Επίθεση των ΜΑΤ στην κατάληψη Μυλλέρου & Γερμανικού

Σήμερα νωρίς το πρωί χτυπήθηκε η κατάληψη Μυλλέρου και Γερμανικού. Μεγάλη αστυνομική δύναμη (ΜΑΤ και χαφιέδες) γέμισε την περιοχή του Μεταξουργείου και εκκένωσε την κατάληψη, η οποία μετρά ήδη ένα χρόνο ζωής με δημιουργικές παρεμβάσεις στη ζωή της γειτονιάς. Οι καταληψίες προσήχθησαν στη ΓΑΔΑ και θα περάσουν αυτόφωρο.

Το Μεταξουργείο είναι μια γειτονιά που τελευταία έχει μπει στο στόχαστρο της “ανάπλασης”. Εμπορευματοποίηση δημοσίων χώρων, αλματώδης οικιστική ανάπτυξη, αύξηση στα νοίκια, διώξιμο των μεταναστών, εξαφάνιση της “γειτονιάς” είναι μερικά από τα παθογενή σημάδια μίας τέτοιας “ανάπλασης”, που μέχρι τώρα έχει χτυπήσει το Ψυρρή, ένα μέρος του Θησείου και κατηφορίζει απειλητικά προς τα φιλόξενα (ακόμη) σοκάκια του Μεταξουργείου.

Τα παιδιά της κατάληψης γνώριζαν ότι θα έρχονταν αντιμέτωπα με το σκληρό πρόσωπο της καταστολής, αφού θα ήταν οι πρώτοι που θα αντιδρούσαν σε κάτι τέτοια σχέδια. Ίσως οι άπειρες χαμένες ώρες που έδωσαν, για να μετατρέψουν ένα εγκαταλελειμμένο χώρο σε χώρο δημιουργίας για τον καθένα, μπορεί να πάνε στράφι. Τίποτα όμως δε χάθηκε, όλα συνεχίζονται.]

[από το http://inlovewithlife.wordpress.com/2007/05/29/57/]

Γιατί μια αισθητική θεωρία σήμερα;

του Φώτη Τερζάκη

Να επαναπροσδιορίσουμε την αναγκαιότητα μιας αισθητικής θεωρίας σημαίνει να επαναπροσδιορίσουμε, σε κάποιον βαθμό, την αναγκαιότητα και τις θεμιτές μορφές του ίδιου τού φιλοσοφικού αναστοχασμού σήμερα. Διότι η μείζων αισθητική φιλοσοφία, όπως τη γνωρίσαμε από τα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα μέχρι τις αρχές του εικοστού, ήταν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης προσπάθειας που ανέλαβε η νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία να επανασημασιοδοτήσει τον κόσμο στο φως των νέων αναγκών και επιδιώξεων, στο φως των ιστορικών προταγμάτων του Διαφωτισμού· και η έκλειψη της Αισθητικής στον ορίζοντα του εικοστού αιώνα συνδέεται στενά με την ευρύτερη κρίση της φιλοσοφίας, εν μέρει υπό από την αντεπίθεση του εξειδικευμένου λόγου της τεχνοεπιστήμης που εισέρχεται στο προσκήνιο με νέα αυτοπεποίθηση αξιώνοντας να εκτοπίσει ως παρωχημένο ό,τι δεν έχει τη διπλή επικύρωση του επιστημονικού εργαστηρίου και του επίσημου πανεπιστημιακού θεσμού.

Το πρόγραμμα του παροπλισμού μίας γενικής Αισθητικής υπέρ εξειδικευμένων και τεχνικών θεωρητικών κλάδων των επιμέρους τεχνών ––μουσικολογία, εικαστική κριτική, θεατρολογία, θεωρία της λογοτεχνίας, κοκ.–– είναι θετικιστικό. Εμποδίζει την ολοποίηση της ιστορικής εμπειρίας και την αναστοχαστική σύνδεσή της με οικουμενικούς ανθρώπινους σκοπούς ή αξίες· συσκοτίζει τις σχέσεις που πλέκονται διαρκώς ανάμεσα σε κάθε μεμονωμένο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συνολική κίνηση της κοινωνίας, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την κυριαρχούσα μορφή των παραγωγικών σχέσεων και τις λογικές που διέπουν τη σχέση των μοντέρνων κοινωνιών με τη φύση. Το έσχατο νόημα μιας επιστημονικής ανακάλυψης, για παράδειγμα, όπως ακριβώς και η πλήρης σημασία μιας νέας τεχνοτροπίας, δεν προκύπτουν αποκλειστικά εντός του επιστημονικού ή του καλλιτεχνικού πεδίου αντίστοιχα αλλά από τον συσχετισμό των όσων συμβαίνουν στο εν λόγω πεδίο με την ευρύτερη δέσμη των κοινωνικών πρακτικών. Ο αναστοχασμός αυτής της λεπτής και συχνά αόρατης σχέσης δεν είναι έργο που μπορεί να αναλάβει η ίδια η επιστήμη, όμως, παρά μόνο εφόσον θέσει υπό ερώτησιν τα ίδια τα «επιστημονικά» της εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία· η τέχνη μοιάζει από τη φύση της πολύ πιο προικισμένη να την συλλάβει και να την αποκρυσταλλώσει σε παραδειγματικές μορφές, ωστόσο οι μορφές αυτές είναι κρυπτικές, απαιτούν δηλαδή και πάλι αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία – με μία λέξη, αναστοχασμό. Αυτός ο αναστοχασμός είναι η αρμοδιότητα και το καθήκον εκείνου που εξακολουθούμε να ονομάζουμε φιλοσοφία.

Η καχυποψία, ωστόσο, απέναντι στην παλαιά φιλοσοφική Αισθητική, όπως και στην παραδοσιακή φιλοσοφία εν γένει, έχει με το μέρος της ένα ποσοστό δικαίου που πρέπει να σταθμίσουμε επακριβώς. Μετά την κρίση του φιλοσοφικού συστήματος ––τελευταίο πραγματικό σύστημα ήταν ίσως η φιλοσοφία του Χέγκελ–– αναπτύσσεται ένας κριτικός τύπος του φιλοσοφείν που θέτει στον εαυτό του πολύ πιο συγκεκριμένα καθήκοντα. Με μία έννοια, ανακατανέμονται οι προτεραιότητες μεταξύ του γενικού και του ειδικού. Γίνεται κοινή συνείδηση ότι πρέπει να ξεκινάμε από το ειδικό, το συγκεκριμένο, από τα προσδιορισμένα προβλήματα που μας θέτει η υλικοϊστορική μας ύπαρξη, των οποίων η αντιμετώπιση απαιτεί μια διαρκώς διευρυνόμενη εννοιοποίηση· αυτή η τελευταία όμως δεν πρέπει να χάνει ποτέ από τα μάτια της τον ειδικό και συγκεκριμένο της στόχο. Σε αυτό το φως η παραδοσιακή φιλοσοφία κρίνεται ένοχη μιας υπερβολικής ροπής στο αφηρημένο, ενός υπερβάλλοντος δογματισμού στην τάση της να ζητεί ή να αξιώνει διιστορικώς ισχύουσες «πρώτες αρχές» (ή αμετακίνητους «τελικούς σκοπούς»). Τηρουμένων των αναλογιών, η παραδοσιακή αισθητική πάσχει από ένα ανάλογο πρόβλημα. Έλαβε ως αφετηρία της μιαν αφηρημένη έννοια του ωραίου, ξεχνώντας να αναστοχαστεί την ιδιάζουσα ιστορική εμπειρία που γεννά και καθιερώνει τέτοια κοινωνικά αισθήματα και αξίες, όπως και τη σχέση που κατ’ ανάγκην υφίσταται, μετά την καθιέρωση ενός τέτοιου αισθήματος και μιας τέτοιας αξίας, ανάμεσα στο ίδιο και σε ό,τι χρειάστηκε αυτό να αρνηθεί ––απωθήσει–– προκειμένου να καθιερωθεί ως τέτοιο (εν προκειμένω, το «άσχημο»). Κατά μία έννοια, ο παραδοσιακός αισθητικός στοχασμός στη Δύση αξίωσε μιαν απόλυτη αξία, το ωραίο (στον Πλάτωνα φαίνεται ήδη καθαρά το πρώτο δογματικό βήμα), κι εν συνεχεία εξέτασε την δραστηριότητα που αποκαλούμε τέχνη σαν κιβωτό και ενσάρκωση, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη κατά περίπτωση, αυτού του στοιχείου. Σήμερα ξέρουμε καλά ότι πρέπει να ξεκινάμε αντίστροφα: η ίδια η τέχνη είναι η δραστηριότητα που κατασκευάζει τα κοινωνικά μας αισθήματα περί ωραίου, τα οποία παρουσιάζουν δραματική ανομοιογένεια από πολιτισμό σε πολιτισμό και από κοινωνία σε κοινωνία, και το κάνει αυτό ανταποκρινόμενη σε συλλογικές ανάγκες ή αιτήματα ολοκλήρωσης και ευτυχίας τα οποία μένουν ανεκπλήρωτα στις τρέχουσες συλλογικές πρακτικές του εκάστοτε πολιτισμού· γι’ αυτό και όλη η ατελείωτη ποικιλία των δραστηριοτήτων τις οποίες μπορούμε σε οιονδήποτε πολιτισμό να υπαγάγουμε σε κάποια έννοια τέχνης (όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα), παρουσιάζουν αξιοσημείωτη αντίθεση (που είναι σε κυμαινόμενο βαθμό και συμπληρωματικότητα, αναλόγως του πόσο συνεκτική εσωτερικά είναι η κοινωνία ή ο πολιτισμός που εξετάζουμε) με τις εργαλειοτεχνικές, δηλαδή εργασιακές και πολιτικοδιοικητικές πρακτικές του ίδιου αυτού πολιτισμού. Εξ άλλου η ίδια η «τέχνη» είναι μια ιστορικά συστημένη ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία εμφανίζεται σε ορισμένου τύπου κοινωνίες και όχι άλλες· για ένα μεγάλο διάστημα της ανθρώπινης ιστορίας, και σε ορισμένους πολιτισμούς ακόμα, λειτουργίες ανάλογες με αυτές που επιτελεί στις δικές μας κοινωνίες η «τέχνη» ανήκαν στην αρμοδιότητα των λειτουργών του ιερού και στη σφαίρα της μαγικοθρησκευτικής τελετουργίας. Μια ιστορική και ανθρωπολογική εξέταση των καλλιτεχνικών μορφών με τις οποίες είμαστε σήμερα εξοικειωμένοι δείχνει ότι σε μεγάλο βαθμό κατάγονται από ιερές τελετουργίες.

