέσα σε ένα πλαίσιο που σου προσφέρει άπειρες επιλογές και δυνατότητες – τόσες, που τελικώς καταντάει αδύνατη, ίσως και ανεπιθύμητη, κάθε δεσμευτική επιλογή. *** «Γίνε ο εαυτός σου. Γίνε όλα όσα ονειρεύεσαι.» Η υστερικά επαναλαμβανόμενη αυτή προτροπή του σύγχρονου πολιτισμού δεν μπορεί παρά να συγκαλύπτει τον αυτισμό του. Σίγουρα, δεν κάνει καμία μνεία στα ναυάγια και τις αποτυχίες, στις ματαιωμένες προσδοκίες και στις, κατ’ ουσίαν, διαρκώς ανεκπλήρωτες επιθυμίες – αναφέρεται αποκλειστικά στο ιδανικό. *** Ο «ιδανικός εαυτός» είναι υπό συνεχή προσαρμογή και επιτήρηση ως προς / και από μία «εξω-συνείδηση». Πρόκειται για την κοινωνική κατασκευή του κυρίαρχου παραδείγματος που λειτουργεί κανονιστικά και απόλυτα ελεγκτικά, κινείται με ύπουλο τρόπο πίσω από την πλάτη κάθε αυταπάτης του ατόμου περί «αυτό-καθορισμού». Είναι το σημείο ακριβώς όπου οργανώνεται η κυριαρχία και νομιμοποιείται η ετερονομία με τον πλέον σταθερό και επιδραστικό τρόπο. *** Ο οδυνηρά βιωμένος, αν και αποδεχόμενος ως «φυσικός» από την εξέλιξη των πραγμάτων, διαχωρισμός του «εγώ» από τον «εαυτό», και ο διαρκής έλεγχος που ασκεί ο δεύτερος στο πρώτο, δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «αυτονομίας» και της αυτάρκειας του υποκειμένου, αφού δημιουργεί ένα κλειστό, ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα. Το «εγώ» δεν εξωτερικεύεται για να απευθυνθεί στο «εσύ» (στον Άλλο), η έκφρασή του μεσολαβείται διαρκώς από τον «εαυτό». *** Η αυτοαναφορικότητα και η αυτάρκεια δεν εγκωμιάζουν την υποσχόμενη ελευθερία αλλά μάλλον περιγράφουν το αδιέξοδο μιας ύπαρξης χωρίς παρελθόν (άρα χωρίς παρόν και χωρίς μέλλον), ενός υποκειμένου που αρνείται να διαμορφωθεί σε μια πραγματική σχέση με τον Άλλο, που αρνείται καταστατικά τη συν-ύπαρξη και την κοινότητα ενώ εκθειάζει με κάθε τρόπο τη σημασία της διαφοράς· έτσι συντρίβει κάθε έννοια ολότητας, άρα και κάθε δυνατότητα πραγματικής απελευθέρωσης. *** Η επίκληση της διαφοράς ως ορισμός της ταυτότητας είναι η επικύρωση της αποξένωσης. Η «ρευστή ταυτότητα» είναι η οντολογική προσαρμογή των ανέστιων, διχασμένων υποκειμένων στο αφιλόξενο περιβάλλον που διαμορφώνει ο καπιταλισμός. *** Η «ρευστή ταυτότητα» δεν συμμερίζεται το όλον, αδιαφορεί γι’ αυτό· επικεντρώνει μόνο στο μερικό, στον προκείμενο στόχο, στην άμεση εκπλήρωση της εκάστοτε επιθυμίας. Κι αν εδώ φαίνεται να προτάσσεται μια «αντι-ασκητική», καρναβαλική ηθική, μια ηδονοθηρική απελευθέρωση της υλικότητας και των ενστίκτων, θα ήταν άστοχο να νομίσουμε πως πρόκειται για επανάσταση κατά του ιδεαλισμού και της μεταφυσικής: είναι η ευωχία της αγοράς, το λαμπερό πανηγύρι της κατανάλωσης, η διασκέδαση μέχρι θανάτου, η συγχώνευση εντέλει του φαντασιακά «αυτόνομου» υποκειμένου με το αντικείμενο (το εμπόρευμα) και η πραγμοποίηση (άρα η εξίσου απονέκρωσή) του. *** Είναι προφανώς παράλογο να απαιτείς από τη «ρευστή ταυτότητα» να συγκροτηθεί ως σημείο αντίστασης στην αλλοτρίωσή της· κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό ως προς τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητές της. *** Κάθε ενέργεια του υποκειμένου είναι, σε τούτο το πλαίσιο, αυτό-αναφορική, ακόμα κι όταν, για να αυτό-επικυρωθεί, συμπεριλαμβάνει και τον Άλλο. Η «ρευστή ταυτότητα» δεν μπορεί να δει πέρα από τον ομφαλό της (ναι, ακόμα και στη δική της περίπτωση υπάρχει ένα κομβικό, «κεντρικό» σημείο αναφοράς και συνέχειας – το σώμα, η απτή ύλη που είμαστε) εκεί που νομίζει ότι εποπτεύει τον κόσμο (της). *** Είναι βαθύτατα αλλοτριωμένη, αν και το γεγονός αυτό το γιορτάζει ως απελευθέρωση από κάθε περιορισμό και εξαναγκασμό της ολότητας. Νιώθει να αιωρείται μακάρια υπεράνω της ταπεινής υλικότητας της παραγωγής και της εργασίας, της φύσης και του πολιτισμού, της ανακύκλωσης της ζωής και της ιστορίας. *** Τίποτα δεν τη δεσμεύει, παρά μόνο η πιθανότητα ανάληψης της όποιας ευθύνης απέναντι στην ολότητα. Η αντιστραμμένη ουτοπία είναι εδώ, στη μακαριότητα της κατανάλωσης – ας την απολαύσουμε, ας «ζήσουμε τη στιγμή». *** Σε αντίθεση και καθολική ρήξη με όλα τα παραπάνω, το υποκείμενο που επιζητεί την πραγματική απελευθέρωση επιδιώκει τη συγκρότηση μιας σταθερής ταυτότητας, που επαναφέρει την ενότητα «εγώ» και «εαυτού», αναφέρεται στην ολότητα και εκφράζεται ως δημιουργική δράση. *** Αυτό δεν γίνεται στο όνομα της συντήρησης, της παράδοσης και της επιστροφής σε ένα ιδανικό οργανικό παρελθόν αλλά ως συνειδητοποιημένη διαδικασία του ιστορικού υποκειμένου, διαδικασία της οποίας τα κίνητρα και οι καταβολές δεν μπορεί να είναι άλλα από τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του παρελθόντος που πρέπει να εκπληρωθούν («Το ανεκπλήρωτο παρελθόν αποτελεί υποχρέωση για μας.» - Ernst Bloch). *** Όχι επιστροφή στην κοινότητα του κράτους, στη φυλετική/εθνική οικογένεια, ούτε στην κοινότητα ως «τρόπος ζωής», ως «λέσχη κοινών ενδιαφερόντων», ως «καταφύγιο της διαφορετικότητας»· ναι στην κοινότητα των ανθρώπων εν γένει, στον διεθνισμό, στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον φεντεραλισμό, όπου οι αυτόνομοι ελεύθεροι παραγωγοί, συμφιλιωμένοι με τη φύση, οικοδομούν ένα πραγματικά ελεύθερο παρόν και μέλλον, έχοντας πάντα το βλέμμα στραμένο στο παρελθόν – πραγματώνουν δηλαδή συνειδητά την ιστορία, και απελευθερώνουν πραγματικά το άτομο, πέρα από τη φυλή, το φύλο και τις τάξεις.
Απάντηση σε μία πρόσκληση συμμετοχής σε έκθεση
Αγαπητή Ντόρα,
Θα ήθελα να μοιραστώ με εσένα και με τα άλλα μέλη της ομάδας ορισμένες σκέψεις μου με αφορμή την υπό συζήτηση κοινή έκθεση εικαστικών και αρχιτεκτόνων στο χώρο του κέντρου διασκέδασης «Βοτανικός», στη συμβολή Ιεράς Οδού και Κωνσταντινουπόλεως, που προτείνεις να γίνει τον προσεχή Σεπτέμβρη.
Διαφάνηκε νομίζω στην πρόσφατη συνάντησή της ομάδας η επιφυλακτικότητά μου όσον αφορά το σκοπό μιας τέτοιας δράσης. Αποσαφηνίζω γιατί αντέδρασα, αν όχι αρνητικά τουλάχιστον επιφυλακτικά, στην πρότασή σας να συμμετάσχω στην έκθεση.
