Τοπικότητα, κοινωνικοί αγώνες και το ελευθεριακό πρόταγμα σήμερα

Της ομάδας ελευθεριακών κομμουνιστών

Στις 23-24 Οκτώβρη, έγινε στην Νομική σχολή της Αθήνας το ευτοπικό διήμερο, το οποίο διοργανώθηκε από το περιοδικό Ευτοπία και την ομάδα ελευθεριακών κομμουνιστών. Την πρώτη μέρα, εισηγητής ήταν ο ιταλός σύντροφος Αντρέα Πάπι. Εδώ παραθέτουμε την εισήγηση της ομάδας ελευθεριακών κομμουνιστών για τη δεύτερη συζήτηση με τίτλο «τοπικότητα, κοινωνικοί αγώνες και το ελευθεριακό πρόταγμα σήμερα».

Εισαγωγή
Αμηχανία. Αυτή είναι η λέξη που καλύτερα από κάθε άλλη χαρακτηρίζει την κατάσταση των απελευθερωτικών, επαναστατικών ρευμάτων στις σημερινές συνθήκες. Στις συνθήκες της αποτυχίας κράτους και κεφαλαίου όχι μόνο να ικανοποιήσουν τις ψευδαισθήσεις της αέναης «ανάπτυξης» που καλλιέργησαν, αλλά και να συντηρήσουν τη απαραίτητη ευμάρεια που νοηματοδοτούσε την ανοχή των καταπιεσμένων απέναντί τους. Τα τριάντα αργύρια της κοινωνικής συναίνεσης αποδειχτήκαν κάλπικα.
«Ώρα να σπάσει αυτή η συναίνεση» είναι το αυθόρμητο συμπέρασμα. Πέρασε όμως τόσος καιρός που όλοι μας ζήσαμε υπό το θέαμα του καπιταλιστικού αυτοθαυμασμού (παλεύοντας να ανοίξουμε μικρές τρύπες που ελπίζαμε να γίνουν ρήγματα στο φράγμα), που για να λέμε την αλήθεια, δεν το πολυπιστεύαμε ότι θα δικαιωθούμε. Ότι δηλαδή θα βρεθεί μια κοινωνία , να την χτυπούν από παντού, με τη συναίνεση στο χέρι, χωρίς καμιά ασφάλεια ή βεβαιότητα. Κι επειδή δεν το πολυπιστεύαμε, δεν προετοιμαστήκαμε. Στεκόμαστε σήμερα αμήχανοι στο πως αυτή η συναίνεση θα σπάσει -στην έκταση που της αρμόζει- και ακόμα πιο αμήχανοι για το τι θα γίνει μετά. Κι αυτό το «μετά» αποδεικνύεται, τόσο πιο απαραίτητο να προταχθεί, όσο πλησιάζει στο «τώρα». Για το κάθε θύμα κράτους και κεφαλαίου, η πιθανότητα να πρέπει να ζυγίσει τις συνέπειες μια ολικής ρήξης με αυτές μιας νέας, ολικής υποταγής του, γίνεται όλο και πιο ορατή.
Δεν είμαστε αυτοί που περιμέναμε καρτερικά την θανάσιμη κρίση του καπιταλισμού, δεν ξέρουμε αν αυτή η κρίση είναι θανάσιμη ούτε αν τελικά υπάρχουν θανάσιμες κρίσεις. Αυτό που ξέρουμε είναι πως αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση που εκτός από το μέλλον, μας έρχεται και από το παρελθόν. Το παρελθόν των επαναστατών που πρέπει να αποφασίσουν τι επανάσταση θέλουν, πώς να την κάνουν και πόσο μακριά θέλουν να φτάσει.
Λίγα χρόνια πριν μια τέτοια προοπτική σκέψη αν δεν ήταν ιδεολογική άσκηση επί χάρτου, εκλαμβάνονταν σαν αφόρητος ρομαντισμός. Σήμερα είναι ανάγκη. Τα πράγματα σοβαρεύουν, ό,τι γύρω μας δεν άλλαξε θα αλλάξει σύντομα. Γιατί ακόμα και αν αυτή κρίση αποδειχτεί κάτι πρόσκαιρο, ένα ακόμα καπρίτσιο ενός αποχαλινωμένου συστήματος που ζορίζεται για να δυναμώσει, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι «να παίξουμε το χαρτί μας». Σε τελική ανάλυση θα ήταν άδικο να περιμένουμε μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση από τις επόμενες γενιές επαναστατών από αυτή που δείξαμε εμείς στις προηγούμενες….

Μέρος Α
Οι αναρχοκομμουνιστικές αντιλήψεις, όπως άλλωστε και το σύνολο των ρευμάτων που απαρτίζουν το σώμα της ελευθεριακής σκέψης και πράξης, προσδιορίζονται πολύ περισσότερο από την τροχιά που τους επιβάλλει ένας σκληρός πυρήνας αξιακών σταθερών και πολιτικών προταγμάτων παρά από μια «υπεριστορική» στρατηγική πάλης. Στον πυρήνα αυτό βρίσκονται οι πολιτικές σταθερές που, απαράλλαχτες από το 19ο αιώνα, μπορούν και περιγράφουν με πληρότητα την ουσία του κοινωνικού ζητήματος, την κριτική των μέσων του απελευθερωτικού αγώνα, αλλά πάνω από όλα το διακύβευμά του. Κάποιος που αγνοεί τη φύση του αναρχισμού εύκολα θα μιλήσει για φυγή στην «ουτοπία» ίσως ακόμα και να θεωρήσει την έλλειψη μιας συσκευασμένης στρατηγικής σαν το φυτώριο του οπορτουνισμού. Κι όμως, το ανάποδο συμβαίνει. Ξεκινώντας από το τέλος, από το συνολικό, από το «τι χρειάζεται», τα ελευθεριακά ρεύματα δεσμεύουν τον εαυτό τους σε μια διαρκή επανεξέταση της αξίας του ίδιου του αγώνα, της αναγκαιότητάς του, της μορφής του. Η απροθυμία του αναρχισμού να παρέχει στους καταπιεσμένους έναν οδικό χάρτη για τη νίκη του στοίχισε πολύ σε ένα κόσμο που η τελεολογική εμμονή της αστικής σκέψης και του Χριστιανισμού κυριαρχούσε. Η απαίτηση όμως της συνολικότητας στον αγώνα δικαιώθηκε πικρά. Δεν φτάνει να υπάρχει λευκό ψωμί για όλους και ελευθερία λόγου: το απέδειξε ο Δυτικός καπιταλισμός τα τελευταία χρόνια. Δεν φτάνει η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής: το απέδειξε ο εξευτελισμός των σοσιαλιστικών πειραμάτων. Δεν φτάνει μια κάποια γενικευμένη λαϊκή κοινότητα: το απέδειξε ακόμα και ο φασισμός.
Για τους αναρχοκομμουνιστές το ζητούμενο, αυτό της αυτοδιευθυνόμενης πολιτικά κοινωνίας που κατέχει και νέμεται συλλογικά τα μέσα παραγωγής, αναπαρίσταται σε μια σειρά ιδιαίτερων θέσεων που έχουν αξία μόνο στο βαθμό που επιβεβαιώνονται μέσα σε υπαρκτά ή αναγκαία χαρακώματα αγώνα. Είναι η μαζική αθλιότητα που παράγουν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις ενός νέου πολυπολικού κόσμου που αναδεικνύουν την διαλεκτική σχέση (και όχι απλά μια σχέση υποταγής) ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία. Είναι ο φιλελευθερισμός που μεταμορφώνει το κράτος από νταβατζή σε κλεπταποδόχο που μεταπουλάει τα κλοπιμαία του στους ιδιώτες, αναδείχνοντας την ανάγκη επανακατάκτησης από την κοινωνία της έννοιας του δημοσίου. Είναι οι πόλεις τέρατα, ο υδροκεφαλισμός της αστικοποίησης, η ερήμωση της γης που περιγράφουν την αξία της αποκέντρωσης. Η κυριαρχία της αγοράς και του κανιβαλικού ατομικισμού της είναι που παράγει την ανάγκη της νέας κοινότητας, το ξεμπρόστιασμα της αστικής δημοκρατίας είναι που αποκαλύπτει την επιταγή για καθολική και αδιαμεσολάβητη συμμετοχή όλων στο πολιτικό πεδίο. Φτάνει να διαβάσεις την ιστορία των επαναστάσεων για να διαγράψεις την λογική των «σταδίων για τον σοσιαλισμό», είναι η καθημερινότητα του σήμερα που επιβάλλει τόσο τους ταξικούς αγώνες και την οργάνωσή τους όσο και τις αντιθεσμίσεις ως μέσα, ξανά, επιβίωσης. Είναι τελικά η κρίση ως κρίση συστήματος που θέτει με πολύ πιο επιτακτικό τρόπο όλες αυτές τις προβληματικές και γεννάει την ανάγκη να παραχθεί μια στρατηγική αγώνα με προοπτική, όχι «γενικά», όχι για παντού και πάντα, αλλά για το εδώ και το τώρα. Μια στρατηγική που μπορεί να εφαρμοστεί, που να μπορεί να αντέξει σε αξιολόγηση, που να είναι τόσο ευλύγιστη ώστε να διορθώνει τα λάθη της και να ζυμώνεται και τόσο άκαμπτη που να μην επιτρέπει την αφομοίωση από το σύστημα ή την αποδόμηση και τον εκφυλισμό της.
Για να μπορέσει να υπάρξει πρέπει να είναι σε θέση να δει καθαρά γύρω της γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποφύγει μια ανάλυση που θα εντοπίσει όχι μόνο τα δομικά στοιχεία μιας πραγματικότητας αλλά και τα ενδημικά, την ιστορικότητα και την επίδρασή της, όλα αυτά που δίνουν την υλική υπόσταση αυτού που βιώνουμε.
Μιλώντας για την Ελλάδα, και χωρίς κανένα φαντασιακό περί «ανάδελφου» εθνικού περιβάλλοντος, εντοπίζουμε εκείνα τα κομμάτια της ιστορικότητας που μπορούν να παράγουν συμπεράσματα χρήσιμα στην ερμηνεία των όσων συμβαίνουν αλλά και στην επιλογή των άμεσων στόχων, των μέσων πάλης αλλά και της μεσοπρόθεσμης κατεύθυνσης.
Είναι βασικό στοιχείο καθαυτής της πολιτικής εξουσίας η σύγκρουσή της με κάθε μορφή κοινότητας διαμορφωμένης από την κοινωνική βάση που θα μπορούσε να διεκδικήσει μια κάποια αυτονομία. Στην εγγεγραμμένη πολιτική ιστορία της Ελλάδας η τοπικότητα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αφού αυτή μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες αποτέλεσε το βασικό κοινωνικό πεδίο που μέσα του υπήρξαν μαζικά τέτοιες κοινότητες.
Επιλέγοντας το συγκεντρωτικό μοντέλο, αυτό της εθνικής ομογενοποίησης και της ενιαίας διοίκησης, (σε ένα μετεπαναστατικό πολυκοινοτικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον), το Ελληνικό κράτος χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο ώστε παράλληλα με τις άλλες επιδιώξεις του, να αποδυναμώσει ή να εξαφανίσει αυτόν τον απειλητικό για την ύπαρξή του παράγοντα. Από τους επεκτατικούς πολέμους για την «εθνική ολοκλήρωση», τη «μεγάλη ιδέα», τις εθνοκαθάρσεις, την προσφυγιά, μέχρι την πολιτισμική απαξίωση και τον οικονομικό στραγγαλισμό. Αυτή η σύγκρουση, ανάμεσα στο «δήμο» και το κράτος επηρέασε σε μεγάλο βαθμό όλες τις πτυχές της νεοελληνικής ιστορίας.
Η Ελληνική εξουσία, οι δομές και η αποτελεσματικότητά της και κυρίως η σχέση της με την Ελληνική κοινωνία, το συμβολικό κύρος και η αποφασιστικότητα των όπλων της, ακόμα και σήμερα ως ηχώ, συνδέεται άρρηκτα με το χτύπημα τοπικών κοινοτήτων (ευθέως στην αρχή και με τον εθνικό ή πολιτικό μανδύα στη συνέχεια) και το χώνεμά τους σε μια διαδικασία όλο και αυξανόμενης διείσδυσης του κράτους στην κοινωνία. Μια διαδικασία που συνοψίζεται στο αέναο καθεστωτικό αίτημα του «εκσυγχρονισμού».
Η τοπικότητα και οι εσωτερικές δομές της ήταν επίσης αυτές που καθόρισαν την εξέλιξη μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων της Ελληνικής ιστορίας με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της εθνικής αντίστασης και κυρίως του εμφυλίου όπου ένα κίνημα υπό την καθοδήγηση της μαρξιστικής και προλεταριακής ηγεσίας του ΚΚΕ βρέθηκε να επιβιώνει στα μικρά χωριά, να στηρίζεται στην τοπική αυτάρκεια, και να μονοπωλεί σχεδόν την ατζέντα του με εθνικά ζητήματα.
Παρενθετικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως όταν αναφερόμαστε στο «δήμο», όχι σαν μια επιθυμητή κοινωνική δομή ελευθερίας, αλλά σαν μια ιστορική οντότητα, αναφερόμαστε σε μια κοινότητα εξουσιαστική. Μια κοινότητα με πλούσιους και φτωχούς, με παπάδες και πατριαρχία μια κοινότητα ασφυκτικής πολιτισμικής καταστολής. Αλλά και μια κοινότητα που ενσωματώνει την κοινωνική αλληλεγγύη, μια κοινότητα πρόθυμη να πάρει φωτιά από τα απελευθερωτικά κηρύγματα, που διεκδικεί την αυτάρκεια και έχει την κοινωνικότητα ως θέσφατο. Αντιφατική και από τη στιγμή που καμιά πολιτική δυναμική δεν βρέθηκε για να της προσφέρει ένα αυτοδύναμο απελευθερωτικό πρόταγμα, καταδικασμένη να ηττηθεί στη σύγκρουσή της με το κράτος. Όπως και ηττήθηκε.
Η τοπικότητα σχεδόν αποδυναμώθηκε σαν πεδίο δημιουργίας κοινοτήτων και τίποτα δεν την αντικατέστησε. Η τοπική αυτονομία, η αλληλεγγύη, οι ανθρώπινες σχέσεις αποδείχθηκαν πολύ λίγες για να αντιμετωπίσουν τη σπάνη, την πατριαρχία, την πολιτιστική τρομοκρατία της εκκλησίας, την πολιτική και εθνική τρομοκρατία του κράτους, την οικονομική τρομοκρατία της κάθε τοπικής αστικής τάξης. Οι μάχες του εμφυλίου, οι υποχρεωτικές ή εθελούσιες μετακινήσεις πληθυσμών στα αστικά κέντρα αλλά κυρίως η ξενιτιά στέρησαν και το ανθρώπινο δυναμικό και την προοπτική υλικής επιβίωσης κοινοτικών δομών που όλο και περισσότερο εκλαμβάνονταν (αλλά και αυτομαστιγώνονταν) σαν ξεπερασμένες και οπισθοδρομικές. Προφανώς και η καπιταλιστική ανάπτυξη, που στις περισσότερες χώρες, ευθύνεται αποκλειστικά σχεδόν για τον αστικό μετασχηματισμό, έπαιξε και εδώ τον αποδομητικό της ρόλο. Σε μικρότερη όμως κλίμακα. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως μέχρι τα τέλη της μεταπολίτευσης η ελληνική παραγωγική βάση στηρίχθηκε κύρια στον πρωτογενή τομέα. Το ελληνικό κεφάλαιο, δυναμικό και δραστήριο δεν κατευθύνθηκε σε μια εσωτερική βιομηχανική παραγωγή και αυτό είχε σαν λογική συνέπεια τη μη ύπαρξη ενός τόσο μαζικού προλεταριάτου που θα μπορούσε να δημιουργήσει ευρείες κοινότητες σε ταξική βάση.
Το κράτος πλήρωσε ακριβά την απόφασή του να πετύχει τον «εκσυγχρονισμό». Ενσωματώνοντας υποχρεωτικά τις τοπικές εξουσίες, μεταμορφώνοντάς τες από δυνητικό εχθρό σε σίγουρο σύμμαχο, διαπραγματεύτηκε μαζί τους. Τις μετέτρεψε σε συστημικό πυλώνα (όπως άλλωστε έκανε και με άλλες δυνάμεις όπως η εκκλησία) εισάγοντας στον οργανισμό του ένα παράγοντα σύγκρουσης συμφερόντων που ακόμα και σήμερα το εμποδίζει να δει τον εαυτό του ως κάτι ενιαίο. Το κράτος-συμμαχία φέουδων, από την πρώτη μέρα της ανεξαρτησίας του έως τη μεταπολίτευση, ήταν ένα κράτος ανίκανο να οικειοποιηθεί τους κανόνες της συντεταγμένης αστικής δημοκρατίας, αυτούς του δημοκρατικού έθνους-κράτους. Η αδιάκοπη πολιτική ανωμαλία, η διαφθορά, η αναποτελεσματικότητα των σχεδιασμών, η ασυνέχεια, οι εξαρτήσεις, είχε ως συνέπεια την σε μεγάλη κλίμακα απώλεια του συμβολικού του κύρους ως ανώτατη κανονιστική αρχή.
Σε αυτό το περιβάλλον ήρθε η μεταπολίτευση, ως η καλύτερη προσπάθεια της εξουσίας να επιβάλει καθεστωτική ομαλότητα, έχοντας να διαχειριστεί μια αστικοποιημένη κοινωνία, πολυδιασπώντας τους καταπιεσμένους με την καρικατούρα της ιδεολογικής-κομματικής διαπάλης ενσωματωμένης στην καθεστωτική κανονικότητα. Αυτή θεσμοθέτησε τη νέα μορφή κράτους. Αυτή ενός μηχανισμού που έχει απέναντί του, επιτέλους, ένα αδόμητο αλλά ελεγχόμενα διασπασμένο κοινωνικό σύνολο και επιχειρεί την υπογραφή ενός «αξιόπιστου» κοινωνικού συμβολαίου για την εκμαίευση της κοινωνική ειρήνης. Σε αυτό όμως θα αναφερθούμε παρακάτω…
Αποδίδοντας στην τοπικότητα αυτή τη σημασία στην πολιτική εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία να παρακολουθήσουμε το πώς η αποδυνάμωσή των τοπικών κοινοτήτων αποτυπώθηκε σε θεσμικό και διοικητικό επίπεδο. Ένας κύκλος που ξεκινάει από τον Ιωάννη Καποδίστρια και την άρνησή του να αναγνωρίσει καν την κοινότητα σαν πολιτική οντότητα (για να καταλήξει στα γρήγορα να εξοντωθεί από αυτήν) και κλείνει στο «σχέδιο Καποδίστριας» ενάμιση αιώνα μετά που εξαφάνισε την κοινότητα από τον πολιτικό χάρτη. Με νομικά τερτίπια, με τη διαρκή αλλαγή των κανόνων και της διοικητικής δομής το κράτος πέτυχε, όσο η τοπική κοινότητα (ως χωριό αλλά εν μέρει και ως αστικός δήμος) διατηρούσε σημάδια ζωής, να μην υποψιαστεί ποτέ τη δυνατότητα να στοχαστεί τον εαυτό της με πολιτικούς όρους, να μην προλάβει να διακρίνει ότι είναι στόχος επίθεσης, να μην αναρωτηθεί γιατί.
Οι μαζικές αντιδράσεις στο «σχέδιο Καποδίστριας» αποτέλεσαν το κύκνειο άσμα αυτού του στοχασμού που δεν έγινε. Πολύ αργά, πολύ λάθος.
Ο Καλλικράτης είναι η συνέχεια της επίθεσης του κρατικού συγκεντρωτισμού. Ερχόμενος να αντικαταστήσει το μοντέλο κοινότητα-νομός-κράτος με το μοντέλο περιφέρεια-κράτος-Ευρωπαϊκή ένωση αποκαλύπτει ένα πολιτικό σχεδιασμό που πλέον υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Ένα πλάνο που στοχεύει στην σχεδιασμένη και απρόσκοπτη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, στο σπάσιμο κάθε εμπόδιου για επέκταση των αγορών σε όλες τις πτυχές της ζωής, στον παντεπόπτη οφθαλμό του κοινωνικού ελέγχου και της καταστολής. Με ελάχιστες αντιδράσεις, και τις περισσότερες από αυτές να οφείλονται σε γελοίους παραγοντισμούς είναι μια μάχη που δεν ένοιωσε κανείς υπεύθυνος να δώσει. Μια μάχη χαμένη από τα πριν.
Έχει όμως τεράστια αναλυτική αξία γιατί αποκαλύπτει το διοικητικό μοντέλο το οποίο επιχειρούν να μας επιβάλλουν, σε ένα νέο πολυπολικό, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, στη γεωπολιτική που εντάσσεται το Ελληνικό κράτος.
Η περιφέρεια γίνεται ο πρώτος βαθμός της κρατικής διοίκησης, αυτός που θα διαχειριστεί τους δημόσιους πόρους, που θα υποδέχεται τις νεοαποικιοκρατικές επενδύσεις (παρακάμπτοντας ακόμα και το σύνταγμα). Μπορούμε, ως μια εκ των συνεπειών της κρίσης να περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί η αναμόρφωση του δεύτερου βαθμού διοίκησης, του εθνικού κράτους…