Όλες αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να συνοψιστούν σε δύο θέσεις, εκ πρώτης όψεως αντιφατικές μεταξύ τους: πρώτον, η παραδοσιακή φιλοσοφική Αισθητική είναι οριστικά πεπαλαιωμένη και κάθε απόπειρα παλινόρθωσής της σήμερα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία· δεύτερον, επείγει όσο ποτέ άλλοτε ένας φιλοσοφικά ενήμερος αισθητικός αναστοχασμός, ριζικά ιστορικοποιημένος και με κριτική στόχευση, στενά συνδεδεμένος με την αγωνία για το μέλλον της τέχνης στις κοινωνίες μας. Και όταν λέμε «το μέλλον της τέχνης», εννοούμε όχι τόσο τις καθιερωμένες μορφές τέχνης οι οποίες μπορούν να αλλάζουν απεριόριστα σχήμα, ακόμη και όνομα, αλλά κυρίως εκείνο που διακυβεύεται μέσ’ από την τέχνη: το αίτημα μιας απεριόριστης εκφραστικής ελευθερίας, συνδεδεμένο στενά με την άρση των αποξενωμένων μορφών εργασίας, το αίτημα μιας επανασυμφιλίωσης με την υλική φύση, εσωτερική και εξωτερική, που δεν θα γίνεται πλέον αντιληπτή ως νεκρό πεδίο κυριαρχίας αλλά ως έμψυχος συνομιλητής του ανθρώπου, το αίτημα για σωματική, αισθησιακή πλήρωση και ευτυχία που ένας μονόπλευρα εξορθολογισμένος και εργαλειοτεχνικός πολιτισμός έχει θυσιάσει στον βωμό της αποτελεσματικότητας, της συσσώρευσης πλούτου και εξουσίας, που είναι η ίδια σύμπτωμα μιας παρανοϊκής ––και σε αυτό τον βαθμό αυτοκαταστροφικής–– φαντασίωσης παντοδυναμίας.


Η ελαφριά συνωμοσία των βραδινών λεωφορείων και ο εκ των πραγμάτων εκβιασμός

Του Ανδρέα Κασάπη (ark)

Γυρνώντας το πρωί μετά από (άλλη) μία ανιαρή νύχτα στη διασκεδασούπολη.
Βρισκόμαστε με μια ανεκπλήρωτη αίσθηση ότι όλες οι πραγματικές συνιστώσες ήταν εκεί προκειμένου να προκύψει κάτι το διαφορετικό, αυτό όμως δεν συνέβη..
Κάτι διαφορετικό που θα μας έδινε πάτημα για συγκρίσεις. Δεν θα ευελπιστούσαμε σε μια διαφορετικότητα που θα λειτουργούσε “επιφημητικά” για τις πράξεις μας, αλλά μια διαφορετικότητα που θα λειτουργούσε αμετάκλητα για τις παραδοχές μας.
Αντί γι’ αυτό βρεθήκαμε να παριστάνουμε το αλλιώτικο, το εξωτικό που χρειαζόμαστε προκείμενου να στηρίξουμε το φαντασιακό μας πολιτισμικό προφίλ. Ένα σύστημα αναφορών χωρίς ουδεμία παραδοχή. Κούφια λόγια χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς εκρήξεις και χιούμορ…

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Φώτη Τερζάκη

Την Τρίτη 22 Μαΐου 2007, στις 20.00΄, στον «Χώρο πολιτισμού & διαλόγου Αβέρωφ 7» (Αβέρωφ 7α, Χαλάνδρι, τηλ. 210 6817392) θα παρουσιαστεί το νέο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής θεωρίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας.

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Περισσότερες πληροφορίες: 210 5226173, futura@ath.forthnet.gr

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Φώτη Τερζάκη

Την Πέμπτη 17 Μαϊου 2007, στις 20.00΄, στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο “Nosotros” (Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια, www.nosotroscommunity.gr), θα παρουσιαστεί το νέο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής θεωρίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας.

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Περισσότερες πληροφορίες: 210 5226173, futura@ath.forthnet.gr

Οι "παραισθήσεις" της Ιστορίας

Η Κοινότητα Ανοικοδόμησης (Reconstruction Community) διοργανώνει συζήτηση με θέμα: «Οι "παραισθήσεις" της Ιστορίας: Επινόηση και Αποϊστορικοποίηση» την Πέμπτη 10 Μαΐου 2007 και ώρα 20:00 στο Θέατρο Σχεδία (Βουτάδων 34, Γκάζι, τηλ. 210.3477448). Στις 19:00 θα προηγηθεί η προβολή του ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου «Για μια θέση στο χορό» (52΄).
Η Ιστορία είναι η συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας και ταυτόχρονα –σύμφωνα με τον Γκυ Ντεμπόρ– «το μέτρο μιας πραγματικής καινοτομίας», υπό την έννοια ότι η ιστορική γνώση θα έπρεπε να διαρκεί και να βοηθά στην κατανόηση όσων θα συμβούν εκ νέου.
Οι κλασικές οριοθετήσεις των επιστημονικών πεδίων υφίστανται, εδώ και μερικές δεκαετίες, μια σφοδρή κριτική. Ακόμη περισσότερο αμφισβητούνται τα τυπικά επιστημολογικά κριτήρια στα οποία ανταποκρίνονται και οι πιο «σκληρές» εμπειρικές επιστήμες, όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία. Τι είναι επιστημονικό; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα σ’ αυτό που χαρακτηρίζεται επιστημονικό ή όχι; Μπορούμε να αποφύγουμε την υποκειμενική διάσταση της ιστορίας και με ποια κριτήρια;

Θέλοντας να δώσει περιεχόμενο στα ερωτήματα, η Κοινότητα Ανοικοδόμησης (
Rec. Com.) διοργανώνει εκδήλωση-συζήτηση γύρω από τα δύο βασικά συμπτώματα της επιστημολογικής κρίσης στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης: τις επινοημένες παραδόσεις και την τάση αποϊστορικοποίησης γεγονότων, ιστορικών περιόδων, καλλιτεχνικών ρευμάτων κ.λπ. Βασικός στόχος είναι να αναπτυχθεί μια διαλεκτική αντιπαράθεση που θα μας επιτρέψει, μέσα στην κοινωνική καθημερινότητα, να αναγνωρίσουμε και να αμφισβητήσουμε τέτοιου είδους ιδεολογικές σκοπιμότητες.

Εισηγήσεις
«Τι είναι ιστορία;» | Μαριάνθη Κοτέα (λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Παν/μίου)
«Όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει και το μέλλον» | Νίκος Δασκαλοθανάσης (επίκουρος καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθήνας)
«Έθνος: φύλακας-άγγελος και δαίμονας» | Ιωάννα Κατσιαμπούρα (διδάκτωρ ιστορίας, ερευνήτρια)
«Η κριτική στο μεταμοντέρνο επιχείρημα υπό την οπτική της ιστορικής κοινωνιολογίας» | Νίκος Βαφέας (λέκτορας στο Τμήμα Κοινωνικών και Φιλοσοφικών Σπουδών του Παν/μίου Ρεθύμνου)

Παρεμβάσεις
«Το τεκμήριο της εικόνας» | Μέλιννα Καμινάρη (φωτογράφος, υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού του Παντείου Παν/μίου)
«Γκρίκλις?» | Μάνος Κορνελάκης (καλλιτέχνης)
«Φούνες ο μνήμων και το βάρος της ιστορίας» | Γκέλυ Γκρυντάκη (επιμελήτρια)