Πιστεύω ότι κάθε δράση πρέπει ενσυνείδητα να εξυπηρετεί έναν σκοπό πολύ πιο γενικό (πέρα από την όποια στενά λειτουργική αξία της στο πλαίσιο του συγκεκριμένου στόχου), που δεν μπορεί να είναι άλλος από την αντίσταση στην πραγματικότητα ως έχει και στην κυρίαρχη ιδεολογία που την στηρίζει και επιδιώκει την αέναη αναπαραγωγή της, κόντρα σε κάθε δυναμική αλλαγής της ιστορίας που μπορούν να επιβάλουν τα ίδια τα υποκείμενα. Η αντίσταση αυτή μπορεί να περιέχει απλώς στοιχεία άρνησης ή, πέρα από αυτό, να προσπαθεί να συγκροτήσει μια εναλλακτική πρόταση με μη πατριαρχικούς/καπιταλιστικούς όρους. Άρα οι διαδικασίες εμπλοκής στη δράση θα πρέπει να είναι ουσιαστικές προτάσεις θεμελιακής αμφισβήτησης, που να φέρνουν τα δρώντα υποκείμενα σε μία θέση κριτικού αναστοχασμού, τόσο ως προς τις συγκροτητικές προϋποθέσεις της ταυτότητας του μετανεωτερικού υποκειμένου μέσω των διαλεκτικών σχέσεων που διαμορφώνει η αλληλεπίδραση των παραγωγικών δυνάμεων και του πολιτιστικού εποικοδομήματος στο πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» (θεωρία), όσο και ως προς την δυνατότητα και τον τρόπο δυναμικής παρέμβασής τους στις διαδικασίες διαμόρφωσης της πραγματικότητας (πράξη). Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποιες μπορεί να είναι οι συνθήκες εκείνες που θα κινητοποιούσαν τη διεργασία απεγκλωβισμού του υποκειμένου από τους ετερόνομους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το κεφάλαιο, η «ελεύθερη αγορά» και ο καταμερισμός της εργασίας, οι διακρίσεις, η οικονομική εξάρτηση, ο κοινωνικός έλεγχος και η πολιτική καταπίεση.
Αν και έχω επίγνωση της εμμενούς διαδικασίας ανατροφοδότησης και αναπαραγωγής του πραγματικού στην «ολοκληρωτικά διευθυνόμενη» κοινωνία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του διαδικτύου και του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, καθώς και των περιορισμένων δυνατοτήτων «εξόδου» που παρουσιάζονται στην παρούσα συγκυρία και μορφή καπιταλιστικής συσσώρευσης (την αποκαλούμενη «μεταφορντική»), αρνούμαι να δεχτώ αυτό που κάποιοι ισχυρίζονται: ότι δεν υπάρχει πλέον πουθενά ένα «έξω» όπου να μπορεί να στεριώσει, να «εδαφικοποιηθεί», οποιαδήποτε αντίσταση και ότι μόνον η «απεδαφικοποιημένη», «νομαδική» αντίσταση, μέσω της οποίας εκφράζεται η πολλαπλότητα του «πλήθους» που δημιουργεί με την «αυθόρμητη» κίνησή του ρωγμές, είναι εφικτή. Τι είδους εναλλακτική πρόταση είναι αλήθεια αυτή που μπορεί να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στον «ολοκληρωτισμό» του ενός τρόπου, της μίας ερμηνείας; Ταιριάζει πραγματικά η θεωρητική κατασκευή μας με την υλική πραγματικότητα; Είναι τόσο αναδραστικό το σύστημα όσο θέλουμε να πιστεύουμε; Αν κάθε δράση γεννάει αντίδραση, η ενδυνάμωση π.χ. του φονταμενταλισμού και του εθνικισμού είναι ένα ανάχωμα στην ορμητική εισβολή της νεωτερικότητας, της εκκοσμίκευσης και της δυτικής έννοιας του Διαφωτισμού – κάτι τέτοιο δεν είναι ήδη μια «εξωτερική» θέση, μια άρνηση συμπερίληψης στο κυρίαρχο παράδειγμα ακόμα κι όταν η άρνηση αυτή χρησιμοποιεί τα μέσα της νεωτερικής, δυτικής τεχνολογίας για να εκφραστεί; Είναι δηλαδή μια αντίφαση που γεννάει το ίδιο το σύστημα κατά τη διαδικασία της ομογενοποιητικής συμπερίληψης. Μοιάζει ότι θα υπάρχει πάντα ένα διαφεύγον πεδίο, ένα «έξω» που δεν υπόκειται στους ρυθμιστικούς κανόνες λειτουργίας του συστήματος και το οποίο απειλεί μονίμως το σύστημα με απορρύθμιση. Δεν πρόκειται για το περιθώριο – για τον τόπο των αποκλεισμένων όπως ίσως νομίζουμε. Πρόκειται για την αρνητική εκδοχή της ίδιας της διαδικασίας, για το αντιστραμμένο είδωλό της.
Θα αναρωτηθείς ίσως τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την πρότασή σας για την αυτόνομη διοργάνωση μιας έκθεσης έξω από θεσμούς και αγορά. Γιατί θα πρέπει να φορτίζεται τόσο έντονα κάθε απόπειρα δράσης; Μήπως δεν είναι η ίδια η δράση που δικαιολογεί τη συμμετοχή μας; Με μια έννοια, θα έλεγα όχι.
Έχω την εντύπωση ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι ένα είδος «μετάφρασης» από τη γλώσσα των υλικών κοινωνικών σχέσεων στη συμβολική γλώσσα των αισθητικών μορφών ή/και των εννοιών. Αν κάνει κάτι τέτοιο, αναπαράγει απλώς έναν διπλό αντικατοπτρισμό που εγκλωβίζει τη σκέψη σε μια αέναη αλληλουχία της επανάληψης και της ομοιοτυπίας: αν το κοινωνικό μπορεί να αποδοθεί ως αισθητική μορφή και αν η αισθητική μορφή μπορεί να διατυπωθεί ως κοινωνική θεωρία τότε και τα δύο, και το κοινωνικό και η αισθητική μορφή, ως ομόλογα, μπορούν να υποκαθιστούν το ένα το άλλο. Μια τέτοια παραδοχή όμως μας επιφυλάσσει μια δυσάρεστη συνεπαγωγή: η αισθητική μορφή εγκλωβίζεται στην κοινωνική αναπαραγωγή του ήδη υπάρχοντος και γίνεται μια απλή αντανάκλασή του.
Για να διατηρήσει τη ζωτική αυτονομία της η αισθητική μορφή θα πρέπει να παραιτηθεί από κάθε απαίτηση γνωσιολογικής εγκυρότητας και να υπερασπιστεί το όραμα της ουτοπίας. Όχι πια μια κοινωνιολογική τέχνη, αλλά μια τέχνη που επιδιώκει την συν-κίνηση συναισθήματος και πνεύματος μέσω της αισθητικής μορφής.
Η τέχνη λοιπόν (υπερασπιζόμενη την αισθητική διάστασή της) οφείλει να αρνείται τους όρους παραγωγής του καπιταλιστικού μοντέλου και να διαφεύγει από την αναπαραγωγική διαδικασία του κοινωνικού. Να συγκροτεί, εν τέλει, αυτόν τον εξω-τόπο που μπορεί να βρει καταφύγιο η αντίσταση στην ολοποιητική δυναμική της φιλελεύθερης λαίλαπας. Όχι μόνο στο συμβολικό επίπεδο, αλλά και στο οντολογικό, εκφραστικό επίπεδο.
Αναμφίβολα, δεν είναι η τέχνη που θα αλλάξει τον κόσμο. Είναι όμως η τέχνη που μπορεί να διασφαλίσει την δυνατότητα αλλαγής του.
Ξέρω ότι οι ενστάσεις που διατύπωσα εδώ, εύλογα θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως μια απόπειρα απαξίωσης κάθε δράσης, όμως δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Διερευνώ περισσότερο παρά αποφαίνομαι. Θα επιθυμούσα, αν συμφωνεί και η ομάδα, οι συλλογισμοί μου αυτοί να αποτελέσουν τη συμμετοχή μου στη δράση σας, αφού δεν ξέρω πώς αλλιώς να συμμετάσχω σε μία έκθεση τέχνης χωρίς να αντιφάσκω με τις ίδιες μου τις απόψεις.
