Νέα γενιά τρομολαγνείας

Της Ρόζας Κοβάνη

Τα ξημερώματα της Τετάρτης ένας 35χρονος άντρας πέφτει νεκρός σε δρόμο της Δάφνης χτυπημένος από όπλο αστυνομικού. Είχε προηγηθεί ανταλλαγή πυροβολισμών και η προσπάθεια δύο ατόμων (του νεκρού και ενός ακόμα) να κλέψουν ένα αυτοκίνητο. Όπως γίνεται γνωστό τις επόμενες ώρες από ανακοινώσεις της αστυνομίας, νεκρός είναι ο αναρχικός Λάμπρος Φούντας ο οποίος χτυπήθηκε στην αριστερή ωμοπλάτη (που πάει να πει από πίσω).
Στο σημείο, εκτός από το όπλο του νεκρού (που όπως έδειξε η βαλλιστική δεν είχε ξαναχρησιμοποιηθεί) βρέθηκε και μία χειροβομβίδα. Το δεύτερο άτομο διέφυγε με τα πόδια. Και κάπου εδώ σταματούν τα γεγονότα. Και αρχίζουν οι εικασίες, οι «πληροφορίες», οι σάλτσες, η τρομολαγνεία και τα τηλεφωνήματα του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στους διευθυντές των μεγάλων εφημερίδων για να «προσέξουν» την υπόθεση με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό (παρεμπιπτόντως, ωραία τακτική αυτή που έχει καθιερώσει από την προηγούμενη θητεία του ο ΠροΠο, προάγει την ελευθεροτυπία). Το τοπίο είναι ακόμα θολό, η «επιχείρηση» της ΕΛΑΣ σε εξέλιξη και το έδαφος ολισθηρό για να εκφράσει κανείς σιγουριές. Όμως προφανώς η «προσοχή» που συνέστησε ο κ. υπουργός έγκειται ακριβώς σ’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από ουκ ολίγες περιπτώσεις στο παρελθόν: πείτε τα όλα, σέχτα, Επαναστατικός Αγώνας, ληστές με τα μαύρα, προσθέστε και λίγο από Τσουτσουβή, βάλτε και το κλασικό ότι γίνονται δεκάδες έρευνες (τα νούμερα δικά σας, άλλοι λένε είκοσι, άλλοι δεκατρείς, άλλοι δεκαεπτά, όλοι πάντως σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες) σε σπίτια φίλων και γνωστών (να σημειωθεί πάντως ότι το φαινόμενο έρευνες και ανακρίσεις μέχρι την Παρασκευή το βράδυ και στην έκταση τουλάχιστον που του δίνουν ελέγχεται ως ανακριβές) και τελειώστε με την πολλά υποσχόμενη φράση ότι ο δράστης ήταν «υπεράνω υποψίας». Έτοιμος ο τρομοκράτης. Κι αφού έχουμε στα χέρια μας έναν νεκρό «τρομοκράτη» (τον οποίο δεν μπορούμε, δυστυχώς, να βασανίσουμε σε κάποια εντατική αλλά ούτε, ευτυχώς, και να μας φέρει αντιρρήσεις) αρχίζει η σκύλευση που στη γλώσσα του αστυνομικού ρεπορτάζ ονομάζεται profiling: πρωτοσέλιδα του τύπου «το πρωί διευθυντής το βράδυ τρομοκράτης», φωτογραφίες από διακοπές με τριψήφια τηλέφωνα για πληροφορίες, οι γονείς, οι φίλοι, η σύντροφος που αποκαλείται πλέον γυναίκα-κλειδί, η άδεια από τη δουλειά που είναι σίγουρο ότι πάρθηκε για τρομοκρατική επίθεση, η οποία θα γινόταν κατά πάσα πιθανότητα τα ξημερώματα, ο βιολόγος που ήξερε από DNA και πολλά πολλά άλλα.
Με πολύ πάθος, πάντως, την προσπαθεί ο κ. Χρυσοχοΐδης από την πρώτη μέρα του στο υπουργείο μια δεύτερη «επιτυχία» τύπου 17Ν - για πολιτικούς ή για προσωπικούς (πολιτικούς και πάλι) λόγους.
Συγχωρήστε μου το έντονο ύφος που σε κάποιους μπορεί να προκαλέσει και απορία, αλλά το έργο αυτό το έχω ξαναδεί. Και θα μου επιτρέψετε να πω ότι αυτό το κλίμα τρομοκρατίας, αυτή η μπάτσικη φρασεολογία και αντίληψη που έχει κάτσει στα κεφάλια μας από την πρώτη επιτυχία του κ. Χρυσοχοΐδη και δώθε, ο χαφιεδισμός, η καθολική πλέον γραμμή «πρώτα καταδικάζεις, μετά μιλάς», η αυθαιρεσία και η αίσθηση ότι η ζωή σου μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει κουρελόπανο από κάθε ανεύθυνο αστυνομικό ρεπόρτερ είναι το ίδιο φρικτά σε κάθε περίπτωση. Και δεν αφορούν τους με κάθε τρόπο εμπλεκόμενους, λειτουργούν παραλυτικά για το κίνημα, διαβρωτικά για όλη την κοινωνία. Γι’ αυτό μπορώ να τα γράψω αυτά με σιγουριά, ενώ η υπόθεση είναι ακόμα σε εξέλιξη. Θα μπορούσα να πω και πέντε πράγματα για τον ίδιο τον αναρχικό Λάμπρο Φούντα, καθώς ανήκουμε στην ίδια γενιά και έχουμε περπατήσει πολλές φορές στους ίδιους δρόμους, έχουμε βρεθεί πολλές φορές στις ίδιες συνελεύσεις... Θα μπορούσα να σας μεταφέρω τη θλίψη και την οργή των φίλων και των συντρόφων του. Δεν ξέρω όμως τι νόημα θα είχε ένα εναλλακτικό… profiling. Θα πω απλώς ότι ο Λάμπρος Φούντας δεν ήταν υπεράνω υποψίας, ούτε φάντασμα όπως λένε οι δημοσιογράφοι, ότι μπορούσες να τον δεις πάντα εκεί που γινόντουσαν τα πράγματα, στο δρόμο. Στους δρόμους, που εδώ και τρεις μέρες έχουν γεμίσει συνθήματα και μαύρες αφίσες…

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η Εποχή, 14-3-2010
http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4755&Itemid=34

Εκεί που μας χρωστάγανε… Περί της τρομοκρατίας των ελλειμμάτων και του χρέους και πώς να ξεπεράσουμε την κατάθλιψη

Αναδημοσίευση από το Κόκκινο Νήμα

1.
«...Να ονειρεύτηκαν άραγε ποτέ αυτοί οι ως τα τώρα γενεαλόγοι της ηθικής, έστω κι ακροθιγώς µόνο, πως, λόγου χάρη, εκείνη η βασική ηθική έννοια «ενοχή» (Schuld), οφείλει την καταγωγή της στην πολύ υλική έννοια του «χρέους» (Schuld);… Κι από πού πήρε, άραγε, τη δύναµή της η πανάρχαιη εκείνη, βαθιά ριζωµένη, κι ίσως αξερίζωτη πια σήµερα, ιδέα, µιας αντιστάθµισης της ζηµιάς από τον πόνο; Το φανέρωσα κιόλας πιο πριν: από τη συµβατική σχέση µεταξύ πιστωτών και οφειλετών, που είναι τόσο παλιά, όσο, γενικά, κι η ύπαρξη «υποκειµένων δικαίου», και που και τούτη πάλι ανάγεται στις βασικές µορφές της αγοράς, πωλήσεως, ανταλλαγής, εµπορίου και συναλλαγής… Ο οφειλέτης, για να εµπνεύσει εµπιστοσύνη στην υπόσχεσή του, πως θα εξοφλήσει το χρέος του, για να εγγυηθεί για τη σοβαρότητα και ιερότητα της υπόσχεσής του, µα και για να χαράξει πάνω στην ίδια του τη συνείδηση την εξόφληση του χρέους του σαν υποχρέωση και καθήκον, ενεχυριάζει, µε γραπτή συµφωνία, για την περίπτωση κείνη που δε θα πλήρωνε το χρέος του στο δανειστή του, κάτι που ακόµη «αποτελεί ιδιοκτησία» του, που ακόµη το εξουσιάζει, λόγου χάρη το σώµα του, … ή την ελευθερία του, ή ακόµη και την ίδια του τη ζωή...»
Φ. Νίτσε, Η Γενεαλογία της Ηθικής

Η Άγκελα Μέρκελ και ο Σαρκοζύ θέλουν να «µας» στηρίξουν, ο Τρισέ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναχωρεί εσπευσµένα από υπερατλαντικό ταξίδι για να συµµετάσχει στο «Ευρωπαϊκό σχέδιο σωτηρίας» της χώρας «µας», οι σπεκουλαδόροι και οι «αγορές» καραδοκούν εναντίον «µας», τα spreads ανεβαίνουν ανησυχητικά, η Goldman Sachs µηχανορραφούσε «δηµιουργικά» µε τον Κωστάκη, ενώ ο Γιωργάκης τρέχει από συνάντηση σε συνάντηση κορυφής για να «µας» σώσει υψώνοντας το εθνικό του ανάστηµα στους «κερδοσκόπους», η χώρα «µας» οδεύει προς τη χρεοκοπία, τα ελλείµµατά «µας» χτυπάνε κόκκινο, «έχουµε» µπει σε αυστηρό καθεστώς επιτήρησης, η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας «µας» πάει κατά διαόλου και το ύψος του «δηµόσιου χρέους µας» προοιωνίζει µια επικείµενη «ελληνική τραγωδία».
Μέσα από τη συνεχή τροµοκρατία των ΜΜE το τελευταίο διάστηµα περί του χρέους «µας», οι µοντέρνοι ηθικολόγοι, οι ιεροκήρυκες του λόγου του κεφαλαίου και του χρήµατος προσπαθούν βίαια να µας πείσουν, εµάς τους «οφειλέτες», πως για να εξοφλήσουµε το χρέος «µας» στους δανειστές «µας» οφείλουµε να σηκώσουµε το σταυρό του µαρτυρίου των θυσιών, να δηλώσουµε πίστη στην ορθοδοξία του Συµφώνου Σταθερότητας και γεµάτοι δέος να προσδοκούµε το πλήρωµα του χρόνου που θα φέρει τη µετα-ελλειµµατική ζωή (γνωστή παλαιότερα µε την ποιητικότερη έκφραση «φως στην άκρη του τούνελ»).
Η δηµοσιονοµική τροµοκρατία προσπαθεί να γίνει πιο αποτελεσµατική σηµαδεύοντας, µέσω της συλλογικής ευθύνης των χρεών, την ίδια µας την υποκειµενικότητα. Η καταιγίδα των επικείµενων απειλών για την εθνική «µας» οικονοµία στοχεύει στην εσωτερίκευση της κρίσης του χρέους ως φόβο και αίσθηµα ενοχής: τα χρέη «µας» (Schulden) πρέπει να γίνουν οι συλλογικές µας ενοχές (Schulden). Έτσι, το προπατορικό αµάρτηµα επανέρχεται πολύ πιο βίαια για να µας αναγκάσει, παραφράζοντας τον Νίτσε, να ενεχυριάσουµε τον ήδη φτωχό µισθό µας, την ήδη εντατικοποιηµένη εργασιακά ζωή µας, τις ίδιες µας τις προσδοκίες ενός κόσµου όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου θα είναι πια παρελθόν. Θέλουν να βάλουµε ενέχυρο τις ίδιες µας τις απαιτήσεις για το παρόν και το µέλλον µιας ζωής απελευθερωµένης από χρέη και ενοχές• να χρεωθούµε µε το βάρος ενός καταθλιπτικά αβέβαιου παρόντος για να εξαλείψουµε ακόµα και από το φαντασιακό µας κάθε δυνατότητα καταστροφής αυτού του γέρικου, φορτωµένου µε ενοχές και χρέη, κόσµου.
Ο τρόµος των ελλειµµάτων επιδιώκει να δηµιουργήσει µια κατάσταση έκτακτης ανάγκης τώρα στην Ελλάδα µετατρέποντάς την σε εργαστήριο εφαρµογής µιας νέας πολιτικής σοκ. Σίγουρα αυτό αντανακλά όχι µόνο την όξυνση της παγκόσµιας κρίσης και την ιδιαιτερότητα της εκδίπλωσής της στην Ελλάδα (όπως θα δούµε παρακάτω), αλλά και την καταλυτική επίδραση της εξέγερσης του ∆εκέµβρη του 2008, που άλλωστε την επιδείνωσε ακόµα περισσότερο προκαλώντας την απονοµιµοποίηση της προηγούµενης κυβέρνησης και κατ’ επέκταση την καθυστέρηση της λήψης των αναγκαίων για το κεφάλαιο µέτρων. Υπό αυτή την έννοια, η αναζωπύρωση της τροµοκρατίας του χρέους, πακέτο µε την τροµοκρατία των µπάτσων, εντάσσεται στα πλαίσια της συνεχιζόµενης αντιεξεγερτικής εκστρατείας που προσλαµβάνει πλέον –έστω προληπτικά– παγκόσµιες διαστάσεις. Ωστόσο, η πολιτική του «δηµόσιου χρέους» έχει τη δική της γενεαλογία.

2.
«Τι αµαρτίες (και χρέη) πληρώνω, Θε µου;»
(Λαϊκό ρητό)

«Το µοναδικό κοµµάτι του λεγόµενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγµατικά στο σύνολο του λαού είναι το δηµόσιο χρέος του. Γι’ αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δηµόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγµή που εµφανίζεται η χρέωση του δηµοσίου, τη θέση του αµαρτήµατος ενάντια στο άγιο πνεύµα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δηµόσιο χρέος».
Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄

Αν και η θεαµατική διαχείριση του ζητήµατος του «δηµόσιου χρέους» το έχει συσκοτίσει µε µια τροµολαγνική, καταστροφολογική οµίχλη, το «δηµόσιο χρέος» αποτελούσε από τις απαρχές του καπιταλισµού ένα απαραίτητο για το κεφάλαιο εργαλείο συσσώρευσης και αναδιάρθρωσης των ταξικών σχέσεων. Όσο κι αν οι θεολόγοι της οικονοµίας απ’ την Wall Street και την Κοµισιόν µέχρι του Μαξίµου ολοφύρονται για το δυσθεώρητο ύψος του, το «δηµόσιο χρέος» δεν είναι παρά ένας από τους πιο δραστικούς µοχλούς της (αέναης) πρωταρχικής συσσώρευσης. «Σαν µε µαγικό ραβδί προικίζει το µη παραγωγικό χρήµα µε παραγωγική δύναµη και το µετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς να’ ναι υποχρεωµένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιοµηχανική µα ακόµα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δηµοσίου στην πραγµατικότητα δε δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν µετατρέπεται σε κρατικά ευκολοµεταβιβάσιµα χρεόγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο µετρητό χρήµα.» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄) Γι’ αυτό το λόγο «αν ο βιοµήχανος δεν µπορεί να διευρύνει άµεσα το προτσές αναπαραγωγής του, τότε ένα µέρος του χρηµατικού του κεφαλαίου αποβάλλεται από την κυκλοφορία σαν περίσσιο και µετατρέπεται σε δανείσιµο χρηµατικό κεφάλαιο.» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Γ΄) Και άρα «η συσσώρευση κεφαλαίου µε τη µορφή οµολογιών του κρατικού χρέους δε σηµαίνει, όπως δείξαµε, παρά µόνο την αριθµητική αύξηση µιας τάξης πιστωτών του κράτους, που έχουν το δικαίωµα να προεισπράττουν για τον εαυτό τους ένα ορισµένο από το συνολικό ποσό των φόρων». (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Γ΄)
Μάλιστα σε περιόδους κρίσης, όπως στην περίοδο κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που διανύουµε, (δηλ. αδυναµίας, από την πλευρά των καπιταλιστών να αυξήσουν την εκµεταλλευσιµότητα της εργασίας σε αναλογία µε την αύξηση του δαπανηρού σταθερού κεφαλαίου και τις απαιτήσεις µιας προοδευτικής συσσώρευσης κεφαλαίου για διαρκώς αυξανόµενο κέρδος), οι καπιταλιστές, µέσω της πολιτικής του «δηµόσιου χρέους», επινοούν άλλους τρόπους έντασης της εκµετάλλευσης. Ενώ σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης αυξάνεται ο ιδιωτικός δανεισµός, σε περιόδους κρίσης αυξάνεται ο δηµόσιος, άρα και το «χρέος». Η επένδυση σε κρατικά οµόλογα εξασφαλίζει σίγουρα κέρδη που αποσπώνται από την άµεση και έµµεση φορολόγηση των µισθωτών και κατευθύνεται στην αποπληρωµή των τοκοχρεολυσίων, µε το τραπεζικό κεφάλαιο ενισχυµένο. Άρα το «δηµόσιο χρέος», αντίθετα µε ό,τι λέγεται, αποτελεί βοήθεια προς το ιδιωτικό κεφάλαιο και απ’ αυτήν την άποψη θα πρέπει να συνυπολογίζεται στα κέρδη του.
Την τελευταία 20ετία, εξάλλου, στις 20 από τις 27 χώρες της ΕΕ το «δηµόσιο χρέος» τριπλασιάστηκε λόγω των δαπανών για τη διάσωση του χρηµατοπιστωτικού τοµέα. Πρόκειται για χρήµα το οποίο δε δόθηκε µέσω πιστώσεων στο (µη-τραπεζικό) ιδιωτικό κεφάλαιο για παραγωγικές επενδύσεις. Κι, επίσης, ο δηµόσιος δανεισµός γινόταν και γίνεται µε όρους που υπερβαίνουν κατά πολύ το µέσο ποσοστό κερδοφορίας, πράγµα που καθιστά πολύ πιο αποδοτική µια επένδυση σε οµόλογα από τη δηµιουργία µιας παραγωγικής µονάδας, πολύ περισσότερο δε αφού απαλλάσσει το ιδιωτικό κεφάλαιο από τα ρίσκα της ταξικής πάλης στο χώρο της παραγωγής.
Στη λογιστική του χρέους, ως διαφοράς ανάµεσα στα δηµόσια έσοδα και στις δηµόσιες επενδυτικές και καταναλωτικές δαπάνες (δηλ. κυρίως µισθούς και συντάξεις), η µέθοδος µείωσής του µέσω αύξησης των δηµόσιων εσόδων, αυξάνοντας τη φορολογία του κεφαλαίου, δεν είναι η πλέον προσφιλής. Είναι απορριπτέα γιατί θα σήµαινε µια διπλή απώλεια για το κεφάλαιο: είσπραξη λιγότερων τόκων από τη χρηµατοδότηση του µειωµένου ελλείµµατος αλλά και άµεση µείωση των κερδών µέσω της φορολογίας τους. Ο συνήθης τρόπος συσσώρευσης και ανακατανοµής του πλούτου είναι να επιχειρείται η µείωση του χρέους µέσω της µείωσης των µισθών και των συντάξεων (αρχικά στο δηµόσιο, και στη συνέχεια στον ιδιωτικό τοµέα). Κι αυτό συµβαίνει γιατί, σ’ αυτήν την περίπτωση, η µείωση των κερδών των πιστωτών του δηµοσίου αντισταθµίζεται από τη µείωση των δηµόσιων υπαλλήλων και την ταυτόχρονη απασχόληση µέρους αυτών στον ιδιωτικό τοµέα καθώς και από τη διατήρηση της φορολογίας του κεφαλαίου εν γένει σε χαµηλά επίπεδα.
Να λοιπόν γιατί το «δηµόσιο χρέος» είναι εκ των ουκ άνευ για το κεφάλαιο και το κράτος του και η κρίση του χρέους είναι παραγωγική κρίση: µοχλός συσσώρευσης κεφαλαίου µε τη µορφή τόκων και µοχλός ταξικής τροµοκρατίας και πειθάρχησης µέσω της νοµιµοποίησης της µείωσης του άµεσου και έµµεσου µισθού και άρα της χαλιναγώγησης των ταξικών συγκρούσεων και των προλεταριακών επιθυµιών και προσδοκιών.