Συντονισμός: Κατερίνα Νασιώκα

Κοινότητα Ανοικοδόμησης / Reconstruction Community
www.reconstruction.gr

info@reconstruction.gr

Αστική νεοτερικότητα και Τέχνη

Του Φώτη Τερζάκη

«Εκείνο που δίνει στη σύγχρονη τέχνη όλη τη ριζοσπαστική της αιχμή είναι ακριβώς η χειραφέτηση από λειτουργικά ή λατρευτικά συμφραζόμενα και από κοινωνικά προκαθορισμένα καθήκοντα. Από τη στιγμή που θεωρήθηκε ζήτημα ατομικής ιδιοφυΐας και έμπνευσης ενός χαρισματικού καλλιτέχνη, έγινε έμβλημα της ίδιας τής ανθιστάμενης υποκειμενικότητας απέναντι σε μια κοινωνία η οποία γίνεται αντιληπτή πλέον ως απειλή για τις ανάγκες του ατόμου. Η αστική κοινωνία, το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρήκε για πρώτη φορά η τέχνη την αυτονομία της και έγινε Τέχνη, είναι κοινωνία από την ίδια της την υφή θεμελιωμένη σε μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ ατομικού και ολότητας: μοντέλο της είναι ο ανταγωνισμός των ιδιοκτητών στην αγορά. Η γενικευμένη σύγκρουση που σοβεί στα θεμέλιά της συγκαλύπτεται προς στιγμήν από την ιστορική αισιοδοξία της τάξης που συγκέντρωσε στα χέρια της όλες τις εξουσίες ανάμεσα στον δέκατο έκτο και τον δέκατο όγδοο αιώνα, αλλά η βουή της αρχίζει ν’ ακούγεται απειλητικά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και καθώς προχωρούμε στον δέκατο ένατο αιώνα. Οι πνευματικές σφαίρες του φιλελεύθερου καταστατικού χάρτη σείονται συθέμελα και στρέφονται η μία εναντίον της άλλης, καθώς η πολιτική-διαχειριστική ελίτ που εξακολουθεί να αντλεί τη νομιμοποίησή της από τα κελεύσματα του Πρακτικού Λόγου ανταγωνίζεται σκληρά για την εξουσία με την προσηλωμένη στα εργαλειακά αιτήματα του Καθαρού Λόγου τεχνοεπιστήμη, ενώ η τέχνη και η καλαισθησία, το καταφύγιο της Κριτικής Δύναμης, ανοίγει ένα διπλό μέτωπο απέναντι και στις δύο που πασχίζουν να καταπιούν την εύθραυστη αυτονομία της. Στον δέκατο ένατο αιώνα ακριβώς η ανεξαρτησία της τέχνης και του καλλιτέχνη γίνεται σάλπισμα αντίστασης στην «πεζότητα» μιας εμπορευματικής και τεχνοκρατούμενης κοινωνίας, καθώς όμως μεταβαίνουμε στον εικοστό αιώνα η παροξυσμική όξυνση του αιτήματος για ανεξαρτησία πέφτει θύμα της ίδιας της τής αυταπάτης: «καθαρή τέχνη», σε τελευταία ανάλυση, θα πει καθαρή ανταλλακτική αξία. Η πρώτη που το συνέλαβε, πίσω από την πλάτη των καλλιτεχνών, ήταν η διογκούμενη εκθεσιακή σφαίρα που γεννήθηκε ως θεσμός της καινούργιας αγοράς για τα «έργα τέχνης», στον κώδικα της οποίας ο μύθος της μοναδικότητας του καλλιτέχνη μεταγράφει το νόημα του ανεκτίμητου από το μη ανταλλάξιμο στο αστρονομικό και το ίδιο το έργο μετατρέπεται σε διαφήμιση της τιμής του. Όσοι από τους δημιουργούς κατάλαβαν γρήγορα τι έχει παιχτεί εδώ, ξεκίνησαν έναν διαρκή ανταρτοπόλεμο με τα γούστα των εμπόρων και του κοινού ή εξήγγειλαν οργισμένα οι ίδιοι το τέλος της «τέχνης».

Η ιστορική περιπέτεια της τέχνης στην αστική νεοτερικότητα είναι εξόχως διδακτική για όποιον έχει την αφέλεια να παίρνει κατά γράμμα τις διακηρύξεις της τελευταίας. Η αστική υποκριτικότητα και ψευδολογία συνυφαίνεται καταστατικά με τα ίδια τα θεωρητικά προγράμματα που εξήγγειλε η νέα κοινωνία από την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων, και δεν υπάρχει πνευματική παραγωγή του σύγχρονου κόσμου η οποία να μπορεί να κριθεί σε τελευταία ανάλυση από άλλη σκοπιά εκτός από εκείνη μιας δραστικής κριτικής της ιδεολογίας. Από αυτή την οπτική δεν εξαιρούνται οι τρεις «ανεξάρτητες» πνευματικές σφαίρες, τις οποίες θα μπορούσε κάποιος να συζητήσει εκτενώς ως τις τρεις θεμελιώδεις αυταπάτες της νεοτερικότητας: η γνωσιολογική αυταπάτη, που ήταν απαραίτητη για να συσταθεί όλη η σύγχρονη επιστήμη και παραμένει ακόμα το θεμελιακό της στήριγμα, η οποία συνίσταται στην ψευδαίσθηση πως το πραγματικό είναι εννοιακά αναγώγιμο και πως η γνώση «κατέχει» το αντικείμενό της· η ηθικοπρακτική αυταπάτη, που συνίσταται στην ψευδαίσθηση πως υπάρχει μια «ελεύθερη βούληση», ανεξάρτητη δηλαδή από το σύνθετο πλέγμα των κοινωνιοψυχολογικών και βιολογικών παραγόντων που μορφοποιούν τη μεμονωμένη ατομικότητα, κι ένα «αυτόνομο» εγώ που δεν θέλει να ξέρει τίποτε για τις ορμικές του συνιστώσες, του οποίου η έτσι κατασκευασμένη «ελευθερία» απολήγει σε μια ομολογία υπακοής στον εσωτερικευμένο κοινωνικό κανόνα· και η αισθητική αυταπάτη, που συνίσταται στην ψευδαίσθηση της αυτοτέλειας της «μορφής». Η κριτική αυτής της τελευταίας αυταπάτης μπορεί να φωτίσει το τραγικό πεπρωμένο της τέχνης στον αιώνα της μεγάλης κρίσης, τον εικοστό αιώνα, και μέσω αυτού τη σύστοιχη έκλειψη του όρου Αισθητική στις σημερινές θεωρητικές συζητήσεις.

Για την αυτοτέλεια της «μορφής» ισχύει κατ’ αρχάς ότι και για την αυτάρκεια της «έννοιας»: έχει κατασκευαστεί ως απώθηση του υλικού περιεχομενικού στοιχείου και είναι σύμμετρη με την ακατάσχετη επιδίωξη κυριαρχίας εκ μέρους ενός εργαλειακού πνεύματος πάνω στον κόσμο και τη φύση. Η μεταφυσικά κατοχυρωμένη από τους μεγάλους μονοθεϊσμούς διάκριση ανάμεσα σε φθαρτό σώμα και άφθαρτη ψυχή είναι μέρος της ίδιας διαδικασίας και έχει το ίδιο ακριβώς νόημα: να επεκτείνει την κυριαρχία μιας ιμπεριαλιστικά διογκούμενης υποκειμενικότητας πάνω στο ίδιο της το σώμα και στις προ-υποκειμενικές του ορμικές και μιμητικές δυνάμεις, σαν μέρος μιας αποτελεσματικής κυριάρχησης της φύσης. Στο τέρμα αυτής της διαδικασίας η ίδια η «έλλογη» υποκειμενικότητα είναι καταδικασμένη να συντριβεί από τις δυνάμεις που μόνη της εξαπέλυσε: το όνειρο μιας απεριόριστης εργαλειοτεχνικής κυριαρχίας πάνω στη φύση γίνεται ο εφιάλτης του τεχνικοποιημένου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, των συνεπειών του οποίου μόλις σήμερα γινόμαστε έντρομοι μάρτυρες… Και ο σχηματισμός που πυροδότησε αυτή την τελευταία εκτίναξη του πολιτισμού προς το αυτοκαταστροφικό του όριο, είναι ακριβώς η διαμόρφωση μιας κοινωνίας της αγοράς: ακριβέστερα, η οργάνωση ολόκληρης της κοινωνικής σφαίρας με όρους εμπορευματικής αγοράς. Πρότυπο της άσαρκης «έννοιας» είναι το χρήμα ως αφηρημένο γενικό ισοδύναμο, και μοντέλο της καθαρής «μορφής» η απαλλαγμένη από κάθε υλικό συσχετισμό ή ποιοτικές χρήσεις ανταλλακτική αξία.»

- Απόσπασμα από την Εισαγωγή του βιβλίου του Φώτη Τερζάκη Τροχιές του αισθητικού. Η ιστορική σύσταση μιας αισθητικής φιλοσοφίας και ο ανθρωπολογικός της ορίζοντας που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις futura.

Θέσεις για την παραγωγή αληθινών γεγονότων [Θέσεις 1-6]

«Τα γεγονότα δεν έχουν καθαυτά κανένα κύρος
Χέγκελ

1

Ως αληθινό γεγονός ορίζουμε τις ποικίλες εκδηλώσεις της εμπρόθετης δράσης των ατόμων, που αποσκοπούν στη ριζική αλλαγή της πορείας του πολιτισμού, μέσω της πρόκλησης ρηγμάτων στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και στην καταστροφή της συνέχειας του πραγματικού ως έχει.

Το ψευδές γεγονός, αντίθετα, είναι η άρνηση δυνατότητας παραγωγής του αληθινού γεγονότος. Έτσι το αληθινό γεγονός δεν μπορεί παρά να είναι η «άρνηση της άρνησης».

2

Το ρήγμα που προκαλείται από το αληθινό γεγονός είναι το σημείο εκδήλωσης της καθαρής πράξης. Το ρήγμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ριζοσπαστικό και άρα επαναστατικό. Σε αυτό καταβαραθρώνεται το τρένο της συνεχούς ανάπτυξης, μαζί με τη συνεπαγόμενη γραμμική πρόοδο της Ιστορίας, ενώ διανοίγεται το «πέραν της τρέχουσας πραγματικότητας» πεδίο, η εναλλακτική δυνατότητα που προβάλει κάθε στιγμή στο άμεσο τώρα.

Το ψευδές γεγονός γεφυρώνει με κάθε τρόπο τα ρήγματα και υπερασπίζεται την αιτιοκρατία του γραμμικού χρόνου καταφάσκοντας στην πραγματικότητα «ως έχει» και συντηρώντας την «ιδεολογική ψευδο-καθολικότητα, η οποία θεωρεί το σημερινό status quo ως παγιωμένη ανθρώπινη καθολικότητα» [Michael Löwy]. Το ψευδογεγονός δεν είναι παρά ο μισθοφόρος της υπάρχουσας πραγματικότητας στον πόλεμό της για καθολική κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και τη φύση.

3

Το αληθινό γεγονός επιδιώκει την αναμνημόνευση του παρελθόντος, τη διατήρηση της μνήμης και των δυνατοτήτων που χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Τα άτομα μαθαίνουν από το παρελθόν, έτσι μπορούν να στοχεύουν στη διαμόρφωση ενός πιθανού απελευθερωμένου μέλλοντος μέσα από την άμεση, καίρια παρέμβαση στο τώρα.