Μιχάλης Παπαρούνης
Πόρτο-Ράφτη, Κυριακή 15 Ιουλίου 2007
Ανεπίκαιρα σχόλια, 8/7/2007
1. Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της
Στον σφαιρικό κόσμο της διασύνδεσης, της άμεσης επικοινωνίας και της τηλε-γνώσης, η διαφυγή είναι αδύνατη. Σχεδόν απαγορευμένη. *** Με την απειλή της περιθωριοποίησης να μεγαλώνει σε κάθε νέο βήμα, σε κάθε νέα ανακάλυψη της τεχνολογίας των μικροεπεξεργαστών και των δικτύων, το άτομο υποτάσσεται στην ανεξέλεγκτη «αποικιοποίηση» ολόκληρης της ζωής του και παραχωρεί ασύγγνωστα το δικαίωμα χειραγώγησης και ελέγχου της στον τεχνοεπιστημονικό λόγο της ολιγαρχίας. *** Ό,τι παρουσιάζεται ως θετικό αποτέλεσμα της «Ψηφιακής Επανάστασης» (Digital Revolution) συνηγορεί στον οικιοθελή εγκλεισμό του ατόμου στη «διασυνδεσιμότητα» και μάλλον στρέφει την προσοχή του στα όμορφα μάτια της πωλήτριας παρά στο ίδιο το εμπόρευμα που εκείνη πουλάει. *** Η «ρευστή ταυτότητα» της κυβερνοπερσόνας, του avatar ή του agent δεν απαλλάσσει την ύπαρξη από την βάσανο της αυτοσυνείδησης και του αυτοκαθορισμού, ούτε την απαλλάσσει από το άχθος των επιλογών και των δυνατοτήτων της. Όσο «ρευστή» κι αν διατείνεται ότι είναι αυτή η ταυτότητα θα είναι πάντοτε δέσμια της ύλης και της σωματικότητας – η πείνα, ο πόνος, η ηδονή, ορίζουν το σημείο πύκνωσης της εγκατασπαρμένης στο διαδίκτυο ύπαρξης, ένα σημείο που θα είναι πάντοτε σε εκκρεμότητα αλλά απαραίτητο για την όποια συγκρότηση του υποκειμένου – το σώμα. *** Το διαδίκτυο επαναφέρει τον διαχωρισμό ύλης και πνεύματος με το να ενεργοποιεί τη διανοητική λειτουργία σε βάρος της σωματικής. Ένα σώμα που δεν μπορεί να συμμετάσχει με τις αισθήσεις στην αντίληψη της πραγματικότητας είναι στερημένο, είναι ασύγγνωστα ασκητικό. *** Εγκαταλείποντας την σάρκα στον κόσμο που της αρμόζει, η διάνοια ταξιδεύει με την ταχύτητα των ηλεκτρονίων, μέσα από καλώδια και δορυφόρους, αλλάζει ένα εκατομμύριο φορές πορεία, διασπάται και ανασυντίθεται, είναι απανταχού παρούσα και μπορεί να εποπτεύει εν δυνάμει τα πάντα. *** Η επιθυμία της διάνοιας για απεριόριστη εκπλήρωση των δυνατοτήτων της καταπιέζει την σάρκα, της στερεί την δυνατότητα συμμετοχής και ανάλογης ικανοποίησης από τις δραστηριότητες στις οποίες η ίδια η διάνοια συμμετέχει. *** Έχοντας απελευθερωθεί από το σώμα η διάνοια τώρα διαδηλώνει ότι το σώμα είναι νεκρό. Μας έχει απομείνει μόνο η ανάμνησή του. Γι’ αυτό το περιποιούμαστε, το θαυμάζουμε και το επιθυμούμε τόσο.
2. Η ανοίκεια κοινότητα και οι παραμορφωτικοί καθρέφτες
Το διαδίκτυο συνενώνει όσο και κατακερματίζει. Κάθε αναφορά σε δικτυακού τύπου οργάνωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη της αυτή την αντινομία. *** Το επί μέρους και το όλον δεν έχουν μια σχέση αναλογίας αλλά μια σχέση «ανταγωνισμού». Το επί μέρους τείνει να επιβεβαιώνει συνεχώς τη διαφορά του, να διαφυλάξει την διαφοροποιημένη ταυτότητά του στη σειραϊκή παραγωγή ταυτοτήτων μέσα στο μεγάλο κοινωνικό εργοστάσιο. *** Η δυναμική της βούλησης των υποκειμένων για αυτοκαθορισμό προκαλεί την κίνηση της μηχανής και παράγει το πεδίο των σχέσεων, του ανταγωνισμού και των αντιπαραθέσεων. Στην αλυσίδα της βιομηχανίας αυτές οι λειτουργίες αντιστοιχούν στις διαδικασίες της τμηματικής παραγωγής και της συναρμολόγησης αντίστοιχα. Στην λογική του διαδικτύου είναι οι κόμβοι και οι συνάψεις. *** Κάθε ταυτότητα ορίζεται εν μέρει αποφατικά, σε αντιπαράθεση με άλλες ταυτότητες, σαν κάτι «που δεν θα ήθελε να είναι» παρά σαν κάτι «που θέλει να είναι», και εν μέρει με τον αντίθετο, καταφατικό τρόπο, προσδιορίζοντας ενεργά την θετική εικόνα της θεμελιώδους φαντασίωσής της, που λειτουργεί πότε ως συνεκτική ιδεολογία και πότε ως «ξόρκι» κατά του Άλλου. *** Όποιος κι αν είναι ο τρόπος παραγωγής και συγκρότησης της ταυτότητας, και ακόμα πιο ειδικά, αν ιδωθεί ως ιστορική διαδικασία που διαμορφώνεται σε σχέση με άλλους παράγοντες (οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς), είναι πάντα σε αντιπαράθεση με την ολότητα. Συγκροτείται για να διαχωριστεί, να συμπεριλάβει και όχι να συμπεριληφθεί. *** Έτσι, η πολιτική της ταυτότητας συνενώνει ενώ διαχωρίζει. Επιθυμεί να ορίζει την κοινότητα της διαφοράς. Φέρνει στο προσκήνιο την απωθημένη δυναμική του καπιταλισμού και την παραγωγική της αποτελεσματικότητα στο επίπεδο του καταμερισμού της εργασίας και των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. *** Εκατομμύρια παραμορφωτικοί καθρέφτες, στραμένοι ο ένας στον άλλον, αναπαράγουν στο διηνεκές τα παραποιημένα είδωλα και τις αντανακλάσεις. Η αίσθηση του (κοινωνικού) χώρου γίνεται ρευστή, ιλιγγιώδης, άμορφη και, εν τέλει, α-νόητη. «Η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο άτομα που επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον» (Μάργκαρετ Θάτσερ). *** Η κοινότητα είναι ανοίκεια. Καταφύγιο ατομικής ανάγκης, όχι εφαλτήριο κοινών κατακτήσεων. *** Αναζητώντας την απομόνωση και την προστασία στην ανοίκεια κοινότητα, το σύγχρονο άτομο ζητάει να απελευθερωθεί ανώδυνα από την καθολική επιταγή της ανθρώπινης συνύπαρξης, της οικείας κοινότητας. *** Αρνούμενη την ολότητα, η ανοίκεια κοινότητα, αρνείται τον απεγκλωβισμό και την απελευθέρωση ανθρώπου και φύσης από την καταστροφική υποταγή στην εργαλειακή ορθολογικότητα και τον κατακερματισμό του κόσμου σε γνωσιολογικά πεδία όπου η επιστήμη, σχεδόν ιερατικά, συντάσσει το «έγκυρο» λεξικό της ζωής.
Ποιο έργο παίζεται στην «κεντρική σκηνή»;
Η περεταίρω ανάπτυξη της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχτεί –δυστυχώς– στην ίδια την εγγενή δυναμική της κι έτσι επιδιώκει την υποστήριξη από εξωγενείς παράγοντες, που περισσότερο σχέση έχουν με τη γενικότερη τάση «εκσυγχρονισμού» της αγοράς παρά με μια πραγματική συνεισφορά στην όποια καλλιτεχνική άνθηση.
Σε αυτή τη φάση, η τέχνη προσφέρεται να γίνει το εξωραϊστικό άλλοθι φιλόδοξων οικονομικών συμφερόντων που επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην αγοραπωλησία γης, στις οικοδομικές κατασκευές και στη βιομηχανία της διασκέδασης και έχουν κατά νου διάφορα σχέδια «ανάπλασης και ανάπτυξης» της πόλης. (Ήδη παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας τέτοιας επένδυσης στην περιοχή του Μεταξουργείου – αλλά τα ίδια συμβαίνουν και στο Γκάζι, στην Πειραιώς, στον Ελαιώνα, στη Συγγρού κ.α.) Τα συμφέροντα αυτά απέκτησαν πολύ εύκολα πρόθυμους συμμάχους στο χώρο της τέχνης όχι μόνο επειδή οι οικονομικοί πόροι που διαθέτουν είναι δυσεύρετοι και αποτελούν πάντα το ζητούμενο σε όποια προσπάθεια ανάπτυξης, αλλά κυρίως επειδή οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες της τέχνης, ειδικότερα η νέα γενιά, έχουν αποδεχτεί πλήρως το γενικότερο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν και δεν επιθυμούν καμία σοβαρή αντιπαράθεση μαζί του, αντιθέτως, όπως έχουμε πει αλλού, επιδιώκουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους. Έτσι, λοιπόν, κάθε ευκαιρία που τους προσφέρεται είναι καλοδεχούμενη και η αναγωγή της στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα που την υπαγορεύουν σπανίως γίνεται αντικείμενο διερεύνησης, πόσο μάλλον κριτικής.
Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη «λειτουργική» δυναμική αυτής της γενιάς, που αποκομμένη από το παρελθόν και τις «ιδεολογίες» του, συγκλίνει με το κυρίαρχο ρεύμα και εκμεταλλεύεται τη ροή της πληροφορίας και του κεφαλαίου, οικειοποιούμενη την ρητορική της παγκοσμιοποίησης και του δυτικού μοντέλου φιλελεύθερης δημοκρατίας, προκειμένου να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει τη δική της τάξη πραγμάτων. Είναι επόμενο: όταν εξασφαλιστεί η συναισθηματική και θεωρητική θωράκιση που παρέχει η συγκατάβαση, η ενέργεια που περισσεύει μπορεί να επενδυθεί σε μια συνεχή κινητικότητα και δράση, με εντυπωσιακά κάποιες φορές αποτελέσματα, τουλάχιστον σε οργανωτικό επίπεδο. Η δυναμική που απέκτησε τα τελευταία χρόνια η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα είναι νομίζω αποτέλεσμα της αλλαγής «παραδείγματος» που σήμανε η υιοθέτηση μεταμοντέρνων απόψεων για τον καλλιτέχνη και την τέχνη από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους, που κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτό-ορίστηκαν και έθεσαν το αίτημά τους για επανακαθορισμό των προϋποθέσεων και του πλαισίου παραγωγής και διακίνησης της τέχνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν έως το σημείο να επιχειρήσουν να το διαμορφώσουν οι ίδιοι εκ του μηδενός. Και πάλι όμως δεν ήταν τα συμμετέχοντα υποκείμενα και οι επιθυμίες τους που καθόρισαν την μορφή και την κατεύθυνση της ανάπτυξης αυτής, αλλά το εξισορροπητικό «αόρατο χέρι» της αυτορύθμισης της αγοράς που εξασφαλίζει τους πιο «αντικειμενικούς» όρους αξιολόγησης, μακριά από «μεταφυσικές» και «ουσιοκρατικές» αντιλήψεις για την τέχνη και την συζήτηση για την κοινωνική και οντολογική σημασία της.
Υπό την κηδεμονία του κεφαλαίου και των ποικίλλων συμφερόντων του (τόσο οικονομικών, όσο και αυτοπροσδιοριστικών, ταξικών) ο εργαλειακός ορθολογισμός της «εγκατάστασης» (με την έννοια του καταλαμβάνω έναν συγκεκριμένο χώρο ως χώρο αυτοπροσδιορισμού) και της διαμόρφωσης του πεδίου δράσης (η «επαγγελματικοποίηση» είναι το πρώτο στάδιο μιας προσχεδιασμένης διαδικασίας) ξεχερσώνει το έδαφος στο χώρο της τέχνης, το καθαρίζει από τα ζιζάνια και την απροσδιοριστία της ζωντανής ύπαρξης, προκειμένου να εγκαταστήσει το Λόγο του κεφαλαίου, την πάσει θυσία ανάπτυξη εις βάρος κάθε άλλης εκδοχής και δυνατότητας.
Η ρητορική περί αποτελεσματικότητας και η φιλοδοξία δημιουργίας μιας «κεντρικής σκηνής» (δηλαδή ενός πεδίου όπου «τα πράγματα συμβαίνουν» και η σύναξη των ισχυρών «παικτών», των πρωταγωνιστών, συγκεντρώνει την προσοχή των πολλών, προκαλώντας είτε θετικές είτε αρνητικές αντιδράσεις που με τη σειρά τους γίνονται συστατικά στοιχεία της «δημόσιας σφαίρας») χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τον ανεπιφύλακτο συμβιβασμό. Η ύπαρξη μιας «κεντρικής σκηνής», εκτός του ότι υιοθετεί τους όρους του θεάματος («όχι όμως ως αμαρτωλή Βαβυλωνία, αλλά ως καθεδρικός ναός της διασκέδασης ανεβασμένου επιπέδου», Χορκαχάιμερ-Αντόρνο), οριοθετεί όχι μόνον το δικό της πεδίο αλλά και εκείνο του «περιθωρίου», με την έννοια ότι η «κεντρική σκηνή» οργανώνεται ακριβώς ως η άρνησή του. Αυτοστιγμεί σχηματίζονται οι έννοιες της συγκατάβασης και της άρνησης, της συμπερίληψης και του αποκλεισμού, του «μέσα» και του «έξω». Με έναυσμα την οργανωτική ορθολογικότητα οι σχέσεις ιεραρχούνται, η αυθεντία διαχωρίζεται και επικαλείται τη διαφορά της για να κυριαρχήσει, ο καταμερισμός των ρόλων είναι αναπόφευκτος και όλοι βρίσκουν τη θέση τους, ακόμα και με το ζόρι. Το σύστημα αφομοιώνει όσους συναινούν και αποκλείει τους διαφωνούντες. Εφόσον τα συμμετέχοντα υποκείμενα παραχωρούν το δικαίωμα της αυτονομίας, διαιτητής των κρίσεων ορίζεται ο Νόμος και το Δίκαιο του ισχυρού. Και σίγουρα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβουμε ποιος είναι ο ισχυρός στη σχέση αυτή… Η ολοκληρωτική υπαγωγή της τέχνης στο θέαμα (δηλαδή στην αγορά και τους νόμους της) είναι το ένα σκέλος των αντισταθμιστικών μέτρων που απαιτεί το επενδυμένο κεφάλαιο για τη διασφάλισή του. Το άλλο σκέλος είναι η εξασφάλιση της αναπαραγωγής και διάδοσης της ιδεολογίας που περιγράφει την τέχνη ως μέσον οντολογικής κάθαρσης και σημείο έκφρασης του ιδιαζόντως ανθρώπινου στοιχείου: της δημιουργίας, όταν στην πραγματικότητα κάθε τέτοια λειτουργία της τέχνης έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί και χρησιμοποιείται απλώς ρητορικά, για να συνεχίσει να εκβιάζει την κοινωνική επικύρωση και συμπερίληψη σε ένα σύστημα αξιών που δεν διαθέτει πλέον καμία ουσιαστική ισχύ. Η αλήθεια είναι ότι, απογυμνωμένη από την αίγλη του παρελθόντος της η σύγχρονη τέχνη, ήδη από την εποχή του Duchamp, φτύνει κατά πρόσωπο τις αστικές καταβολές της, στρέφεται κατά του εαυτού της (από τότε διαλαλείται ο περιβόητος «θάνατος της τέχνης») και αποκόπτεται από τις θεμελιώδεις αξιώσεις του αστικού κοινωνικού οράματος και τον ρόλο που της αναλογούσε μέχρι τότε σε αυτό. Από τη λυσσαλέα επίθεση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας σε κάθε αστική φαντασίωση και την αθρόα σύνταξή της στις γραμμές της επανάστασης έως την πλήρη ενσωμάτωση της σύγχρονης τέχνης στην αγορά και στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, η απόσταση είναι πραγματικά μεγάλη, αλλά την έχουμε ήδη διανύσει.
Η διασφάλιση της ευημερίας και της αναπαραγωγής του αστικού ιδανικού προϋποθέτει την «ανάπτυξη» και την «πρόοδο», τόσο την οικονομική όσο και την πολιτισμική, και ανατροφοδοτεί την ανάγκη για το νέο, το καινοφανές, στηρίζοντας κάθε πόλο ενεργητικής σκέψης και πράξης που μπορεί να είναι παράγοντας αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων, ακόμα κι αν οι αρχικές προθέσεις αυτού του πόλου ήταν απροκάλυπτα εχθρικές απέναντι στον καπιταλισμό. Στην τέχνη, η καινοτομία είναι εγγεγραμμένη ως δυνατότητα αναπροσδιορισμού της πραγματικότητας και του υποκειμένου, ως παραγωγική μήτρα μορφών και συγκειμένων εκτός συμβατικού κανονιστικού πλαισίου και κοινωνικών περιορισμών. Το κεφάλαιο κατάφερε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε αυτή η δυναμική της καινοτομίας που περικλείει η τέχνη να καταστεί παραγωγική για τα δικά του συμφέροντα – δεν προσπάθησε να την εξαλείψει αλλά να την οικειοποιηθεί. Η υπ’ αυτούς τους όρους υπεράσπιση μιας «αυτονομίας» της τέχνης δεν είναι παρά το άλλο πρόσωπο της παρεμβατικής ικανότητας του καπιταλισμού στην διασφάλιση της αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης σε κάθε πτυχή και επίπεδο της κοινωνίας, από τον μινιμαλισμό του στοιχειωδώς απαραίτητου για την επιβίωση έως τον μαξιμαλισμό της δημιουργίας, των προσωπικών σχέσεων, της αυτοδιαχείρισης του χρόνου, της αναπαραγωγικής ικανότητας, της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας – στην «αποικιοποίηση» εντέλει της ίδιας της ζωής. Έτσι, ο ρεαλισμός τής με κάθε μέσο ανάπτυξης του κεφαλαίου γίνεται ο τάφος της ελπίδας για μια πραγματική άνθηση της τέχνης.