3.
«Μια ζωή µας λένε ότι χρωστάµε από την κούνια»
(συνταξιούχος που µονολογεί)

Η νουάρ φιλολογία περί «χρέους» είναι παλιά ιστορία, όσο κι αν προσπαθούν οι κονδυλοφόροι της εξουσίας να µας παρουσιάσουν τις «θυσίες» που απαιτούνται για τη µείωσή του ως κάτι καινούργιο. Η πραγµατική εκτίναξη του χρέους σηµειώνεται τη δεκαετία του ‘80. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 οι κυβερνήσεις είχαν «καταφέρει» να κρατήσουν περιορισµένες τις δηµόσιες δαπάνες που προορίζονταν για µισθούς και συντάξεις. Αυτή η τάση θα αντιστραφεί τελείως από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, καθώς η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κάτω από την πίεση των ταξικών αγώνων της προηγούµενης δεκαετίας θα αναγκαστεί να αυξήσει τόσο τον άµεσο όσο και το έµµεσο µισθό των εργαζοµένων. Υποχρεωµένες να ισορροπήσουν ανάµεσα στις δύο βασικές, αλλά αντιφατικές µεταξύ τους λειτουργίες του Κράτους, την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τη νοµιµοποίηση των εκµεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων, οι κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου προχώρησαν σε «γενναίες» µισθολογικές αυξήσεις στο δηµόσιο τοµέα που συµπαρέσυραν και τους µισθούς στον ιδιωτικό, και ταυτόχρονα έκαναν επενδύσεις στον τοµέα της κοινωνικής πρόνοιας χωρίς όµως να εξασφαλιστούν νέα έσοδα µέσω της φορολόγησης του ιδιωτικού κεφαλαίου ή να γίνουν προσπάθειες για να περιοριστεί η παραοικονοµία και η φοροδιαφυγή. Έτσι, η εισοδηµατική πολιτική και η δηµιουργία ενός υποτυπώδους «κράτους πρόνοιας», η οποία δε θα ολοκληρωθεί ποτέ, θα συµβάλλουν στη διόγκωση του δηµόσιου χρέους που από το 22,9% του ΑΕΠ που ήταν το 1980 θα ανέβει στο 47,8% το 1985 για να φτάσει στο 79,6% του ΑΕΠ το 1990.
Ωστόσο, παρά την αύξηση των δηµόσιων δαπανών και του χρέους, δεν είναι δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι ο σχηµατισµός κοινωνικού κεφαλαίου πραγµατοποιήθηκε µε τον ίδιο τρόπο όπως στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες. Το κοινωνικό κράτος της δεκαετίας του ‘80 δε φαίνεται να είχε ως σκοπό την εξασφάλιση των κοινωνικών προϋποθέσεων για την επέκταση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αλλά τη διαχείριση του «κοινωνικού κόστους» της κρίσης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης που προκάλεσε η µείωση των εξωτερικών πόρων, η άνοδος των κοινωνικών απαιτήσεων και των ταξικών αγώνων και η προϊούσα αποβιοµηχάνιση. Η χαµηλή αύξηση της παραγωγικότητας σε σχέση µε τους µισθούς µέσα στη δεκαετία του ‘80 ανάγκασε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να αλλάξει κατεύθυνση εγκαινιάζοντας µια πολιτική λιτότητας το 1985 που θα συνδυαστεί στο ιδεολογικό επίπεδο µε µια κατά µέτωπο επίθεση στις «υπερβολικές απαιτήσεις» των µισθωτών, καταγγέλλοντας τα «µισθολογικά ρετιρέ» των εργαζόµενων στις ∆ΕΚΟ και προσπαθώντας να παίξει το χαρτί του διαχωρισµού κατηγορώντας τους δηµοσίους υπαλλήλους ότι απολαµβάνουν «παχυλούς µισθούς» εις βάρος των χαµηλόµισθων εργαζοµένων του ιδιωτικού τοµέα.
Η πολιτική αυτή οδήγησε αρχικά σε µείωση των µισθών κατά 12.5% και σε αύξηση των κερδών κατά 150% από το ‘85 έως το ‘87, συναντώντας, ωστόσο, την ένταση των κοινωνικών αγώνων της «εξασφαλισµένης» εργατικής τάξης (απεργίες καθηγητών, ∆ΕΚΟ κλπ), που συνέχισε να έχει επιθετικά αιτήµατα τραβώντας όλη την τάξη προς τα πάνω. Οι αγώνες αυτοί ανάγκασαν το ΠΑΣΟΚ να πάρει πίσω την πολιτική «λιτότητας» και η µείωση των µισθών να πέσει στο µισό του αρχικού της µεγέθους. Παρόλο που οι οικουµενικές και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της «κάθαρσης» θα αναλάµβαναν το κυρίως έργο της καπιταλιστικής αντεπίθεσης, η «δυναµική του χρέους» δεν θα ανακοπτόταν, µε αποτέλεσµα να σηµειωθεί µια περαιτέρω αύξησή του µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ‘90 όταν άγγιξε το 108,7% του ΑΕΠ, για να φτάσει στα τέλη της ίδιας δεκαετίας το 114%, στο ίδιο επίπεδο µε το χρέος της Ιταλίας. Όλα αυτά σίγουρα ακούγονται οικεία. ∆ε χρειάζεται και πολύ προσπάθεια για να αναγνωρίσει κανείς το γνωστό «τροπάρι» που επαναλαµβάνουν τα τελευταία είκοσι χρόνια πολιτικοί και δηµοσιογράφοι κάθε φορά που µας καλούν να δουλέψουµε περισσότερο για πολύ λιγότερα προκειµένου «η χώρα να γλιτώσει τη χρεοκοπία».

4.
«Γαµώ το δηµόσιο χρέος µου µέσα!»
(∆ιαδεδοµένη βωµολοχία)

Όπως είπαµε και στην αρχή, η παγκόσµια οικονοµική ύφεση των τελευταίων ετών, που αποτελεί την τελευταία εκδήλωση της διαρκούς κρίσης αναπαραγωγής του πλανητικού κεφαλαίου εδώ και 35 χρόνια, ήταν αναπόφευκτο να επηρεάσει και την εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση. Πέρα όµως από τις όποιες συνέπειες είχε η µείωση της παγκόσµιας οικονοµικής δραστηριότητας στις εξαγωγές του ελληνικού κεφαλαίου, ειδικά στους τοµείς της ναυτιλίας και του τουρισµού, αποτέλεσε επίσης την αφορµή για την αποκάλυψη της διαρκούς κρίσης εκµεταλλευσιµότητας και πειθάρχησης του προλεταριάτου.
Το εθνικό κεφάλαιο και το κράτος του προσπαθούν εδώ και δύο δεκαετίες να αντιµετωπίσουν αυτή την κρίση µε αλλεπάλληλες µεταρρυθµίσεις του εκπαιδευτικού και του ασφαλιστικού συστήµατος• µε ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων για τους νέους• µε νόµους επί νόµων για την πειθάρχηση των µεταναστών και τον έλεγχο των ροών της µετανάστευσης• µε περικοπές επιδοµάτων, µισθών και κοινωνικών παροχών που συνδυάστηκαν µε την επέκταση της ατοµικής πίστωσης. Παρά τις σηµαντικές επιτυχίες που σηµείωσε το ελληνικό κεφάλαιο την περίοδο 1996-2004 όταν αυξήθηκε ο βαθµός εκµετάλλευσης και η κερδοφορία των επιχειρήσεων, η κρίση δεν αντιστράφηκε οριστικά υπέρ του κεφαλαίου. Όλα αυτά τα µέτρα υποτίµησης, πειθάρχησης και διαίρεσης της εργατικής τάξης, και µέσω αυτών της µετακύλισης του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναµης στους ίδιους τους εργαζόµενους, δεν απέδωσαν τους αναµενόµενους καρπούς.
Όπως δείχνουν οι στατιστικές τους, η παραγωγικότητα της εργασίας επιβραδύνεται συνεχώς από το 2004 και µετά –λόγω, µεταξύ άλλων, της επιβράδυνσης µετά την ολυµπιάδα των επενδύσεων σε σταθερό κεφάλαιο (π.χ. µηχανολογικό εξοπλισµό, οδικά έργα και κτιριακές κατασκευές) – ενώ αντιθέτως το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος αυξάνεται. Με άλλα λόγια, ο βαθµός εκµετάλλευσής µας µειώνεται, καθώς οι µισθοί αυξάνονται πιο γρήγορα από την παραγωγικότητα. Όπως λένε οι ίδιοι οι καπιταλιστές στις µελέτες τους (π.χ. στις εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδας), αυτό οφείλεται στη «µη προσαρµοσµένη συµπεριφορά» µας απέναντι στους στόχους της «εθνικής ανάπτυξης», µε άλλα λόγια στην απειθαρχία µας, στους «υψηλούς» µισθούς του δηµόσιου τοµέα και στις «υπερβολικές» αυξήσεις που συµφώνησε η ΓΣΕΕ µε τον ΣΕΒ το 2008. Προσθέτουν επίσης ότι δεν έχουν προχωρήσει όσο θα έπρεπε οι ιδιωτικοποιήσεις των ∆ΕΚΟ και, γενικότερα, η απορρύθµιση και ότι η αγορά εργασίας συνεχίζει να είναι «δύσκαµπτη» επιβαρύνοντας ακόµα περισσότερο την κατάσταση και, µάλιστα, µε ένα µονιµότερο τρόπο. Από την άλλη µεριά, οι δηµόσιες δαπάνες που σχετίζονται µε την εκπαίδευση, τους µισθούς στο δηµόσιο τοµέα και τις λεγόµενες «κοινωνικές µεταβιβάσεις» (δηλαδή χρήµατα για επιδόµατα και συντάξεις) αυξάνονται συνεχώς την τελευταία δεκαετία.
Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, η κερδοφορία του κεφαλαίου επιβραδύνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια µε αποτέλεσµα να ξεκινήσει να πέφτει από το 2006 και µετά, για να καταβαραθρωθεί το α’ εξάµηνο του 2009 κατά 51,5% σε σχέση µε την ίδια περίοδο του 2008, λόγω και της παγκόσµιας ύφεσης. Η πτώση του τζίρου και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων οδήγησε µε τη σειρά της σε µεγάλη µείωση των επενδύσεων λόγω της αυξανόµενης αδυναµίας τους να πάρουν πιστώσεις από τις τράπεζες. Άλλωστε, οι τράπεζες επηρεάστηκαν άµεσα καθώς είδαν τα κέρδη τους να µειώνονται δραµατικά λόγω της σηµαντικής αύξησης των ζηµιών που προέρχονται από την καθυστέρηση ή ακόµα και από την µη αποπληρωµή των δανείων, έχοντας επιπλέον γενικότερο πρόβληµα ρευστότητας λόγω της διεθνούς χρηµατοπιστωτικής κρίσης. Αυτό πρακτικά σηµαίνει ότι το ρευστό που υπάρχει σταµατάει να κυκλοφορεί. Για παράδειγµα οι τράπεζες σταµατάνε να δανείζουν η µία την άλλη ή/και δανείζουν µε πολύ υψηλά επιτόκια. Όπως είναι φυσικό, το κράτος δεν έµεινε αµέτοχο. Έσπευσε να αντιµετωπίσει τα προβλήµατα που δηµιούργησε το ξέσπασµα της κρίσης αυξάνοντας τις δαπάνες του µέσα στο 2009 κατά 10,9% για να στηρίξει την καπιταλιστική συσσώρευση, συνεισφέροντας έτσι στο ΑΕΠ κατά 1,7%. Ταυτόχρονα παρείχε στις τράπεζες κεφάλαια 28 δις ευρώ, ποσό που ανέρχεται σε 11,5% του ΑΕΠ, για να σώσει την κερδοφορία τους, κάτι που θα συνεχίσει και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρέχοντας 10 δις ευρώ επιπλέον. Οι τράπεζες χρησιµοποίησαν αυτά τα κεφάλαια για να αγοράσουν κρατικά οµόλογα, η τιµή των οποίων είχε πέσει στις αρχές του 2009 λόγω αντίστοιχων πιέσεων µε αυτές που ασκούνται σήµερα στις διεθνείς χρηµατοπιστωτικές αγορές. Ωστόσο, η τιµή των οµολόγων ξανανέβηκε γρήγορα µέσα στο α’ εξάµηνο του 2009 συµβάλλοντας στο να εµφανίσουν οι τράπεζες κέρδη, παρόλο που οι χορηγήσεις δανείων προς επιχειρήσεις και «νοικοκυριά» επιβραδύνθηκαν. Αν το κράτος δεν είχε κάνει αυτές τις «διευκολύνσεις» οι τράπεζες θα εµφάνιζαν ζηµιές 217 εκ. ευρώ… Επιπλέον, οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν και για άλλους λόγους όπως π.χ. για την πληρωµή των επιδοµάτων των ανέργων που πολλαπλασιάστηκαν, ενώ τα έσοδα από τους φόρους και τις εισφορές µειώθηκαν λόγω της ύφεσης. Φυσικά, το αποτέλεσµα ήταν να εκτιναχθεί τόσο το έλλειµµα όσο και το δηµόσιο χρέος, φτάνοντας το 12.5% και το 112.6% αντίστοιχα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Υψηλότερό έλλειµµα είχε το 2009 µόνο η Βρετανία (13%) µε δηµόσιο χρέος που ανέρχεται σε 68.6%, και ακολουθούν η Ισπανία µε έλλειµµα 11.25% και χρέος 54.3%, η Ιρλανδία µε έλλειµµα 10.75% και χρέος 65.8%, η Ιταλία µε έλλειµµα 5.3% και χρέος 114.6%, ενώ αντίστοιχα η Γερµανία παρουσίασε έλλειµµα 3.5% µε χρέος 73.1%. Ο µέσος όρος του ελλείµµατος και του χρέους στη ζώνη του ευρώ ήταν το 2009 6.5% και 78.2% αντίστοιχα, µε τάσεις ανόδου.
Η σηµερινή τακτική της διεθνούς του κεφαλαίου (ECOFIN, EUROGROUP, ∆ΝΤ), των «οίκων αξιολόγησης» και, πάνω από όλα, του ίδιου του ελληνικού κράτους και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εντάσσεται στα πλαίσια της λεγόµενης «δηµοσιονοµικής προσαρµογής», µιας ευρύτερης στρατηγικής που ακολουθείται από το κεφάλαιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και 20 χρόνια. Στην προσπάθεια τους λοιπόν να στηρίξουν την καπιταλιστική συσσώρευση που βρίσκεται σε κρίση προσπαθούν να µας βάλουν χοντρό κωλόχερο για να αυξήσουν το βαθµό εκµετάλλευσης και να µετακυλήσουν το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής µας δύναµης σε εµάς τους ίδιους, µειώνοντας τις «µη-παραγωγικές» δηµόσιες δαπάνες. Στη µυστικοποιηµένη σφαίρα της οικονοµίας και στη γλώσσα που της αντιστοιχεί η πολιτική αυτή ονοµάζεται «δηµοσιονοµική εξυγίανση» για τη στήριξη της «πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας» και τη «µείωση του κόστους δανεισµού». Η έννοια της «εξυγίανσης» έχει όµως και ένα κυριολεκτικό νόηµα: σε συνθήκες οικονοµικής ύφεσης οι επιχειρήσεις που δεν είναι επαρκώς κερδοφόρες και παραγωγικές αναγκάζονται να κλείσουν• το µη-αποδοτικό κοµµάτι του κεφαλαίου καταστρέφεται για να µπορέσει και πάλι να ξεκινήσει η ανοδική πορεία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. ∆εν είναι τυχαίο ότι στο τρίτο τρίµηνο του 2009 έβαλαν λουκέτο περίπου 19.000 εµπορικές επιχειρήσεις.
Έτσι, αυξάνουν τους έµµεσους φόρους (π.χ. αύξηση της φορολογίας στα καύσιµα, τα ποτά και τα τσιγάρα, εξαγγελία αύξησης του ΦΠΑ)• αναδιαρθρώνουν την άµεση φορολογία επιβαρύνοντας περισσότερο την εργατική τάξη – ενώ έχουν µειώσει όλα αυτά τα χρόνια τη φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων• προωθούν αφενός το ανταποδοτικό ασφαλιστικό σύστηµα –µεταρρύθµιση που οδηγεί µεταξύ άλλων στη µείωση των συντάξεων– και αφετέρου την αύξηση των ορίων ηλικίας σε µια προσπάθεια µετακύλισης του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναµης στους ίδιους τους προλετάριους• εξαγγέλλουν την απελευθέρωση των απολύσεων• και, φυσικά, επιτίθενται στους «απαράδεκτα υψηλούς» –για το κεφάλαιο– μισθούς του δηµόσιου τοµέα (που µάλιστα αντιστοιχούν, όπως λένε, σε µια «χρονίως χαµηλή παραγωγικότητα») µέσα από την περικοπή των επιδοµάτων, των υπερωριών και την επαπειλούµενη κατάργηση του 14ου και του 13ου µισθού. Και δεν πρέπει να ξεγελιόµαστε, παρόλη την προπαγανδιστική φιλολογία περί ρετιρέ και «προνοµιούχων» που διακινούν οι πληρωµένες πένες, η µείωση των µισθών στο δηµόσιο τοµέα πολύ γρήγορα θα µεταφραστεί σε αντίστοιχη και πιθανότατα ακόµα µεγαλύτερη συµπίεση των µισθών στον ιδιωτικό τοµέα. Άλλωστε, οι ίδιοι οι καπιταλιστές το έχουν κάνει σαφές στη συζήτηση που έχει ανοίξει για την περικοπή του 14ου και του 13ου µισθού.