Το ψευδές γεγονός δηλώνει με κάθε τρόπο ότι είναι σύγχρονο και επίκαιρο, έτσι καταφέρνει να συγκαλύπτει και να αφήνει συνεχώς πίσω του το παρελθόν (το επικαλείται μόνο ως «Ιστορία», «φυλετική συνέχεια» και «παράδοση») όπως και το τώρα (το επικαλείται μόνο ως αποθέωση της δυνατότητας εκπλήρωσης κάθε καταναλωτικής επιθυμίας), για να προβάλλει συνεχώς ένα υποσχετικό μέλλον, αποκρύπτοντας επιμελώς ότι, ακόμα και τότε, παρά τη συντελεσμένη υλικοτεχνική «πρόοδο» οι όροι της κυριαρχίας, της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης, θα συνεχίσουν να υφίστανται.

4

Οι όροι παραγωγής του ψευδο-γεγονότος είναι πάντοτε όροι κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Αποτελούν μήτρα γέννησης και επιβολής σχέσεων οι οποίες ετεροκαθορίζονται υπό την οργανωτική αρχή μιας ολοκληρωτικής σημαίνουσας δομής (αγορά, θεσμοί, ιδεολογία) που αποβλέπει στη διαιώνιση των όρων λειτουργίας της: δηλαδή των όρων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Το αληθινό γεγονός δεν υπακούει σε κανέναν από τους παραπάνω όρους. Τους αγνοεί και με κάθε ευκαιρία υποσκάπτει τα θεμέλια του κύρους τους. Συγκροτείται πάντα ως άρνηση και ποτέ ως κατάφαση του ήδη υπάρχοντος και αποσκοπεί στο να αποκαλύψει και να διαλύσει κάθε μορφή υποστήριξης, να αποδομήσει κάθε σημασία του δεδομένου και να προκαλέσει ρήγματα στη γραμμική πορεία εκδήλωσής του. Το αληθινό γεγονός «είναι σαν ένας μυστικός πράκτορας που παίζει το παιχνίδι της Λογικής με σκοπό όμως να υπονομεύει το κύρος της (όπως και της Αλήθειας, της Εντιμότητας, της Δικαιοσύνης, κτλ.)» [Paul Feyerabend].

5

Το αληθινό γεγονός αρνείται ριζικά την ανεξάρτητη, εξωτερική δύναμη που με τη μορφή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης θέτει εαυτόν πέρα και υπεράνω των ατόμων. Η αποδέσμευση της παραγωγικής δύναμης των ατόμων που δρώντας αυθόρμητα δημιουργούν το αληθινό γεγονός είναι καθοριστική, άρα επιτακτική ως προϋπόθεση παραγωγής αληθινών γεγονότων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η παραγωγική δύναμη καταστέλλεται ή διαστρέφεται μέσα στο ψευδο-γεγονός αφού τελεί πάντα υπό τον έλεγχο και την προσταγή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης και έτσι δεν μπορούν ποτέ να διαφανούν οι πραγματικές δυνατότητές της.

Το ψευδές γεγονός, ακόμα και όταν μεταμφιέζεται και η ρητορική που χρησιμοποιεί ενίοτε ή η μορφή που παίρνει είναι «ανατρεπτική», αποφεύγει κάθε αληθινή αναμέτρηση με το παραπάνω δεδομένο καθώς οι ίδιες οι προϋποθέσεις του εδράζονται στις παρούσες συνθήκες που διαμορφώνουν το συγκεκριμένο πλαίσιο παραγωγής του. Το ψευδο-γεγονός προϋποθέτει το δεδομένο ως δεδομένο ενώ παράλληλα συμβάλλει στην περεταίρω τεκμηρίωσή του ως τέτοιο, με τον ενεργό του ρόλο στη βιομηχανία ανακύκλωσης της μυθολογίας του «ρεαλιστικά εφικτού». Το ψευδο-γεγονός δεν εκπληρώνει ποτέ τις απαιτήσεις του ίδιου του διακηρυγμένου σκοπού του, εκχωρεί την όποια σημασία του σε μια αλλότρια, ηγεμονική δομή που του επιβάλλεται κανονιστικά: το ορίζει, το ελέγχει και εν τέλει το προκαλεί να συμβεί, γνωρίζοντας σχεδόν πάντα εκ των προτέρων την αυστηρά ντετερμινιστική εξέλιξη των αντιδράσεων που αυτό θα προκαλέσει.

6

Η επαναστατική θεωρία και δράση είναι ένα παράδειγμα αληθινού γεγονότος σε αντίθεση με κάθε ψευδο-πρωτοποριακή ή ψευδο-εναλλακτική πρόταση που αυτο-νοηματοδοτείται καλλιεργώντας τη μυθολογία της ρήξης με το υπάρχον σύστημα και την τρέχουσα πραγματικότητα ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή και διατήρησή τους. Για να το πούμε αλλιώς: δεν νοείται ρήξη σε επίπεδο περιεχομένου όταν οι καταστατικές συνθήκες παραγωγής και διακίνησης αυτού του περιεχομένου παραμένουν ως έχουν. Το πλαίσιο που θέτουν οι συνθήκες παραγωγής και διακίνησης αποτελεί το καίριο νόημα κάθε σχέσης που διαμορφώνεται εντός του και καμία ριζοσπαστική θεωρία και πρακτική δεν είναι εφικτή, πόσο μάλλον τελεσφόρα, αν δεν υπερβαίνει και δεν επαναπροσδιορίζει ταυτόχρονα αυτές τις συνθήκες στην προοπτική μιας αληθινά απελευθερωμένης ανθρωπότητας. «Αυτό που το ανθρώπινο ον έχει κάνει στα άλλα ανθρώπινα όντα και στη φύση πρέπει να σταματήσει, και να σταματήσει ριζικά – μόνο μετά μπορούν να αρχίσουν να υπάρχουν η ελευθερία και η δικαιοσύνη» [Herbert Marcuse].

Τα τρία μοντέλα τέχνης

«Πρώτον, υπάρχει το μοντέλο των ελιτιστών, σύμφωνα με το οποίο, ο ρόλος της τέχνης είναι να εξευγενίζει τα ήθη. Εδώ, ο χώρος της δράσης είναι το έθνος, η οργανωτική μορφή είναι οι θεσμοί, το ρεπερτόριο είναι οι καθιερωμένες νόρμες και τα έργα που φιλοδοξούν να αποτελέσουν μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής, και το βασικό κοινό είναι η πολιτιστική ελίτ. Ο παραδοσιακός πολέμιος αυτού του μοντέλου είναι η λαϊκή [pop] κουλτούρα, η οποία θεωρεί ως πρωταρχικό ρόλο της τέχνης τη διασκέδαση. Εδώ, ο χώρος δράσης είναι η αγορά, η οργανωτική μορφή είναι οι επιχειρήσεις και το κοινό είναι μαζικό. Σε αντίθεση και με τα δύο αυτά μοντέλα, υπάρχει ένα τρίτο που θέλει να προκαλεί (τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως μορφή): ορίζει το ρόλο των τεχνών ως αμφισβήτηση. Ο χώρος δράσης του είναι η κοινότητα, η οργανωτική του μορφή είναι το συλλογικό και το κοινό του μπορεί να είναι μεν ποικίλο, αλλά το κρατά ενωμένο η κοινή δέσμευση για αλλαγή

- David Edgar (επιμ.), State of Play, London, 1999, σ. 11 [παρατίθεται στο Τέρυ Ήγκλετον, Η έννοια της κουλτούρας, μτφρ. Ηλίας Μαγκλίνης, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2003, σσ. 209-210.]

Ανεξάρτητη έκθεση


Η αφορμή αυτής της έκθεσης δεν υπάρχει.

Δεν υπάρχει με την έννοια ότι η ανάγκη για την παρουσίαση των έργων αυτών είναι το ίδιο αυθαίρετη με οποιαδήποτε άλλη κίνηση, πολιτισμική ή προσωπική.

Ευελπιστεί να αιωρηθεί σε ένα ασταθές και μεταβλητό πλαίσιο που ορίζεται από κανόνες φιλίας, πολιτικών και αισθητικών πεποιθήσεων και προσωπικών αναγκών.

Αδυνατούμε να αναπτύξουμε την οποιαδήποτε επιμελητική μυθοπλασία όχι επειδή επιδιώκουμε μια ανεξάρτητη θέση της τέχνης από το κοινωνικό-αισθητικό πλαίσιο, αλλά επειδή θεωρούμε ότι ο εκάστοτε ορισμός ενός τέτοιου πλαισίου στην «μεταμοντέρνα συνθήκη» είναι μια πράξη αυτοανατρεπτική και συχνά ανυπόστατη.

Συνεπώς προτείνουμε ένα πλαίσιο που αυτο-ορίζεται μέσα από την εμπειρία.

Με λίγα λόγια η έκθεση αυτή γίνεται γιατί γουστάρουμε.

