Τι είδους δημοκρατία για τον αραβικό κόσμο;

Του José Antonio Gutiérrez D.

Απόψεις για τη σπουδαιότητα των τωρινών αραβικών εξεγέρσεων και των επιδράσεών τους στην επαναστατική θεωρία, και συγκεκριμένα σε σχέση με το διάλογο για τη δημοκρατία και τη λαϊκή εξουσία.


Σε προηγούμενο άρθρο, είχα πει ότι τα γεγονότα που συνταράζουν τον αραβικό κόσμο είναι τόσο σημαντικά όσο αυτά που συνέβησαν το 1989.[1] Όχι μόνο για το ότι μπορούν να υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ τους όσον αφορά την έκταση και το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, αλλά επίσης και για το ότι αυτός ο κοινωνικός λαϊκός ανεμοστρόβιλος εγείρει ένα ζήτημα σε μια συγκεκριμένη γεωπολιτική αρχιτεκτονική η οποία θεωρείτο έως τώρα σκληρή και άκαμπτη. Στην περίπτωση αυτή, αυτές οι μακροχρόνιες δικτατορίες τρέφονταν, προωθούνταν και επιβάλλονταν από τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ (και του συνεταίρου τους της Ευρωπαϊκής Ένωσης) σε μια περιοχή τεράστιου ενδιαφέροντος όσον αφορά βέβαια το πετρέλαιο. Το 1989 οι πολιτικές επιπτώσεις των διαδηλώσεων ήσαν βαθιές και μακρόχρονες – η πτώση των «πραγματικά σοσιαλιστικών» καθεστώτων δεν σήμανε μόνο την πτώση κάποιων μικρών μη ευχάριστων γραφειοκρατικών δικτατοριών, αλλά εξαιτίας της επακόλουθης αδυναμίας μιας αληθινά ελευθεριακής και επαναστατικής αριστεράς, αντιπροσώπευαν την πτώση κάποιων συγκεκριμένων πολιτικών αξιών και οραμάτων τα οποία συνδέθηκαν λανθασμένα με το σοβιετικό μπλοκ, με την επακόλουθη άνοδο του νεοφιλελευθερισμού ως ενός αδιαμφισβήτητου συστήματος σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.
Ήταν το τέλος της ιστορίας, σύμφωνα με μερικούς απολογητές της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης». Αλλά η ιστορία συνέχισε να γράφεται, όπως αποδείχθηκε με δραματικό τρόπο από τις διαδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης στο Seattle το 1999. Και εάν χρειάζονται περαιτέρω διαδηλώσεις, τότε έχουμε έναν κύκλο ανοιχτών αγώνων μεταξύ 2000 και 2005 στη Νότια Αμερική οι οποίοι συγκλόνισαν τα θεμέλια του εν λόγω μοντέλου, με το λαό, τις καταπιεσμένες και εκμεταλλευόμενες τάξεις ως πρωταγωνιστές της ιστορίας.
Τα γεγονότα στον αραβικό κόσμο τα οποία μας έχουν κόψει την ανάσα τους τελευταίους δύο και πλέον μήνες, έχουν κλονίσει την Νέα Παγκόσμια Τάξη και, μάλιστα, σε έναν από τους πλέον δυνατούς συνδέσμους της – τις δικτατορίες εκείνες οι οποίες έχουν διατηρηθεί στην εξουσία επί δεκάδες χρόνια από τον «ελεύθερο κόσμο» για να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη ροή πετρελαίου και για να διατηρείται η στρατιωτική παρουσία σε μια περιοχή τεράστιας οικονομικής και γεωστρατηγικής σημασίας για την αυτοκρατορία. Οι κινητοποιήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα στην ίδια την καρδιά του καπιταλισμού, εκεί όπου ρέει το πετρέλαιο που κρατά σε λειτουργία το διεθνές εμπόριο και τη βιομηχανία. Συμβαίνουν σε χώρες οι οποίες είναι στενοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον, γι’ αυτό και το αντι-ιμπεριαλιστικό περιεχόμενο όλων αυτών των διαδηλώσεων (ακόμα και ο Λίβυος δικτάτορας Καντάφι έχει μετατραπεί σε στενό συνεργάτη των ΗΠΑ και της Ε.Ε. στο ζήτημα του «Πολέμου Εναντίον της Τρομοκρατίας»). Είναι όλες αυτές οι χώρες οι οποίες χαρακτηρίζονται από σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις όπου η πείνα συνυπάρχει με την μακρο-οικονομική ανάπτυξη και τη χλιδή και τον πλούτο των αρχουσών οικογενειών. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο –την ίδια στιγμή υφίστανται προκλήσεις που συνταράζουν τα πολιτικά θεμέλια και το σύστημα. Αυτοί που μιλούν για «δημοκρατία» έχουν ήδη «ανάψει» έναν έντονο πολιτικό διάλογο σε παγκόσμια κλίμακα όσον αφορά το πολιτικό περιεχόμενο τέτοιων ευέλικτων όρων όπως «δημοκρατία». Πάνω απ’ όλα, επειδή η «δημοκρατία» που θέλουν οι φιλελεύθεροι σχετίζεται και συγχέεται με την εξουσία και δεν είναι η ίδια δημοκρατία που έχουν στο μυαλό τους οι λαοί που έχουν βγει στους δρόμους.

Δύο ανταγωνιστικές έννοιες της δημοκρατίας

Το φάντασμα του όχλου που αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική είναι ο χειρότερος εφιάλτης της άρχουσας τάξης, για την οποία «δημοκρατία» σημαίνει διατήρηση της νομικής και οικονομικής δομής που στηρίζει αποκλειστικά τα προνόμιά της. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα καπιταλιστικά μέσα μαζικής ενημέρωσης κάνουν εκκλήσεις για «σταθερότητα» και «τάξη», μαζί με την επίσημη υποστήριξη της ανάγκης για δημοκρατία στις αραβικές χώρες («ξεχνώντας» την παραδοσιακή τους υποστήριξη στις περιφερειακές δικτατορίες). Στην εφημερίδα El Mercurio (στις 11 Φλεβάρη) για παράδειγμα, ο David Gallagher γράφει τυπικά: «Δεν μπορεί να κυβερνηθεί μια χώρα από τον δρόμο, παρ’ όλες τις αυταπάτες περί του αντιθέτου από τις οποίες διακατέχονται ορισμένοι διανοούμενοι της άμεσης δημοκρατίας, ενός ακραίου, συμμετοχικού είδους». Δηλώσεις όπως αυτή εκφράζονται μαζικά σε όλα τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Είναι ενδιαφέρον να επικεντρωθούμε στη φράση «κυβέρνηση από το δρόμο», αφού δείχνει τα όρια της τυπικής, αστικής δημοκρατίας. Ας διευκρινίσουμε, όμως, ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιεί ο αρθρογράφος: όταν μιλάει για το δρόμο, αυτό που κάνει είναι να τον εξισώνει με το λαό. Όταν λέει ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι ένα «ακραίο», συμμετοχικό είδος, εννοεί ότι η εργατική τάξη (η «ακραία» σε αντιδιαστολή με την τάξη που αυτός εκπροσωπεί) θα πρέπει να εξαιρεθεί από το δημοκρατικό παιχνίδι. Για τον απλούστατο λόγο ότι στην έννοια που δίνει αυτός στη δημοκρατία, δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι, να αποκλειστούν από κάθε άμεση συμμετοχή στις υποθέσεις τους, θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει μια «σοβαρότητα» και ένα «κύρος», ώστε να αποκρυφτούν τα ταξικά συμφέροντα πίσω από αυτό το όραμα.
Σε ένα άρθρο του σχετικά με τις αραβικές εξεγέρσεις, ο Ουρουγουανός συγγραφέας Raúl Zibechi χτυπά κατευθείαν στην καρδιά του θέματος όταν δηλώνει:

«Το σύστημα μας δείχνει πολύ καλά ότι μπορούμε να ζήσουμε με κάθε κρατική Αρχή, ακόμη και την πιο "ριζοσπαστική" ή την πιο "αντι-συστημική”, αλλά δεν μπορεί να ανεχθεί ανθρώπους στους δρόμους, εξέγερση, συνεχή επανάσταση. Μπορούμε να πούμε ότι οι άνθρωποι που έχουν βγει στο δρόμο είναι το κλειδί στην επιχείρηση συσσώρευσης του κεφαλαίου, έτσι ώστε ένα από τα πρώτα “μέτρα” που ελήφθησαν από τους στρατιωτικούς μετά την αποχώρηση του Μουμπάρακ, ήταν το αίτημα οι άνθρωποι να αφήσουν τους δρόμους και να επιστρέψουν στις εργασίες τους».[2]

Ο δρόμος είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος όπου η εξουσία εκφράζεται από τα κάτω. Είναι ο συμβολικός χώρος όπου οι άνθρωποι δίνουν τη μάχη τους μέχρι θανάτου ενάντια σε αυτούς που βρίσκονται στα υψηλά κλιμάκια. Είναι εκεί που πειραματίζονται με εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης των «res publica», τις δημόσιες υποθέσεις. Όποτε οι λαοί έχουν εμφανιστεί στη σκηνή της ιστορίας μέσω των διαδηλώσεων, έχουν πάντα -μέσα από την άσκηση της άμεσης δημοκρατίας- δημιουργήσει τους δικούς τους θεσμούς τους έξω και ενάντια στα επίσημα θεσμικά όργανα του Κράτους. Αυτό έχει συμβεί μετά τη Γαλλική Επανάσταση, όταν το 1792 το προλεταριάτο διαμόρφωσε τον πρώτο Δήμο (Κομμούνα) του Παρισιού και ο λαός συνέστησε τα όργανα της βλαστάνουσας άμεσης δημοκρατίας, μόνο και μόνο για να τα δει να κλέβονται, να παραγνωρίζονται και, τελικά, να συνθλίβονται από τα χέρια της αστικής τάξης των Ιακωβίνων στον αγώνα της εναντίον του Παλαιού Καθεστώτος.
Η δημοκρατία έχει πάντα όρια και η αστική τάξη το γνωρίζει αυτό - το πρόβλημα είναι ποιος θέτει τα όρια αυτά. Στην κλασική Ελλάδα, όπου γεννήθηκε η έννοια, τα δημοκρατικά δικαιώματα ήταν προνόμιο μόνο των «πολιτών», μιας μειοψηφίας του πληθυσμού που ζούσε από την εργασία της υπόδουλης πλειοψηφίας. Στις δυτικές δημοκρατίες, για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε αρνηθεί το δικαίωμα στη δημοκρατία στις αποικίες που έτρεφαν τις πόλεις ή στους ντόπιους εργαζόμενους που δεν είχαν περιουσία ή εκπαίδευση. Στο Ισραήλ, τη «μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή», όπως διατείνεται το περίφημο κλισέ, οι Παλαιστίνιοι εξαιρούνται πλήρως από τις απολαύσεις της δημοκρατίας. Στις ίδιες τις ΗΠΑ , την «πιο δημοκρατική χώρα του κόσμου» (σύμφωνα με τον εαυτό τους), παρά την εκλογή ενός μαύρου προέδρου, ένας στους τέσσερις αφροαμερικανούς άνδρες μαραζώνει στις πανταχού παρούσες φυλακές, πολλοί από αυτούς καταδικασμένοι σε θάνατο. Οι υπόλοιποι στη συντριπτική τους πλειονότητα ζουν σε γκέτο, ενώ το δικομματικό σύστημα λειτουργεί ως πόλος έλξης για τη στρατιωτικο-βιομηχανική ελίτ.
Ας πάρουμε για παράδειγμα οποιαδήποτε δυτική δημοκρατία, μια από τις λεγόμενες «αντιπροσωπευτικές» δημοκρατίες: ας κάνουμε μια απλή έρευνα για την κοινωνική τάξη και το φύλο στο οποίο ανήκει η πλειοψηφία των βουλευτών. Το αποτέλεσμα είναι συντριπτικό: άνδρες από την καπιταλιστική τάξη. Οι επιχειρηματίες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία της κοινωνίας, αλλά όλοι σχεδόν οι βουλευτές είναι επιχειρηματίες. Επίσης, θα παρατηρήσετε ότι οι καταπιεσμένες εθνοτικές ή εθνικές ομάδες επίσης υποεκπροσωπούνται. Ποιοι λοιπόν αντιπροσωπεύουν τη δημοκρατία; Οι καπιταλιστές, οι πλούσιοι, οι ισχυροί. Ολόκληρη η εκλογική και θεσμική μηχανή προστατεύεται από χίλια δύο τεχνάσματα ώστε να αποφευχθεί η λαϊκή συμμετοχή.
Αντιθέτως, η έννοια της συμμετοχικής ή άμεσης δημοκρατίας είναι ο αντίθετος πόλος της έννοιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως υποστηρίζεται από την καπιταλιστική τάξη και τους παρατρεχάμενούς της. Τα όριά της καθορίζονται από τον κινητοποιημένο λαό, που κατά τη διαδικασία του αγώνα αποκτά νέα συνείδηση των δυνατοτήτων και της ύπαρξής του. Η άμεση δημοκρατία στη Γαλλική Επανάσταση, κατά την περίοδο 1792-1793, έθεσε όρια στους κερδοσκόπους, και προς στιγμήν καθόρισε και τον αγώνα εναντίον τους. Όλες οι διάφορες εμπειρίες της λαϊκής εξουσίας και της άμεσης δημοκρατίας που έχουν συμβεί στην ιστορία έχουν ασχοληθεί με την οικονομική εκμετάλλευση. Η άμεση συμμετοχή του κάθε μέλους της κοινωνίας, η συλλογική άσκηση της εξουσίας, πνίγει την καπιταλιστική μειονότητα στον ωκεανό των συμφερόντων του λαού που εκφράζονται άμεσα και ελεύθερα. Δεν είναι τυχαίο ότι η άμεση δημοκρατία αγνοεί τη διάκριση μεταξύ του πολιτικού και του οικονομικού (τη φρίκη της φρίκης για τους καπιταλιστές) και τείνει προς την κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας.
Ο δρόμος είναι ένας σημαντικός συμβολικός χώρος. Αλλά δεν αρκεί από μόνος του. Σταδιακά, οι άνθρωποι καταλήγουν πάντα στο να συνειδητοποιούν ότι η «δημοκρατία», η άμεση δημοκρατία τους δημιουργείται στον αγώνα, και περιλαμβάνει επίσης την κοινωνικοποίηση των ορυχείων, των επιχειρήσεων, της γης, των εργοστασίων και των γραφείων. Όταν οι άνθρωποι αναλαμβάνουν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, βλέπουμε ξεκάθαρα ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική ισότητα χωρίς οικονομική ισότητα.

Η άμεση δημοκρατία των λαϊκών επιτροπών

Στην Αίγυπτο, όπως και αλλού στον αραβικό κόσμο, έχουν συσταθεί λαϊκές επιτροπές, απόδειξη της πολιτικής ικανότητας των εργαζόμενων τάξεων. Ο Gallagher κάνει λάθος όταν λέει ότι μια χώρα δεν μπορεί να κυβερνιέται από το δρόμο. Στην πραγματικότητα, για αρκετές εβδομάδες στην Αίγυπτο και την Τυνησία, ο «δρόμος» ήταν το μόνο μέρος άσκησης της κυβέρνησης. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για το πώς λειτουργεί η άμεση δημοκρατία στις λαϊκές επιτροπές της Αιγύπτου, της Τυνησίας και της Λιβύης, τις οποίες και γνωρίζουμε χάρη στην καλή δουλειά ορισμένων διεθνών ανταποκριτών. Επιτρέψτε μου να παραθέσω μια από τις «ανακοινώσεις» της λαϊκής επιτροπής της πλατείας Tahrir στο Κάιρο, που νομίζω ότι είναι αρκετά αντιπροσωπευτική:

«Αιγύπτιοι όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχουν προσφερθεί οικειοθελώς για τον καθαρισμό των οδών, για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας το μεσημέρι, για το συντονισμό των τοπικών περιπολιών για την αντιμετώπιση πρώιμων κρουσμάτων λεηλασιών, ακόμα και για την οργάνωση της αυτοάμυνας των επιτροπών κατά τη διάρκεια των σποραδικών συγκρούσεων στις 2 Φλεβάρη με τους μπράβους του καθεστώτος (baltagiyya), πλήρως εξοπλισμένων, για την ασφάλεια των σημείων ελέγχου, καθώς και για την περίθαλψη των τραυματιών στα πρόχειρα νοσοκομεία (...) Οι άνθρωποι δεν δίστασαν να μοιραστούν με τη θέλησή τους, και φυσικά δωρεάν τις μικρές τους οικονομίες σε τρόφιμα ή ποτά. Ξεπερνώντας μια μακρά κληρονομιά αμοιβαίας εχθρότητας και καχυποψίας εξαιτίας των παραδοσιακών σεχταριστικών αντιλήψεων, υπάρχει η Αίγυπτος για όλους στην πλατεία Tahrir: άνδρες και γυναίκες, νέους και γέρους, μουσουλμάνους και χριστιανούς, με μια ζωηρή και έντονη συζήτηση - ελεύθερη και γεμάτη νόημα, και στις τέσσερις γωνιές της πλατείας Tahrir, μεταφέροντας από τα μεγάφωνα μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών πολιτικών απόψεων και γνωμών. Οποιαδήποτε επίσημη έγκριση των προτάσεων αποφασίζεται δημοκρατικά με την κατά πλειοψηφία ψήφο. Ο λαός της πλατείας Tahrir έκανε μια ψηφοφορία σε ένα σημείο, για το αν έπρεπε να εκλεγούν ή όχι αντιπρόσωποι που να προβαίνουν σε βασικές εκτελεστικές αποφάσεις εξ ονόματος του κινήματος διαμαρτυρίας, κάτι για το οποίο ψήφισαν συντριπτικά και αποφασιστικά “όχι”.[3] Αυτή η μαρτυρία συμφωνεί και με άλλες που έχουν κυκλοφορήσει σχετικά με αυτές τις επιτροπές, θυμίζοντάς μας τον πολλαπλασιασμό των άμεσων δημοκρατικών θεσμών στην Αργεντινή μετά από την κρίση και τη λαϊκή εξέγερση του Δεκέμβρη του 2001. Ακόμη και η συντηρητική εφημερίδα The Economist (5-11 Μαρτίου 2011, σ.41), γράφει, χωρίς ρητή αναφορά στις λαϊκές επιτροπές της Λιβύης, αναφερόμενη όμως στην οργάνωση των ”απελευθερωμένων ζωνών”, ότι: “Σε περιοχές που βρίσκονται στα χέρια ανταρτών, δεν υπάρχει φόβος πρόκλησης χάους. Παρά την έλλειψη αστυνομίας η εγκληματικότητα δεν έχει αυξηθεί. Οι φοιτήτριες παρακολουθούν τους εορτασμούς χωρίς να έχουν αναφερθεί παρενοχλήσεις. Για περίπου δύο εβδομάδες, οι εστιάτορες προσφέρουν δωρεάν τσάι και σάντουιτς. Για να επιδειχθεί η νέα αίσθηση αδελφότητας, οι επιχειρηματίες έχουν βοηθήσει στον καθαρισμό των δρόμων”». (4)

Φυσικά, η άμεση δημοκρατία που κερδήθηκε στο δρόμο -και μόνο- δεν αποτελεί πανάκεια για τη μαγική επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι αραβικοί λαοί. Ούτε η ανεργία ούτε η εξοργιστική ανισότητα ούτε οι υψηλές τιμές των τροφίμων έχουν εξαλειφθεί. Οι δε συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στην Αίγυπτο αυτή την εβδομάδα δείχνουν ότι ο διαβρωτικός σεχταρισμός δεν έχει εντελώς ξεπεραστεί. Όμως, η άμεση δημοκρατία δημιουργεί δημόσιους χώρους όπου τα λαϊκά αιτήματα μπορεί να γίνουν ένας καταστροφικός ανεμοστρόβιλος, μια συλλογική ηγεσία που αποσκοπεί στην προώθηση της ισότητας και της κοινωνικοποίησης.