5.
«Κουφάλες, δεν ξοφλάµε τίποτα, γιατί δεν έχουµε ξοφλήσει ακόµα!»
(Σύνθηµα σε τοίχο)

Ωστόσο, η ολοµέτωπη αυτή επίθεση χρειάζεται να νοµιµοποιηθεί στη «συνείδηση του κόσµου». Για να δουλέψουµε περισσότερο για λιγότερα θα πρέπει να αποδεχθούµε ότι υπηρετούµε κάτι που µας υπερβαίνει, κάτι που απαιτεί από εµάς θυσίες, ειδικότερα δε όταν πολύ πρόσφατα αµφισβητήθηκε τόσο βίαια η προσταγή του κράτους και του κεφαλαίου. Αυτό είναι το διακύβευµα στην παρούσα σύγκρουση µεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, και οι καπιταλιστές το γνωρίζουν πολύ καλά. Έτσι η αιτία της κρίσης αποδίδεται σε ένα σχεδόν µεταφυσικό αλλά αναπόδραστο κόσµο αγορών, στατιστικών, οίκων αξιολόγησης, σπεκουλαδόρων και πάει λέγοντας. Αυτό το πέπλο της µυστικοποίησης στόχο έχει να αποκρύψει την πραγµατική πηγή της κρίσης που είναι η σπασµωδική αλλά επίµονη άρνηση του παγκόσµιου προλεταριάτου να υποταχθεί πλήρως στο κεφάλαιο και η κυκλοφορία των αγώνων του.
Το ελληνικό κράτος µε τη σηµερινή πασοκική µορφή του σε αγαστή συνεργασία µε τους ευρωπαίους εταίρους και φυσικά µε τα καθίκια των µέσων µαζικής ενηµέρωσης όξυναν την ιδεολογική τροµοκρατία ρίχνοντας το πιο ισχυρό τους χαρτί, την «εθνική ενότητα». Σε περιόδους κρίσης, οι εταίροι µετατρέπονται ως δια µαγείας σε άνωθεν εντολείς και αντιπάλους• το ενοποιηµένο ευρωπαϊκό χωριό που ζει αρµονικά και συναποφασίζει δηµοκρατικά διαλύεται µέσα στη φαινοµενικότητα της υπεράσπισης της πατρίδας, η οποία γίνεται ζήτηµα υψίστης σηµασίας. Με λίγα λόγια, προσπαθούν να µας πείσουν ότι δε θα δουλεύουµε πλέον για να πλουτίζουν τα αφεντικά µας αλλά για το καλό της πατρίδας. Η πατρίς χρειάζεται θυσίες!
Η «κρίση του χρέους» προσφέρει µια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη συσπείρωση γύρω από τη µορφή έθνος-κράτος, δηλ. τη βίαιη συσπείρωση των προλετάριων γύρω από τα συµφέροντα των αφεντικών τους. ∆ιευκολύνει τα σχέδια των καπιταλιστών για ακόµα µεγαλύτερη πειθάρχηση του προλεταριάτου, µεγαλύτερη παραγωγικότητα και τελικά υψηλότερα κέρδη. Μια φράση του πρωθυπουργού αρκεί για να καταλάβουµε το στηµένο παιχνίδι: «…είναι καθαρό ότι έτσι όπως χειριστήκαµε τα οικονοµικά µας, αφαιρείται ένα κοµµάτι της κυριαρχίας µας που πρέπει να το πάρουµε πίσω µε την αξιοπιστία µας, το πρόγραµµά µας και την αυτοθυσία του καθενός». Η δική του «θυσία» να «παραχωρήσει κοµµάτι της κυριαρχίας της χώρας» συνεπάγεται τη δική µας αυτοθυσία για «να το πάρουµε πίσω». Μόνο που θα πρέπει να το πληρώσουµε πολύ ακριβά αυτό το «κοµµάτι», µε περισσότερη δουλειά, λιγότερα λεφτά, βαθύτερους διαχωρισµούς και εντονότερο ανταγωνισµό µεταξύ µας για να µη βρεθούµε στο αυξανόµενο εφεδρικό στρατό των ανέργων. Όποιος δε συναινεί, προδίδει την «εθνική µας αποστολή». Εξάλλου ο πρωθυπουργός το δήλωσε: «Χρειάζονται θυσίες, δεν αντέχουµε µπλόκα και απεργίες». Είναι ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και οι καπιταλιστές φοβούνται την κοινωνική αναταραχή που µπορεί να ξεσπάσει όταν αρνηθούµε εµπράκτως να γίνει η ήδη αλλοτριωµένη ζωή µας ακόµα χειρότερη.
Οι ιδεολόγοι του συστήµατος προσπαθούν µε κάθε µέσο να εξαλείψουν ακόµα και από τη µνήµη την εξέγερση του ∆εκέµβρη. Οι κινήσεις του κράτους δείχνουν ότι αυτό το φάντασµα αποτελεί το χειρότερο εφιάλτη τους, ειδικά τώρα που διαφαίνεται ότι στο άµεσο µέλλον µπορεί να µην αφορά µόνο µια µειοψηφία του προλεταριάτου. Όταν απαιτούν κοινωνική ειρήνη, ξέρουν ότι ποντάρουν σε έναν ανεξέλεγκτο παράγοντα, τους προλετάριους. Γι’ αυτό η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φοράει το ανθρωπιστικό-αντιρατσιστικό της προσωπείο και ταυτόχρονα κραδαίνει στο χέρι το γκλοµπ του µπάτσου. Η κοινωνική συναίνεση πρέπει να επιβληθεί πάση θυσία. Γέµισε τους δρόµους της Αθήνας µε κάθε λογής µπάτσους προσπαθώντας να ελέγξει οποιονδήποτε χώρο µπορεί να µετατραπεί σε πεδίο αγώνα και σύγκρουσης. Tην πιο καλή δουλειά όµως µέχρι τώρα την έχει κάνει η συνδικαλιστική αστυνοµία, η κλαδική-συντεχνιακή νοοτροπία και ο ατοµικισµός που φροντίζουν να περνάνε τα νέα µέτρα µε τις µικρότερες δυνατές αντιστάσεις.
Για να ξαναγυρίσουµε στο Νίτσε, «αυτός ο κόσµος, στο βάθος, δεν έχασε ποτέ πια τη χαρακτηριστική µυρουδιά του αίµατος και του µαρτυρίου» – κάτι που µας θύµισε πρόσφατα ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Α. Λοβέρδος όταν προαναγγέλλοντας τα «σκληρά αλλά αναγκαία µέτρα» δήλωσε ότι «Θα χυθεί αίµα!». Ίσως, όµως, άθελά του να προανάγγειλε την καταιγίδα που αντί για την αποσύνθεση του προλεταριάτου θα φέρει την ανασύνθεση των αγώνων ενάντια στη συνδικαλιστική αστυνοµία και θα στείλει το «δηµόσιο έλλειµµα» στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας µαζί µε το έλλειµµα ζωής, που είναι το µόνο πραγµατικό.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΞΟΦΛΗΣΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΜΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ!

Οίκος αξιολόγησης Proles & Poors

Δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι (με αφορμή την απόλυση του Ντίνου Παλαιστίδη από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ)

Των Αρετή Μουσουλιώτη, Κώστα Σβόλη

Μπορεί κάποιες φορές να είναι εξοργιστικό, άλλοτε δυσάρεστο (για κάποιους ίσως και οδυνηρό) σε κάθε περίπτωση πάντως αποκαλυπτικό και εποικοδομητικό να επιβεβαιώνεται μέσα από τη συγκρουσιακή καθημερινότητα και ως αναλυτικό εργαλείο της η αντίληψη πως η θέση καθορίζει τη συνείδηση και όχι το αντίστροφο.
Και εξηγούμαστε: Παρέλασαν μπροστά στα μάτια μας σαράντα εννιά (ως τώρα) υπογραφές, εντυπωσιακές, «δημοσίων» ανθρώπων με αναγνωρισμένη προσφορά στο χώρο του πολιτισμού, καταλαμβάνοντας με το ονοματεπώνυμο και τις ιδιότητές τους σχεδόν τόσο χώρο όσο και το σύντομο κείμενο που υποβάσταζαν στους ώμους τους. Πρόκειται για το κείμενο υποστήριξης προς τις εκδόσεις ΑΓΡΑ.
Για όποιον δεν κατάλαβε η πάλη των τάξεων τελείωσε, πολλώ δε μάλλον που στον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο δεν άρχισε ποτέ (λόγω της φιλελεύθερης διεύθυνσης που τόσα χρόνια με τη φιλεργατική πολιτική της στάθηκε υπεράνω τέτοιων αγοραίων οχλήσεων). Η αλήθεια είναι πως το ύφος, το περιεχόμενο, την αισθητική και την επιλογή σε ορισμένες περιπτώσεις έκδοσης βιβλίων όχι με κριτήρια εμπορικότητας, θα μπορούσε να τα διακρίνει ένας κοινός θνητός. Η αλήθεια επίσης είναι πως το μόχθο που ανεβάζει τα βιβλία στα συγκεκριμένα ράφια μπορεί να τον διακρίνει και να τον νοιώσει δικό του μονάχα όποιος αναγνωρίζει την υποκειμενικότητά του στην πολύμορφη εργατική τάξη.
Οι άνθρωποι που στριμώχτηκαν κάτω απ’ το συγκεκριμένο κείμενο, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, δεν φαίνεται να έχουν εν τοις πράγματι μεγάλη σχέση με τη φιγούρα ενός 45χρονού βιβλιοϋπάλληλου που 20 χρόνια τώρα δουλεύει στο χώρο του βιβλίου ως εργάτης βιοποριζόμενος με τα λεφτά της συλλογικής σύμβασης, άντε και κάτι παραπάνω. Είναι πολύ χαριτωμένο να αυτοανακηρύσσονται τιμητές μιας ακόμα απόλυσης, δηλαδή ενός ακόμη χαμένου μεροκάματου, άνθρωποι που στην πλειονότητά τους (κι όσοι δεν ανήκουν σ’ αυτούς ας πρόσεχαν με ποιους συνυπογράφουν) είναι αμφίβολο αν ποτέ αναγνώρισαν κομμάτι του «εργασιακού» τους βίου σε ανάλογες συνθήκες.
Είναι επίσης καταπληκτικό πόσο γνώστες των εργατικών δικαιωμάτων είναι όταν αποφαίνονται πως «η δικαιολογημένη κατά την ΑΓΡΑ απόλυση θα κριθεί στα δικαστήρια». Αναρωτιόμαστε αν έχουν παρακολουθήσει έστω και μια εργατική δίκη για να ξέρουν πόσα μεροκάματα στοιχίζει στον εργαζόμενο, πόσο κόπο να συγκεντρωθούν οι μάρτυρες, πόσο γερό νευρικό σύστημα για να αντέξει μια διαδικασία κατά την οποία το αφεντικό πάντα κλαίγεται και η έδρα των 4.000 ευρώ (κατά μέσο όρο) μηνιαίως «καλείται» να αποφανθεί αμερόληπτα αντικειμενικά τη ζωή των 700-1000 ευρώ. Αναρωτιόμαστε ακόμη μήπως η επαφή τους με τον συνδικαλισμό περιορίζεται σε συναναστροφές με στρουμπουλούς εργατοπατέρες σε εγκαίνια χώρων τέχνης, στα φουαγιέ θεάτρων και σινεμά, σε επίσημες πρεμιέρες, και πολιτιστικά γεγονότα που καλύπτουν τα δελτία ειδήσεων.
Αν οι υποψίες μας (ευγενική διατύπωση ημών των συντακτών) είναι αληθινές, τότε πιθανότατα οι 49 θα εκπλαγούν βλέποντας τις υπογραφές στήριξης του απολυμένου συνδικαλιστή: στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι, εργάτες/τριες, άνεργοι/ργες, ένας κόσμος δηλαδή με τον οποίο τους χωρίζουν αιώνες αγώνων, αξιοπρέπειας, θεωρίας και πράξης πραγματωμένης. Ένας αόρατος για τους περισσότερους απ’ αυτούς κόσμος, για τον οποίο αν κάποτε μίλησαν ήταν ίσως γιατί αποτέλεσε θησαυρό έμπνευσης καλλιτεχνικής, κλείνοντας ωστόσο τα αυτιά στις κραυγές τους, τα μάτια στα υπαρκτά πρόσωπά του, τη μύτη στις εκκρίσεις του παλλόμενου σώματός του. Μίλησαν (;) για να ακουστούν και να μεγαλουργήσουν οι ίδιοι (και εν πολλοίς τραγουδήσαμε κι εμείς το «εστιατόριο που τρων τα συνεργεία» μα στο δικά μας ταβερνεία).
Ψευδαισθήσεις ούτε είχαμε ούτε έχουμε. Την εκκωφαντική σιωπή του «πνευματικού κόσμου» απέναντι στην περσινή εξέγερση, και τα αλαλάζοντα κύμβαλα κάποιων εξ’ αυτών που επένδυσαν ηχητικά την απέχθεια και τον αποτροπιασμό σύσσωμης της άρχουσας τάξης απέναντι στη «βία» και τον «σκοταδισμό» των εξεγερμένων, ξέραμε τι θα τα ακολουθήσει.
Για μια ακόμη φορά ο λόγος τους (όπως και η σιγή εκείνων που δεν συμφωνούν) έρχεται να συμπληρώσει ως ιδεολογικός βραχίονας τη βία, την εκμετάλλευση και το διανοητικό αβδηριτισμό μιας εξουσίας τραυματισμένης και άρα επικίνδυνης.
Κάθε δημόσια πράξη είναι έκθεση και ως τέτοια κρίνεται και αποτιμάται. Στις μέρες που ζούμε είναι προφανές πως θα ασκηθεί το υπέρτατο δικαίωμα της αστικής δημοκρατίας τους: η ελευθερία του λόγου. Κι αυτή θα υπηρετήσει με την πραγματική κίνηση των σωμάτων αντίπαλα στρατόπεδα, θα συμμετάσχει όσο της αναλογεί στην κοινωνική σύγκρουση των από κάτω με τους από πάνω, παρά τα κροκοδείλια δάκρυα περί κοινωνικής ειρήνης, εθνικής ομοψυχίας και ενότητας.
Όπως και άλλοτε έτσι και τώρα θα κληθούμε όλες και όλοι να πάρουμε θέση και τέτοια κείμενα (σαν των 49 και σαν το δικό μας) δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να υπενθυμίζουν ότι η εργατική αλληλεγγύη είναι εργατική αρετή όπως και η σύμπνοια είναι στις πρακτικές των εξουσιαστών. Μας δίνει μεγάλη χαρά κάθε φορά που οι συγκυρίες αποκαλύπτουν και δηλώνουν θέσεις, προθέσεις, διαθέσεις και διαθεσιμότητες. Η γιορτή άρχισε κι ας μη λείψει κανείς…

Με τέσσερα χέρια
οι από κάτω Αρετή Μουσουλιώτη, Κώστας Σβόλης

Οι 49 διανοούμενοι και ο απολυμένος Ντίνος Παλαιστίδης

Του Κώστα Δεσποινιάδη

Μα οι κατάλληλοι άνθρωποι πάντοτε βρίσκονται – δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
Μανώλης Αναγνωστάκης