Επικοινωνία: hirst_damienhirst@yahoo.com

Ανεπίκαιρα σχόλια, Τρίτη 10 Απριλίου 2007

Είναι προφανές: Η ελευθερία των επιλογών σου έχει ως όριο το συμφέρον των χορηγών σου. *** Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με πραγματικούς περιορισμούς –το ότι δεν μπορείς να δαγκώσεις δηλαδή το χέρι που σε ταΐζει–, αλλά και με περιορισμούς στην πρόσληψη συγκεκριμένων αξιακών παραδοχών της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας· και εντέλει, με την αμαχητί παράδοσή σου σε μια ιδεολογία. *** Είναι αλήθεια ότι η ιδεολογία αυτή έχει κυριαρχήσει ολοκληρωτικά σήμερα· συσκοτίζει τον ορίζοντα, καθιστά κάθε σημείο φυγής δυσδιάκριτο, αν όχι παντελώς αόρατο. *** «Ζούμε σε κοινωνίες που στόχος τους είναι όχι μόνο να αντιμάχονται ριζοσπαστικές ιδέες, όπως κανείς εύκολα θα ανέμενε, αλλά και να τις εξαλείφουν από τη ζωντανή μνήμη· να προκαλούν δηλαδή μια κατάσταση αμνησίας, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ τέτοιες ιδέες, τοποθετώντας τες πέρα από τις δυνατότητες της αντίληψής μας.» [Terry Eagleton, Η ιδεολογία του αισθητικού, (Αθήνα: Πολύτροπο, 2006), σ. 53.] *** Πρόκειται για έναν ολοκληρωτικό ορθολογικό μηχανισμό διαχείρισης, ο οποίος αυτοαναπαράγεται απρόσκοπτα σε κάθε επίπεδο της ανθρώπινης δραστηριότητας και επιβάλλεται, λόγω της παραγωγικής αποτελεσματικότητάς του, ως ο μοναδικός ορθός τρόπος παραγωγής του πραγματικού, συμπεριλαμβάνοντας, τόσο αναδρομικά όσο και προκαταβολικά, κάθε αντίρρηση που εγείρεται εναντίον του. *** Η ιδεολογία του καθηλώνει τη συνείδηση στη μιζέρια της καταναλωτικής ευδαιμονίας, της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, της μαζικής κουλτούρας και της επίπλαστης ευτυχίας που προσφέρει η πολυδιαφημιζόμενη ασφάλεια της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του ορθολογικού κράτους από τις θανάσιμες απειλές του σύγχρονου «ανορθολογικού», κατακερματισμένου και ανερμάτιστου, χαοτικού κόσμου. *** «Υποτάσσοντας ολόκληρη τη ζωή στις απαιτήσεις της διατήρησής της, η δεσπόζουσα μειονότητα, μαζί με τη δική της ασφάλεια, εγγυάται και τη διάρκεια του όλου.» [Μαξ Χορκχάιμερ - Τέοντορ Β. Αντόρνο, Διαλεκτική του διαφωτισμού, (Αθήνα: Νήσος, 1996), σ. 71.] *** Η λύτρωση από την αναγκαιότητα της επιβίωσης προσφέρεται ως μια ευτοπία του υπερπλεονάζοντος εμπορεύματος. Σε αυτήν την ευτοπία, που υπόσχεται την ικανοποίηση κάθε επιθυμίας, όλα είναι ανταλλάξιμα, άρα μετρήσιμα και κατηγοριοποιημένα – τακτοποιημένα, όπως αρμόζει στην εύτακτη πραγματικότητα του σούπερ μάρκετ. *** Το σούπερ μάρκετ λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι η συμβολική συμπύκνωση του δόγματος που δοξάζει ο σύγχρονος πολιτισμός: εκεί σου προσφέρονται όλα, είσαι ελεύθερος να αγοράσεις ό,τι θέλεις, αρκεί να έχεις να το πληρώσεις όταν φτάσεις στο ταμείο. *** Και αν στο σούπερ μάρκετ ορίζεσαι, στο mall κοινωνικοποιείσαι. *** Τα νέα εμπορικά κέντρα, πιο εκλεπτυσμένες και πολύπλοκες εμπορικές δομές, που οργανώνουν την πλήρη ταύτιση κουλτούρας - διασκέδασης - κατανάλωσης, συμβολίζουν την όψιμη μορφή του καπιταλισμού: είναι ο απόλυτα ελεγχόμενος, ιδιωτικός χώρος που μεταμφιέζεται σε δημόσιο, προσομοιώνοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του – όμως το μόνο που πραγματικά σου επιτρέπεται εκεί είναι να γιορτάσεις την ελευθερία σου να επιλέγεις μεταξύ αυτής ή εκείνης της φίρμας ενδυμάτων· μεταξύ του αναψυκτικού light και μιας παγωμένης μπύρας· μεταξύ της τρίωρης επικής κινηματογραφικής παραγωγής με μυθικούς ήρωες και τέρατα και της τελευταίας ταινίας της λαμπερής σταρ, που μόλις χώρισε από έναν θυελλώδη γάμο και λέγεται ότι τα έφτιαξε τώρα με τον συμπρωταγωνιστή της… *** Αν και μοιάζουν διαφορετικά, όλα είναι προκαθορισμένα, μέσα στον ντετερμινιστικό κλοιό της ανάπτυξης, του εκσυγχρονισμού, της συναίνεσης, της ορθολογικής διαχείρισης. *** « Απ’ άκρου εις άκρον, η ολότητα μεταβάλλεται αστραπιαία σε ένα σωρό από τυχαία θραύσματα. Ο παράγοντας τύχη όμως δεν επιτρέπει σε αυτά τα αποσπασμένα τμήματα να αυτοπροσδιοριστούν το ένα ως προς το άλλο. Μια ύποπτη ομοιομορφία τα χαρακτηρίζει και συμβαίνει το εξής παράδοξο: όταν η διαφορά είναι ακραία, δεν είναι διαφορά πια, αλλά ταύτιση. Όσο περισσότερο αποσπασματικός γίνεται ο κόσμος τόσο πιο καταθλιπτική η ομοιομορφία του.» [Τέρυ Ήγκλετον, Η έννοια της κουλτούρας, (Αθήνα: Πόλις, 2003), σ. 134.] *** Το υποκείμενο της γνωσιολογικής επανάστασης του διαφωτισμού, ο πολίτης της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, ο κάτοικος του νεωτερικού, απομαγεμένου κόσμου είναι το ίδιο υποκείμενο που μετασχηματίστηκε, με μια σχεδόν νομοτελειακή συνέπεια, αρχικά σε καταναλωτή και πιο όψιμα στον ψηφιοποιήσιμο, πλήρως επιτηρούμενο έγκλειστο ενός υπερθεαματικού, επαναμυθοποιημένου κόσμου, όπου «απολαμβάνει» τη ζωή του με χορηγό τον κυβερνοκαπιταλισμό. *** Οι όροι της συναλλαγής που διαμείφθηκε είναι απλοί (και ταυτόχρονα ωμοί): ανταλλάσεις το δυνάμει, και κάθε ελπίδα που απορρέει από αυτό για μια καλύτερη κοινωνία, με το «πράγμα ως έχει», το ατελές αλλά χειροπιαστό «εδώ και τώρα» και την ά-χρονη μακαριότητα της κατανάλωσης. *** «Μέσα στον πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου.» [Γκυ Ντεμπόρ, Η κοινωνία του θεάματος, (Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 1986), §4, σ. 24.] *** Ναι, τελικά είναι αλήθεια: είναι παρήγορο να ξέρεις ότι ο χορηγός σου φροντίζει για σένα, όπως και για όλους τους άλλους – δεν διαφέρεις εντέλει και τόσο από τους ανθρώπους που σε εξυπηρετούν με σφιγμένο χαμόγελο και θλιμμένο βλέμμα στα καταστήματα, στους κινηματογράφους, στα café και στα ταχυφαγεία των εμπορικών κέντρων: εργάζεσαι με εξίσου απάνθρωπους όρους και αμείβεσαι το ίδιο πενιχρά. *** Ευτυχώς όμως, δεν οφείλεις να κουράζεσαι επιπλέον. Δεν χρειάζεται να σκέφτεσαι παραπάνω από ό,τι σου αρμόζει και ό,τι σου αντιστοιχεί. Δηλαδή δεν είναι απαραίτητο να εμπλέκεσαι με τίποτα το ανησυχαστικό, το αντικομφορμιστικό και το σκανδαλώδες, παρά μόνο να δρας έτσι ώστε να δοξάζεις το προφανές: εύγε, μπορείς αμέριμνος να συνεχίσεις να διασκεδάζεις, η επιχορηγούμενη ζωή σού ανήκει!

Για μια επίκαιρη επίθεση στην τέχνη

Ας καταστρέψουμε κάθε κύρος της τέχνης ως έχει. Ας καταστρέψουμε μια και καλή κάθε άλλοθι που προσκομίζει ο Λόγος όταν εγκαλείται για το έγκλημα, ότι οδήγησε σταδιακά με τον εκφυλισμό του (την εργαλειοποίησή του) τους ανθρώπους, αντί στην απελευθέρωση την οποία ευαγγελιζόταν, σε «μια νέα και απογυμνωμένη μορφή προσταγής και υπακοής» (Χορκχάιμερ), εγχαραγμένη αυτή τη φορά στο βιολογικό υπόστρωμα του ίδιου τους του είναι και όχι πια βασισμένη στον εξαναγκασμό και στον φόβο. Ας χρησιμοποιήσουμε πανούργες στρατηγικές για να απογυμνώσουμε τον ήδη γυμνό βασιλιά από την ψευδαίσθηση που του προκαλεί η δήθεν παντοδυναμία του. Ας διαδώσουμε παντού ότι η τέχνη δεν είναι παρά το κατάλοιπο ενός νεκρού πολιτισμού – του πολιτισμού που έσβησε γιατί έχασε την όρεξή του να οραματίζεται το μέλλον. Ας υποστηρίξουμε σθεναρά ότι η τέχνη είναι το φάντασμα μιας άλλοτε σφριγηλής και γόνιμης πραγματικότητας, που όμως πια καμιά από τις καταστατικές προϋποθέσεις της δεν έχει νόμιμη ισχύ.

Η τέχνη έχει εξοντωθεί. Ήταν ένας εκ των προτέρων αναμενόμενος θάνατος, εγγεγραμμένος στην ίδια τη διαδικασία ανάπτυξης, επιβολής και εν συνεχεία εκφυλισμού του Λόγου – η στιγμή κατά την οποία εκδηλώθηκε η αρρώστια είναι απλώς θέμα φάσης. Ήταν αδύνατον η τέχνη ν’ αντισταθεί στην εξολοκλήρου υπαγωγή της στον κοινό παρονομαστή που ισοπεδώνει και καθιστά ισοδύναμα προς αυτόν όλα τα πράγματα, ακυρώνοντας έτσι την όποια ουσία τους: το χρήμα. Την οικειοποιήθηκε ο Λόγος. Αφομοιώθηκε στον «ορθολογισμό της παραγωγής», της αποτελεσματικότητας και της οικονομικής αξίας.