Μέρος Β

Η βάση στην οποία επιχειρείται αυτή η ανάλυση, το ερώτημα που την κινητοποιεί μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Αν αυτό που θέλουμε είναι η κοινωνική απελευθέρωση και αυτό που αναζητούμε είναι ο δρόμος προς αυτήν τότε το πρώτο αδιέξοδο που πρέπει να ξεπεραστεί είναι το πεδίο στο οποίο μπορούμε να περιμένουμε την δημιουργία εκείνων των κοινοτήτων που από τη μια θα αντισταθούν και θα επιτεθούν ενώ ταυτόχρονα θα οικειοποιηθούν τον απαραίτητο ζωτικό πολιτικό και κοινωνικό χώρο ώστε να γίνουν το κύτταρο της απελευθέρωσης; Πού θα φυτρώσουν οι κοινότητες αγώνα και αντιθέσμισης;
Και λέμε αδιέξοδο αναφερόμενοι στην κοινωνική αποδόμηση που ολοκλήρωσε η μεταπολίτευση. Μια αποδόμηση που πέρα από το πώς επέδρασε σε επίπεδο καθεστώτος (και άρα τι έχουμε να περιμένουμε από αυτό) πέρα από το πώς επέδρασε σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων αντανακλάται καθαρά στους κοινωνικούς αγώνες που εμφανίστηκαν, άνθησαν και ηττήθηκαν τα 35 αυτά χρόνια.
Επιχειρώντας και επιτυγχάνοντας το θεμελιακό αίτημα της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή την συρρίκνωση και καθήλωση του δημόσιου πολιτικού χώρου της κοινωνίας σε απόσταση βολής από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς η εξουσία πέτυχε και την εποπτεία κάθε πολιτικής δύναμης που δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό της συμμετοχής στο δημοκρατικό παιχνίδι, και την αποδοχή της ιδεολογίας σαν τον κυρίαρχο δίαυλο συμμετοχής των εκμεταλλευόμενων στον δημόσιο πολιτικό χώρο. Ένα δίαυλο που οδηγούσε κατευθείαν στους καθεστωτικούς κομματικούς μηχανισμούς, μια ιδεολογία που νοηματοδοτούνταν μέσα από την επιρροή της σε θεσμούς. Παγίδα στην οποία με χαρά και ευγνωμοσύνη έπεσε η αριστερά, επενδύοντας την «ένδοξη ιστορία της», εγκλωβίζοντας έτσι τις κοινωνικές εκείνες δυνάμεις που ήταν πρόθυμες να παλέψουν αντισυστημικά αλλά που αντιλαμβάνονταν αυτή την ιστορία ως δικό τους βίωμα.
Η ύπαρξη μιας ενιαίας και κεντρικής ΓΣΕΕ για παράδειγμα, καθ’ εικόνα και ομοίωση του κοινοβουλίου (με τις εκλογικές ισορροπίες της εργατικής τάξης) δεν μπορούσε παρά να παράγει μαζικές κινητοποιήσεις, απρόσωπες, στο κατώτατο όριο του ρεφορμισμού. Δεν μπορούσε παρά να αντιληφθεί τον εαυτό της (ειδικά από την ώρα που ο εκσυγχρονισμός κατέλαβε το κράτος με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ) σαν το εργατικό λόμπυ στην εξουσία. Δεν υπήρχε καμιά αντίφαση όταν το κράτος τιμούσε την εξέγερση του ’36 στη Θεσσαλονίκη την ίδια ώρα που τα ΜΑΤ αιματοκυλούσαν εργατικές διαδηλώσεις.
Το μεγαλύτερο μέρος των μεταπολιτευτικών κοινωνικών αγώνων, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ’90, όση μαζικότητα κι αν είχαν, όσες κόκκινες σημαίες κι αν σήκωσαν, ότι συνθήματα κι αν φώναξαν ήταν αγώνες του καθεστωτικού θερμοκηπίου.
Πλάι όμως σε αυτούς,, στα απώτατα όρια της αστικοδημοκρατικής ελαστικότητας και πέρα από αυτά, άνθησαν αγώνες με χαρακτηριστικά που υπερέβαιναν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης. Αγώνες που κράτησαν ζωντανή την επαναστατική φλόγα και δημιούργησαν μια καινούρια αγωνιστική ιστορία, παρακαταθήκη για σήμερα.
Ο σχηματισμός ενός βιομηχανικού προλεταριάτου τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, αποτέλεσμα μια θνησιγενούς απόπειρας εκβιομηχάνισης (με τις ρίζες της στη δεκαετία του ’50) έδωσε την ευκαιρία σε μαχητικά κομμάτια της επαναστατικής αριστεράς να κατορθώσουν τη δημιουργία κοινοτήτων αγώνα, αυτοοργανωμένων κοινωνικών δομών σε ταξική βάση, που πάλεψαν εκτός θερμοκηπίου και πέτυχαν νίκες που ξεπερνούσαν τον ρεφορμισμό. Τα βιομηχανικά σωματεία βάσης και η εμβληματική τους σύγκρουση με τον κλαδικό συνδικαλισμό ήταν η πρώτη αμφισβήτηση , στα πλαίσια της μεταπολίτευσης από την πλευρά καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων του κοινωνικού συμβολαίου. Μπορούμε επίσης να αναφερθούμε και σε άλλους μεμονωμένους εργατικούς αγώνες αλλά και τοπικούς. Παρ’ όλη όμως την αξία τους ήταν καταδικασμένοι να ηττηθούν. Η εκβιομηχάνιση ανακόπηκε γρήγορα, η τοπικότητα ολοκλήρωσε την αποσάθρωσή της, η ιδεολογία στην κυβέρνηση (οι πρώτες δύο τετραετίες του ΠΑΣΟΚ) ολοκλήρωσε το σχέδιο του εκσυγχρονισμού για να μπορέσει να πεθάνει εν ειρήνη δίνοντας τη σκυτάλη στην πλήρη αποδόμηση του κοινωνικού και στον φιλελεύθερο ατομικισμό.
Η μόνη ανατρεπτική πολιτική δύναμη, στο μεταπολιτευτικό σκηνικό, που κατόρθωσε να γλιτώσει και από την μέγγενη της ενσωμάτωσης και από το αδιέξοδο της προσκόλλησης σε επαναστατικά υποκείμενα που θριαμβεύουν μονάχα στη θεωρία ήταν ο αναρχικός χώρος (και κάποιες μικρές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που προσέγγιζαν την αυτονομία). Με ελάχιστη αυτοδύναμη συμμετοχή στην νεοελληνική αγωνιστική ιστορία, η εισαγόμενη από φοιτητικούς κύκλους (προϊόντα του Γαλλικού Μάη), επανεφεύρεση του αναρχισμού στην Ελλάδα άνοιξε νέες προοπτικές. Κουβαλώντας τις αντιλήψεις της κριτικής της καθημερινής ζωής μέσα από ένα ιδιόρρυθμο συγκρητισμό διαφορετικών ρευμάτων (αυτόνομων, καταστασιακών, συμβουλιακών…) αλλά με τα πιο ανυπόταχτα στοιχεία της αναρχικής πολιτικής κουλτούρας στο κέντρο, είχε τα απαραίτητα αντισώματα ώστε να ανοίξει τα μάτια του και να ανοιχτεί στις νέες ταυτότητες που γεννιόνταν στο αστικό περιβάλλον. Πάτησε πάνω στην πολιτισμική άρνηση, το underground, ζυμώθηκε με την νεοσχηματισμένη μητροπολιτική νεολαία και σε μεγάλο βαθμό έγινε μια πολιτικοκοινωνική κοινότητα των πιο συνειδητών τμημάτων της. Παίζοντας μόνος του, ο «χώρος», αφού ακόμα και οι λίγες δυνάμεις της αριστεράς που μπορούσαν να αντιληφθούν την κοινωνική δομή που σχημάτισε ο μεταβιομηχανικός καπιταλισμός είτε την απαξιούσαν σα στοιχείο του εποικοδομήματος είτε δεν είχαν τα απαραίτητα εργαλεία να παρέμβουν, δημιούργησε έναν χώρο κοινωνικής επιρροής, μικρό αλλά ανθεκτικό, μπολιασμένο με την αρχετυπικό πνεύμα της άρνησης και της εξέγερσης. Δεν χρειάζεται εδώ να ασχοληθούμε με τα ποικίλα προβλήματα που ανέδειξε η κοινωνική του καταγωγή και η μονομέρεια σε θεματικές και θέσεις. Γιατί το ουσιώδες είναι ότι κατάφερε να δημιουργηθεί την ώρα που όλοι οι άλλοι εξαφανίζονταν. Και καθώς τα χρόνια περνούσαν και η συλλογική εμπειρία συσσωρεύονταν επίπονα, ο όλο και πιο μαζικοποιούμενος «χώρος» απλώθηκε και στα πιο «υλικά» μέτωπα αγώνα. Σήμερα δύσκολα θα βρεις τοπικό αγώνα που να μην έχει στο εσωτερικό του αναρχικούς, ή να μην υιοθετεί το αναρχικό πρόταγμα της αυτοοργάνωσης ενώ σημαντική δουλειά γίνεται και στην ταξική πάλη. Φυσικά, όπως συμβαίνει παντού, αλλά και ως ιστορική αδυναμία του αναρχισμού, η πολιτική συγκρότηση υπολείπεται της κοινωνικής δυναμικής…
Πριν προχωρήσουμε στο σήμερα και τις αναγκαιότητές του κρίνουμε απαραίτητη μια διευκρίνιση θεωρητικού περιεχομένου: ανήκουμε στη σχολή του αναρχισμού που διαχωρίζει το πολιτικό από το κοινωνικό, κι αυτό διατρέχει όλη την ανάλυση και τις θέσεις. Δεν θα ήμασταν αναρχικοί αν θεωρούσαμε ότι η ευθύνη της απόφασης και της πραγμάτωσης της κοινωνικής αλλαγής ανήκε οπουδήποτε αλλού από τις ίδιες τις κοινωνικές δυνάμεις (εδώ θα συμφωνήσουν όλοι) και τις δικές τους απόλυτα αυτεξούσιες οργανώσεις (εδώ θα διαφωνήσουν πολλοί). Διαχωρίζοντας το πολιτικό δεν ανακαλύπτουμε υποψήφια καθοδηγητικά κέντρα ούτε «αόρατους καπετάνιους» της κοινωνίας. Αναφερόμαστε στις οργανωμένες δυνάμεις που δίνουν τη μάχη των ιδεών στον κεντρικό δημόσιο χώρο της κοινωνίας, που παλεύουν να πείσουν άτομα και κοινωνικές ομάδες για μια συνολική προοπτική, που αντιπαρατίθενται με το καθεστώς σαν τέτοιο ξεκινώντας πάντα τη μάχη του από το τέλος. Η συνάντηση πολιτικού και κοινωνικού θα συμβαίνει όταν η καταπιεζόμενη κοινωνία δομείται και αποκτά αυτοσυνείδηση, συνήθως όταν βρισκόμαστε σε περιόδους επαναστατικών αλλαγών. Αυτό όμως, όπως η ιστορική εμπειρία μας έχει δείξει, μπορεί να συμβεί μόνο στο βαθμό που και το πολιτικό και το κοινωνικό, έχουν καταφέρει ήδη να αναπτυχθούν σε ένα ικανό βαθμό. Το κοινωνικό χωρίς τις αφοσιωμένες στη συνολικότητα δυνάμεις θα εγκλωβιστεί στην αμεσότητα των αναγκών και την έλλειψη προοπτικής, θα υπονομευτεί από τις αμφίθυμες κοινωνικές δυνάμεις, θα κατακερματιστεί και θα συντριβεί όταν η κούραση της «ανωμαλίας» αντιπαρατεθεί με την «ομαλότητα» της παλινόρθωσης. Το πολιτικό χωρίς το κοινωνικό θα καταλήξει ιδεολογική σέχτα, θα πεθάνει ως ηρωική πρωτοπορία ή θα «διασωθεί» στη δικτατορία.
Το βασικό πρόβλημα των ημερών που ζούμε, τουλάχιστον στην Ελλάδα είναι πώς, ενώ κράτος και κεφάλαιο βλέπουν τα οικονομικά, πολιτικά και προπαγανδιστικά τους ερείσματα να χάνονται, η ίδια η κοινωνία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ανυπαρξίας κοινών τόπων που θα μπορούσαν να εκκινήσουν διαδικασίες συσπείρωσης και αυτοοργάνωσης νέων κοινωνικών δομών. Η εξουσία, στο τέλος της μεταπολίτευσης, με πλεονάζουσα έπαρση πέταξε στα σκουπίδια το ιδεολογικό εργαλείο ενσωμάτωσης στη δημοκρατία (επαναφέροντας τα κόμματα στον παλιό καλό τους ρόλο αυτόν του διανομέα κοινωνικών πόρων και δύναμης), βασιζόμενη στο γεγονός ότι η κοινωνική αποδόμηση και η καταναλωτική ευμάρεια θα εξασφάλιζε την «χιλιετή της βασιλεία» χωρίς τα εμπόδια που βάζουν οι μηχανισμοί κοινωνικής αφομοίωσης του παρελθόντος. Τους χτύπησε μάλιστα αλύπητα, ως συντεχνίες, ως βαρίδια στην «ανάπτυξη». Και πέτυχε απόλυτα. Μέχρι του σημείου που έπαψε να μπορεί να συντηρεί αυταπάτες, που δεν μπορούσε άλλο να συνεχίζει να δανείζει. Τώρα ανακαλύπτει πόσο αποκομμένη είναι από την κοινωνία, πως δεν έχει κανένα αξιόπιστο μηχανισμό (ούτε συνδικάτα, ούτε κομματικές τοπικές, ούτε μαζικές θεματικές οργανώσεις, ούτε ενεργό εθνική συνείδηση, ούτε καν την εκκλησία) για να μανιπουλάρει τις εξελίξεις ή έστω να κρυφακούσει τι ετοιμάζεται κάτω.
Οι δυνάμεις της εξουσίας και οι δυνάμεις της ανατροπής τελικά αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Φαίνεται να μην υπάρχει κοινωνία για να απευθυνθούν. Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι διαφορές: Οι δυνάμεις της αληθινής σοσιαλδημοκρατίας, του παρεμβατισμού, των κλειστών συνόρων παραμένουν, στο κόσμο της εξουσίας, πεταμένες στη γωνία ελπίζοντας, περισσότερο ίσως από τους επαναστάτες, σε μια παρατεινόμενη κρίση (είτε οικονομική είτε και εθνική) που θα σάρωνε το φιλελεύθερο μπλοκ και θα τις επανέφερε στο προσκήνιο ώστε να μπορέσουν να επανασυστήσουν ελεγχόμενες συσπειρώσεις κοινωνικών δυνάμεων. Για το μπλοκ εξουσίας που εδώ και 20 χρόνια βασιλεύει και κυβερνά η ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική αποδόμηση με έμφαση πλέον στη διαίρεση των καταπιεσμένων σε μικροκοινωνική κλίμακα (συντεχνία εναντίον συντεχνίας, νέες αντιμεταναστευτικές πολιτικές, επικέντρωση στην εγκληματικότητα) είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσει μέρες, μήνες και ίσως και χρόνια έμπρακτης υποταγής. Η όξυνση της καταστολής και η εμβάθυνση του κοινωνικού ελέγχου είναι η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος.
Προφανώς αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι το αντίθετο.
Στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα είναι κάπως πιο «εύκολα». Τα κόμματα της αριστεράς, όσο και αν αυξήσουν τα εκλογικά τους κουκιά δεν φαίνονται ικανά να ξεπεράσουν την αναξιοπιστία που οι συνεπείς τους προσπάθειες εδώ και 35 χρόνια πέτυχαν: το θέμα σε συνθήκες κρίσης είναι να έχεις μέλη, όχι ψήφους. Και η ψαλίδα ανάμεσα σε αυτά τα δύο μεγαλώνει και θα μεγαλώνει.
Για τις δυνάμεις που κινούνται στο ελευθεριακό φάσμα, αναρχικών ή όχι, ζούμε το τέλος μιας περιόδου όπου οι κοινωνικές συνθήκες μπορούσαν χωρίς κόστος να ανακλώνται στις δομές τους με τη μορφή του ατομικού lifestyle και η οργάνωση να εξαντλείται σε λίγες ομάδες συγγένειας και αφορμαλιστικές συνελεύσεις, θεματικές ή επικαιρότητας. Η συσπείρωση σε μεγαλύτερα σχήματα πρέπει να γίνει παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό των «πρωτοβάθμιων» συλλογικοτήτων. Ένα κύμα οργάνωσης πρέπει να σαρώσει τον αυτοαναφορικό τρόπο πολιτικής ύπαρξης. Οργάνωση που έχει νόημα μόνο αν οδηγεί στη μαζική κοινωνική παρέμβαση με επαναστατικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Πρέπει να πέσουν μαζικά συνθήματα πολιτικής συμμετοχής, αντίστασης και αυτοοργάνωσης σε κάθε μέτωπο που το καθεστώς ανοίγει. Πρέπει να ανοίξουμε δικά μας μέτωπα, να τολμήσουμε να μιλήσουμε και για μια διαφορετική κοινωνία και τους τρόπους να φτάσουμε σε αυτήν. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε καίρια τις αντιδραστικές ριζοσπαστικές δυνάμεις που βρίσκουν χώρο ύπαρξης. Πρέπει να σταθούμε μαχητικά ενάντια στην καταστολή, προσωποποιημένη ή ευρύτερη, χτυπώντας ένα προς ένα τα σχέδιά της. Πρέπει να ξανακάνουμε κοινά αποδεκτή αρετή την κοινωνικότητα και την αλληλεγγύη και ούτε αυτό, ούτε κανένα από όλα αυτά τα «πρέπει» μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυναμική αλλά και την αξιοπιστία του παραδείγματος του να κάνεις πρώτος εσύ ότι προτείνεις με τόση αλαζονεία στους άλλους να κάνουν…