Στις 17 Φεβρουαρίου κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο (και δύο μέρες μετά αναδημοσιεύτηκε στην Αυγή) ένα «Κείμενο υποστήριξης των εκδόσεων Άγρα» υπογεγραμμένο από 49 διανοούμενους (πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, συγγραφείς, μεταφραστές κ.ά.). Βλέποντας κανείς τον τίτλο του κειμένου, θα υπέθετε εύλογα ότι οι εκδόσεις Άγρα και ο Σταύρος Πετσόπουλος διώκονται για κάποιο βιβλίο που εξέδωσαν, κινδυνεύουν με δίκες και καταδίκες, και –όπως θα ήταν αναμενόμενο σε μια τέτοια περίπτωση- οι διανοούμενοι του τόπου συσπειρώνονται στο πλευρό του εκδότη. Διαβάζοντας όμως το μικρό κείμενο που προηγείται των υπογραφών, διαπιστώνει κανείς ότι η αφορμή είναι άλλη (η απόλυση του βιβλιοϋπαλλήλου των εκδόσεων Άγρα Ντίνου Παλαιστίδη και οι συνακόλουθες κινητοποιήσεις συναδέλφων του για την ανάκληση της απόλυσής του).
Αν μη τι άλλο προκαλεί τουλάχιστον εντύπωση η κινητοποίηση 49 γνωστών διανοουμένων για μια εργασιακής φύσης διαφορά σε μια επιχείρηση, και προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση ότι η κινητοποίηση αυτή δεν γίνεται υπέρ του… αντικειμενικά αδυνάτου, του υπαλλήλου, αλλά υπέρ αυτού που απ’ τις αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες βρίσκεται στη θέση του ισχυρού, υπέρ αυτού δηλαδή που την επομένη της απόλυσης η ζωή του συνεχίζεται κανονικά και δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της ανεργίας και το χειροπιαστό και διόλου «θεωρητικό» ζήτημα της επιβίωσης.
Ο γράφων δεν μπορεί φυσικά να μπει στην ουσία της εργασιακής διαφοράς, μιας και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα διαδραματισθέντα στην επιχείρηση, από θέση αρχής όμως, φαντάζομαι, κάθε άνθρωπος που δεν είναι θαυμαστής της Μάργκαρετ Θάτσερ βρίσκεται στο πλευρό του εργαζόμενου και όχι του εργοδότη.
Το κείμενο όμως των 49 διανοουμένων, πέρα από την αρχική έκπληξη, σε μια δεύτερη ανάγνωση προκαλεί το λιγότερο οργή ακόμα και σε έναν «ουδέτερο παρατηρητή», βρίθει λογικών αλμάτων και γεννά ορισμένα ζητήματα πνευματικού ήθους και μερικά, ρητορικά μάλλον, ερωτήματα. Λένε, για παράδειγμα, οι 49 στο κείμενό τους (ολόκληρο υπάρχει πλέον και στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Άγρα και εύκολα μπορεί να το βρει κανείς): Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο έχουμε επί χρόνια συνεργασία με τον Σταύρο Πετσόπουλο και τις Εκδόσεις Άγρα και γνωρίζουμε όχι μόνο τη σπουδαία συμμετοχή τους στα γράμματα αλλά και τις εργασιακές συνθήκες απόλυτου σεβασμού του προσώπου των εργαζομένων και των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων τους που από την ίδρυση του εκδοτικού οίκου επικρατούν σ’ αυτόν.
Πρώτον, πώς είναι δυνατόν να ξέρει ένας συγγραφέας ένας μεταφραστής ή ένας καθηγητής Πανεπιστημίου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι πωλητές, οι αποθηκάριοι και οι κούριερ οποιουδήποτε εκδοτικού οίκου; Κατ’ αντιστοιχία, όταν παίρνουμε στα χέρια μας ένα καλοτυπωμένο βιβλίο, οποιουδήποτε εκδότη, ξέρουμε κάτω από ποιες συνθήκες δουλεύουν οι γραφίστες στα ατελιέ, οι πιεστές στα τυπογραφεία και οι υπάλληλοι των βιβλιοδετείων; Κατά δεύτερο, τι σχέση έχει η ποιότητα του εκδοτικού προϊόντος με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουν οι υπάλληλοι του εκδοτικού οίκου; Με αυτή την «λογική», θα ήταν αυτονόητο ότι οι υπάλληλοι της αυτοκινοτοβιομηχανίας Πόρσε, για παράδειγμα, δουλεύουν σε έναν επαγγελματικό παράδεισο και ουδεμία συνδικαλιστική διεκδίκηση εκ μέρους τους θα ήταν επιτρεπτή, εφόσον το προϊόν της εταιρείας τους είναι το καλύτερο της αγοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, το κείμενο στήριξης των συναδέλφων του Παλαιστίδη στην Άγρα και η απεργία στην οποία έχουν προχωρήσει με αφορμή την απόλυσή του θα έπρεπε να κάνουν τους υπογράφοντες περισσότερο επιφυλακτικούς.
Συνεχίζουν οι 49 διανοούμενοι στο κείμενό τους: Τις τελευταίες μέρες με οργή και θλίψη διαπιστώνουμε ότι με αφορμή την απόλυση εργαζομένου από τον εκδοτικό οίκο, υπό συνθήκες που ασφαλώς θα κριθούν από τα δικαστήρια, ο εκδοτικός οίκος επιχειρείται να εμφανιστεί ως διώκτης των συνδικαλιστικών ελευθεριών που εκφοβίζει και απολύει εργαζόμενους. Τίποτα δεν είναι αναληθέστερο από τους παραπάνω ισχυρισμούς και γι’ αυτό αισθανόμαστε την ανάγκη να προβούμε σε δημόσια δήλωση για να προστατέψουμε τις Εκδόσεις Άγρα από τη συκοφάντηση και το διασυρμό. Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σοβαρά. Καταρχάς γιατί αποτελεί «συκοφάντηση και διασυρμό» η όλη κινητοποίηση, τη στιγμή που η επιθεώρηση εργασίας σε πρώτη φάση γνωμοδότησε υπέρ του εργαζομένου. Επιπλέον, από πότε το κατοχυρωμένο δικαίωμα στη απεργία συνιστά σπίλωση για το κύρος μιας επιχείρησης; Άραγε οι υπογράφοντες δεν διεκδικούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα στην απεργία ή στην προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας; Όσοι απ’ τους υπογράφοντες είναι εκλεγμένοι σε συνδικαλιστικά όργανα του επαγγελματικού τους κλάδου, θεωρούν ότι η απεργία συκοφαντεί και διασύρει τον εκάστοτε εργοδότη; Δέχονται μήπως οι, στην πλειονότητά τους, δημόσιοι υπάλληλοι που υπογράφουν να παραχωρήσουν τη μόνιμη και εξασφαλισμένη από το κράτος εργασιακή τους θέση; (Εργασιακή θέση που, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι εξασφαλισμένη ακόμα και όταν κάποιος παραμένει επί 30 χρόνια καθηγητής πανεπιστημίου δίχως να έχει δημοσιεύσει ούτε ένα επιστημονικό έργο).
Δεν θα επεκταθώ σε άλλα «προβληματικά», τουλάχιστον, σημεία της επιστολής (μερικά θέτουν εξόφθαλμα υπό αμφισβήτηση την ειλικρίνεια ορισμένων εκ των συντακτών και προσβάλουν τη νοημοσύνη μας• πώς μπορεί, για παράδειγμα να ξέρει κάποιος τι συνέβαινε στον εκδοτικό οίκο από την ίδρυσή του, το 1979, όταν τότε ήταν μαθητής. Ή πώς μπορεί να ξέρει κάποιος τι συνέβαινε στα 30 χρόνια λειτουργίας του οίκου όταν έχει γνωρίσει τον εκδότη μόλις πρόπερσι; Για να μην αναφερθώ και σ’ αυτούς που ζουν 500 χιλιόμετρα μακριά από την έδρα των εκδόσεων…) και θα αναφερθώ σε ορισμένα ζητήματα πνευματικού ήθους που ανακύπτουν από την ασυνήθιστη αυτή κίνηση των 49.
Ιστορικά, η συλλογή υπογραφών έχει χρησιμοποιηθεί ως μια συμβολική κίνηση υποστήριξης κάποιου αδυνάτου, κάποιου διωκόμενου ή κάποιου που βρίσκεται στην φυλακή ή γενικότερα κινδυνεύει. Η χρησιμοποίηση του μέσου αυτού για την υπεράσπιση ενός εργοδότη αν μη τι άλλο το ακυρώνει και διαστρεβλώνει την ιστορικότητα αυτής της πρακτικής. Επιπλέον, η κίνηση αυτή των 49 έρχεται να προστεθεί σε πρόσφατες συλλογικές τοποθετήσεις διανοουμένων κατά τον περσινό Δεκέμβρη που όλες είχαν αντιδραστικό πρόσημο, για να το πω όσο πιο κομψά μπορώ. Κάποτε αναφερόμασταν με θλίψη στη σιωπή των διανοουμένων. Φοβάμαι ότι ο καιρός που θα παρακαλάμε να μην πάρουν θέση δεν είναι μακριά.
Σε ιστορικές στιγμές κρίσης και κοινωνικής έντασης όπως αυτή που διανύουμε η θέση που παίρνει ο καθένας είναι κρίσιμη και ενδεικτική. Από την εποχή του Σωκράτη έχει οριστεί με τον πλέον εύγλωττο τρόπο ο ρόλος του καλώς εννοούμενου διανοούμενου. Είναι αυτός που σαν την αλογόμυγα ξυπνά το ράθυμο άλογο της Πόλης και για «ανταμοιβή» τον ποτίζουν κώνειο ή τον ρίχνουν στην πυρά. Δυστυχώς, εδώ και καιρό βλέπαμε διανοούμενους να διαγκωνίζονται ποιος θα πρωτομπεί σε κρατικές επιτροπές και think tanks, ποιος θα ελιχθεί με ρασπουτινική δεξιοτεχνία στο ακαδημαϊκό κατεστημένο και ποιος θα εξασφαλίσει από νωρίς την κρατικοδίαιτη σταδιοδρομία του, προωθώντας ταυτόχρονα όσους περισσότερους μπορεί από το περιβάλλον του. Η επιστολή που υπογράφουν οι 49 διανοούμενοι υπέρ των εκδόσεων Άγρα, φοβάμαι ότι εγκαινιάζει μια νέα εποχή κατά την οποία οι «άνθρωποι του πνεύματος» αυτοπρόσφερτοι θα τάσσονται εναντίον του κάθε αδυνάτου με εξευτελιστικό αντίτιμο μια επιμελημένη και καλαίσθητη έκδοση.

Υ.Γ. Το κείμενο δόθηκε για δημοσίευση στα «Ενθέματα» της Αυγής –από όπου είχα στο παρελθόν ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας– στις 22-2-2010. Δύο ημέρες μετά με ενημέρωσαν ευγενικά ότι δεν μπορούν να το δημοσιεύσουν. Καλό είναι, στις αρχές του 21ου αιώνα, να θυμόμαστε όλοι ότι ο σταλινισμός είναι κυρίως νοοτροπία και λιγότερο ιδεολογία…

Τα γουρούνια και ο γάιδαρος. Ή πώς τα εξημερωμένα ζώα συμβάλλουν στην οικονομία

Οι φραστικοί μύδροι που ο πρωθυπουργός εξαπέλυσε ενάντια στους «κερδοσκόπους» που έχουν στήσει πάρτι με τα ελληνικά ομόλογα τινάζοντας το κόστος του κρατικού δανεισμού σε ιστορικά υψηλά επίπεδα δεν είναι παρά η συγκαλυμμένη έκφραση της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να χειραγωγήσει και να διαχειριστεί τις αντιφάσεις εκείνες που βρίσκονται στον πυρήνα της καπιταλιστικής σχέσης. Και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτοχρόνως και παραδοχή της καθολικής ήττας που υπέστη έμπρακτα η δήθεν «εναλλακτική» πολιτική, σοσιαλδημοκρατικής απόχρωσης, η οποία καθίσταται ανεφάρμοστη, όχι τόσο λόγω των πραγματικών οικονομικών δεδομένων όσο λόγω του συγκεκριμένου πλαισίου, των παγκοσμιοποιημένων παραγωγικών σχέσεων, στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί. Είτε το θέλουμε είτε όχι, «εξακολουθούμε να ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία η παραγωγή για το κέρδος παραμένει η βασική οργανωτική αρχή της οικονομικής ζωής»[1], οπότε κάθε απόπειρα να αποδοθούν ευθύνες στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δυσλειτουργία ή διαταραχή είναι, όπως έλεγε και ο Μαρξ, σαν να «χτυπά κανείς το σακί για να δείρει το γαϊδούρι».[2] Είναι παρόλα αυτά προφανές ότι όσο κι αν χτυπήσουμε το σακί, το γαϊδούρι δεν πρόκειται να θιχτεί ούτε και να πονέσει…
Όμως ο Μαρξ είπε και κάτι άλλο: «Η φλυαρία ότι κανείς δεν θα απασχολούσε το κεφάλαιό του χωρίς να βγάζει κέρδος καταλήγει είτε στην ανοησία ότι οι καλοί μας κεφαλαιοκράτες θάμεναν κεφαλαιοκράτες και χωρίς να απασχολούν το κεφάλαιό τους· είτε σ’ ένα πολύ φτηνό τρόπο να πει κανείς ότι η επικερδής απασχόληση ανήκει στην έννοια του κεφαλαίου».[3] Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο δεν είναι πια κεφάλαιο από τη στιγμή που θα πάψει να αυτο-αυξάνεται και να πολλαπλασιάζεται· δεν μπορεί λοιπόν κανείς να τα βάζει με όσους απλώς «κάνουν τη δουλειά» τους όταν πραγματικός τους στόχος υποτίθεται ότι είναι η εξεύρεση λύσεων για το «ξεπέρασμα της κρίσης».
Αυτό πιθανώς σημαίνει πως υπάρχει κάτι πέρα από την απλή διαπίστωση ότι το «κεϋνσιανής» έμπνευσης μοντέλο που ευαγγελιζόταν προεκλογικά ο νυν πρωθυπουργός είναι ανεπίκαιρο στις μετα-φορντιστικές συνθήκες της ευέλικτης συσσώρευσης. Και για να προλάβω τις τυχόν ενστάσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν αναφορικά με το κατά πόσο δικαιούμαστε να μιλάμε για ένα διακριτό στάδιο του γενικευμένου μοντέλου παραγωγής που μπορεί να αφορά και την ελληνική οικονομία, θα υπενθυμίσω ότι οι συνθήκες του μετα-φορντισμού δεν έχουν να κάνουν με το επίπεδο ανάπτυξης μιας οποιασδήποτε μεμονωμένης χώρας, αφορούν στην ευρύτερη κίνηση του απεδαφικοποιημένου παγκόσμιου κεφαλαίου το οποίο στη χρηματοπιστωτική μορφή του έχει αφήσει πίσω του την υλική βάση της εργασίας, παράγοντας πλέον κέρδος από την ίδια του την υπόσταση ως εμπόρευμα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μιας από τις χώρες «γουρούνια» (το ακρωνύμιο PIG’S περιγράφει ως γνωστόν τις χώρες της ευρωζώνης με «προβληματική» οικονομία, ήτοι Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία), θα λέγαμε πως οι επιχειρούμενες διαρθρωτικές αλλαγές δεν είναι παρά ένας τρόπος βίαιης προσαρμογής του «καθυστερημένου» ελληνικού κράτους στις μετα-φορντιστικές συνθήκες συσσώρευσης, ένα ακόμα δείγμα οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού «εκσυγχρονισμού» που συνεχίζει ακάθεκτος να σαρώνει τα πάντα, επιβεβαιώνοντας την καταστροφική δυναμική του καπιταλισμού.
Στην εποχή που το κεφάλαιο καταστρέφει, παρά τις όποιες επί μέρους αντιστάσεις, τα πολιτισμικά στεγανά και τα παγκόσμια εδαφικά σύνορα, συγκροτώντας την παγκόσμια κοινότητα του κεφαλαίου, τα κράτη, και δη τα περιφερειακά από άποψη πολιτικοοικονομικής ισχύος, δεν κατέχουν πλέον τα μέσα που θα τους παρείχαν τη δυνατότητα να διατηρήσουν τον απαιτούμενο για τη (σχετική) αυτονομία τους έλεγχο πάνω στις ροές του κεφαλαίου, ούτε όμως και εκείνων της εργασίας που με τη μορφή της μετανάστευσης διαταράσσει διαρκώς τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ «εσώκλειστων» και «αποκλεισμένων». Με άλλα λόγια, η οικονομική τους πολιτική υπάγεται σε ένα συνολικό πλέγμα σχέσεων που υπερκαθορίζεται από τις πιο προωθημένες μορφές καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που σέρνουν την ατμομηχανή της «ανάπτυξης» και δίνουν τον τόνο στις εξελίξεις παγκοσμίως. Υποχρεώνονται έτσι, τα κράτη αυτά, να αναδιαμορφώσουν βάσει ενός υπαγορευόμενου νεο-φιλελεύθερου μοντέλου –στην πραγματικότητα, μια κομπογιαννίτικη όπως έχει αποδειχτεί συνταγή– την πολιτική τους, σε μια προσπάθεια να ελέγξουν τον συσχετισμό των δυνάμεων στο εσωτερικό τους, να τιθασεύσουν την εργατική δύναμη εξοντώνοντας το περιττό δυναμικό και να περιορίσουν ασφυκτικά το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής, επιδιώκοντας την προσαρμογή στις νόρμες εξεύρεσης χρηματικών πιστώσεων από τις «αγορές», ανάγοντας αναπόφευκτα τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το κρατικό χρέος σε δείκτες σήμανσης της πορείας προς την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πειθάρχηση της κοινωνίας στις προσταγές του κέρδους.
Οι μύδροι του Παπανδρέου είναι υπ’ αυτό το πρίσμα προσχήματα, άσφαιρα πυρά που βάλουν ενάντια στις φασματικές φιγούρες των κακών «κερδοσκόπων»· μας θυμίζουν τις διαδεδομένες παλαιότερα προκαταλήψεις για τον εβραίο τοκογλύφο, τον χοντρό καπιταλιστή, τον άπληστο τραπεζίτη ή τον μαυραγορίτη, τίποτα περισσότερο από λαϊκίστικες δοξασίες που αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Από παντού μας καλούν να συμβάλλουμε «όλοι μαζί» στην «εθνική προσπάθεια ανάτασης της οικονομίας», να συναινέσουμε αδιαμαρτύρητα και να επωμιστούμε τα βάρη της «εξυγίανσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους», την κοινωνικοποίηση δηλαδή της κρίσης. Να συμμετάσχουμε οικειοθελώς και αγόγγυστα σε μια απόπειρα δομικής αναδιάρθρωσης των σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας, τόσο στο πεδίο της παραγωγής όσο και σε εκείνο της κατανάλωσης. Η ρητορική τους επικαλείται γνωστά και τετριμμένα συνθήματα ή ευφάνταστες ενίοτε παραλλαγές τους προσαρμοσμένες στα σημερινά δεδομένα («φορολογική συνείδηση», «κίνημα των αποδείξεων»(!), «υπεύθυνη στάση απέναντι στο πρόβλημα», «εθνική συναίνεση», «απαραίτητες θυσίες από όλους», «μείωση του παραγωγικού κόστους για αύξηση της ανταγωνιστικότητας», «δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών», «δίκαιη κατανομή των βαρών» κ.λπ., κ.λπ.) που απευθύνονται στα μηχανιστικά αντανακλαστικά και τη συνείδηση του «καλού πολίτη». Στη ρητορική της πειθούς το υποκείμενο είναι πάντοτε ενιαίο και αδιαίρετο, ένα σώμα με κοινή βούληση, το «έθνος», το «κράτος», «εμείς», που κινδυνεύει να αφανιστεί αν δεν αναλάβει ο καθένας από εμάς τις ευθύνες του. Κάθε αναφορά στις πανταχού παρούσες ταξικές διαιρέσεις και στην εκμετάλλευση των πολλών από τους λίγους θάβεται κάτω από το «κοινό συμφέρον», λες και η αιμορραγία της κερδοφορίας του κεφαλαίου μπορεί να σταματήσει μόνο με τη δική μας πλήρη υποταγή, με την εμβάθυνση της δικής μας μιζέριας.
Εξ ορισμού υπ’ αυτές τις συνθήκες της νεο-φιλελεύθερης ιδεολογικής ηγεμονίας, η γονιμότητα των επενδύσεων αποκτά μεταφυσικό χαρακτήρα και το κεφάλαιο ορίζεται ως ζωοποιός ουσία, απαραίτητη για την επιβίωσή μας. Η μυθολογία ανακτά το κύρος της με τη μορφή των οικονομικών αναλύσεων που ποδηγετούν οποιαδήποτε άλλη διάσταση της κοινωνικής συγκρότησης. Τίποτα δεν μοιάζει παράλογο, ούτε καν το γεγονός ότι οι πολύμορφες και πολυσήμαντες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων υπ’ αυτές τις συνθήκες θάβονται με τόση ευκολία πίσω από τους οικονομικούς δείκτες. Αν κάποιος αναζητά το νήμα που ενώνει όλους τους σύγχρονους μύθους θα το βρει δίχως άλλο στο συντακτικό των οικονομολόγων. Και αν απομονώσει τις φράσεις-κλειδιά, που επαναλαμβάνονται γοερά σαν μάντρα από τους πολιτικούς και τους πάσης φύσεως ειδήμονες, θα ανασυστήσει το στοιχειώδες λεξικό της εκμετάλλευσης, της βάσης για την παραγωγή του πλούτου στον καπιταλισμό.
Παρόλα αυτά είναι αδήριτη αλήθεια ότι οποιαδήποτε υπαναχώρηση από μεριάς της ελληνικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά στις μεθόδους που επιβάλλεται να ακολουθήσει ώστε να περιορίσει το κοινωνικό κόστος της εργασίας και να διασφαλίσει την κερδοφορία του κεφαλαίου θα επιφέρει αναπόδραστα ισχυρότερες πιέσεις και σφοδρότερη επίθεση στην εργασία μέσα από τον παγκοσμιοποιημένο μηχανισμό πειθάρχησης που το κεφάλαιο έχει στήσει σε αυτή τη φάση συσσώρευσης. Αν η απειλή της απόλυτης ένδειας που σκιάζει τον ορίζοντα ολοένα και μεγαλύτερων τμημάτων της κοινωνίας δεν αποδειχτεί ένα καλό μέσο εκβιασμού ώστε να αρκεστούν σε ολοένα και μικρότερο μερίδιο από τον παραγόμενο από τους ίδιους κοινωνικό πλούτο και να περιορίσουν το φαντασιακό τους σχετικά με τις δυνάμει εναλλακτικές δυνατότητες για την κοινωνική οργάνωση, τότε θα επιστρατευτεί η απειλή της ωμής βίας, είτε ως πολιτική δικτατορία είτε ως πόλεμος.
Ο ασφυκτικός εναγκαλισμός των «αγορών» υποθάλπει τους χειρότερους εφιάλτες που τα ευχολόγια των πολιτικών ματαίως προσπαθούν να ξορκίσουν. Δεν φταίνε προφανώς ούτε οι «κερδοσκόποι», ούτε η «τεμπελιά» και η «σπάταλη» ζωή μας. Το γαϊδούρι είναι γερά φορτωμένο με λογής λογής σακιά και δεν παίρνει χαμπάρι· όσο κι αν το χτυπάνε το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται να επανέλθει ποτέ ξανά στον «ίσο» δρόμο. Όσο για τα γουρούνια, αυτά φαίνεται πως έχουν ακόμα απόθεμα λίπους και αντέχουν τον υποσιτισμό. Όταν πια θα καταναλωθεί κι αυτό, θα έχει απομείνει ακόμα αρκετή σάρκα για να κατασπαραχτεί. Είναι αλήθεια πως μπορείς να αξιοποιήσεις ολόκληρο το γουρούνι, εκτός ίσως από τις κραυγές του την ώρα που το σφάζεις…