Η επανάσταση στον αραβικό κόσμο δεν είναι μόνο ο τερματισμός των δικτατοριών
Ενώ οι ΗΠΑ και οι τοπικές μαριονέτες τους εμφανίζουν το φάντασμα της Αλ Κάιντα, προκειμένου να δημιουργηθεί δυσπιστία μεταξύ των δυτικών λαών και των επαναστατημένων Αράβων αδελφών τους, η εξέγερση στις αραβικές χώρες έχει καταφέρει να φτάσει σε απρόσμενα επίπεδα ζωτικότητας, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα στενά αιτήματα για την απλή αντικατάσταση μιας κυβέρνησης. Ο δημοσιογράφος Michael Jansen, γράφει στην εφημερίδα The Irish Times (4 Μαρτίου 2011), δίνοντάς μας μια γρήγορη ματιά στις βαθιές αλλαγές στην αιγυπτιακή κοινωνία που έρχονται με τη μεταβατική κυβέρνηση και με ποιο τρόπο οι άνεμοι της αλλαγής δεν έχουν αφήσει κανέναν αδιάφορο:

«Μαθητές γυμνασίων έχουν δημιουργήσει ένα κίνημα που ζητά την αναθεώρηση του αιγυπτιακού εκπαιδευτικού συστήματος. Οι γυναικείες οργανώσεις ζητούν ίσα δικαιώματα και πλήρη εκπροσώπηση στην κυβέρνηση και την κοινωνία. Δημοσιογράφοι ζητούν να δοθεί τέλος στους περιορισμούς στα μέσα ενημέρωσης και την απομάκρυνση συντακτών και μελών διοικητικών συμβουλίων που υποστήριζαν το καθεστώς Μουμπάρακ. Ακαδημαϊκοί, ιεροκήρυκες και φοιτητές του παμπάλαιου πανεπιστημίου Al-Azhar επιζητούν την απελευθέρωση του ιδρύματος μετά από 1.000 χρόνια κυβερνητικού ελέγχου. Οι τουρμπανοφορούντες επαναστάτες επιμένουν ότι ο Sheikh Al-Azhar, δηλαδή ο πρύτανης του πανεπιστημίου, οι νομομαθείς των σουνιτών και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι θα πρέπει να εκλέγονται για συγκεκριμένα διαστήματα και όχι να είναι ισόβιοι. (...) Εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόροι, δικαστές και εργαζόμενοι σε δημόσιους και ιδιωτικούς τομείς της χώρας εκφράζουν την οργή τους ενάντια σε υπαλλήλους και διευθυντές για την ανεξέλεγκτη διαφθορά τους. Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στην κλωστοϋφαντουργία, στις τηλεπικοινωνίες, στις βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα, στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια, στη στρατιωτική βιομηχανία και στη Διώρυγα του Σουέζ προχώρησαν σε απεργίες, για να στηρίξουν κατ’ αρχάς το δημοκρατικό κίνημα και στη συνέχεια ζητώντας υψηλότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Οι εργαζόμενοι ζητούν τη διάλυση της κυβερνητικής Ομοσπονδίας Συνδικάτων. Την Τετάρτη διάφορα συνδικάτα δημιούργησαν μια ανεξάρτητη ένωση».[5]

Σαν το κουτί της Πανδώρας, η αραβική επανάσταση έχει ανοίξει την πόρτα σε όλα αυτά τα αιτήματα και τα παράπονα που είχαν κατασταλεί για δεκαετίες, εάν όχι αιώνες. Οι μάζες έχουν ήδη δημιουργήσει μια μοναδική ιστορική στιγμή, μια ιστορική βάση από την οποία θα διαμορφωθεί το μέλλον. Και οι άνθρωποι έχουν αποδειχθεί ότι είναι σκληροί παίκτες, παρά τη νεότητά τους και τη σχετική τους απειρία. Αυτοί σφυρηλατούν τη νέα αραβική άμεση δημοκρατία και ετοιμάζονται να δώσουν ένα ποιοτικό άλμα στην επανάστασή τους, μετατρέποντάς την σε μια τρομερή μεσοπρόθεσμη κοινωνική επανάσταση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η τοπική άρχουσα τάξη και οι εκπρόσωποι του παλαιού καθεστώτος, μαζί με τα αυτοκρατορικά αφεντικά τους, έθεσαν ως πρώτο καθήκον τους τη συγκράτηση της άμεσης δημοκρατίας μέσω της διαδικασίας της «μετάβασης», της «ιδρυματοποίησης» και των «δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων» που μεταβάλλουν το συμμετοχικό περιεχόμενο αυτών των εξεγέρσεων, διοχετεύοντάς το σε μια ασφαλή και ακίνδυνη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Είναι ο λόγος ύπαρξης για όλα τις πολιτικές ή στρατιωτικές μεταβατικές κυβερνήσεις - να είναι το φιλικό πρόσωπο της αντεπανάστασης.

Οι προκλήσεις είναι μπροστά: διαδίδοντας και ριζώνοντας την επανάσταση

Οι ΗΠΑ γνωρίζουν τι διακυβεύεται στο κατώφλι τους. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου των ΗΠΑ Mike Mullen, παραδέχεται ότι υπήρξαν ραγδαίες αλλαγές στην περιοχή και ότι οι ΗΠΑ δεν προσπαθούν μόνο να συμβαδίσουν με τα γεγονότα, αλλά να επηρεάσουν τα πράγματα προς την κατεύθυνση που θέλουν ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.[6] Θα βοηθηθούν εν προκειμένω από τις «μεταβατικές» κυβερνήσεις και τους δικτάτορες εκείνους, οι οποίοι, προσκολλημένοι ακόμα στην εξουσία, θα προσφέρουν μερικές διακοσμητικές μεταρρυθμίσεις. Αλλά εξακολουθούν να έχουν ένα δύσκολο έργο μπροστά τους, καθώς δεν φαίνεται ότι οι αραβικές μάζες διακατέχονται από τον πλέον μικρό ενθουσιασμό για τον «αμερικανικό τρόπο ζωής».
Επιπλέον, η δυσαρέσκεια κατά των Αμερικανών, που αποτελούν στήριγμα των περιφερειακών τυραννιών, είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της διαμαρτυρίας των αραβικών χωρών. Δεκαετίες συνεργασίας με το Ισραήλ και την αμερικανική αυτοκρατορική επιθετικότητα στην περιοχή, βοήθησαν αναμφισβήτητα στη διάβρωση της νομιμότητας των καθεστώτων αυτών.[7] Αυτό είναι που εννοούμε μιλώντας για το αναμφισβήτητο αντι-ιμπεριαλιστικό περιεχόμενο όλων αυτών των διαδηλώσεων, κάτι που ακόμη και ο δικτάτορας της Υεμένης Ali Abdullah Saleh, έχει προσέξει. Πρόσφατα, σε μια έκρηξη δημαγωγίας και αποκρουστικής υποκρισίας σε μια διάσκεψη στην πρωτεύουσα Σαναά, δήλωσε ότι όλα αυτά τα γεγονότα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια του Τελ Αβίβ να αποσταθεροποιήσει τον αραβικό κόσμο, ότι όλα «ελέγχονται από τον Λευκό Οίκο».[8] Το είπε επειδή ξέρει τη βαθιά δυσαρέσκεια της περιοχής για τη σύμμαχό του ΗΠΑ και προσπαθεί κυνικά να το εκμεταλλευτεί - ενώ στις τσέπες του μπαίνει ετησίως το καθαρό ποσόν των $300 εκατομμυρίων δολαρίων από το Λευκό Οίκο για τη συμβολή του στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας». Κανείς στον αραβικό κόσμο δεν εντυπωσιάστηκε από αυτή την αδέξια δημαγωγία, έστω και αν φαίνεται ότι έξω από τον αραβικό κόσμο είχε κάποια αποτελέσματα, μεταξύ ορισμένων τομέων της αριστεράς, ιδίως λόγω των γεγονότων στη Λιβύη.[9]
Η επανάσταση στις αραβικές χώρες δεν έχει τελειώσει, ούτε στην Τυνησία ούτε στην Αίγυπτο. Πράγματι, ίσως ακόμα λιγότερο στις δύο αυτές χώρες. Η επανάσταση, αυτή η γιγαντιαία αφύπνιση των αραβικών λαών, μόλις έχει αρχίσει, όπως αποδεικνύεται από τις διαδηλώσεις που τις τελευταίες εβδομάδες έχουν αναγκάσει την παραίτηση δύο πρόσφατα διορισμένων πρωθυπουργών - του Mohammed Ghannouchi στην Τυνησία (μαζί με πέντε μέλη του υπουργικού του συμβουλίου) και του Ahmed Shafik στην Αίγυπτο. Οι λαϊκές διαμαρτυρίες συνεχίζουν να απαιτούν την απομάκρυνση όλων των στοιχείων του παλαιού καθεστώτος, την εξάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας και την ικανοποίηση ενός πολύ μεγάλου καταλόγου λαϊκών αιτημάτων.
Όπως μας θυμίζει η εμπειρία της Αργεντινής, αυτές οι περίοδοι της ανοικτής κρίσης είναι αρκετά ρευστές, οι πολιτικές μεταβάσεις είναι συνηθισμένες, και εάν οι εναλλακτικές προτάσεις του λαού δεν νικήσουν, τότε αυτό θα το πετύχουν σύντομα οι εναλλακτικές λύσεις των ισχυρών ανακτώντας το έδαφος που είχαν χάσει. Αυτό που δεν είναι βιώσιμο είναι μια οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη πολιτική κρίση. Και εδώ είναι που πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του συντρόφου μας από τη Συρία Mazen Kamalmaz, ο οποίος είπε ότι «οι λαϊκές επιτροπές πρέπει να αποτελέσουν το θεμέλιο μιας νέας ζωής, δεν είναι μόνο ένα προσωρινό μέτρο».[10]
Οι επιτροπές αυτές αποτελούν τη βάση μιας νέας δημοκρατίας του λαού που είναι άμεση, συμμετοχική, βασισμένη στις συνελεύσεις και δημιουργημένη από τους άνδρες και τις γυναίκες μέρα με τη μέρα στις αραβικές επαναστάσεις.
Όμως οι προκλήσεις δεν είναι καθόλου εύκολες. Πώς μπορούμε να προβάλλουμε αυτές τις εμπειρίες με την πάροδο του χρόνου, ώστε να μπορέσουν να είναι κάτι περισσότερο από ένα σποραδικό επεισόδιο στον αγώνα, το φύτρο της νέας κοινωνίας; Πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι ασυντόνιστες, συντεχνιακές προτάσεις μπορούν να ωριμάσουν σε ένα εναλλακτικό κοινωνικό σχέδιο; Οι αραβικές μάζες έχουν τη δυνατότητα να εμβαθύνουν και να ριζοσπαστικοποιήσουν το κίνημα, πέρα από την τρέχουσα κρίση. Είναι δύσπιστες όσον αφορά τις διακοσμητικές μεταρρυθμίσεις αυτών των «μεταβατικών κυβερνήσεων» γνωρίζοντας ότι είναι, τελικά, μόνο ένας τρόπος κατευνασμού των μαζών. Μόνο ο χρόνος θα δείξει πώς θα λυθεί η κρίση ή οι κρίσεις, αλλά αυτό που είναι σαφές είναι ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο από εδώ και πέρα για τον αραβικό ή και τον υπόλοιπο κόσμο.

José Antonio Gutiérrez D.

12 Μάρτη 2011

[1] http://www.anarkismo.net/article/18678
[2] http://alainet.org/active/44376
[3] http://www.socialistproject.ca/bullet/467.php#continue
[4] http://www.economist.com/node/18290470?story_id=18290470
[5] http://www.irishtimes.com/newspaper/world/2011/0304/1224291282861.html
[6] http://english.peopledaily.com.cn/90001/90780/91343/7308634.html
[7] Το αστείο με τον Λίβυο δικτάτορα, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν ο καλύτερος φίλος της Δύσης και ένα μοντέλο για την πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Condoleezza Rice, είναι ότι η Δύση τον μετέτρεψε τόσο γρήγορα σε ένα φιλοαμερικανό κλόουν στα μάτια του λαού του. Επιπλέον, σε χώρες όπου οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να μεταδώσουν την αναταραχή όπως στη Συρία και το Ιράν, οι διαμαρτυρίες είναι πολύ αδύνατες, οι διαδηλώσεις είναι χλιαρές ή δεν υπάρχουν. Αυτό επιβεβαιώνει την άποψή μας για τις διαφορετικές δυναμικές.
[8] The Economist, 5-11 March 2011, σελ. 45. http://www.economist.com/node/18291501 [9] Αναφέρομαι εδώ σε ένα θαυμάσιο άρθρο του Roland Astarita, που παραθέτει κάποιες από τις συζητήσεις στο χώρο της λατινοαμερικανικής αριστεράς για το θέμα. Ακόμα και εάν διαφωνείτε σε κάτι με αυτό, νομίζω ότι είναι σωστή προσέγγιση. Ο τίτλος είναι «La izquierda y Libia» και δημοσιεύεται στο http://rolandoastarita.wordpress.com/2011/03/07/la-izquierda-y-libia/ ενώ μια απάντηση στο http://rolandoastarita.wordpress.com/2011/03/10/criticos-nacionales-y-libia/
[10] http://www.anarkismo.net/article/18923

* Αγγλική μετάφραση Γραφείο Διεθνών Σχέσεων της ιταλικής FdCA. Ελληνική μετάφραση «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης» 17 Μάρτη 2011.

Οι Άραβες δικτάτορες αρχίζουν τη μεγαλύτερη επίθεσή τους ενάντια στις μάζες

Του Mazen Kamalmaz

Η κατάσταση φαίνεται αρκετά ζοφερή για το μέλλον των αραβικών λαϊκών επαναστάσεων: η επίσημη μηχανή της καταστολής εκ μέρους των καθεστώτων έχει ήδη εξαπολυθεί σε αρκετές χώρες, απειλώντας να συντρίψει με κτηνώδη δύναμη τις εξεγέρσεις των λαών στη Λιβύη, το Μπαχρέιν και την Υεμένη. Η αλληλεγγύη μας με τη μορφή της δράσης χρειάζεται τώρα!

Λιβύη
Στη Λιβύη, οι δυνάμεις του καθεστώτος Καντάφι προελαύνουν προς τα ανατολικά προσβάλλοντας τη σθεναρή αντίσταση των ανταρτών μέσω της εκτεταμένης χρήσης βομβαρδιστικών από τη θάλασσα, τζετ από τον αέρα και πυραύλων εδάφους από την ξηρά. Η αμερικανική και μερικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που αρχικά έδειχαν ενθουσιασμό για το ενδεχόμενο μιας άμεσης στρατιωτικής επέμβασης, τώρα λένε ότι η δημιουργία μιας απαγορευτικής ζώνης στις πτήσεις πάνω από τις περιοχές των εξεγερμένων δεν είναι δυνατή. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο υπό το φως της άρνησης των εξεγερμένων Λίβυων κάθε άμεσης εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης στη χώρα τους. Από κάθε πλευρά έχει γίνει τώρα ξεκάθαρο ότι η ελευθερία, η πραγματική ελευθερία του λιβυκού λαού, δεν είναι το ενδιαφέρον τους και έτσι οι λιβυκές μάζες πρέπει να εξαρτηθούν μόνο από τις δικές τους δυνάμεις και την αφοσίωση ενάντια στις ανώτερές τους δυνάμεις του καθεστώτος Καντάφι.
Ο Καντάφι θέτει στο λαό του το δίλημμα: σκλαβιά ή θάνατος. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έκαναν ξεκάθαρο με τη στάση τους τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουν τη λύση στην κρίση: είτε ο Καντάφι είτε οι ΗΠΑ. Είναι βέβαιο ότι οι Λίβυοι αντάρτες διατηρούν παρ΄ όλα αυτά υψηλό ηθικό, αλλά είναι, επίσης, βέβαιο ότι η τύχη της επανάστασης, μαζί και η τύχη κάθε Λίβυου που εξεγέρθηκε για την ελευθερία του/της, φαίνεται τώρα αβέβαιη.

Υεμένη
Στην Υεμένη δύο μέρες πριν, οι δυνάμεις του καθεστώτος εξαπέλυσαν μιας μεγάλης κλίμακας επίθεση ενάντια στους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Σαναά στην πλατεία Taqeer (Πλατεία Αλλαγής) κοντά στο ίδρυμα. Επτά διαδηλωτές σκοτώθηκαν και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν. Είναι αρκετά αποκαλυπτικό το ότι την ίδια μέρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ομπάμα, κάλεσε την αντιπολίτευση της Υεμένης να δεχθεί την πρόταση του δικτάτορα Ali Saleh να δώσει ένα τέρμα στην εξέγερση και να δεχθεί κάποιες μικρές αλλαγές στην πολιτική δομή του καθεστώτος. Την ίδια στιγμή, ο Saleh, υποσχέθηκε να προστατεύσει τη ζωή της εξεγερμένης νεολαίας, αλλά ξανά, την τελευταία νύχτα, τα καθάρματα (baltajia) του καθεστώτος Saleh επιτέθηκαν στον κόσμο. Ωστόσο, η πλατεία βρίσκεται ακόμα στον έλεγχο της εξεγερμένης νεολαίας.
Αρκετές αναφορές λένε τώρα ότι μεγάλη αστυνομική δύναμη και μπράβοι του καθεστώτος ετοιμάζονται για μεγάλης κλίμακας επίθεση στην πλατεία Taqeer, όπου για μια ακόμα φορά η νεολαία έχει ταχθεί με την υπεράσπιση της επανάστασης.

Μπαχρέιν

Τα τελευταία νέα από το Μπαχρέιν μιλούν για επέμβαση πάνω από 1000 στρατιωτών από τη γειτονική Σαουδική Αραβία και μερικές άλλες χώρες του Κόλπου σε υποστήριξη του καθεστώτος. Τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτό το λουτρό αίματος; Η σαουδαραβική μοναρχία παίζει το ρόλο των πιο αντιδραστικών καθεστώτων ενάντια στις περιφερειακές εξεγέρσεις, όπως ακριβώς έκανε και η τσαρική τυραννία ή οι Πρώσοι ενάντια στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, ενεργώντας ως μισθοφόροι… Ο Σαουδάραβας βασιλιάς, παρά την αρρώστια του, κάλεσε τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ομπάμα για να του ασκήσει κριτική για το ότι άσκησε αυτός κριτική στο καθεστώς Μουμπάρακ και επειδή βοήθησε στο να τερματιστεί το καθεστώς του Αιγύπτιου δικτάτορα.
Στο Μπαχρέιν στεγάζεται μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή και στον κόσμο, έτσι δεν υπάρχει κανείς να ισχυριστεί ότι η σαουδαραβική παρέμβαση γίνεται χωρίς την αμερικανική έγκριση. Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι ότι τα καθεστώτα, οι δικτατορίες της περιοχής, έχουν σκοπό να ασκήσουν την πιο κτηνώδη και σκληρή καταστολή ενάντια στους λαούς τους που έχουν εξεγερθεί, για να δώσουν ένα τέλος στο κύμα αυτό των εξεγέρσεων και διαδηλώσεων που έχουν αιτήματα για ελευθερία, εργασία, ισότητα, πολιτική συμμετοχή, αξιοπρεπή ζωή και άλλα.

Καμιά εμπιστοσύνη σε ανατολικές και δυτικές δυνάμεις

Δεν υπάρχει λόγος να σχολιάσουμε τη στάση δυτικών και ανατολικών δυνάμεων που υποστηρίζουν είτε ανοιχτά είτε έμμεσα τις κτηνώδεις αυτές κατασταλτικές δικτατορίες. Είναι ξεκάθαρο ότι οι επαναστάσεις μπορεί είτε να νικήσουν είτε να ηττηθούν παρά την ευφορία των αρχικών νικών στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Η ήττα τους είναι ο απώτερος στόχος όλων των ελίτ, των δικτατοριών, των καταστολέων και των εκμεταλλευτών, όχι μόνο στη Μέση Ανατολή ή τη Βόρεια Αφρική, αλλά παντού, από τις ΗΠΑ μέχρι την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Είναι ξεκάθαρο ότι μερικές φορές εξαιτίας της κτηνωδίας της καταστολής εκ μέρους των καθεστώτων ή της αδυναμίας των λαών, δεν μπορούν οι επαναστάσεις να είναι νικηφόρες χωρίς τη διεθνή αλληλεγγύη και υποστήριξη των μαζών παντού. Στην πραγματικότητα, ισχύει εδώ κάτι παραπάνω από ένα απλό κάλεσμα αλληλεγγύης ή προσωρινής υποστήριξης. Είναι το κάλεσμα για από κοινού δράσεις ενάντια στους ίδιους εχθρούς. Εάν αληθεύει ότι μερικές επαναστάσεις δεν μπορούν να είναι νικηφόρες εξαρτώμενες μόνο από τις τοπικές μάζες, τότε είναι, επίσης, αλήθεια ότι οι δικτατορίες αυτές δεν μπορούν να επιζήσουν ή να διατηρήσουν την καταστολή τους χωρίς την υποστήριξη των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου, των κέντρων της παγκοσμιοποιημένης “νέας τάξης”, των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Είναι σύμμαχοι, έτσι είμαστε κι εμείς επίσης σύμμαχοι στους αγώνες μας, εμείς οι εκμεταλλευόμενες μάζες του κόσμου. Είναι ξεκάθαρο τώρα ότι οι λαοί μας αντιμετωπίζουν τους ίδιους εχθρούς και ότι έτσι ενδεχόμενη νίκη μας θα είναι και δική σας ή ενδεχόμενη ήττα μας θα είναι και δική σας.
Θυμόμαστε την αναταραχή με το αντιπολεμικό κίνημα κατά τη διάρκεια της εισβολής των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο Ιράκ, αλλά αυτή δεν στάθηκε ικανή να αλλάξει την πορεία των γεγονότων που ακολούθησαν. Αυτό ήταν αλήθεια εν μέρει, κυρίως εξαιτίας της φύσης αυτών που αντιστέκονταν τότε στην ιμπεριαλιστική επίθεση. Δυστυχώς, αυτοί που αντιστέκονταν ήσαν το ίδιο το πρώην καταπιεστικό καθεστώς που ήταν μισητό από το λαό του και έτσι η ήττα του ήταν αναπόφευκτη δίνοντας ένα τέλος σ’ αυτή την αναταραχή. Τώρα, οι μάζες που αγωνίζονται έχουν διαφορετικό όραμα. Πρέπει να γνωρίζει κάποιος το κουράγιο και την αφοσίωση όλων αυτών που βγήκαν στους δρόμους ενάντια στις πιο κτηνώδεις και αιματοβαμμένες δικτατορίες της γης, της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Λιβύης, της Υεμένης, του Μπαχρέιν, του Ιράκ και ακόμα των ανατολικών επαρχιών της Σαουδικής Αραβίας. Εκατοντάδες σκοτώθηκαν (χιλιάδες στη Λιβύη), χιλιάδες τραυματίστηκαν στον αγώνα αυτό, που συνεχίζεται σχεδόν παντού στην περιοχή. Ο λαός πάλεψε γενναία στους δρόμους, με γυμνά χέρια, με μολότοφ και με την αφοσίωσή του στη κατάκτηση της ελευθερίας του ενάντια σε πλήρως εξοπλισμένες αστυνομίες και μπράβους των κυβερνήσεων, ακόμα και το στρατό σε ορισμένες περιπτώσεις.

Κάλεσμα διεθνιστικής αλληλεγγύης και δράσης

Είναι σίγουρο ότι η αλληλεγγύη σας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, αλλά νομίζω ότι είναι η ώρα να περάσουμε σε πλατύτερες δράσεις και διαδηλώσεις σε υποστήριξη των εξεγερμένων λαών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Οι διαδηλώσεις αυτές δεν πρέπει να γίνονται μόνο ενάντια στις τοπικές δικτατορίες, αλλά επίσης ενάντια στους πάτρωνές τους… Αυτό σημαίνει ακόμα ότι πρέπει να διαδηλώσουμε ενάντια στις πολιτικές μανούβρες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των ίδιων δυνάμεων που επιζητούν να αναγκάσουν τους εργάτες της Δύσης να πληρώσουν για την κρίση που δημιούργησε η δική τους απληστία.
Οι μάζες παντού είναι έτοιμες για μεγαλύτερους αγώνες, έναν αγώνα για την τύχη και την ελευθερία τους καθώς και για την απαρχή μιας αντεπίθεσης ενάντια στους εκμεταλλευτές τους. Νομίζω ότι όπως έγινε στην Τυνησία, την Αίγυπτο και αλλού στην περιοχή μας, ο κόσμος παντού έχει μπουχτίσει και έχει τη θέληση να αγωνιστεί πιο σκληρά από ποτέ. Επίσης, με τις απαιτούμενες δράσεις αλληλεγγύης σας ελπίζω ότι μπορείτε να αρχίσετε να παίρνετε πρωτοβουλίες διαδηλώσεων και διαμαρτυριών πιο μεγάλης κλίμακας και μορφών άμεσης δράσης, μεγαλύτερων από ό,τι πριν, ενάντια στους κοινούς μας εχθρούς για την υπεράσπιση των κοινών μας συμφερόντων.
Ανήκω στην ελευθεριακή αριστερά, και είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι ο συνεχιζόμενος αγώνας των μαζών στη Μέση Ανατολή έχει ξεκάθαρα ελευθεριακά χαρακτηριστικά, αλλά αυτή δεν είναι η ώρα για σεχταρισμούς από την πλευρά της επαναστατικής διεθνούς αριστεράς και των αντικαπιταλιστικών οργανώσεων και αγωνιστών. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι θα αντικαταστήσουμε τους ελευθεριακούς στόχους και τα μέσα αγώνα με εξουσιαστικά, αλλά πρέπει να δώσουμε αυτή τη μάχη από κοινού με όλες τις αντικαπιταλιστικές επαναστατικές δυνάμεις και αγωνιστές και, πάνω απ’ όλα, με βάση το κοινό επίπεδο των συμφερόντων των μαζών παντού. Καταλαβαίνω ότι οι επαναστάσεις σημαίνουν αγώνα και εκεί είτε μπορεί να νικήσουμε είτε να ηττηθούμε. Αλλά εκεί που οι νίκες στην Τυνησία και την Αίγυπτο φάνηκαν εύκολες τώρα βρισκόμαστε στην πιο δύσκολη φάση του αγώνα στην οποία έχει βρεθεί από την απαρχή του το εργατικό κίνημα, και ένας τέτοιος αγώνας πρέπει να αποβεί νικηφόρος σε διεθνές επίπεδο.
Ο συνεχιζόμενος αγώνας δεν αποτελεί εξαίρεση. Φυσικά, οι αγώνες αυτοί δεν είναι καθαρά προλεταριακοί και το τοπικό προλεταριάτο έπαιξε μέχρι τώρα μικρό ρόλο σ’ αυτούς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τέτοιοι αγώνες εμπεριέχουν μια πολύ μεγάλη δυνατότητα δημιουργίας μαζικού και δυναμικού ανεξάρτητου εργατικού κινήματος. Αυτή τη στιγμή, εν μέσω της στρατιωτικής σαουδαραβικής κατοχής, τα τοπικά συνδικάτα του Μπαχρέιν κάλεσαν σε γενική απεργία, ενώ διαδηλωτές μπλοκάρουν μεγάλους δρόμους σε μια τόσο μικρή χώρα. Εργάτες στην Τυνησία, στην πόλη των ορυχείων Metlaoui, συγκρούονται με την αστυνομία για τα αιτήματά τους και υπάρχουν ήδη δύο νεκροί εργάτες και η τυνησιακή κυβέρνηση κήρυξε το στρατιωτικό νόμο στην περιοχή. Τα πράγματα, επίσης, σκληραίνουν στην Σαναά στην πλατεία Taqeer στην Υεμένη και η δικτατορία φαίνεται ότι προετοιμάζεται για μακελειό μεγάλης κλίμακας.
Οι διαδηλωτές στη Λιβύη, την Υεμένη και το Μπαχρέιν, θα είναι πιο δυνατοί εάν μπορούν να αισθανθούν την αλληλεγγύη σας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κάνουμε την πραγματική διαφορά αυτή την κρίσιμη στιγμή για τον αγώνα των αραβικών μαζών για την ελευθερία τους.

Mazen Kamalmaz

Σύρος αναρχικός

* Ελληνική μετάφραση «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», 16 Μάρτη 2011.

Η λεύγα μετράει αποστάσεις κάθε δίμηνο…

…με σημείο εκκίνησης τον Μάρτιο του 2011.
Κυκλοφόρησε το νέο περιοδικό λεύγα.
Στις σελίδες του πρώτου τεύχους το κίνημα των ανέργων στη Γαλλία συναντά τους εργάτες της ΝΕΟΓΑΛ στη Δράμα, ο Ντάριο Φο περπατά στην οδό Εργασίας στη Νέα Ιωνία, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας βλέπει σκεπτικό τον νέο ελληνικό κινηματογράφο, σκηνές επιστημονικής φαντασίας περιγράφουν μια εξέγερση που απλώνεται στο παρόν, διάλογοι σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού μπερδεύονται με τη ρητορεία των ιδιοκτητών της προόδου, η υπεράσπιση της περίπλοκης σκέψης συνομιλεί με τα αδιέξοδα των ριζοσπαστών διανοουμένων. Από κοντά κόμιξ, επιλεγμένες διαφημίσεις, αντιπαρατιθέμενες απόψεις, διάβολοι που κηρύττουν την εγκράτεια, ηγεμόνες και τρελοί σε παράλληλους μονολόγους.

Περισσότερα στο http://www.levga.gr/

Η αλλαγή του κόσμου

Του Γιάννη Ιωαννίδη
Αναδημοσίευση από τον Πύραυλο των υπογείων

Εδώ και δεκαετίες, αλλά πολύ πιο καθαρά σήμερα λόγω της οξυμένης κρίσης, το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα κι ο λόγος που η κοινωνία μας φαίνεται να οδηγείται από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, είναι η αδυναμία να διατυπωθεί απέναντι στα πράγματα ένας πολιτικός λόγος, που θα είναι και λογικά πειστικός αλλά και συγκινησιακά παρακινητικός. Ένας λόγος που θα απευθύνεται τόσο στο θυμικό, όσο και στο λογικό, καταφέρνοντας έτσι να συμπαρασύρει το βουλητικό των ανθρώπων προς μια έλλογη διέξοδο.
Μια σημαντική αιτία που ένας τέτοιος λόγος απουσιάζει, είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι οι προσπάθειες αντιπολίτευσης στο κυρίαρχο αδιέξοδο διακατέχονται από τα φαντάσματα προηγούμενων, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων, απελευθερωτικών στιγμών. Κάποιοι θέλουν να βλέπουν το σήμερα με όρους 1789, άλλοι με όρους 1821, άλλοι σαν 1917, ή 1940, ή 1968, ή 1973. Έτσι, ανάλογα με την οπτική καθενός, καλούν σε μια αποτίναξη π.χ. μιας «τυραννίας» από ένα «πεινασμένο λαό», ή σε μια επανάσταση εναντίον μιας «απολυταρχίας» που «ποδοπατάει αλύπητα τα ανθρώπινα δικαιώματα», σε ένα «ταξικό αγώνα» εναντίον της «πλουτοκρατίας», ή σε μια «πάλη της εργατικής τάξης» ενάντια στην επιβολή «μεσαιωνικών συνθηκών» από τους καπιταλιστές, σ’ ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον «δυνάμεων κατοχής και δοσίλογων κυβερνήσεων», ή σε μια «εξέγερση με μπροστάρη τη νεολαία ενάντια σε μια χουντική κυβέρνηση».
Παρ’ όλο που όψεις πραγματικότητας υπάρχουν σε όλες αυτές τις οπτικές, η καθεμιά από μόνη της και όλες μαζί ή σε οποιοδήποτε μεταξύ τους συνδυασμό, είναι λαθεμένες∙ δηλαδή δεν καταφέρνουν να καταδείξουν αυτό που προσδιορίζει τη σημερινή κοινωνία και το οποίο διαφέρει από εκείνο που την προσδιόριζε σε όλες αυτές τις ένδοξες ιστορικές στιγμές. Την ίδια στιγμή, και για τον ίδιο λόγο, αποτυχαίνουν να αναδείξουν την ιστορική ιδιαιτερότητα ενός σημερινού υποκειμένου της αλλαγής, ή της ανατροπής, σε σχέση με τα προηγούμενα.
Σήμερα δεν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με μια απολυταρχία ή μια τυραννία, εδραιωμένη πάνω σε «μεσαιωνικές», δηλαδή κάθετα και απολυτοκρατικά ιεραρχημένες, συνθήκες δουλειάς και ζωής∙ ούτε με ένα πλουτοκρατικό καπιταλισμό θεμελιωμένο πάνω σε μια βιομηχανική, δηλαδή συγκεντρωτική και συντηρητική, οργάνωση της εργασίας και της κοινωνίας. Ούτε καν με μια κλασική αστική δημοκρατία, στην οποία δεν εκπροσωπούνται τα λαϊκά κι εργατικά στρώματα. Σήμερα έχουμε να κάνουμε με μια ολιγαρχική δημοκρατία εδραιωμένη πάνω σε μια άκρως εκτεχνικευμένη − δηλαδή νεωτεριστική, εξατομικευμένη και εκλαϊκευμένη/μαζική συνάμα − κοινωνία, η οποία διυλίζεται και διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από ένα τεχνικό Σύστημα.
Παρά τις πάμπολλες αυταρχικές όψεις και τυραννικές συμπεριφορές της, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε, πως η σημερινή ολιγαρχική δημοκρατία διαφέρει από την τυραννία, την απολυταρχία ή τη χούντα, σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο: στο ότι κάνει το λαό διαρκώς συμμέτοχο, και έτσι «συνένοχο», στις καίριες πολιτικές επιλογές και πρακτικές της, πράγμα που τη βοηθάει να διασπείρει την «συνενοχή» και για τις επιμέρους πράξεις της.
Επιπλέον, παρά τους συντηρητισμούς και τους ανορθολογισμούς της, την ίδια στιγμή η ακραία εκτεχνίκευση της τριλεκτικής «παραγωγή-κατανάλωση-διοίκηση», και η καλπάζουσα − χάρη στην Πληροφορική ως πράξη και ως ιδεολογία − καρκινογένεση ενός τεχνικού Συστήματος εντός της σημερινής κοινωνίας, κάνουν το λαό διαρκώς συμμέτοχο, και έτσι «συνένοχο», όχι μόνο στις πολιτικές επιλογές και πρακτικές της ολιγαρχικής τάξης αλλά, επίσης, στην κυρίαρχη οπτική των πραγμάτων και στα κυρίαρχα ήθη, που έχουν πάψει να είναι αστικά και συντηρητικά. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τα ήθη αξίζει να προσεχτεί, πως οι κυρίαρχες τάξεις ασπάζονται ανοιχτά και με ολοένα και μεγαλύτερη άνεση «στιλ» που έως πριν δυο δεκαετίες προσδιόριζαν το περιθώριο, ακόμα και τον λεγόμενο υπόκοσμο, δηλαδή στιλ απενοχοποιημένου μηδενισμού... ενώ την ίδια στιγμή τα λαϊκά στρώματα θεωρούν τίτλο τιμής το ότι κατορθώνουν ν’ αποτινάξουν τις παραδόσεις τους και να εκμοντερνιστούν κατά το πρότυπο των κυρίαρχων τάξεων, καταλήγοντας έτσι να ασπάζονται, και αυτά, «στιλ» απενοχοποιημένου μηδενισμού. Και σε ό,τι αφορά την οπτική των πραγμάτων, θα έλεγα πως δεν είναι τυχαίο λ.χ. ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και οι αμεσοδημοκρατικές ριζοσπαστικές επικλήσεις εμπνέονται κατά βάθος από έναν ευφρόσυνο τεχνικό ουτοπισμό, στο βαθμό που στη θέση του συμβολικού πεδίου γράφουν «μηδέν» και υπολογίζουν ότι το κοινό δεν (θα) είναι συμβολικός Κοινός Λόγος αλλά αμοιβαίος συντονισμός δράσεων μέσω του διαδικτύου.
Κατόπιν όλων αυτών, εκείνο που εδώ θέλω να τονίσω, είναι ότι η σημερινή εδραίωση μιας ολιγαρχικής δημοκρατίας πάνω σε μια άκρως εκτεχνικευμένη/εκλαϊκευμένη κοινωνία που διυλίζεται και διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από ένα τεχνικό Σύστημα, συνεπάγεται και μια ριζική αλλαγή σε ό,τι αφορά το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Πρόκειται για μια αλλαγή, την οποία διαισθάνονται όλοι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βεβαιώνουν πως είναι πλέον δύσκολο «να διακρίνει κανείς με σαφήνεια τον εχθρό» − και αυτή τη δυσκολία νομίζω ότι προσπαθούν να υπερφαλαγγίσουν, αλλά λιγάκι κλείνοντας τα μάτια και χωρίς να ζοριστούν, όσοι προτιμούν να βλέπουν το σήμερα σαν ένα είδος αναβίωσης παλιότερων ένδοξων στιγμών υψώνοντας, έτσι, παλιές σημαίες κι ανασκάβοντας παλιά χαρακώματα.
Η αλλαγή του υποκειμένου της αλλαγής για την οποία μιλώ, προσδιορίζεται από το γεγονός ότι, εκείνο που συντηρεί την αδικία και την ανελευθερία των σύγχρονων κοινωνιών, δεν είναι πια μια τάξη συγκροτημένη έξω από το λαό (όπως ήταν η αριστοκρατία, ή η αστική τάξη των πρώτων αιώνων της κυριαρχίας της), ώστε να μιλάμε για «ταξικό εχθρό» και «ταξικό αγώνα» όπως έως τα μέσα με τέλη του 20ού αιώνα. Ούτε βεβαίως μια εξωτερική δύναμη κατοχής (όπως η οθωμανική αυτοκρατορία, ή οι φασιτικές και ναζιστικές δυνάμεις κατοχής του Β΄ ΠΠ), για να μιλάμε για «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα».
Έτσι το σημερινό υποκείμενο της αλλαγής προσδιορίζεται από το γεγονός της σημερινής συμμετοχής/«συνενοχής» του λαού στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές, στην κυρίαρχη οπτική του κόσμου και στα κυρίαρχα ήθη της εκτεχνικευμένης ολιγαρχικής δημοκρατίας και, επομένως, έχει να συγκροτηθεί από τη σύγκλιση δυο δεδομένων:

1. από το ότι οφείλει να είναι σε θέση και διάθεση να αλλάζει όχι μόνο τον κόσμο αλλά και τον εαυτό του∙ και
2. από το ότι ο άνθρωπος αυτών των κοινωνιών έχει μπουκώσει πια από την «απενοχοποιημένη» υπερτροφία της εξατομίκευσης χωρίς ωστόσο να επιθυμεί, ακόμα, μια επιστροφή/υποστροφή σε κάποιον προ-εξατομικευτικό κολλεκτιβισμό.

Για να είμαι πιο ακριβής, γνώμη μου είναι ότι το υποκείμενο της αλλαγής δεν είναι απλώς θέμα ότι «οφείλει», «να είναι σε θέση», «να έχει διάθεση» να συγκροτηθεί κάτω από αυτούς τους δύο όρους: δεν μπορεί να υπάρξει, σήμερα, άλλου τύπου υποκείμενο της αλλαγής!
Πάνω σε αυτές τις γραμμές σκέψης θα προσπαθήσω να ακολουθήσουν οι επόμενες αναρτήσεις μου στον καλοτάξιδό μας Πύραυλο. Δεν κρύβω ότι έχω την αίσθηση, πως η κρίση που περνάει σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει να κάνει, σε σημαντικό ίσως βαθμό, με την ολοκλήρωση της ένταξής της στις σύγχρονες εκτεχνικευμένες ολιγαρχικές δημοκρατίες και με τις καθυστερήσεις που είχε μέχρι σήμερα επιδείξει προς αυτή την κατεύθυνση - πράγμα που κάνει ακόμα πιο κρίσιμα τα παραπάνω ζητήματα.

http://pyravlosypogeiwn.blogspot.com/2011/03/blog-post.html

Ο δίκαιος αγώνας των 300 μεταναστών-εργατών απεργών πείνας είναι και δικός μας αγώνας!

Εδώ και 35 μέρες, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, 300 μετανάστες εργάτες έχουν ξεκινήσει μια σκληρή απεργία πείνας. Διεκδικούν ίσα δικαιώματα με τους ντόπιους συναδέλφους τους και τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και των μεταναστριών που ζουν, εργάζονται και μετακινούνται στη χώρα.
Επιθυμώντας να διαχύσουμε το πνεύμα αυτού του αγώνα στο κέντρο της Αθήνας, καταλαμβάνουμε τις υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας στην πλατεία Κοραή. Πρόκειται για το κτίριο όπου το Δεκέμβριο του 2010 ο αιγύπτιος μετανάστης εργάτης Emand Aziz, δουλεύοντας ανασφάλιστος και μέρα Κυριακή στο Υπουργείο Εργασίας, σε συνθήκες όπου δεν τηρούνταν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας, σκοτώθηκε πέφτοντας από τον 3ο όροφο. Πρόκειται για ένα από τα κρατικά κτίρια τα οποία καθαρίζουν μετανάστες δουλεύοντας για εργολάβους-δουλεμπόρους και στα οποία βασιλεύει ο εργασιακός μεσαίωνας, η αδήλωτη εργασία, η εργοδοτική βαρβαρότητα. Τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι εργαζόμενοι στο υπουργείο εργασίας; Τι έχουν να πουν για τον αγώνα των 300 μεταναστών-εργατών που περιλαμβάνει όλους τους μετανάστες και τις μετανάστριες και, ακόμη περισσότερο, όλη την τάξη των εργαζομένων;
Το τελευταίο 24ωρο, είκοσι μετανάστες απεργοί πείνας έχουν μεταφερθεί σε νοσοκομεία της Αθήνας με συμπτώματα βαριάς αφυδάτωσης και νεφρικής ανεπάρκειας και τέσσερις σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης με λιποθυμικά επεισόδια. Σε κάποια από τα νοσοκομεία όπου μεταφέρονται, δε γίνονται δεκτοί, ενώ σε άλλα, αστυνομικοί απαιτούν από το νοσηλευτικό προσωπικό τα ονόματά τους.
Οι 300 απεργοί πείνας διακινδυνεύουν τη ζωή τους όχι στη βάση ατομικών και ωφελιμιστικών κινήτρων αλλά για ένα συλλογικό δίκαιο, σε ένα αγώνα που διεκδικεί την αξιοπρέπεια όλης της εργατικής τάξης. Οι μετανάστες οργανώθηκαν μέσα από δημόσιες και οριζόντιες συνελεύσεις στην Κρήτη, θεμελιώνοντας μέσα από συλλογικές διαδικασίες έναν από τους πιο μαζικούς αυτόνομους αγώνες μεταναστών-εργατών στην ελλάδα. Ζήτησαν από την πρώτη στιγμή την αλληλεγγύη και τη γεφύρωση του αγώνα τους με τα προτάγματα όλων των ανθρώπων και των συλλογικοτήτων που αγωνίζονται για ένα κόσμο ισότητας και ελευθερίας. Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο της συνέλευσης των απεργών πείνας, με το οποίο ζητούν την αλληλεγγύη μας:

«…Βρισκόμαστε στην αναξιοπρέπεια και στο σκοτάδι της παρανομίας για να ωφελούνται οι εργοδότες και οι υπηρεσίες του κράτους από την άγρια εκμετάλλευση της εργασίας μας… Όσο κόβονται οι μισθοί και οι συντάξεις, όσο ακριβαίνουν τα πάντα, τόσο ο μετανάστης παρουσιάζεται ως φταίχτης, ως ο υπαίτιος για την εξαθλίωση και την άγρια εκμετάλλευση των ελλήνων εργαζομένων… Η προπαγάνδα φασιστικών και ρατσιστικών κομμάτων και οργανώσεων έχει πλέον γίνει η επίσημη γλώσσα του κράτους για το μεταναστευτικό… Ζητάμε από τους έλληνες συναδέλφους μας εργαζομένους, από κάθε άνθρωπο που τώρα υποφέρει κι αυτός από την εκμετάλλευση του ιδρώτα του, να σταθεί δίπλα μας. Να στηρίξει τον αγώνα μας, για να μην αφήσει να επικρατήσει και στο δικό του τόπο το ψέμα και η αδικία, ο φασισμός και η απολυταρχία... Αυτό δηλαδή που έχει επικρατήσει και στις δικές μας πατρίδες και μας ανάγκασε να ξενιτευτούμε… εμείς και τα παιδιά μας…»

Ο ταξικός λόγος των απεργών συγκρούεται με το σύνολο των αντι-μεταναστευτικών πολιτικών που θέλουν τη ζωή και την εργασία των μεταναστριών και των μεταναστριών παράνομη, υποτιμημένη και πολιτικά απροστάτευτη απέναντι στις δολοφονικές διαθέσεις των αφεντικών και των στρατιωτικών και αστυνομικών θεσμών των εθνικών κρατών.
Το ελληνικό κράτος έχει τα χέρια του βαμμένα με αίμα. Συμμετέχει στις διεθνείς διακρατικές συμμαχίες που είναι υπεύθυνες για τη (δήθεν ανθρωπιστική) στρατιωτική κατοχή σε χώρες από όπου προέρχονται οι μετανάστες. Στα σύνορά του, σε συνεργασία με τις συνοριοφυλακές άλλων χωρών, τη FRONTEX και τους κρατικά ελεγχόμενους δουλεμπόρους, οδηγεί τους μετανάστες και τις μετανάστριες σε ναρκοπέδια, στο βυθό του αιγαίου και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην περιφέρεια της χώρας, όπου επικρατούν απάνθρωπες συνθήκες μαζικού εγκλεισμού, βασανιστηρίων και διαδικασίες βίαιων απελάσεων.
Στα εγκλήματα αυτά, όπως και στην ευρύτερη υποτίμηση της ζωής και της εργασίας των μεταναστών και των μεταναστριών από τα μικρά και τα μεγάλα αφεντικά, συντελούν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και ένα διακριτό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που κεφαλαιοποιεί εδώ και 30 χρόνια τον πλούτο που παράγει η μεταναστευτική εργατική δύναμη. Οι μετανάστες και οι μετανάστριες, αν και αόρατοι και απομονωμένοι, βρίσκονται ακριβώς δίπλα μας και αποτελούν έναν τεράστιο παραγωγικό πληθυσμό που ζει, εργάζεται, μετακινείται, επιθυμεί, δημιουργεί οικογένειες, κοινότητες και δίκτυα αλληλεγγύης.
Ο αγώνας των 300 μεταναστών-εργατών αποδεικνύει τη συλλογική ικανότητα μιας αυτόνομης, ταξικής και κοινωνικής δράσης όλων όσων δε θεωρούνται θεσμικά πολίτες από τα κράτη και δείχνει το δρόμο για να συναντηθούν οι αγώνες των μεταναστών με αυτούς των ντόπιων. Και αυτό τρομάζει τα αφεντικά.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο αγώνας τους χτυπήθηκε από την πρώτη στιγμή από το κράτος και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γι’ αυτό έγινε άρση ασύλου και απαγόρευση μιας πολιτικής διαμαρτυρίας στη Νομική, ενώ τώρα επιχειρείται για πρώτη φορά η ποινική δίωξη σε απεργούς πείνας. Αυτός ο κανιβαλιστικός και ρατσιστικός λόγος δουλεύεται εδώ και χρόνια από τους μηχανισμούς του κράτους, και στην εκκένωση τη Νομικής τον ακούσαμε από το στόμα των διαφόρων υπουργών εσωτερικών, εργασίας και νταβατζήδων του πολίτη, καθώς και των τραμπούκων του Τύπου.
Καθώς η απεργία πείνας φτάνει σε ένα επικίνδυνο για την υγεία των μεταναστών-εργατών στάδιο, επιστρατεύεται τώρα το “καθεστώς ανοχής” ως πρόταση στους απεργούς. Το “καθεστώς ανοχής” δεν αποτελεί ανθρωπιστική αλλά μια ασαφή ρύθμιση, καθώς δίνει για έξι μήνες την άδεια να μείνουν οι μετανάστες εδώ με πρόθεση απέλασης, χωρίς τη δυνατότητα να μπορούν να φύγουν από τη χώρα εάν το επιθυμούν. Γι’ αυτό και οι απεργοί απορρίπτουν την πρόταση αυτή.
Οι αγωνιζόμενοι μετανάστες απεργοί πείνας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κοινωνικού πολέμου. Προτάσσουν τη ζωή τους, ενάντια στη βαρβαρότητα της εξουσίας, την εξαθλίωση και την κουλτούρα θανάτου που προσπαθεί να επιβάλει το κράτος σ’ ολόκληρη την κοινωνία. Αγωνίζονται για τη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Για έναν κόσμο όπου ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία… Γι’ αυτό, καλούμε όλα τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας να σταθούν αλληλέγγυα στον αγώνα των 300 απεργών πείνας που γίνεται για λογαριασμό όλων μας. Γιατί η αλληλεγγύη μεταξύ όλων των καταπιεσμένων είναι το όπλο μας. Γιατί η αλληλεγγύη δεν είναι μόνο συμπαράσταση αλλά και σύγκρουση για μια κοινωνία αυτοδιεύθυνσης, χωρίς σύνορα, χωρίς φράχτες, χωρίς στρατόπεδα συγκέντρωσης, χωρίς ρατσισμό, χωρίς εκμετάλλευση.
«Δε θα φτηνύνουμε εμείς τη ζωή, που την έχουν κάνει αμελητέα κι αναλώσιμη.
Εμείς θα ακριβύνουμε το θάνατο, τόσο που να ’ναι αβάσταχτος κι αδιανόητος».

Αλληλεγγύη σε όλους τους αγωνιζόμενους μετανάστες και τις μετανάστριες
Κοινοί αγώνες όλων των καταπιεσμένων
Για έναν κόσμο ισότητας, αλληλεγγύης, ελευθερίας

Αλληλέγγυες και Αλληλέγγυοι

Και εδώ μιλάμε για την απεργία πείνας!



Στις 4 σήμερα το απόγευμα -και για όσες ώρες χρειαστεί- το διαδίκτυο μιλάει για τους μετανάστες απεργούς πείνας. Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή χωρίς σταθμό θα μιλήσουν οι ίδιοι οι μετανάστες, μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες για την μάχη των 300 απεργών πείνας. Κάθε διαδικτυακό μέσο (portal, site ή blog) μπορεί να μεταδώσει μέσα από τη σελίδα του την εκπομπή ενσωματώνοντας τον player που θα βρείτε στο blog http://hungerstrike300.espivblogs.net/

Το διαδίκτυο δεν είναι απλά ένας χώρος ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Είναι και το μοναδικό μέσο που μπορεί να δώσει φωνή σε αυτούς που αποκλείονται από τα τηλεοπτικά δελτία. Ας πολλαπλασιάσουμε τη φωνή τους.

Για τον αγώνα των εργατών μεταναστών

Ο διαγωνισμός πλειοδοσίας σε φρόνημα δημοκρατικής νομιμότητας στον οποίο επιδόθηκαν όλες σχεδόν οι θεσμικές πολιτικές δυνάμεις, με αφορμή την κατάληψη της Νομικής σχολής από τους 250 απεργούς πείνας μετανάστες εργάτες, και η ευαισθησία που επέδειξαν στην υποτιθέμενη καταρράκωση του θεσμού του πανεπιστημιακού ασύλου, αποκαλύπτει αν μη τι άλλο ότι η ατζέντα στον δημόσιο διάλογο καθορίζεται εν πολλοίς από τις πιο συντηρητικές και μισαλλόδοξες αντιλήψεις, εκφραστής των οποίων δεν είναι, όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν, αποκλειστικώς η άκρα Δεξιά.
Εκστομίστηκαν τέρατα όλες αυτές τις μέρες. Από τον «εκβιασμό» και τη «βεβήλωση» ως τη «λάθος επιλογή», το φάσμα των επικρίσεων περιλαμβάνει όλες εκείνες τις αποχρώσεις που καθιστούν τις διαφορές πολύ αδρά διακριτές όταν πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές δυνάμεις αντέδρασαν στα γεγονότα. Αρχικώς, πριν ξεσπάσει η συντονισμένη συκοφαντική επίθεση της κυβέρνησης και των μμε, κάποιοι προσπάθησαν να ανοίξουν μια ουσιαστική συζήτηση για τον αγώνα των μεταναστών. Άλλαξαν όμως ρότα μόλις το κλίμα βάρυνε επικίνδυνα και άρχισαν να μασάνε τα λόγια τους στα τηλεοπτικά πάνελ, ότι ναι μεν, αλλά, ότι «ήταν λάθος» που εν τέλει ίσως και να κοστίσει αντί να ωφελήσει κ.λπ. κ.λπ.. Ακόμα κι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις, όπως ο ΣΥΝ, που είδαν με κάποια συμπάθεια τον αγώνα των μεταναστών εργατών, ανέκρουσαν πρύμνα και συντάχθηκαν με την «κοινή γνώμη», την οποία τα μμε παρουσίασαν αγανακτισμένη με τα όσα συμβαίνουν.
Τα συντηρητικά ανακλαστικά της κοινωνίας, τα οποία οδήγησαν την πλειοψηφία να στοιχηθεί άρδην πίσω από το νόμο και το κράτος παρά τα εκτεταμένα φαινόμενα ανυπακοής και απείθειας που όψιμα επιδεικνύει, λειτούργησαν αυτοματικά υπερσκελίζοντας τις αντιπαλότητες, και συσπείρωσαν εχθρούς και φίλους απέναντι στον άλλο, τον ξένο. Αναμφίβολα, όπως όλα δείχνουν, η ρητορική της άκρας Δεξιάς έχει ισχυρά ερείσματα στη διάχυτη ξενοφοβία που ενδημεί στην ελληνική κοινωνία. Τα στερεότυπα αυτής της ξενοφοβίας ενισχύει ο λανθάνων λόγος της εξουσίας, που παρά τις διακηρύξεις των κυβερνώντων περί «προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής» βλέπει τους μετανάστες ως «μη έχοντες πολιτισμό» (Άννα Νταλάρα, αρμόδια υφυπουργός για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής), ή ως μη αρκούντως «γνήσιους Έλληνες» οι οποίοι δεν δικαιούνται πολιτογράφησης (γνωμοδοτική επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας), και, πάνω απ’ όλα, ως «εισβολείς λαθρομετανάστες».
Το πανεπιστημιακό άσυλο και η δήθεν κατάλυσή του ήταν η πρόφαση και όχι το πραγματικό επίδικο. Συγκαλυμμένος πίσω από τις κορώνες περί νομιμότητας και σεβασμού των δημοκρατικών ελευθεριών υφέρπει ο δηλητηριώδης ρατσιστικός λόγος, με θετική ή αρνητική μορφή και έκφραση. Είτε ως καταπατητές είτε ως ικέτες, οι μετανάστες εργάτες απεργοί πείνας αντιμετωπίστηκαν σχεδόν απ’ όλους ως ετεροπροσδιοριζόμενα υποκείμενα που υποκινήθηκαν βάσει σχεδίου που αποσκοπούσε στην ένταση από τη μια, ή ως υποχείρια κοντόθωρων πολιτικών σχεδιασμών από την άλλη, ή, ακόμα ακόμα, ως θύματα ανεύθυνου χειρισμού και διαμεσολάβησης του δίκαιου κατά τ’ άλλα αγώνα τους...
Οι αλληλέγγυοι και όσοι ενεπλάκησαν βοηθώντας στην οργάνωση της απεργίας αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία, με χλεύη και με εχθρότητα από τα μμε, που υποτίθεται ότι αντικαθρεφτίζουν την κοινή γνώμη, και με δικαστικές διώξεις από το κράτος. Εξίσου επικριτική στάση κράτησε και μερίδα του κινήματος, αν και αυτή διατυπώθηκε περισσότερο σαν εξορκισμός των χειρισμών εκείνου του κομματιού της Αριστεράς που ευθύς εξαρχής έδειξε ενεργά αλληλεγγύη στον αγώνα των μεταναστών παρά σαν καταδίκη αυτής καθαυτής της ενέργειας. Όσοι τάχτηκαν από την αρχή στο πλευρό των απεργών και τους βοήθησαν να οργανώσουν τον αγώνα τους καλούνται τώρα να απολογηθούν γιατί υποστήριξαν εμπράκτως τις πολιτικές τους επιλογές και πεποιθήσεις. Στις συμπληγάδες κοινωνίας, «συντρόφων» και κράτους συνθλίβονται όχι μόνον η αλληλεγγύη και η στοιχειώδης συνέπεια αλλά και η ίδια η ουσία του ακηδεμόνευτου αγώνα των μεταναστών εργατών για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά τους.
Είναι φυσικό το κράτος να έχει θορυβηθεί από την απειλή που αναγνώρισε στον συγκεκριμένο αγώνα των μεταναστών εργατών. Εξ αρχής διαφάνηκε ότι η αποφασιστικότητα και τα αιτήματα των απεργών πείνας θα μπορούσαν να αποτελέσουν θρυαλλίδα απρόβλεπτων εξελίξεων και αλυσιδωτών αντιδράσεων, με επίκεντρο τη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους. Προκειμένου να υποβαθμιστεί το περιεχόμενο του αγώνα τους, η προσοχή κατευθύνθηκε τεχνηέντως στο «πού» και όχι στο «πώς» και το «γιατί» επέλεξαν οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες να διεκδικήσουν από το κράτος τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στη χώρα, ή που εγκλωβισμένοι εδώ διεκδικούν το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση. Θέτοντας το ζήτημα της νομιμοποίησης συνολικά, οι απεργοί πείνας μετανάστες εργάτες απαιτούν από το ελληνικό κράτος να εγκαταλείψει την τακτική της στρουθοκαμήλου που όλα αυτά τα χρόνια ακολουθεί και να αναγνωρίσει εδώ και τώρα το αυτονόητο: ότι αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν σε αυτόν τον τόπο κατ' επιλογήν ή κατ’ ανάγκην δικαιούνται να αποκτήσουν νόμιμη υπόσταση. Η μετατόπιση της συζήτησης από το μεταναστευτικό στο άσυλο απλώς επιβεβαιώνει ότι ο στρουθοκαμηλισμός της ελληνικής πολιτείας δεν είναι δείγμα αδυναμίας αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή. Πράγματι, όπως έχει επισημανθεί, οι διάφορες μορφές προσωρινής και υπό όρους νομιμοποίησης χρησιμοποιούνται ως μέσο ελέγχου και πειθάρχησης της φτηνής εργατικής δύναμης. Κάνει τα στραβά μάτια στο εκρηκτικό αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί, με θύματα κυρίως τους μετανάστες που παραμένουν όμηροι του παραλογισμού, διότι εξυπηρετούνται ταυτοχρόνως ποικίλα κρατικά συμφέροντα, τόσο σχέσεων με τους εταίρους της ΕΕ και πίεσης προς τον άσπονδο εξ ανατολάς εχθρό, την Τουρκία, όσο και συντήρησης συγκεκριμένων μηχανισμών κερδοφορίας του ελληνικού κεφαλαίου.
Ανάλογη είναι εν πολλοίς και η υποκρισία όλων εκείνων που αρνούνται να αποδεχτούν το γεγονός ότι έχουν βρεθεί στον πάτο του κοινωνικού βαρελιού. Αυτών που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τη βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού και του κράτους, και που αναζητούν τα εξιλαστήρια θύματα για τη δική τους δεινή κατάσταση όχι στην εγχώρια ληστρική ελίτ και στους συνεταίρους της αλλά στους μετανάστες. Είναι όλοι όσοι έχουν πειστεί ότι «δεν χωράνε άλλοι» στη χώρα, ότι η εγκληματικότητα, η ανεργία, η ένδεια και η υποβάθμιση της καθημερινής ζωής είναι λίγο πολύ φαινόμενα που οφείλονται στο ότι «έχουμε γίνει ξέφραγο αμπέλι» όπου βρίσκουν εύκολα καταφύγιο οι κολασμένοι όλου του κόσμου. Είναι οι ίδιοι που ενώ τους χτυπάνε κατακέφαλα νομίζουν ότι το αξίζουν, ότι θα πρέπει να θυσιαστούν για να «σωθεί η πατρίδα». Είναι αυτοί που δεν βλέπουν πόντο πέρα από τη μύτη τους και που θα κουνηθούν μόνο όταν πιάσει φωτιά ο δικός τους κώλος. Αν σηκώνουν ενίοτε μπαϊράκι και αψηφούν μερικώς το κράτος και τους νόμους είναι γιατί βλέπουν παντού προδότες και δωσίλογους που απεργάζονται με την αρωγή «ξένων κέντρων» τον «αφανισμό του έθνους».
Πριν σβήσουν μια και καλή τα φώτα του ξέφρενου πάρτι, και προτού η «ισχυρή ελληνική οικονομία» παρουσιάσει τα συμπτώματα της ενδημικής ασθένειας που έγινε το άλλοθι για την επιβολή μιας άνευ προηγουμένου εντατικής θεραπείας-σοκ, η εκμετάλλευση των μεταναστών ήταν κοινά αποδεκτή και ευρέως διαδεδομένη. Οι μετανάστες υλοποίησαν την φαντασίωση κοινωνικής ανόδου που πάντα ταλάνιζε τα κατώτερα και τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, αφού έγιναν η υπο-τάξη από την οποία όλοι μπορούσαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να ωφεληθούν, και πάνω απ' όλα, όλοι ένιωθαν ότι ήταν εμφανώς ανώτεροι από τους «κακομοίρηδες». Γέμισε ο τόπος μικρά αφεντικά και γερμανικά αυτοκίνητα. Η διάχυτη ευωχία συντηρήθηκε με δανεικά, με φουσκωμένες πιστωτικές κάρτες και δημόσια ελλείμματα, αλλά έγινε εφικτή μόνο χάρη στην αναπτερωμένη φαντασίωση της κοινωνικής ανόδου. Φτηνά εργατικά χέρια, αναλώσιμα σώματα χωρίς φωνή και δικαιώματα, οι μετανάστες ανέλαβαν τις εργασίες που κανένας δεν ήθελε να κάνει: στα χωράφια και στα θερμοκήπια, στις οικοδομές, στη βιοτεχνία, στα νοσοκομεία, στα νοικοκυριά, στα μπουρδέλα και στις πιάτσες. Τόνωσαν τη γη, την οικονομία και την ερωτική ζωή της χώρας, βγάζοντάς την από το μαράζι.
Όταν ζόρισαν τα πράγματα, και τα φληναφήματα των πολιτικών σκορπίσανε στη θύελλα της κρίσης μαζί με την ψευδαίσθηση της ευμάρειας, από φτηνό εργατικό δυναμικό προς εκμετάλλευση οι μετανάστες έγιναν βάρος, αν όχι απειλή. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μέχρι τότε η συμβίωση μαζί τους ήταν ειδυλλιακή, επικρατούσε ωστόσο η ανοχή και η συνένοχη χρησιμοθηρία. Το ασυγκράτητο μεταναστευτικό κύμα που προκάλεσαν οι πόλεμοι, οι φυσικές(;) καταστροφές και η φτώχεια αύξησε τον όγκο των ροών και διαφοροποίησε τη σύνθεση των πληθυσμών των μεταναστών. Οι ανέστιοι, χωρίς χαρτιά μετανάστες πολλαπλασιάστηκαν και κατέκλυσαν το κέντρο των πόλεων, στοιβαγμένοι όπως όπως σε υπόγεια διαμερίσματα, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, στις πλατείες και τους δρόμους. Η εικόνα του μετανάστη εγκληματία, που τόσα χρόνια επανέρχεται στερεοτυπικά στα μμε, εντυπώνεται ανεξίτηλα στο συλλογικό φαντασιακό, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ακροδεξιάς ρητορικής. Τα πογκρόμ που εξαπέλυσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» σε αγαστή συνεργασία με την αστυνομία, υπό τη σκέπη και την διακριτική ανοχή του κράτους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μεμονωμένα περιθωριακά φαινόμενα: είναι έκφραση εκβαρβαρισμού της κοινωνίας υπό συνθήκες αγωνιώδους άγχους και πανικού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο αγώνας μέχρις εσχάτων που ξεκίνησαν οι 300 μετανάστες εργάτες βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους, ακριβώς για να αρνηθούν τη «γυμνή ζωή», βρήκε γυρισμένες τις πλάτες της πανικόβλητης κοινωνίας. Αντί ο αγώνας αυτός να βρει υποστηρικτές ανάμεσα στους προλετάριους όπως εκ των πραγμάτων του αρμόζει, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στην ανασύνθεση ενός πολιτικά αποτελεσματικού ανταγωνιστικού κινήματος, αν μη της εργατικής τάξης, αφέθηκε έρμαιο στη δίνη των μμε, βορά στα δόντια των συκοφαντών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τρέμουν όσο τίποτε άλλο τους ακηδεμόνευτους, αυτόνομους αγώνες από τα κάτω, που όπως δείχνουν οι ραγδαίες εξελίξεις και οι ανατροπές στα καθεστώτα της Βόρειας Αφρικής δεν έχουν πει την τελευταία λέξη.

…

Και όμως, είναι η ίδια η αποφασιστικότητα των απεργών πείνας και του αγώνα τους που σπάει το τοίχος της εχθρότητας και της αδιαφορίας που τόσο έντεχνα προσπάθησαν να οικοδομήσουν γύρω τους μμε και κυβέρνηση. Τα μηνύματα αλληλεγγύης και συμπαράταξης με τα αιτήματα των μεταναστών όλο και αυξάνονται, δράσεις αλληλεγγύης και αντιπληροφόρησης γίνονται σ’ ένα σωρό πόλεις και γειτονιές, δεκάδες άνθρωποι περνάνε καθημερινά από το κτήριο της Ηπείρου εκφράζοντας έμπρακτα την υποστήριξή τους.
Σταγόνες στον ωκεανό; Ίσως, μα οι σταγόνες μερικές φορές μπορούν να ταράξουν τα λιμνασμένα νερά του διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού.

ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ
ΕΜΕΙΣ ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ;

Αυτόνομο Στέκι
autonomo_steki@yahoo.gr
http://autonomosteki.espivblogs.net/

Καθρέφτης. Ο απέναντι είμαι εγώ

Αναζητήστε τον Καθρέφτη, το έντυπο εγχείρημα για τους "άλλους", τους μετανάστες.

http://efimerida-kathreftis.blogspot.com/

Κερατέα 2010. Νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης και υποκειμενοποίησης

Της Κατερίνας Νασιώκα

Κερατέα, 12 Δεκέμβρη 2010: δυο χρόνια μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, που μετασχημάτισαν τη χωρική εμπειρία της Μητρόπολης της Αθήνας, η ιστορία δεν έκλεισε. Όσοι βιάστηκαν να ξεμπερδέψουν με το ρεύμα της «εξέγερσης» και να ελέγξουν «θάβοντας» τις νέες ροές του στον υποτιθέμενο λάκκο της καθημερινής παθητικότητας που καλλιεργούν τα μίντια και η πολιτική σκηνή –κοινοβουλευτική και μη– του κυρίαρχου λόγου ενός κράτους-καταπιεστή, ενός αλλότριου μεγαμηχανισμού ρύθμισης των απωλειών της κρίσης του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενός «ξενιστή»-οργανισμού ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας και απονέκρωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας, έπεσαν «έξω». Το ρεύμα αυτό –υπόγειο– που ενώνει την κραυγή του «φτάνει πια!» και κυλάει στα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα της πόλης, στις συλλογικότητες που οργανώνονται συνεχώς, στα ανταλλακτικά παζάρια που φύτρωσαν και εδραιώθηκαν στην καταναλωτική μας πραγματικότητα, στις καθημερινές αντιστάσεις σε χώρους εργασίας και μη, αυτό το υπόγειο ρεύμα εκρήγνυται τώρα στην Κερατέα, μεταλλάσσοντας μια για πάντα την κοινωνική πραγματικότητα μιας κοινότητας που φαίνεται εδώ και ένα μήνα –αν και μακριά από κάθε τηλεοπτική και έντυπη προβολή– να ζει και να αντιστέκεται στα οδοφράγματα της οδού Λαυρίου.
Ένα από τα πιο κακοποιημένα προάστια λόγω της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής αστικής ανάπτυξης, που έχει μετατρέψει τα μεσόγεια σε βιομηχανικό σκουπιδότοπο της Αττικής μιας –τουριστικής και αποσπασματικής– χρήσης, έχει πάρει εδώ και ένα μήνα το μονοπάτι της αντίστασης απέναντι σε τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις καταστολής που έχουν αποκλείσει ολόκληρη περιοχή, για να υπερασπιστεί αρχικά ένα αυτονόητο για τη δημοκρατία του αστικού τους κράτους δικαίωμα: το δικαίωμα στο διάλογο ή το δικαίωμα να συναποφασίζει, τουλάχιστον, για τη ζωή και την γη της. Η μήπως ούτε αυτό; Θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα για να ακουστεί η κραυγή της άρνησής της στην άνωθεν επιβολή προειλημμένων αποφάσεων που θα αλλάξουν ριζικά το χαρακτήρα της περιοχής, αποφάσεις που, όπως οι περισσότερες, αποβλέπουν σε μια ανάπλαση «εν κενώ», ανάπλαση με βάση το κέρδος των εταιρειών και τα πολιτικά εμπλεκόμενα συμφέροντα, ανάπλαση που αγνοεί επιτήδεια την κοινωνική σύσταση, δηλαδή το αστικό «περιεχόμενο», των περιοχών που ευαγγελίζεται πως θα βελτιώσει (σε τι;).
«Ξημερώματα του Σαββάτου (12/12/2010), γύρω στις 4 το πρωί και ίσως λίγο νωρίτερα, μηχανήματα χωρίς πινακίδες τα οποία τα συνόδευαν αστυνομικοί, δηλαδή πρώτα ήρθαν τα μηχανήματα με τα ματ και έκλεισαν όλη την περιοχή και έκτοτε ο κόσμος δεν κατάφερε να ανέβει για να δει τι συμβαίνει και τώρα δεν υπάρχει πρόσβαση στην περιοχή με κανέναν τρόπο από κανέναν. […] Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό και δεν μπορούσα ποτέ να αντιληφθώ την έκταση που παίρνουν τα πράγματα, τα βλέπουμε στις ειδήσεις, βλέπουμε να γίνονται διάφορα επεισόδια και μάλλον πρέπει να σου συμβεί εσένα για να καταλάβεις το μέγεθος της αυθαιρεσίας. Ειδικά το Σάββατο που ο κόσμος δεν είχε ακριβώς αντιληφθεί τις προθέσεις των ματ, υπήρχαν πραγματικά πολλά μικρά παιδιά και γυναίκες και ηλικιωμένοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν θα κατάφερναν να το αντέξουν αυτό και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες και ξαφνικά και τελείως απρόκλητα άρχισε η επίθεση, χωρίς εμείς να κινηθούμε εναντίον τους. Πέσανε δακρυγόνα και άρχισαν οι συμπλοκές. Έκτοτε οι επιθέσεις είναι καθημερινές, οι κλούβες, δεν μας αφήνουνε να δούμε και πόσες είναι αλλά αυξάνονται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο, έχουν όλες τις εγκαταστάσεις, ό,τι χρειάζονται, τους ανεφοδιασμούς τους με τρόφιμα, τις αλλαγές των φρουρών τους, έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Η περιοχή δηλαδή έχει αποκλειστεί και δεν έχει αποκλειστεί από μας. Από κει και πέρα αγριότητες. Τι να πω; Δεν το πιστεύουμε. Απορώ όλη αυτή η οργή από πού βρίσκεται συσσωρευμένη. Μου περιέγραφε μια γυναίκα ηλικιωμένη, κοντά 70 χρονών, η οποία είχε τρέξει απελπισμένη και είχε κρυφτεί πίσω από μία ελιά και τα ματ τις έριχναν καπνογόνα και χημικά στο πρόσωπο, λες και είμαστε ζώα; Ή παιδιά, μεγάλοι άνθρωποι βγάζουν το καπέλο τους και το κεφάλι τους από πίσω είναι βαθουλωμένο. Μαυρισμένα μάτια, κλωτσιές στα πλευρά»[…].[1]
Οι κάτοικοι της Κερατέας χρειάστηκε να μάθουν από κοντά και για τα καλά τι σημαίνει καταστολή, τι σημαίνει αστυνομικό κράτος, τι σημαίνει αστική δημοκρατία στην απογυμνωμένη της μορφή. Αρχίζουν ίσως έτσι να βιώνουν (αν όχι να συνειδητοποιούν) τη λειτουργία ενός κράτους-μηχανισμού επιβολής της εξουσίας και προστασίας πρωτίστως του κεφαλαίου αντί των υποτιθέμενων αστικών δικαιωμάτων της ελευθερίας, της ισότητας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής επιδίωξης•[2] των δικαιωμάτων που αποτελούν τους στυλοβάτες της αστικής κοινωνίας, μα στ’ αλήθεια αυτά τα ίδια δεν οριοθετούν και την περιοχή της συναίνεσης στην εκμετάλλευσή μας από το κεφάλαιο, δηλαδή την παραίτηση από οποιαδήποτε επαναστατική ουτοπία ή πραγματική πάλη για το άνοιγμα ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα και την αποδοχή του καταναλωτικού (επιστημονικοτεχνικού) νεωτερικού ονείρου που σιγά-σιγά μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη ακόμη και για εκείνους που νόμιζαν πως είχαν εξασφαλίσει τα προνόμιά τους;
Αλλά οι κάτοικοι της Κερατέας δεν ήρθαν μόνο αντιμέτωποι με τη «δουλειά» της αστυνομίας, όπως μοιάζει να είναι για όλους όσους δεν βρίσκονται εκεί και για όλους όσους συνεχίζουν να τυποποιούν τις καθημερινές πληροφορίες μέσα από τα δίκτυα ενημέρωσης των μίντια η ρίψη δακρυγόνων, καπνογόνων, κρότου-λάμψης, ελαστικών σφαιρών και η σωματική επίθεση ή όπως ακόμη έμοιαζε και για τους ίδιους τους κατοίκους της Κερατέας πριν από λίγο καιρό, όταν έβλεπαν στις ειδήσεις τα επεισόδια του Δεκέμβρη (2008) ή τις συμπλοκές στις μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν έκτοτε.
«Βλέπαμε στην τηλεόραση τα επεισόδια που γίνονταν στην Αθήνα και λέγαμε τι πράγματα είναι αυτά και λέγαμε πως ναι, η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Τώρα καταλάβαμε για τα καλά ποια δουλειά ήταν αυτή. Τώρα καταλαβαίνουμε τι συνέβαινε».[3]
Είδαν, επίσης, τα ματ να ψεκάζουν με χημικά τα ξύλα που προορίζονταν για να ανάψουν φωτιά τα βράδια στα οδοφράγματα, τα είδαν να τρυπάνε τα πλαστικά μπουκάλια με το νερό που είχαν συγκεντρωθεί για τους ανθρώπους που παρέμεναν ατελείωτες ώρες στο δρόμο, βρήκαν τα αυτοκίνητά τους αρχικά παραβιασμένα μέσα στα χωράφια και μετά σπασμένα, όχι για να ανοίξει ο δρόμος αλλά για να πάρουν οι κλούβες μια πιο προνομιακή θέση στον χωρικό πόλεμο της οδού Λαυρίου. Έγιναν δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες μιας ριζικής αντιστροφής των κοινωνικών σταθερών που μέχρι τότε αναγνώριζαν ως θεμιτές, αναμενόμενες και «νόμιμες» και έτσι η βία και η καταστολή (αλλά όχι μόνο) κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια αυτό που η πιο βαθιά εκμετάλλευση και αποξένωση μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει: ένα ρευστό συλλογικό υποκείμενο που βγήκε Χριστουγεννιάτικα στους δρόμους, άφησε την οικογενειακή εορταστική εστία κενή, έκλεισε με αγανάκτηση την τηλεόραση, έσβησε τα φώτα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, πήρε τα κουραμπιεδάκια και τα μελομακάρονα υπό μάλης και πήγε να ψήσει, να γλεντήσει, να πιει και να φωνάξει στο δρόμο και στα χωράφια, υπό τις μυρωδιές των καμμένων πλαστικών και των χημικών, τους ήχους των μολότοφ και των κρότου-λάμψης, επινοώντας όχι μόνο νέα κάλαντα για αυτή την καινούργια χρονιά,[4] αλλά ταυτόχρονα χτίζοντας από μόνο του, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση, νέες κοινωνικές σχέσεις σε νέους χώρους, οικοδομώντας νέες χωρικές εμπειρίες που γεννούν νέες κοινωνικές διασυνδέσεις. Ο δρόμος ανάμεσα στο πρώτο οδόφραγμα της εισόδου της Κερατέας και στο μπλόκο των ματ, μια απόσταση που αναπροσαρμόζεται και επαναμορφοποιείται σχεδόν καθημερινά από το αποτέλεσμα της εκάστοτε βραδινής οδομαχίας, έγινε η απογευματινή βόλτα όλων των ηλικιών της κοινότητας. Έτσι ήρθε ο κόσμος τα-πάνω-κάτω, αλλά δεν ήρθε από την αστυνομία, ούτε ίσως από τη βία που αποτελεί το καθημερινό θέατρο σκιών της οδού Λαυρίου, ήρθε από το πλησίασμα των ανθρώπων μέσα σε μια νέα χωροχρονική πραγματικότητα, ρευστή, σαν κινούμενη άμμος, που καθημερινά απλώνεται στις απλές σχέσεις αλληλεγγύης και κοινωνικότητας που αναπτύσσονται πέρα και μακριά από τις γνωστές κοινωνικές νόρμες. Εδώ διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, η ανάκτηση του «δρόμου» ως διαδρομή, ως δίοδος, ως πέρασμα που φέρει τα ίχνη της κοντινής ζωντανής παρουσίας των υποκειμένων που τον περπατούν, τον βιώνουν, τον μετασχηματίζουν, τον ορίζουν ως χώρο μάχης ή γλεντιού, ενός σημείου που δείχνει μόνο μια κατεύθυνση και δεν αποτελεί οργανικά εργαλειακό κομμάτι ενός αφηρημένου συστήματος διάταξης τηλε-χώρου.[5]
Αυτός ο αμφισβητούμενος κοινωνικός χώρος που αναπροσαρμόζεται καθημερινά με νέους όρους δημιουργώντας ροές και υβρίδια χωρικής κοινωνικότητας σε συνθήκες μετάβασης επαναφέρει στην ορατότητα το περιεχόμενο της πόλης που βρίσκεται ως υπόστρωμα αλλά και υποτάσσεται στη μορφή της πόλης, δηλαδή στους θεσμούς, στις σχέσεις εξουσίας, στα πολιτικά μορφώματα, στα μέσα επικοινωνίας τα οποία αποτελούν έκφραση ενός κυρίαρχου λόγου εξουσίας-επί. Ο αμφισβητούμενος, δηλαδή, χώρος της αρνητικής διεκδίκησης φέρει στην επιφάνεια του ορατού τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις των κατακερματισμένων, στον ιδιωτικό χωροχρόνο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, υποκειμένων και μαζί φέρει στην επιφάνεια την αντι-εξουσία του κοινωνικού πλέγματος που ήδη υπάρχει στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της «κάθε-μέρας». [6] Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναρωτηθεί κανείς, ποια είναι η ποιότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της κοινωνίας της Κερατέας; Και αυτό είναι σημαντικό για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε με αν και ποιον τρόπο μετασχηματίζονται και προς ποια κατεύθυνση;
Πολλοί υποψιάζονται πως η κινητοποίηση στην Κερατέα έχει ένα καθαρά τοπικιστικό χαρακτήρα και πως οι ίδιοι άνθρωποι σε μια ενδεχόμενη αντίδραση σε μια κοινωνική αδικία μακριά από την περιοχή τους θα παρέμεναν απαθείς παρατηρητές στα σπίτια τους, αμετακίνητοι στις καθημερινές δραστηριότητές τους, σχολιάζοντας χαλαρά επί του καναπέως όσα διαστρεβλωμένα αναμεταδίδουν οι τηλεοράσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί επίσης σκέφτονται πως η κοινωνία της Κερατέας, μια κοινωνία που μπορεί να χαρακτηρίζουν συντηρητική ή μικροαστική,[7] (αυτοί ή εμείς πού ζούμε;) δεν μπορεί να διατυπώσει επαναστατικές διεκδικήσεις και πως τα αιτήματά της περιορίζονται στο πλαίσιο μικροαστικών αιτημάτων που θα σταματήσουν αμέσως μόλις ικανοποιηθούν, δηλαδή δεν μπορούν εκ προοιμίου να έχουν καθολικότερο ή πιο πολιτικό χαρακτήρα ρήξης. Είναι, από μια πρώτη άποψη εμφανές, πως οι κάτοικοι της Κερατέας δεν επιθυμούν την κατάλυση του κράτους. Αντίθετα, ακόμη προσβλέπουν σ’ αυτό και το επικαλούνται, ως κράτος δικαίου, γι’ αυτό άλλωστε μεταχειρίζονται μέσα όπως είναι η προσφυγή τους στα αστικά δικαστήρια για να δικαιωθούν. Ωστόσο, αντιλαμβάνονται πλέον ξεκάθαρα την μεταστροφή από κράτος δικαίου σε ένα παράνομο κράτος προστασίας των συμφερόντων του κεφαλαίου, αντιλαμβάνονται πως έχουν απέναντί τους όχι μόνο ένα κράτος που θέλει να τους επιβάλλει τη χωματερή αλλά ένα κράτος που τους υποβιβάζει σε ανθρώπους-σκουπίδια, τους εντάσσει στο καταραμένο απόθεμα του περιθωρίου όσων δεν μπορούν –με τις πράξεις ή την ίδια την κοινωνική τους υπόσταση– να χωρέσουν στην καλοσχεδιασμένη μηχανή αναπαραγωγής της εμπορευματοποιημένης μας καθημερινότητας η οποία μετατρέπει ολόκληρες περιοχές, χώρες, υποκείμενα, σχέσεις σε μια απέραντη waste land.[8] (Ή μάλλον το κεφάλαιο το κάνει αυτό αλλά το κράτος το βοηθά να το διεκπεραιώσει). Και αυτοί που δεν χωράνε αυξάνονται κάθε μέρα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ίσως σε αυτό το σημείο δεν έχει και τόσο σημασία αν οι κάτοικοι της Κερατέας έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι ότι αυτή η αντίσταση που καθημερινά επιχειρούν ίσως δεν είναι ικανή να σταματήσει τη δημιουργία της χωματερής, να σταματήσει την ισοπεδωτική δύναμη του καπιταλισμού. Ίσως δεν έχει σημασία αν υπήρξαν ποτέ ακτιβιστές. Και δεν έχει σημασία γιατί το πιο σημαντικό είναι «η άρνησή τους να διαμορφώσουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τη συνείδηση του κεφαλαίου, η απόφαση να πάρουν έναν χώρο ή μια στιγμή στα χέρια τους και να οργανώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δικές τους αποφάσεις»[9] και όχι η ανίχνευση της ταξικής τους συνείδησης ή όχι (αν μπορούμε πια να κάνουμε αυτή τη διάκριση). Σημασία έχει πως συμμετέχουν σε μια διαδικασία που μεταμορφώνει την καθημερινή τους πραγματικότητα.
«Αισθάνομαι απελπισμένος. Αισθάνομαι απελπισμένος για τον εαυτό μου, τη ζωή που έζησα μέχρι τώρα και το μέλλον των παιδιών μου. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα φτάσω 70 χρονών και θα βρίσκομαι αντιμέτωπος εγώ με την αστυνομία να πετάω μολότοφ».
Γιατί επιμένουν; Αφού ήδη ένα μήνα δεν κατάφεραν να κάνουν το θέμα γνωστό από τα μίντια, αφού ήδη ένα μήνα που βρίσκονται στο δρόμο συνεχίζουν να δέχονται την καταστολή και το ξύλο, αφού ήδη ένα μήνα τίποτε δεν άλλαξε στον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το κράτος, η αστυνομία και η αστική δικαιοσύνη, γιατί επιμένουν; Και όχι μόνο αυτό. Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένοι να μαζεύουν όλα τα άδεια μπουκάλια από το αλκοόλ που καταναλώνεται τα κρύα βράδια δίπλα στις φωτιές για να μπορέσουν τα παιδιά (πολλές φορές τα παιδιά τους) να φτιάξουν τον εξοπλισμό για τη βραδινή μάχη; Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένες γυναίκες να μιλάνε για τις μολότοφ, πώς έφτασαν στο σημείο να παραμένουν όλοι απαθείς όταν σκάνε δίπλα τους τα καπνογόνα και οι κρότου-λάμψης; Πώς έφτασαν τελικά στο σημείο να κινούνται προς τα μπρος αντί να τρέχουν πίσω, να λένε «όχι» αντί να σκύβουν το κεφάλι και να δέχονται την απόφαση κάποιων άλλων πάνω τους; Πώς έφτασαν στο σημείο να βιώνουν τη βία και να εκφράζουν καθημερινά αντι-βία οι νοικοκυραίοι; Μήπως είναι τελικά αυτή μια αντίσταση που πάει πιο πέρα από τη διεκδίκηση ενός μικροαστικού αιτήματος μιας μικροαστικής κοινότητας ή κοινωνίας; Μήπως είναι τελικά όλα αυτά μια νέα ποιότητα στις διεκδικήσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αλλαγή που επέφερε στην ίδια την ποιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού ο Δεκέμβρης; Κι αν το αίτημά τους είναι όντως μικροαστικό γιατί δεν επέλεξαν μια αντίστοιχη μικροαστική διεκδίκηση (βλ. διαδρόμους υπουργείων) αντί να ξεροσταλιάζουν ένα μήνα στο κρύο και να εισπνέουν κάθε μέρα τα χημικά; Μήπως αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον αυτή η υποκειμενοποίηση των κατοίκων σε σχέση με τη ρηξιγενή στάση τους; Φαίνεται στην περίπτωση της Κερατέας πως η κραυγή της υποκειμενικότητας και της άρνησης, αυτή η άναρθρη αλλά συγκεκριμένη κραυγή του «φτάνει πια»[10] που πάει πέρα από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα, ξεχειλίζει ξαφνικά από το δοχείο της αντικειμενικότητας, της θετικότητας και της εργαλειακής αφηρημένης πραγματικότητας της αστικής μας κοινωνίας, γίνεται ορατή κι έτσι υπάρχει. Εκεί η μορφή ξεπερνούσε στο περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο κατακλύζει τη μορφή.[11]
Οι νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης που εμφανίζονται στην Κερατέα δεν συντονίζονται σε καμία βάση επίσημης ή γνωστής μέχρι τώρα συνδικαλιστικής ή «από τα πάνω» οργάνωσης. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ή ξαναχτίζουν τις –κατεστραμμένες, κομματιασμένες– άμεσες κοινοτικές τους σχέσεις (όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν μεγαλώσει μαζί, συνδέονται με δεσμούς φιλίας ή συγγένειας κι όσοι δεν γνωρίζονται γίνονται τώρα οικείοι, φίλοι, γείτονες, σύντροφοι) για να οργανώσουν μπλόκα απέναντι στις κλούβες των ματ που έρχονται να αλλάξουν βάρδια, να ανάψουν φωτιές, να εξοπλιστούν, να φτιάξουν κάθε μέρα νέα οδοφράγματα, να χτίσουν πρόχειρα καταλύματα, να μην αφήσουν ούτε για μια στιγμή κενό, αδιεκδίκητο το χώρο. Βρίσκονται οι ίδιοι εκεί, τώρα, για όλους αυτούς, οργανώνοντας την κοινωνική τους καθημερινότητα γύρω από τα οδοφράγματα, χρησιμοποιώντας κοινωνικούς πόρους (φράσσουν το δρόμο με τα απορριμματοφόρα ή άλλα αυτοκίνητα του δήμου ή αλλοιώνουν το φωτιστικό πεδίο της βραδινής μάχης σβήνοντας τα κοινοτικά φώτα και αφήνοντας ορατό μόνο το χώρο όπου βρίσκεται το μπλόκο των αστυνομικών δυνάμεων), συλλογικοποιώντας με κάθε δυνατό τρόπο τη δράση τους. Η χωρική αποτύπωση αυτής της δράσης γεννά νέο χώρο και ο νέος χώρος γεννά ή επανιδρύει άλλου τύπου κοινωνικές σχέσεις, πέρα και μακριά από τις κοινωνικές εμπράγματες μορφές της αξίας, του χρήματος, του εμπορεύματος. Η χωρική μετατόπιση της κοινωνικότητας επανασυνδέει το χώρο με τις συνθήκες του, δηλαδή τον ενώνει με το κοινωνικό του περιεχόμενο, με τα υποκείμενα που τον βιώνουν όχι ως αλλότριο κομμάτι της εμπορευματικής λογικής της αγοράς αλλά ως «τόπο» δικό τους. Επαναεδαφικοποιεί το κοινό.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει αυτή η «υπερχείλιση» της ανθρώπινης ενέργειας στην Κερατέα. Όπως κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει η υπερχείλιση της ανθρώπινης ενέργειας στο πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, που διαμορφώθηκε μέσα από τη συρροή της ανθρώπινης δραστηριότητας εκατοντάδων ανθρώπων άγνωστων μεταξύ τους οι οποίοι, μέσα σε συνθήκες φιλίας και συντροφικότητας, έσκαψαν, φύτεψαν, έχτισαν, κουβάλησαν, σχεδίασαν, απελευθέρωσαν ένα χώρο κοινοτικό, που δεν έχει πάρει οριστική μορφή και μακάρι να μην πάρει ποτέ μια οριστική μορφή, κανένα «τέλος», αλλά να παραμείνει μια διαδικασία, μια κίνηση που αποτυπώνει χωροχρονικά την άρνηση στην άρνησή μας από ένα απάνθρωπο σύστημα.
Και κανένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να πει κάποια «αλήθεια» που δεν ακούγεται, ούτε και να σταθεί στο πλευρό κανενός «αδικημένου», ούτε να αντικειμενικοποιήσει ή να μελετήσει κανένα φαινόμενο. Παραμένει στο ατελές επίπεδο της κραυγής που ενώνεται με όλες όσες ακούγονται, ακόμη πιο δυνατά τελευταία, στην Κερατέα, στα Εξάρχεια, στα διόδια, στα μέσα μεταφοράς, σε όλους τους κοινωνικούς χώρους ή τις προσωπικές στιγμές που θέλουν να πουν ή λένε «όχι» στο εργαλειακό, ομογενοποιημένο, εκχρηματισμένο και κατακερματισμένο παρόν του καπιταλιστικού habitus• μιας κραυγής (όχι απελπισίας και ήττας, παθητικότητας, μοιρολατρίας και ιδεοληψίας) ελπίδας, άρνησης και αντιεξουσίας που συνηχεί παντού σε όλον τον κόσμο μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

K.N./Πουέμπλα, 1-2011

1. Απόσπασμα από συνέντευξη με κάτοικο της Κερατέας, Δεκέμβριος 2010.
2. Βλ. σχ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σσ. 188-189, όπου αναφέρει: «Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής των εμπορευμάτων που μέσα στα πλαίσια της κινείται η αγορά και η πούληση της εργατικής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πουλητής ενός εμπορεύματος λ.χ. της εργατικής δύναμης υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη θέληση τους. [...] Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοχτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του. Μπένθαμ! Επειδή ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του».
3. Απόσπασμα από συνέντευξη με κάτοικο της Κερατέας, Δεκέμβριος 2010.
4. Τα κάλαντα της Κερατέας, Δεκέμβρης 2010: «Τρίγωνα κάλαντα σκόρπισαν παντού και μολότοφ ρίχνουμε, ντου από παντού, ειι! Τρίγωνα κάλαντα μες την καλαμιά, εδώ θα ‘στε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Ξύλο δυνατό θα πέσει γιορτινό, πέτρες θα σας έρθουν απ’ τον ουρανό. Μες τη σιγαλιά ανάβει η φωτιά και γίνεται ο κόσμος μια πύρινη γροθιά. Τρίγωνα κάλαντα στο Οβριόκαστρο και χτυπά συναγερμός στο καμπαναριό, ειι! Τρίγωνα κάλαντα είμαστε παντού και ξύλο θα φάτε και μείωση μισθού. Τρέχουν τα παιδιά μέσα στο χιονιά, ήρθαν ενισχύσεις απ’ όλα τα χωριά. Μες τη σιγαλιά άλλη μια φωτιά, πάρτε αυτό το μήνυμα προτού να είναι αργά. Τρίγωνα κάλαντα στο Οβριόκαστρο και χτυπά συναγερμός στο καμπαναριό, ειι! Τρίγωνα κάλαντα είμαστε παντού και ξύλο θα φάτε και μείωση μισθού. Συμφέροντα πολλά θέλουνε χυτά και ποιος θα την πληρώσει, εσείς για όλα αυτά. Που είναι τα λεφτά, τα φάγανε κι αυτά, πάρτε αυτό το μήνυμα προτού να είναι αργά. Τρίγωνα κάλαντα ακούστε το καλά, εσείς τρώτε το ξύλο και άλλοι τα λεφτά, ειι. Τρίγωνα κάλαντα, χρόνια σας πολλά, εδώ θα ‘στε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά». [πηγή: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1241923] .
5. Για αυτούς που δεν αποδέχονται την ρομαντοποίηση των οδομαχιών και της βίας (και μάλλον έχουν δίκιο από τη συγκεκριμένη οπτική πως αναπαράγει σχέσεις ιεραρχίας και κοινωνικότητας τις οποίες μπορεί εκ προθέσεως να αντιμάχεται), εδώ είναι χαρακτηριστική η άλλου τύπου οργάνωση των συμπλοκών οι οποίες, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων, δεν περιορίζονται μόνο πάνω στο γραμμικό πεδίο της οδού Λαυρίου, αλλά με τεχνικές ανταρτοπόλεμου και αιφνιδιασμού επεκτείνονται μέσα στα χωράφια και τους αγροτικούς δρόμους της περιοχής, τεχνικές στις οποίες η αστική αστυνομία δεν μπορεί να αντεπεξέλθει.
6. Ο Λεφέβρ διαχωρίζει την «καθημερινότητα» ή τον «καθημερινό βίο» από την «κάθε-μέρα». Καθώς η μαζικά διαμεσολαβημένη και βιομηχανοποιημένη καθημερινότητα αποτελεί την τροπικότητα της καπιταλιστικής διαχείρισης στόχος είναι η αναζήτηση και επανίδρυση της «κάθε-μέρας» που αποτελεί την τροπικότητα της αντίστασης, δηλαδή μια περιοχή ουτοπικού μετασχηματισμού. Βλ.σχ. Robert J., Σχετικά με τη φιλοσοφία της καθημερινής ζωής, futura, Αθήνα, 2003.
7. Σε σύγκριση για παράδειγμα με τον ριζοσπαστισμό των Εξαρχείων.
8. Αντίθετα, μπορούμε να δούμε τι συνέβη στην περίπτωση του σταθμού του μετρό στην Αγία Παρασκευή. Μετά από τις «διεκδικήσεις» των καταστηματαρχών της πλατείας της Αγίας Παρασκευής, οι οποίοι δεν ήθελαν να χάσουν την πελατεία τους λόγω των έργων, ο σταθμός της Αγ. Παρασκευής έγινε τελικά 200 μόλις μέτρα από το σταθμό του Χαλανδρίου! Γιατί εκεί το ίδιο κράτος που πνίγει στα δακρυγόνα την Κερατέα δεν έστειλε τις δυνάμεις καταστολής να τιθασεύσουν τους ανεξέλεγκτους καταστηματάρχες; Ποια είναι η διαφορά;
9. Holloway, J., (2010), Crack Capitalism, England: Plutopress, σ. 21.
10. Βλ. σχ. στο Holloway, J., Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2006 που αρχίζει με τη φράση: «Εν αρχή ην η κραυγή. Κραυγάζουμε».
11. Παραφράζοντας τη φράση του Κ. Μαρξ: «Εκεί η φράση ξεπερνούσε το περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο ξεπερνάει τη φράση», στο: Κ. Μαρξ, Η 18 Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005. Βλ. επίσης σχ. για μια ανάλυση σχετικά με το περιεχόμενο και τη μορφή της αστικής οργάνωσης H. Lefebvre, El derecho a la ciudad, Ediciones Peninsula, Barcelona 1978, όπου διακρίνει το περιεχόμενο, το «αστικό» από τη μορφή, την «πόλη» ορίζοντας με το πρώτο τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις ενώ με τη δεύτερη τους θεσμούς, οργανισμούς, πολιτικά μορφώματα που συγκροτούν το επίπεδο εξουσίας.

Εμείς υποκινηθήκαμε από τους μετανάστες

Eπιτελεστική δήλωση κοινωνικής ανυπακοής - ανοικτή επιστολή
προς:
- τον υπουργό Εσωτερικών Γ. Ραγκούση
- την Εισαγγελία Αθηνών και κάθε άλλη αρμόδια αρχή

κ. υπουργέ,

Όπως πληροφορηθήκαμε, πρόσφατα, με αφορμή την απεργία πείνας των μεταναστών στο αχρησιμοποίητο κτήριο της Νομικής σχολής της Αθήνας, δηλώσατε ότι «θα αναζητηθούν με εισαγγελική παρέμβαση οι υπεύθυνοι των διαδικασιών και θα αποδοθούν ευθύνες στους συμμετέχοντες», καθώς επίσης και ότι «είναι τεράστιες οι πολιτικές και κυρίως οι κοινωνικές ευθύνες όσων υποκινώντας και οργανώνοντας την κατάληψη της Νομικής έθεσαν στην πραγματικότητα σε ασύλληπτο κίνδυνο τη χώρα και την ελληνική κοινωνία».
Για να διευκολύνουμε το έργο αυτής της αναζήτησης, σας πληροφορούμε οικειοθελώς, και με υπερηφάνεια, ότι εμείς που υπογράφουμε παρακάτω είμαστε από τους συμμετέχοντες: συμπαρασταθήκαμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων του ο καθένας και η καθεμιά, στον αγώνα αυτών των ανθρώπων, ο οποίος υπήρξε μία από τις λίγες πηγές έμπνευσης που προέκυψαν το τελευταίο διάστημα στην ελληνική κοινωνία, και η καλύτερη προστασία απέναντι στον ασύλληπτο κίνδυνο του ρατσισμού που την απειλεί. Αναλαμβάνουμε λοιπόν πρόθυμα όλες τις πολιτικές και κοινωνικές ευθύνες που συνεπάγεται αυτή η ηθική μας δέσμευση στον αγώνα τους. Αν για το ελληνικό κράτος η αλληλεγγύη αυτή συνιστά αδίκημα, καλούμε κάθε αρμόδια αρχή να προβεί στις σχετικές ενέργειες για τον κολασμό του και είμαστε στη διάθεσή τους για κάθε αναγκαία πληροφορία.
Όσο για την «υποκίνηση», όμως, αποποιούμαστε κάθε σχετική ευθύνη. Όχι από ευθυνοφοβία, αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι την ιδέα και την εκτέλεση της δράσης αυτής την είχαν από την αρχή μέχρι το τέλος οι ίδιοι οι απεργοί πείνας. Όσο κι αν αυτό ακούγεται αδιανόητο για τα ρατσιστικά σας στερεότυπα, και οι μη Ευρωπαίοι είναι όντα με δική τους κρίση και ικανότητα συλλογικής διαβούλευσης και δράσης. δεν είναι ανήλικοι που να χρειάζονται πάντοτε την καθοδήγηση κάποιου λευκού. Πράγμα που αποδεικνύεται περίτρανα με όσα ελπιδοφόρα συμβαίνουν αυτές τις μέρες στην Τυνησία, στην Αίγυπτο, στην Υεμένη και αλλού, όπου ο κόσμος βγήκε στους δρόμους κατά τρόπους, και για λόγους, οι οποίοι μας φαίνονται εξαιρετικά οικείοι και παρόμοιοι με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα.
Δεν υποκινήσαμε λοιπόν εμείς τους μετανάστες. οι μετανάστες παρακίνησαν εμάς, και τους είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.

Όποιος/α συμφωνεί, ας στείλει ονοματεπώνυμο, ιδιότητα και πόλη στην παρούσα διεύθυνση (cr33396@telenet.be).
Επιτρέπεται η περαιτέρω διακίνηση.

Ο αγώνας των κατοίκων της Κερατέας



Από την εκδήλωση αλληλεγγύης στον αγώνα των κατοίκων της Κερατέας στο πάρκο Ναυαρίνου, Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2011.

Αναβολή της εκδήλωσης για το "Περί βίας" της Άρεντ

Η προγραμματισμένη για σήμερα, Παρασκευή 28-1, εκδήλωση με αφορμή το βιβλίο της Χάνα Άρεντ "Περί βίας" στο Αυτόνομο Στέκι αναβάλλεται λόγω της πορείας αλληλεγγύης στους μετανάστες απεργούς πείνας. Η πραγματοποίηση της εκδήλωσης θα ανακοινωθεί προσεχώς.

Όλες και όλοι στην πορεία! Συγκέντρωση στις 18.00 στο Μουσείο.

Hanna Arendt: Περί βίας



Συζήτηση με αφορμή το βιβλίο της Χάνα Άρεντ Περί βίας.
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011, στο Αυτόνομο Στέκι, Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων.
Κύκλος συζητήσεων στην Αυτοδιαχειριζόμενη Δανειστική Βιβλιοθήκη.

Η χαμένη τιμή της Φαίης Μάγιερ

Του Κώστα Δεσποινιάδη

Το 1974 ο γερμανός νομπελίστας Χάινριχ Μπελ δημοσιεύει ένα σύντομο αφήγημα που έμελλε να αποτελέσει αρχετυπικό παράδειγμα κριτικής μιας συγκεκριμένης πρακτικής των εφημερίδων. Το βιβλίο, γνωστότατο σήμερα, είχε τον τίτλο «Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ» και μιλούσε για την ιστορία μιας συνηθισμένης κοπέλας που εξαιτίας μιας τυχαίας γνωριμίας της με κάποιον καταζητούμενο, μπήκε στο στόχαστρο της αστυνομίας. Την σκυτάλη παίρνει ο κίτρινος τύπος της εποχής (ο Μπελ ευθέως δήλωσε ότι «φωτογραφίζει» την εφημερίδα Bild στο αφήγημά του) που αναλαμβάνει την κανιβαλική διαπόμπευση της Κατερίνας Μπλουμ, η οποία, με τη σύμπραξη αστυνομίας και εφημερίδων, αρχίζει να βιώνει έναν κλιμακούμενο, καφκικό εφιάλτη χωρίς τέλος.
Δυστυχώς, αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στη λογοτεχνία. Στην πραγματική ζωή παρακολουθούμε καθημερινά τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό ανθρώπων από τηλεοράσεις και δημοσιογράφους εφημερίδων που λειτουργούν απροκάλυπτα ως γραφεία τύπου της ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής (στην εποχή του διαδικτύου είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλοί εξ αυτών δεν αλλάζουν ούτε μια λέξη στα υποτιθέμενα ρεπορτάζ τους, από το επίσημο ή ανεπίσημο δελτίο τύπου που τους δίνουν οι μοναδικοί πληροφοριοδότες τους, η ίδια η αστυνομία δηλαδή).
Αυτό το έργο είδαμε να επαναλαμβάνεται τις τελευταίες μέρες με αφορμή την σύλληψη της 27χρονης Φαίης Μάγιερ. Ένας καφές που ήπιε με κάποιον που η αστυνομία θεωρεί ύποπτο, άρκεσε για να συλληφθεί αυτή από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία και στην συνέχεια να ξετυλιχθεί το κουβάρι της δημοσιογραφικής αλητείας. Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα, αστυνομία και δημοσιογράφοι επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο την ευθύνη για το ποιος δημιούργησε το, χαμηλού έστω επιπέδου, χολιγουντιανό σενάριο: η μητέρα της ήταν μέλος της ΡΑΦ που καταζητούνταν επί χρόνια, ο δε πατέρας της, επίσης στυγνός τρομοκράτης, σκοτώθηκε σε ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία. Φυσικά τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε (επρόκειτο για απλή συνωνυμία, μιας και το Μάγιερ είναι ένα κοινότατο γερμανικό επίθετο). Ο πατέρας της είναι ζωντανός και οι δύο γονείς της ουδέποτε υπήρξαν μέλη της ΡΑΦ. Ακολούθησε, μάλιστα, επίσημη διάψευση από πλευράς Γερμανίας, αλλά όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, η «προβολή» που έτυχε η διάψευση αντιστοιχεί στο 1/20 της προβολής που τυγχάνει η συκοφαντία.
Εκτός όμως από το θέμα του εξευτελισμού και της διαπόμπευσης (με τις ανυπολόγιστες συνέπειες που μπορεί να έχει για την καθημερινή ζωή κάποιου) που ατιμώρητα μπορούν να προκαλούν οι δημοσιογράφοι, υπάρχει και το ακόμα σοβαρότερο, παράπλευρο, ζήτημα ότι έτσι ακριβώς δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα ώστε να προφυλακιστούν άνθρωποι και να παραμείνουν στη φυλακή 1-1,5 χρόνο μέχρι να γίνει η δίκη τους και να αποδείξουν (αν αποδείξουν) ότι δεν είναι ελέφαντες.
Στο μυθιστορηματικό σύμπαν του Μπελ, η κάθαρση επέρχεται έστω και δια του στρεβλού τρόπου της αυτοδικίας. Στην πραγματική ζωή, παρακολουθούμε καθημερινά τον ταχύ εκφασισμό της κοινωνίας, την εφιαλτική αστυνομο-δικαϊκή οχύρωση και αυθαιρεσία των κρατών (που μπορούν άνετα να ομολογούν ότι προσήγαγαν και ξυλοκόπησαν κάποιον επειδή έμοιαζε με κάποιον άλλον, όπως συνέβη αυτές τις μέρες με το μέλος του Σύριζα Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο) και την, σε ρόλο μαέστρου, εξαλλοσύνη των ΜΜΕ που ποδοπατούν ατιμώρητα οποιονδήποτε.

Αντινομίες, αμφισημίες και ο καλλιτέχνης ως εργαζόμενος

Tου Κώστα Χριστόπουλου

Παρέμβαση στη συζήτηση «Οι καλλιτέχνες ως εργαζόμενοι» που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010 στην ΑΣΚΤ, στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ «Τέχνη εν κινήσει».

Δεν θα μπορούσε, ίσως, κανείς ως καλλιτέχνης να συμμετέχει διαφορετικά σε μια συζήτηση με θέμα τον ίδιο ως «εργαζόμενο» παρά διατυπώνοντας, ή αναπαράγοντας αυτήν την αίσθηση αμηχανίας, που σχετίζεται στο σύγχρονο συγκείμενο με το ρόλο του καλλιτεχνικού υποκειμένου σε στιγμές κρίσης, ή, γενικότερα, σε στιγμές έντασης της σχέσης ανάμεσα στο αισθητικό και το ευρύτερα κοινωνικό. Αυτό το συγκείμενο θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί σε γενικές γραμμές μέσα από όλες τις θεωρήσεις της μετανεωτερικότητας, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να απαριθμηθούν εδώ. Μπορεί κανείς όμως να κρατήσει το γεγονός πως η συνθήκη αυτή έχει καταδικάσει το δημιουργικό και μη υποκείμενο σε μια διαρκή διχοστασία και στη μόνιμη αμφισημία των αποτελεσμάτων της πρακτικής του, ή στην αντινομία των διακυβευμάτων της συνολικής δραστηριότητάς του. Οι καιροί αυτοί θα μπορούσαν εξόχως να χαρακτηριστούν ως ριζικά αντινομικοί.
Παρακάτω, θα επιχειρηθεί να υποστηριχθούν οι λόγοι για τους οποίους η καλλιτεχνική εργασία εμπεριέχει όλες τις αντινομίες της εποχής -της σημερινής εποχής- στην οποία αυτή λαμβάνει χώρα.
Θα θυμούνται, ίσως, πολλοί της συζητήσεις που έγιναν πριν από δύο χρόνια στην κατάληψη της Λυρικής Σκηνής, αλλά και αλλού, στο πλαίσιο μιας άλλης στιγμής μεγάλης έντασης, αυτής των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008. Πολλές από αυτές τις συζητήσεις αφορούσαν και πάλι το ρόλο των καλλιτεχνών. Μια καίρια μομφή πολλών από τους παραβρισκόμενους τότε σε αυτές τις συζητήσεις απευθυνόταν σε όσους από εμάς χαρακτηριζόμασταν ως καλλιτέχνες, οι οποίοι σύμφωνα με τους πρώτους οφείλαμε να παραχωρήσουμε την επαγγελματική αυτήν ταυτότητα και ιδιότητα, χάριν μιας, έστω και συμβολικά, «επανένταξής» μας στο κοινωνικό, στην αγωνιστική κοινότητα, όπου οι ρόλοι και οι ταυτότητες αυτές είναι δευτερεύουσες, αν όχι εγωτιστικά τεκμήρια ενός ιδιότυπου πνευματικού ελιτισμού. Μια τέτοια θέση αντανακλά ένα ούτως ή άλλως προβληματικό καθεστώς, συγγενικού με αυτό του αντιδιανοουμενισμού από τη μία πλευρά, που ίσως αγνοεί πως ο καθένας μας πέρα από καλλιτέχνης πριν από όλα παραμένει και πολίτης, ή κάποιος που μετέχει στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, που δεν παραμένει αδιάφορος για ό, τι συμβαίνει γύρω του. Αλλά ταυτόχρονα και υπεύθυνος για τη δημιουργία φαντασιακών ουσιαστικά μικροκοινοτήτων από την άλλη, αυτές των καλλιτεχνών, που διακρίνουν την εργασία τους από όποια άλλη, η οποία φτάνει να φαντάζει αν όχι εχθρική, σίγουρα διαφορετικής υφής και ποιότητας. Ως εκ τούτου εκφράζεται συχνά εκ μέρους των καλλιτεχνών ένα αίτημα αυτονόμησης και διάκρισής της επαγγελματικής αυτής ενασχόλησης. Πρόκειται για ένα αίτημα αυτονομίας που ενίοτε εμφανίζεται σχεδόν φοβικά και αμυντικά, σαν να αναγνωρίζει έναν κόσμο από τον οποίο πρέπει κάποιοι να πάρουν τις αποστάσεις τους, συχνά ακόμα και ως αναχωρητές και άλλοτε ως απαραίτητο προηγούμενο διατήρησης μιας εποπτικής –«σχολαστικής» στην πραγματικότητα- θέσης, αναγκαίας σε μία περισσότερο αντικειμενική θεώρηση του κοινωνικού και του πολιτικού, απ’ την οποία συχνά εκκινεί η καλλιτεχνική διεργασία.
Χαρακτηριστικό δείγμα μιας τέτοιας διάθεσης διαχωρισμού και αυτονόμησης, είναι το κτίριο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στην οδό Πειραιώς. Πρόκειται για ένα κτήριο οχυρωμένο περιμετρικά από ένα μεγάλο τοίχο, με θραύσματα από γυαλί καρφωμένα στην κορυφή του, υπόλειμμα από την προηγούμενη χρήση του. Οι δραστηριότητες της σχολής μεταφέρθηκαν σταδιακά εκεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η συγκεκριμένη περιοχή δεν είχε να επιδείξει τίποτα άλλο παρά φαντάσματα παλαιών εργοστασίων, εγκαταλείποντας την παλαιότερη έδρα που βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης, στο Πολυτεχνείο. Η μεταφορά δεν εξυπηρετούσε μόνον τις διευρυμένες ανάγκες στέγασης των δραστηριοτήτων αυτών, αλλά ανταποκρινόταν και στις αντιλήψεις της τότε πρυτανικής αρχής, του Νίκου Κεσσανλή, ο οποίος έβλεπε την δυνατότητα ανάπτυξης των καλλιτεχνικών ζητημάτων αποκλειστικά σε ένα στεγανοποιημένο περιβάλλον, θωρακισμένο από τη «χυδαία» καθημερινότητα. Έμελλε δε, οι δραστηριότητες του καλλιτεχνικού αυτού θεσμού να μεταστεγαστούν στο κουφάρι μια παλιάς εριουργίας, της οποίας το κλείσιμο συνοδεύτηκε από μια σειρά εργατικών αγώνων, από συνεχείς προσπάθειες επαναλειτουργίας του, ακόμα και από μία μακροχρόνια κατάληψή του κατά τη δεκαετία του 1980, από κυρίως προσκειμένους στο ΚΚΕ εργάτες και φοιτητές.
Μπορεί να αποτελέσει, λοιπόν, αυτό το κτήριο σύμβολο της ποιότητας της σχέσης ανάμεσα στον ευρύτερο χώρο της εργασίας και ενός ιδιότυπου κομματιού της που παίρνει τον επιθετικό προσδιορισμό «καλλιτεχνική»; Σίγουρα, ως σύμβολο το κτίριο της ΑΣΚΤ χαρακτηρίζει τη σχέση αυτή στην πλέον αρνητική της στιγμή. Ωστόσο, το αίτημα της αυτονομίας της καλλιτεχνικής πρακτικής έχει πάρει στο παρελθόν αρκούντως δυναμικές μορφές πολιτικά και κοινωνικά. Ο Pierre Bourdieu καταπιάστηκε με την κοινωνιολόγηση αυτού του αιτήματος αυτονομίας, βρίσκοντας τις απαρχές του στο σχηματισμό των καλλιτεχνικών μικρόκοσμων, ή «πεδίων» όπως εκείνος τους ονόμαζε, μέσα από τις αντιτιθέμενες θέσεις αυτών που υπερασπίζονταν την προοπτική του ρεαλισμού και αυτών που επιδίωκαν κάτι που σήμερα τείνει να αποκτήσει αρνητικές συνδηλώσεις και συνοψιζόταν κάτω από τη φράση «τέχνη για την τέχνη»[1].
Ανάμεσα δηλαδή σε εκείνους που εξέφραζαν την πρόθεσή τους να δουν και να αναπαραστήσουν την πραγματικότητα ως έχει και σε εκείνους που την αρνούνται προς χάρη ενός ιδιοτύπου σύμπαντος, αυτού της τέχνης. Η αντίθεση αυτή μεταφράστηκε ιστορικά σε άλλα σχηματικά δίπολα, όπως αυτό μιας θεώρησης που θέλει τον καλλιτέχνη μέλος της κοινωνίας στην οποία ζει και εργάζεται, κομμάτι του λαού του, που μιλάει την ίδια «γλώσσα» με αυτόν και τον εκφράζει μη «ιδιωματικά» από τη μία πλευρά και σε μία διαφορετική θεώρηση από την άλλη, που η προσωπική έκφραση διεκδικεί τη δικαίωσή της μέσα από τον καθορισμό δικών της νόμων και κανόνων. Σε ό, τι εδώ μας αφορά, είναι ίσως ανώφελο να μπούμε στη διαδικασία μίας κριτικής αποτίμησης των δύο αυτών θεωρήσεων, αν και αυτή έχει τη δική της ιδιαίτερη σημασία. Αξίζει όμως να σταθούμε σε κάποια σημεία, όπως για παράδειγμα στο γεγονός πως η εκατέρωθεν δημιουργική δραστηριότητα ελάμβανε χώρα συχνά εντός του πλαισίου ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, που προσεταιριζόταν τη μορφή της «μποεμίας», την οποία, πέρα από τον Bourdieu και ο Νίκος Δασκαλοθανάσης έχει διεξοδικά περιγράψει στην κατατοπιστική μελέτη του για το καλλιτεχνικό υποκείμενο[2]. Σε συνέχεια αυτού, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, πως, αν και η μορφή του πολιτικού και στρατευμένου καλλιτέχνη, εκείνου που φέρει και εκφράζει τα αιτήματα της κοινότητάς του, μας είναι περισσότερο οικεία και θελκτική, το αίτημα της αυτονόμησης της καλλιτεχνικής σφαίρας προτείνει μια συνολικά διαφορετική στάση ζωής, έναν άλλο –ενίοτε ουσιαστικά ριζοσπαστικό- τρόπο ανάγνωσης του βίου, αμφισβητώντας έτσι τις κυρίαρχες παραστάσεις της κοινωνικής κανονικότητας και -γιατί όχι- της βιοπολιτικής επέκτασής της.
Θα έλεγε κανείς πως στην πραγματικότητα το καλλιτεχνικό πράττειν μετεωρίζεται ανάμεσα στα παραπάνω σχηματικά μοντέλα. Ταυτόχρονα, η κριτική αξιολόγηση αρκετών από τις απόπειρες προσεταιρισμού του κοινωνικού από το αισθητικό στο παρελθόν οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα πως ο συνήθως επιδιωκόμενος πολιτικός και κοινωνικός μετασχηματισμός δεν περνάει μέσα από την επικράτεια της τέχνης[3]. Οι Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές διατύπωσαν σωστά –αν και εξίσου «αντινομικά»- τον προβληματισμό για το ζήτημα της διάδρασης ανάμεσα στο αισθητικό και το κοινωνικό στις «σημειώσεις» τους που διένειμαν με αφορμή την έκθεσή τους στη γκαλερί Κοχλίας στη Θεσσαλονίκη το 1973: «Δεν έχουμε καμία ψευδαίσθηση για τα όρια της προσπάθειάς μας, ούτε πιστεύουμε ότι μια ομάδα ζωγράφων μπορεί με τη ζωγραφική να σιάξει ή να αλλάξει την κοινωνική πραγματικότητα. Οι δυνατότητές αυτής της ομάδας, ακόμη και στις πιο ευνοϊκές συνθήκες, είναι ασήμαντες αν αυτή μείνει ξεκομμένη απ’ την υπόλοιπη κοινωνική ζωή. Γιατί, αν θέλουμε να δούμε την τέχνη «κοινωνικοποιημένη», μοιραία καταλαβαίνουμε ότι σε μια κοινωνία, που όλες οι σχέσεις καθορίζονται από τη δυναμική της προσφοράς και της ζήτησης, καμιά μορφή Τέχνης δεν μπορεί να λειτουργήσει κοινωνικά. Οι αλλαγές στο επίπεδο της κουλτούρας, όσο μπορούν να γίνουν, δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα αφού δεν συνδέονται με αλλαγές στο σύνολο των κοινωνικών δομών. Από εκεί και μετά η προσπάθειά μας μένει περιορισμένης σημασίας και ξεκομμένη από τον πολύ κόσμο, δηλαδή εκδήλωση ζωγράφων που αφορά ένα στενό κύκλο διανοουμένων- φιλότεχνων και μερικούς συναδέλφους μας»[4].
Αν γίνεται εδώ αυτή η σχετική παράκαμψη, με σκοπό να περιγραφεί σχηματικά η σχέση του εικαστικού πεδίου μέσα από το αίτημα αυτονόμησής του με τον ευρύτερο χώρο της εργασίας και της κοινωνίας, τούτο συμβαίνει διότι σε αυτή τη σχέση και αυτήν την προβολή λανθάνουν κάποια πράγματα: ένα πρώτο σχετίζεται με την αίσθηση αδυνατότητας ανατροπής της δεσπόζουσας κοινωνικής συνθήκης μέσα από την τέχνη που φτάνει σε εμάς από τα παραδείγματα του παρελθόντος. Ένα δεύτερο πως η πλήρης αυτονόμηση της καλλιτεχνικής σφαίρας κρύβει την αποπομπή του δημιουργικού υποκειμένου από το κοινωνικό, με τρόπο που στην ουσία το αποπέμπει και από το πεδίο του πολιτικού λόγου. Τούτο διότι μέσα από την αναγνώριση της καλλιτεχνικής εργασίας από το κοινό σαν κάτι διαφορετικό και του καλλιτέχνη ως «εκκεντρικού», αφαιρείται από τον τελευταίο ο πολιτικός λόγος. Η πολιτική του παρέμβαση μοιάζει να προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, όχι απαραίτητα συμβατό με την απαρέγκλιτη καθημερινότητα και τις απαιτήσεις της. Ως εκ τούτου η φύση του λόγου του ανήκει και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κόσμου αυτού και μόνον. Το τρίτο είναι εκείνο που υποκρύπτει την ίδια τη φύση της καλλιτεχνικής εργασίας, οι όροι της οποίας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εξίσου δυσμενείς με τους περισσότερους άλλους τομείς. Όχι βέβαια γιατί είναι κουραστική σωματικά ή ψυχικά, ούτε ακόμα περισσότερο διότι θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως «επικίνδυνη και ανθυγιεινή». Αλλά διότι είναι εντελώς και νομικά κατοχυρωμένα ανασφάλιστη, ασταθής και αρκούντως ευέλικτη (η αναφορά γίνεται προφανώς εδώ για αυτούς που επιμένουν να ασκούν ελεύθερα το επάγγελμα και όχι σε αυτούς που βρίσκουν εξαρτημένη εργασία κυρίως στο χώρο της εκπαίδευσης, αν και αυτή αποτελεί έστω και ευκαιριακό μέσο επιβίωσης για τους περισσότερους). Στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζεται καν ως εργασία. Θεωρείται δηλαδή από πάρα πολλούς πως το «εικαστικός καλλιτέχνης» δεν συνιστά επάγγελμα. Και αυτό είναι, όντως, σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ιστορικής επιδίωξης των ίδιων των καλλιτεχνών, που όπως γενικά αναφέρθηκε προηγουμένως, αναζήτησαν εναλλακτικούς τρόπους διάθεσης και αναγνώρισης της δημιουργικής εργασίας.
Τον τύπο της καλλιτεχνικής εργασίας θα μπορούσε να τον φανταστεί καλύτερα κάποιος σήμερα, όταν το σύνολο της απασχόλησης, μέσα από τα μέτρα που προτείνονται τείνει να πάρει τα χαρακτηριστικά της αντίστοιχης καλλιτεχνικής. Το καθεστώς της επισφάλειας και της απόλυτης ευελιξίας που διέπει την καλλιτεχνική απασχόληση είναι αυτό που φαίνεται πως απαιτείται να εγκαθιδρυθεί στο σύνολο των εργαζομένων. Τούτο το παράδοξο αρκεί ίσως για να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για τη μορφή της εργασίας στο μέλλον εν γένει[5].
Το σημερινό καλλιτεχνικό πράττειν αναπαράγεται λοιπόν μέσα σε όλο αυτό το κλίμα αδιεξόδου και αγκίστρωσης σε ελπιδοφόρες αλλά –κατά το μάλλον ή ήττον- ουτοπικές ονειρώξεις, πλαισιωμένες από αποσπασματικές αναγνώσεις διαφόρων διανοητών, επιτείνοντας έτσι το αίσθημα αμηχανίας. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να σημειώσουμε, πως συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των καλλιτεχνών δεν βρίσκει καν εκθεσιακή και εμπορική διέξοδο. Στην πραγματικότητα λίγοι είναι εκείνοι (και ακόμα λιγότερες εκείνες) εκ των καλλιτεχνών που συνεργάζονται με κάποια γκαλερί, στην οποία εκθέτουν το έργο τους και η οποία τους παρέχει πρόσβαση σε αγοραστές των έργων, συνήθως ένα περιορισμένο κοινό μεγάλης οικονομικής επιφάνειας. Ακόμα και στην άλλη περίπτωση, αυτήν που φαντάζει στους περισσότερους ως η επιθυμητή, όταν δηλαδή κάποιος καλλιτέχνης εκπροσωπείται από μια γκαλερί, αυτό σημαίνει ότι του παρακρατείται συνήθως το μισό της τιμής πώλησης του έργου, το οποίο ουσιαστικά είναι το κόμιστρο εισαγωγής σε κάποιο πελατολόγιο, ή, δεσμεύεται από συμβόλαια που καθορίζουν σαφώς το που και πότε μπορεί κανείς να εκθέσει. Εδώ, επανερχόμαστε στο ζήτημα της αντινομίας, αλλά και του δίπολου «ετερονομία- αυτονομία». Θα μπορούσα να περιγράψω τον κόσμο των καλλιτεχνών ως αυτόν που εκφωνεί -έστω και «αφελή»- ριζοσπαστικά αιτήματα, τα οποία εκφράζονται εμπορευόμενα με όρους παραγωγής τρομακτικής υπεραξίας. Ακόμα και σε περιπτώσεις υλοποίησης καλλιτεχνικών έργων που δεν έχουν ως αποτέλεσμα ένα αντικείμενο προς εμποροποίηση (συνήθως καλλιτεχνικά σχεδιάσματα των οποίων το πολιτικό περιεχόμενο είναι πιο άμεσα αντιληπτό), το ζήτημα της χρηματοδότησης τους οδηγεί αναπόφευκτα στην ίδια αμφισημία.
Η αντινομία εντοπίζεται ουσιαστικά σε σχέση με το αντικείμενο της καλλιτεχνικής εργασίας και τις υλικές προϋποθέσεις πραγματοποίησής της. Η συνειδητοποίηση αυτής της αντινομίας σχετίζεται με την «υγιέστερη» περίπτωση. Διότι στην αντίθετη, εκεί όπου η αντινομία δεν γίνεται καν αντιληπτή, που η εικαστική εργασία αγνοεί ή υποτιμά τους υλικούς όρους πραγματοποίησής της, η συμμετοχή και η παραγωγή της υπεραξίας μέσα από τα έργα συνοδεύεται τελικά από μιαν αίσθηση ιλαρότητας που προσδίδει η συμμετοχή στο φαντασιακό, γοητευτικό και διαρκώς ελπιδοφόρο μικρόκοσμο της τέχνης. Μια συμμετοχή που διαιωνίζει αν δεν συμπράττει άθελά της στην επίφαση μιας αταξικής κοινωνίας στην Ελλάδα, αλλά και σε μια βαθύτερη πολιτισμική αλλαγή τα τελευταία χρόνια, που σχετίζεται με την ιδέα της «προόδου», η οποία δεν είναι προσδεμένη στη ρήξη αλλά στην εξέλιξη και την «ανάπτυξη». Η «εξέλιξη» αυτή, που πριν λίγα χρόνια είχε γίνει συνώνυμη της λέξης «εκσυγχρονισμός», απαιτεί από εμάς τη συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα, σε διεθνή –αμφίβολα στην πραγματικότητα- δοκιμασμένα κελεύσματα όπως αυτά εκφράζονται στις blockbusters εκθέσεις, σε ό, τι τουλάχιστον έχει να κάνει με την τέχνη και, από την άλλη, σε πειραματισμούς μικροκλίμακας που κανείς δεν καταλαβαίνει τι, γιατί και για ποιόν. Εδώ βλέπουμε ουσιαστικά την αναπαραγωγή ενός άλλου τύπου «γιάπη», όπως αυτός κατασκευάστηκε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990, σε μεγάλο βαθμό μέσα από έντυπα και περιοδικά, όπως το ΚΛΙΚ, το ΜΑΧ και άλλα. Σήμερα, τα free press έχουν αναλάβει έναν αντίστοιχο ρόλο. Με αυτόν τον παράδοξο τρόπο πολλοί εικαστικοί προσεταιρίζονται μια μορφή ανταγωνιστικού εργαζόμενου που κλείνει τα μάτια στον τρόπο που έχει κατασκευαστεί πολιτισμικά ως εργασιακό και μη υποκείμενο. Το ζήτημα της εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες έχει και –αν όχι κυρίως- πολιτισμικές προεκτάσεις. Εντούτοις, το πολιτισμικό αποτελεί προνομιακό πεδίο και της εικαστικής ενασχόλησης. Έτσι, το αναστοχαστικό ερώτημα ως πολιτισμικών δρώντων είναι το πρώτο που πρέπει να τεθεί εφόσον τίθεται το ζήτημα της ποιότητας της καλλιτεχνικής εργασίας. Το δεύτερο, μετά τη συνειδητοποίηση των συσχετισμών, είναι η ανάδειξη των παραπάνω αντινομιών, ακόμα και μέσα από τα ίδια τα έργα.
Το τρίτο πράγμα που οφείλουμε να δούμε, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζονται οι πραγματικές δυνατότητες του χώρου της τέχνης, είναι η επεξεργασία διαφορετικών μοντέλων κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Η ίδια η καλλιτεχνική συλλογικότητα ή «ομάδα» δύναται να λειτουργήσει ως πειραματική μικρομορφή μελλοντικής κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, ως πιλοτικό μοντέλο διαφορετικών επιθυμητών τρόπων συνεργασίας. Αν προσέξει κανείς τη δομή και τη λειτουργία τέτοιων ομάδων μέσα στο χρόνο θα διαπιστώσει ίσως πως οι περισσότερες από αυτές, ακόμα και στην Ελλάδα, κατευθύνονται μη ιεραρχικά ή συγκεντρωτικά και είναι συχνά διαμορφωμένες από όχι απαραίτητα συγκλίνοντα σε θέσεις και προδιαθέσεις υποκείμενα, επιτρέποντας έτσι εντός τους τον υβριδισμό που μπορεί να προκύψει από αρκετές αποκλίνουσες στάσεις και αντιλήψεις.
Κλείνοντας θα λέγαμε πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε μόνο να συμβαίνει μέσα στο πλαίσιο ενός αιτήματος αυτονομίας. Ας τονιστεί εδώ η λέξη «αίτημα». Διότι ευτυχώς η πλήρης αυτονομία δεν είναι ποτέ εφικτή, αλλά και διότι ως αίτημα επιτρέπει την παλινδρόμιση ανάμεσα στο αναστοχαστικό ερώτημα και την ταυτόχρονη διεύρυνση της δυναμικής συγκεκριμένων επίδικων όπως αυτά εκφράζονται μέσα από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε δημιουργικού πεδίου. Αναπαράγοντας λοιπόν την αμηχανία, ίσως και την αντινομία ακόμα και μέσα στην ίδια την οργάνωση αυτού του επιχειρήματος, δε μπορεί παρά να επαναληφθεί το αίτημα για αυτήν την –έστω σχετική- αυτονομία, της οποίας τα χαρακτηριστικά οφείλουμε σαφώς και σοβαρά να επανεξετάζουμε διαρκώς.
Τέλος, αν και η τοποθέτηση αυτή ακολούθησε διαφορετικές διαδρομές από αυτές του Τρότσκι, είναι χαρακτηριστικό πως και αυτός το 1923 στο έργο του Λογοτεχνία και επανάσταση κατέληξε στο ίδιο αίτημα, που συνοψίζεται σωστά σε μία φράση της εισαγωγής στην ελληνική του έκδοση από τον Μανόλη Λαμπρίδη: λέει λοιπόν πως ο Τρότσκι «υπερασπίζει την αυτονομία της τέχνης, την ελευθερία της έκφρασης για όλες τις λογοτεχνικές σχολές και τα καλλιτεχνικά ρεύματα, τον αυτοκαθορισμό της τέχνης, ιδέα που βρίσκεται σε αρμονία προς τη γενική ιδέα του σοσιαλισμού, που είναι ο αυτοκαθορισμός της ζωής από τους ίδιους τους εργαζόμενους»[6].

Δεκέμβρης 2010

[1] Βλ. κυρίως Pierre Bourdieu, Οι κανόνες της τέχνης. Γένεση και δομή του λογοτεχνικού πεδίου, μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2006
[2] Βλ. Νίκος Δασκαλοθανάσης, Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2004
[3] Αρκεί να ανατρέξει κανείς στις «ιστορικές» καλλιτεχνικές πρωτοπορίες της νεωτερικότητας, για να διαπιστώσει πως οι πολιτικές και χειραφετητικές προτάσεις τους οδήγησαν ως επί το πλείστον σε νέες και μόνον φόρμες ή σε πειραματικές αναδιατύπωσης της σχέσης μορφής και περιεχομένου. Σίγουρα, μια τέτοια διαπίστωση είναι αξιωματική, αν δεν αποτελεί γενίκευση. Χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα μιας τέτοιας «πρωτοποριακής» και πολιτικής υφής διάθεσης είναι αυτό του καλλιτεχνικού κύκλου που είναι γνωστός ως Köln Progressiv και ακόμα γνωστότερος ως αυτός που προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την «τέχνη ως όπλο». Όπλο όμως προς τι; Ως πολιτικά ενεργοί καλλιτέχνες στο χώρο του αναρχισμού και του σοσιαλισμού στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης –εποχής που οι ιστορικές πολιτικοκαλλιτεχνικές πρωτοπορίες βρίσκονται στο απόγειο της ενεργοποίησής τους-, οι μετέχοντες στον κύκλο της Κολωνίας επιδίωξαν να δημιουργήσουν «εικόνες- όπλα» που θα ενίσχυαν τον πολιτικό και κοινωνικό αγώνα της καταπιεζόμενης εργατικής τάξης οικειοποιούμενοι και αντιστρέφοντας την ιδέα πως η τέχνη είναι ένα από τα σημαντικότερα μέσα προπαγάνδας των ισχυρών. Τελικά δεν έκαναν τίποτα παραπάνω, παρά τις επαναστατικές τους πολιτικές θέσεις και προθέσεις, παρά να εικονογραφήσουν το υποκείμενο που ήθελαν να υπερασπιστούν και τον αγώνα του. Βέβαια αυτό δεν είναι λίγο. Το αποτέλεσμα, όμως, κάνοντας μια σκληρή –σχεδόν κυνική- αποτίμηση δεν ήταν η χειραφέτηση του εργάτη αλλά η ανανέωση της καλλιτεχνικής φόρμας. Η επανάσταση συντελέστηκε τελικά εκεί (για μια συνολική αποτίμηση της «ομάδας» αυτής βλ. τον κατάλογο από το βιβλιοπωλείο του Walter König της έκθεσης Köln Progressiv: Seiwert- Hoerle- Arnzt, που πραγματοποιήθηκε στο μουσείο Ludwig της Κολωνίας από τις 15 Μαρτίου ως τις 15 Ιουνίου 2008). Βέβαια, αρκετά χρόνια αργότερα, ένα άλλο παράδειγμα είναι ικανό να ανατρέψει αυτήν την επισήμανση. Το 1968 στο Ροζάριο της Αργεντινής εκτέθηκε το αρχείο με τον τίτλο Tucumán Arde από την ομάδα καλλιτεχνών που αυτοαποκαλούταν «της πρωτοπορίας» (Grupo de Artistas de Vanguardia). Ποια ήταν η πρακτική της ομάδας; Ερεύνησε τις επιδράσεις που είχε στην τοπική επαρχιακή κοινωνία του Tucumán το κλείσιμο ενός εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης. Πήρε συνεντεύξεις από τους κατοίκους, κινηματογράφησε και φωτογράφησε την προέλαση της φτώχιας εκεί και εξέθεσε τα ντοκουμέντα της δραστηριότητάς της, παράλληλα με αποσπάσματα του τύπου που αναδείκνυαν την προπαγάνδα της κυβέρνησης της Αργεντινής σε σχέση με το όλο πρόβλημα, στους χώρους της τοπικής εργατικής ένωσης. Όταν μάλιστα η έκθεση μεταφέρθηκε στο Μπουένος Άιρες, η αστυνομία την έκλεισε. Η δράση της ομάδας αυτής θυμίζει αντίστοιχες στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, των οποίων τα μέλη υπήρξαν ιδιαίτερα πολιτικά ενεργά, λειτουργώντας συχνά εξωθεσμικά με σκοπό, όχι μόνον την ένταξη της τέχνης στην καθημερινή ζωή, αλλά και την πραγματική και ενεργή εμπλοκή της με την κοινωνία, μέσα από ένα αίτημα ελευθεριότητας και εκδημοκρατισμού. Η ομάδα αυτή λειτούργησε εποπτικά και μόνον. Παρατήρησε, κατέγραψε και εξέθεσε. Στην πραγματικότητα η πρακτική της ήταν περισσότερο συνεπής κοινωνικά από αυτήν του κύκλου της Κολωνίας. Και τούτο διότι γνώριζε τις πραγματικές της δυνατότητες. Δυνατότητες που πλέον έχουν αποσαφηνιστεί σήμερα σε πλείστες σύγχρονες πολιτικο- καλλιτεχνικές δραστηριότητες, οι οποίες αποφεύγοντας τα βαρυσήμαντα και αρκούντως φιλόδοξα μανιφέστα δρουν με έδρα το κοινωνικό περισσότερο αποτελεσματικά.
[4] Η αντιγραφή από το Πέγκυ Κουνενάκη Νέοι Έλληνες ρεαλιστές 1971-1973: Η εικαστική και κοινωνική παρέμβαση μιας ομάδας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1989
[5] Ακόμα και για την κριτική αναψηλάφηση θέσεων σύγχρονων πολιτικών διανοητών για τη φύση της εργασίας, ή για το επαναστατικό υποκείμενο που υποθάλπτεται κάτω από εκείνον που φέροντας πλέον τη «γενική διάνοια», επιτελώντας την «εργασία του Διονύσου» και λειτουργώντας εμμενώς, πληθυντικά και υπερεθνικά προβλέπεται πως θα ανασημασιοδωτήσει τόσο ριζικά το κοινωνικό ώστε να το ανατρέψει. Το 2002 ο Enwesor, επιμελητής της Documenta στο Kassel θεώρησε πως το εμμενές αναδυόμενο επαναστατικό υποκείμενο της Αυτοκρατορίας των Hardt και Negri έχει πολλαπλές ομοιότητες με τον σύγχρονο καλλιτέχνη και την πρακτική του. Μένει να αποδειχτεί το κατά πόσο κάτι τέτοιο επαναχαράσει το πεδίο εκείνο που αντανακλά μιαν επίφαση αταξικότητας.
[6] Βλ. Λέον Τρότσκι, Λογοτεχνία και επανάσταση, μτφρ. Λ. Μιχαήλ, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2003.

«Αντιλαϊκισμός», το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού

Του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου
Αναδημοσίευση από e-dromos

«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…»
Νικόλας Σεβαστάκης

Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους.
Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.
Στην ουσία, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματιστική μετάλλαξη ή αντιστροφή του λαϊκισμού ο οποίος είχε επικρατήσει στη χώρα κατά τις προηγούμενες χαρισάμενες δεκαετίες. Φαίνεται μάλιστα να ξεκινάει, κατά τραγική ειρωνεία, από μια εύλογη κατ’ αρχήν κριτική του λαϊκισμού εκείνης της περιόδου, μεταστρέφοντας τώρα τις αιχμές της από τον παρωχημένο και παροπλισμένο πλέον πασοκικό «εθνολαϊκισμό» στα σημερινά δεδομένα. Και λέμε «φαίνεται», διότι στην πραγματικότητα κάποια συστατικά εκείνης της φανφαρόνικης λαϊκίστικης ιδεολογίας έχουν μεταφερθεί και ενσωματωθεί στον πνευματικά νεοπλουτίστικο ρητορικό κορμό του «προοδευτικού» ρεύματος και της «υπεύθυνης» πολιτικής σκέψης. Ένα από τα συστατικά που αναβιώνουν σ’ αυτό το (νέο) φιλελεύθερο «αντιλαϊκιστικό» λαϊκισμό είναι, «εκσυγχρονιστικά» μεταποιημένος, και ο αλλοτινός βαρβάτος αντιδιανοουμενισμός – θυμηθείτε τους χλευαζόμενους «κουλτουριάρηδες» και τους «λαπάδες ποιητές». Ιδού μια τυπική σημερινή αναβαθμισμένη εκδοχή της ίδιας απαξιωτικής θεώρησης:

«Το κλασικό μοντέλο του διανοούμενου υπήρξε αυτό του οραματιστή της ουτοπίας. Παλιότερα τους αποκαλούσαν προφήτες. Αθεράπευτα ρομαντικοί, αιώνια απαισιόδοξοι, πάντοτε θυμωμένοι, με δραματικό οίστρο και ατράνταχτη γνώμη περί παντός του επιστητού, αναφέρονται και προσβλέπουν σ’ έναν τέλειο κόσμο, η σύγκριση του οποίου με την καθημερινή πραγματικότητα αποβαίνει αναπόφευκτα καταλυτική σε βάρος της δεύτερης. Ρέπουν λοιπόν προς τη μεγαλόσχημη καταγγελία στο όνομα κάποιας, παρελθούσας ή μελλοντικής, αλλά πάντα ασαφούς, ουτοπίας θεωρώντας ταυτόχρονα πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια». (* Στάθης Καλύβας, «Διανοούμενοι και προφήτες» εφ. Καθημερινή 22/8/2010)

Στο σημείο αυτό, αν ρωτούσε κανείς ποιος είναι άραγε ο στόχος τέτοιων ορθοπολιτικών καταγγελιών του (ανυπόστατου στη σημερινή πραγματικότητα) ουτοπιστικού «αρχαϊσμού», θα έθετε ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα: ο στόχος αναδύεται εκ των εντός και εκτός κειμένου συμφραζομένων: στο βάθος διακρίνονται ήδη τα υλικά με τα οποία στήνεται το νέο σκηνικό: η απομυθοποίηση των μεγάλων «αφηγήσεων» υπό τη μορφή μιας «ψύχραιμης» (ανα)θεώρησης του παρελθόντος λειτουργεί ως άλλοθι ακριβώς του παρόντος κακού. Από αυτήν τη σκοπιά, όσοι μέσα στην κρίση που βιώνουμε διαπιστώνουν συμπτώματα, καταδείχνουν αιτίες ή εκφράζουν το ασφυκτικό «μη περαιτέρω» της κατάστασης διαδηλώνοντας ότι δεν πάει άλλο, στοχοποιούνται ως αθεράπευτα ρομαντικοί, γκρινιάρηδες, αρχαϊστές, ουτοπιστές-λαϊκιστές μ’ ένα λόγο.
Διότι τώρα που ο παλιός λαϊκισμός έχει δύσει στην ανυποληψία του, νέοι αστέρες μεσουρανούν στους τεχνητούς ουρανούς των μίντια που διαφημίζουν νέα είδωλα. Έχουμε περάσει στη λατρεία του «νέου» – «νέα» νέα αρχή, «νέα» Νέα Δημοκρατία, «νέος» νεοφιλελευθερισμός. Όλοι θέλουν να μηδενίσουν το κοντέρ, να ξαναχτιστεί μια νεόκοπη «νοικοκυροσύνη» στον τόπο. Με κάθε θυσία (των άλλων), με το ψαλίδισμα των οραμάτων, με την ισοπέδωση των ερωτημάτων, με την («εξίσου») καταδίκη των «άκρων» και την (επ)ανάκαμψη του φαντασματικού πολιτικού «κέντρου». Σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο πραγματικός στόχος των ρεαλπολιτικών πραγματιστών δεν είναι ο λαϊκισμός του ανύπαρκτου κομμουνισμού αλλά η υπαρκτή κριτική του παρόντος και όζοντος κακού. Έχουν περάσει πλέον οι καιροί του ένδοξου λαϊκισμού που λαφυραγωγώντας κάποτε τα εαμικά κειμήλια οικοδόμησε τα νέα τζάκια της ελληνορθόδοξης παλαιοπασοκικής εθνικοφροσύνης. Στο μεγάλο διάστημα που κύλησε έκτοτε, η πραγματική σύγχρονη δυστυχία, η ξένη, η «άλλη» δυστυχία που γίνεται μέρα με τη μέρα δική μας δυστυχία, η συνακόλουθη Κρίση που έρχεται να μας κρίνει όλους, από τον Άγιο Παντελεήμονα ως τα Κολωνάκια των βορείων προαστίων, έδειξε πλέον, μαζί με τα νύχια της, και τα όρια των παλιών και νέων (λαϊκίστικων και ορθοπολιτικών) ιδεολογημάτων – έδειξε γυμνά τα Κέρδη και τα Συμφέροντα και ξεκαθάρισε την πραγματική διαχωριστική γραμμή.
Τώρα εκείνοι οι χοντροί γαλάζιοι ραψωδοί, αφού ροκάνισαν τ’ αυτιά μας και την αντιεξουσιαστική γραβιέρα τρυπώνοντας από κόμμα σε κόμμα, έρχονται να σιγοντάρουν κι αυτοί τον «αντιλαϊσμό» της λιπαρής εξουσίας, η οποία υποδύεται από τα έδρανά της την «παρρησία»: «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Περιττό να πούμε πως αυτού του είδους ο «αντιλαϊσμός», αυτή η επίδειξη περιφρόνησης του «πολιτικού κόστους» δεν κοστίζει –αλλά ούτε και αξίζει– τίποτα.

http://e-dromos.gr