Μέρος Γ
Ως πολιτικά υποκείμενα, μέσα στο ελευθεριακό φάσμα, οι αναλύσεις, οι δομές, οι στρατηγικές, οι δράσεις, έχουν σκοπό: την κοινωνική απελευθέρωση.
Το πρόταγμα της κοινωνικής απελευθέρωσης παραμένει πάντα επίκαιρο, απαράλλαχτο όσο η κοινωνική αθλιότητα που το γέννησε παραμένει κυρίαρχη. Μιλώντας για τον τελικό στόχο του αγώνα μας, δεν έχουμε παρά ελάχιστα καινούρια πράγματα να πούμε.
Τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί: άμεσος και καθολικός κοινωνικός έλεγχος στη λήψη αποφάσεων, κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και συλλογικός σχεδιασμός της, πολιτισμική απελευθέρωση, οικολογικό βίωμα, φεντεραλισμός… Στην «αιώνια» διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι «τα πάντα επαναλαμβάνονται» και αυτούς που λένε πως «τα πάντα είναι καινοφανή» το απελευθερωτικό πρόταγμα ανήκει στους πρώτους. Αυτό που ανήκει κυρίως στους δεύτερους είναι η στρατηγική του αγώνα. Γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία βιώνουμε μια πλήρη αδυναμία να εντοπίσουμε με ρεαλιστικούς όρους τα κοινωνικά πεδία μέσα στα οποία θα αναπτυχθούν οι κοινότητες αγώνα και αντιθέσμισης. Ή αλλιώς, δεν έχουμε πού να κοιτάξουμε για να βρούμε το «επαναστατικό υποκείμενο». Το χωριό είναι τόπος απόμαχων, εγκλωβισμένων και τουριστών. Η γειτονιά αν δεν είναι ενότητα στο χάρτη ενός μεσοαστικού προαστίου είναι μια Βαβέλ αλληλοϋποβλεπόμενων «γνωστών». Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται σε χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύουν το στήσιμο σωματείων, η πολιτική στράτευση έχει απαξιωθεί. Οι επιμέρους κουλτούρες (κυρίως της νεολαίας) συνιστούν έναν ενσωματωμένο γαλαξία καταναλωτικών ναρκισσισμών.
Μόνο ο χώρος του παραγωγικού δημοσίου έχει απομείνει ικανός να συγκεντρώνει υπολογίσιμους αριθμούς ανθρώπων και κρίσιμες ενότητες καθηκόντων αλλά εκεί είναι που βασιλεύει η λογική της υποταγής. Διότι εκεί είναι το τελευταίο προγεφύρωμα (ως κομματική εξαγορά ή κομματικός συνδικαλισμός) των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων στην κοινωνική δομή. Το δημόσιο συγκροτεί ένα κοινωνικό πεδίο που κυριαρχεί η συνενοχή του ρουσφετιού την ίδια ώρα που έχει μπει στο στόχαστρο της καπιταλιστικής επέκτασης.
Με δυο λόγια η κοινωνία, για να εξεγερθεί πρέπει να ξαναφτιαχτεί. Και αυτό είναι ένα πρωτοφανές ζήτημα.
Ο Δεκέμβρης του ’08 απέδειξε ότι η οργή, η απαραίτητη καύσιμη ύλη του απελευθερωτικού αγώνα υπάρχει. Πού ήταν όμως κρυμμένοι όλοι αυτοί που εξεγέρθηκαν; Και πού πήγαν μετά;
Το καλό είναι πως πέρα από τα φαινόμενα κοινωνικού κανιβαλισμού και αντιδραστικής στροφής (που είναι σίγουρα λιγότερα από ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει πριν μια πενταετία) βλέπουμε να γεννιούνται σαν τα μανιτάρια, σκόρπια και απομονωμένα για την ώρα, πρωτοβουλίες και κινήσεις κυρίως σε τοπικό αλλά και σε ταξικό επίπεδο που φανερώνουν τόσο μια αγωνιστική διάθεση όσο και μια τάση επανασχηματισμού κοινοτήτων. Πλατείες, πάρκα, οικολογικά ζητήματα, πρωτοβάθμια σωματεία.
Η αυτοοργάνωση εμφανίζεται σαν κοινωνικός αυτοματισμός. Λογικά θα αντιτείνει κανείς πως είναι η υποκίνηση αναρχικών και αριστερών που παίζει το ρόλο της: σίγουρα, αλλά κανείς δεν μπορεί να μην παρατηρήσει το πόσο αποτυγχάνουν από την άλλη οι προσπάθειες πολιτικής στρατολόγησης παλιάς κοπής. Όσο και να το επιζητά ο ελιτισμός μας, ευτυχώς, ούτε εμείς ούτε κανένας άλλος μπορεί να παραστήσει τον «μεγάλο ωρολογοποιό» των κοινωνικών δομών.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι σαν πολιτικά υποκείμενα να διακρίνουμε τις δυναμικές που αναπτύσσονται, να τις ενισχύουμε εντάσσοντας τες σε ένα σκεπτικό που εισάγει την ενότητα και τη προοπτική τους, να συμβάλλουμε στην «υπεράσπισή» τους απέναντι στην καταστολή, να αποκαλύψουμε τις αφομοιωτικές ντρίπλες της καθεστωτικής προπαγάνδας ή το καπέλωμα…
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε σαν κοινωνικά υποκείμενα είναι να συμμετέχουμε ολόψυχα σε αυτές, αλλά πάνω από όλα να δημιουργήσουμε καινούριες. Από το πιο μεγάλο έως το πιο μικρό, από το σωματείο και τη λαϊκή συνέλευση, έως μια συλλογική κουζίνα ή το κράτημα των παιδιών της πολυκατοικίας σε βάρδιες, καλό είναι ότι είναι άμεσα εφικτό.
Από τα όσα βλέπουμε να ξεσπούν, αλλά και ως προϊόν απλών παρατηρήσεων της Ελληνικής πραγματικότητας (παράλογη υπερσυγκέντρωση σε αστικά κέντρα, σταδιακή εξαφάνιση της αγροτικής παραγωγής, ανυπαρξία κοινωνικής πρόνοιας , πλήθος μικρών επιχειρήσεων και γιγάντωση ενός άχρηστου τομέα υπηρεσιών) μπορούμε να αναμένουμε πως η τοπικότητα θα είναι ένα πεδίο προνομιακό για την δημιουργία νέων αυτοοργανωμένων κοινοτήτων. Όχι ως αναβίωση παλαιών και νεκρών δομών εντοπιότητας, αλλά ως μια νέα προσέγγιση σχηματισμού κοινωνικού ιστού που να μπορεί να συστήσει πολιτικό σώμα. Η τοπικότητα όμως δεν θα παράγει τίποτα καλύτερο από ότι στο παρελθόν αν δεν συνδεθεί με την ταξική πάλη. Γι’ αυτό και είναι άμεσα αναγκαίο να αναζητηθούν οι τρόποι σύνδεσης και συντονισμού των τοπικών και ταξικών κοινοτήτων που υπάρχουν και που θα δημιουργηθούν.
Δεν ανακαλύπτουμε την Αμερική, ούτε εξιδανικεύουμε κάποιες δομές θεωρώντας πως εμπεριέχουν μαγικά ένα περιεχόμενο.
Στοίχημα είναι. Οι κακοτοπιές στην διαδρομή της αυτοοργάνωσης περιμένουν.
Δεν αγνοούμε όμως και την συγκυρία.
Είτε πρόκειται για ένα αγώνα, είτε εξίσου σημαντικό, για μια αντιθέσμιση (το σχηματισμό δηλαδή μιας δομής που επανοικειοποιείται κομμάτια της ζωής αυτόνομα έξω από το κράτος και τις αγορές με όρους ισότητας και ελευθερίας), η πίεση της κρίσης δρα προωθητικά. Το ίδιο κάνει και η καταπιεσμένη από τον φιλελευθερισμό, κοινωνική φύση του ανθρώπινου όντος. Και όλα αυτά μπορεί να καταλήξουν στο κυνήγι μεταναστών, στη σύγκρουση κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό των καταπιεσμένων, όπως και μπορεί να αναδείξουν νέες, άφθαρτες ηγεσίες βάσης που θα εκμεταλλευτούν την αυτοοργάνωση για να την εξοντώσουν αγοράζοντας θέσεις εξουσίας.
Η αυτοοργάνωση όμως είναι διακύβευμα. Όποιος την αμφισβητεί στο όνομα των κινδύνων της μπορεί να απευθυνθεί για σιγουριά και βεβαιότητα στο Χριστό, τον Λένιν ή αν προτιμά, ας κάτσει να περιμένει τη μεγάλη νύχτα. Η συνολικοποίηση, με τη έννοια της λειτουργική ενότητας όλων αυτών των εγχειρημάτων που σχηματίζονται, είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε και ως πολιτικά και ως κοινωνικά υποκείμενα για να κάνουμε το επόμενο βήμα. Η προσπάθεια αυτά τα εγχειρήματα να πολλαπλασιαστούν, να επεκταθούν (ειδικά οι αντιθεσμίσεις στην παραγωγική διαδικασία), να βρεθούν, να συντονιστούν, να σχηματίσουν πολιτικό σώμα με τον δικό τους δημόσιο χώρο όπου θέσεις και ρεύματα θα συγκρούονται και θα ζυμώνονται, είναι ο πυρήνας όλων των προσπαθειών για κοινωνική αλλαγή σήμερα. Το να αποκτήσουν κρίσιμη μάζα ως κοινωνική δύναμη και έτσι τη δική τους αυτοσυνείδηση, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούν από τον ρεφορμισμό (ως εγχειρήματα αγώνα) ή τον εναλλακτισμό (ως αντιθεσμίσεις). Μια συνείδηση όμως που δεν μπορεί να υπάρξει όσο η κοινωνία ως σύνολο συνεχίζει να διατηρεί αυταπάτες για τις «υποχρεώσεις» της που απορρέουν από το κοινωνικό συμβόλαιο.
Είναι καθήκον των επαναστατών τόσο στο εσωτερικό των κοινοτήτων αγώνα και αντιθέσμισης όσο και στο πολιτικό πεδίο, στο μέτρο και στις κατευθύνσεις που αρμόζουν στη θέση του καθένα και πάντα υπό τον όρο ότι εντάσσονται λειτουργικά στη στρατηγική του αγώνα, να πολεμήσουν με λόγο και πράξεις την ανακωχή των καταπιεσμένων προς το κράτος. Οι «ιεροί θεσμοί», ο σεβασμός στην αστική δημοκρατία, η καθεστωτική νομιμότητα, πρέπει να χτυπηθούν, να υπονομευτούν, να γελοιοποιηθούν, πρέπει να σπάσει η κουλτούρα της υποταγής. Οι καταπιεσμένοι εδώ και 20 χρόνια τίμησαν την «υπογραφή» τους με την εξουσία χάνοντας την αξιοπρέπειά τους για «ένα κινητό και τέσσερις ρόδες». Αλλά κράτος και κεφάλαιο, όπως κάθε παράσιτο, δεν έχουν μπέσα. Καιρός να το συνειδητοποιήσουν όλοι.
Αναφερόμενοι στο σήμερα και σε έναν μεσοπρόθεσμο στόχο του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση θέλουμε ένα πλατύ κοινωνικό μέτωπο που θα αγωνίζεται αλλά και θα δημιουργεί τη δική του αυτόνομη υπόσταση. Αυτοοργανωμένο, εξωθεσμικό, μαχητικό.
Για να ανοίγει διαύλους ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας. Για να ναρκοθετεί το έδαφος για το κράτος και το κεφάλαιο, επιβάλλοντας ένα νέο σημείο ισορροπίας στον κοινωνικό πόλεμο, με την εξουσία σε θέση άμυνας. Θέλουμε τη δημιουργία μιας κοινωνίας μέσα στην κοινωνία.
Μια κοινωνία που θα επεκτείνεται επιθετικά αναζητώντας το όλον, που θα απελευθερώνει χώρους, που θα καταλαμβάνει κομμάτια της παραγωγής. Που θα αντιστέκεται στις επιθέσεις του συστήματος και θα το χτυπά σε κάθε ευκαιρία. Τη μήτρα από όπου θα προέλθει ένας νέος πολιτισμός, ένα νέο δίκαιο, μια διαρκώς εξελισσόμενη πολιτειακή αλλαγή. Με τα μέσα και τους όρους του σήμερα και με τις αναφορές μας στα απελευθερωτικά εγχειρήματα του παρελθόντος, από τον Ουγγρικά εργατικά συμβούλια, τον Ισπανικό αναρχικό κολεκτιβισμό, τα σοβιέτ της πρώτης περιόδου, αλλά και πιο πίσω, στη μητέρα κάθε σύγχρονης επαναστατικής απόπειρας, την Παρισινή κομμούνα και την κοινωνική της δημοκρατία διακρίνουμε το ρήγμα που ανοίγει η κρίση κατάρρευσης των παλιών ψευδαισθήσεων, και αφήνουμε πίσω τις δικές μας στην αναζήτηση του σχεδίου και των στόχων.
Πρέπει να «παίξουμε το χαρτί μας» και αν τελικά δεν είμαστε εμείς, θα έρθουν άλλοι, μετά από εμάς. Αλήθεια όμως, γιατί να μην είμαστε εμείς;

Ομάδα Ελευθεριακών Κομμουνιστών
Οκτώβρης 2010
http://eleftheriakoi.blogspot.com/

Κράτος πρόνοιας: Ένα «κοινωνικό» όπλο στραμμένο ενάντια σε ποιον;

Της Κατερίνας Νασιώκα

Το να ισχυριστεί κανείς ότι το κοινωνικό κράτος εμφανίζεται σε προβιομηχανικές κοινωνίες, πριν δηλαδή την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, είναι ανιστορικό, επειδή ακριβώς η σύγχρονη κοινωνική πολιτική έχει καθαρά διαταξικό χαρακτήρα, βασίζεται δηλαδή στη συναίνεση των τάξεων, όπως αυτές διαμορφώνονται από τον καταμερισμό της εργασίας μέσα στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό και αποτελεί ξεκάθαρα απότοκο της οικονομίας (και της κοινωνίας) της Αγοράς. Φυσικά, υπήρχε κοινωνική φροντίδα στις αγροτικές οικονομίες (από τον φεουδάρχη, την ενορία, την κοινότητα), αλλά αυτή δεν θα πρέπει να συγχέεται με το σύγχρονο κοινωνικό κράτος που θεμελιώνεται πάνω στην «αλληλεγγύη» των τάξεων, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινωνικής «ειρήνης» και την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. [1]
Σχηματικά αναφερόμενοι, η βιομηχανική επανάσταση και η ασύδοτη λειτουργία της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς στα τέλη του 19ου αιώνα έσπρωξαν τους κλασικούς οικονομολόγους να προτείνουν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις –ουσιαστικά, παραχωρήσεις πολύ βασικών δικαιωμάτων και αγαθών προς την εργατική τάξη– προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησε η εκβιομηχάνιση της παραγωγής: εκτοπισμός αγροτών (λόγω των περιφράξεων) [2] και βίαιη αστικοποίηση, κακές συνθήκης διαβίωσης των εργατών στις πόλεις, εξαντλητικό ωράριο εργασίας (το 1847 εφαρμόστηκε ο Νόμος του δεκάωρου στην Αγγλία), διάλυση της (αγροτικής) κοινότητας κ.λπ. Οι Άγγλοι θεωρητικοί είναι οι πρώτοι που ήρθαν αντιμέτωποι με τα προβλήματα και τις ανισότητες που δημιούργησε η βιομηχανική επανάσταση, χωρίς πλέον το προστατευτικό δίχτυ της φεουδαρχίας. Πολλοί ισχυρίζονται σήμερα ότι αυτές οι προτάσεις ήταν όντως προοδευτικές, στόχευαν δηλαδή στην βελτίωση των συνθηκών ζωής των βιομηχανικών εργατών και οδηγούσαν σταθερά στην εδραίωση των κοινωνικών διεκδικήσεων. Πώς να αρνηθεί κανείς πως π.χ. η καθιέρωση της αργίας της Κυριακής, η ρύθμιση του εργασιακού ωραρίου, οι αλλαγές στα συστήματα εκπαίδευσης και υγείας, τα επιδόματα ανεργίας, [3] το κατώτατο όριο μισθού [4], μέτρα που κατά περίπτωση εφαρμόστηκαν, δεν προσπαθούσαν να λύσουν «το ‘κοινωνικό ζήτημα’ που συνιστούσαν οι στρατιές ανέργων ή εργαζόμενων μεν, αλλά ρακένδυτων, εξαθλιωμένων και πεινασμένων ‘ελεύθερων πολιτών’» [5], τους οποίους άφηνε πίσω της το ξεκίνημα της καπιταλιστικής μηχανής; Και αυτό συνέβαινε μέσα σε μια έντονη πολεμική τόσο από το παλαιότερο φεουδαρχικό καθεστώς, που ανέκοπτε την ελεύθερη μετακίνηση των εργατών, όσο και από τις πιέσεις για εντονότερη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και απουσία της κρατικής παρέμβασης. Είναι λογικό πως κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Όμως, επίσης, είναι προφανές ότι το –κρυμμένο ή φανερό– νόημα των μεταρρυθμίσεων ήταν η διασφάλιση της οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής από τις καταστροφικές επιπτώσεις της λειτουργίας της ίδιας της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή η δημιουργία μιας σταθερής αγοράς εργασίας μέσα από τη διάκριση των δυνάμενων και μη δυνάμενων να εργαστούν, από την επανένταξη όσων φτωχών και περιθωριοποιημένων ζούσαν περιφερόμενοι ή από προνοιακά επιδόματα και από την εμπέδωση του εργασιακού ήθους. [6]
Η κοινωνική πολιτική θεμελιώθηκε, έτσι, πάνω σε δύο βασικούς άξονες: α) την παροχή βοήθειας για επιβίωση και β) την εμπέδωση του αστικού εργασιακού ήθους. [7] Βασικοί της στόχοι ήταν: α) η εξασφάλιση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, β) η απρόσκοπτη πρόσβαση του εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας και γ) η εσωτερίκευση μιας ηθικής της εργασίας που θα διευκόλυνε τους δύο προηγούμενους στόχους. Η εργασία κατέστη κοινωνική αξία, ενώ ο άπορος που ζητούσε λόγω της κατάστασής του να εισαχθεί σε άσυλο ήταν πλέον κοινωνικά στιγματισμένος. [8] Η κοινωνική πολιτική αποτέλεσε, επομένως, ένα πατερναλιστικό καθεστώς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ένα μεγα-μηχανισμό ελέγχου του πληθυσμού, πειθάρχησης του σώματος και ενσωμάτωσης στην εργασία, την ίδια στιγμή που εμφανίστηκε ως άρνηση της αγοράς. Όπως αναφέρει ο Θανάσης Αλεξίου στο βιβλίο του Περιθωριοποίηση και ενσωμάτωση: η κοινωνική πολιτική ως μηχανισμός ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης, «οι νέες εργατικές γενεές που δημιούργησε ο εργοστασιακός καταμερισμός αποδέχτηκαν ως αυτονόητη την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων ταυτιζόμενες με τα νέα περιεχόμενα της εργασίας». [9]
Το στάδιο της σταθεροποίησης του κοινωνικού κράτους εμφανίζεται ανάμεσα στα 1930-1950 (μετά από μια μακρά περίοδο πειραματισμού από το 1870-1930). [10] Η σφοδρή οικονομική ύφεση που ακολούθησε το κραχ του ’29 (στην Αμερική το 1932 υπήρχαν 13 εκατομμύρια άνεργοι) διαμόρφωσε το κλίμα που θα ευνοούσε την εισαγωγή και εμπέδωση ενός μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης το οποίο θα ολοκληρωνόταν κατά τους μεταπολεμικούς χρόνους, οδηγώντας σε μια μακρά περίοδο οικονομικής ευημερίας, το λεγόμενο welfare state (κράτος-πρόνοιας). Οι κεϋνσιανές πολιτικές θριάμβευσαν. Ο βασικός άξονας της πολιτικής του Κέυνς ήταν η διαπίστωση ότι η συνεχώς αυξανόμενη παραγωγικότητα θα έπρεπε να συνοδεύεται από αυξημένη ζήτηση, γεγονός που επέβαλε την ανακατανομή του εισοδήματος κατά τέτοιον τρόπο ώστε η μεγάλη μάζα των εργατών να διαθέτει την ανάλογη αγοραστική δύναμη που θα της επέτρεπε τη συμμετοχή στη μαζική κατανάλωση. Οι κεϋνσιανές αρχές (πολιτικές πλήρους απασχόλησης και κοινωνική ασφάλιση), παρείχαν κατ’ αυτό τον τρόπο τη βάση για μια νέα συνάρθρωση μεταξύ της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης (νέος κοινωνικός κανόνας κατανάλωσης).
Τι σήμαινε πρακτικά αυτό; Ότι η διάσωση του καπιταλισμού υπαγόρευσε εκτός από την εμπέδωση του εργασιακού ήθους και την εμπέδωση του καταναλωτικού ήθους. Ο καταναλωτισμός δεν περιορίζεται πια στην αγορά εμπορευματικών αγαθών (κατανάλωση) αλλά αποτελεί κεντρική αξία της ζωής του ανθρώπου, κύριο λόγο της ύπαρξής του καθώς σημαίνει την κατανάλωση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, ενός ειδικού φαντασιακού διαβίωσης που διαμορφώνει η κατίσχυση των εμπορευματικών σχέσεων στο κοινωνικό πεδίο. Βασικός μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου αποτελεί η πρόσβαση στην εργασία, «μέσα σε μια κοινωνία όπου η εργασία ορίζεται ως κύριο μέσο για την αυτοπραγμάτωση και την κοινωνική ένταξη». [11] Έτσι, η απουσία εργασίας που συνεπάγεται και απουσία καταναλωτικής ικανότητας ισοδυναμεί με κοινωνικό θάνατο. Ο Z. Bauman αναφέρει στο βιβλίο του Ζωή για κατανάλωση ότι «στην κοινωνία των καταναλωτών, οι ‘ανάπηροι’ που σταμπάρονται για αποκλεισμό (έναν αποκλεισμό οριστικό αμετάκλητο και τελεσίδικο) είναι οι ‘ελαττωματικοί καταναλωτές’». [12]
Για να μην μακρηγορούμε, η «σωτήρια» εφαρμογή της κεϋνσιανής δέσμευσης του κεφαλαίου στις αυξημένες κοινωνικές παροχές μέσω ενός παρεμβατικού κράτους, βάθυνε τη συναίνεση καθώς την ανήγαγε όχι σε παραχώρηση από την πλευρά της εργατικής τάξης για την εξασφάλιση της επιβίωσής της, όπως συνέβαινε άλλοτε, αλλά σε «συναίνεση επιθυμίας» για την κατάκτηση ενός κοινωνικού μοντέλου ευμάρειας που νομιμοποίησε, αντίστοιχα, την κατασκευή του κοινωνικού περιθωρίου και της φτώχειας. Το τίμημα για την ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων ήταν η πολιτική και κοινωνική τους ενσωμάτωση ενώ οι εργατικές ενώσεις (μέσα από τη μετατροπή τους σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς), τα κόμματα ή ακόμη και οι κυβερνήσεις της αριστεράς φαίνεται πως «ασχολήθηκαν πάντα και επίμονα με την καθυπόταξη των λαϊκών προσδοκιών». [13]
Σήμερα ζούμε την κατάρρευση του κράτους-πρόνοιας, μετά την κρίση που εμφανίζεται σταθερά από τη δεκαετία του ’70 και την αλλαγή του εργασιακού μοντέλου (ευελιξία, επισφάλεια). Οι κοινωνίες χαρακτηρίζονται μεταγραφειοκρατικές, μεταφορντιστικές και μετατεϊλοριστικές. Ο "καπιταλισμός-καζίνο" (όπως χαρακτηρίστηκε από τη δεκαετία του ’80) φέρνει τις κυβερνήσεις αντιμέτωπες με μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, μεγάλο χρέος και ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο. Η εφαρμογή των πιο προωθημένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ευνοούν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο επιβάλλει τη δραστική περικοπή των δημοσιών δαπανών. Το πρώτο θύμα της κρίσης φαίνεται πως είναι το κράτος-πρόνοιας. [14] Ο νέος τρόπος οργάνωσης προωθεί το ατομικό αντί του κοινού, το ιδιωτικό αντί του δημοσίου, την ατομικότητα αντί της κοινωνικής αλληλεγγύης, την προσωπική ευθύνη αντί της ευθύνης απέναντι στην κοινωνία. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Σ. Ρομπόλη και Μ. Ρέτσο, το βασικό χαρακτηριστικό σήμερα δεν είναι η μείωση της παρέμβασης του κράτους αλλά η αυξανόμενη διαπλοκή των σχέσεων κράτους-αγοράς με τέτοιον τρόπο ώστε «το δίλημμα κράτος ή αγορά είναι χωρίς ουσία γιατί οι σχέσεις κράτους και αγοράς είναι όσο ποτέ διαπλεκόμενες». [15]
Μπροστά στην ανησυχία και τον αυξανόμενο πανικό το βασικό αίτημα που προβάλλεται είναι «η επιστροφή στο κοινωνικό κράτος». Είναι, άραγε, αυτή μια διεκδίκηση που θέλουμε; Υπάρχει το επιχείρημα ότι η απαίτηση για αποτροπή της περικοπής των κοινωνικών παροχών και για υποχώρηση των φιλελεύθερων πολιτικών στο προηγούμενο επίπεδο (και τα δύο φαίνονται ανέφικτα στις δεδομένες συνθήκες) θα έσωζε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων από την οικονομική και κοινωνική κατρακύλα, την «νεοένδεια» κ.λπ., γεγονός εξαιρετικής σημασίας. Είναι ωστόσο εξίσου εξαιρετικά σημαντικό να αναρωτηθούμε: Ποιους θα έσωζε και ποιο είναι σήμερα το νέο προλεταριάτο; Σύμφωνα με τον Σωτήρη Χτούρη, «στο πλαίσιο μιας εθνικής οικονομίας μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας, μόνο ένα μικρό μέρος των πολιτών του κράτους που έχει κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα ανήκει ουσιαστικά σ’ αυτή την τάξη που μπορούμε να ονομάσουμε προλεταριάτο. Είναι οι χαμηλόμισθοι και ανειδίκευτοι βιομηχανικοί εργάτες, τα άτομα με προσωρινή χαμηλόμισθη εργασία, νόμιμα ή παράνομα εγκατεστημένοι μετανάστες και διάφορες ομάδες του πληθυσμού που είναι κοινωνικά αποκλεισμένες. Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα έχουν μόνο μια μικρή ή μηδαμινή προστασία και δεν συμμετέχουν παρά ελάχιστα στα λειτουργικά συστήματα της σύγχρονης κοινωνίας». [16] Ακόμη περισσότερο, φαίνεται ότι τείνουν να επικρατήσουν τα δίκτυα των παγκόσμιων διαχειριστών των εταιρειών/κεφαλαίου καθώς και οι ευέλικτες δικτυωμένες κοινωνικές και εργασιακές οντότητες τη στιγμή που η ταξική ταυτότητα υποχωρεί, η συγκρότηση της οποίας γίνεται εξαιρετικά περίπλοκη. Το νέο προλεταριάτο (και πρεκαριάτο) σήμερα ήδη εργάζεται και διαβιεί σε εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες χωρίς καμία προστασία (ανυπαρξία κοινωνικής ασφάλισης και ωραρίων εργασίας, εκτεταμένη παιδική εργασία κ.λπ.) και δεν μπορεί να είναι αυτό που διεκδικεί την μη περικοπή των κοινωνικών παροχών και την επιστροφή στο ένδοξο welfare state, αφού είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας που δεν έχει απολαύσει ποτέ (παρά ίσως περιστασιακά) αυτά τα προνόμια. Οι διεκδικήσεις μας δυστυχώς δεν το περιλαμβάνουν. Θεωρείται ήδη χαμένο από χέρι.
Ποιους λοιπόν αφορά αυτή η διεκδίκηση «της επιστροφής του κοινωνικού κράτους»; Φυσικά αυτούς που συμμετέχουν στο κοινωνικό κράτος (και δεν είναι όσοι αναφέραμε προηγουμένως) οι οποίοι βλέπουν σταδιακά το προνόμιο της εργασιακής τους ασφάλειας και της κοινωνικής τους θέσης να καταρρέουν ανεπιστρεπτί.
Πέρα από αυτό είναι σημαντικό να σκεφτούμε τα νέα δεδομένα μέσα σε αυτές τις συνθήκες (παγκοσμιοποίησης), στις οποίες είναι φανερό ότι οι μορφές ανισότητας βαθαίνουν. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά διαφοροποίησης αποτελεί η άνιση κατανομή και άλλων πόρων πέραν του εισοδήματος και του πλούτου, όπως η πρόσβαση στην πληροφορία και η κινητικότητα, που θεωρείται ότι τέμνουν πλέον το πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Σκεφτείτε ότι από την 1η Ιουλίου 2010 η Φιλανδία είναι η πρώτη χώρα που κατοχυρώνει ως συνταγματικό -κοινωνικό- δικαίωμα ισότιμο με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη την καθολική παροχή πρόσβασης στο internet υψηλής ταχύτητας. [17] Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε πως ζούμε σε έναν παγκόσμιο χωριό που ελέγχει αυστηρά τη μετακίνηση. Η ελεύθερη μετακίνηση των πλουσίων αλλά και η δημιουργία περιοχών-«φρουρίων» και η παρεμπόδιση της ελεύθερης μετακίνησης στους φτωχούς, ανειδίκευτους εργάτες, τους περιβαλλοντικούς και οικονομικούς μετανάστες αναδεικνύουν τη χωρική ανισότητα σε κοινωνική διεκδίκηση. Η εφαρμογή «μεταναστευτικών πολιτικών» -στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής- από τα κράτη και τις κυβερνήσεις τους δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από έκφραση της πλήρους νομιμοποίησης αυτής της ανισότητας και δηλώνει την παγκόσμια συναίνεση για την ελεγχόμενη μετακίνηση των ανθρώπων που αναπαράγει την οικονομική υπεραξία και τον κοινωνικό διαχωρισμό.
Επομένως είναι καίρια η ερώτηση: «Πού μπορούμε να πάμε για να αλλάξουμε τον κόσμο;». [18] Αντί να τρέχουμε από φόβο στο κράτος «διεκδικώντας» στην ουσία καλύτερους όρους «εκμετάλλευσης» με το να ζητάμε την επιστροφή των μίνιμουμ κοινωνικών δικαιωμάτων μέσα σε μια δήθεν «κοινωνική ειρήνη», δεν είναι καλύτερο (όχι ευκολότερο) να ριζοσπαστικοποιήσουμε τις διεκδικήσεις μας («τα θέλουμε όλα για όλους» και όχι «θέλουμε λιγότερα», όπως ακριβώς έλεγε το πρόσφατο περίφημο σύνθημα της ΟΝΝΕΔ σε όλους τους πανεπιστημιακούς χώρους), να αμφισβητήσουμε το πεδίο της βιοπολιτικής (είμαστε αριθμοί για τις στατιστικές της εκάστοτε ισχύουσας κοινωνικής πολιτικής) και την αποικιοποίηση της ζωής μας, να αμφισβητήσουμε το αστικό εργασιακό ήθος που μεθοδεύει την υποταγή μας, θέλοντας να ζήσουμε μια αληθινά «φανταστική» ζωή;