[1] David Harvey, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, μτφρ.: Ε. Αστερίου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2009, σ. 171.
[2] Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie), τόμ. Β΄, εισαγ.-μτφρ. Διονύσης Διβάρης, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1990, σ. 174.
[3] Ό.π., σ. 199, έμφαση στο πρωτότυπο.

«Ο καπιταλισμός παραπαίει. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πέσει»*

Καλώς ορίσατε στο εργαστήριο των θαυμάτων! Εδώ, όπου το κενό που δημιουργεί η έλλειψη ελπίδας πληρώνεται με καθησυχαστικές υποσχέσεις για ένα «νέο ξεκίνημα»· εδώ, όπου τα υπουργεία μετονομάζονται και αποκτούν μέσω της γλωσσικής επανασήμανσής τους «νέο νόημα», λαμβάνουν αίφνης θετικό πρόσημο, σαν ένα είδος εξορκισμού του Κακού που μέχρι χθες σήμαιναν. (Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα το υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη» και η πολιτική της «μηδενικής ανοχής» που εφαρμόζει ο ηγεμών της Τάξης Χρυσοχοΐδης, καταδεικνύοντας τη σχιζοφρένεια αυτής της διαδικασίας αναβάπτισης.) Έτσι, έστω κι αν στην πραγματικότητα η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ. παρέλαβε θριαμβευτικά τη σκυτάλη από την προηγούμενη δεξιά «αντίπαλό» της συνεχίζοντας την ίδια τυφλή κούρσα στον άγονο τόπο της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που κι αυτή βαφτίστηκε τώρα «πράσινη»!), υπό το άγρυπνο βλέμμα και την αυστηρή επιτήρηση της Ε.Ε. και των «διεθνών αγορών», θέλει να καυχιέται ότι «δεν είναι ίδια» με εκείνη που απέτυχε οικτρά να διαγνώσει τα συμπτώματα αποσύνθεσης του «κοινωνικού σώματος» και να εφαρμόσει με αποφασιστικότητα και τόλμη την κατάλληλη θεραπεία προκειμένου να το διασώσει. Είναι φυσικό, λοιπόν, λένε, να αποδεχτούμε αβίαστα όλοι, για μια ακόμη φορά, ότι η «κρίσιμη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα» απαιτεί ειδική, εντατική θεραπευτική αγωγή – και το («νέο») ΠαΣοΚ είναι αποφασισμένο να την εφαρμόσει. Όπως εξίσου θεμιτό είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να τεθούν στο περιθώριο και να απομονωθούν, να ονομαστούν «εχθροί», όλοι εκείνοι που δεν συμμερίζονται αυτή την αναγκαιότητα και δεν στέργουν στα «απαραίτητα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν», αλλά συνεχίζουν να αγωνίζονται δυναμικά, όχι φυσικά για την «οικονομική ανάκαμψη» και την ανάκτηση της «διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας», αλλά για την εκ βάθρων ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης.
Η ατύπως κηρυχθείσα «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» είναι το βιοπολιτικό εργαστήριο στο οποίο η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση συναρμολογεί την κοινωνική συναίνεση χρησιμοποιώντας, σαν μεταμοντέρνος Φρανκενστάιν, τα μέλη και τα όργανα ιδεολογικών πτωμάτων από το νεκροταφείο της πολιτικής, προσπαθώντας να αναστήσει το διαμελισμένο «κοινωνικό σώμα» και να του εμφυσήσει πνοή ζωής, να το εμφανίσει μπροστά μας σαν ενιαίο, ολοζώντανο και σφριγηλό υποκείμενο της κρατικής εξουσίας. Το τερατώδες αυτό εγχείρημα, η ύβρις της συνάρθρωσης κοινωνικού κράτους και αστυνομίας, η προπετής επιδίωξη εξάλειψης των ανταγωνισμών μέσω της παρά φύσει οργανικής ανασύστασης του «σώματος», όπου το κεφάλι είναι προορισμένο να σκέφτεται και τα μέλη πρέπει «φυσιολογικά» να υπακούν μηχανιστικά στις εντολές του, όντας εξαρτώμενα από τη δική του «γνώση» και βούληση (μα πώς είναι ποτέ δυνατόν να μιλάμε για ένα «ακέφαλο σώμα», αναρωτιούνται με επιτηδευμένη αφέλεια οι επικεφαλής!), είναι εκ των συνθηκών καταδικασμένο να αποτύχει. Τα σημεία διαρραφής, εκεί όπου η σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου μεταστρέφεται, αποκτώντας «νέο νόημα», αποδεικνύονται πολύ χαλαρά, αν όχι εύθραυστα, ανίσχυρα εκ των πραγμάτων να κρατήσουν την ενότητα και τη συνοχή ενός ενιαίου «κοινωνικού υποκειμένου». Πόσο μάλλον να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και την υποταγή του, τη συναίνεσή του, παρουσιάζοντας την ταξική πάλη ως αναχρονισμό.
Είναι προφανές ότι, παρά τις άγαρμπες προσπάθειες που καταβάλλουν οι κυβερνώντες προκειμένου να εξωραΐσουν το έκτρωμα της «νεο-κεϋνσιανής» πολιτικής τους, το κενό, από το οποίο ξεπηδούν οι χειρότεροι εφιάλτες (βλ. π.χ. τη δεκεμβριανή εξέγερση), παραμένει αναπλήρωτο. Η ίδια η καπιταλιστική σχέση, φύσει ανταγωνιστική, δομείται γύρω από αυτό. Ακόμη κι αν τα ονόματα αλλάξουν, η πραγματικότητα θα συνεχίσει να είναι σημαδεμένη από το τραύμα: η ανισότητα, η αδικία, η αλλοτρίωση, ο αποκλεισμός, η καταπίεση, η ανασφάλεια, η εκμετάλλευση, είναι οι συνθήκες που επικρατούν τόσο στο πεδίο της παραγωγής όσο και στο πεδίο της αναπαραγωγής, συνθήκες που βιώνονται εμπειρικά από τους περισσότερους, εντείνοντας αναπόφευκτα τις αποδιαρθρωτικές τάσεις του συστήματος και οξύνοντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό και την ταξική πάλη. Αυτή η πίεση που δημιουργεί η δυσαρέσκεια από τα κάτω δεν είναι πλέον εύκολο να χειραγωγηθεί και να ελεγχθεί από την κρατική εξουσία παρά τις εξελιγμένες τεχνικές που αυτή διαθέτει και χρησιμοποιεί. Η αλαζονική πρακτική της μετονομασίας που εφάρμοσε εξαρχής η νέα κυβέρνηση προκειμένου να μπορέσει να αναδιαμορφώσει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού σύμφωνα με τις επιταγές του κεφαλαίου, να νομιμοποιήσει δηλαδή τη «δικτατορία της πλειοψηφίας» επικαλούμενη την «ισχυρή λαϊκή εντολή» που έλαβε στις πρόσφατες εκλογές για να βάλει τους διαφωνούντες στο γύψο, δεν μπορεί επουδενί να εξωραΐσει το περιεχόμενο της πολιτικής της και τα απτά αποτελέσματά της. Αντιθέτως, οι διεθνείς οικονομικές συγκυρίες και η περιβαλλοντική κρίση δημιουργούν νέες εστίες έντασης γύρω από το ίδιο το δικαίωμα της κρατικής εξουσίας να επανασημάνει την πραγματικότητα, να βαφτίζει το μαύρο άσπρο μεταστρέφοντας κατά το δοκούν τα γεγονότα και την ίδια τη βιωματική εμπειρία των υποκειμένων.
Στην έρημο του καπιταλισμού οι γλωσσικοί αντικατοπτρισμοί είναι προβολές της επιθυμίας του κεφαλαίου να διατηρήσει με κάθε τρόπο τον έλεγχο πάνω στο κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα και να υποτάξει την επιθυμία στη λογική της «ανάγκης», να διατηρήσει δηλαδή ανέγγιχτο τον πυρήνα της καπιταλιστικής σχέσης στη νεοφιλελεύθερη μορφή της. Με πρόφαση την «οικονομική κρίση» –που ας μην ξεχνάμε ότι είναι η ίδια η μορφή της αντιπαράθεσης εργασίας και κεφαλαίου, δηλαδή αποτέλεσμα της ταξικής πάλης–, επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του συστήματος και η διάσωσή του, η διασφάλιση δηλαδή της παραγωγής υπεραξίας και η διατήρηση των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων.
Ο μηχανισμός πειθάρχησης που αποκαλείται «διεθνείς αγορές», από τις οποίες υποτίθεται ότι εξαρτάται η επιβίωσή μας και η «εθνική μας κυριαρχία», φανερώνει την συντριπτική ήττα του πολιτικού συστήματος, καθώς το κεφάλαιο και η οικονομία έχουν μετατραπεί σε υπερβατικές έννοιες που ξεπερνούν κάθε δυνατότητα μιας επιμέρους ρύθμισης, ξεγυμνώνοντας τους πολιτικούς διαχειριστές και γελοιοποιώντας τις απόπειρές τους να πείσουν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει «ανθρώπινο πρόσωπο».
Πολλοί φοβούνται (ενώ άλλοι ελπίζουν) ότι στο άμεσο μέλλον η σοβούσα δυσαρέσκεια που προκαλούν οι επιθέσεις του κεφαλαίου και του κράτους θα υποδαυλίσουν νέες εξεγέρσεις, πιο εκτεταμένες από εκείνη του περσινού Δεκέμβρη. Και μάλλον δεν έχουν άδικο. Το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, τόσο η Δεξιά όσο και η «Αριστερά», δεν μπορεί να διαχειριστεί πλέον την πολύμορφη κρίση (οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική) και να προτείνει πειστικές λύσεις για την έξοδο από αυτή. Δεν μπορεί να αποσοβήσει τους ισχυρούς κραδασμούς που κλονίζουν τα έτσι κι αλλιώς διαβρωμένα θεμέλια του ίδιου του συστήματος που μοιάζει να καταρρέει υπό το βάρος των εγγενών αντιφάσεών του.
Ο καπιταλισμός προβάρει τα πράσινα ρούχα του για να μας πείσει ότι παραμένει ακμαίος, αν και προσωρινά ασθενής, και ότι προτίθεται να αλλάξει. Είτε αφορά στη νέα «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ., είτε τις διακηρύξεις για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής και την «πράσινη ανάπτυξη», αυτή η αλλαγή ενδύματος δεν είναι παρά η ξεδιάντροπη μεταμφίεση ενός τέρατος που παραπαίει.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι αρκεί να περιμένουμε υπομονετικά, με σταυρωμένα τα χέρια, αν και πότε θα έρθει η «κατάρρευση του καπιταλισμού», ο οποίος υποτίθεται ότι κάποια στιγμή θα υποκύψει νομοτελειακά στις αντινομίες και τις αντιφάσεις του. Αντιθέτως, είναι επιτακτικότερο από ποτέ, απέναντι στην πολυμέτωπη επίθεση του κεφαλαίου, να αναλάβουμε άμεσα δράση, να ενδυναμώσουμε το κίνημα και, όπως λέει και το σύνθημα των συντρόφων που οργάνωσαν την αντίσταση κατά τη διάρκεια του άκαρπου συνεδρίου για τις κλιματικές αλλαγές στην Κοπεγχάγη, τώρα που «ο καπιταλισμός παραπαίει, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πέσει».