ΔΙΚΤΥΟ ΝΟΜΑΔΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Χωρικές καταστάσεις-δράσεις στο Γκαζοχώρι
Θέμα: Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
>26 Ιουνίου 19.00-23.00: παρουσίαση των project-
περιπλάνηση στην περιοχή
> 28 Ιουνίου 18.00: Δημόσια συζήτηση
“Ο μετασχηματισμός του εδάφους στο Γκαζοχώρι”
καφενείο BEDUIN, Ελασιδών 20, Γκάζι
Το Δίκτυο Νομαδική Αρχιτεκτονική στις 26 Ιουνίου του 2007 θα υλοποιήσει στο Γκαζοχώρι, μία σειρά από χωρικές καταστάσεις-δράσεις οι οποίες θα πραγματοποιηθούν στην περιοχή από αρχιτέκτονες, εικαστικούς, και άλλους, οι οποίοι συμμετείχαν στο project 2007 του δικτύου «Ο μετασχηματισμός του εδάφους, ένα σχέδιο στην τοποθεσία».
Οι δράσεις στηρίζονται στην εμπλοκή των παραπάνω και στη συνέχεια στην εμπλοκή τους στον τόπο Γκαζοχώρι, και στις μητροπολιτικές συνθήκες. Ο σχεδιασμός-δράση έγινε επί τόπου μέσα από την τεχνική της εδαφικής παρατήρησης, από το βίωμα του τόπου και των ιδιαίτερων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι στο Γκαζοχώρι και στην ευρύτερη περιοχή, πρόκειται σήμερα για μια εδαφική κατάσταση που την χαρακτηρίζει η πολυπλοκότητα, η αβεβαιότητα και η εξαιρετική εκμετάλλευση, και ότι η περιοχή μπορεί να προσδιοριστεί ως μία οριακή κατάσταση σε μετασχηματισμό, που είναι «διάτρητη» μέσα στην μητροπολιτική πραγματικότητα της Αθήνας.
Ο καθένας/καθεμία από τους συμμετέχοντες έχει επεξεργαστεί ένα project στην τοποθεσία μέσα από την επιτόπια έρευνα και έχει καταλήξει σε ένα ΣΧΕΔΙΟ-ΔΡΑΣΗ που θα παρουσιαστεί in situ. Τα ΣΧΕΔΙΑ-ΔΡΑΣΕΙΣ δημιουργούν μία περιπλάνηση-χαρτογράφηση στην περιοχή. Επιδίωξη ήταν να βρεθεί η μεθοδολογία καθώς και τα εξειδικευμένα εννοιολογικά εργαλεία, για το πώς μπορεί η αρχιτεκτονική και η τέχνη να επέμβουν δυναμικά στην αστική κατάσταση και τον μετασχηματισμό του εδάφους. Η περιοχή βιώνει σήμερα την βίαιη συνθήκη μετασχηματισμών οι οποίοι δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους κατοίκους.
Στα τρία χρόνια που το Δίκτυο βρίσκεται στην περιοχή, έχουν σημειωθεί απίστευτες αλλαγές, καθώς πολλοί κάτοικοι εκτοπίζονται, η κατοίκηση εξ αιτίας των κέντρων διασκέδασης είναι αδύνατη, ο σταθμός του μετρό σύντομα πρόκειται να λειτουργήσει, πολυώροφα κτίρια κατασκευάζονται και στην γειτονική περιοχή του Ελαιώνα πρόκειται να συμβούν μεγάλες και βίαιες αλλαγές.
Η δημόσια συζήτηση στις 28 Ιουνίου έχει σκοπό να αποτελέσει ένα μανιφέστο για τα ζητήματα της περιοχής στο οποίο θα συμβάλλουν όλοι οι παρευρισκόμενοι-ες.
Επιδίωξη του Δικτύου είναι μέσα από αυτές τις διαφορετικές επεξεργασίες να αναδείξει την κρυμμένη δυναμική της τοποθεσίας , να φέρει τον αρχιτέκτονα και τον εικαστικό σε άμεση επικοινωνία με τους κατοίκους και τα ζητήματα που απασχολούν την περιοχή, να δώσει στους κατοίκους έναν χώρο συμμετοχής και έκφρασης. να επηρεάσει το παρόν και το μέλλον της περιοχής.
Λαμβάνοντας υπ’ όψη τις απόψεις για την πόλη, των καταστασιακών, της Land Art, των ριζοσπαστών αρχιτεκτόνων του ’70, αλλά και τις εμπειρίες που έρχονται από τη δημόσια τέχνη, συνεχίζουμε την εμπειρία μας στην τοποθεσία και επιδιώκουμε να την μετατρέψουμε σε μια μεθοδολογική έρευνα ικανή να επηρεάσει την πραγματικότητα.
Σας καλούμε σε μια περιπλάνηση στο Γκαζοχώρι στις 26 Ιουνίου 2007 στις 7 το απόγευμα ξεκινώντας από την κεντρική πλατεία Κουλούρη (πίσω από τον ΟΤΕ στην οδό Πειραιώς), όπου θα έχει αναρτηθεί ο χάρτης ο οποίος θα ακολουθήσετε και στην δημόσια συζήτηση με θέμα «Ο μετασχηματισμός του εδάφους στο Γκαζοχώρι» που θα γίνει στο καφενείο BEDUIN απέναντι από την κεντρική πλατεία στις 28 Ιουνίου στις 6 μμ
Η συζήτηση έχει σκοπό να αναδείξει τα κρυμμένα προβλήματα της περιοχής, να συζητηθούν παρόμοιες εμπειρίες που αφορούν ζητήματα κατοίκησης , να λάβει θέση ως προς τα ζητήματα εκτοπισμού των κατοίκων να προτείνει ως προς τις αλλαγές οι οποίες αφορούν την περιοχή να δημιουργήσει ένα ευρύτερο κίνημα από αρχιτεκτονες εικαστικούς και πολίτες οι οποίοι παίρνουν θέση ως προς αυτά ώστε να δημιουργηθεί ένα Μανιφέστο.
Ορισμένες παρατηρήσεις και μία πρόταση με αφορμή τις εξελίξεις στη σκηνή της ελληνικής σύγχρονης τέχνης
Είναι μια θλιβερή πραγματικότητα: πολλοί «γιάπηδες» της εποχής μας δεν ονειρεύονται πια καριέρα στις πολυεθνικές, χρηματιστήρια, τράπεζες και μπίζνες, αλλά καριέρα στο χώρο «της τέχνης και του πολιτισμού».Είναι το νέο trend του οποίου το ανερχόμενο glamour γοητεύει κυρίως γόνους της μεσοανώτερης τάξης. Αφού περάσουν επιτυχώς από την ομογενοποιητική διαδικασία της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, φτάνει η στιγμή που, υιοθετώντας από τη μια τη ρητορική της αντίστασης αλλά από την άλλη την πρακτική της αποδοχής, του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης, συνειδητοποιούν ότι εχθρεύονται όσο τίποτε άλλο «τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και τα κολλήματα». «Ανοιχτοί σε όλα» μέχρι σημείου απώλειας κάθε συνοχής και νοήματος, οι σύγχρονοι διάκονοι της τέχνης ευαγγελίζονται νέα ήθη – στην πραγματικότητα ωστόσο, η ηθική τους είναι η ηθική του δούλου. Εκπαιδεύτηκαν να αποδέχονται την αυθαιρεσία της εξουσίας, του κεφαλαίου και των κυρίαρχων σχέσεων εκμετάλλευσης. Παραχωρούν αυτόβουλα τα όποια προνόμια της τέχνης ως πεδίου ηθικής συγκρότησης του απελευθερωμένου, συμφιλιωμένου με τη φύση υποκειμένου, βορά στους λύκους του καπιταλισμού. Αντί να αντισταθούν ως όφειλαν, προτίμησαν να ανοίξουν διάπλατα την κερκόπορτα στον καπιταλισμό για την άλωση ενός ακόμα οχυρού όπου μπορεί να συγκροτηθεί η αντίσταση στη βαρβαρότητα και τον αφανισμό, νομίζοντας ότι υποδέχονται με αυτόν τον τρόπο κάποιον βίαιο, ωστόσο πολλά υποσχόμενο, απελευθερωτή που θα μας απαλλάξει μια για πάντα από τα βαρίδια με τα οποία μας επιβραδύνουν οι «ιδεολογικές αγκυλώσεις και τα κολλήματα» του παρελθόντος.