[1] Βλ. για μια πληρέστερη ανάλυση αυτού σχ. Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος, «Αναζητώντας το νέο κοινωνικό κράτος», στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1999, σσ. 23-67 αλλά και Θανάση Αλεξίου, Περιθωριοποίηση και ενσωμάτωση: η κοινωνική πολιτική ως μηχανισμός ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης, εκδόσεις Παπαζήσης 1998, σσ. 80-83.
[2] Βλ. σχ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Οικονομικές Θεωρίες και Κοινωνική Πολιτική, εκδόσεις Αίολος, Αθήνα, 2002, σ. 14, υπ. 4, όπου αναφέρει ότι «μεταξύ του 1750-1819 5,4 εκατομμύρια εκτάρια ή 17% περίπου της συνολικής έκτασης της Αγγλίας περιφράχθηκαν σύμφωνα με τους νόμους», γεγονός που οδήγησε τους αγρότες, αποστερημένους από τη γη και μην έχοντας άλλα μέσα βιοπορισμού, να οδηγηθούν στα αστικά κέντρα για να εργασθούν ως μισθωτοί εργάτες στα εργοστάσια και τα ορυχεία. Οι νόμοι των περιφράξεων και της ατομικής ιδιοκτησίας δημιουργούν την κρίσιμη μάζα των βιομηχανικών εργατών και επιβάλλουν την μισθωτή εργασία.
[3] Όρος που εμφανίζεται καταγεγραμμένος στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα.
[4] Το πρώτο μισό του 19ου αι. οι μισθοί βρίσκονταν στο ελάχιστο όριο συντήρησης.
[5] Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, όπ.π., σ. 14.
[6] Φυσικά δεν αγνοούμε ούτε υποβαθμίζουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος, δηλαδή το γεγονός ότι αιτία εμφάνισης του κοινωνικού κράτους είναι επίσης η ταξική πάλη και η αντίσταση της εργατικής τάξης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση επιλέγουμε να προχωρήσουμε σε μια περαιτέρω ανάλυση των λειτουργιών του κοινωνικού κράτους ως εργαλείου της αστικής τάξης για την επίτευξη της ισορροπίας και την αποφυγή κοινωνικών αναταραχών και ανατροπών. Βλέπουμε, δηλαδή, περισσότερο την άποψη ότι το κεφάλαιο αγωνίζεται να εγκλωβίσει την εργασία, η οποία αμύνεται/αντιστέκεται σ’ αυτόν τον αγώνα του κεφαλαίου για την υποταγή της, παρά ότι η εργασία αγωνίζεται ενάντια στο κεφάλαιο.
[7] Βλ. σχ. Θανάσης Αλεξίου, όπ.π., σσ. 64-65.
[8] Βλ. σχ. Μια πλήρη ανάλυση της βρετανικής κοινωνίας του 18ου-19ου αιώνα στο Καρλ Πολάνυι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2001, σσ. 78-102.
[9] Θανάσης Αλεξίου, όπ.π. σ. 126.
[10] Βλ. σχ. ταξινόμηση των σταδίων εξέλιξης και συγκρότησης του κράτους-πρόνοιας στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος, όπ.π., σσ. 34-36.
[11] Θανάσης Αλεξίου, όπ.π. σ. 194.
[12] Zygmunt Bauman, Ζωή για κατανάλωση, εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα, 2008, σσ. 77-78.
[13] Βλ. σχ. για σχετικές απόψεις των J. Hirsch και R. Miliband στο Παντελής Κυπριανός, «Κράτος Πρόνοιας και κοινωνικές σχέσεις μια κοινωνιολογική προέγγιση», σσ. 145-182 στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), όπ.π., από όπου και η φράση του Μίλιμπαντ, σ.152.
[14] Βλ. σχ. ανάλυση στο Σοφία Ν. Αντωνοπούλου, «Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ο νεοφιλελευθερισμός και η κοινωνία των 2/3», σσ. 107-110 στο Θεοφάνης Πάκος (επιμ.), Κοινωνία των 2/3. Διαστάσεις του Σύγχρονου Κοινωνικού Προβλήματος, Διεθνές Συνέδριο, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα, 2001.
[15] Σάββας Ρομπόλης – Μιχάλης Χλέτσος, Η Κοινωνική πολιτική μετά την κρίση του κράτους-πρόνοιας, εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1995, σ. 153
[16] Σωτήρης Χτούρης, «Κοινωνική διαφοροποίηση, κοινωνικές ομάδες και κοινωνική πολιτική», σ. 200, στο Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος (επιμ.), όπ.π.
[17] Βλ. σχετ. «Συνταγματικό δικαίωμα η πρόσβαση στο ευρυζωνικό διαδίκτυο στη Φινλανδία», tvxs, Παρ. 02/07/2010 (http://tvxs.gr/news).
[18] Βλ. σχτ σσ. 34-37 του τρέχοντος τεύχους την ομιλία του J. Holloway για μια σχετική συζήτηση.

Μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία

Από ομάδα ελευθεριακών κομμουνιστών

Στις 23 και 23 Οκτώβρη, το περιοδικό Ευτοπία [http://www.eutopia.gr] και η ομάδα ελευθεριακών κομμουνιστών [http://eleftheriakoi.blogspot.com] διοργανώνουν διήμερο με τίτλο «Μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία». Το διήμερο θα γίνει στη Νομική σχολή.
Σκοπός του διημέρου είναι η διερεύνηση των τρόπων με των οποίων σήμερα ο κοινωνικοαπελευθερωτικός λόγος και πράξη μπορούν να έχουν ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, ώστε να αποτελούν μία ουσιαστικά επιδρώσα παράμετρο στις συνθήκες του σύγχρονου κοινωνικού ανταγωνισμού. Αν το πολιτικό σε κάνει να βλέπεις μπροστά, το κοινωνικό σε κάνει να προχωράς. Η σύνδεσή τους ασφαλώς οφείλει να είναι διαρκής, ώστε η διελκυστίνδα μεταξύ μιας γενικόλογης επαναστατικής φρασεολογίας και ενός άνευρου εναλλακτισμού να μην αντικαθιστά την παρουσία και δράση ενός πραγματικού ανταγωνιστικού κινήματος.
Το θέμα της πρώτης μέρας είναι ταυτόσημο με τον τίτλο του διημέρου. Βασικός ομιλητής είναι ο σύντροφος Andrea Papi. O Andrea Papi έχει συχνή παρουσία με κείμενά του στις σελίδες των ιταλικών περιοδικών Rivista Anarchica και Libertaria, ενώ ορισμένα από αυτά έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Ελευθεριακής Κουλτούρας, το περιοδικό Μαύρο Πιπέρι και την Ευτοπία. Ουσιαστικά, σ’ αυτήν την πρώτη μέρα, το ζητούμενο είναι οι τρόποι παρέμβασης των αναρχικών-ελευθεριακών στο κοινωνικό για τη γείωση του ελευθεριακού προτάγματος στους κοινωνικούς τόπους. Η επίθεση που δεχόμαστε με αφορμή την οικονομική κρίση καθιστά το πεδίο του κοινωνικού όλο και πιο κομβικό ως προς την διαμόρφωση ενός άλλου δρόμου, πλήρως αντίθετου από εκείνον της καπιταλιστικής ολοκληρωτικής βαρβαρότητας.
Το θέμα της δεύτερης μέρας είναι «Η τοπικότητα, οι κοινωνικοί αγώνες και το ελευθεριακό πρόταγμα σήμερα». Η εισήγηση σ’ αυτήν τη συζήτηση θα γίνει από την ομάδα ελευθεριακών κομμουνιστών. Η σύνδεση των παραπάνω εννοιών δεν μπορεί παρά να γίνεται στη σφαίρα του πολιτικού. Είναι συνεπώς τα δρώντα πολιτικά υποκείμενα εκείνα που οφείλουν να προσδιορίσουν την αξία, τη σχέση και την αλληλοσύνδεσή τους.
Σήμερα, οφείλουμε να ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας επιχειρώντας να βρισκόμαστε με καλύτερους όρους στις αντιστάσεις που θα αναφανούν ή να αναδείξουμε νέες ουσιαστικές αντιστάσεις. Ζητούμενο όμως οφείλει να είναι η σαφήνεια και ενδυνάμωση του πολιτικού λόγου στο σήμερα να προκύπτει μέσα από την πραγματική αντιμετώπιση των μείζονων ζητημάτων που έχουν ανακύψει και τον καλύτερο δυνατό συντονισμό των δυνάμεων που ομονοούν.

συντροφικά

περιοδικό Ευτοπία - ομάδα ελευθεριακών κομμουνιστών

Αστικός Ζαπατισμός (Zapatismo Urbano)

του John Holloway
Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών ΕπιστημώνΑυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα, Μεξικό
Αναδημοσίευση από ratnet

Ι
Δεν είμαι ένας ντόπιος χωρικός. Πιθανότατα ούτε εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, είσαι ένας ντόπιος χωρικός. Παρόλα αυτά αυτό το άρθρο αφορά μια εξέγερση ιθαγενών αγροτών.
Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είναι αγρότες. Οι περισσότεροι από εμάς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό είμαστε «πρωτευουσιάνοι». Οι εμπειρίες μας απέχουν πολύ απ’ αυτές των Ζαπατίστας της Τσιάπας. Οι συνθήκες της ζωής μας είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες των Ζαπατίστας της Τσιάπας και οι μορφές της πάλης μας, επίσης. Ωστόσο, o απόηχος της εξέγερσης των Ζαπατίστας στις πόλεις ήταν τεράστιος. Γιατί; Τι σημαίνει ο Ζαπατισμός για τις πόλεις;
Υπήρξαν δύο μορφές αντίδρασης στις πόλεις. Η πρώτη ήταν αντίδραση αλληλεγγύης: ο αγώνας των ιθαγενών της Τσιάπας είναι ένας δίκαιος αγώνας και θα του παρέχουμε όση υλική και πολιτική υποστήριξη μπορούμε. Ωστόσο, η αλληλεγγύη ορίζει τον αγώνα ως «αγώνα τους» και «αυτούς» ως ινδιάνους που ζουν στην Τσιάπας. Δεν υποτιμώ αυτή την αντίδραση αλλά δεν είναι αυτή που με ενδιαφέρει εδώ.
Η δεύτερη αντίδραση προχωράει πιο πέρα. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται για ζήτημα αλληλεγγύης στον αγώνα των άλλων αλλά για την κατανόηση ότι οι Ζαπατίστας και εμείς παίρνουμε μέρος στον ίδιο αγώνα. Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας δεν μας παρέχουν ένα μοντέλο το οποίο μπορούμε να εφαρμόσουμε στον δικό μας αγώνα, αλλά βλέπουμε τις μορφές πάλης τους ως έμπνευση για την ανάπτυξη των δικών μας αντίστοιχων τρόπων. Μ’ αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για την εξάπλωση του Ζαπατισμού στις πόλεις, την ανάπτυξη ενός αστικού Ζαπατισμού για τον οποίο ο EZLN δεν αποτελεί πρότυπο αλλά σταθερό σημείο αναφοράς.
Δεν υπάρχει γραμμική εξέλιξη εδώ. Δεν μιλάμε για την εξάπλωση μιας οργάνωσης (παρόλο που η εξάπλωση του Μετώπου των Ζαπατίστας μέσα στο Μεξικό αποτελεί μέρος της διαδικασίας). Ούτε είναι στ’ αλήθεια ζήτημα εξάπλωσης της επιρροής από την Τσιάπας. Ούτε οι αποφάσεις του EZLN επηρεάζουν τους αγώνες στη Ρώμη ή στο Μπουένος Άιρες. Είναι περισσότερο ζήτημα συνήχησης και έμπνευσης. Η εξέγερση των Ζαπατίστας είχε μια τεράστια απήχηση στις πόλεις όλου του κόσμου επειδή τα θέματα που ο EZLN θέτει και ο προσανατολισμός που προτείνει συμβαδίζει με τους προβληματισμούς και τις κατευθύνσεις των ανθρώπων στις πόλεις. Υπήρξαν μια σταθερή πηγή έμπνευσης επειδή διαμόρφωσαν με συγκεκριμένη σαφήνεια (όχι μόνο στα μηνύματά τους αλλά και στις πράξεις τους) κατευθύνσεις και θέματα που ήδη ήταν παρόντα στους αστικούς αγώνες.
Ο στόχος της συζήτησης για τον αστικό Ζαπατισμό είναι διττός. Από τη μια πλευρά είναι ένας τρόπος να εστιάζουμε περισσότερο στη διαδικασία. Τι είναι αυτή η συνήχηση; Είναι μια φανταστική ή πραγματική συνήχηση; Ποιες είναι οι διαφορές του Ζαπατισμού στις πόλεις και του Ζαπατισμού στις αγροτικές περιοχές; Ποια είναι τα πρακτικά προβλήματα για την ανάπτυξη τέτοιων πολιτικών στις πόλεις;
Κατά δεύτερον, η συζήτηση για τον αστικό Ζαπατισμό είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για τον Ζαπατισμό σαν πρόκληση. Οι Ζαπατίστας δεν ζητούν την συμπάθεια και την αλληλεγγύη μας. Ο εορτασμός των δέκα ή των είκοσι χρόνων του ΕΖLΝ δεν θα έπρεπε να είναι μια γιορτή γι’ αυτούς αλλά μια πρόκληση για εμάς. Μας ζητούν να συμμετέχουμε στον αγώνα για έναν κόσμο αξιοπρέπειας. Πώς θα το κάνουμε αυτό, εμείς που ζούμε στις πόλεις, εμείς που γράφουμε και διαβάζουμε αυτό το περιοδικό;