* Ελεύθερη μετάφραση του συνθήματος «Capitalism is stumbling. Let’s make sure it falls» (www.nevertrustacop.org).

Just a spoonful of sugar helps the medicine go down

flesh machine // ego te provoco // σύντροφοι
Κείμενο που κυκλοφόρησε στους δρόμους

Κατά τους τελευταίους δύο μήνες η στρατηγική αντιεξέγερσης που αναπτύχθηκε από το κράτος μετά τον Δεκέμβρη έχει περάσει σε μία νέα φάση ολοκλήρωσης. Αν μιλάμε για αντιεξέγερση και όχι για καταστολή είναι επειδή η πρώτη σε αντίθεση με την τελευταία δεν αποτελεί τόσο μια στρατιωτικού τύπου επέμβαση αλλά μια συνολική πολιτική και κοινωνική τεχνολογία παραγωγής συναίνεσης, φόβου και παραίτησης. Στοχεύει όχι στην άμεση εξολόθρευση των εξεγερμένων μα την στέρηση του ζωτικού τους χώρου, του νοηματικού, συναισθηματικού και πολιτισμικού πεδίου της εξέγερσης. Πρόκειται για μια προληπτική στρατηγική που το αντικείμενό της είναι ο πλούτος των δυνατοτήτων που εξακοντίστηκαν μέσα από το εξεγερτικό συμβάν. Ένας πόλεμος χαμηλής έντασης, ένας πόλεμος πολιτικο-ψυχολογικός υπό την έννοια ότι στόχος του είναι η διάβρωση της πολιτικής, κοινωνικής και ψυχολογικής συνοχής της εξέγερσης. Βασική αρχή της αντιεξέγερσης είναι από τη μία να «κερδίσει καρδιές και μυαλά», κι από την άλλη «όχι να βγάλει τα ψάρια από τη θάλασσα μα να στερέψει την θάλασσα όπου κολυμπούν σαν ψάρια» οι εξεγερμένοι. Αυτό το κάνει με το να «χωρίζει και να ενώνει»: να χωρίζει τους εξεγερμένους από τις πολιτικές και κοινωνικές τους συνάφειες, να χωρίζει τους εξεγερμένους στο εσωτερικό τους. Και παράλληλα να ενώνει την κοινωνική δυσαρέσκεια με το κάλεσμα της μεταρρύθμισης, εμφανίζοντας την εξέγερση ως αιτία καθυστέρησης. Να ενώνει τις διωκτικές αρχές με ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, παρουσιάζοντας μια ανθρωπινή, φιλολαϊκή και ταυτόχρονα αποτελεσματική εικόνα.

Ι.
Ένας πρώτος προσανατολισμός της αντιεξέγερσης αποτελεί ο διαχωρισμός του ανεξέλεγκτου και μη χειραγωγήσιμου κομματιού των εξεγερμένων από το προνομιακό έδαφος της δράσης τους. Διαδικασία που εκτείνεται από τα εξάρχεια, το πανεπιστημιακό άσυλο και τον άξονα της πατησίων, ως την περιοχή γύρω από την ομόνοια και τον άξονα της αχαρνών. Τα εξάρχεια γίνονται έτσι κι αλλιώς αντιληπτά ως ένα υπερτοπικό μητροπολιτικό κέντρο όπου συρρέουν τα ανεξέλεγκτα κομμάτια της νεολαίας, οι αναρχικοί, οι αριστεριστές και όλοι εκείνοι που αν δεν παράγουν βίαιες επιθέσεις τότε σίγουρα δεν ενοχλούνται από αυτές. Και ακριβώς σε αυτό το επίπεδο –της συμπάθειας και της ανοχής– είναι που κινητοποιείται ο μηχανισμός αντιεξέγερσης. Ένα αρχικό τριήμερο αστυνομικής κατοχής της περιοχής επιδεικνύει την υπεροπλία του κράτους και φέρει εντός της την διαβεβαίωση πως αυτό δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι των δυνατοτήτων που μπορούν να ενεργοποιηθούν. Στη συνέχεια, το παραμικρό συμβάν, πυροδοτεί μια εντελώς αναντίστοιχη επέλαση, βασικός στόχος της οποίας δεν είναι η σύλληψη των δραστών αλλά ένα είδος μαζικών και συλλογικών αντιποίνων εναντίον οποιουδήποτε κινείται στην περιοχή. Είναι μια στρατηγική ψυχολογικού πολέμου που στοχεύει στη διάλυση της ανοχής/συμπάθειας, κινητοποιώντας διαδικασίες (αυτό)περιφρούρησης στην βάση ενός αντεστραμμένου υπολογισμού γεγονότος-συνεπειών. Εξάλλου, μια «εσωτερική» δυσαρέσκεια είναι πολύ πιθανότερο να μειώσει αν όχι να εξαλείψει τα συχνά πεσίματα στην ευρύτερη περιοχή από ό,τι ο φόβος της καταστολής.
Ταυτόχρονα, ο κυρίαρχος λόγος σε σχέση με το άσυλο μετακινείται από την ανάγνωσή του ως ορμητήριο επιθέσεων, προς τον χαρακτηρισμό του ως ένα καθεαυτό χώρο ανομίας που πρέπει να ξανακερδηθεί από το κράτος και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Με δυο λόγια, το άσυλο συνιστά έδαφος που πρέπει να ανακαταληφθεί στο σύνολό του συνεχώς και αδιάλειπτα – και όχι θεσμός που παράγει μεμονωμένα φαινόμενα που πρέπει να περιοριστούν. Το πρόβλημα δηλαδή εντοπίζεται στη διάρκεια και όχι στη στιγμή, στη μόνιμη συνθήκη και όχι σε συγκεκριμένες καταστάσεις εξαίρεσης.
Των ψυχολογικών επιχειρήσεων επί των εξαρχείων και του ασύλου έχει προηγηθεί η επιχείρηση εκκαθάρισης με όρους διαχείρισης πληθυσμού του ευρύτερου μητροπολιτικού κέντρου από τους εξαθλιωμένους αλλά και μαζικοποιημένους μετανάστες. Η εγκληματικοποίηση των συναθροίσεών τους, και η βιοπολιτική προβληματικοποίηση των συγκατοικήσεων τους υπό υγειονομικούς όρους (βλ. εφετείο), αρχικά απομάκρυνε το πλέον ανεξέλεγκτο υποκείμενο της εξέγερσης από το χωροταξικό κέντρο των οικονομικών-πολιτικών διαδικασιών. Στη συνέχεια επιχείρησε να υποκειμενοποιήσει, υπό σοσιαλδημοκρατική αιγίδα, τα επιμέρους κομμάτια του, μέσω της πολιτικής ενσωμάτωσης των μεταναστών με την υπόσχεση νομιμοποίησης των παιδιών τους, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου στις δημοτικές εκλογές, την ανέγερση τζαμιού, ακόμα και την επικουρία τους στα ΑΤ. Πρόκειται για μια κατεξοχήν μέθοδο αντιεξέγερσης που επικεντρώνεται στην διάλυση του εδάφους που γεννά όρους συλλογικοποίησης και στη φαντασιακή επανένωση του κατακερματισμένου υποκειμένου στα πλαίσια της δημοκρατικής/κρατικής ενσωμάτωσης.

ΙΙ.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντιεξέγερση επιχειρεί να διαχωρίσει τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια από την εξέγερση ως δυναμική και δυνατότητα και να την ενώσει με τη μεταρρύθμιση. Η επινόηση ενός σκοπού για τους εξεγερμένους και η ένωση του με η συστημική αναδιάρθρωση, τους αφήνει χωρίς αντικείμενο και καθιστά την περαιτέρω δράση τους στα μάτια των υπολοίπων παράταιρη και άσκοπη. Η επιβολή των κυρίαρχων απαντήσεων στα ερωτήματα που η ίδια η εξουσία θέτει, είναι η μισή δουλειά της αντιεξέγερσης. Μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν για παράδειγμα η συνάντηση της υπουργού παιδείας με ομάδα μαθητών. Η κυρίαρχη ερμηνεία θέλει το ξέσπασμα της βίας να είναι απόρροια του δημοκρατικού ελλείμματος εντός των σχολείων. Και αυτό θα λυθεί με ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ μαθητών, υπουργείου και εκπαιδευτικής κοινότητας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η πρωτοβουλία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης για την δημιουργία του «Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας». Πάγια τακτική κάθε στρατηγικής αντιεξέγερσης, αυτή η «περίφραξη» της διάχυτης δυσαρέσκειας, η οποία διαγνώστηκε ως το αίτιο του Δεκέμβρη, αποτελεί υπό την διεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας μια τεχνολογία εξουσίας που όχι μόνο υπόσχεται μια ειρηνοποίηση των κοινωνικών και οικονομικών αντιθέσεων, μα υποστασιοποιεί την εξέγερση ως αιτία οπισθοδρόμησης, ως πηγή αναστολής της εξόδου από το τούνελ.
Βασικό ρόλο ανάθεσης σε αυτή την έγκληση στην ειρήνη και την κανονικότητα παίζει βέβαια η θεσμική αριστερά, το μυαλό και η καρδιά της οποίας βρίσκεται εδώ και δεκαετίες με τη μεριά του κράτους. Μέσω της ανέγερσης μιας ηθικοπλαστικής προβληματικοποίησης της επαναστατικής βίας, η αριστερά αναλαμβάνει το ρόλο της, την κοινωνική αναπαραγωγή, καταδικάζοντας «την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» ως βασικό καταλύτη μιας φαντασιακής οπισθοδρόμησης προς τον αυταρχισμό. Κάθε βία, μας λένε, είναι στην ουσία «βία για τη βία», μια «δεξιά της κουκούλας» που πρέπει να απομονωθεί είτε με καταδίκες είτε ακόμα και με πορείες όπως αυτή που σπονσοράρει η ΠΟΣΔΕΠ, τακτική που συνάδει εξάλλου με την πολιτική ίσων αποστάσεων από τα άκρα όπως αυτή εκφράστηκε από το κράτος στην ταυτόχρονη επικήρυξη των τριών καταζητούμενων αναρχκών και των δραστών της επίθεσης εναντίον της Κ. Κούνεβα. Αυτή η έγκληση για παραίτηση στο αξιακό σύστημα του κράτους, όχι ως σύστημα της υποταγής στο νόμο και την τάξη, αλλά ως σύστηα του διαλόγου, της διαπραγμάτευσης και των υποχωρήσεων, διαχωρίζει την γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια από αυτό που μπορεί να κάνει, και την υποτάσσει-υποκειμενοποιεί ως μια σειρά αιτημάτων ένταξης στο βούρκο της σχέσης-κεφάλαιο.
Η αντιεξέγερση είναι σε ιδανικό επίπεδο ένας πόλεμος χωρίς ούτε μια πραγματική μάχη. Ένας πόλεμος απομόνωσης, αποξήρανσης και αποκοπής, που νικά κινητοποιώντας από τη μια τα πλέον αντιδραστικά ένστικτα της κοινωνίας, κι από την άλλη εγκολπώνοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία σε ένα μεταρρυθμιστικό πλαίσιο ειρηνοποίησης.

ΙΙΙ.
Τέλος, η αντιεξεγερτική εκστρατεία επιχειρεί να διαβρώσει την εσωτερική συνοχή και ενότητα της εξέγερσης, προωθώντας μια σειρά διαχωρισμούς που αρχίζουν με τον κατακερματισμό των εξεγερμένων σε κατηγορίες (κοινωνικές, πολιτικές, ψυχαναλυτικές) και τελειώνουν με το διαχωρισμό τους από το ίδιο τους το βίωμα.
Από τη μία, οι εξεγερμένοι εγκαλούνται να εγκαταλείψουν τη ρευστότητα του Δεκέμβρη που αποσταθεροποίησε κάθε ταυτότητα και να επιστρέψουν στο πόστο τους: ο μαθητής να γίνει μαθητής, ο αναρχικός αναρχικός, ο μετανάστης μετανάστης, ο πρεζάκιας πρεζάκιας, κ.τ.λ.. Πρέπει να κλείσουν οριστικά οι πύλες των διαφορετικών κόσμων που συναντήθηκαν στο δρόμο τον Δεκέμβρη και συνέπραξαν στο κοινό αρνητικό έργο της καταστροφής αποδεικνύοντας στην πράξη ότι η φαινομενικά αδύνατη ανατροπή των κοινωνικών ταξινομήσεων είναι δυνατή.
Από την άλλη, κεντρική τακτική σε αυτό το σχήμα αποτελεί η ηθικοπλαστική αφήγηση του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης σχετικά με «παιδιά και καθοδηγητές», «χούλιγκαν και πολιτικούς», «σπάστες και ιδεολόγους». Ουσιαστικό μέρος αυτής της τακτικής είναι η έγκληση ενός κομματιού των εξεγερμένων να διαχωριστεί ή και να συνετίσει τους υπόλοιπους βάσει κάποιου ηθικού κώδικα εγκεκριμένου από το κράτος. Ενός fair play που εγγυάται την ένταξη του κοινωνικού/ταξικού ανταγωνισμού σε μια καμπύλη κανονικότητας επιτηρούμενης και ελεγχόμενης, όχι από το γραφείο προστασίας του πολιτεύματος μα από τους ίδιους τους εξεγερμένους. Η αυτοπειθάρχηση των εξεγερμένων προς αποτροπή της όποιας απεδαφικοποίησης των πρακτικών τους, ο ασκητισμός της υπομονής και της εγκαρτέρησης, αποτελούν άλλωστε πάγιες τεχνολογίες υποταγής-υποκειμενοποίησης του πλέον πετυχημένου μηχανισμού κανονικοποίησης του περασμένου αιώνα: της αριστεράς.
Παράλληλα, η εκληματοποίηση συγκεκριμένων επιλογών και πρακτικών αποτελεί μια κλασική τακτική αποπολιτικοποίησης τους, που καθιστά τους φορείς τους εύκολη λεία για την καταστολή. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως για αυτό είναι να τους απομονώσουν από τον ευρύτερο πολιτικό-κοινωνικό χώρο με τον οποίο συνδέονται. Μια συνταγή δοκιμασμένη με επιτυχία κατά το καλοκαίρι του 2002 μέσω του σχεδίου λοβοτομής της κοινωνικής μνήμης με την πλήρη συνεργασία της αριστεράς. Τα κρυφά και όχι-και-τόσο-κρυφά εντάλματα για «τρομοκρατική δράση» αποσκοπούν στην «περίφραξη» ενός ευρύτερου ριζοσπαστικού και ανεξέλεγκτου κόσμου. Στο να αναγκάσουν τον καθένα σε μια αυτοεξέταση με σκοπό την ανακάλυψη τυχόν αιτιών στοχοποίησης-ενοχοποίησής του από την μια και από την άλλη στην ανακούφιση και τον εφησυχασμό όσων νιώθουν πως αποκλείεται να εμπλέκονται οι ίδιοι από την στιγμή που αυτοί ανήκουν πια σε έναν, έστω και ανεπίσημα, αναγνωρισμένο πολιτικό φορέα, αυτόν των «ιδεολόγων», των «σοβαρών». Το υπουργείο δημιουργεί μια νοσηρή διαδικασία ομολογίας, καχυποψίας, φόβου αλλά και αδιαφορίας: «Μήπως καταζητούμαι κι εγώ»; «Με τι στοιχεία θα μπορούσαν να με δέσουν»; «Μήπως σχετίζομαι με κάποιο τρόπο ή κάποιο άτομο που δεν γνωρίζω μα είναι ικανός να με μπλέξει»; ‘Η «αποκλείεται να λένε για μας, η καμπάνα χτυπάει για αυτούς που κάνουν ότι να ‘ναι». Αυτή η μαζική και παράλληλα μοριακή παράνοια, ως κατεξοχήν προϊόν της ασφαλίτικης κυβερνολογικής, σκοπό της έχει να διαχωρίσει το υποκείμενο από το ίδιο του το βίωμα, από το ίδιο του το είναι-στον-κόσμο: να το αναγκάσει να σκεφτεί σαν το κράτος, όπως δηλαδή σκέφτονται και μιλούν σωροί πτωμάτων γύρω του, ο νεκροζώντανος στρατός της εθνικοφροσύνης, η οργανική ύλη του Κόμματος της Τάξης. Αυτό θα ήταν η ύστατη νίκη της αντιεξέγερσης: η ενθρόνιση της ενοχής απέναντι στην αλήθεια του κράτους. Η θυσία της δυνατότητας του τώρα του εξεγερτικού γίγνεσθαι στην βεβαιότητα της εκπλήρωσης του χρέους απέναντι στο αιώνιο είναι του κράτους.


4 Δεκεμβρίου 2009
flesh machine // ego te provoco // σύντροφοι

Το κείμενο στα αγγλικά: http://www.occupiedlondon.org/blog/2009/12/04/136-just-a-spoonful-of-sugar-helps-the-medicine-go-down-flesh-machine-ego-te-provoco-comrades/

Περί αναρχίας (1)

Αφιερωμένο σε όσες/όσους διώκονται ή βρίσκονται όμηροι στα χέρια του κράτους.

«Ένας αναρχικός που ικανοποιείται με τον περιορισμό των εξουσιών και εγκαταλείπει την ιδέα της κατάργησης του κράτους και της ατομικής ιδιοκτησίας, ένας αναρχικός που αποδέχεται να απολαμβάνει κάποιος τα αγαθά του και τη μικρή του ατομική ευτυχία, διάγοντας μια άνετη ζωή σε μια πλούσια χώρα, ένας αναρχικός, λέω, που αποδέχεται τα όρια τα οποία του επιβάλλει το εδραιωμένο σύστημα, δεν είναι αναρχικός, αλλά φιλελεύθερος. Και δεν θα υπάρξει μια "σχιζοφρενική συνείδηση" που να μπορεί να τον σώσει.»
- Eduardo Colombo[1]

Η αναρχία δεν είναι ιδεολογικό σύστημα, ούτε θετική πολιτικοοικονομική ή κοινωνική θεωρία. Είναι μια υποκειμενική θέση που δηλώνεται έμπρακτα. Είναι η εφαρμογή της αρχής «δεν υπάρχει καμία εκ των προτέρων νομιμοποιημένη ανώτερη αρχή» ως γενικής αρχής στην πράξη. Επιδιώκοντας την εκ βάθρων διάρρηξη των παγιωμένων κοινωνικών σχέσεων και των κοινωνικών ρόλων, της ανισότητας, του ετεροκαθορισμού, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, η αναρχία είναι μια διαρκής επαναστατική πράξη ενάντια στην υποταγή του υποκειμένου στο αφηρημένο. Αναγνωρίζει ωστόσο το ανέφικτο κάθε τελεολογικής επαγγελίας που υπόσχεται τη νομοτελειακή έλευση του επί γης παραδείσου. Αποδεσμευμένη από τη μεσσιανική προοπτική, από κάθε λόγο περί επικείμενης λύτρωσης, η αναρχία επαναφέρει στο επίκεντρο την εδώ-και-τώρα απελευθέρωση των ζωικών δυνάμεων, της καταστροφής και της δημιουργίας.
Η αναρχία θέτει υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα του νόμου, την κυριαρχία που αυτός επικυρώνει. «Η επαναστατική Πράξη που, ως "παράνομη" πράξη, αποβλέπει στην καταστροφή των δομών της κοινωνίας και τη δημιουργία νέων πρωτότυπων τρόπων συμβίωσης, είναι η πιο ριζική έμπρακτη κριτική του Δικαίου και της κοινωνίας.»[2]
Η αναρχική θέση, από τη σκοπιά του υποκειμένου, εδραιώνεται τοπολογικά στην έλλειψη ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στη συνειδητή εξάλειψη της παγιωμένης «μορφής» μέσω της «ριζικής έμπρακτης κριτικής» – δηλαδή του σημαίνοντος της «πολιτικής τάξης», όπως αυτή συναρθρώνεται στην οργανωμένη σε κράτος κοινωνία και επιβάλλεται μέσω του νόμου, της καθολικής κανονιστικής προσταγής που καταστέλλει την επιθυμία, δίνοντας προτεραιότητα στην «υποχρέωση» και το «καθήκον», στην «υπακοή» και την «τιμωρία». Να είσαι αναρχικός σημαίνει να εντοπίζεις τον ανταγωνισμό για τον αυτοπροσδιορισμό του ποιείν/πράττειν πέρα από τον επικαθορισμό του νόμου, να βρίσκεσαι σε ρήξη δηλαδή με την ήδη διαμορφωμένη κοινωνική σύμβαση και τον κοινωνικό έλεγχο μέσα στην καπιταλιστική σχέση (τη μορφή-κράτος, τη μορφή-εμπόρευμα, τη μορφή-χρήμα), όπως επίσης και στην πατριαρχική σχέση, και να δρας αναλόγως. Να αντιστέκεσαι στους μηχανισμούς που νομιμοποιούν τη «μεταβίβαση» της εξουσίας, να απορρίπτεις τον ετεροπροσδιορισμό ο οποίος στο «όνομα του πολίτη», και τα συνακόλουθα «δικαιώματα» και «καθήκοντα» που απορρέουν από αυτή τη «βάφτιση», επιβάλει την κυριαρχία. Να μην υποκύπτεις στο ψευδοδίλημμα που θέτει αντίκρυ, σαν δύο ξέχωρα μεταξύ τους πράγματα, το δίκαιο και την αλήθεια.
Καμία δυιστική αντίθεση που φυσικοποιείται, αποκτά υπόσταση και λαμβάνει θέση οντολογικού σημαίνοντος μέσα στις σχέσεις εξουσίας, ήτοι μια συγκεκριμένη μορφή ατομικού κυριαρχικού δικαιώματος που «επικυρώνεται» και «προστατεύεται» από το νόμο (βλ. π.χ. το «δικαίωμα» στην ιδιοκτησία), δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή a priori ως ικανή συνθήκη για την κοινωνική συγκρότηση και τη θεμελίωση ενός εθελούσιου κοινωνικού δεσμού. Το σύμπτωμα, που φανερώνει την εγγενή αντίφαση της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας, τα εσαεί ασυμβίβαστα, ανταγωνιστικά συμφέροντα «πολίτη» και «ιδιώτη», δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να εκλογικευτεί. Εμμένει σθεναρά στην παθογενή φύση του ως απόρριμμα, αν και ρητώς δεν αναγνωρίζεται ποτέ σαν τέτοιο από τους κυβερνώντες, αντιθέτως, αποτελεί ένα θέμα προς συνεχή «διαπραγμάτευση» μέσα στο πλαίσιο της κορπορατιστικής αντίληψης για το κράτος.
Αναπόφευκτα, λοιπόν, πρώτιστο «καθήκον» του αναρχικού είναι να δρα με τέτοιο τρόπο, ώστε να διευρύνει και να διατηρεί πάση θυσία χαώδες το ρήγμα στις σχέσεις κυβερνητών και κυβερνώμενων, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, «κυρίων» και «δούλων», με στόχο να οξύνει τον ανταγωνισμό στα έσχατα όριά του: τη διάλυση της συγκεκριμένης κοινωνικής δομής και της καπιταλιστικής σχέσης. Μην υπακούοντας στις προσταγές του «δικαίου» των ισχυρών και των ιδιωτών, που ορίζεται πάνω στη βάση του αποκλεισμού και του μονοπωλίου, με πλήρη ασέβεια στην «έννομη τάξη» και την ηγεμονία, έχοντας εκ των προτέρων απόλυτη επίγνωση των συνεπειών αυτής της επιλογής, ο αναρχικός πραγματώνει αυτό που αρχικά φαίνεται παράδοξο: επιτίθεται καταστροφικά στην «κοινωνία», εννοούμενη ως απόλυτη αφαίρεση, για να διασώσει την κοινωνικότητα στη συγκεκριμένη βιοπρακτική, στη διαρκή επαναστατική πράξη της καθημερινότητας, στις αδιαμεσολάβητες ανθρώπινες σχέσεις: την ελευθερία, την ισότητα, τον αλληλοσεβασμό και την αλληλεγγύη.
Αυτή η επανεδαφικοποίηση της επιθυμίας μέσα στην καθημερινή ζωή, σημαίνει σε μια πρώτη φάση την απαγκίστρωση από την ιδέα της ιστορικής νομοτέλειας, από κάθε είδος ιστορικού πεπρωμένου, από κάθε τελεολογία. Σημαίνει επίσης τον αποφενακισμό του κοινωνικού σημαίνοντος ως «μεγάλου Άλλου», ως θεσμισμένης βίας η οποία νομιμοποιείται να επιβάλει καθολικά την κανονιστική προσταγή. Στη θέση μιας αλλότριας «κοινωνίας υπό το νόμο» (του θεού, του πατέρα, του κεφαλαίου, του κράτους), ο αναρχικός οραματίζεται την ελεύθερη και ισότιμη συνεργασία μέσα στην αυτόνομη συλλογικότητα. Και «αυτή η ελευθερία είναι μια διαρκής και χωρίς ανακωχή πάλη, ακόμη κι αν βρισκόμαστε σε μια αναρχική κοινωνία. Πάλη εναντίον αυτού που υφίσταται, του εδραιωμένου υπάρχοντος, προκειμένου να δοθεί χώρος σ' αυτό που δεν έχει εμφανιστεί ακόμη».[3]

[1] Eduardo Colombo, Είμαι αναρχικός!, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα - Το Μοναστήρι του Θελήματος 17, Αθήνα 2003, σ. 15.
[2] Μανόλης Λαμπρίδης [1975], Η σύγκρουση με το Νόμο ως έμπρακτη κριτική του Δικαίου και το συναίσθημα ενοχής, β΄ έκδ., Έρασμος, Αθήνα 2003, σ. 11-12.
[3] Eduardo Colombo, ό.π., σ. 14.

Παγκόσμια εκστρατεία νόμου και τάξης...

Του Χρόνη Πολυχρονίου
Πηγή: «Ελευθεροτυπία», 18-11-2009
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=103001

Κοινωνική πρόνοια και ποινική Δικαιοσύνη είναι οι δύο αιχμές μιας επίθεσης για τον έλεγχο των φτωχών και την υποταγή τους στις επιλογές που λειτουργούν εις βάρος τους, σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο, Loic Wacquant.
[…] Ειδικευμένος στην αστική κοινωνιολογία, την αστική φτώχεια, τις φυλετικές ανισότητες και την εθνογραφία, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και συγγραφέας πολλών συγγραμμάτων, με τελευταίο το «Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της κοινωνικής ανασφάλειας», μιλά στην «Ε» για μέσα και τεχνικές κοινωνικού ελέγχου.


Στο τελευταίο σας βιβλίο γράφετε ότι η κρατική κινητοποίηση για την επιβολή του νόμου και της τάξης εκτοξεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και τώρα εξαπλώνεται με φρενήρεις ρυθμούς στην Ευρώπη. Ποιες συνθήκες οδήγησαν στην εμφάνιση αυτή της τάσης στις ΗΠΑ και γιατί η Ευρώπη γνωρίζει τώρα το ίδιο φαινόμενο;

Κατά τις τρεις δεκαετίες μετά την κορύφωση του κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν το ρόλο του ηγέτη στην προοδευτική δικαιοσύνη, που θα έδειχνε στην ανθρωπότητα το δρόμο για "μια κοινωνία χωρίς φυλακή", και αναδείχθηκαν σε απόστολο της "μηδενικής ανοχής" στην αστυνόμευση, σε εμπνευστή της λογικής "Στις τρεις φορές καίγεσαι" και σε παγκόσμιο πρωταθλητή της φυλάκισης. Γιατί; Η συμβατική απάντηση είναι ότι αυτή η εκπληκτική εξάπλωση τις τιμωρίας ωθήθηκε από την αύξηση της εγκληματικότητας. Αντιθέτως όμως, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου η εγκληματικότητα σε πρώτη φάση σταθεροποιήθηκε και εν συνεχεία μειώθηκε. Σκεφτείτε αυτή την απλή στατιστική: οι ΗΠΑ είχαν το 1975 21 κρατουμένους για κάθε 10.000 "καταχωρισμένα εγκλήματα". Τριάντα χρόνια αργότερα είχαν 125 κρατουμένους για κάθε 10.000 εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι, επί σταθερού αριθμού εγκλημάτων, το αμερικανικό κράτος επέβαλλε εξαπλάσιες ποινές.
Για να εξηγήσουμε αυτή την απότομη άνοδο, πρέπει να βγούμε από το περιοριστικό πλαίσιο "έγκλημα και τιμωρία" και να δώσουμε έμφαση στις έξω-ποινικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι, υπό το φως των ταραχών στα γκέτο στη δεκαετία του '60, η αστυνομία και οι φυλακές χρησιμοποιήθηκαν για να συγκρατηθεί η αστική αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την οικονομική απορρύθμιση και να επιβληθεί η πειθαρχία της ανασφαλούς απασχόλησης στη βάση της ταξικής δομής. Αυτή η στροφή της ποινικής πολιτικής προς την αυστηρότερη τιμωρία δεν αποτελεί απάντηση στην εγκληματική ανασφάλεια, αλλά στην κοινωνική ανασφάλεια που προκάλεσαν ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας και η διατάραξη της εθνοφυλετικής ιεραρχίας.
Μια παρόμοια τάση προς την ποινικοποίηση του αστικού περιθωρίου έχει σαρώσει τη Δυτική Ευρώπη με καθυστέρηση δύο δεκαετιών και με μια-δυο διαφοροποιήσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, προικισμένες με μια ισχυρή κρατική παράδοση, χρησιμοποιούν το "μπροστινό άκρο" της ποινικής αλυσίδας -την αστυνομία- παρά το "πίσω άκρο" -τη φυλακή- προκειμένου να κάμψουν τις κοινωνικές αναταραχές και την απελπισία στις περιοχές χαμηλού εισοδήματος. Ο ασπασμός του νόμου και της τάξης είναι ισχυρότερος σε επίπεδο ρητορείας παρά σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής. Κι έπειτα, αντί να κάνουν μια βάναυση στροφή από την κοινωνική στην ποινική διαχείριση της φτώχειας, οι χώρες της γηραιάς ηπείρου ενίσχυσαν και τα δύο, επεκτείνοντας ταυτοχρόνως την κοινωνική πρόνοια και την αστυνομική παρέμβαση. Αλλά τελικώς η κυρίαρχη τάση είναι παρόμοια: μια αναθεώρηση της δημόσιας πολιτικής με προσανατολισμό προς την τιμωρία, η οποία συνδυάζει το "αόρατο χέρι" της αγοράς με τη "σιδερένια γροθιά" του ποινικού κράτους.
Ο ενισχυμένος θεσμός της φυλακής που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα έχει καταλήξει να υπηρετεί τρεις αποστολές που ελάχιστη σχέση έχουν με τον έλεγχο του εγκλήματος: (στόχοι του είναι) να αναγκάσει τα θραύσματα της μεταβιομηχανικής (κατακερματισμένης) εργατικής τάξης σε επισφαλή μισθωτή εργασία. Να "αποθηκεύσει" τα πιο διασπαστικά και περιττά στοιχεία. Και να επιβεβαιώσει την εξουσία του κράτους στον περιορισμένο τομέα που θέτει τώρα ως πεδίο ευθύνης του.

Συνδέεται η εκστρατεία νόμου και τάξης που βλέπουμε σήμερα σε πολλές δυτικές κοινωνίες με αλλαγές στην πολιτική πρόνοιας και στη μεταχείριση των φτωχών;

Η ξαφνική άνοδος και αποθέωση της τιμωρίας είναι μέρος μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους, η οποία συνεπάγεται επίσης την αντικατάσταση του δικαιώματος στην κοινωνική πρόνοια από την υποχρέωση της αρχής της ανταποδοτικότητας της πρόνοιας (δηλαδή, την αναγκαστική συμμετοχή σε μια υποαμειβόμενη εργασία ως προϋπόθεση για τη λήψη κρατικής υποστήριξης). Ο περιορισμός της κοινωνικής αρωγής και η ενίσχυση των φυλακών αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, της πολιτικής αναδιάρθρωσης με βάση την επιβολή της τάξης σε κοινωνικό και αστικό επίπεδο.
Το 1971 οι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward έγραψαν ένα κλασικό έργο της κοινωνικής επιστήμης με τίτλο "Regulating the Poor" (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια), στο οποίο πρότειναν η αρωγή προς τους φτωχούς να διαστέλλεται και να συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Αυτό το μοντέλο λειτούργησε για μισό αιώνα, αρχής γενομένης από το Νιου Ντιλ. Όμως στην εποχή του "υπερκινητικού" κεφαλαίου και της ευέλικτης εργασίας, αυτή η κυκλική εναλλαγή έχει αντικατασταθεί από τη διαρκή συστολή της πρόνοιας και την απελευθέρωση μιας πρόθυμης να δουλέψει και φιλοπόλεμης ποινικής γραφειοκρατίας. Η μοναδική ελπίδα των φτωχών να τους αγκαλιάσει το κοινωνικό κράτος έχει υπερκεραστεί από τη ρύθμιση της φτώχειας από τη μια μέσω της πατερναλιστικής πράξης της περιοριστικής εφαρμογής της αρχής της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και από την άλλη μέσω της επέκτασης του "εγκλεισμού".
Στη δική μου εργασία χρησιμοποιώ την έννοια του γραφειοκρατικού πεδίου (του συνόλου των οργανισμών που προσδιορίζουν και διανέμουν τα δημόσια αγαθά) που έχει εισαγάγει ο Pierre Bourdieu, ώστε να συμπεριλάβω αυτές τις εξελίξεις στην κοινωνική πολιτική και την ποινική πολιτική σε ένα κοινό πλαίσιο ανάλυσης. Η κοινωνική πρόνοια, που επανέρχεται ως αρχή της ανταποδοτικότητας στην πρόνοια, και οι φυλακές, που στερούνται πλέον του προσχήματος της επανένταξης, συνιστούν τώρα ένα μοναδικό οργανωτικό πλέγμα που εκσφενδονίζεται στους φτωχούς, ενώ η κατανομή του ελέγχου γίνεται ανάλογα με το φύλο τους: η κοινωνική πρόνοια αναλαμβάνει τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ οι φυλακές αναλαμβάνουν τους άνδρες τους - που σημαίνει τους συζύγους, τους αδελφούς και τους γιους αυτών των γυναικών.

Λέτε λοιπόν ότι η κοινωνική πρόνοια και η ποινική Δικαιοσύνη είναι δύο πλευρές της πολιτικής που ασκείται έναντι των φτωχών...

Ναι, φυσικά. Ας θυμηθούμε πρώτα απ' όλα ότι η πρόνοια για τους φτωχούς και ο εγκλεισμός στις φυλακές έχουν κοινές ιστορικές καταβολές: επινοήθηκαν αμφότερα στον "μακρύ 16ο αιώνα" σε νομάδες που αποκόπηκαν από τους κοινωνικούς τους δεσμούς με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, για να διδαχθούν την ηθική της μισθωτής εργασίας. Δεύτερον, το κοινωνικό προφίλ εκείνων που δέχονται κοινωνική αρωγή και των εγκλείστων (από την άποψη της τάξης, της εθνικότητας, της εκπαίδευσης, της στέγασης, της οικογένειας, του ιατρικού ιστορικού, της έκθεσης στη βία κτλ.) είναι περίπου ταυτόσημο, εκτός ίσως από τον παράγοντα του φύλου, που λειτουργεί αντεστραμμένος, καθώς αμφότεροι προέρχονται από τους ίδιους περιθωριοποιημένους τομείς της ανειδίκευτης εργατικής τάξης. Τρίτον, η αρχή της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και ο εγκλεισμός που δεν αποβλέπει στην επανένταξη, στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία του ηθικού συμπεριφορισμού και χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές ελέγχου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο στιγματισμός, η επιτήρηση, οι ποινικές απαγορεύσεις και διαβαθμισμένες κυρώσεις για να "διορθώσουν" τη συμπεριφορά των πελατών τους. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές έχει λάβει νέο νόημα υπό το νεοφιλελεύθερο κράτος.

Πώς ορίζετε το νεοφιλελεύθερο κράτος;

Οι οικονομολόγοι έχουν εισαγάγει μια έννοια του φιλελευθερισμού που τον εξισώνει με την κυριαρχία της "ελεύθερης αγοράς" και την επέλαση της "μικρής κυβέρνησης". Λοιπόν αυτή είναι η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, όχι η πραγματικότητά του. Η κοινωνιολογία του υφιστάμενου νεοφιλελευθερισμού αποκαλύπτει ότι εμπεριέχει την οικοδόμηση ενός κράτους-κενταύρου, φιλελεύθερου στην κορυφή και πατερναλιστικού στη βάση. Ο νεοφιλελεύθερος Λεβιάθαν ασκεί το laissez faire laissez passer έναντι των επιχειρήσεων και της ανώτατης τάξης, στο επίπεδο των αιτιών της ανισότητας. Είναι όμως άγρια παρεμβατικό και απολυταρχικό όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις καταστρεπτικές συνέπειες της οικονομικής απορρύθμισης για όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο του ταξικού φάσματος.
Έναντι της "ισχνής" αντίληψης των οικονομολόγων, προτείνω έναν "συμπαγή" κοινωνιολογικό χαρακτηρισμό του νεοφιλελευθερισμού, που προσθέτει τρία συστατικά στοιχεία στους νόμους της αγοράς: επιτηρητική εργασία, επιθετικό αστυνομικό και σωφρονιστικό μηχανισμό και το πολιτιστικό σχήμα λόγου της "προσωπικής ευθύνης" να κολλήσει όλα μαζί. Το "Τιμωρώντας τους φτωχούς" δείχνει ότι, όπως η επιτηρητική εργασία, το υπερτροφικό και υπερδραστήριο τιμωρητικό καθεστώς που ανόρθωσε η Αμερική για να περιορίσει τον απόηχο της κοινωνικής ανασφάλειας δεν είναι μια παράκαμψη από το νεοφιλελευθερισμό, αλλά ένα από τα συστατικά του στοιχεία.
Πέραν τούτου, ο αιτιολογικός σύνδεσμος μεταξύ του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και της τιμωρητικής επέκτασης είναι φανερός εφόσον ιδωθεί σε διεθνές επίπεδο: δεν είναι τυχαίο ότι η Αγγλία διαπήδησε στην τάξη των ηγετών της φυλάκισης στη δυτική Ευρώπη υπό τον Μπλερ, ενώ η Χιλή διεκδίκησε τον τίτλο για τη Νότια Αμερική.

Επιχειρηματολογείτε στο τελευταίο έργο σας ότι η εκστρατεία για το νόμο και την τάξη υπό εξέλιξη είναι μια συμβολική έκθεση και τη συγκρίνετε με την πορνογραφία. Μπορείτε να μας εκθέσετε περαιτέρω την ιδέα;

Μία από τις προκλήσεις στο "Τιμωρώντας τους φτωχούς" είναι να ξεπεράσουμε την τελετουργική αντίθεση μεταξύ υλιστικών προσεγγίσεων, προερχομένων από τον Καρλ Μαρξ, και των συμβολικών προσεγγίσεων, που εμπνέονται από τον Εμίλ Ντέρκχαϊμ. Ο πρώτος βλέπει κοινωνική πρόνοια και ποινική δικαιοσύνη ως όργανα ταξικού ελέγχου, ενώ ο δεύτερος τα ερμηνεύει ως οχήματα για επικοινωνιακές νόρμες και δέσμευση κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η φυλακή είναι αρκετά πολύπλοκο ίδρυμα ώστε να λειτουργεί και στις δύο παραμέτρους αμοιβαία ή διαδοχικά.
Είναι βασικό να λάβουμε υπόψη τις συμβολικές διαστάσεις της τιμωρίας σε μια εποχή όπου η τιμωρητική πολιτική οδηγείται όλο και περισσότερο από θεωρητικές εκφράσεις σε κατάσταση αμόκ. Η καταπολέμηση του εγκλήματος έχει παντού μεταλλαχθεί σε ένα γκροτέσκο θέατρο αστικής ηθικής όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν για να σκηνοθετήσουν την αρσενική τους πυγμή και να λοιδορήσουν τους "ανάξιους" φτωχούς, όπως και να υποστηρίξουν το έλλειμμα της νομιμότητας από το οποίο πάσχουν όταν εγκαταλείπουν την προστατευτική αποστολή του κράτους στο κοινωνικό και οικονομικό μέτωπο. Οι πολιτικοί υπεραμύνονται μέτρων -όπως απαγορεύσεις κυκλοφορίας για τους νέους, αυτόματες επιβολές ισοβίων για αμετανόητους εγκληματίες ή δεμένους μαζί κρατουμένους με ριγωτές στολές- τα οποία είναι εντελώς άνευ αξίας από την πρακτική άποψη της μείωσης της εγκληματικότητας, όσο αυτά βολεύουν στο να γεννούν συναισθήματα εκδίκησης και στο να δραματοποιούν το όριο μεταξύ "ημών" των νομοταγών εργαζόμενων οικογενειών και "αυτών" του αποκρουστικού υποκόσμου.
Η πυρετώδης εκστρατεία να μπουν στη μαύρη λίστα και να εξοριστούν οι σεξουαλικοί εγκληματίες, για παράδειγμα, είναι ακατανόητη από την αυστηρή άποψη του λογικού ελέγχου της εγκληματικότητας. Η διάχυση θεσπισμάτων όπως ο "Megan's Law"* ακριβώς όταν ο δείκτης σεξουαλικών εγκλημάτων πέφτει, δεν βγάζει νόημα με όρους οργανικής λογικής, από τη στιγμή που θέτει πρώην σεξουαλικούς εγκληματίες υπό επαναλαμβανόμενη ταπείνωση, τους ωθεί στην παρανομία και συνεπώς αυξάνει τις πιθανότητες να υποτροπιάσουν. Αλλά έχει νόημα για τα καλά εάν υπολογίσεις ότι με το να μεταχειρίζεσαι σεξουαλικούς εγκληματίες ως ανήθικα σκουπίδια που πρέπει να φυλακίζονται, εκτοπίζει το συλλογικό άγχος από τη δουλειά, την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα προς την κατεύθυνση των παραβιαζόντων το νόμο και, συμβολικά, τσιμεντώνει την ηθική ενότητα εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται από την αντίθεσή τους προς αυτούς.

* Νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνια του 2004 που μεταξύ άλλων πληροφορεί κάθε ενδιαφερόμενο (και μέσω ιστοσελίδας) για τις κινήσεις κάθε καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα στο παρελθόν. Ο «Νόμος της Μέγκαν» ονομάστηκε έτσι εις μνήμην της 7χρονης Μέγκαν Κάνκαν από το Νιου Τζέρσεϊ, την βίασε και σκότωσε υπότροπος παιδεραστής που είχε μόλις μετακομίσει στη γειτονιά της.

Για τα κατεχόμενα Εξάρχεια

Το νέο δόγμα για την «προστασία του πολίτη» επιτάσσει σε κάθε γωνία να υπάρχει αστυνομία, να ελέγχει όσες και όσους κινούνται και συγκεντρώνονται στον δημόσιο χώρο. Ο Χρυσοχοΐδης, ο οποίος επανήλθε πέντε χρόνια μετά στη θέση που τον ανέδειξε, θέλει να επιβεβαιώσει τη φήμη που τον συνοδεύει. Φοράει τον ίδιο τριμμένο μανδύα που ξέραμε, του έχουν δώσει απλώς νέο όνομα. Δήλωσε εξ αρχής με πυγμή ότι δεν πρόκειται να ανεχτεί «καθεστώς ανομίας» στην πόλη. Φρόντισε συνάμα να προσθέσει το απαραίτητο δημοκρατικό επίχρισμα στην αυταρχική πολιτική του. Διάνθισε τις άτεγκτες προθέσεις του με μια πομπώδη καταδίκη της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης εξουσίας που με τόσο ζήλο επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία τα όργανα της τάξης, εξαγγέλλοντας αναδιάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας, με στόχο την αποκατάσταση των σχέσεων με τον πολίτη. Και με αφορμή την περιορισμένης κλίμακας επίθεση σε υποκαταστήματα τραπεζών στη Χαριλάου Τρικούπη από ομάδα αγνώστων την προηγούμενη Πέμπτη, έσπευσε να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα του.
Αυτό που συμβαίνει καθημερινά από το βράδυ της προηγούμενης Πέμπτης στα Εξάρχεια είναι η επιβολή του ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους σε τοπική κλίμακα. Ολόκληρη γειτονιά βρίσκεται, κατά χρονικά διαστήματα που ποικίλουν σε διάρκεια, αποκλεισμένη από ισχυρότατες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες παραταγμένες σε καίρια σημεία εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση και παραμονή στην περιοχή. Την ίδια ώρα εφαρμόζονται εκτεταμένοι έλεγχοι στους δρόμους, στην πλατεία, στο αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο πρώην πάρκιγκ και στα γύρω μαγαζιά. Έλεγχος στοιχείων, σωματικές έρευνες, εξευτελισμοί, «τσαμπουκαλίδικη» συμπεριφορά, καψόνια κ.λπ., κ.λπ. Ακολουθούν προσαγωγές «υπόπτων» στη ΓΑΔΑ (ορισμένοι εκ των οποίων σύμφωνα με μαρτυρίες βρέθηκαν κρατούμενοι στα κελιά της αντιτρομοκρατικής!) και στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για «εξακρίβωση». Στο αστυνομικό δελτίο, παρόλα αυτά τα εντυπωσιακά, έχουν καταγραφεί πενιχρά αποτελέσματα έως τώρα: ελάχιστες συλλήψεις για μικροπαραβάσεις του νόμου «περί ναρκωτικών ουσιών», του αγορανομικού και υγειονομικού κώδικα και κάποιοι «λαθρομετανάστες».
Η διαβόητη «επικίνδυνη ζώνη», το «άβατο των Εξαρχείων», είναι τις τελευταίες μέρες μια προσωρινή κατεχόμενη ζώνη, έχει τεθεί προς το παρόν υπό την αυστηρή επιτήρηση των αστυνομικών ορδών, υπό το άγρυπνο μάτι του κράτους – η αποτελεσματικότητα όμως μιας τέτοιας επέμβασης είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενη.
Η απόδοση συλλογικής ευθύνης σε όλους εμάς που ζούμε, κινούμαστε, συχνάζουμε ή εργαζόμαστε στα Εξάρχεια, και η αντιμετώπισή μας συλλήβδην ως υπόπτων (για ποια εγκλήματα άραγε;) φανερώνει την ολοκληρωτική αντίληψη του φουριόζου υπουργού. Ξεχνά όμως, πως όποτε το κράτος υποτίμησε τους αγώνες για το δικαίωμα στην πόλη και προσπάθησε να επιβάλει αυταρχικές πολιτικές αστυνόμευσης του δημόσιου χώρου βρέθηκε αντιμέτωπο με την οργή, όχι μόνο των «περιθωριακών ομάδων» αλλά σύσσωμου του συλλογικού κοινωνικού κινήματος.
Εφόσον ο κύριος υπουργός έχει όπως ισχυρίζεται φίλους στον αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο, θα έπρεπε να γνωρίζει από τις συνομιλίες του μαζί τους ότι, παρά τις όποιες θεμελιώδεις διαφωνίες που μπορεί να υπάρχουν γύρω από το θέμα της βίας, δεν θα βρεθεί ούτε μία/ένας σε αυτόν το χώρο που θα παρέμενε απαθής μπροστά στην αποτρόπαια αστυνομοκρατία. Τα αντιεξουσιαστικά ανακλαστικά τίθενται αυτομάτως σε λειτουργία όταν το κράτος αυθαιρετεί, ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα για έναν νέο κύκλο έντασης και συγκρούσεων, που ακόμα κι αν δεν ξεσπάσουν άμεσα θα είναι αναμφίβολα σφοδρές όταν έρθει η ώρα τους.
Βία δεν ασκεί το κράτος μόνον όταν τα κλομπ των μπάτσων σπάζουν κεφάλια αλλά και όταν πιο «ήπιες» απόπειρες επιβολής του «νόμου και της τάξης» περιορίζουν αισθητά την ελευθερία και το δικαίωμα στην πόλη. Βία επίσης ασκεί το κράτος όταν, στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που τώρα βαφτίστηκε «πράσινη»), των «δημοκρατικών ελευθεριών», του «κοινού καλού» ή/και του «εθνικού συμφέροντος», προσπαθεί να επιβάλει τη συναίνεση με τους όρους της κυριαρχίας.
Η αλλαγή της ονομασίας τού μέχρι πρότινος υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που τώρα ονομάστηκε «Προστασίας του Πολίτη», θέλει να επικυρώσει προφανώς τη «δημοκρατική ευαισθησία» και το «εκσυγχρονιστική αντίληψη» της νέας, «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης στα θέματα της ασφάλειας. Στην πραγματικότητα όμως σηματοδοτεί την ουσιαστική, και εν πολλοίς αναμενόμενη σύγκλιση της «σοσιαλιστικής» πολιτικής της κυβέρνησης προς τις άκρως επικίνδυνες παραδοχές περί «εσωτερικού εχθρού» των συντηρητικών ιδεολογικών (δήθεν) αντιπάλων της. Η μετονομασία του υπουργείου δηλώνει ρητώς ότι το κράτος πρέπει να εγγυάται την «προστασία του πολίτη» απέναντι σε κάποιον άλλον που εκπροσωπεί τον «κίνδυνο», όπως κι αν αποκαλείται ο «κίνδυνος» αυτός: «εγκληματικότητα», «λαθρομετανάστευση», «τρομοκρατία», προσφάτως δε, από τα χείλη του υπουργού βαφτίστηκε «χουλιγκανισμός» και «βανδαλισμός». Δεν μιλάμε φυσικά για τον «εξωτερικό εχθρό»! Αφού δεν πρόκειται για την «άμυνα της χώρας», λοιπόν, παρά για την αστική ασφάλεια, ο «επικίνδυνος άλλος», από τον οποίο πρέπει να «προστατευτεί ο πολίτης», τοποθετείται αυτονόητα εντός της επικράτειας της ισχύος του κράτους, εκτός όμως της ευνομούμενης κοινωνίας, σε μια ιδιαίτερη κατάσταση εξαίρεσης, όπου τα δικαιώματα που παραχωρεί στους πολίτες του το κράτος τελούν υπό αίρεση ή παύουν να ισχύουν. Εκτός νόμου καμία προστασία δεν εξασφαλίζεται, κανένα δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται. Άρνηση του νόμου σημαίνει άρνηση της κοινωνίας. Όσοι επιλέγουν να αψηφήσουν το νόμο, αψηφούν την ίδια την κοινωνία, ως ανώτατη μορφή της οποίας εμφανίζεται το κράτος. Η κεντρική εξουσία θέλει να τους εξοβελίσει στο κοινωνικό περιθώριο για να τους απομονώσει και να τους εξοντώσει πιο εύκολα, έχοντας φυσικά πάντοτε κατά νου την «προστασία του πολίτη». Ο «επικίνδυνος άλλος», ο «εκτός νόμου», εκείνος που απειλεί τη συνοχή της κοινωνίας, είναι μη πολίτης, είτε κυριολεκτικώς –όπως π.χ. οι πρόσφυγες και οι μετανάστες χωρίς χαρτιά–, είτε συμβολικώς – π.χ. εκείνοι που δεν αυτοπεριορίζονται στην ιδιότητα του πολίτη που τους παραχωρείται, αντιθέτως την καταγγέλλουν ως μια αντιφατική αστική έννοια η οποία, αναφερόμενη στα «ανθρώπινα δικαιώματα» και την «κοινωνία των πολιτών», προσδίδει θεσμική επίφαση στην κυριαρχία και εκβιάζει τη συναίνεση, τη συμμόρφωση όλων στην «κανονικότητα». («Η πολιτική απελευθέρωση είναι μερική και περιορισμένη γιατί, ελεύθερος σαν πολίτης, ο άνθρωπος σαν ιδιώτης μένει δούλος των απάνθρωπων συνθηκών, που κυριαρχούν στην καπιταλιστική κοινωνία.»[1])
Αυτό το μη χειραγωγούμενο από το κατεστημένο πολιτικό σύστημα πλήθος των «παραβατών» δεν είναι, όπως οι μεγαλόσχημοι νομίζουν, μια ρυτίδα στη λεία επιφάνεια της κανονικότητας, που μπορούν να την εξαλείψουν με ένα απλό λίφτινγκ – με την αλλαγή του ονόματος ενός υπουργείου ή με την «αλλαγή» της νοοτροπίας των μπάτσων. Είναι ένα πολύμορφο κοινωνικό κίνημα που ούτε στο περιθώριο μπαίνει, ούτε καταστέλλεται.

1. Κώστας Παπαϊωάννου, Η γένεση του ολοκληρωτισμού. Οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική επανάσταση, δ΄ έκδ., Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, σ. 193.