Πλέον το φάντασμα της τέχνης περιφέρει μια θολή ανάμνηση της χαμένης αίγλης της στις ακαδημίες, στα μουσεία και τα ιδρύματα, στα σαλόνια των συλλεκτών, στα μαγαζιά των εμπόρων, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στο συλλογικό φαντασιακό· δεσμώτες στο modus vivendi μιας άλλης εποχής, επιμένουμε να επενδύουμε τη φασματική παρουσία της τέχνης με μια μορφή, και άρα ένα νόημα, που δεν μπορεί υπό τις παρούσες συνθήκες να έχει. Το φάντασμα της τέχνης –η σκιά εκείνου που κάποτε υπήρξε ζωντανό και γόνιμο– στοιχειώνει τις σκέψεις μας για τις χαμένες δυνατότητες ενός νεκρού πια πολιτισμού. Στην πραγματικότητα όμως, κανείς δεν θέλει να στρέψει το βλέμμα και να κοιτάξει κατάφατσα το άσαρκο, σκελετωμένο πρόσωπο του πτώματος – ούτε όμως και να μιλήσει γι’ αυτό. Μπορούμε να ζήσουμε κι έτσι. Ας το θάψουμε λοιπόν!

Και οι καλλιτέχνες; Τι ακριβώς συμβαίνει με αυτούς τους ανθρώπους που επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται και να αυτοσυγκροτούνται μέσω μιας «άσκοπης» και «ανόητης» πρακτικής; Δεν έχουν καταλάβει ότι ο καιρός τους παρήλθε; Ότι ζουν στην «κοινωνία του θεάματος, όπου το εμπόρευμα αυτοθαυμάζεται μέσα σ’ έναν κόσμο που το ίδιο δημιούργησε» (Ντεμπόρ) και ότι το υποκείμενο της αντίστασης που οι ίδιοι προσπαθούν να συγκροτήσουν έχει αφομοιωθεί ήδη σε αυτή τη διαδικασία, φυσικά από τη σκοπιά του εμπορεύματος; Οι καλλιτέχνες μοιάζει να ζουν αυτό τους το δράμα με ολοένα αυξανόμενη ένταση, χωρίς ωστόσο να μπορούν, ή να θέλουν;, να εντοπίσουν την γενεσιουργό αιτία του – πόσο μάλλον να συζητήσουν γι’ αυτήν, φοβούνται ότι θα αυτοακυρωθούν. Η ιδεολογία που γαλουχεί το φαντασιακό τους και τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν το ρόλο τους, όχι στον κόσμο αλλά στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, τους εγγράφει στο «προνομιούχο» πεδίο του «πνευματικού», του «πολιτισμού» και της «κουλτούρας», τους αποδέχεται ως «μεσολαβητές» και τους προσδίδει ένα ιδιαίτερο κύρος με ιστορικές καταβολές, παγκοσμιότητα και λίγο πολύ «ηρωικό», «υψηλό» περιεχόμενο. Ωστόσο, η πραγματικότητα απέχει μακράν από τις αξιακές προτάσεις θεμελίωσής της. Ο καλλιτέχνης, από την πρώτη κιόλας επαφή του με την κοινωνία, διαπιστώνει έντρομος ότι στην πραγματικότητα η κοινωνία αδιαφορεί και για τον ίδιο και για το έργο του όταν δεν εξυπηρετεί κάποια απόλυτα προσδιορισμένη ανάγκη. Η διαμορφωμένη πραγματικότητα του συστήματος της σύγχρονης τέχνης (μέσα στο ισχύον πλαίσιο της «ελευθερίας επιλογής») κάνει τους έμφυτους νόμους της να ορθώνονται απέναντί στον καλλιτέχνη ως εξωτερικοί αναγκαστικοί νόμοι, στους οποίους αν δεν υπακούσει η τιμωρία θα είναι αμείλικτη: αποκλεισμός από το παιχνίδι. Ιδού η πραγματική αλλοτρίωση! Το παιχνίδι, ιδιοσυγκρασιακό στοιχείο της ίδιας της τέχνης, τώρα εξορθολογίζεται, αποκτά κανόνες και νόμους, μεριμνά για τις περιλήψεις και τις εξαιρέσεις, επικυρώνει την αυθεντία, συστηματοποιεί τις σχέσεις των υποκειμένων που συμμετέχουν· συγκροτεί εν τέλει την ίδια την ιδεολογία του συστήματος. Όποιος «θέλει» (που μεταφράζεται σε «όποιος αντέχει») μπορεί να μείνει απ’ έξω, να μην θέλει να συμμετάσχει – τίποτε δεν αλλάζει και τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει το ίδιο το παιχνίδι. Έτσι, ο καλλιτέχνης συνειδητοποιεί με οδύνη ότι ο πραγματικός του ρόλος, η «ιδιαίτερη ενασχόληση» για την οποία προορίζεται από την αρχή, είναι να δοξάζει, να συντηρεί και να διαιωνίζει (έως ετούτη τη στιγμή μάλλον ασύγγνωστα) την κυρίαρχη ιδεολογία. Ο καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται τώρα ότι, αν και φαινομενικά βρίσκεται στο επίκεντρο ως το δρων υποκείμενο, ως άτομο-φορέας της ιδιάζουσας ενασχόλησης με την τέχνη, δεν είναι παρά ένας ακόμη εργάτης που παράγει «άυλη» ανταλλακτική αξία. Η αξία χρήσης του έργου τέχνης, δεδομένου ότι είναι παραγωγικά «άχρηστο», είναι απολύτως συνυφασμένη με την κοινωνική αξία που προσδίδεται στην «αισθητική ποιότητά» του και στην «αυτονομία» του [βλ. το κείμενό μου «Ο μύθος της αυτονομίας της τέχνης»] και η οποία μεταφράζεται φυσικά και σε συγκεκριμένη οικονομική αξία.

Ξαφνικά αποκαλύπτεται ότι το φάντασμα είναι, στο πλαίσιο της θέλησης για κυριαρχία, χρήσιμο, τουλάχιστον όσο ο μύθος του ελκύει την προσοχή και ερεθίζει την φαντασία των ανθρώπων, τους μυεί στην κοινωνία των «πολιτισμένων», στους θαυμαστές του «ανθρώπινου πνεύματος» και των επιτευγμάτων του, στην ολοποιητική αγκαλιά της εθνικής συνείδησης και των καθολικών εννοιών του ανθρωπισμού. Ένας νεκρός πολιτισμός, ο αστικός πολιτισμός της «φιλελεύθερης δημοκρατίας», του «κράτους δικαίου», των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «προστασίας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», εκπροσωπείται από ένα φάντασμα: την «αυτόνομη», «ελεύθερη» τέχνη.

Κάθε προσπάθεια αναστύλωσης του κύρους της τέχνης μέσα στα συμφραζόμενα των όσων διατυπώθηκαν παραπάνω, εμπεριέχει εκ προοιμίου μιαν αξεπέραστη αντινομία: η προϋπόθεση ότι η τέχνη έχει ένα πραγματικό κοινωνικό νόημα και δεν αποτελεί απλώς δεκανίκι του εργαλειακού λόγου, υπονομεύεται και εν τέλει ακυρώνεται από την ίδια τη βούληση για κυριαρχία του εργαλειακού λόγου, που επιτυγχάνει να αναδιοργανώσει προς όφελος και αυτοεπιβεβαίωσή του κάθε δραστηριότητα που τείνει να τον αμφισβητεί. Η επίθεση στην τέχνη ως έχει είναι επίθεση στα θεμέλια του επικυρίαρχου ιδεολογικού οικοδομήματος, γι’ αυτό και είναι απολύτως επίκαιρη.

Ανατρεπτική θεωρία σε συμβατικό πλαίσιο

Του Ανδρέα Κασάπη (ark)

Προκαλεί εντύπωση η σχετική πληθώρα τίτλων εκθέσεων και επιμελητικών κειμένων που εστιάζουν σε μια επιχειρηματολογία η οποία μέχρι πρότινος απουσίαζε από τις επιμελητικές δράσεις που λειτουργούσαν μέσα σε θεσμικό πλαίσιο.

Τα κείμενα αυτά εστιάζουν σε έναν αντιθετικό-διαβρωτικό χαρακτήρα που οφείλει να έχει, κατά τα λεγόμενα, η σύγχρονη τέχνη έναντι των εγκαθιδρυμένων αντιλήψεων ως προς την ίδια την τέχνη αλλά και ως προς το σύνολο της κοινωνίας.

Η κινητικότητα αυτή, σε μορφολογικό, εννοιολογικό και σημειολογικό επίπεδο έχει να παρουσιάσει εξαιρετική δυναμική. Παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται κάπως αμήχανη όταν καλείται να συζητήσει το ίδιο ρηξικέλευθες προτάσεις στο επίπεδο διακίνησης της τέχνης. Αμηχανία που ως επί το πλείστον αντιμετωπίζεται με μια απαθή απόλαυση των εγγενών αντιθέσεων μεταξύ θεσμικών χώρων και ανατρεπτικών θεωριών ή με την πλήρη άρνηση πολιτικής ταύτισης με τις θεωρίες αυτές, θεωρώντας τες ως αναχρονιστικές και αδιέξοδες – ελκυστικές, παρ’ όλα αυτά, στη σημειολογία τους.

Φυσικά η κατασκευή μιας μυθοπλασίας που αφορά την εναντίωση στους εκάστοτε θεσμικούς χώρους (στις διάφορες διαβαθμίσεις τους: gallery, μουσεία, ιδρύματα τέχνης, ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές), είναι μάλλον επιβλαβής μιας και δίνει πάτημα σε μια σειρά από ψευτοδιλληματικές θεωρίες που συνήθως το μόνο που έχουν να προτείνουν είναι μια «ρομαντική» αδράνεια. Παρ’ όλα αυτά, οι αντιθέσεις μεταξύ θεσμικού πλαισίου διακίνησης της τέχνης και ανατρεπτικής θεωρίας στην ανάπτυξή της είναι υπαρκτή.