ΙΙ
Η εξέγερση των Ζαπατίστας υπήρξε ένα θεμελιακό σημείο αναφοράς για τους αστικούς αγώνες των τελευταίων δέκα χρόνων. Παρόλα αυτά υπάρχουν εμφανείς διαφορές στις συνθήκες και τις μορφές του αγώνα. Εμείς που ζούμε στις πόλεις και κοιτάζουμε τους Ζαπατίστας δεν είμαστε οργανωμένοι σε ένοπλο στρατό. Δεν ζούμε μέσα στις υποστηρικτικές κοινοτικές δομές που υπάρχουν στην Τσιάπας. Δεν έχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε βασικά είδη διατροφής απαραίτητα για την επιβίωσή μας και δεν είμαστε, στο σύνολο μας, συνηθισμένοι στα επίπεδα της απόλυτης φτώχειας που αποτελούν καθημερινή εμπειρία για τους Ζαπατίστας της Τσιάπας.
Υπάρχουν πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που δεν είχαν καμία απήχηση στις πόλεις. Εμείς οι αστικοί Ζαπατίστας, γενικά, δεν θέλουμε να οργανωθούμε σε ένοπλο στρατό και συχνά απορρίπτουμε τον μιλιταρισμό ως μορφή οργάνωσης και πλαίσιο πάλης. Στις πρόσφατες συζητήσεις στην Ιταλία οι Ζαπατίστας αναφέρθηκαν ακόμα και ως παράδειγμα στα επιχειρήματα για την πλήρη απόρριψη της βίας. Η άλλη έποψη του Ζαπατισμού της Τσιάπας που βρήκε ελάχιστη απήχηση στις πόλεις είναι η χρήση των εθνικών συμβόλων, της εθνικής σημαίας, το παίξιμο του εθνικού ύμνου. Το αστικό Ζαπατιστικό κίνημα δεν είναι εθνικιστικό και σε πολλές περιπτώσεις είναι βαθιά αντι-εθνικιστικό. Δεν είναι τόσο ένα διεθνιστικό κίνημα όσο ένα παγκόσμιο κίνημα, ένα κίνημα πάλης για το οποίο σημείο αναφοράς αποτελεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός και όχι το έθνος-κράτος.
Ποιες λοιπόν ήταν οι πλευρές της εξέγερσης των Ζαπατίστας που βρήκαν απήχηση στις πόλεις του κόσμου; Η πιο εμφανής ήταν το καθαρό γεγονός της επανάστασης, το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας εξεγέρθηκαν όταν ο καιρός της επανάστασης φαινόταν να έχει περάσει, το "Ya Basta!" τους σε έναν κόσμο που είναι τόσο εμφανώς αισχρός.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι επίσης ότι αυτό το "Ya Basta!" στρέφεται ενάντια σε μια Αριστερά που είναι ξεπερασμένη, δύσκαμπτη και αλλοτριωμένη. Είναι η απόρριψη της επαναστατικής πρωτοπορίας και του κρατικιστικού ρεφορμισμού, η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης και επιδίωξης της εξουσίας ως σκοπού.
Η απόρριψη των παλιών μορφών των αριστερών πολιτικών μας αφήνουν με ένα τεράστιο ερωτηματικό, που από μόνο του είναι σημαντικό. Η φράση των Ζαπατίστας «προχωράμε ακούγοντας» απαιτεί μια συγκεκριμένη συνήχηση, επειδή σημαίνει πως έχουμε συνείδηση ότι δεν γνωρίζουμε τον δρόμο μπροστά μας. Ο κόσμος γύρω μας μάς κάνει να ουρλιάζουμε, αλλά πού θα πάμε με την κραυγή μας, τι θα κάνουμε με την κραυγή μας; Η πολιτική της εξέγερσης είναι μια πολιτική αναζήτησης – όχι της σωστής γραμμής, αλλά κάποιου τρόπου να προχωρήσουμε μπροστά, κάποιου τρόπου να κάνουμε την κραυγή μας αποτελεσματική. Δεν υπάρχει το κόμμα για να μας δείξει ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε, έτσι πρέπει να τον βρούμε μόνοι μας.
Η πολιτική της ερώτησης οδηγεί σε συγκεκριμένες μορφές οργάνωσης. Οι οργανωτικές μορφές των Ζαπατίστας της Τσιάπας χαρακτηρίζονται από μια ένταση, όπως οι ίδιοι τονίζουν. Αυτή είναι η ένταση που συγκεντρώνεται στην αρχή του «κυβερνώ υπακούοντας». Από την μια πλευρά έχουν οργανωθεί σε στρατό, με όλα όσα αυτό σημαίνει και με όρους κάθετης ιεραρχίας. Από την άλλη πλευρά, ο στρατός υπόκειται στον έλεγχο των συμβουλίων των χωριών, όπου η συζήτηση και η συναίνεση είναι οι βασικές αρχές.
Η απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης σήμανε (αναπόφευκτα, ίσως) την αναγέννηση του συμβουλισμού (councilism), την αναγέννηση του συμβουλίου ή της συνέλευσης. Το συμβούλιο είναι ο παραδοσιακός τρόπος της έκφρασης εξέγερσης και εμφανίζεται ξανά και ξανά στις εξεγέρσεις, από την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τα Συμβούλια Γειτονιάς της πρόσφατης εξέγερσης στην Αργεντινή. Είναι ένας εκφραστικός τρόπος οργάνωσης, που ψάχνει να αρθρώσει τον θυμό και τις ανησυχίες όσων συμμετέχουν. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη μορφή του κόμματος, που δεν είναι εκφραστική αλλά θεσμική, σχεδιασμένη να πραγματώσει το στόχο της κατάκτησης της κρατικής εξουσίας. Ως εκφραστική μορφή, το συμβούλιο τείνει να έχει οριζόντιες δομές, να ενθαρρύνει την ελεύθερη συμμετοχή όλων και να στοχεύει στην επίτευξη της συναίνεσης όσον αφορά τις αποφάσεις. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το συμβούλιο δεν είναι τόσο μια τυπική δομή όσο ένας οργανωτικός προσανατολισμός. Αυτός ο οργανωτικός προσανατολισμός –έμφαση στην οριζοντιότητα, ενθάρρυνση της έκφρασης των αναζητήσεων των ανθρώπων, είτε είναι «επαναστατικές» ή «πολιτικές» είτε όχι– έχει γίνει βασικό χαρακτηριστικό του πρόσφατου κύματος της αστικής πάλης: όχι μόνο από τα Συμβούλια Γειτονιάς στην Αργεντινή, αλλά και από κάποιες ομάδες piquetero, από τις Μητέρες της Plaza de Mayo, από τα Κοινωνικά Κέντρα της Ρώμης, του Μιλάνου και του Τορίνου, γενικά από το κίνημα «για έναν άλλον κόσμο».
Ο Συμβουλισμός σχετίζεται με το ζήτημα της κοινότητας. Στις περιοχές των Ζαπατίστας στην Τσιάπας η κοινότητα υφίσταται, όχι σαν εξιδανικευμένο ειδύλλιο, αλλά απλώς επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού γνωρίζονται μεταξύ τους μια ζωή και επειδή έχουν καθιερώσει πρακτικές να δουλεύουν και να αποφασίζουν από κοινού. Στις πόλεις, συχνά υπάρχει ελάχιστη αίσθηση της κοινότητας. Οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί δεν ζουν απαραίτητα κοντά, και οι άνθρωποι που ζουν κοντά συνήθως δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους. Η κραυγή διαμαρτυρίας που αισθανόμαστε συνήθως βιώνεται σαν μια απομονωμένη και απελπισμένη κραυγή, μια κραυγή που στην καλύτερη περίπτωση μοιραζόμαστε με μια χούφτα φίλων. Η (αν)οικοδόμηση των κοινοτικών δεσμών έχει, επομένως, καταστεί, κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος του κινήματος στις πόλεις. Η δημιουργία κοινωνικών κέντρων ή εναλλακτικών cafι, ο συγχρωτισμός ανθρώπων σε ανεπίσημα και εναλλακτικά κινήματα δημιουργεί νέα πρότυπα ανάπτυξης συμβουλιστικών μορφών οργάνωσης.
Ίσως η βασική πρόκληση του αστικού Ζαπατισμού είναι η πρόκληση της αυτονομίας. Η Αυτονομία είναι απλώς η άλλη πλευρά του να πούμε ότι θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Η απόρριψη της επιδίωξης της κρατικής εξουσίας σημαίνει την απόρριψη του κόμματος ως μορφή οργάνωσης (θεωρώντας το κόμμα ως μια κρατικά-προσανατολισμένη μορφή οργάνωσης). Αλλά σημαίνει ακόμη περισσότερα από αυτό. Σημαίνει επίσης αλλαγή στον τρόπο κατανόησης της κοινωνικής σύγκρουσης ή της ταξικής πάλης. Η παραδοσιακή αντίληψη βλέπει την ταξική πάλη σαν πάλη για την εξουσία, μια πάλη για την εξουσία που απαραίτητα καθορίζει τα θέματα, τον ρυθμό και τις μορφές της πάλης. Η σύγκρουση είναι τότε ο άξονας της κοινωνικής πάλης. Αν, ωστόσο, πούμε ότι δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία, τότε η όλη ιδέα της πάλης μετατοπίζεται. Αυτό που είναι πλέον κεντρικό δεν είναι η σύγκρουση με την άλλη πλευρά (κεφάλαιο) αλλά η οικοδόμηση του δικού μας κόσμου. Προσπαθούμε να εστιάσουμε στη δική μας πράξη, να σπρώξουμε τη σύγκρουση προς την άλλη πλευρά. Κι αυτό αποτελεί ταξική πάλη, κι αυτό αποτελεί σύγκρουση με το κεφάλαιο (αναπόφευκτα, αφού το κεφάλαιο είναι η επιβολή ενός αλλότριου ελέγχου πάνω στην δική μας δραστηριότητα). Αλλά αναλαμβάνουμε εμείς την πρωτοβουλία, στο μέτρο που είναι δυνατόν, καθορίζουμε εμείς τα ζητήματα που μας απασχολούν. Κάνουμε το κεφάλαιο να ακολουθεί τη δική μας ημερήσια διάταξη, κι έτσι γίνεται φανερό πως η επιθετικότητα προέρχεται από αυτούς, όχι από εμάς. Δεν μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι σε μια καπιταλιστική κοινωνία, αλλά μπορούμε να σπρώξουμε τα όρια της αυτονομίας μας όσο γίνεται πιο μακριά. Το κεφάλαιο είναι η άρνηση της αυτονομίας, η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του αυτό-προσδιορισμού μας. (Ως μέρος αυτού, το κράτος είναι η αέναα επαναλαμβανόμενη άρνηση του συμβουλίου). Αν θεωρήσουμε τη σύγκρουση ως άξονα της πάλης, τότε θεωρούμε δεδομένη και συνεπώς συμμετέχουμε σ’ αυτήν την άρνηση. Με το να κάνουμε τη δική μας δημιουργικότητα (τη δική μας δύναμη-να-πράττουμε) κέντρο του κινήματος, το κεφάλαιο αποκαλύπτεται ως παράσιτο, εξαναγκάζεται να τρέχει συνέχεια πίσω μας. Αυτό πήρε μορφή στις Caracoles, τους χώρους των Επιτροπών Καλής Διακυβέρνησης των Ζαπατίστας, όπου περιφρονούν το κράτος, γυρίζουν την πλάτη στο κράτος, χωρίς να απαιτούν τίποτε από αυτό, χωρίς να αντιπαρατίθενται ανοιχτά με αυτό, απλώς κάνοντας το δικό τους.
Αλλά το να κάνουμε το δικό μας, το να αναπτύξουμε τη δική μας δημιουργικότητα δεν είναι το ίδιο στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Δεν κατέχουμε γη στην οποία μπορούμε να καλλιεργήσουμε ακόμη και τα πιο βασικά προϊόντα διατροφής. Ίσως είναι δυνατό να καταλάβουμε γη για τέτοιους σκοπούς (όπως κάποιες ομάδες piquetero στην Αργεντινή έχουν αρχίσει να κάνουν) αλλά για τις περισσότερες ομάδες πόλης αυτό δεν αποτελεί πιθανή εναλλακτική. Προκειμένου να αναπτύξουμε την αυτονομία μας εξαναγκαζόμαστε σε αντιφατικές καταστάσεις, στις οποίες είναι πολύ καλύτερο να αναγνωρίζουμε τις αντιφάσεις παρά να τις ψευτομπαλώνουμε, όπως ακριβώς οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είχαν την αρετή να αναγνωρίζουν από την αρχή την αντίφαση της στρατιωτικής οργάνωσης σε ένα κίνημα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι αυτόνομες ομάδες πόλης επιβιώνουν στη βάση είτε κρατικών επιδομάτων (που μερικές φορές επιδιώκονται από τους ίδιους, όπως στην περίπτωση των piqueteros που χρησιμοποιούν τα οδοφράγματα ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση για παροχή οικονομικής ενίσχυσης στους ανέργους) είτε ενός μικτού καθεστώτος πόρων που προέρχονται από περιστασιακά ή τακτικά εργαζόμενους και κρατικά επιδόματα. Επομένως, πολλές ομάδες πόλεις αποτελούνται από ένα μείγμα ανθρώπων που έχουν τακτική απασχόληση, ανθρώπων που από επιλογή ή από ανάγκη έχουν μερική ή περιστασιακή απασχόληση και ανθρώπων που (πάλι από επιλογή ή ανάγκη) είναι άνεργοι και εξαρτώνται συχνά από κρατικά επιδόματα ή κάποιου είδους οικονομική δραστηριότητα για να επιβιώσουν. Αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από δυνάμεις που δεν ελέγχουμε (από το κεφάλαιο) δημιουργούν προβλήματα και περιορισμούς που πρέπει να αναγνωρίζονται. Την ίδια στιγμή, η σημασία αυτών των περιορισμών εξαρτάται από τη συλλογική δύναμη αυτών των ομάδων: οι piqueteros, για παράδειγμα, επέβαλαν την οικονομική ενίσχυση από τα κρατικά επιδόματα με οδοφράγματα και την διαχειρίζονται οι ίδιοι.
Όλες αυτές οι διαφορετικές μορφές εξάρτησης από το κεφάλαιο επιβάλλονται από την ιδιοκτησία, επειδή όλος ο πλούτος που παράγεται από τον άνθρωπο έχει παγιωθεί στη μορφή της ιδιοκτησίας που μας εναντιώνεται και μας αποκλείει. Το όριο του αυτόνομου αυτο-προσδιορισμού μας εμφανίζεται με τη μορφή της ιδιοκτησίας, πίσω από την οποία στέκονται οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης που προστατεύουν την ιδιοκτησία. Φαίνεται, λοιπόν, ότι εξαναγκαζόμαστε πάλι στη λογική της σύγκρουσης στην οποία χάνουμε την πρωτοβουλία ή στην οποία είμαστε αναγκασμένοι να εστιάσουμε στην κατάληψη της εξουσίας ώστε να ελέγξουμε την αστυνομία και να αλλάξουμε τους νόμους περί της ιδιοκτησίας. Αν αποκλείσουμε αυτή την πορεία (επειδή απλώς ο έλεγχος του κράτους τείνει να γίνει έλεγχος από το κράτος) πώς μπορούμε να προχωρήσουμε; Πιθανώς, με την απο-φετιχοποίηση της ιδιοκτησίας, με το να θεωρήσουμε ότι η ιδιοκτησία δεν κάτι παγιωμένο αλλά μια συνεχή διαδικασία ιδιοποίησης, ένα ρήμα και όχι ένα ουσιαστικό. Σ’ αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι να εννοιολογήσουμε τη δική μας δράση με όρους πρόκλησης απέναντι στην ιδιοκτησία, αλλά να εστιάσουμε στην δική μας κατασκευή ενός εναλλακτικού κόσμου και να σκεφτούμε πώς θα αποφύγουμε την καπιταλιστική ιδιοποίηση των προϊόντων του δικού μας πράττειν.
Τα προβλήματα που εμφανίζονται, όλα υποδεικνύουν τον κίνδυνο σύγχυσης ανάμεσα στην έμφαση στην αυτονομία και στην αντίληψη της μικροπολιτικής. Η έννοια της αυτονομίας, όπως κατανοείται εδώ, υποδεικνύει την κεντρικότητα του δικού μας πράττειν και την ανάπτυξη της δικής μας δύναμης-να-πράττουμε: αν δούμε τον κόσμο από αυτήν την προοπτική, τότε είναι ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο είναι ένα παράσιτο και ότι οι λεγόμενοι «ηγέτες» τρέχουν πίσω μας συνεχώς προσπαθώντας να ιδιοποιηθούν τα αποτελέσματα του δημιουργικού μας πράττειν. Το πρόβλημα της επανάστασης είναι να αποτινάξει αυτά τα παράσιτα, να τα αποτρέψει από την ιδιοποίηση της δημιουργικότητάς μας και των αποτελεσμάτων της, να τα καταστήσει άπραγα. Αυτή η πάλη δεν απαιτεί κάποια κεντρική οργάνωση (και οπωσδήποτε κανενός είδους προσανατολισμό προς το κράτος) αλλά η δύναμή της εξαρτάται από τον μαζικό χαρακτήρα. Αυτό που μπορεί να πετύχει μια ομάδα εξαρτάται ξεκάθαρα από την δύναμη συνολικά ενός κινήματος που πιέζει προς την ίδια ή παρόμοια κατεύθυνση. Η δύναμη αυτών των αποσπασματικών ομάδων εξαρτάται από τη δύναμη του κινήματος, όπως η δύναμη του κινήματος εξαρτάται από τη δύναμη των ομάδων που το αποτελούν.

III
Όταν σκεφτόμαστε την επανάσταση, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το έργο της διάλυσης της Πραγματικότητας. Ο μετασχηματισμός του κόσμου σημαίνει τη μετακίνηση από έναν κόσμο που κυβερνιέται από την αντικειμενική πραγματικότητα σε έναν κόσμο στον οποίο η υποκειμενική δημιουργικότητα είναι το κέντρο, στον οποίο η ανθρωπότητα αποτελεί «τον πραγματικό της ήλιο». Ο αγώνας για έναν τέτοιο κόσμο σημαίνει μια συνεχή διαδικασία κριτικής, μια διαδικασία υπονόμευσης της αντικειμενικότητας της πραγματικότητας και φανέρωσης πως η ύπαρξή της εξαρτάται αποκλειστικά από την υποκειμενική δημιουργία. Ο αγώνας μας είναι ένας αγώνας ενάντια στον κόσμο-που-είναι, ενάντια στους κανόνες της λογικής του που μας λένε πως δεν-υπάρχει-εναλλακτική, ενάντια στη γλώσσα του πεζού λόγου που κλείνει τους ορίζοντές μας.
Η ποίηση της εξέγερσης των Ζαπατίστας (των λόγων και των έργων τους) δεν είναι στοιχείο περιφερειακό του κινήματός τους ούτε εξωτερική διακόσμηση ενός στη βάση του σοβαρού κινήματος, αλλά στοιχείο κεντρικό σ’ ολόκληρο τον αγώνα τους. Το γεγονός ότι οι Ζαπατίστας της Τσιάπας (και σε κάποιο βαθμό και άλλα Λατινοαμερικάνικα κινήματα ιθαγενών) έχουν τέτοια απήχηση στους αστικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο έχει μεγάλη σχέση με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Δεν είναι απλώς θέμα ωραίων λέξεων ή των αναμφίβολων λογοτεχνικών δεξιοτήτων του Marcos. Πάνω απ’ όλα είναι το γεγονός ότι προσφέρουν έναν άλλο τρόπο θέασης του κόσμου, ένα όραμα που σπάει την κυρίαρχη λογική του δεν-υπάρχει-εναλλακτική. Η ποίηση (και άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης) προορίζονται να παίξουν έναν κεντρικό ρόλο στην αντικαπιταλιστική πάλη: ποίηση όχι ως όμορφες λέξεις αλλά ως πάλη ενάντια στην πεζογραφική λογική του κόσμου, ποίηση ως το κάλεσμα ενός κόσμου που ακόμη δεν υπάρχει.
Είναι αυτός ένας επικίνδυνος ρομαντισμός; Οδηγούν οι Ζαπατίστας ασυναίσθητα την επαναστατική νεολαία του κόσμου σε μορφές δράσης που είναι επικίνδυνα ανεδαφικές; Πρόσφατα, με την ευκαιρία του 10/20 εορτασμού τους, οι Ζαπατίστας υπογράμμισαν την κεντρική σημασία της οργάνωσης στον αγώνα τους: είναι αυτός ένας τρόπος να αντιστρέψουμε την εντύπωση ότι ο αγώνας τους είναι απλώς ποίηση, απλώς η δύναμη του κόσμου;
Ίσως υπάρχει ένα στοιχείο ρομαντισμού στην απήχηση του αγώνα των Ζαπατίστας. Μερικές φορές, για τους υποστηρικτές των Ζαπατίστας που επισκέπτονται τις ζαπατιστικές κοινότητες στην Τσιάπας υπάρχει αδιαμφισβήτητα μια σύγκρουση ανάμεσα στις προσδοκίες τους και την πραγματικότητα της εμπειρίας τους. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα. Αυτοί που εμπλέκονται ενεργά στον αγώνα, είτε στις πόλεις είτε στην ύπαιθρο, έχουν επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν και της σημασίας της οργάνωσης. Η ποίηση των Ζαπατίστας δεν απομακρύνει τους ανθρώπους από το ζήτημα της οργάνωσης. Αυτό που κάνει μάλλον είναι να ανοίξει τις προοπτικές σε έναν κόσμο που φαίνεται τόσο τρομερά κλειστός. Ακόμη περισσότερο, προτείνει μορφές δράσης που σπάνε τη λογική του κεφαλαίου και καθιστούν δυσκολότερη για το κεφάλαιο την ενσωμάτωση στη σύσταση της κυριαρχίας.
Η κατηγορία κατά του ρομαντισμού στην πραγματικότητα σχετίζεται με το ζήτημα της εξουσίας. Ο «ρεαλισμός» ταυτίζεται με μια προοπτική που επικεντρώνει στην εξουσία και βλέπει την οργάνωση και τη δράση ως εργαλεία για την επίτευξη συγκεκριμένων αλλαγών (είτε μικρότερων είτε ριζικών κοινωνικών αλλαγών). Αλλά αυτή η προοπτική του πραγματισμού αποτυγχάνει να δει ότι η εργαλειακή προσέγγιση οδηγεί στην υιοθέτηση μορφών δράσης και οργάνωσης που εξουδετερώνουν και ακινητοποιούν το κίνημα για αλλαγή. Είναι ακριβώς επειδή ο εργαλειακός ρεαλισμός έχει αποτύχει να κατορθώσει το στόχο της ριζικής κοινωνικής αλλαγής που οι άνθρωποι παντού έχουν στραφεί μακριά από αυτή την προσέγγιση, σε μορφές δράσης που είναι περισσότερο εκφραστικές παρά εργαλειακές. Μέρος αυτού αποτελεί και το γεγονός ότι έχουν στραφεί μακριά από το στόχο της κατάληψης της κρατικής εξουσίας και μακριά από το κόμμα ως οργανωτική μορφή. Η ποίηση του κινήματος είναι μέρος της ίδιας διαδικασίας. Θα αποδειχθεί άραγε πιο ρεαλιστικός αυτός ο ποιητικός ρομαντισμός απ’ ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που προηγήθηκε; Δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο ρεαλισμός της πολιτικής εξουσίας απέτυχε να κατορθώσει την ριζική κοινωνική αλλαγή και ότι η ελπίδα βρίσκεται στη διάρρηξη της πραγματικότητας, στη δημιουργία της δικής μας πραγματικότητας, της δικής μας λογικής, της δικής μας γλώσσας, των δικών μας χρωμάτων, της δικής μας μουσικής, του δικού μας χρόνου, του δικού μας χώρου. Αυτός είναι ο πυρήνας του αγώνα όχι μόνο εναντίον «τους» αλλά εναντίον του εαυτού μας, αυτός είναι ο πυρήνας της συνήχησης των Ζαπατίστας.

Αναφορές
Aubenas, Florence and Benasayag, Miguel. 2002. Résister, c’est créer. Paris: La Décoverte.
Colectivo Situaciones/ MTD Solano. 2002. La Hipótesis 891: Más Allá de los Piquetes. Buenos Aires: Ediciones de Mano en Mano.
Holloway, John. 1998. “Dignity’s Revolt.” στο Holloway and Peláez (1998),σσ. 159-198.
Holloway, John. 2002. Change the World without taking Power (London: Pluto)[Ελλ. έκδ.: Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία, μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2008)
Holloway, John and Peláez, Eloína (επιμ). 1998. Zapatista! Reinventing Revolution in Mexico. London: Pluto.
Marx, Karl. 1975. “Introduction to the Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law,” στο Marx Engels Collected Works, Vol. 3(London: Lawrence and Wishart), pp. 175-187
Ouviña, Hernán. 2003. “Las Asambleas barriales: apuntes a modo de hipótesis de trabajo” Bajo el Volcαn (Puebla), σσ. 59-72
Zibechi Raúl. 2003. La Genealogia de la Revuelta. Argentina: La sociedad en movimiento. La Plata: Letra Libre.

Δημοσιεύτηκε στο: John Holloway (2005) ,“Zapatismo Urbano”, Humboldt Journal of Social Relations, 29:1, 168-178.

Είναι διαθέσιμο στο ίντερνετ: http://accionzapatista.net/documents/hjsr/HollowayZapatismoUrbano.pdf

Μετάφραση: ratnet, 2010
http://ratnet-blog2.blogspot.com/2010/10/zapatismo-urbano.html

Οι «κηπουροί» του απαρτχάιντ

Το ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του γνωστού για την «ευαισθησία του σε ζητήματα περιβάλλοντος» τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ (Τετάρτη, 29/9/2010) μας πληροφόρησε, με ασυγκράτητο ως συνήθως ενθουσιασμό, για μια «πρωτότυπη πρωτοβουλία κατοίκων» του Κεραμεικού και του Μεταξουργείου, της ιστορικής περιοχής στο κέντρο της Αθήνας, που έχει προ πολλού μπει στο στόχαστρο διάφορων επενδυτικών συμφερόντων του real estate λόγω των πρόσφορων στην εκμετάλλευση χαρακτηριστικών της (ρυμοτομία, στρατηγική θέση, διαθέσιμο κτιριακό απόθεμα κ.λπ.).
Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Τα βαποράκια της «ενημέρωσης» του συγκροτήματος Αλαφούζου έχουν εδώ και καιρό αναλάβει κατ' αποκοπή το έργο της διακίνησης των αναπτυξιακών οραμάτων του παρασιτικού κεφαλαίου, που χρησιμοποιεί (ανεπιτυχώς έως τώρα) διάφορες μεθόδους για να προσελκύσει εύπορους πελάτες, πρόθυμους να καταναλώσουν τα ακριβά υποκατάστατα μιας «cool» ζωής στο κέντρο της Αθήνας. Στα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα της Καθημερινής και στα ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ τα τελευταία χρόνια βρίθουν οι ζοφερές περιγραφές για την «αφόρητη κατάσταση που επικρατεί στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας», ενώ σαν μοναδική αχτίδα φωτός παρουσιάζεται επανειλημμένως η δράση συγκεκριμένων επενδυτών του real estate οι οποίοι, πότε με τη μία και πότε με την άλλη πρωτοβουλία τους, αγωνίζονται σθεναρά προκειμένου να «σώσουν» και να αναζωογονήσουν την περιοχή.
Το εν λόγω ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ παρουσίαζε τους «αντάρτες κηπουρούς», κάποιους κατοίκους(;) της περιοχής οι οποίοι, αγανακτισμένοι δήθεν από την αδιαφορία των αρχών για την υποβάθμισή της, πήραν την τύχη της γειτονιάς στα χέρια τους, θέλοντας να «διαμορφώσουν οι ίδιοι ένα ανθρώπινο περιβάλλον» εκεί όπου μέχρι σήμερα βασιλεύει η παρακμή, η εγκατάλειψη και η ανομία.
Τι ακριβώς έκαναν αυτοί οι «αντάρτες κηπουροί»; Όχι σπουδαία πράγματα. Για την ακρίβεια, καθάρισαν ένα οικόπεδο από τα σκουπίδια και τα μπάζα και φύτεψαν («προσωρινά», όπως εμφατικά μας επεσήμανε το ρεπορτάζ προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων) μερικά φυτά. Ύστερα κάλεσαν το κανάλι για να επιδείξουν, με τον χαρακτηριστικό στόμφο νεοφώτιστων ζηλωτών του αστικού «αντάρτικου», το μεγαλειώδες «έργο» τους.
Ας μην πάει όμως το μυαλό σας σε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι μέσα από διαδικασίες συναπόφασης συγκεντρώθηκαν, κατέλαβαν ένα χώρο, σήκωσαν τα μανίκια και έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά, καθαρίζοντας, σκάβοντας και φυτεύοντας. Οι εξευγενισμένοι «αντάρτες» έφεραν μια μπουλντόζα και κάποιους εργάτες για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά της απομάκρυνσης των σκουπιδιών, ενώ μερικοί εθελοντές «προσωρινοί κηπουροί» επιφορτίστηκαν με το σκάλισμα και το φύτεμα. Οι διοργανωτές, οι οποίοι εμφανίστηκαν ως εκπρόσωποι της ΜΚΟ «ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά», ανέλαβαν απλώς τις δημόσιες σχέσεις του «αντάρτικου» εγχειρήματος, χρησιμοποιώντας μια κάλπικη ρητορική περί «αυτοοργάνωσης» και «εθελοντικής πρωτοβουλίας», σκορπώντας αστραφτερά χαμόγελα αυταρέσκειας μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα που κατέγραφε την «αυθόρμητη» επέμβασή τους.
Φυσικά, δεν παρέλειψαν να τονίσουν σαφώς ότι οι «αντάρτες κηπουροί» είναι «αντάρτες» μέχρις ενός ορίου. Ότι υπάρχει μια απαράβατη κόκκινη γραμμή που δεν θα τολμούσαν ποτέ να περάσουν. Εξ αρχής δήλωσαν ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται για καταλήψεις, οι οποίες θα αμφισβητούσαν έμπρακτα την «ιερή» ιδιοκτησία και θα έδιναν πίσω στην κοινότητα αυτό που πραγματικά της ανήκει, μιας και κάτι τέτοιο θα άνοιγε προφανώς τους ασκούς του Αιόλου, αφού θα έθιγε τους διάφορους ιδιοκτήτες ακινήτων που όπως είναι φυσικό πάνω απ’ όλα νοιάζονται για την αξιοποίηση της περιουσίας τους, την οποία οι ίδιοι έχουν αφήσει να ρημάξει έως ότου κάποιοι, που δρουν εξ ονόματός τους, καταφέρουν να την αναβαθμίσουν, «καθαρίζοντας» την περιοχή από κάθε είδους «σκουπίδια», και να τη μετατρέψουν σε έναν αστικό «παράδεισο» «ήπιας εκμετάλλευσης», με ποδηλατοδρόμους, λοφτς, γκαλερί, πολυχώρους πολιτιστικών δραστηριοτήτων, cool cafe και εστιατόρια, ντιζαϊνάτα ξενοδοχεία, θέατρα και φοιτητικές εστίες.
Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η δράση τους επ'ουδενί συνιστά απειλή για την ιδιοκτησία, δηλώνουν ρητώς στην ιστοσελίδα της οργάνωσης ότι «Η ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά προγραμματίζει την προσωρινή φύτευση επιλεγμένων κενών οικοπέδων στο ΚΜ. Σκοπός μας είναι ο καθαρισμός και προσωρινή αξιοποίηση όλων των κενών οικοπέδων στην περιοχή κατά τρόπο που να βελτιώνει την ποιότητα ζωής σε αυτή και να διασφαλίζει το δικαίωμα του ιδιοκτήτη για εκμετάλλευσή του οποιαδήποτε στιγμή.» (http://www.kmprotypigeitonia.org/?p=news&id=guerilla-gardening)
Όπως επίσης μάθαμε από το εν λόγω ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ, στο χορό μπήκε και η δημοτική αρχή –παραμονές των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση γαρ–, δηλώνοντας ότι θα στηρίξει αυτήν την «πρωτότυπη πρωτοβουλία των κατοίκων». Με άλλα λόγια, η «αντάρτικη κηπουρική» προσφέρει ένα καλό άλλοθι στην προεκλογική καμπάνια του Κακλαμάνη, ο οποίος πασχίζει να βγάλει από πάνω του τη ρετσινιά για την προ διετίας καταστροφή του πάρκου Κύπρου και Πατησίων, όταν ανενδοίαστα προσπάθησε να το παραχωρήσει, με σκανδαλώδεις όπως αποκαλύφθηκε όρους, σε ιδιώτες που ήθελαν να το μετατρέψουν σε πάρκινγκ. Ο πονηρός πολιτευτής άρπαξε εν ολίγοις την ανέξοδη ευκαιρία που του δόθηκε, και έσπευσε να επιδείξει την «ευαισθησία» της δημοτικής αρχής για το αστικό περιβάλλον, παρότι είναι προφανές ότι τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι μόνο για το θεαθήναι εφόσον δεν λύνουν κανένα πραγματικό πρόβλημα, αντιθέτως, αποτελούν ένα κυριολεκτικά φτηνό υποκατάστατο μιας αποτελεσματικής πολιτικής για την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι στην πλειονότητα είναι χαμηλού εισοδήματος εργαζόμενοι και μετανάστες.
Τέτοιου είδους παρεμβάσεις εντάσσονται στη γενικότερη στρατηγική της εξουσίας και του κεφαλαίου να οικειοποιούνται τις τακτικές και τις μεθόδους των αντισυστημικών, ριζοσπαστικών κινημάτων, με απώτερο στόχο να αμβλύνουν τις συγκρουσιακές αιχμές και την ταξική πόλωση. Εν ολίγοις, δεν είναι παρά προσομοιώσεις των αυθεντικών πρακτικών της αυτοοργανωμένης δράσης, τόσο των αυτόνομων αγώνων στις γειτονιές όσο και του αντιεξουσιαστικού, αντικαπιταλιστικού κινήματος, και μια καρικατούρα της αλληλεγγύης όσων αγωνίζονται πραγματικά ενάντια στις μορφές κράτος, χρήμα, εμπόρευμα, αξία, ενάντια στην εκμετάλλευση, την αυθεντία, τον ρατσισμό και την πατριαρχία.

Η όλη ιστορία της «αντάρτικης κηπουρικής» θα ήταν προφανώς για γέλια, ως μια αστεία απόπειρα κάποιων «ευαισθητοποιημένων» αστών να επενδύσουν τον καθώς πρέπει «ακτιβισμό» τους με μια κούφια ρητορική για την δήθεν από-τα-κάτω επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου, αν δεν είχε και μια άλλη, σκοτεινή (και κυριολεκτικά φασίζουσα) πτυχή.
Η ίδια ΜΚΟ, τα μέλη της οποίας κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να δείξουν πόσο κόπτονται για την περιβαλλοντική αναβάθμιση της περιοχής και την ποιότητα ζωής των κατοίκων της, ανέλαβε μία ακόμη φαεινή πρωτοβουλία: διοργάνωσε συνάντηση για «διάλογο» επιχειρηματιών και κατοίκων με την αστυνομία σε κεντρικό ξενοδοχείο του Μεταξουργείου, προκειμένου να τεθεί επί τάπητος το πρόβλημα της ασφάλειας της περιοχής, ήτοι το ζήτημα των ανθρώπινων «σκουπιδιών» που τη ρυπαίνουν με τη μιαρή παρουσία τους συνιστώντας απειλή για τους κατοίκους της.
Από το περιεχόμενο και το ύφος της λιτής ανακοίνωσης που έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της ΜΚΟ «ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά», υπό τον τίτλο «Κοινωνική συνοχή & ασφάλεια» (http://www.kmprotypigeitonia.org/index.php?p=news&id=meetingwithpolice), καταλαβαίνουμε γιατί δεν είναι διόλου παράξενο που η συνάντηση αυτή μετατράπηκε, όπως μας πληροφορεί σχετικό ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=208886), αλλά και η καταγγελία εργαζόμενου στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο (http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1211735), σε μια σύναξη διάφορων επώνυμων και μη «αγανακτισμένων πολιτών», οι οποίοι απαίτησαν επιτακτικά από τους εκπρόσωπους της αστυνομίας να δεσμευτούν «εδώ και τώρα» ότι θα λάβουν μέτρα «για την εκκαθάριση της γκετοποιημένης ζώνης, όπου έχουν τα θέατρα, τις γκαλερί, τις επιχειρήσεις και τα σπίτια τους». Κατάφεραν έτσι να αποσπάσουν την (κάπως αόριστη είναι αλήθεια) υπόσχεση από τον γενικό διευθυντή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής Γρηγόρη Μπαλάκο ότι από τις 5 Οκτωβρίου θα ξεχυθούν στους δρόμους 1.350 αστυνομικοί με αποστολή να «σκουπίσουν» αποτελεσματικά την ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.
Η συνάντηση αυτή ξεγύμνωσε κυριολεκτικά τις καλυμμένες πίσω από τις «αντάρτικες» ρητορείες αντιλήψεις των διοργανωτών περί του τι ακριβώς σημαίνει γι’ αυτούς «λύση στο πρόβλημα της ασφάλειας» και τι εννοούν ως «κοινωνική συνοχή». Μα πάνω απ’ όλα κατέστησε σαφές ποιοί είναι εκείνοι που πρέπει να «εξαφανιστούν» προκειμένου να επανακτήσουν οι ίδιοι τη χαμένη ηρεμία τους και να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις «υψηλές» ενασχολήσεις τους. Οι μετανάστες, οι χρήστες ουσιών, τα θύματα του τράφικινγκ, οι άστεγοι και οι παρίες που βρίσκουν καταφύγιο στις παρυφές του κέντρου της Αθήνας, πρέπει να βιώσουν στο πετσί τους –εκτός από την αναλγησία του κράτους, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την πλήρη εξαθλίωση–, τη βιαιότητα του απάνθρωπου κατασταλτικού μηχανισμού και να εκδιωχτούν κακήν κακώς γιατί βρωμίζουν την αστραφτερή μόστρα των γκαλερί και των θεάτρων της περιοχής.

Είναι γνωστό ότι η άλλη όψη των ΜΚΟ είναι οι offshore εταιρείες. Όπως είναι γνωστό επίσης ότι οι ΜΚΟ είναι το συγχωροχάρτι (αλλά ταυτοχρόνως και η διακήρυξη ανωτερότητας και υπεροχής) της μπουρζουαζίας. Μ’ αυτόν τον εύσχημο τρόπο οι ξιπασμένοι αστοί ξεπλένουν ενοχές και κεφάλαια, συνδυάζοντας κυνικά το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Το πνεύμα του εθελοντισμού, της χορηγίας, της ενασχόλησης με τα κοινά, εμποτισμένο από την ιδεολογία της «αξιοκρατίας» και της «δημιουργικότητας», δεν είναι ικανό να επιβληθεί στην ακόρεστη δίψα για δύναμη και πλούτο.
Η ΜΚΟ «ΚΜ Πρότυπη Γειτονιά» δεν είναι παρά η (νέα) βιτρίνα της «δημιουργικότητας», πίσω από την οποία προσπαθούν μάταια να κρυφτούν τα «υψηλού φρονήματος» επενδυτικά συμφέροντα που λυμαίνονται την περιοχή, πασχίζοντας να τη φέρουν στα μέτρα τους και να την «αναπτύξουν» σύμφωνα με το δικό τους «όραμα». Ένα όραμα που περιλαμβάνει αποκλειστικά τους νέους έποικους της περιοχής, μεσοανώτερης κοινωνικής τάξης: «εναλλακτικούς» επιχειρηματίες, κοσμοπολίτες αρχιτέκτονες, γκαλερίστες και curators, «ευαισθητοποιημένους» καλλιτέχνες, φιλότεχνους γιάπηδες, και κάποια wannabe φυντάνια της τέχνης που συρρέουν όπου μυρίζονται την παραμικρή ευκαιρία να τσιμπήσουν κανά ψίχουλο free-press δόξης.
Τα σχέδιά τους ωστόσο καταρρέουν υπό το βάρος της αδήριτης πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί από τη δράση αυτών των ίδιων, οι οποίοι θέλουν να ευημερούν συνεχίζοντας ανενόχλητοι να οικειοποιούνται τον κοινωνικό πλούτο εις βάρος των υπολοίπων, και ας διαμαρτύρονται τώρα για την «κατάντια» και την «παρακμή», απαιτώντας με περισσό θράσος την εξαφάνιση όλων εκείνων που δεν σέβονται το «όραμά» τους και απειλούν τα «δικαιώματά» τους: την ιδιοκτησία τους, τις επιχειρήσεις τους, την ευμάρεια και την ησυχία τους.
Είναι αν μη τι άλλο τραγελαφικό, άτομα που κάποτε λάνσαραν στην πιάτσα της «προχωρημένης» τέχνης τις «σκληρές» φωτογραφίες της Ναν Γκόλντιν, με τους ασθενείς του aids, τους πρεζάκηδες, τους αλήτες, τα τραβεστί, τους νταβατζήδες και τις πόρνες, και που καρπώνονταν με φανφαρόνικες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις την «υπεραξία» του κοινωνικού περιθωρίου εκ του ασφαλούς, όντας οι ίδιοι βολεμένοι στο απυρόβλητο, να εξανίστανται και να ωρύονται τώρα που η πραγματικότητα έχει κάνει τις ωμές καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του περιθωρίου να μοιάζουν με εικονογράφηση παιδικού παραμυθιού.
Η «δημιουργική τάξη», που πίστεψε αφελώς ότι αρκεί μια επίφαση «εναλλακτικότητας» για να ηγεμονεύσει και να επιβάλλει τους όρους του παιχνιδιού κατά πως τη συμφέρει, διασφαλίζοντας τη μακροημέρευσή της, συνειδητοποιεί αίφνης –με βίαιο είναι η αλήθεια τρόπο–, ότι οι απόκληροι, όσοι δεν έχουν καμία ελπίδα να συμπεριληφθούν στην κοινωνία των λίγων βολεμένων και ισχυρών σαν φθηνό, αναλώσιμο εργατικό δυναμικό, «οικειοποιούνται» με τον δικό τους τρόπο ό,τι μπορούν, αρπάζοντας κάποια ψίχουλα από τον πλούτο που τόσο επιδεικτικά συσσωρεύεται γύρω τους.
Ο ταξικός πόλεμος δεν αφορά πια μόνο την αντιπαράθεση κεφαλαίου-εργασίας, μιας και η κοινωνία της εργασίας πνέει τα λοίσθια και το εμπόρευμα εργατική δύναμη απαξιώνεται, στερώντας από όλο και περισσότερους ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης, αλλά την άγρια αντιπαράθεση μεταξύ αποκλεισμένων και όσων αγωνίζονται να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Το απαρτχάιντ είναι το καθεστώς μιας κοινωνίας σε βαθιά κρίση και η ιδεολογία της «δημιουργικής τάξης» δεν είναι παρά η κυνική δικαιολόγησή του.
Όμως, ο γενναίος νέος κόσμος που οραματίζονται οι «προοδευτικοί αναμορφωτές» της ανώτερης τάξης, που σήμερα νιώθουν τόσο άβολα με όλα όσα ξέβρασε η κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρίση μπροστά στην διπλαμπαρωμένη από το φόβο πόρτα τους, έχει αρχίσει να γκρεμίζεται συθέμελα. Και στα ερείπιά του δεν μπορεί να φυτρώσει ούτε καν η ρεφορμιστική προσδοκία, παρά μόνον «προσωρινές» ψευδαισθήσεις.

Βλέπε σχετικά:
http://www.kmprotypigeitonia.org
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1211735
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=208886
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_02/10/2010_417236
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=192064
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1213006
http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1213441
http://en.wikipedia.org/wiki/Nan_Goldin
http://radicaldesire.blogspot.com/2010/10/blog-post_7064.html

Το τέλος της πολιτικής

Της ομάδας Krisis*

Η κρίση της εργασίας επιφέρει αναγκαστικά την κρίση του κράτους και της πολιτικής. Κατ’ αρχήν, το σύγχρονο κράτος οφείλει τη σταδιοδρομία του στο γεγονός ότι το σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής έχει την ανάγκη μιας ανώτερης αρχής που θα εγγυάται τους κοινούς όρους του ανταγωνισμού, τις γενικές νομικές βάσεις και τις προϋποθέσεις για τη διαδικασία αξιοποίησης - συμπεριλαμβανομένου ενός κατασταλτικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις που το ανθρώπινο υλικό παραβαίνει τις συστημικές επιταγές και καθίσταται απείθαρχο. Το κράτος κατά τον 20ό αιώνα έπρεπε να αναλάβει ολοένα και περισσότερες κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες για να εντάξει τις μάζες στη μορφή της αστικής δημοκρατίας. Οι λειτουργίες του δεν περιορίζονται στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά περιλαμβάνουν τη δημόσια υγεία, υπηρεσίες μεταφορών και επικοινωνιών, καθώς και κάθε είδους υποδομές. Αυτές οι υποδομές, των οποίων τη διαχείριση ή την επίβλεψη αναλαμβάνει το κράτος, είναι ουσιαστικές για τη λειτουργία της κοινωνίας της εργασίας, αλλά δεν μπορούν να είναι οργανωμένες όπως η διαδικασία αξιοποίησης μιας ιδιωτικής επιχείρησης; συχνά, οι «ιδιωτικοποιημένες» δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι παρά μεταμφιεσμένες κρατικές καταναλωτικές δαπάνες. Κι αυτό διότι οι υποδομές αυτές πρέπει να είναι διαθέσιμες σε μόνιμη βάση στην κοινωνία ως σύνολο και δεν μπορούν να ακολουθούν τους κύκλους προσφοράς και ζήτησης της αγοράς.
Καθώς το κράτος δεν αποτελεί από μόνο του μια μονάδα αξιοποίησης, κι έτσι δεν μπορεί να μετασχηματίζει την εργασία σε χρήμα, πρέπει να αφαιρεί χρήματα από την πραγματική διαδικασία αξιοποίησης για να χρηματοδοτεί τις λειτουργίες του. Εάν η αξιοποίηση της αξίας παγώσει, τα χρηματοκιβώτια του κράτους αδειάζουν. Το κράτος, που εμφανίζεται ως κυρίαρχος της κοινωνίας, αποδεικνύεται εντελώς εξαρτημένο από την τυφλή μανία της φετιχοποιημένης οικονομίας που χαρακτηρίζει την κοινωνία της εργασίας. Το κράτος μπορεί να περάσει όσα νομοσχέδια θέλει; εάν όμως οι παραγωγικές δυνάμεις (οι γενικές δυνάμεις της ανθρωπότητας) ξεπεράσουν σε ανάπτυξη το εργασιακό σύστημα, οι συγκεκριμένοι νόμοι, που έχουν συνταχθεί και είναι εφαρμόσιμοι μόνο σε σχέση με τα υποκείμενα της εργασίας, δεν οδηγούν πουθενά.
Ως αποτέλεσμα της διαρκώς αυξανόμενης μαζικής ανεργίας, τα έσοδα από τη φορολόγηση των εισοδημάτων εξαντλούνται. Η κοινωνική ασφάλιση καταρρέει καθώς ο αριθμός των «πλεοναζόντων» ανθρώπων συνιστά μία κρίσιμη μάζα που πρέπει να τροφοδοτηθεί από την αναδιανομή των χρηματικών αποδόσεων που έχουν παραχθεί αλλού στο καπιταλιστικό σύστημα. Όμως και η διαδικασία των αλλεπάλληλων συγχωνεύσεων του κεφαλαίου που βρίσκεται σε κρίση και «διαφεύγει» των συνόρων των εθνικών οικονομιών, επιφέρει την εξάντληση των κρατικών εσόδων από τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών. Ως εκ τούτου, οι πιέσεις που ασκούν οι πολυεθνικές εταιρείες στις εθνικές οικονομίες που ανταγωνίζονται για τις ξένες επενδύσεις, έχουν ως αποτέλεσμα τις φοροαπαλλαγές των εταιρειών, τη διάλυση του κράτους πρόνοιας και τη μείωση των προδιαγραφών προστασίας του περιβάλλοντος. Γι' αυτό και το δημοκρατικό κράτος μεταλλάσσεται σε έναν απλό διαχειριστή της κρίσης.
Όσο το κράτος πλησιάζει σε μια χρηματοοικονομική κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τόσο περιστέλλεται στον κατασταλτικό του πυρήνα. Οι περικοπές στις υποδομές αφήνουν άθικτες μόνον εκείνες που εξυπηρετούν τις απαιτήσεις του πολυεθνικού κεφαλαίου. Όπως συνέβαινε κάποτε στις αποικίες, η κοινωνική μέριμνα περιορίζεται διαρκώς σε λίγα οικονομικά κέντρα ενώ η υπόλοιπη επικράτεια μετατρέπεται σε έρημη χώρα. Ό,τι μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί ιδιωτικοποιείται, ακόμη κι αν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αποκλείονται και από τις πλέον στοιχειώδεις παροχές.
Όταν η αξιοποίηση της αξίας συγκεντρώνεται σε μερικά μόνο καταφύγια της παγκόσμιας αγοράς, δεν έχει πλέον σημασία η ύπαρξη ενός περιεκτικού συστήματος παροχών που μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πληθυσμού συνολικά. Το αν θα υπάρχουν τρένα ή ταχυδρομικές υπηρεσίες αφορά πλέον αποκλειστικά τη σχέση τους με το εμπόριο, τη βιομηχανία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η εκπαίδευση μετατρέπεται σε προνόμιο των νικητών της παγκοσμιοποίησης. Η διανοητική, καλλιτεχνική και θεωρητική καλλιέργεια ζυγίζεται με βάση το κριτήριο της εμπορευσιμότητας και σιγά-σιγά μαραίνεται. Τα κενά στη χρηματοδότηση διευρύνονται καταστρέφοντας τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και προκαλώντας την ανάδυση ενός ταξικού συστήματος ιατρικής περίθαλψης. Στην αρχή κρυφά και σταδιακά, και τελικά με ανάλγητη ευθύτητα διαδίδεται ο νόμος της κοινωνικής ευθανασίας: Θα πεθάνεις νωρίς επειδή είσαι φτωχός και πλεονάζων.
Στα πεδία της ιατρικής, της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και των γενικών υποδομών διατίθενται σε αφθονία οι γνώσεις, οι ικανότητες, οι τεχνικές και οι μέθοδοι, μαζί με τα αναγκαία εργαλεία. Σύμφωνα, όμως, με τον κανόνα που λέει ότι «υπόκεινται σε επαρκή κονδύλια» –και ο οποίος συγκεκριμενοποιεί τον παράλογο νόμο της κοινωνίας της εργασίας–, όλες αυτές οι ικανότητες και οι δεξιότητες μένουν θαμμένες ή τσακίζονται και πετιούνται στα σκουπίδια. Το ίδιο ισχύει και για τα μέσα παραγωγής στον αγροτικό τομέα και τη βιομηχανία από τη στιγμή που αποδεικνύονται «μη κερδοφόρα». Πέρα από την καταπιεστική προσομοίωση της εργασίας που επιβάλλεται καταναγκαστικά στους ανθρώπους και από το καθεστώς των χαμηλών μισθών μαζί με την περικοπή των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας, το δημοκρατικό κράτος, που έχει ήδη μετασχηματιστεί σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ, δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους πρώην εργαζόμενους υπηκόους του. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο η κρατική διοίκηση θα αποσυντεθεί. Ο κρατικός μηχανισμός θα καταντήσει μια διεφθαρμένη «κλεπτοκρατία», οι ένοπλες δυνάμεις θα γίνουν πολεμικές συμμορίες με δομές μαφίας, και οι αστυνομικές δυνάμεις ληστοσυμμορίτες.
Κανένα πιθανό πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να σταματήσει ή να αντιστρέψει αυτή τη διαδικασία. Από τη φύση της η πολιτική συνδέεται με την κοινωνική οργάνωση στη μορφή κράτος. Όταν τα θεμέλια του κρατικού οικοδομήματος καταρρέουν, η πολιτική και οι εφαρμογές της στερούνται ερεισμάτων. Μέρα με τη μέρα, η αριστερή δημοκρατική συνταγή της «πολιτικής διαμόρφωσης» των συνθηκών ζωής γελοιοποιείται όλο και περισσότερο. Πέρα από την ατελείωτη καταπίεση, τη σταδιακή εξάλειψη του πολιτισμού και την ενίσχυση της «τρομοκρατίας της οικονομίας», δεν απομένει τίποτε να «διαμορφωθεί». Καθώς ο κοινωνικός αυτοσκοπός που προσιδιάζει στην κοινωνία της εργασίας αποτελεί αξιωματική προϋπόθεση των δυτικών δημοκρατιών, οποιαδήποτε πολτική-δημοκρατική ρύθμιση γίνεται αβάσιμη όταν η εργασία βρίσκεται σε κρίση. Το τέλος της εργασίας είναι το τέλος της πολιτικής.

* Gruppe Krisis (1999), «Μανιφέστο ενάντια στην εργασία», κεφ. 12, στο Gruppe Krisis, Norbert Trenkle, Anselm Jappe, Κείμενα για την εργασία και την κρίση, μτφρ. Σωκράτης Παπάζογλου, Εύη Παπακωνσταντίνου, εκδόσεις των ξένων, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 61-64.

Το προοίμιο ενός επικείμενου πολιτικού θανάτου

Η ανησυχία που έχει ζώσει την κυρίαρχη τάξη, μην τυχόν και σκοντάψει η επιχειρούμενη καπιταλιστική ανασυγκρότηση που επιχειρείται με αφορμή το «δημοσιονομικό πρόβλημα» της χώρας, με την αγαστή συνεργασία τρόικας-κυβέρνησης, είναι ολοφάνερη στην εργώδη προσπάθεια που καταβάλουν τα μμε προκειμένου να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ευρείας κοινωνικής συναίνεσης στις ωμές πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων. Να παρουσιάσουν την υποταγή μας στους όρους του μνημονίου ως επώδυνο άχθος μεν, πατριωτικό καθήκον να το κουβαλήσουμε αδιαμαρτύρητα στις πλάτες μας δε. Και τον πρωθυπουργό, ως πανταχόθεν βαλλόμενο πραγματιστή «επαναστάτη» ο οποίος συγκρούεται με τους «κερδοσκόπους», τα «συμφέροντα», τη «διαφθορά» και το «κατεστημένο», για να σωθεί η οικονομία της χώρας, και ταυτόχρονα, για να μπει επί τέλους μια τάξη στο χάος και στην ανομία που επικρατούν. Μόνο έτσι θα μπορέσουν ν’ απελευθερωθούν επιτέλους οι «υγιείς δυνάμεις» της κοινωνίας, που ως τώρα παραμένουν αιχμάλωτες στον «φαύλο κύκλο» της διαφθοράς και της αναποτελεσματικότητας, η θετική, δημιουργική πνοή των οποίων θα αναστήσει τη χώρα και θα μας οδηγήσει στο ξέφωτο της ευημερίας. Αμήν!
Κανάλια, εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και ραδιόφωνα έχουν βαλθεί λίγο πολύ να μας πείσουν πως πρέπει να εκλαμβάνουμε το σκλάβωμά μας στις επιταγές των «δανειστών» και την επίθεση στα δικαιώματα και στη ζωή μας σαν τη θεόσταλτη ευκαιρία για να σωθούμε κάποτε από την κακοδαιμονία που μαστίζει την κοινωνία και το κράτος «μας», από τις «στρεβλώσεις» δηλαδή, τους «αναχρονισμούς» και τις «καθυστερήσεις». Και να μπορέσουμε να ξεπληρώσουμε φυσικά και το απεχθές δημόσιο χρέος... Ναι, πράγματι, όπως λένε, «η Ελλάδα μπορεί» να ξεκινήσει έναν νέο, «ενάρετο κύκλο» ευημερίας, αρκεί να βάλουμε «όλοι μαζί» ένα χεράκι!
Προφανώς, όσοι πιστεύουν πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για «να τα καταφέρουμε», μάλλον δεν ξέρουν εκείνο το παλιό ανέκδοτο με τον γάιδαρο του Χότζα: πάνω που ο Χότζας είχε μάθει τον γάιδαρό του να μην τρώει, εκείνος ο μπαγάσας πήγε και ψόφησε!
Έτσι είναι. Αντί να μιλούν για τη διαρθρωτική βία που γίνεται όλο και πιο βάρβαρη και ανορθολογική, με την έννοια ότι αγνοεί τη ζωή και τους ανθρώπους προκειμένου να εξασφαλίσει τις κατάλληλες συνθήκες αναπαραγωγής και επέκτασης του κεφαλαίου, αυτό που τους κόφτει πάνω απ’ όλα είναι το πώς θα αποτρέψουν το ανεξέλεγκτο, αιφνίδιο ξέσπασμα της υποκειμενικής βίας, πώς θα αποφύγουν την πιθανή μετατόπιση του «σημείου διαρραφής» των σημαινόντων, του σημείου «νοηματοδότησης», το οποίο μπορεί να μετατοπιστεί επικίνδυνα, και να λειτουργήσει ως «passage à l' acte», μια αποφασιστική χειρονομία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ικανή να αλλάξει ριζικά τα πάντα. Αναθεματίζουν γι’ αυτόν το λόγο κάθε δυναμική αντίσταση, είτε πρόκειται για τις «παράνομες και καταχρηστικές» απεργίες που «κρατάνε όμηρο ολόκληρη την κοινωνία» είτε για το αντάρτικο πόλης, το οποίο ταυτίζουν με το «κοινό ποινικό έγκλημα» ή παραδίδουν την ερμηνεία του στη δικαιοδοσία της ψυχανάλυσης, ως την καθ’ ύλην αρμόδια να ασχοληθεί με τις ψυχώσεις.
Πέρα από τον εν προκειμένω ασήμαντο σχετικά παράγοντα της ιδεολογίας –η οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση όμως να υποτιμάται ως πιθανό κίνητρο των λογής μεσαζόντων που αναλαμβάνουν τη βρομοδουλειά της προπαγάνδας–, συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που ελέγχουν την πλειονότητα των μμε, και τα οποία έχουν αποδείξει ότι σε αντίθεση με την εργατική τάξη διαθέτουν οξυμμένο ταξικό ένστικτο, έχουν κάθε λόγο να υποστηρίζουν τη βίαιη αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την περιστολή των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με στόχο την κατίσχυση επί των δυνάμεων του ταξικού εχθρού και τον αφοπλισμό του από όποια μέσα διεκδίκησης και αντίστασης διαθέτει. Όπως επίσης έχουν κάθε λόγο να στηρίζουν την αποδιάρθρωση του (εκ συστάσεως καχεκτικού, διεφθαρμένου και ανεπαρκούς) κράτους πρόνοιας, διότι έτσι θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες κερδοφόρων επενδύσεων σε τομείς που μέχρι χθες αποτελούσαν (έστω και εν μέρει) δωρεάν ή χαμηλού κόστους κοινωνικές παροχές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, η υδροδότηση, οι δημόσιες μεταφορές, οι συγκοινωνίες. Ταυτοχρόνως, προσβλέπουν στον μέγιστο περιορισμό της συμμετοχής του κεφαλαίου στο κόστος συντήρησης και αναπαραγωγής της απαιτούμενης για την κερδοφορία του εργατικής δύναμης. Όσοι περισσεύουν, καθώς δεν χωράνε στα όχι και τόσο πρωτότυπα «εκσυγχρονιστικά» σχέδια, ντόπιοι ή μετανάστες, ας ριχτούν στον Καιάδα της απόλυτης φτώχιας ή, αν είναι πιο τυχεροί, ας ζήσουν στο όριο, ελαστικά απασχολούμενοι δια βίου, με πενιχρό εισόδημα και προδιαγεγραμμένο μέλλον. Ας είμαστε πραγματιστές. Στο κάτω-κάτω υπάρχει και η αρωγή της Εκκλησίας για να συνδράμει τους πιο άτυχους...
Όλα αυτά παρουσιάζονται με περίσσιο θράσος και επιμονή ως η μοναδική θεραπεία για το πάσχον από χρόνια βαριά ασθένεια κοινωνικό σώμα. Δηλαδή της μίας και ομ(οι)ογενούς ελληνικής κοινωνίας, που δεν γνωρίζει κανέναν ταξικό διαχωρισμό, ούτε βλέπει την αξεπέραστη αντίφαση μεταξύ ενός αφηρημένου γενικού συμφέροντος («Να σώσουμε την πατρίδα») και των επί μέρους συγκεκριμένων συμφερόντων που επωφελούνται σκανδαλωδώς ενώ σε όλους τους υπόλοιπους επιβάλλεται να πληρώσουν τα σπασμένα. Ο εκβιαστικός τρόπος με τον οποίον το κράτος περιέκοψε το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων συνταξιούχων και εργαζομένων του δημόσιου τομέα, συμψηφίζεται με το «ανελέητο κυνήγι της φοροδιαφυγής» των εχόντων. Πολλοί πληρώνουν με το ζόρι και ήδη βρίσκονται σε απόσταση ενός μόλις βήματος από την ένδεια, άλλοι «καλούνται να πληρώσουν», μειώνοντας τα κέρδη τους ή τις πολυτελείς δαπάνες τους. Όλοι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι, για να επιβεβαιωθεί περίτρανα η πολυδιαφημισμένη ισότητα.
Στηρίζοντας, λοιπόν, την «επανάσταση του αυτονόητου», τον πρωτηγέτη της ΓΑΠ και το επιτελείο των πεφωτισμένων εκσυγχρονιστών που περήφανα τον περιστοιχίζουν, οι έλληνες καπιταλιστές στηρίζουν στην ουσία τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα της τάξης τους. Διασφαλίζουν την ομαλή συνέχεια της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της, με τις ευλογίες του κράτους και υπό την προστασία του Νόμου. Μέσα από την «κρίση» βλέπουν μια μοναδική ευκαιρία να βγουν πιο ισχυροί, αδιαφιλονίκητοι αποκλειστικοί νομείς της εξουσίας και του πλούτου.
Στηρίζουν έτσι ανεπιφύλακτα την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα προς ένα μοντέλο πειθαρχικού κράτους, ευέλικτου, σύγχρονου και λειτουργικού, ελάχιστα παρεμβατικού στην αγορά και την κίνηση του κεφαλαίου, αλλά πολύ πιο δραστήριου στην περίφραξη, στην καταστολή και στον κοινωνικό έλεγχο με σύγχρονα βιοπολιτικά μέσα. Αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν αναγκαίο «εκσυγχρονισμό» ή/και «εξορθολογισμό» της οικονομίας και του κράτους, σημαίνει τη δική τους απαλλαγή από τα εμπόδια που θέτουν φραγμούς και προσκόμματα στην αέναη επέκταση των κερδών και της δύναμής τους. Απαλλαγή κυρίως από τις «αναχρονιστικές», «ανορθολογικές» δυνάμεις της κοινωνίας που αντιστέκονται, είτε προασπίζοντας το ιδιοτελές συμφέρον τους (το κινούν αίτιο κάθε ανθρώπινου πράττειν σύμφωνα με την ατομικιστική φιλελεύθερη αντίληψη για τη δημοκρατία), είτε επιδιώκοντας τη συνολικότερη ρήξη και το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, του κράτους και της ταξικής κοινωνίας.
Εξίσου όμως καλά φαίνεται να βολεύει την κυρίαρχη τάξη και η επ’ αόριστον παράταση αυτής της «κρίσης». Αν δεν είχε ξεσπάσει όπως όλοι ανέμεναν, θα έπρεπε ίσως να την επινοήσουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές, αφού οι συνθήκες που διαμορφώνονται εν μέσω κρίσης, εκτός του ότι ξεκαθαρίζουν το τοπίο του ανταγωνισμού από το λιγότερο αποδοτικό κεφάλαιο μέσω της «δημιουργικής καταστροφής», αναδιανέμοντας την πίτα σε όλο και λιγότερα κομμάτια, σπέρνουν τον πανικό σε ολόκληρη την κοινωνία και νομιμοποιούν την επιβολή «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης». Προσφέρουν έτσι το τέλειο εργαλείο κοινωνικής πειθάρχησης. Στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κάθε αυθαιρεσία της εξουσίας παίρνει τον χαρακτήρα «αναγκαίου μέτρου», ενώ αυτή η ίδια μπορεί να αθετεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το «συμβόλαιο με τον λαό» επισείοντας τον «άμεσο κίνδυνο» που απειλεί τη χώρα. Είναι μόνο υπό ανάλογες συνθήκες εφικτό να προωθηθούν «κατεπείγουσες δραστικές λύσεις», οδυνηρές μεν για την πλειονότητα του λαού, αναγκαίες δε για τη «σωτηρία» του.
Οι αληθινοί στόχοι της «επανάστασης» της κυβέρνησης του Πα.Σο.Κ. είναι πλέον τόσο ξεδιάντροπα προφανείς, που αντί να πετυχαίνει το στόχο της η προπαγάνδα που έχουν εξαπολύσει τα «ανεξάρτητα» μμε, εποστρακίζεται στην ανώμαλη επιφάνεια της πραγματικότητας, που όλοι βιώνουμε καθημερινά στο πετσί μας, και αστοχεί τελείως. Απ’ ό,τι φαίνεται, εκτός από τους ιδεολογικά καθηλωμένους και τους κυνικούς, έχουν απομείνει ελάχιστοι εύπιστοι και κάποιοι μάλλον αφελείς ανάμεσα στο ανηλεώς βομβαρδιζόμενο κοινό, που παραμένουν ακόμα πρόθυμοι να χάψουν αμάσητο το παραμύθι με τον κακό δράκο και το καλό πριγκιπόπουλο. Και ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που έχουν τη διάθεση να γελάσουν με τα ανέκδοτα περί πράσινης ανάπτυξης και πράσινων αλόγων. Αποδεικνύεται με δραματικό μάλλον τρόπο πως, φευ, οι ψευδαισθήσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αμείλικτη πραγματικότητα, που για τους περισσότερους επιδεινώνεται –και όχι μόνο στον οικονομικό τομέα– μέρα με τη μέρα. Αν το θέλετε, ο «πραγματισμός» έχει κι αυτός δύο όψεις.
Στο βαθύ ρήγμα που έχει ανεπανόρθωτα υποστεί η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα των σχετικά προβλέψιμων μέχρι χθες ψηφοφόρων –κυρίως των μικρομεσαίων στρωμάτων που στήριζαν με τους ψήφους τους τα δύο μεγάλα κόμματα που λυμαίνονται εδώ και τέσσερις σχεδόν δεκαετίες την εξουσία–, καταβαραθρώνονται συλλήβδην τόσο τα φιλόδοξα σχέδια της αναδιάρθρωσης όσο και οι πολιτικοί σχεδιασμοί μικρών και μεγάλων κομμάτων, αλλά και οι ψευδαισθήσεις των διάφορων φιλόδοξων ηγετίσκων και των τηλευαγγελιστών της «σωτηρίας της πατρίδας». Ούτε το Πα.Σο.Κ. ούτε κανένας άλλος κομματικός σχηματισμός είναι πλέον ικανοί να πείσουν τους οργισμένους ψηφοφόρους που αισθάνονται εξαπατημένοι, και είναι φυσικά απρόθυμοι να ανεχθούν την χωρίς προηγούμενο εξώθησή τους στην ένδεια, αφού πρώτα πρέπει να κάτσουν να τους ληστέψουν μ’ ένα χαμόγελο που συγκαλύπτει το φόβο της επαπειλούμενης βίας.
Οι ματαιωμένες προσδοκίες, ωστόσο, μπορεί να αποδειχτούν εν τέλει πιο επικίνδυνες για την εξουσία απ' ότι το διάχυτο αίσθημα κατάφορης αδικίας.
Το κουτί της Πανδώρας είναι πια ορθάνοιχτο, και είναι απλώς ζήτημα χρόνου προτού τα φαντάσματα, που τόσο καιρό παρέμεναν καλά σφραγισμένα, ξεχυθούν ορμητικά και ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση. Συναίνεση υπ’ αυτούς τους όρους δεν πρόκειται να υπάρξει, και τούτο είναι κάτι που η κυρίαρχη τάξη και τα κάθε λογής ανδράποδά της το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά.
Μπορεί οι εξελίξεις ν’ ακολουθούν προς το παρόν τους ρυθμούς της αυγουστιάτικης ραστώνης και τα «μπάνια του λαού» να αποφορτίζουν πρόσκαιρα την επικίνδυνα ηλεκτρισμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οσονούπω ωστόσο μπαίνει ο Σεπτέμβρης, και η κυβέρνηση, αμέσως μόλις τελειώσει η περίοδος της ιδιότυπης αυτής μονομερούς εκεχειρίας, θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα και με πολύ λίγες ελπίδες να μπορέσει να τα διαχειριστεί, πόσω δε να καταφέρει να τα επιλύσει.
Ενόσω λείπει όμως η γάτα, τα ποντίκια δεν σταματούν να χορεύουν.
Η τρόικα, με την τετριμμένη, ωστόσο ακόμα αποτελεσματική, τακτική του καρότου και του μαστίγιου, παρεμβαίνει πλέον ευθέως και απροκάλυπτα στη διακυβέρνηση της χώρας. Αφού παίνεψε πρώτα την «κυβερνητική βούληση» για την απαρέγκλιτη τήρηση των όρων του μνημονίου και επιβεβαίωσε ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο», εγκρίνοντας τη δεύτερη δόση του δανείου, την αμέσως επόμενη στιγμή, με τα «αλλά» και τις υποδείξεις που αντιστάθμισαν με το παραπάνω τους επαίνους (πληθωρισμός, υστέρηση δημόσιων εσόδων, απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων, περεταίρω περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία και την παιδεία, εξυγίανση των ΔΕΚΟ και απολύσεις προσωπικού, αναδιάρθρωση των αστικών συγκοινωνιών, απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας με την πώληση του 40% τουλάχιστον της ΔΕΗ κ.λπ.), έθεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, το μη διαπραγματεύσιμο, αυστηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί και να λάβει τις αποφάσεις της η κυβέρνηση, υπονοώντας ευθαρσώς ότι θα πρέπει να ακολουθήσει πιο «σκληρή γραμμή» απέναντι στην οργανωμένη και την αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση προκειμένου να επισπεύσει τις αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν, όπως λένε, στην ανάκαμψη της οικονομίας.
Προετοιμάζει έτσι η τρόικα το έδαφος και δίνει το αναγκαίο άλλοθι στην κυβέρνηση για ένα νέο «πακέτο μέτρων», που κάποια στιγμή, πολύ σύντομα, θα πρέπει «κατ' ανάγκη» να ληφθούν. Από την άλλη, έχει καταστεί πλέον κοινή πεποίθηση ότι τα ίδια τα αποτελέσματα της μέχρι τώρα εφαρμογής των μέτρων του Προγράμματος Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας υποσκάπτουν τους μελλοντικούς στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής που θέτουν οι ιθύνοντες, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κύκλωμα ανάδρασης, όπου τα ολοένα και πιο σκληρά μέτρα οδηγούν σε ολοένα και βαθύτερη ύφεση και οικονομική στασιμότητα, που εκτός την κοινωνική διάλυση θα επιφέρει τη διόγκωση του εξωτερικού χρέους, τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και σε απόλυτο μέγεθος. Ο «φαύλος κύκλος» από τον οποίο προσπαθούμε να ξεφύγουμε είναι ένας εξίσου φαύλος κύκλος. Και η διαφυγή από αυτόν δεν είναι εφικτή υπό τις παρούσες συνθήκες και προϋποθέσεις, με τις ίδιες τις πολιτικές που δημιουργούν το πρόβλημα να παρουσιάζονται ως η μόνη ρεαλιστική, εφικτή λύση (μείωση του κόστους παραγωγής και των δημόσιων δαπανών, για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα, που θα προσελκύσει επενδύσεις – και ύστερα θα έρθει η ανάπτυξη...).
Το ασφυκτικά στενό περιθώριο ελιγμών που εκ των πραγμάτων έχει η κυβέρνηση-«όμηρος» των πιστωτών της χώρας και του μνημονίου που οικειοθελώς συνυπέγραψε με τους εκπροσώπους τους, αλλά και η πολιτική βούλησή της να αναδιαρθρώσει με βίαιο τρόπο την οικονομία προς όφελος του κεφαλαίου, στο πλαίσιο της γενικότερης καπιταλιστικής ανασυγκρότησης, θα τη φέρουν αναπόφευκτα σε πολύ πιο δεινή θέση. Θα αποτύχει έτσι η προσπάθειά της να αποφύγει την καταβύθιση στη δίνη της πλήρους ανυποληψίας, και τα όσα είδαμε μέχρι σήμερα, στην έως τώρα θητεία της, πιθανώς να είναι απλώς το προοίμιο ενός επικείμενου πολιτικού θανάτου. Του οριστικού τέλους, δηλαδή, της εξ αρχής εύθραυστης μεταπολιτευτικής κοινωνικής συναίνεσης και των ιδιαίτερων συνθηκών που τη συντηρούσαν κουτσά-στραβά επί τέσσερις σχεδόν δεκαετίες.

Η Ιωάννα Σωτήρχου στο πλευρό της κυβερνητικής προπαγάνδας

(αφιερωμένο σε όλους τους αργόμισθους της «Ελευθεροτυπίας» και της μαχητικής δημοσιογραφίας που κάπως πρέπει να δικαιολογήσουν το ψωμί που τρώνε…)

Του Κώστα Σβόλη

«Φτάνει πια» έγραψε με την μαχητική της πένα η Ιωάννα Σωτήρχου από την «Ελευθεροτυπία» της Πέμπτης 29 Ιουλίου. Μόνο που αυτή τη φορά η αρθρογραφία της Ι.Σ. δεν είχε να κάνει με την υπεράσπιση φυλακισμένων, πολιτικών κρατουμένων, των μεταναστών ή των κοινωνικών κινημάτων όπως μας έχει συνηθίσει χρόνια τώρα, αλλά με την υπεράσπιση της κυβερνητικής πολιτικής και του μνημονίου και του «οράματος» για μια «νέα Ελλάδα»…
Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να ασχοληθούμε με το συγκεκριμένο άρθρο, το οποίο αναπαράγει αμάσητα και κακοχωνεμένα όλη την ρητορική των κυρίαρχων ΜΜΕ, που μας παρουσιάζουν τον οδοστρωτήρα των ζωών μας σαν την ευκαιρία να απαλλαχτούμε από όλα τα «κακά δαιμόνια» του «νεοελληνικού κράτους», πέρα από την έως τώρα δημοσιογραφική στάση της Ι.Σ. Η επιστράτευση της Ι.Σ. στην υπηρεσία της ιδεολογικής συστημικής προπαγάνδας καταδεικνύει την ανυποληψία στην οποία έχουν πέσει οι γνωστοί πάτρωνες ( τηλεοπτικής και έντυπης δημοσιογραφίας) της κοινής γνώμης, ώστε να υπάρχει η αναγκαιότητα για μια ενορχηστρωμένη προπαγάνδα που να στηρίζεται ακόμα και από την «ριζοσπαστική» δημοσιογραφία. Φυσικά η Ι.Σ. δεν είναι η μόνη, σε αυτή την γραμμή κινούνται μια σειρά από «ανεξάρτητους μαχητικούς» δημοσιογράφους, όπως π.χ. ο Στ. Κούλογλου κλπ.
Αλλά ας έρθουμε επιτέλους σε αυτό το ηχηρό «φτάνει πια» της Ι.Σ.
Κατά την έγκυρη δημοσιογράφο η αντίθεση στο μνημόνιο αποτελεί «μνημείο σύμπνοιας» της Αριστεράς με την Δεξιά, ταυτίζοντας την γραμμή περί «διαφορετικής δοσολογίας» του Α. Σαμαρά ή την ολόπλευρη στήριξη της κυβέρνησης από την «υπεύθυνη πολιτική δύναμη» του ΛΑΟΣ, με την συνολική απόρριψη του μνημονίου από την Αριστερά (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ.), αλλά και ολόκληρο τον κινηματικό αντικαπιταλιστικό χώρο. Προφανώς για να καταδειχτεί ο αντιδραστικός χαρακτήρας όσων αντιστέκονται στην σαρωτική επίθεση του κεφαλαίου στα εργατικά-λαϊκά δικαιώματα, το ξεπούλημα των δημόσιων αγαθών, την μετατροπή μας σε νεόπτωχους, πρέπει να φανεί ότι όλοι αυτοί συμπορεύονται με την επάρατη δεξιά, ενάντια στην προσπάθεια του GAP να βγάλει την χώρα από την «φαυλότητα». Βέβαια η πραγματικότητα είναι διαφορετική: το «μνημείο σύμπνοιας» έχει να κάνει με την αποδοχή του μνημονίου και αφορά τις πολιτικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ και φυσικά τους φιλόδοξους πολιτικούς σχηματισμούς των Οικολόγων-Πράσινων και το ΔΗ.ΑΡΙ. του Κουβέλη που φιλοδοξούν να γλείψουν κανένα κοκαλάκι εξουσίας, μέσα στην γενικότερη αναμπουμπούλα.
Από την άλλη, μετά από φοβερή δημοσιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε, η Ι.Σ. ανακάλυψε ότι ο νέος νόμος για το ασφαλιστικό θα άρει το άδικό σύστημα στο οποίο το «8% των συνταξιούχων να απολαμβάνει το 50% των συντάξεων, την ώρα που το 92% βολεύεται με το υπόλοιπο μισό». Τέτοια άθλια προπαγάνδα ούτε ο Λοβέρδος δεν διανοήθηκε να κάνει. Ο ασφαλιστικός νόμος που ψήφισε η σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άρει καμία αδικία που υπήρχε στο ασφαλιστικό σύστημα. Δεν κάνει καμία αναδιανομή υπέρ των χαμηλοσυνταξιούχων, αντίθετα σπρώχνει στην εξαθλίωση το μεγαλύτερο ποσοστό των συνταξιούχων. Όχι μόνο αυτό αλλά ουσιαστικά καταργεί την σύνταξη για τις επόμενες γενιές εργαζομένων. Δεν θα κάτσω να επιχειρηματολογήσω πάνω σε αυτό, έχουν γραφτεί δεκάδες σελίδες σχετικά, πολλές από τις οποίες μάλιστα στην εφημερίδα που αρθρογραφεί η Ι.Σ., φαίνεται πως δεν μπήκε καν στον κόπο να τις διαβάσει.
Φυσικά η Ι.Σ. θέλει να μας πείσει πως είναι η ταύτιση Αριστεράς-Δεξιάς που οδήγησε «στο πλαίσιο μιας καθεστωτικής νοοτροπίας ξεπλύματος διορισμών, στήριξης πελατειακών αιτημάτων και διατήρησης συντεχνιακών ανισοτήτων με τσαμπουκά» και όχι η διακυβέρνηση της χώρας δεκαετίες τώρα από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: ή έχει πέσει στο ντελίριο της νεοφώτιστης ΠΑΣΟΚας ή μας περνάει για ηλίθιους. Τα προβλήματα της χώρας (έτσι ουδέτερα και αταξικά) εντοπίζονται στις «συντεχνιακές διεκδικήσεις» και όχι φυσικά στην διαπλοκή του αστικού πολιτικού κόσμου με το μεγάλο κεφάλαιο. Για την έγκυρη δημοσιογράφο ο Κωσκοτάς, το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, το σκάνδαλο της SIMENS, το Βατοπέδι, οι μπίζνες του Κόκκαλη και του Μπόμπολα με το δημόσιο, η διαπλοκή των καναλαρχών και των εκδοτών με τα κόμματα εξουσίας, η εισφοροδιαφυγή και το μεγάλο φαγοπότι των βιομηχάνων και των εφοπλιστών δεν έχουν να κάνουν με το χάλι της Ελλάδας. Γι’ αυτό (το χάλι, ντε…) φταίνε οι «αντικοινωνικές ομάδες» των δημοσίων υπαλλήλων, των αγροτών, των ναυτεργατών, των λιμενεργατών, των φορτηγατζήδων… και φυσικά η Αριστερά που τους χαϊδεύει. Ας είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ που κάνανε τους κομματικούς διορισμούς στο δημόσιο, ας είναι η Δεξιά που έδωσε τις άδειες στους φορτηγατζήδες μαζί με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ας είναι το ΠΑΣΟΚ που οδήγησε τους αγρότες στην οικονομική εξάρτηση από τις επιδοτήσεις – η Αριστερά φταίει!!
Αναζητεί η Ιωάννα Σωτήρχου ένα «οραματικό οδόφραγμα» απέναντι στις «παρέες των λαμόγιων-φοροφυγάδων-νταβατζήδων-εξωχώριων πολιτικάντηδων» και το βρίσκει στην πιο ταξική κυβέρνηση που γνώρισε η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Μια κυβέρνηση που κυβερνά με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου: μείωση του άμεσου και έμμεσου εργατικού κόστους, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, απελευθέρωση των απολύσεων, κατάργηση των ΣΣΕ…
Σηκώνει το δημοσιογραφικό της δόρυ απέναντι σε ανεμόμυλους που περνάει για γίγαντες. Για όλα τα δεινά μας φταίνε οι συντεχνίες: ο εργαζόμενος στις ΔΕΚΟ που «εκβιάζει για τα προνόμια του», ο ελεύθερος επαγγελματίας που φοροδιαφεύγει, ο συμβασιούχος που αναζητάει το ρουσφέτι, ο αγρότης που κλείνει τους δρόμους… Όμως οι γίγαντες που έχουν στρώσει φαγοπότι στην πλάτη μας έχουν άλλα ονόματα: είναι οι βιομήχανοι και οι μεγάλες επιχειρήσεις που χρωστάνε εκατομμύρια στα ασφαλιστικά ταμεία και κάθε τόσο «ρυθμίζουν» τα χρέη τους όμορφα και νόμιμα, είναι οι κατασκευαστικές που κάνανε χοντρές μπάζες με τα δημόσια έργα (θυμάται άραγε η Ι.Σ. το πάρτι που έγινε με τα ολυμπιακά έργα;), είναι το πολυεθνικό κεφάλαιο που επωφελείται από το ξεπούλημα της χώρας αγοράζοντας για ένα κομμάτι ψωμί (όταν το δίνουν και αυτό) λιμάνια, αεροδρόμια, την Ολυμπιακή, τον ΟΣΕ, την ΔΕΗ και την ΕΥΔΑΠ αύριο, είναι οι τράπεζες που έχουν δει την κερδοφορία τους να εκτινάσσεται στα ύψη δανείζοντας τον κοσμάκη με λεφτά που πήρανε από το δημόσιο…
Για όλα αυτά, σιωπή η έγκυρη δημοσιογράφος: δεν άκουσε, δεν είδε, δεν σχολιάζει. Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζει στο άρθρο της η Σωτήρχου, οι «τολμηρές ρήξεις» της κυβέρνησης δεν στοχεύουν στο «να βγούμε από το τέλμα που όλοι συντηρήσαμε», όπως τόσο «ανέξοδα» ισχυρίζεται, αλλά να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες ενίσχυσης του κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί εκτός από την ελαχιστοποίηση του άμεσου και έμμεσου εργατικού κόστους την επίθεση στην μικρή ιδιοκτησία και στους ελευθέρους επαγγελματίες. Όχι για να αρθούν οι αδικίες απέναντι στα λαϊκά και μισθωτά στρώματα, αλλά για να μπορέσει το κεφάλαιο να μονοπωλήσει όλους τους παραγωγικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς τομείς. Τα κλειστά επαγγέλματα δεν χτυπιούνται για να ανοίξουν σε όλους αλλά για να μπορέσει το κεφάλαιο να άρει τις δυνατότητες αυτοαξιοποίησης της εργασίας των μικροϊδιοκτητών και των ελεύθερων επαγγελματιών και να τους μετατρέψει σε μισθωτούς. Δεν θα αγοράσουν φορτηγά οι άνεργοι, ούτε θα ωφεληθούν οι νέοι δικηγόροι από την απελευθέρωση των αμοιβών, ούτε φυσικά το «καταναλωτικό κοινό» αλλά οι μεγάλες εταιρίες.
«Τυφλωμένη από την μισαλλοδοξία» του ρόλου του κυβερνητικού εκπροσώπου που όψιμα ανέλαβε η Ι.Σ. δεν βλέπει το σύστημα υγείας που παραπαίει, τους παιδικούς σταθμούς που κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο, τα λουκέτα στα μαγαζιά, τις ουρές ανέργων που αυξάνουν, αντίθετα κατηγορεί όσους αντιστέκονται στο μνημόνιο και ιδιαίτερα την Αριστερά ως «λαϊκιστική» και «αφοριστική». Η ευκολία με την οποία η Ι.Σ. ενσωματώνει στο άρθρο της όλη την ρητορεία του κυρίαρχου μηντιακού λόγου, θα μας έβαζε σε υποψίες ότι έχει περάσει από τα ίδια σεμινάρια που έχουν περάσει ο Καψής, ο Πρετεντέρης και οι άλλοι σωματοφύλακες της κυβέρνησης και της τρόικας.
Και όμως σε ένα πράγμα φαίνεται να έχει δίκιο η Σωτήρχου: Είναι ίσως η πρώτη φορά που η πλειονότητα του «λαού» –πόσο κακοποιημένη λέξη, αλήθεια– βρίσκεται πιο μπροστά από το πολιτικό προσωπικό όλων των αποχρώσεων, γυρίζει την πλάτη στις παλαιοκομματικές Σειρήνες, παίρνει τη ζωή στα χέρια του και λέει το δικό του «Φτάνει πια».
Όχι φυσικά απέναντι «σε λαϊκισμούς, αφορισμούς, ελλείψει επιχειρημάτων», αλλά απέναντι στην προπαγάνδα των ΜΜΕ, στην ρητορική τού να βάλουμε πλάτη εμείς για να σωθούνε οι από πάνω, στην προσπάθεια ενεργοποίησης του «κοινωνικού αυτοματισμού» απέναντι στα κοινωνικά κομμάτια που βρίσκονται κάθε φορά σε κινητοποίηση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η πλειονότητα του λαού ξεπερνάει το πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό σε αγωνιστικότητα, ριζοσπαστισμό διάθεση για άλλου τύπου μορφές κοινωνικής συσπείρωσης και συλλογικής δράσης, ακόμα και σε επίπεδο συγκρουσιακής διάθεσης. Ο κόσμος παίρνει σιγά σιγά τη ζωή στα χέρια του, συγκροτεί ανοικτές συνελεύσεις σε γειτονιές, σωματεία βάσης σε εργασιακούς χώρους και ότι άλλο ευφάνταστο μπορεί να αποτελέσει μάχιμο εργαλείο απέναντι στην βάρβαρη επίθεση που δέχεται. Όχι φυσικά σαν «δημοκρατικές μονάδες» αφοπλισμένες και τρομοκρατημένες από την φαιά προπαγάνδα των ΜΜΕ, αλλά ως κοινωνικά υποκείμενα με συλλογική υπόσταση.