Παιδιά της παγκοσμιοποίησης οι περισσότεροι, αναμασούν σαν τσίχλα τον Ντελέζ, τον Φουκό, ίσως και τον Νέγκρι, έχουν βιώσει μέσω της τηλεπαιδείας τους τον μεταμοντέρνο ολοκληρωτισμό της εικόνας και έχουν εμπεδώσει την ιδεολογία της κουλτούρας της ταυτότητας, αποστρέφοντας το βλέμμα από κάθε προοπτική ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής («είναι ουτοπικό, είναι αντιδραστικό, είναι ενάντιο στην αδιάρρηκτη εμμένεια του συστήματος, και ακόμα χειρότερο: είναι passé!», τους ακούω να τιτιβίζουν).
(Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να συζητήσουμε κάποτε το κατά πόσον αυτές οι απόψεις εκφράζουν στην πραγματικότητα τον άμετρο επαρχιωτισμό που διακατέχει την από δεύτερο χέρι επιχειρηματολογία μας περί κοινωνίας και τέχνης αντί του δήθεν σύγχρονου τρόπου αντίληψης της τέχνης, της κοινωνίας και της πραγματικότητας, όπως ισχυρίζονται οι φορείς τους.)
Και τώρα, ήρθε η ώρα που το πράγμα ωρίμασε, οι γιάπηδες της τέχνης ένιωσαν πως είναι αρκούντως ισχυροί και κήρυξαν τη δική τους επανάσταση. Μόνο που αντί να επιδιώξουν, όπως όλοι οι επαναστάτες, τη ρήξη και την ανατροπή, μετατράπηκαν αυτοβούλως σε υπερεργατικούς συντελεστές της ανακύκλωσης του ήδη υπαρκτού: επιδιώκουν να δομήσουν με «επαγγελματικούς όρους» έναν σαφώς οριοθετημένο χώρο για τις δραστηριότητές τους, ενώ ισχυρίζονται ότι θέλουν και μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα μεταστρέφοντας το νόημα που παράγουν οι κατεστημένες δομές. Και επειδή στη χώρα μας υστερούμε στη θεσμική οργάνωση του χώρου της τέχνης, λένε, θα πρέπει να δημιουργήσουμε εμείς τους θεσμούς, άλλωστε τους χρειαζόμαστε για να μπορούμε κατόπιν να τους αμφισβητήσουμε.
Από αυτή την εντατική, άοκνη προσπάθεια που καταβάλλουν για να διαμορφώσουν βάσει επαγγελματικών προδιαγραφών αυτόν το χώρο, έχει ξεκινήσει ένας ολόκληρος μηχανισμός νομιμοποίησης με πραγματικό, αν και συγκαλυμμένο, έργο την αναπαραγωγή υπεραξίας για το νεοεπενδυμένο στο χώρο της τέχνης κεφάλαιο. (Εδώ θα πρέπει να αποσαφηνίσω ότι με τον όρο «επενδυμένο στο χώρο της τέχνης κεφάλαιο» δεν εννοώ μόνο το κεφάλαιο που αναμειγνύεται ευθέως στην αγοραπωλησία έργων τέχνης αλλά και εκείνο το κεφάλαιο που επενδύεται σε «παράπλευρες» με την τέχνη δραστηριότητες. Με τα όλο και πιο δυσδιάκριτα όρια μεταξύ τέχνης και διασκέδασης να προσδίδουν μια τρομακτική δυναμική στη διάχυση της τέχνης στην κοινωνία, ποικίλα συμφέροντα σπεύδουν να επωφεληθούν από την αύξηση της πελατειακής βάσης της τέχνης.)
Πρώτα απ’ όλα, η «επαγγελματικοποίηση» του χώρου προαπαιτεί την εν πολλοίς άκριτη αποδοχή και τη νομιμοποίηση των δομών της αγοράς, των αξιών του κέρδους, της ιδιοκτησίας και του κεφαλαίου ως κορυφαία ανθρώπινα κίνητρα δράσης από τη μια και ως μοναδικό βιώσιμο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας από την άλλη. Κατά δεύτερον, και εξίσου σημαντικό, επιδιώκει να καθορίσει αυστηρά ένα πεδίο όπου η νομιμοποίηση της εκφοράς κάθε σχετικού λόγου συντελείται εντός του ίδιου του πεδίου και με βάση τους θεσπισμένους κανόνες του (όπως σε κάθε άλλη επιστήμη). Αυτή η προαπαιτούμενη διπλή «επιστημολογική συνέπεια» επιδρά καίρια πάνω στους αλαφιασμένους καριερίστες της τέχνης που θεωρούν υποχρέωσή τους (αν και κανείς δεν τους το επιβάλλει ρητά) να ενταχτούν στον αισθητικό κανόνα του συρμού, παπαγαλίζοντας ανοίκειες εν τέλει στους ίδιους αναφορές σε θεωρίες, μορφές και περιεχόμενα. Το εύρος της «γνώσης» σε ένα τέτοιο σύστημα είναι ανάλογο με το βαλάντιο σε χρόνο που μπορεί να δαπανήσει κανείς για να ψωνίσει από το απέραντο σούπερ μάρκετ ετερόκλητων ιδεών και απόψεων – ταξιδεύοντας, σπουδάζοντας, επικοινωνώντας, διαβάζοντας, σερφάροντας.
Μια τέτοιας φύσεως αυτοαναφορική δομή σταδιακά υπερβαίνει τα υποκείμενα και παγιώνει κανονιστικούς μηχανισμούς ένταξης και αποκλεισμού των ίδιων των υποκειμένων από το ανατροφοδοτούμενο πλέον σύστημα. Οι εστίες εξουσίας και ανακύκλωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας που διαμορφώνονται εντός του κανονιστικού πλαισίου υπαγορεύουν και αναπαράγουν συγκεκριμένους τύπους σχέσεων (τόσο διαπροσωπικών όσο και εργασιακών) μεταξύ των συμμετεχόντων υποκειμένων. Η απειλή του αποκλεισμού, της μετάβασης δηλαδή σε ένα ιδιόμορφο καθεστώς ανυπαρξίας, που χτίζεται με την αδιαφορία και την αποσιώπηση, επικρέμεται σαν τη Δαμόκλειο σπάθη πάνω από τον καθένα και καθορίζει τα στενά όρια της επιτρεπόμενης υπέρβασης των κανόνων. Κανείς δεν σε τιμωρεί για την απιστία σου, απλώς το σύστημα σε «εκβάλει». Παύεις να έχεις παρουσία στη «δημόσια σφαίρα» του χώρου, χάνοντας έτσι την «υπόστασή» σου, κάτι που ουσιαστικά ισοδυναμεί με τη λειτουργική εξαφάνισή σου. Σε αυτή την περίπτωση, εργαλεία όπως τα περιοδικά, οι εκδόσεις βιβλίων και καταλόγων, οι εκθέσεις, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί και ιδρύματα που έχουν σχέση με την τέχνη, η ακαδημία, ο Τύπος, τα μμε και πιο πρόσφατα τα blogs, συμβάλουν τα μέγιστα ως παράγοντες ρύθμισης των ορίων της κανονικότητας και κατ’ επέκταση των όρων ένταξης ή αποκλεισμού στο σύστημα. Δημιουργούν τη «δημόσια σφαίρα» όπου προβάλλεται η συμβολική ατομική ταυτότητα και τεκμηριώνεται η επιτυχία ή αποτυχία των εκάστοτε συμμετεχόντων. Η κατασκευασμένη, διαμεσολαβημένη αυτή persona βρίσκεται σε μια συνεχή διαλεκτική σχέση καθορισμού με το «πραγματικό» υποκείμενο εντός του περιορισμένου, αυτόνομου συστήματος βάσει του οποίου συγκροτείται. Το να μην είναι πια κάποιος «στο παιχνίδι», όχι γιατί το επέλεξε αλλά διότι του το επέβαλαν οι μηχανισμοί ένταξης/αποκλεισμού του συστήματος, είναι η πιο σκληρή τιμωρία αφού επιδρά σοβαρά στον αυτό(ετερο)καθορισμό της φαντασιωτικής ταυτότητάς του.
Οι καθαρά οικονομικές πλευρές αυτής της διαδικασίας, που σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα παραγωγής παραμένουν σημεία τριβής, έντασης, ανταγωνισμού και διαπάλης των υποκειμένων και των κοινωνικών δυνάμεων, παραμένουν εδώ αθέατες, συγκαλυμμένες από την πατίνα της «κουλτούρας» και του «πολιτισμού».(Επιμένω ότι κάποια έννοια του «υψηλού» υποφώσκει πάντα στο μυαλό όσων ασχολούνται με την τέχνη – η αντίληψη αυτή, όσο κι αν η τέχνη αφομοιώνεται ολοένα και περισσότερο από τη βιομηχανία της διασκέδασης και τη μαζική κουλτούρα, είναι αισθητή στην ελιτίστικη αντιμετώπιση της ενασχόλησης αυτής από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, αλλά και από την ίδια τη θέση της τέχνης στο κοινωνικό σύστημα αξιών).
Όπως κάθε είδος πολυτελείας, του οποίου το κόστος, η σπάνη και το επενδυμένο σε αυτό κύρος καθορίζουν την συμβολική κοινωνική αξία του, το προσφερόμενο στην αγορά έργο τέχνης χρειάζεται την επικύρωση της δικής του αδιαμφισβήτητης αξίας από ένα σύνολο συνεχών επιβεβαιώσεων της μοναδικότητάς του μέσω της ευρείας αναπαραγωγής και διάδοσης της εικόνας του και του λόγου περί αυτού στον δημόσιο χώρο (με σύγχρονους όρους, στη σφαίρα των θεσμών, των εκθέσεων, της ακαδημίας και των media, που αναφέραμε παραπάνω).
Είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητο ότι κάθε αγορά τέχνης που προσβλέπει στην ανάπτυξη χρειάζεται θεσμούς αξιολόγησης, επικύρωσης και διαφήμισης των διακινούμενων προϊόντων, και αυτό δεν αφορά την καλλιέργεια του αισθητικού γούστου αλλά τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και την αναπαραγόμενη υπεραξία. Η ανάγκη αυτή δεν έχει να κάνει με το πραγματικό μέγεθος της αγοράς. Μπορεί οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές να παρουσιάζουν ελλειμματικό ισοζύγιο σε σχέση με την προσφορά στην αγορά σύγχρονης τέχνης, αλλά το πραγματικό μέγεθος, που μετριέται σε κεφάλαιο, δηλαδή σε συσσώρευση κέρδους και διακινούμενο χρήμα, αλλά και σε συμβολικό κεφάλαιο (έχουμε επισημάνει αλλού τον ενεργό ρόλο της σύγχρονης τέχνης στην συγκρότηση της αστικής ιδεολογίας) είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Αυτό που διακυβεύεται εν τέλει δεν είναι τόσο ασήμαντο, όσο θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ορισμένοι. Τα δε κίνητρα που σκόπιμα αποκρύπτονται είναι η εξουσία, ο έλεγχος και το οικονομικό κέρδος.
Στην πραγματικότητα, η οργάνωση αυτή εξυπηρετεί τον διαχειριστικό εξορθολογισμό της αναπαραγωγής υπεραξίας για το επενδυμένο στην τέχνη κεφάλαιο, κάτι που είναι απαραίτητο σε ένα ιδιόμορφο σύστημα παραγωγής και διακίνησης του προϊόντος, όπως είναι αυτό της τέχνης (ας μην ξεχνάμε ότι η πλειονότητα των προϊόντων-έργων τέχνης επικαλούνται την μοναδικότητά τους ως φυσικά αντικείμενα για να καθορίσουν την αξία τους). Η δημιουργία ενός συγκεκριμένου, περιχαρακωμένου και ξεκάθαρου πεδίου συμφέρει το κεφάλαιο που επενδύεται στην τέχνη, το συμφέρει πρωτίστως από λειτουργική άποψη: περιορίζει τους κινδύνους από το πραγματικά υψηλό ρίσκο της επένδυσης και στοχεύει να διασφαλίζει την αναπαραγωγή υπεραξίας του επενδυμένου κεφαλαίου δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδομές και διασφαλίζοντας την ανακύκλωση της ιδεολογίας που νομιμοποιεί τη δράση του.
Έτσι, οι συμμετέχοντες σε καίριες θέσεις του συστήματος αυτού (οι «παράγοντες») είναι κατ’ ουσία τα υψηλόβαθμα «στελέχη» μιας καλά οργανωμένης επιχείρησης, οι οποίοι φροντίζουν για την εύρυθμη λειτουργία, την ανάπτυξη και την κερδοφορία της. Όσο κι αν πιστεύουν και αισθάνονται ότι δρουν «ανεξάρτητα» είναι πάντοτε δέσμιοι των προδιαγραφών της επιτυχίας, οι οποίοι τίθενται φαινομενικά με όρους πολιτιστικούς, αλλά κατ’ ουσία αναφέρονται ρητά στην οικονομία και την αποτελεσματικότητα του επενδυμένου στην τέχνη κεφαλαίου. Δεν πρέπει να μας εξαπατά η επιμελής μεταμφίεση του επιχειρηματικού συμφέροντος σε αισθητικό ενδιαφέρον. Κάτι που γίνεται αμέσως φανερό αν στρέψουμε την προσοχή μας στις εργασιακές σχέσεις, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου χώρου.
Αν εξετάσουμε, έστω και ακροθιγώς, τις σχέσεις εργασίας στον χώρο της τέχνης θα διαπιστώσουμε ότι διαφεύγουν κάθε ελέγχου ως προς την ένταση και το εύρος της εκμετάλλευσης και των όρων κυριαρχίας και αυταρχικότητας που τις διέπουν. Αν και κανείς δεν το ομολογεί ευθέως (ίσως γιατί η κατάφαση είναι καταστατικός όρος συμμετοχής στο σύστημα), ο χώρος της τέχνης είναι αναμφίβολα ο παράδεισος της κινητικότητας και της «ελαστικής» εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση των εργαζομένων στο όλο σύστημα και την πραγματική δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν στη μορφοποίησή του, κάτι που ισχυρίζομαι ότι συμβαίνει μόνο σε πολύ μικρό βαθμό. Η φιλοδοξία που ως κινούν αίτιο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις των εμπλεκομένων, γίνεται ο Δούρειος ίππος του συμβιβασμού. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο η απλήρωτη ή κακοπληρωμένη εργασία, η ανυπαρξία ασφάλισης, τα ελαστικά ωράρια, η απαίτηση για πλήρη απορρόφηση της προσωπικής ζωής από την εργασία. Με αυτές τις μεθόδους ανοίγει ο δρόμος για μια εργασιακή σχέση που σκόπιμα καθηλώνει το κόστος εργασίας σε χαμηλά επίπεδα, με τη δικαιολογία ότι το κόστος επένδυσης, και το υψηλό ρίσκο που αυτό προϋποθέτει, απαιτεί αντίστοιχες μορφές αντισταθμιστικής εξισορρόπησης.
Ενώ συνήθως οι καλλιτέχνες και οι απασχολούμενοι σε βοηθητικές και υποστηρικτικές εργασίες θα κληθούν να εργαστούν δωρεάν, σπανίως ισχύει το ίδιο για τους «παράγοντες». Και γενικότερα, είναι διάχυτη η αίσθηση ότι οι καλλιτέχνες, παρότι το έργο τους είναι υποτίθεται ο «θεμέλιος λίθος» για την ύπαρξη και την ανάπτυξη του χώρου, παίζουν στην πραγματικότητα το ρόλο μιας «στρατιάς ανέργων», που προκειμένου να βελτιώσουν τη θέση τους στο σύστημα και να έχουν κάποια πιθανότητα «επιτυχίας», μαθαίνουν να προσαρμόζονται πειθήνια σε ένα υψηλά ανταγωνιστικό περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις, υποσχέσεις αλλά και παγίδες. Οφείλουν να είναι πάντοτε ανοιχτοί σε προτάσεις που υπόσχονται ευκαιρίες για να επικοινωνήσουν το έργο τους. Οφείλουν να παρουσιάζονται πρόθυμοι να χάψουν κάθε παραμύθι και να δεσμευτούν να υπηρετούν οράματα άλλων, που στην πραγματικότητα καθόλου δεν τους αφορούν, τουναντίον, θα έλεγα, είναι συνήθως ενάντια στο ίδιο τους το συμφέρον.
(Θα διηγηθώ εδώ ένα σχετικά πρόσφατο περιστατικό που φανερώνει κατά τη γνώμη μου πώς ορίζεται ή/και εκλαμβάνεται η θέση και η σπουδαιότητα καθενός από τους ρόλους μέσα στο σύστημα αυτό. Στο πλαίσιο μιας μεγάλης έκθεσης σύγχρονης ελληνικής τέχνης που έλαβε χώρα εκτός των τειχών, οι προσκεκλημένοι, γενικώς καλλιτέχνες και παράγοντες, είχαν εμφανώς διαφορετική αντιμετώπιση. Από τα μέσα μεταφοράς μέχρι τη διαμονή και το ποσοστό κάλυψης των εξόδων των προσκεκλημένων και των συμμετεχόντων, ο «ταξικός» διαχωρισμός ήταν πρόδηλος. Π.χ. οι καλλιτέχνες διέμειναν σε σαφώς φθηνότερα ξενοδοχεία από εκείνα των παραγόντων. Μπορούμε να θυμηθούμε επίσης τα μέχρι πρότινος λαμπερά εγκαίνια του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ και τον προκλητικά επιδεικνυόμενο διαχωρισμό, στους «μέσα» που τρώνε και πίνουν παρέα με τους διεθνείς επιμελητές, τους σταρ της tv, τους πολιτικούς και τους μεγαλοεπιχειρηματίες, και τους «απέξω», που απλώς κοιτάζουν με μια δόση φθόνου, ενώ στριφογυρίζουν νευρικά το πληρωμένο από την τσέπη τους ποτό στο χέρι, ελπίζοντας ότι θα έρθει σύντομα και η δική τους σειρά να περάσουν στην από κει μεριά.)
Οι καλλιτέχνες είναι ίσως οι μοναδικοί εργαζόμενοι που αν απεργήσουν κανείς δεν θα νοιαστεί, ίσως να μην το πάρει καν χαμπάρι, και η καθημερινή ζωή της κοινωνίας δεν θα επηρεαστεί στο παραμικρό από την ηθελημένη αεργία τους. Μπορούν να φωνάζουν όσο θέλουν - κανείς δεν φαίνεται να είναι πρόθυμος να τους ακούσει. Το συντριπτικό ποσοστό εξ αυτών ζουν συνεχώς στις παρυφές της ένδειας και, όσοι δεν έχουν άλλους πόρους, αναγκάζονται να ασκούν παράπλευρα ή και τελείως άσχετα επαγγέλματα προκειμένου να επιβιώσουν. Το ίδιο το σύστημα της ιδιόμορφης αγοράς στην οποία προσπαθούν να πουλήσουν την παραγωγή τους, δηλαδή το έργο τους, τους δυσκολεύει με ποικίλους τρόπους το δρόμο, αφού για λόγους αυτοσυντήρησης του ίδιου του συστήματος απαιτείται αυστηρός έλεγχος στην εισροή του νέου εμπορεύματος καθώς ανά πάσα στιγμή, η απολύτως τεχνητή ισορροπία των τιμών κινδυνεύει να καταρρεύσει. Το χρηματιστήριο της τέχνης δεν διαφέρει από το χρηματιστήριο της Σοφοκλέους και κάθε χρηματιστήριο ανά τον κόσμο. Η γνώση και η πρόβλεψη παίζουν κι εδώ καθοριστικό ρόλο για την επίτευξη του κέρδους. Και όσο πιο ελεγχόμενη μπορεί να είναι η πρόβλεψη τόσο πιο μειωμένος ο κίνδυνος για λάθος εκτιμήσεις και για τις συνεπαγόμενες απώλειες. Είναι κατανοητό λοιπόν γιατί οι μεγάλοι «παίκτες» δεν αρκούνται στην παθητική παρακολούθηση της διακύμανσης των τιμών αλλά παρεμβαίνουν δυναμικά στη διαμόρφωσή τους χρησιμοποιώντας προχωρημένες μεθόδους χειραγώγησης της αγοράς (η παρέμβαση αφορά τόσο στην παραγωγή όσο και στην διακίνηση). Είναι αυτονόητο ότι σε μια κλειστή αγορά όπως αυτή της τέχνης, η χειραγώγηση επιτυγχάνεται άμεσα και σχετικά εύκολα. Η ύπαρξη και ανάπτυξη της «δημόσιας σφαίρας» που περιγράψαμε παραπάνω είναι κάτι περισσότερο από απαραίτητη σε μια τέτοια πρακτική: είναι εκ των ων ουκ άνευ, βασική προϋπόθεση για την απρόσκοπτη λειτουργία, την αποτελεσματικότητα και την αναπαραγωγική ικανότητα του συστήματος.
Η ενσυνείδητη αποδυνάμωση αυτής της σφαίρας, με την απονομιμοποίηση της ρυθμιστικής λειτουργίας της και την αμφισβήτηση της αυθεντίας της, το πιθανότερο είναι ότι θα οδηγούσε το σύστημα σε αναπαραγωγική αδυναμία και σταδιακά στην καταστροφή. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε μια κάποια ελπίδα για έναν απελευθερωμένο κόσμο, δεν μένει παρά να απορρίψουμε το αίτημα που επικαλείται την ολοκληρωτική υπαγωγή της τέχνης στην ρυθμιστική λειτουργία και το ήθος του κεφαλαίου και της αγοράς. Ας πολλαπλασιαστούν τα παραδείγματα αυτοοργάνωσης εκθέσεων χαμηλού έως ανύπαρκτου προϋπολογισμού. Ας κυκλοφορήσουν φτηνά έντυπα, περιοδικά. Ας δημιουργηθούν παράλληλα κανάλια και δίκτυα επικοινωνίας, ανοικτά σε όλους που θέλουν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πραγματικά γόνιμου πεδίου για την αυτοδιάθεση, τον στοχασμό και την τέχνη. Χωρίς νταβαντζήδες, χωρίς σωτήρες.Έκθεση χωρίς τίτλο εναντίον της λογοκρισίας
Το έργο του οποίου η προβολή διακόπηκε με απαράδεκτα βίαιο τρόπο από την αστυνομία κατά τη διάρκεια της έκθεσης «Ι syghroni elliniki skini» στο πλαίσιο της Art Athina συνταιριάζει δυο διαφορετικές αφηγήσεις. Από τη μία την εκμετάλλευση των εθνικών συμβόλων από την αυταρχική πολιτική του ελληνικού κράτους της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και από την άλλη τη διάδοση της κινηματογραφικής πορνογραφίας ως μιας εσωτερικής και βασανισμένης διεξόδου των καταπιεσμένων ενστίκτων. Η χρήση αρχειακού υλικού, η κινηματογράφηση των αντίθετων στοιχείων, ο διάλογος, η ίδια η αντιπαράθεση των δύο αυτών φαινομενικά διαφορετικών αφηγήσεων δίνουν στο έργο τη δυνατότητα να μιλήσει με κοινό τρόπο για την πολιτική και την προσωπική ιστορία. Αυτή η δύναμη της συμπύκνωσης του νοήματος και των μορφών είναι ένα προνόμιο της τέχνης και η δική της συμβολή στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου.
Η κατάσχεση του έργου και ο θόρυβος που προκλήθηκε στη συνέχεια στην τηλεόραση από τους εκπροσώπους του ΛΑΟΣ, μεταξύ άλλων, θεωρούμε ότι συνιστά ευθεία προσπάθεια ελέγχου του συνόλου του δημόσιου λόγου. Θεωρούμε ακόμη ότι αποτελεί καπήλευση των συμβόλων που διατείνεται ότι υπερασπίζεται με σκοπό να τα κάνει καρικατούρες για την κολακεία του τηλεοπτικού κοινού. Θεωρούμε τέλος ότι προσπαθεί να υποκαταστήσει οποιαδήποτε άλλη πολιτική και καλλιτεχνική έκφραση με μια σειρά από στερεότυπα που αρνούνται την ίδια την ουσία της πολιτικής και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Για τον λόγο αυτό, οι καλλιτέχνες που συμμετέχουμε στην έκθεση και όλοι όσοι συνυπογράφουμε το κείμενο δηλώνουμε ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα και ουσιώδης υποχρέωση της τέχνης να διαπραγματεύεται ζητήματα που δεν απαιτούν τη συναίνεση όλων των φορέων του δημόσιου λόγου. Ακόμη περισσότερο μάλιστα δεν απαιτούν τη συναίνεση όσων καθημερινά πιστεύουν ότι διατυπώνουν αυτονόητες αξίες, ενώ στην πραγματικότητα διατυπώνουν μια πολιτική που επιχειρεί να καθυποτάξει όλες τις πτυχές του δημόσιου λόγου σε μια βαθιά συντηρητική και αυταρχική ρητορική.
Επιπλέον, όσοι συνυπογράφουμε το κείμενο δηλώνουμε ότι συνυπογράφουμε ως δημιουργοί και το έργο το οποίο λογοκρίθηκε δηλώνοντας από κοινού υπεύθυνοι κατά τον νόμο για οποιεσδήποτε άλλες διώξεις ή κυρώσεις υποστεί.
Τέλος, η έκθεση αυτή είναι χωρίς τίτλο θεωρώντας ότι πρόκειται για μια πράξη δήλωσης της αδιαλλαξίας μας απέναντι στην προσπάθεια σφετερισμού του χώρου της τέχνης και όχι για μια έκθεση με εφήμερο περιεχόμενο.
Πληροφορίες για συμμετοχή:
- Όποιος επιθυμεί να υπογράψει το κείμενο αυτό, μπορεί να αποστείλει ε-μέηλ στη διεύθυνση artlogokrisia@gmail.com
- Όποιος καλλιτέχνης επιθυμεί να συμμετέχει στην έκθεση με έργο του μπορεί να έρθει με το έργο στο χώρο της έκθεσης αύριο Δευτέρα μετά τις 4 το απόγευμα όπου θα αρχίσει και το στήσιμο της έκθεσης.
Πληροφορείς για την έκθεση:
Έκθεση χωρίς τίτλο, εναντίον της απαράδεκτης λογοκρισίας που σημειώθηκε στην Art Athina 2007.
Δευτέρα 4 - Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007
Ιάσωνος 45, Μεταξουργείο
[περισσότερα στο http://www.artlogokrisia.blogspot.com/]