Εφόσον προκύπτει η ανάγκη μιας ανατροπής, η μελέτη των πιθανών εναλλακτικών πλαισίων διακίνησης, που πειραματίζονται πάνω στο ενδεχόμενο μιας ανατρεπτικής αντίληψης περί της τέχνης, ως προς τον εαυτό της αλλά και ως προς τον ρόλο της στην κοινωνία, είναι επιβεβλημένη.

Ποιος είναι ο δολοφόνος της Φύσης;

Του Φώτη Τερζάκη

Οι δραματικές καιρικές μεταβολές που πλήττουν με ήδη τρομακτικές συνέπειες τον πλανήτη φαίνεται ότι σήμαναν τους πρώτους συναγερμούς. Ερευνητικές επιτροπές, διεθνείς διασκέψεις και ειδικά επιστημονικά συνέδρια πολλαπλασιάζονται εσχάτως δίνοντας στη δημοσιότητα εφιαλτικές προβλέψεις για την επόμενη πεντηκονταετία. Καμία έκπληξη, βέβαια, για όσους εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια πασχίζουμε σε όλους τους δυνατούς τόνους να δείξουμε τον αυτοκαταστροφικό βηματισμό του παρόντος πολιτισμού. Το ότι κάποια πράγματα αρχίζουν να γίνονται κοινή συνείδηση είναι βέβαια κάτι· αναρωτιέται όμως κανείς ποια δύναμη είναι ικανή στο σημερινό κόσμο να ανακόψει την αυτοκτονική πορεία ολόκληρου του πλανήτη, όταν αυτό στην πράξη σημαίνει να εξουδετερωθούν κτηνώδη και ανυποχώρητα οικονομικά και πολιτικοστρωτιωτικά συμφέροντα – και μαζί τους, κατά πάσα πιθανότητα, οι ίδιες οι παγκόσμιες πλουτοκρατικές και διοικητικές ελίτ που είναι έτοιμες να θυσιάσουν οσαδήποτε δισεκατομμύρια ανθρώπινου πληθυσμού χάριν των άθλιων μεσοπρόθεσμων ταξικών ή και «εθνικών» τους συμφερόντων.

Ας πούμε ότι αυτή είναι πολιτική πλευρά του προβλήματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, συμπληρωματική, που συνδέεται με το ιδιάζον καθήκον, όπως λέμε, του στοχαστή και του διανοούμενου: να επισημανθούν και ν’ απονομιμοποιηθούν οι συγκεκριμένες εκείνες ιδεολογικές διαμορφώσεις που εξουσιοδότησαν συλλογικές αποφάσεις και πρακτικές οι οποίες οδήγησαν τον κόσμο μας, αυτό που αποκαλούμε «πολιτισμό», στο χείλος της αβύσσου όπου τον βρίσκουμε σήμερα. Μία από τις τραγικότερες ειρωνείες αναγκάζει τον ασυμβίβαστο διανοούμενο του καιρού μας να παίξει, θέλοντας και μη, τον άχαρο ρόλο του επιθεωρητή που ψάχνει ν’ ανακαλύψει, συνδέοντας κρυμμένα σημεία και σκόρπιες ενδείξεις, όχι μόνο τον τελικό αυτουργό αλλά και όλη τη μακριά αλυσίδα των υποκινητών και των συνενόχων.

Και τέτοιοι συνένοχοι είναι πολλοί. Εμφανέστατα, και εν πρώτοις, το πνεύμα της όλης της νεοτερικής τεχνοεπιστήμης που προβαίνει σε ένα απερίφραστο εγχείρημα κατεξουσιασμού της φύσης υπάγοντάς την, ήδη από την εποχή του Γαλιλαίου, του Βάκωνα και του Καρτέσιου, στις αρχές της μετρησιμότητας και της αποδοτικότητας. Η μετρησιμότητα είναι βέβαια όρος για να καταστεί η φύση πρακτικώς αποδοτική, δηλαδή απεριόριστα εκμεταλλεύσιμη, ωστόσο την παραλλάσσουσα έμφαση μεταξύ των δύο αυτών αλληλοδιαπλεκόμενων όψεων διακρίνει κάποιος στις παραδόσεις του ευρωπαϊκού ορθολογισμού και του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού. Το όλο εγχείρημα νομιμοποιείται με την κατασκευή μιας ηγεμονικής αρχής του ανθρώπινου υποκειμένου, του λεγόμενου Cogito, το οποίο δεν είναι απλώς μια μεταφυσική εξουσιοδότηση του είδους Άνθρωπος, αλλά συγκαλύπτει πάντα και μία ειδικώς ταξική φύση: οι νέοι κυρίαρχοι θα παγιδεύσουν τις εργαζόμενες τάξεις στο ίδιο εκείνο καθεστώς παθητικού «αντικειμένου» το οποίο είχαν προηγουμένως αποδώσει στη ζωντανή φύση.

Αν από τη μία της πλευρά η μετρησιμότητα αποβλέπει στην αποδοτικότητα, από την άλλη της πλευρά όμως υπηρετεί μια τρίτη, και ίσως βαθύτερη αρχή: την ελεγξιμότητα του κόσμου. Το αίτημα αυτό λάνθανε από την αρχή στη νεοτερική επιστήμη, αναδύθηκε όμως με πολύ πιο συνειδητό και απερίφραστο τρόπο στα ρεύματα του θετικισμού του δέκατου ένατου αιώνα, και κυρίως στην τροπή που έλαβε το συνολικό θετικιστικό εγχείρημα στις αρχές του εικοστού: το υστερικό ενδιαφέρον για τη τη λογική, την αξιωματική και την κυβερνητική ως κανονιστικές επιστήμες. Το αίτημα της κανονιστικότητας είναι η απαίτηση του γιγανταίου τεχνοδιοικητικού συστήματος για πολλαπλό έλεγχο σε όλα τα πεδία του πραγματικού και για τον γραφειοκρατικό προγραμματισμό τους: το αίτημα του καπιταλισμού, δηλαδή, στον υπερσυγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό στάδιο της ανάπτυξής του – η απόλυτη κυριαρχία του νεκρού πάνω στο ζωντανό.

Αναδρομικά, όμως, με την ίδια αυτή κίνηση, αποκαλύπτει το τεράστιο ιστορικό βάθος του πράγματος: την καταγωγή της αρχής της ελεγξιμότητας από μιαν απώτατη πατριαρχική βία, που είναι η προϊστορία, και όρος δυνατότητας, της ίδιας της γένεσης του νεοτερικού καπιταλισμού. Αποκρυσταλλώσεις αυτού του ιδιαζόντως πατριαρχικού φαντασιακού θα δούμε είτε στον υπερβατικού Νου της ελληνικής μεταφυσικής που οργανώνει και μορφοποιεί μια χαώδη ύλη, είτε στον πνευματικό και έλλογο Θεό του ιουδαϊκού μονοθεϊσμού που δημιουργεί εκ του μηδενός τον κόσμο. Και όλα προϋποθέτουν εκείνη την αποφασιστική αποϊεροποίηση της φύσης που θα της υποκλέψει οριστικά κάθε υπαρκτική αυτοδυναμία, κάθε αυτενεργή και έμψυχη ποιότητα, και θα την παραδώσει δέσμια στις ωμές εργαλειοτεχνικές επεμβάσεις – φύση που αντικατοπτρίζει το καθεστώς αιχμαλωσίας στο οποίο βρίσκονται ήδη όσοι διατηρούν σχέσεις ύποπτης συνάφειας μαζί της: πρωτίστως, οι δούλοι και οι γυναίκες.

Ανακοίνωση

Η βιντεοκολλεκτίβα ΚΙΝΗΜΑτόγραφος διοργανώνει για τρίτη χρονιά τετραήμερο πολιτικού ντοκιμαντέρ και κινηματογράφου, κάτι που αποτελεί αφορμή, ώστε να γνωρίσουμε βιώματα, ιστορίες και απόψεις που δεν χωράνε στα εμπορικά δίκτυα διανομής. Εκτός από τις προβολές ντοκιμαντέρ, ταινιών μικρού μήκους, animation, φέτος, επιδιώκουμε να ενημερωθούμε και να συζητήσουμε για τις συνθήκες ζωής και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν γυναίκες, άνδρες και παιδιά στα παλαιστινικακά εδάφη. Οι ταινίες που θα προβληθούν είναι όλες υποτιτλισμένες στα ελληνικά και διατίθενται ελεύθερα για προβολές σε κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους. Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Πού: Ε.Μ. Πολυτεχνείο, Κτίριο Γκίνη
Πότε; Πέμπτη 22, Παρασκευή 23, Σάββατο 24, Κυριακή 25 Μαρτίου 2007
Ώρες: 7μμ-12μμ

Ανεπίκαιρα σχόλια, 19 Μαρτίου 2007

*** Η «ακινησία» του χρόνου είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής ευτοπίας. *** Ενώ όλα μοιάζουν να κινούνται με τρομακτική ταχύτητα, στην πραγματικότητα είναι ακινητοποιημένα μέσα σε έναν βούρκο. *** Η παραδοχή ότι η ουτοπία είναι αδύνατη, ή ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί μέσα στο πλαίσιο της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας, και άρα ότι ζούμε το τέλος της Ιστορίας, αφού καμία άλλη λύση για την οργάνωση της κοινωνίας δεν είναι εφικτή, δημιουργεί τη στατική ανάδραση που παγώνει τα πάντα στην α-χρονία του ήδη υπάρχοντος. *** Σε μια τέτοια κατάσταση οι σκέψεις για αλλαγή μοιάζουν ανεπίκαιρες και ίσως «εξωπραγματικές». *** Η ταχύτητα του στροβιλισμού παράγει πληθώρα ελκυστικών μορφών που μας σαγηνεύουν, επιζητούν και καταφέρνουν να αποσπάσουν με έντεχνα μέσα την προσοχή μας στο τώρα, στο άμεσο, στο ιδιωτικό. *** Κάτι όμως μοιάζει να φτερουγίζει μακριά…*** Μια ακατανίκητη επιθυμία για έναν κόσμο διαφορετικό πυροδοτεί τα κίνητρά σου. Προσπαθείς να μιλήσεις διαφορετικά. Να περιγράψεις την όψη που (θέλεις να) έχει το επερχόμενο. *** Κανείς δεν οφείλει ωστόσο να πληρώσει κανένα τίμημα για κάτι μακρινό και αφηρημένο – για κάτι εν τέλει απόν, σε σχέση με το απόλυτα ρεαλιστικό και «εδώ-τώρα-είναι» παρόν. *** Τι μας διαβεβαιώνει ότι τα οράματα (που, για να μην ξεχνιόμαστε, αντλούν την νομιμοποίηση τους για την διατύπωση αξιακών προτάσεων από συγκεκριμένες, υποκείμενες σε κριτική και αμφισβήτηση θεωρίες), πέρα από τις καλές προθέσεις που τα γεννούν και τα θρέφουν, θα είναι αποτελεσματικά για την πρακτική (αναγκαία) πλευρά της ζωής μας; *** Και ποιος είναι ο τρόπος που θα μας οδηγήσει σε συμφωνία για την ίδια την καταλληλότητα των προτάσεων που θα πρέπει να υιοθετήσουμε; *** Πώς θα εκχωρήσουμε την δομημένη σε στέρεες ψυχολογικές βάσεις ατομικιστική υπόσταση και το κακώς εννοούμενο ατομικό συμφέρον σε μια μάλλον κανονιστική συλλογικότητα χωρίς να υποτάξουμε, από την άλλη, την αυτόνομη ατομική συνείδηση την οποία στοχεύουμε να σμιλέψουμε μέσω αυτής της συλλογικότητας; *** … *** Από την άλλη σκέφτομαι ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα εγγενές νόημα· ούτε έχει νόημα σε σχέση με κάτι έξω από αυτόν. Είναι μια άκρατη ζωτικότητα που αυτοκαταφάσκει την ύπαρξή της. Ο κόσμος αποκτά κάποιο νόημα μόνο μέσα από την ανθρώπινη δράση. Η Ιστορία λοιπόν είναι το νόημα του κόσμου. *** Και ο άνθρωπος αποκτά με τη σειρά του νόημα με την ιστορική συνείδηση και μέσα στην προοπτική της Ιστορίας. *** Και η Ιστορία αποστρέφεται –ευτυχώς!– την ακινησία. *** Άρα όλα επιστρέφουν εκεί που άρχισαν. Μόνο που τώρα οι όροι είναι αντιστραμμένοι. *** Η ακινησία του βάλτου είναι προσωρινή. Μια καταρρακτώδης βροχή θα υπερχειλίσει ποτάμια, χείμαρρους και ρυάκια και η ορμή του νερού θα είναι τέτοια που τίποτα δεν θα μείνει στην παλιά του θέση. *** Ούτε η λάσπη ακίνητη στον βούρκο…

Ο μύθος της αυτονομίας της τέχνης

Αν εξαιρέσουμε τις καθαρά «ενδογενείς» συζητήσεις, που έχουν να κάνουν με τη μορφή και το περιεχόμενο των έργων τέχνης, οι οποίες κι αυτές ωστόσο, όσο κι αν επιμένουν για το αντίθετο οι εισηγητές τους, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή ή όχι ενός συγκεκριμένου πλαισίου παραγωγής και διακίνησης της τέχνης, οι θέσεις που προβάλλονται ως οι μόνες «ρεαλιστικές» και «έγκυρες» (άρα «νόμιμες») είναι εκείνες που ισχυρίζονται ότι όχι μόνο λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την σύγχρονη οικονομικοκοινωνική πραγματικότητα αλλά υπονοούν επίσης (όταν δεν το εκφράζουν ρητά) ότι η υιοθέτηση των απόψεών τους θα μας βγάλει από το αδιέξοδο της «αντιπαραγωγικής» απομόνωσης, δημιουργώντας τις συνθήκες για μια ουσιαστική συμμετοχή μας στο διεθνές καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Τέτοιες θέσεις προτάσσουν διαχειριστικά κυρίως αιτήματα, διατυπωμένα σε μια γλώσσα που ανήκει περισσότερο στο χώρο του πολιτιστικού μάνατζμεντ παρά σε αυτόν της ερμηνείας, της κριτικής και του αναστοχασμού. Παράλληλα, στην προσπάθειά τους να φανούν απόλυτα «σύγχρονοι», οι εκφραστές ανάλογων θέσεων σπεύδουν να υπερθεματίσουν σε κάθε συζήτηση περί «απελευθερωτικής δυνατότητας της τέχνης» και να εξάρουν το «ελεύθερο και κριτικό πνεύμα» της, για να μας υπενθυμίσουν με κάθε τρόπο τέλος το καθήκον της τέχνης να «μας κάνει να νιώθουμε άβολα». Από τη μία εισάγουν τον εργαλειακό ορθολογισμό της διαχείρισης και από την άλλη επικαλούνται την «ελευθερία» της τέχνης να εκφράζει την άρνηση και την ουτοπία. Με τα δάνεια επιχειρήματα και τη διπλή γλώσσα που χρησιμοποιούν, άθελά τους αποκαλύπτουν με τον καλύτερο τρόπο τη σημερινή χρεοκοπία της ιδεολογίας της αυτονομίας της τέχνης και την εγγενή αντινομία του συστήματος της τέχνης που προσπορίζεται κοινωνικό κύρος πουλώντας αυτόν ακριβώς τον μύθο. Είναι φανερό ότι σήμερα η τέχνη διατηρεί το όποιο κύρος της επικαλούμενη την ψευδεπίγραφη αυτονομία της από το οικονομικό και το πολιτικό (τα πεδία της ανάγκης και του καταναγκασμού) και διαφοροποιούμενη (ως ιδεατή περιοχή του «υψηλού») από την κουλτούρα της μάζας (ως κοινός τόπος), ακόμη κι όταν ορισμένες φορές υιοθετεί τη μορφή και τα μέσα της. Ο όρος «τέχνη» φορτίζεται με ρητορικές περί καθολικών αναλλοίωτων αξιών (που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η συγκάλυψη ενός κανονιστικού πλαισίου υποταγής), και σηματοδοτείται πλέον ως το συμβολικό εκείνο σύστημα που διαλέγεται με αυτές τις «υψηλές» αξίες και τις διακινεί στο κοινωνικό επίπεδο. Η ενασχόληση με την τέχνη σηματοδοτείται με θετικό πρόσημο, είναι μια «ευγενής» ενασχόληση, κατάλληλη για «εξευγενισμένους» ανθρώπους – και ως επί το πλείστον εύπορους, θα συμπληρώναμε. Η επένδυση σε αυτήν ακριβώς την «ιδεαλιστική» οπτική της τέχνης είναι που ενδιαφέρει τις εταιρείες, που βλέπουν την μυθοποιητική ισχύ της τέχνης και την κοινωνική σημασία της ως πρόσφορο μέσο δημοσίων σχέσεων, διαφήμισης και image making – ένα ακόμη πολεμοφόδιο στο οπλοστάσιο του μάρκετινγκ, που ξετρελαίνεται πάντα για «προχωρημένα» concept και «επαναστατικές» ιδέες. Η ιδεολογική κατασκευή για μια δήθεν «αυτόνομη» τέχνη γίνεται εντέλει η κερκόπορτα απ’ όπου εισβάλει ασυγκράτητη και ορμητική η δημιουργικότητα και η αφομοιωτική ικανότητα της σύγχρονης αγοράς για να καταλάβει εν ριπή οφθαλμού, χωρίς καμιά μορφή αντίστασης να ανακόπτει την προέλασή της, ολόκληρο το χώρο προς δικό της φυσικά όφελος.

Όταν οι «διαχειριστές» παίρνουν το πάνω χέρι, γιατί είναι κινητικοί και μπορούν να εξασφαλίσουν οικονομικούς πόρους και υποστήριξη ως σύμμαχοι του οικονομικού κατεστημένου, ενώ διατείνονται ότι στόχος τους είναι να διασφαλίσουν την «ελευθερία» και την «ανάπτυξη» της τέχνης –μια απόπειρα να ερμηνευθεί το σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης νοήματος που μαστίζει την ίδια τη σύγχρονη τέχνη ως σημάδι υγείας–, οι πρακτικές τους αναδεικνύουν ξεκάθαρα τα πραγματικά χαρακτηριστικά του επαγγέλματός τους: κομφορμισμός, κυνισμός, σχετικισμός και μια ιδιαίτερη (αν και συγκαλλυμένη) προτίμηση στον νεοφιλελευθερισμό. Είναι σε θέση ισχύος, και κατορθώνουν σταδιακά να επιβάλουν (ελλείψει οιασδήποτε αντίδρασης) την «επαγγελματική ηθική» τους σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της καλλιτεχνικής παραγωγής, της διακίνησης, της προβολής και του λόγου περί τέχνης.

Υπ’ αυτή την έννοια μια πιθανώς χρήσιμη συζήτηση που θα επικεντρωνόταν στους όρους και τις συνθήκες που διαμορφώνουν τις σχέσεις ιεραρχίας και εξουσίας μέσα στο σύστημα της σύγχρονης τέχνης, καθώς και στις καταστατικές αξιωματικές προϋποθέσεις που νομιμοποιούν την ηγεμονία του, αλλά και την πραγματική του λειτουργία μέσα στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού και τη σημασία της σταδιακής του ενσωμάτωσης στο ολοκληρωτικό σύστημα της «ορθολογικής διαχείρισης» της αγοράς μοιάζει να είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί.