Παρατηρήσεις για την κρίση

2. Τίνος υπηρέτης είναι το κράτος;

Όσοι, και είναι πια πολλοί σήμερα στο ζοφερό περιβάλλον της τρέχουσας κρίσης, επικαλούνται το κράτος σαν «το μόνο καταφύγιο εμπιστοσύνης» (Άντζελα Μέρκελ) επιδιώκουν να συγκαλύψουν τόσο τη φύση και τον πραγματικό ρόλο του κράτους στο καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης όσο και την πρόθεσή τους να αποκαταστήσουν με κάθε τρόπο την κυριαρχία του κεφαλαίου, να αναστυλώσουν δηλαδή με όποιο τίμημα το σύστημα, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί ανεμπόδιστα η περαιτέρω αναπαραγωγή του και η συνέχεια της κυριαρχίας της πολιτικοοικονομικής ελίτ.
Από την άλλη, όσοι επενδύουν τις ελπίδες τους σε αυτές τις υποσχέσεις των πολιτικών για την επέμβαση του κράτους μην μπορώντας να δουν, διόλου αδικαιολόγητα, εναλλακτικές λύσεις στα προβλήματα και τις ανησυχίες τους, αναπόφευκτα θα απογοητευτούν, πιθανώς στο άμεσο μέλλον κιόλας. Και θα απογοητευτούν είτε έχουν πειστεί για τη ρυθμιστική αποτελεσματικότητα του κράτους έναντι του κεφαλαίου (π.χ. «συγκρατώντας» τις καταστροφικές του τάσεις – «ασυδοσία των “golden boys”», κ.λπ.) είτε έχουν πειστεί ότι το κράτος είναι ο κοινωνικοπολιτικός εκείνος θεσμός που θα διαμεσολαβήσει με «ουδέτερο» τρόπο, αμβλύνοντας τις επιπτώσεις της κρίσης με γνώμονα το «γενικό συμφέρον» των πολιτών του και της κοινωνίας συνολικά (π.χ. «προστατεύοντας» τα πιο ευάλωτα οικονομικά στρώματα και «θωρακίζοντας» την εθνική οικονομία), αφού αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι το κράτος μεροληπτεί απροκάλυπτα υπέρ του κεφαλαίου, γιατί το κράτος είναι οργανικός παράγοντας στη διαδικασία συσσώρευσης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου και δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτήν.

Στην πρώτη περίπτωση, εκείνων που επικαλούνται τη ρυθμιστική παρέμβαση, το κράτος δεν μπορεί να είναι η λύση στο πρόβλημα• είναι αναπόφευκτα μέρος του προβλήματος. Δεν είναι η απουσία βούλησης για παρεμβατική ρύθμιση, αλλά η έλλειψη δυνατότητας πραγματικής ρύθμισης η οποία δεν θα αντιβαίνει στις ίδιες τις προϋποθέσεις λειτουργίας και ανάπτυξης του συστήματος που ακυρώνει εκ των πραγμάτων κάθε ανάλογη απόπειρα. Όπως υπενθυμίζει ο ultra φιλελεύθερος Economist, «η σύγχρονη χρηματοδοτική [στα προϊόντα της οποίας αποδίδεται η κρίση] αναπτύχθηκε σε ένα περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί από ρυθμιστικές αρχές και πολιτικούς», για να επισημάνει κατ’ αυτό τον τρόπο το ρόλο του κράτους στην τρέχουσα κρίση από τη στιγμή που αυτή αποδίδεται στην υποτιθέμενη απορύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα που ξεκίνησε στις Η.Π.Α. επί κυβερνήσεως Κλίντον προκειμένου να προσελκυσθούν διεθνή κεφάλαια στα αμερικανική χρηματοπιστωτική αγορά. Για τον Economist το σκάνδαλο φυσικά είναι η ίδια η ανάμειξη του κράτους στις αγορές, πρακτική στην οποία αποδίδει, με χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα και φιλελεύθερο ζηλωτισμό, όλα τα δεινά της οικονομίας. Δεν είναι μόνο ότι η παρέμβαση του κράτους καταγγέλλεται ως επιζήμια καθαυτή, το κράτος κατηγορείται επίσης ότι παρεμβαίνοντας με οιοδήποτε τρόπο διαστρεβλώνει την ίδια τη λειτουργία της αγοράς προκαλώντας ανεξέλεγκτες αντιδράσεις των οικονομικών παραγόντων αφού, εκτός των άλλων, επιδρά καταλυτικά στην ψυχολογία και άρα στις αποφάσεις τους.
Ο ρεαλισμός τού Economist σε σχέση με τη λειτουργία του κεφαλαίου είναι αφυπνιστικός για όσους βαυκαλίζονται ότι, με την «παρέμβαση του κράτους», το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να «ρυθμιστεί» αποτελεσματικά ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος ανάλογων μελλοντικών κρίσεων: «Όπως πολλά από τα καινοτόμα χρηματοπιστωτικά εργαλεία της σύγχρονης χρηματοδοτικής χρησιμοποιήθηκαν για την αποφυγή των περιορισμών του σημερινού ρυθμιστικού πλαισίου των τραπεζών, έτσι και οι αυριανές καινοτομίες θα σχεδιαστούν για να αποφύγουν τους κανόνες του αύριο». Όπερ μεθερμηνεύεται στο προσφιλές δόγμα της εν λόγω φιλελεύθερης ιδεολογίας: η προσπάθεια επιβολής πλαισίων ρύθμισης από το κράτος είναι ματαιοπονία – το κεφάλαιο (εν. το κίνητρο του κέρδους, δηλαδή το ιδιωτικό συμφέρον) θα βρίσκει πάντα τρόπους υπέρβασης = κάθε ρύθμιση (δημόσια παρέμβαση) προκαλεί αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα = η «αυτορύθμιση» των αγορών χωρίς καμία διαστρεβλωτική και αναποτελεσματική ούτως ή άλλως ανάμειξη του κράτους είναι ο μόνος ενδεδειγμένος τρόπος. Μπορεί για τους συντάκτες του Economist αυτό να σημαίνει «ελευθερία της καινοτομίας» όμως δεν είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσουμε όλοι σε αυτό.
Από την άλλη, η σοσιαλδημοκρατική (σοσιαλφιλελεύθερη για να είμαστε πιο ακριβείς) προσέγγιση του ζητήματος δεν αφήνει περιθώρια για μια διαφορετική ερμηνεία. Η «ελεύθερη αγορά», η «ανάπτυξη», ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εν γένει δεν τίθενται καν σε αμφισβήτηση, τουναντίον θεωρούνται προϋποθέσεις εκ των ων ουκ άνευ του «σοσιαλισμού». Ο καπιταλισμός απλώς χρειάζεται ορισμένες ρυθμίσεις (που εύσχημα αποκαλούνται «δημοκρατικός έλεγχος») οι οποίες θα αποτρέπουν τις υπερβολές της εισοδηματικής ανισότητας και θα προστατεύουν τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα αναδιανέμοντας πιο δίκαια τον κοινωνικό πλούτο μέσω του κράτους. Και αυτό είναι όλο. Η όποια υπόσχεση ή ελπίδα για ανασυγκρότηση του «κράτους πρόνοιας» που εμψυχώνει εκ νέου τη ρητορική αυτή είναι όμως ψευδής. Το κεϋνσιανικό μοντέλο ήταν αποτελεσματικό σε μια διαφορετική φάση του καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και σε διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα είναι ένα ξεπερασμένο από την πραγματικότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μοντέλο που απαιτεί μια διαφορετικού τύπου συναίνεση στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, συναίνεση που επιτεύχθηκε λόγω συγκυριών αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο αλλά δεν είναι πια δυνατόν να επιτευχθεί καθώς οι παράγοντες συγκρότησής της είναι κατακερματισμένοι και διασκορπισμένοι μέσα στον νεοφιλελεύθερο «πλουραλιστικό» κόσμο που αναδύθηκε σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ως μέρος της ίδιας διαλεκτικής που ανέδειξε τον κεϋνσιανισμό και το «κράτος πρόνοιας». Πολλοί ξεχνούν ότι ο Κέϋνς δεν ήταν σοσιαλιστής αλλά άνηκε στις τάξεις των φιλελεύθερων, μέλος ενός μικρού φιλελεύθερου κόμματος, και θέλοντας να διασώσει τον καπιταλισμό από την καταστροφή, δηλαδή από την εξέγερση των εργατών, κατάλαβε πολύ έγκαιρα ότι μόνο καθιστώντας «εταίρους» τους μέχρι πρότινος ανταγωνιστές θα μπορούσε να ξαναβρεί τη δυναμική του το σύστημα και να ανακάμψει. Όμως κι εδώ ελλόχευε η αντίφαση, την οποία κλήθηκε να επιλύσει το κράτος.
Δεν πρέπει να θεωρούμε την απορύθμιση που έγινε σημαία του νεοφιλελευθερισμού από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 (ενώ οι καταβολές της βρίσκονται πίσω, στη δεκαετία του ’30 κιόλας, με την σφοδρή αντίδραση του von Hayek στον «κρυπτοσοσιαλισμό», σύμφωνα με τον ίδιο, του Κέυνς) ως πραγματική βούληση αποδυνάμωσης της ουσιαστικής για το κεφάλαιο λειτουργίας του κράτους. Η λαίλαπα που από πολλούς αποκαλέστηκε η «νεοφιλελεύθερη επανάσταση» που αμφισβήτησε την «κεϋνσιανή συναίνεση», δεν κατάργησε τον ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή του κοινού συμφέροντος απλώς έπεισε ότι το κοινό συμφέρον ήταν η απόσυρση του κράτους από την οικονομική σφαίρα προς όφελος της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και η συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών.
Η νεοφιλελεύθερη πρόταση βρήκε πολλούς πρόθυμους υποστηρικτές όταν η «χρυσή περίοδος» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχε αρχίσει να χάνει τη λάμψη της και να φανερώνει σταδιακά τον κίβδηλο ουτοπισμό του κεϋνσιανισμού. Η απορύθμιση ήταν επιβεβλημένη κίνηση εκ μέρους των πολιτικοοικονομικών ελίτ προκειμένου να καταπολεμηθεί η κρίση που είχε φέρει την καπιταλιστική οικονομία, μετά από σχεδόν τρεις «χρυσές» δεκαετίες συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης, στα πρόθυρα βαθιάς ύφεσης. Οι υψηλοί μισθοί και η σταθερή αύξησή τους από τον πόλεμο και μετά, αποτέλεσμα των αγώνων των εργαζομένων αλλά και της υψηλής παραγωγικότητας που επέφεραν οι τεϋλορικές μέθοδοι εργασίας, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η διεύρυνση της κατανάλωσης, η απείθεια της εργασίας μέσα σε ένα νέο κλίμα εναντίωσης που είχε τις ρίζες στην αντικουλτούρα της δεκαετίας του ’60 σε συνδυασμό με την ισχύ των εργατικών συνδικάτων που πίεζαν για όλο και περισσότερες παροχές, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου και η συνακόλουθη αύξηση του κόστους παραγωγής, το υψηλό κόστος του κράτους πρόνοιας που αναδιένεμε κατά κάποιο τρόπο τα κέρδη του κεφαλαίου, το υπερβολικό κόστος του Ψυχρού πολέμου, η όξυνση του ανταγωνισμού από τις αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως της Ασίας, σε παραγωγικούς τομείς που μέχρι τότε ήταν λίγο πολύ είτε μονοπωλιακοί είτε ελέγχονταν από τις οικονομίες των χωρών του «πυρήνα», υπέσκαψε τη δυνατότητα κερδοφορίας του κεφαλαίου και του μοντέλου συσσώρευσης που είχε σκορπίσει την αισιοδοξία των μεταπολεμικών «χρυσών χρόνων» για μια συνεχή και σταθερή πορεία ανάπτυξης σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο. Είχε έρθει η ώρα της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και του «λιγότερου κράτους», είχε έρθει η ώρα του Ρέιγκαν και της Θάτσερ.
Ιδιωτικοποιώντας δημόσιες υπηρεσίες, επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινής ωφέλειας, το κράτος υπό τη διακυβέρνηση των νεοφιλελεύθερων πρόσφερε στο κεφάλαιο, πέρα από τη συρρίκνωση των δημόσιων δαπανών που επέτρεψε την φοροαπαλλαγή των κερδών, και πέρα από την τιθάσευση της εργατικής δύναμης, με την αντι-συνδικαλιστική νομοθεσία και την απορύθμιση της αγοράς εργασίας, εκτός από ελευθερία κινήσεων και ένα νέο πεδίο δράσης. Οι ιδιωτικές επενδύσεις σε αποκλειστικά έως τότε ελεγχόμενους από το κράτος και άκρως κερδοφόρους λόγω της καθολικότητάς τους τομείς (υγεία, παιδεία, ενέργεια, δημόσια έργα, περιβάλλον, τηλεπικοινωνίες, κ.λπ.), οι «ιδιωτικοποιήσεις», τόνωσαν σημαντικά την οικονομία και την έβγαλαν σταδιακά από την ύφεση.
Η διαλεκτική αυτών των δύο φάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι στην πραγματικότητα μια συνεχής μετατόπιση των ορίων «δημόσιου»-«ιδιωτικού» αναλόγως των εξελίξεων στον στίβο της κοινωνικής διαπάλης στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συγκυρίας της διαδικασίας καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όμως πρόκειται πάντοτε για μετατόπιση και όχι για εξάλειψή τους αφού αυτή θα σήμαινε και την πλήρη απονομιμοποίηση του ίδιου του κράτους.


Στη δεύτερη περίπτωση, εκείνων δηλαδή που επικαλούνται την αυτονομία του, το κράτος είναι και πάλι μέρος του προβλήματος το οποίο καλείται να λύσει, όμως με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο απ’ ότι στην πρώτη.
Όσο κι αν προτάσσει δυναμικά το ρόλο του «εγγυητή» για τις αγορές και την χρηματοπιστωτική ρευστότητα (βλ. σχέδια Πόλσον, Μπράουν, Σαρκοζί, Μέρκελ, Αλογοσκούφη, κ.λπ. κ.λπ.), το κράτος ως εκφραστής του δημόσιου συμφέροντος έχει αυτοακυρωθεί μέσα στην ολοσχερή συγχώνευσή του με την οικονομία και την ταύτιση δημοκρατίας και οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της ταύτισης πολιτικής και οικονομίας, παρότι σε επίπεδο ρητορικής αυτά τα δύο υποτίθεται ότι πρέπει να παραμένουν διαχωρισμένα. Τα ιδιωτικά συμφέροντα έχουν ισχυροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό έναντι του δημόσιου συμφέροντος που το κράτος εξαρτά την οικονομική πολιτική του από τις δικές τους αποφάσεις (βλ. π.χ. «επενδύσεις») και την προσαρμόζει το δυνατόν στις δικές τους ανάγκες (βλ. π.χ. δημόσιοι πόροι, εργασία, αγορά).
Υποταγμένο στο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο και τη διεθνή κινητικότητά του το κράτος υποχρεώνεται να αναζητήσει αντισταθμιστικές λύσεις στο ασταθές, απρόβλεπτο και πολύπλοκο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον σε υπερκρατικούς πολιτικοοικονομικούς σχηματισμούς (όπως είναι π.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση) προκειμένου να μπορέσει να διατηρήσει ψηλά την αξία των κρατικών μηχανισμών ως μέσου για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, παρεμβαίνοντας επιλεκτικά και με πυροσβεστικό κυρίως τρόπο στον εντός της επικράτειάς του κοινωνικό ανταγωνισμό, χειραγωγώντας με άλλα λόγια την εργατική δύναμη με κατασταλτικά μέτρα και διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και την ελεύθερη ροή των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.
Η χρήση του κρατικού μηχανισμού από τις πολιτικοοικονομικές ελίτ προκειμένου να προστατευτούν συγκεκριμένα (ταξικά) συμφέροντα γίνεται με τη «μόχλευση» που προσφέρουν οι νόρμες που επιβάλλονται από τους μεγαλύτερους πολιτικοοικονομικούς σχηματισμούς οι οποίοι παρουσιάζονται πάντα ως «εξωτερικοί» μηχανισμοί, υπερκείμενοι του κάθε συγκεκριμένου κράτους-μέλους που οφείλει να ακολουθεί τους κανόνες ως «εταίρος».
Ένα διαφωτιστικό παράδειγμα επ’ αυτού από την πρόσφατη επικαιρότητα: Όταν οι εργαζόμενοι στην Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία του Ομίλου Λαναρά, που δουλεύουν εδώ και πολλούς μήνες απλήρωτοι, ζήτησαν από τον Αλογοσκούφη να υλοποιήσει τη δέσμευσή του για τη χρηματοδότηση των κλωστοϋφαντουργικών επιχειρήσεων της Βόρειας Ελλάδας με το συνολικό ποσό των 35 εκατομμυρίων ευρώ (εκ των οποίων μέχρι σήμερα έχουν χορηγηθεί μόλις τα 5) έλαβαν ως απάντηση ότι, η πρόθεση της κυβέρνησης να ενισχύσει οικονομικά τον κλάδο, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσει την απασχόληση χιλιάδων εργαζόμενων, «συναντά εμπόδια από την Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ε.Ε.». Τρεις μέρες μόλις πριν, και σύμφωνα με τη γενική άτυπη ντιρεκτίβα των ισχυρών της Ε.Ε. για ενέσεις τόνωσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κάθε χώρας με ιδίους πόρους και όχι με κονδύλια ενός κοινού ταμείου, ο υπουργός είχε συναντηθεί με εκπροσώπους των τραπεζών προκειμένου να συζητήσουν τη διανομή 28 δις ευρώ που θα παρέχει υπό όρους το ελληνικό Δημόσιο για να στηρίξει τη ρευστότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος (που κατά τα άλλα δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, όπως μας διαβεβαιώνουν με κάθε τρόπο τελευταίως) προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χρηματοπιστωτική κρίση και να ενισχυθεί η απρόσκοπτη παροχή στεγαστικών, καταναλωτικών και επαγγελματικών δανείων που αποτελούν και τον μοχλό κίνησης της σύγχρονης οικονομίας.
Ως «ουδέτερος» θεσμός που υπεραμύνεται του κοινού συμφέροντος των πολιτών του το κράτος παρουσιάζεται υποχρεωμένο από τις περιστάσεις, τη διεθνή συγκυρία, τις υποχρεώσεις του απέναντι στους εταίρους, τους συμμάχους και τη διεθνή κοινότητα, και τις συνθήκες που έχει διαμορφώσει η παγκοσμιοποίηση, να δράσει «ορθολογικά»: να στηρίξει με κάθε τρόπο το ίδιο το σύστημα γιατί η πιθανή του κατάρρευση θα σήμαινε περισσότερα δεινά «για όλους». Λογικό επιχείρημα, με ισχυρό έρεισμα στην εμπειρική πραγματικότητα, που φαίνεται να έχει αρκετή πειθώ ώστε να αποτρέπει την όποια εκδήλωση έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας σε υπολογίσιμο βαθμό που θα λειτουργούσε μεν αποσταθεροποιητικά και «χαοτικά» αλλά πιθανώς θα άνοιγε νέες προοπτικές στις ενδεχόμενες εξελίξεις.

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις το κράτος εκλαμβάνεται φορμαλιστικά, ως μια «οντότητα» οι λειτουργίες της οποίας (κρατικοί μηχανισμοί) είναι δια-ταξικές (κοινό συμφέρον) και όχι διαλεκτικά, ως δυναμικό πεδίο ταξικού ανταγωνισμού που ηγεμονεύεται από τις πολιτικοοικονομικές ελίτ που χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς του για την αναπαραγωγή των όρων κυριαρχίας τους. Η «φυσική» αντίληψη για το κράτος, ως ανώτερη έκφραση της πολιτικής κοινότητας, εξυπηρετεί την ιδεολογική χειραγώγηση και την υποταγή του «πολίτη» στην (αστική) νομιμότητα. Συμβάλει επίσης ενεργά στην ένταξη στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους. Το κράτος φέρεται να διασφαλίζει το σύστημα εμφανιζόμενο ως υπεράνω ιδεολογιών, κομμάτων και συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων διαιτητής που εξασφαλίζει το «δημόσιο συμφέρον», τα κοινά συμφέροντα «όλων των πολιτών», και προπάντων ως υπερασπιστής του «εθνικού συμφέροντος» (Ερνέστ Μαντέλ).

Για να δοθεί λοιπόν απάντηση στο ερώτημα «τίνος υπηρέτης είναι το κράτος» θα πρέπει να αναδιατυπωθεί η ίδια η ερώτηση καθώς το «υποκείμενο» κράτος, έτσι όπως εννοείται στις παραπάνω περιπτώσεις, δεν υπάρχει, άρα δεν μπορεί να είναι «υπηρέτης» κανενός. Αλλά αυτή είναι η ιδεολογικοποιημένη αστική αντίληψη για το κράτος, όπως την εκθέσαμε ήδη. Στη δική μας αντίληψη, το κράτος είναι ένα μόρφωμα που παράγουν οι ίδιες οι κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις και δεν μπορούμε να το θεωρούμε εργαλειακά, σαν αυτόνομο δηλαδή μηχανισμό που δρα «ουδέτερα» προς όφελος όλων (το «σοσιαλιστικό» κράτος είναι εξίσου απαράδεκτο με το αστικό-καπιταλιστικό), αλλά μόνο σαν ένα δυναμικό πεδίο ανταγωνισμού που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από αυτές τις σχέσεις μέσα στον γενικότερο ανταγωνισμό που διαμείβεται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και το οποίο ηγεμονεύεται από την κυρίαρχη τάξη. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το ερώτημα πρέπει να ξαναδιατυπωθεί ως εξής: Μπορεί το κράτος να διαμορφώσει άλλες συνθήκες πέρα από τις συνθήκες που ορίζουν την ίδια την ύπαρξή του, τις κεφαλαιοκρατικές δηλαδή σχέσεις;
Σύμφωνα με όσα ισχυριζόμαστε εδώ, προφανώς όχι. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι κεφαλαιοκρατικές παραγωγικές σχέσεις είναι φύσει σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που εκδηλώνονται στο κοινωνικό πεδίο ως ανταγωνισμός εργασίας-κεφαλαίου (τόσο σε υλικό-οικονομικό όσο και σε πολιτικό-ιδεολογικό επίπεδο) από τον οποίο πηγάζει κάθε φαινόμενο που ανακύπτει συγκυριακά ως «οικονομική κρίση», δεν υπάρχει καμία δυνατότητα πραγματικού ελέγχου και αποτροπής των κρίσεων αυτών από το κράτος. Το ίδιο το κράτος είναι παράγοντας της κρίσης ως οργανικό συστατικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Είναι προφανές λοιπόν ότι όσοι αναζητούν διέξοδο από τις εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος είναι χωρίς άλλο υποχρεωμένοι να αγωνιστούν για να βρεθούν τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν πέρα από το κράτος και τον καπιταλισμό, στον κομμουνισμό και στην αταξική κοινωνία των πραγματικά ελεύθερων ανθρώπων.

Οδηγώντας με σβηστά φώτα στο σκοτάδι

Μερικές παρατηρήσεις επί των «παρατηρήσεων περί καλλιτεχνικής ελευθερίας, επιμελητών, και του φαινόμενου των μπιενάλε»

Διάβασα το κείμενο του Αυγουστίνου Ζενάκου «Flashing Our Light. A Few Notes on Artistic Freedom, Curators, and the Biennial Phenomenon» που δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού σύγχρονης τέχνης kaput., στο οποίο, μεταξύ άλλων, μου ασκεί «δριμύτατη κριτική» απαξιώνοντας εμένα και τις απόψεις που κατά καιρούς δημοσιεύω σε αυτό το blog, ανταποδίδοντάς μου προφανώς τα εύσημα. Δεν θα προσπαθήσω να ανασυγκροτήσω τις παντελώς διαστρεβλωμένες εκ μέρους του θέσεις μου για να τις υπερασπιστώ από τα άσφαιρα πυρά του, όποιος θέλει ας διαβάσει τα κείμενά μου και ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του. Θα ανασκευάσω όμως κάποια από τα επιχειρήματα του Α.Ζ., πράγμα που κατέληξε να είναι περισσότερο διασκεδαστικό παρά δύσκολο. Ελπίζω το ίδιο διασκεδαστικό να είναι και για τον αναγνώστη.
Εν συντομία, τα πρώτα συμπεράσματα που μπορώ να βγάλω με ομολογουμένως γλαφυρή διάθεση από το εν λόγω κείμενο είναι ότι, ο Α.Ζ.:
- είναι επαρκής χρήστης της αγγλικής γλώσσας, τουλάχιστον σε επίπεδο έκθεσης ιδεών• χρειάζεται ακόμα εξάσκηση για να διεκδικήσει με ελπίδα μια θέση στους New York Times,
- πιστεύει ότι αντιστεκόμαστε στο σύστημα αναβοσβήνοντας τα φώτα του αυτοκινήτου μας,
- ταξιδεύει πολύ συχνά ανά την υφήλιο, δεν καταβάλλεται σωματικά, πολλαχώς δε πνευματικά: είναι πάντοτε έτοιμος να αποστομώσει με ακλόνητα επιχειρήματα και έγκυρη γνώση τους αδαείς,
- ενημερώνεται θεωρητικώς από «πρώτο χέρι», κυρίως παρακολουθώντας μπιενάλε και συνέδρια των μπιενάλε όπου συζητούνται εμβριθώς τα προβλήματα των μπιενάλε από ειδήμονες που διοργανώνουν ή θέλουν να διοργανώσουν μπιενάλε,
- κρατάει επιμελώς σημειώσεις απ’ ό,τι ακούει και βλέπει, κάτι που αποβαίνει χρήσιμο για την τεκμηρίωση των επιχειρημάτων του ερήμην καταλληλότερων βοηθημάτων,
- γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους, και έμαθε πολλά από αυτούς – κυρίως όμως επιβεβαίωσε περίτρανα την ορθότητα των απόψεών του περί μπιενάλε τις οποίες σπεύδει να καταθέσει,
- φιλοδοξεί να εκλεγεί κάποια μέρα πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Μπιενάλε,
- έχει πάει σε σοβαρό πανεπιστήμιο, όπου και κατάφερε να περάσει το πρώτο έτος,
- δεν έχει διαβάσει ωστόσο Μαρξ, παρότι ως πρωτοετής όφειλε σαν πρώτο βήμα για τις ανώτερες σπουδές του στη Σαντάλ Μουφ, τον Λακλάου, γαρνιρισμένους με ολίγον Ζίζεκ και μπόλικο Λακάν• λίγος Φουκό, λίγος Ντελέζ, για να μην παραλείψει βεβαίως, ως τελειόφοιτος, να εντρυφήσει στους Χαρντ και Νέγκρι – και πού να πιάσουμε τα μεταπτυχιακά…,
- νομίζει ότι η ελευθερία έχει χορηγούς και δηλώνει πρόθυμος να διαπραγματευτεί μαζί τους, αφού είναι για καλό σκοπό, την τιμή της,
- δεν κατάλαβε γρι απ’ ό,τι λέω, γι’ αυτό και του συγχωρώ το ότι διαστρεβλώνει συστηματικά τις απόψεις μου, παρουσιάζοντάς με σαν ξεμωραμένο εραστή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού• δεν του συγχωρώ όμως την κακοποίηση των ιδεών και μπαίνω στον πειρασμό να του απαντήσω,
- δεν χάνει ευκαιρία να ευλογήσει τα γένια του, θέλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να επισημάνει την απευθείας προνομιακή επικοινωνία του με τον «θεό» της σύγχρονης τέχνης,
- νομίζει ότι ο curator δεν διαφέρει και πολύ από τον marketing manager ή τον promoter• κοινοί τους στόχοι η με κάθε μέσο και τρόπο διεύρυνση της αγοράς, η προβολή του προϊόντος –που η λογική των πραγμάτων υπαγορεύει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για να προβληθεί– και η προσέλκυση πελατών,
- επιθυμεί ο ίδιος, ως επιμελητής-μάνατζερ-τροφός και όχι ως κάτι άλλο, να χαρακτηρίζεται πιο κομψά ως auter, αν και δηλώνει ότι απεχθάνεται μετά βδελυγμίας τους αναχρονισμούς,
- νιώθει αλληλέγγυος με τους art directors των διαφημιστικών εταιριών που θεωρούν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες και το έργο τους υψηλή τέχνη,
- είναι περήφανος ζηλωτής της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας – τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του δεν είναι ικανό να κλονίσει την πίστη του στο δόγμα,
- συμμετέχει σ’ έναν διεθνή διάλογο αυτιστικών, στην αιχμή των εξελίξεων στο χώρο της σύγχρονης τέχνης,
- φοβάται ότι το κύρος των απόψεών του θα καταρρεύσει αν δεν εδράζεται πάνω στους στιβαρούς τίτλους που συντάσσει με το όνομά του.

Πιο αναλυτικά και λίγο σοβαρότερα: Ο πολύγλωσσος, πολυπράγμων, πολυταξιδεμένος, πολυθόρυβος και πολυθεσίτης Α.Ζ. δεν αρκείται στην πολυέξοδη εφαρμογή των ιδεών του στην πράξη διοργανώνοντας μεγαλεπήβολες μπιενάλε, θέλει να γίνει και πολυξάκουστος στο διεθνές στερέωμα του «art world» εκφράζοντας πολυτελείς απόψεις που τις παρουσιάζει ως πολυπόθητες κοινές ανάγκες, εκφωνώντας λόγους στα αγγλικά. Εκτός από πολυμέριμνος μάνατζερ τοπικού πολυκαταστήματος που μας κολλάει με κάθε ευκαιρία στη μούρη λογιστικά φύλλα επικαλούμενος την πολυκοσμία στο ταμείο (50.000 θεατές παρακαλώ, δεν είναι παίξε γέλασε) προκειμένου να μας πείσει ότι η πολυσήμαντη και πολύγονη δράση του είναι ζωτική για την ανάπτυξη της σύγχρονης τέχνης εν Ελλάδι, επιθυμεί να γίνει και πολύφωτος κήρυκας του πλέον σύγχρονου ιδεολογικού κομφορμισμού: του «πλουραλισμού». Γι’ αυτό συγχέει πιθανώς την ελευθερία με το εύρος και την ποικιλία των προσφερόμενων επιλογών στο σούπερ μάρκετ, όπως ακριβώς συγχέει και τον curator με τον marketier.
Εκείνο που δεν θέλει να παραδεχτεί ο Α.Ζ., θεωρώντας το αφέλεια, ακόμα και γελοιότητα –κατηγορία την οποία φυσικά δεν θα είχε ποτέ το θράσος να ξεστομίσει καταπρόσωπο σε έναν από τα δισεκατομμύρια «ελεύθερους» αυτού του κόσμου–, είναι ότι σε μια κοινωνία όπου το χρήμα έχει αποκτήσει μεταφυσική σχεδόν υπόσταση και είναι ο διαμεσολαβητής των πάντων, που εμφανίζονται μπροστά του ως συγκρινόμενες ποσοτικά με αυτό αξίες, οι κάτοχοί του πλεονεκτούν σε δυνατότητες επιλογής· μπορούν να εκπληρώσουν απρόσκοπτα, ή τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα τις επιθυμίες τους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδρούν στο συλλογικό γίγνεσθαι περισσότερο απ’ ότι τους αναλογεί πραγματικά ως μεμονωμένα άτομα· ικανοποιώντας δηλαδή τις επιθυμίες τους κάνουν αναπόφευκτα χρήση της εξουσίας που τους παρέχει η πλεονεκτική τους οικονομική θέση σ’ έναν απολύτως οικονομοκεντρικό κόσμο. Ο κόσμος που έχει ως μέτρο του το χρήμα είναι εκ των πραγμάτων ένας άνισος κόσμος. Κάποιοι δηλαδή είναι πιο «ελεύθεροι» από τους άλλους να κάνουν ό,τι θέλουν. Ακόμα και να τρέχουν με 200 χιλιόμετρα την ώρα με τα πολυτελή και ασφαλή αυτοκίνητά τους όταν το όριο ταχύτητας είναι 120 χιλιόμετρα. Και αυτοί, αντίθετα με ό,τι νομίζει ο Α.Ζ., αδιαφορούν πλήρως αν κάποιος… αντιστασιακός θα τους κάνει σινιάλο για να αποφύγουν το μπλόκο της τροχαίας, το χρήμα τούς θωρακίζει απέναντι στον νόμο. Ακόμα κι αν οι τροχονόμοι τους δώσουν τελικά κλήση και δεν υποκλιθούν απλώς, έμπλεοι δέους, στο πανάκριβο αυτοκίνητό τους και στην υψηλού κύρους αύρα τους, είναι σε θέση να την πληρώσουν χωρίς να τους κοστίζει τίποτα, αν δεν έχει ήδη σπεύσει να την «σβήσει» ο πολιτικός τους φίλος. Και αυτό δεν είναι θέμα ηθικής, αλλά δομικής θέσης σε ένα σύστημα που περιστρέφεται γύρω από το χρήμα και την αξία.
Το καίριο πλήγμα στην αφελή, αλλά όχι και τόσο αθώα άποψη του Α.Ζ., ο οποίος θεωρεί την ελευθερία αποκομμένη από την κοινωνική τάξη, οριζόμενη απλώς ως εύρος επιλογών και δυνατοτήτων, έρχεται από εκεί που δεν το περιμένει. Ένας από τους πλέον σημαντικούς συλλέκτες σύγχρονης τέχνης παγκοσμίως και επιφανής μεγαλοεπιχειρηματίας, ο Δάκης Ιωάννου, δηλώνει σε συνέντευξή του στην Καθημερινή (2/11/2008): «Μου αρέσει να έχω απόλυτη ελευθερία και να μην είμαι αναγκασμένος να βάζω νερό στο κρασί μου. Να κάνω ό,τι θέλω, όποτε θέλω. […] Θέλω να έχω την ευχέρεια των αποφάσεών μου και να μην αυτοπεριορίζομαι». Ο Δάκης Ιωάννου είναι ξεκάθαρος για τα θέλω του και για τα όρια της ελευθερίας του να τα ικανοποιήσει. Αναρωτιέμαι αν ο Α.Ζ. και όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε την ίδια ευχέρεια που δίνει στον κ. Ιωάννου, κυρίως και πρωτίστως, η οικονομική του θέση, να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, να κάνουμε κι εμείς «ό,τι θέλουμε, όποτε θέλουμε» χωρίς να βάζουμε νερό στο κρασί μας. Αν κρίνω από τη γεύση και το χρώμα του κρασιού που πίνουμε καθημερινά, θα έλεγα μάλλον όχι…
Όμως η δήλωση αυτή του Δάκη Ιωάννου φανερώνει και κάτι ακόμα, εξίσου αποκαλυπτικό για την ιδεολογική σύγχυση που προκαλεί το νερωμένο κρασί στον Α.Ζ., αφού εκτός των άλλων αποδεικνύει ότι η κεφαλαιοκρατική τάξη έχει πλήρη συνείδηση της θέσης της, είναι πολύ πιο «αποϊδεολογικοποιημένη» και ειλικρινής απ’ ότι τα μεσοανώτερα στρώματα των μάνατζερ που συγχρωτίζονται μαζί της και βαυκαλίζονται, πουλώντας πνεύμα, ότι δημιουργούν τις προϋποθέσεις εκείνες που προσφέρουν θαλπωρή στην ανάπτυξη της «δημιουργικής παραγωγικότητας» αντί να μας πουν ότι έτσι βγάζουν το ψωμί τους. Τουλάχιστον εκείνοι λένε απροκάλυπτα ότι πράττουν όπως θέλουν και όλοι μας ξέρουμε από πού αντλούν αυτή τους τη δυνατότητα να το κάνουν: «It’s the economy, stupid!» – πόσο νερό πρέπει επιτέλους να βάλει κανείς στο κρασί του για να το καταλάβει;

Η σύγχυσή του Α.Ζ. είναι φυσικά δικαιολογημένη και από μια άλλη σκοπιά, αν τη δούμε όχι ως αποτέλεσμα κακού μεθυσιού αλλά από «δομική» άποψη, δηλαδή από τη θέση του μέσα σε ένα σύστημα το οποίο και ο ίδιος με τη δράση του συνδιαμορφώνει και το οποίο παρουσιάζει –ω, τι έκπληξη!– δομική ομολογία με το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα (ας αναλογιστούμε μόνο τον συγκεντρωτισμό και τις μονοπωλιακές τάσεις και ας τις συγκρίνουμε με το μπιεναλικό μοντέλο συγκέντρωσης πόρων και νομιμοποίησης πεδίων παραγωγής λόγου, ή ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην παραγωγή αξίας, ή στον καταμερισμό της εργασίας κ.λπ.).
Αναμφίβολα, δεν είναι το σύστημα, αλλά η επιθυμία του Α.Ζ. να πράξει και να εκφραστεί μέσα σε αυτό, αποδεχόμενος τους όρους του, που τον εγκλωβίζει σε μια καταφανώς σαθρή ρητορική· όμως αυτό είναι δικαίωμά του και δεν μας αφορά, ούτε μπορεί να είναι αντικείμενο κριτικής αφού δεν πρόκειται παρά για προσωπικές δοξασίες και επιλογές που ο καθένας δικαιούται ελεύθερα να έχει ή/και να κάνει. Αυτό που μας αφορά ωστόσο, γι’ αυτό και έχω ανοίξει από καιρό αυτή τη διαμάχη μαζί του και με ό,τι αυτός εκπροσωπεί, είναι η ίδια η δομή που προσπαθεί να στήσει καθώς και η δομική θέση που επιχειρεί να καταλάβει, σχεδόν εξ απήνης και ερήμην μιας ευρύτερης κοινότητας την οποία εκ των υστέρων επικαλείται και ισχυρίζεται ότι φροντίζει για την ανάπτυξή της• εξ ου και λέω ότι είναι πασίδηλη πλέον η επιθυμία του να ηγεμονεύσει και υποστηρίζω ότι οι άοκνες προσπάθειες που καταβάλει να υπερασπιστεί ένα συγκεκριμένο, λειτουργικό κατ’ αυτόν, μοντέλο εξυπηρετεί πρωτίστως τις δικές του βλέψεις και μαζί μ’ αυτές φυσικά και τις βλέψεις άλλων που συγκυριακά βολεύονται.
Ο Α.Ζ. αυτοπαρουσιάζεται ως ο εμπνευσμένος κινητήριος μοχλός του «εκσυγχρονισμού» στην ελληνική σύγχρονη τέχνη και στα «πολιτιστικά δρώμενα». Από τη μια μεριά εκμεταλλεύεται τη θέση του ως συντάκτης μεγάλης εφημερίδας που τον τοποθετεί ήδη σε μια θέση ισχύος στο χώρο, από την άλλη καπηλεύεται συνειδητά τις συνδηλώσεις που φέρει ο όρος μπιενάλε και το συγκεκριμένο οργανωτικό μοντέλο διαχείρισης πολιτιστικού κεφαλαίου που προσελκύει τόσο ιδιώτες χορηγούς όσο και κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια (υλοποιώντας ουσιαστικά στην πράξη το όραμα Καραμανλή για ένα «πλουραλιστικό» και ανταποδοτικό μοντέλο χρηματοδότησης του πολιτισμού), για να παρουσιάζει το εγχείρημά του ως ένα γενικότερο διακύβευμα που πρέπει να μας αφορά όλους και οφείλουμε, υπό την απειλή της κατηγορίας επί προδοσία των κοινών τάχα μου συμφερόντων για την «ανάπτυξη της τέχνης», να συστρατευτούμε για την επιτυχία του.
Προς επίρρωση των υποσχέσεων του, ο Α.Ζ. θέλει να μας πείσει, με άκομψο είναι η αλήθεια τρόπο, ότι οι μπιενάλε λειτουργούν ως «προστατευτικό κέλυφος» της ελευθερίας των καλλιτεχνών, με λίγα λόγια ως ένα είδος Προσωρινών Αυτόνομων Ζωνών (Hakim Bey) όπου οι επιλεγμένοι να συμμετάσχουν καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να παράγουν το έργο τους χωρίς να σκοτίζονται για τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις. Είναι η μπιενάλε-ΠΑΖ που θα λειτουργήσει σαν κυματοθραύστης. Οι ηρωικοί επιμελητές-μάνατζερ θα εκμεταλλευτούν κάθε ευκαιρία που παρέχει το σύστημα για να υλοποιήσουν το όραμά τους και να εξασφαλίσουν ότι οι καλλιτέχνες θα μπορούν να δημιουργήσουν ελεύθερα. Μόνο που πέρα από την κοινότοπη επίκληση σε μια αόριστη «αυτονομία» της τέχνης, ξεχνάει να μας πει ότι οι ΠΑΖ, αν μπορούν να έχουν αυτές καθαυτές κάποιο νόημα και να μας αφορούν, δεν έχουν αφεντικά και διευθυντές, δεν προσδοκούν να γίνουν «θεσμός» και, κυρίως, είναι αυτοοργανωμένες και όχι προσχεδιασμένες και ελεγχόμενες από κάποιους που παίρνουν τις αποφάσεις (μαζί φυσικά με το όποιο ρίσκο ενέχει το εγχείρημα) και υπαγορεύουν το ρυθμό αλλά και το τραγούδι. Ο ρόλος του πάτρωνα ταιριάζει γάντι σε όσους θέλουν να προσφέρουν (δήθεν αμερόληπτα και αφιλοκερδώς) «context, time and place» για την ανάπτυξη της «δημιουργικής παραγωγικότητας» των άλλων όταν μεσολαβούν εμπορεύσιμες αξίες – γνωρίζω καλά, από πρώτο χέρι, από την πολύχρονη πείρα μου ως εκδότης τι σημαίνει πατρωνία, δεν θα μασήσω τώρα στα «γεράματα» με τους γελοίους ισχυρισμούς του Α.Ζ. και των ομοίων του.
Ο Α.Ζ. θέλει να εμφανιστεί εύψυχος, ως έχων περάσει στην ανώτερη πνευματική σφαίρα της «μετα-ιδεολογίας», όπου τα πράγματα τα διαχειριζόμαστε «ρεαλιστικά», σύμφωνα με τις περιστάσεις, χωρίς να αναρωτιόμαστε για τις γενικότερες προϋποθέσεις και τις συνέπειες των κινήτρων και των πράξεών μας, αλλά και των ορίων της ελευθερίας μας. Ο κυνισμός που υποβόσκει σε μια ανάλογη θέση είναι πιο επικίνδυνος από τις πιο απροκάλυπτα εκφρασμένες και εκδηλωμένες επιθέσεις των νεοφιλελεύθερων γιατί επικαλείται το κοινό καλό ενώ με πολλούς τρόπους εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει άραγε το ότι ο Α.Ζ., μαζί με τους συνέταιρούς του, ξεπούλησαν πρώτα την «Κόλαση» όσο όσο και τώρα εποφθαλμιούν να πατήσουν πόδι και στα χωράφια του (παράκτιου) «Παραδείσου» για να τον πουλήσουν κι αυτόν σε τιμή ευκαιρίας; Real estate goes on.

Καταπέλτης όμως και για τη λαθροχειρία που επιχειρεί κατ’ επανάληψη και με κάθε ευκαιρία ο Α.Ζ. προκειμένου να πείσει ότι όλα αυτά που υπερασπίζεται καλλιεργούν τάχα μου νέο έδαφος και ανοίγουν κανάλια επαφής του ευρύτερου κοινού με τα σύγχρονα καλλιτεχνικά έργα, είναι η άποψη που εκφράζει ένας νέος μεν περιώνυμος δε και ισχυρός παίχτης στην ελληνική αγορά σύγχρονης τέχνης, ο Ανδρέας Μελάς, ιδιοκτήτης της γκαλερί «AMP», ο οποίος δηλώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια σε συνέντευξη του στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής (2/11/2008), αναφερόμενος στην παντελή απουσία κοινού από τις εκθέσεις του: «Στα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης έγινε χαμός. Πάω την επόμενη μέρα και η γκαλερί είναι άδεια. Και τη μεθεπόμενη το ίδιο. Πού είναι το κοινό;». Εύλογο όσο και επιτακτικό, εν προκειμένω, ερώτημα και δεν νομίζω ότι ο Α.Ζ έχει κάποια απάντηση να δώσει. Θα πρέπει μάλλον να ξεσκονίσει τις αριθμητικές γνώσεις του και να μετρήσει ξανά τις 50.000 θεατές της Μπιενάλε της Αθήνας που συνδιοργάνωσε• μάλλον κάτι δεν πάει καλά στα νούμερα, κάτι είναι που του διαφεύγει – ή βαυκαλίζεται και συνάμα κοροϊδεύει κι όλους εμάς.
Ή μήπως θέλει να μας πει ότι αφού κανείς δεν πατάει στις γκαλερί εκτός από τους συνήθεις ύποπτους και κάποιους συγγενείς ή φίλους ανά περίσταση, η μοναδική ευκαιρία για τους καλλιτέχνες και το έργο τους να επικοινωνήσουν με ένα ευρύτερο κοινό είναι φεστιβαλικές διοργανώσεις τύπου μπιενάλε; Ότι η μπιενάλε είναι ένας «μηχανισμός» που παράγει υπεραξία την οποία καρπώνονται όλοι οι εμπλεκόμενοι: γκαλερίστες, συλλέκτες, επιμελητές, κριτικοί και αναμφίβολα όλοι οι καλλιτέχνες εφόσον αναβαθμίζεται γενικώς το προϊόν τους, ασχέτως κι αν αυτή η κατανομή είναι άνιση.
Ομολογουμένως αυτές οι αιτιάσεις πιθανώς να είναι αρκετά βάσιμες• όμως τι πραγματικά σημαίνουν πέρα από το ότι η τέχνη έχει ανάγκη τον συγκεντρωτισμό και την οικονομία κλίμακας που καθιστούν λειτουργικό αυτόν τον τρόπο εκθέσεων για να επικοινωνήσει με το αδιάφορο εν γένει κοινό; Και πιστεύει στ’ αλήθεια ο Α.Ζ. ότι αυτό το μοντέλο δεν επιδρά με πολύπλοκους τρόπους στην ίδια την παραγωγή των έργων; Η τέχνη έχει υποστεί μια μετάλλαξη που την ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο στην οικονομία, αυτή είναι μια πραγματικότητα που ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει. Το ερώτημα είναι αν και πώς μπορεί να διατηρήσει (εφόσον πιστεύουμε ότι έχει σημασία να τη διατηρήσει) ή να ξαναβρεί, με τους υπάρχοντες φυσικά όρους αλλά με μια κατηγορηματική πρόθεση υπέρβασής τους, την κριτική της διάσταση. Και δεν εννοώ την κριτική απλώς ως σινιάλα, αλλά ως απόπειρα να φέρουμε στο φως και να καταγγείλουμε τις συγκαλυμμένες προϋποθέσεις της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας που βυθίζουν στην απελπισία τα τρία τέταρτα των κατοίκων του πλανήτη, όχι φυσικά «στρατεύοντας» το έργο μας, τη μορφή και το περιεχόμενό του, αλλά την ίδια την καλλιτεχνική διαδικασία και τη σχέση του καλλιτέχνη και της τέχνης με τη ζωή. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αναρωτηθούμε: Είναι δυνατόν στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες η τέχνη να αποκτήσει έναν τέτοιο ρόλο; Αν όχι, μπορεί να είναι μια τέχνη που μας αφορά ή θεωρούμε πια την τέχνη άλλο ένα μέσο επικοινωνίας, κάτι σαν τα εικονομηνύματα των κινητών τηλεφώνων; Είναι η οργανωτική δομή των μπιενάλε το κατάλληλο έδαφος για να ευδοκιμήσει μια πιο ουσιαστική σχέση με την τέχνη; Αν όχι, ποιο θα ήταν το κατάλληλο έδαφος και πώς μπορούμε να το καλλιεργήσουμε χωρίς να γίνει φέουδο κάποιων ισχυρών; Είναι δυνατόν να κάνουμε κάτι τέτοιο χωρίς ταυτόχρονα η πράξη μας αυτή να αμφισβητεί ριζικά το status quo και να επιφέρει μια πραγματική αλλαγή στην κοινωνία;

Ποτέ δεν κατηγόρησα τον Α.Ζ., ούτε και κάποιον άλλο απ’ όσο θυμάμαι, γιατί διοργανώνει εκθέσεις και εκδηλώσεις, με γειά τους με χαρά τους και κανένας λόγος δεν μου πέφτει τι κάνουν. Η μεριμνά του να χτίσει ένα «καταφύγιο της τέχνης» εν μέσω του βομβαρδισμένου τοπίου είναι συγκινητική, εμένα όμως δεν με πείθει, ας με συγχωρήσει αλλά βλέπω το κτίσμα του πιο πολύ σαν φυλακή. Ίσως κάποιους άλλους να τους πείθει, διόλου με αφορά. Ενίσταμαι όμως όταν αυτή του η δραστηριότητα παρουσιάζεται από τον ίδιο ως «πακέτο-προσφορά» που οφείλουμε να αγοράσουμε, έστω και με δόσεις, για να εκσυγχρονιστούμε αλλιώς θα παραμείνουμε αναποτελεσματικοί και μίζεροι. Δεν του πέρασε καν από το μυαλό να διερωτηθεί τι μπορούν να σημαίνουν τα όσα συμβαίνουν με καταιγιστικό ρυθμό στον κόσμο γύρω μας, ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες του αδιεξόδου και τι μπορούμε να κάνουμε για να βγούμε από αυτό. Αντιθέτως, πατάει περισσότερο το γκάζι και ανεβάζει τις στροφές της μηχανής, αυξάνοντας ολοένα και περισσότερο την ταχύτητα, τόσο πολύ που αυτό που θα μπορούσε να είναι ένα δύσκολο αλλά απολαυστικό ταξίδι γεμάτο εικόνες και σκέψεις, αμφιβολίες, ελπίδες και οράματα, μετατρέπεται σε αγχώδη κούρσα με τον χρόνο, ένα επικίνδυνο χωρίς προορισμό ταξίδι στο σκοτάδι, με σβηστά μάλιστα τα φώτα.
Αν και μιλάμε, κυριολεκτικά, άλλη γλώσσα, ο Α.Ζ. αγγλικά εγώ ελληνικά, προφανώς δεν είναι αυτή η αιτία της πλήρους ασυνεννοησίας μας αφού με την ελάχιστη βοήθεια ενός λεξικού μπορούμε, αν θέλουμε, να καταλάβουμε τι λέει ο άλλος. Η ασυνεννοησία είναι θεμελιακή διότι αφορά στις πολιτικές θέσεις που εκφράζει καθένας από εμάς όπως προσπάθησα να δείξω, θέσεις οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και ανταγωνιστικές. Το χάσμα μεταξύ μας είναι τεράστιο, και θα παραμείνει τέτοιο για όσο ο Α.Ζ., σε αντίθεση με μένα, πιστεύει ότι η συγχώνευση της τέχνης με το κεφάλαιο αποδεικνύει ότι «οι άνθρωποι προοδεύουν», ότι η αγορά είναι συνώνυμο της ελευθερίας, ότι αντίσταση μπορεί να γίνει ακόμα και μέσω της προσευχής, ότι αλληλεγγύη σημαίνει πρωτίστως ικανοποίηση του εγώ, ότι ατομική ελευθερία σημαίνει να έχω πολλές δυνατότητες επιλογής και, τέλος, ότι δεν αξίζει τον κόπο να αναζητούμε κάτι άλλο πέρα από αυτό που ήδη υπάρχει, μόνο να το αναπαράγουμε ζητωκραυγάζοντας θερμά για τις «ελευθερίες» που απλόχερα μας παρέχει. Όπως λένε και στον Economist για τον καπιταλισμό, «παρά τις όποιες αδυναμίες του, είναι το καλύτερο οικονομικό σύστημα που ανακαλύψαμε ποτέ».
Αυτό που φαίνεται να μην θέλει να καταλάβει ο Α.Ζ. και όσοι συμμερίζονται τις απόψεις του είναι ότι όταν οδηγείς με σβηστά φώτα στο σκοτάδι, με 130 χιλιόμετρα την ώρα, ελαφρώς θολωμένος από το νερωμένο κρασί που συνήθισες πια αδιαμαρτύρητα να πίνεις, το θέμα δεν είναι αν κάποιος θα σου κάνει σινιάλο για να γλιτώσεις την κλήση της τροχαίας, αλλά αν κάποιος θα σε προειδοποιήσει για να γλιτώσεις τον γκρεμό.

Παρατηρήσεις για την κρίση

1. Το ρήγμα στη συνείδηση

Όσοι προβλέπουν την «κατάρρευση του συστήματος» στο πολύ άμεσο μέλλον, επικαλούμενοι τη βαθιά κρίση που μαστίζει την παγκόσμια οικονομία, θα πρέπει να είναι πιο φειδωλοί στις εκτιμήσεις τους καθώς, πέρα από τους πραγματικά πολύ ισχυρούς κλυδωνισμούς που η κρίση προκαλεί και τις αλλαγές που θα επιφέρει, τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης.
Η σπουδή και η αποφασιστικότητα με την οποία η άρχουσα πολιτικοοικονομική τάξη δρα για να επαναφέρει τη «διαταραγμένη ισορροπία», με κύριο μέσο το κράτος και ανασύροντας από τη θεωρία κάθε ευεπίφορο για τους σκοπούς της επιχείρημα, υιοθετώντας ανενδοίαστα ακόμα και δόγματα της αντίπαλης, δήθεν «νεκρής» πολιτικής ιδεολογίας, διασφαλίζει εν μέρει και ελλείψει ισχυρής εναλλακτικής πρότασης με ρεαλιστική υπόσταση και ευρύ λαϊκό έρεισμα, την προσωρινή τουλάχιστον διάσωση του καπιταλισμού.

Η λαίλαπα της «μεγαλύτερης κρίσης μετά από το κραχ του ’29», όπως αποκαλείται, δεν προκαλεί μόνο σοβαρές απώλειες. Όπως κάθε κρίση του παρελθόντος δημιουργεί επίσης μεγάλες ευκαιρίες για εκείνους που είναι σε θέση, ξέρουν και μπορούν να τις αδράξουν. Είναι πάντα μια καλή συγκυρία την οποία τμήματα της πολιτικοοικονομικής ελίτ εκμεταλλεύονται για να ξεπαστρέψουν από τη μια τους ανταγωνιστές τους και, από την άλλη, τους ταξικούς τους αντίπαλους.
Ας μην ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με τη δική τους οπτική, ο καπιταλισμός εμφανίζεται να αναπτύσσεται με τη «δημιουργική καταστροφή» (Σουμπέτερ), με την «απελευθέρωση» του κεφαλαίου από αντι-παραγωγικές επενδύσεις και τις συνακόλουθες επιπτώσεις που αυτή η κίνηση έχει στην διάρθρωση της παραγωγής, στην απασχόληση, στις τιμές, στα κέρδη, κ.ο.κ.. Σύμφωνα με αυτή την λογική, κάθε νέο μοίρασμα της τράπουλας έχει, όπως είναι αναπόφευκτο, χαμένους και κερδισμένους. Η αισιόδοξη πλευρά της θεωρίας λέει ότι οι κερδισμένοι θα είναι πιο πολλοί και ότι υπάρχει μέριμνα ακόμα και για τους χαμένους· με απλά λόγια ισχυρίζονται ότι «μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα» – γι’ αυτό και όλοι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι. Η άλλη πλευρά, η πιο συγκαλυμμένη και κυνική, αδιαφορεί πλήρως για το εφικτό ή όχι αυτής της προσδοκίας αφού αναγνωρίζει απροκάλυπτα ότι έτσι κι αλλιώς πρόκειται για τη θεωρία που εκφράζει πρωτίστως τα συμφέροντα των κερδισμένων, με άλλα λόγια για την ηθική των ισχυρών.
Είναι κοινός πια τόπος ότι η πολιτική οικονομία είναι μια ακόμα αστική ιδεολογία (δηλαδή ταξική) που εμφανίζεται με την επίφαση της επιστήμης (δηλαδή των «αντικειμενικών νόμων» και της «φυσικής τάξης») και αποτρέπει κάθε συζήτηση για τη δυνατότητα εναλλακτικών λύσεων ως «ουτοπισμό». Το δυσάρεστο είναι ότι έχει καταφέρει να παρασύρει και τον υποτιθέμενο αντίπαλό της, τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά, στο δικό της παιχνίδι.

Η φαινομενική ένταση της ιδεολογικής μάχης μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας που έχει φουντώσει εκ νέου με αφορμή την τρέχουσα κρίση είναι εύλογο να απογοητεύει εκείνους που μιλούσαν για το «τέλος της ιστορίας» και την οριστική επικράτηση του φιλελευθερισμού· αποτελεί καθαυτή αδιάσειστη απόδειξη της πλάνης τους. Από την άλλη, είναι εξίσου εύλογο να πούμε ότι οι όροι με τους οποίους διαμείβεται η διαμάχη αυτή τους δίνει εν τέλει δίκιο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νίκη των φιλελεύθερων, αφού έχουν καταφέρει να φέρουν τη συζήτηση με τον αντίπαλο στα μέτρα τους: δεν αμφισβητείται η ελεύθερη αγορά αλλά το εύρος ρύθμισής της. Δεν αμφισβητείται ο καπιταλισμός αλλά η «ασυδοσία ορισμένων κερδοσκόπων». Η συζήτηση δεν ξεπερνάει ποτέ τα όρια που έχουν τεθεί με κοινή αποδοχή. Το πρόβλημα είναι ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για τα όρια που έχουν χαράξει προ πολλού οι φιλελεύθεροι. Υπ’ αυτή την έννοια, οι υβριδικές από άποψη ιδεολογικής νομιμοποίησης «κρατικοποιήσεις» χρεοκοπημένων τραπεζών και επιχειρήσεων μοιάζουν απολύτως λογικές.
Όμως, η ίδια ιδεολογική διαμάχη θα απογοητεύσει εξίσου και όσους από εμάς θεωρούμε τις συνθήκες της (κάθε) κρίσης ευεπίφορο έδαφος για επαναστατικές λύσεις, για διαφορετικούς φυσικά λόγους. Αφενός, διότι ο περιορισμός της συζήτησης σε μια διελκυστίνδα μεταξύ επιχειρημάτων για λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση και παρέμβαση του κράτους στην οικονομία δεν επιτρέπει την επικέντρωση της προσοχής μας στον πυρήνα του προβλήματος, που δεν είναι άλλος από έναν πολιτισμό που περιστρέφεται γύρω από την παραγωγή αξίας. Αφετέρου, διότι είναι προφανές ότι οποιαδήποτε άλλη συζήτηση που θα έθετε ζήτημα ριζικής ανατροπής του συστήματος με στόχο μια πιο δίκαιη κοινωνία για όλους αποδεικνύεται, για μια ακόμα φορά, ότι αφορά μια μειοψηφία μόνο και δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει το ευρύτερο ακροατήριο που θα την καθιστούσε υπολογίσιμη εναλλακτική λύση.

Είναι σε όλους μας προφανές νομίζω ότι, παρά τις όποιες προσδοκίες μας, οι συνθήκες για μια πιο δραστική, συνολική πολιτική απάντηση στην κρίση δεν είναι κοινωνικά ώριμες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ωριμάζουν κιόλας, έστω και με απρόβλεπτο και χαοτικό τρόπο. Οι πυρήνες αντίδρασης είναι ήδη πολλοί και πολυποίκιλοι (που υπό μία έννοια μπορεί να είναι διάχυση δυνάμεων, υπό μία άλλη, κυτταρική ανάπτυξη που τείνει να δικτυωθεί), δημιουργούνται δε ολοένα και περισσότεροι. Σε καμιά περίπτωση ωστόσο δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα συλλογικό, συνεκτικό υποκείμενο δράσης (όπως είναι ας πούμε η «εργατική τάξη»), ικανό να ανατρέψει τις δεδομένες ισορροπίες. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα συγκρότησής του μελλοντικά, προπαντός αν οι εξελίξεις τείνουν στο χειρότερο όπως όλα δείχνουν. (Ακόμα και να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση, θα παραμείνουμε αντιμέτωποι με την πολύ πιο σοβαρή οικολογική κρίση την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε επειγόντως!)
Η επικείμενη διεύρυνση της οικονομικής κρίσης, τα αποτελέσματα της οποίας θα είναι επώδυνα για όλους (όχι όμως τόσο όσο για τους περισσότερο αδύναμους που θα την πληρώσουν ακριβότερα, κάποιοι ακόμα και με τη ζωή τους), θα αναγκάσουν πολλούς να αναθεωρήσουν δεδομένες έως τώρα απόψεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο γίνονται μέχρι σήμερα τα πράγματα και πιθανώς να τους κάνει να σκεφτούν ότι πρέπει να αλλάξουν· να σκεφτούν ίσως και την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουν.
Πράγματι, μπορεί ο καπιταλισμός να βγει μπαρουτοκαπνισμένος μεν σώος δε, αν και παραπαίοντας, από μία ακόμα κρίση, το κύρος του όμως θα έχει δεχτεί ισχυρότατο πλήγμα, προκαλώντας ένα ρήγμα στη συνείδηση πολλών ανθρώπων. Κανείς δεν είναι σε θέση να πει πράγματι τι είδους ιδέες, συμπεριφορές και τάσεις θα αναδυθούν στο άμεσο μέλλον μέσα από αυτό το ρήγμα και πώς θα εκφραστούν πολιτικά. Οι διεργασίες που σοβούν κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο, θα διαμορφώσουν ένα νέο τοπίο, την εικόνα του οποίου δεν είμαστε σε θέση να σκιαγραφήσουμε.
Ακόμα κι έτσι ωστόσο, μπορούμε να θεωρούμε βέβαιο ότι: το πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού δεν θα ειρηνεύσει παρά μόνο όταν και εάν αρθούν αυτές καθαυτές οι προϋποθέσεις των κρίσεων, δηλαδή οι ίδιες οι προϋποθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος και κάθε συστήματος κυριαρχίας πάνω στον άνθρωπο και τη φύση.

Η αγορά της σύγχρονης τέχνης φοράει τα μαύρα

Μαύρη πλερέζα έχει φορέσει η παγκόσμια αγορά της σύγχρονης τέχνης. Πενθεί απ’ ό,τι φαίνεται για την, απρόσμενη δήθεν, απώλεια της υπόληψής της. Μαζί μ’ αυτήν πενθούνε νιές, πενθούν και παλικάρια. Και πώς να μην πενθήσουν… Τα μαντάτα από την πρόσφατη Frieze Art Fair του Λονδίνου, ένα από τα μεγαλύτερα παζάρια σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, είναι θλιβερά και κάνουν κάποιους να θρηνούν με επίσης μαύρο δάκρυ τώρα που τα φώτα χαμηλώνουν και το πάρτυ που είχε στηθεί τα τελευταία χρόνια μοιάζει να έφτασε, μάλλον άδοξα, στο τέλος του. Η πρόσφατη κρίση, αναμενόμενη κρίση ενός γενικότερου μοντέλου ανάπτυξης και όχι στενά οικονομική και απλώς συγκυριακή, ήρθε να μετατρέψει το πάρτυ, πάνω που φούντωνε, σε κηδεία.
Η αγορά της σύγχρονης τέχνης είναι άλλη μια «φούσκα» που σκάει με παταγώδη κρότο και καταβαραθρώνει σταθερές μέχρι χθες «αξίες» αφήνοντας ενεούς όλους όσους επένδυσαν (με κάθε τρόπο) σ’ αυτήν. Τα χτυπήματα που δέχεται η αγορά της σύγχρονης τέχνης είναι πολλαπλά και ένα από τα πλέον ισχυρά, που την κλονίζει στη βάση της, είναι ότι η συγκεκριμένη αγορά, όπως και η αγορά ακριβών αυτοκινήτων, αποψιλώνεται από μια πολυπληθή μερίδα αγοραστών στην οποία είχε στηριχτεί η πρόσφατη ανάπτυξή της αλλά και η υπερβολική άνοδος των τιμών που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Οι νέο-γιάπηδες, μαζί με την ξανθή σύζυγο, το τζιπ και το σπίτι με πισίνα (αν και υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο φαντασιακό των γιάπηδων από χώρα σε χώρα, σε αυτές τις τρεις επιλογές, κατά έναν παράδοξο τρόπο, συγκλίνουν), εξαγόραζαν κοινωνικό στάτους κάνοντας παράλληλα και μια επικερδή (έτσι τουλάχιστον πίστευαν) επένδυση σε έργα τέχνης. Όλα έγιναν σε έναν αδικαιολόγητα υπερθετικό βαθμό και ο μαξιμαλισμός, απόλυτα συμβατός με τη λογική της ανάπτυξης και του κέρδους, κυριάρχησε. Οι γκαλερί, οι φουάρ και οι μπιενάλε ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια απανταχού της γης μαζί με μια πληθώρα καλλιτεχνών, «θεωρητικών», κριτικών και επιμελητών, οι δημοπρασίες έργων σύγχρονης τέχνης έπιαναν ασύλληπτες τιμές (όπως προσφάτως τα έργα του Damien Hirst π.χ.), ενώ τα πιο trendy περιοδικά του χώρου άρχισαν να πάσχουν από υπερτροφία λόγω των πολλών διαφημίσεων που φιλοξενούσαν ανά τεύχος.
Αναμφίβολα η αγορά «ανθούσε» και πλημμύριζε με αισιοδοξία τους έμπορους σύγχρονης τέχνης, τα στελέχη και τα κάθε είδους φερέφωνά τους και συνακόλουθα και τους καλλιτέχνες που εκτός από το να ονειρεύονται να γίνουν «σταρ» μπορούσαν επίσης να ευελπιστούν πως, δοθείσης της ευκαιρίας, μπορούν ακόμα και να πλουτίσουν. Όλα αυτά έως χτες που η κρίση υπέβοσκε, πριν ακόμα ξεσπάσει σαν κατακλυσμός που θα αφήσει πίσω του, οπόταν κοπάσει, ένα αναδιαμορφωμένο τοπίο, του οποίου την εικόνα κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει καθώς όλα είναι ανοιχτά στο ενδεχόμενο – και ακριβώς αυτό είναι που μας τρομάζει. Σήμερα, με την κρίση σε εξέλιξη να δημιουργεί ένα περιβάλλον αστάθειας, σύγχυσης και πανικού, τις οικονομικές ζημιές να αγγίζουν δυσθεώρητα ύψη την ώρα που οι δείκτες των χρηματιστηρίων κατρακυλάνε συνεχώς στον πάτο και η χρηματιστηριακή κρίση περνάει και στην αποκαλούμενη «πραγματική οικονομία», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για όλους μας, χιλιάδες μέχρι χτες «εύποροι» (συνήθως κάτοχοι μετοχών της εταιρίας που εργάζονται ή/και γενικότερα επενδυτές) που είδαν το κεφάλαιό τους να συρρικνώνεται μέχρις εξαφανίσεως ενώ οι εταιρικές καρέκλες τους τρίζουν επικίνδυνα (αν κάθονται ακόμα σε αυτές), σκέφτονται πώς θα διασώσουν ό,τι διασώζεται και πώς θα ξεπεράσουν τον σκόπελο χωρίς να βουλιάξουν. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το τελευταίο πράγμα που θα κάνουν θα είναι να αγοράσουν το υπερτιμημένο συνήθως έργο κάποιου σύγχρονου καλλιτέχνη, πόσο μάλλον κάποιου νέου και μη καταξιωμένου. Η «κρίση εμπιστοσύνης» που πλήττει το οικονομικό σύστημα δύσκολα θα αποκατασταθεί και κάθε αμφιλεγόμενη «αξία» θα υποτιμείται συνεχώς. Εκτός κι αν συμβεί ένα θαύμα, μια νεκρανάσταση που θα εμφυσήσει εκ νέου ζωή στο πτώμα. Τέτοιες ελπίδες όμως μόνον οι πιστοί δικαιούνται να τρέφουν.
Τίποτα από αυτά δεν πρέπει να μας προκαλεί κατάπληξη αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς· υπήρχε εξ αρχής κάτι εγγενώς σάπιο και άρρωστο σε αυτή την αγορά «συμβολικής αξίας» και όλοι το υποψιαζόμασταν ή το ξέραμε. Η τέχνη σαν εμπόρευμα (είτε στη μορφή του έργου τέχνης είτε στην ίδια την ενασχόληση με αυτήν με όρους αγοράς), πραγμοποιημένη και φετιχοποιημένη μορφή αξίας, είναι αναμφίβολα η λογική ενός ετοιμοθάνατου πια μοντέλου. Η κρίση που μαστίζει την παγκόσμια οικονομία στραγγαλίζει έναν ήδη φθισικό που ήξερε να κρύβει καλά την αρρώστια του κάτω από μια παχιά στρώση μακιγιάζ για να μοιάζει ζωντανός και υγιής υπό το φως των προβολέων που τόσο τον έθελγαν. Και παρόλο που δεν τον είχε καταβάλλει ακόμα η ανίατη αρρώστια του πέφτει τώρα, από τους πρώτους λόγω της ανίσχυρης κράσης του, θύμα της κρίσης.
Αν και «από άποψη» φορούσαν ήδη μαύρα, κάτι που είναι αρκετό, κατά έναν παράδοξα ειρωνικό τρόπο, για να τους γλιτώσει από τον κόπο να πρέπει να αλλάξουν ρούχα για την επικείμενη κηδεία, οι διαπρύσιοι κήρυκες της ιδεολογίας της αγοράς και οι ινστρούχτορες τής με κάθε μέσο ανάπτυξης, έως πρότινος λαλίστατοι και αλαζόνες, καταπίνουν τώρα τη γλώσσα τους και αποσύρονται διακριτικά στη σκιά του σαστισμένου και αμήχανου «art crowd» που αποτελούσε το κοινό τους, ψελλίζοντας ακατάληπτες δικαιολογίες. Ευτυχώς για τους ίδιους δεν κινδυνεύουν να πεινάσουν: κατέχουν έτσι κι αλλιώς πολλές επαγγελματικές ιδιότητες και θέσεις ούτως ώστε δύσκολα θα μείνουν άνεργοι ακόμα και σε πιο δύσκολες για τους πολλούς ώρες. Δεν πρέπει να ανησυχούμε καθόλου γι’ αυτούς. Θα τους μείνει αναπόφευκτα μια πίκρα για τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες τους και ίσως ένας πληγωμένος εγωισμός που δεν θα τους επιτρέπει να παραδεχτούν την ήττα, όμως δεν ξεχνάμε –αντιθέτως, αυτό ακριβώς είναι που μας κάνει να θυμώνουμε– ότι τα σπασμένα θα τα πληρώσουν εν τέλει άλλοι, και μάλιστα πολύ ακριβά.
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση σαρώνει σαν λαίλαπα το έτσι κι αλλιώς σαθρό υπόβαθρο μιας υπερτιμημένης ιδεολογίας, που κάποιοι δικοί μας εδώ, σε μια απελπισμένη και προφανώς μάταιη κίνηση διάσωσης των «επενδύσεών» τους και του όποιου κύρους τους (η άλλη εξήγηση γι’ αυτή τους την εμμονή σε αποδεδειγμένα εξ αρχής κούφια ιδεολογήματα είναι ότι πρόκειται για καθαρή βλακεία), επιμένουν ακόμα, σε μια ύστατη προσπάθεια, να μας την παρουσιάζουν σαν ψαλμωδία των Χερουβείμ που θα μας συντροφεύει στην προδιαγεγραμμένη πορεία μας από την Κόλαση προς τον Παράδεισο που μας ετοιμάζουν. Μόνο που τώρα η «μουσική» τους ηχεί φάλτσα και όλο και πιο πολλοί από εμάς δεν θέλουμε πια να συνεχίσουμε να την ακούμε. Άλλες μουσικές αρχίζουν να φτάνουν, αχνά προς στιγμήν, στ’ αυτιά μας…
Οι χαλεποί καιροί που πιθανώς έρχονται θα σβήσουν και το τελευταίο ίχνος νομιμοποίησης που απολάμβαναν οι απόψεις των «εκσυγχρονιστών» μάνατζερ της τέχνης, αυτών των ψευδοπροφητών που βαυκαλίζονταν ότι θα κυριαρχήσουν. Η ηγεμονική θέση που φάνηκε να απέκτησαν πρόσκαιρα λόγω των συγκυριών και με την ιδεολογική συγκάλυψη της απύθμενης κενότητας των ρητορειών περί αγοράς και ανάπτυξης που τόσο καιρό μάς τσαμπουνάνε, πολύ δύσκολα θα επανακτηθεί αφού ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Θα πρέπει να βρουν ένα καινούργιο παραμύθι να μας πουν τώρα ή, αν ενδιαφέρθηκαν ποτέ πραγματικά για την τέχνη, θα πρέπει να πάψουν επιτέλους να ασελγούν πάνω στο πτώμα της και να αφήσουν την ψυχή της, αν ποτέ είχε κάτι τέτοιο, να αναπαυτεί εν ειρήνη.

Ποιος είναι ο δολοφόνος της φύσης;

Του Φώτη Τερζάκη

Οι δραματικές καιρικές μεταβολές που πλήττουν με ήδη τρομακτικές συνέπειες τον πλανήτη φαίνεται ότι σήμαναν τους πρώτους συναγερμούς. Ερευνητικές επιτροπές, διεθνείς διασκέψεις και ειδικά επιστημονικά συνέδρια πολλαπλασιάζονται εσχάτως δίνοντας στη δημοσιότητα εφιαλτικές προβλέψεις για την επόμενη πεντηκονταετία. Η απροσδόκητη αύξηση των τιμών των τροφίμων παγκοσμίως, ο πόλεμος για το ρύζι και ο θάνατος για την τορτίγια, σε συνδυασμό με το ακόμη πιο τρομακτικό πρόβλημα της μείωσης των υδάτινων αποθεμάτων, αλληλεπιδρούν με την αλλαγή του κλίματος προδιαγράφοντας ένα μέλλον όλο και πιο αγωνιώδες για ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού τού πλανήτη. Καμία έκπληξη, βέβαια, για όσους εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια πασχίζουμε σε όλους τους δυνατούς τόνους να δείξουμε τον αυτοκαταστροφικό βηματισμό τού παρόντος πολιτισμού... Το ότι κάποια πράγματα αρχίζουν να γίνονται κοινή συνείδηση είναι βέβαια κάτι· αναρωτιέται όμως κανείς ποια δύναμη στο σημερινό κόσμο είναι ικανή να ανακόψει την αυτοκτονική πορεία ολόκληρης της ανθρωπότητας, όταν αυτό στην πράξη σημαίνει να εξουδετερωθούν κτηνώδη και ανυποχώρητα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα – και μαζί τους, κατά πάσα πιθανότητα, οι ίδιες οι παγκόσμιες πλουτοκρατικές και διοικητικές ελίτ που είναι έτοιμες να θυσιάσουν οσαδήποτε δισεκατομμύρια ανθρώπινου πληθυσμού χάριν των άθλιων μεσοπρόθεσμων ταξικών ή και «εθνικών» τους συμφερόντων…

Ας πούμε ότι αυτή είναι πολιτική διάσταση του προβλήματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, συμπληρωματική, που συνδέεται με το ιδιάζον καθήκον, όπως λέμε, του θεωρητικού και του ακόμη αποκαλούμενου διανοουμένου: να επισημανθούν και να απονομιμοποιηθούν οι συγκεκριμένες εκείνες ιδεολογικές διαμορφώσεις που εξουσιοδότησαν συλλογικές αποφάσεις και πρακτικές οι οποίες οδήγησαν τον κόσμο μας, αυτό που αποκαλούμε «πολιτισμό», στο χείλος της αβύσσου όπου τον βρίσκουμε σήμερα. Μία από τις τραγικότερες ειρωνείες αναγκάζει τον ασυμβίβαστα σκεπτόμενο διανοητή του καιρού μας να παίξει, θέλοντας ή μη, τον άχαρο ρόλο τού επιθεωρητή που ψάχνει να ανακαλύψει, συνδέοντας μισοφώτιστα σημεία και διάσπαρτες ενδείξεις, όχι μόνο τον τελικό αυτουργό αλλά και όλη τη μακριά αλυσίδα των υποκινητών και των συνενόχων.

Και τέτοιοι συνένοχοι είναι πολλοί. Εμφανέστατα, και εν πρώτοις, το πνεύμα τής όλης νεωτερικής τεχνοεπιστήμης που προβαίνει σε ένα απερίφραστο εγχείρημα κατεξουσιασμού της φύσης υπάγοντάς την, ήδη από την εποχή του Γαλιλαίου, του Βάκωνα και του Καρτέσιου, στις αρχές της μετρησιμότητας και της αποδοτικότητας. Η μετρησιμότητα είναι βέβαια όρος για να καταστεί η φύση πρακτικώς αποδοτική, δηλαδή απεριόριστα εκμεταλλεύσιμη, ωστόσο τη παραλλάσσουσα έμφαση μεταξύ των δύο αυτών αλληλοδιαπλεκόμενων όψεων διακρίνει κάποιος στις παραδόσεις του ευρωπαϊκού ορθολογισμού και του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού. Το όλο εγχείρημα νομιμοποιείται με την κατασκευή μιας ηγεμονικής αρχής του ανθρώπινου υποκειμένου, του λεγόμενου Cogito, το οποίο δεν είναι απλώς μια μεταφυσική εξουσιοδότηση του είδους Άνθρωπος, αλλά συγκαλύπτει πάντα και μία ειδικώς ταξική φύση: οι νέοι κυρίαρχοι θα παγιδεύσουν τις εργαζόμενες τάξεις στο ίδιο εκείνο καθεστώς παθητικού «αντικειμένου» το οποίο είχαν προηγουμένως αποδώσει στη ζωντανή φύση.

Αν από τη μία της πλευρά η μετρησιμότητα αποβλέπει στην αποδοτικότητα, από την άλλη της πλευρά όμως υπηρετεί μια τρίτη, και ίσως βαθύτερη αρχή: την ελεγξιμότητα του κόσμου. Το αίτημα αυτό λάνθανε από την αρχή στη νεωτερική επιστήμη, αναδύθηκε όμως με πολύ πιο συνειδητό και απερίφραστο τρόπο στα ρεύματα του θετικισμού τού δέκατου ένατου αιώνα, και κυρίως στην τροπή που έλαβε το συνολικό θετικιστικό εγχείρημα στις αρχές τού εικοστού: το υστερικό ενδιαφέρον για τη λογική, την αξιωματική και την κυβερνητική ως κανονιστικές επιστήμες. Το αίτημα της κανονιστικότητας είναι η απαίτηση του γιγαντιαίου τεχνοδιοικητικού συστήματος για πολλαπλό έλεγχο σε όλα τα πεδία του πραγματικού και για τον γραφειοκρατικό προγραμματισμό τους: το αίτημα του καπιταλισμού, δηλαδή, στον υπερσυγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό στάδιο της ανάπτυξής του – η απόλυτη κυριαρχία του νεκρού πάνω στο ζωντανό.

Αναδρομικά, όμως, με την ίδια αυτή κίνηση, αποκαλύπτει το τεράστιο ιστορικό βάθος του πράγματος: την καταγωγή της αρχής της ελεγξιμότητας από μιαν απώτατη πατριαρχική βία, που είναι η προϊστορία, και όρος δυνατότητας, της ίδιας της γένεσης του νεωτερικού καπιταλισμού. Αποκρυσταλλώσεις αυτού του ιδιαζόντως πατριαρχικού φαντασιακού θα δούμε είτε στον υπερβατικού Νου της ελληνικής μεταφυσικής που οργανώνει και μορφοποιεί μια χαώδη ύλη, είτε στον πνευματικό και έλλογο Θεό τού ιουδαϊκού μονοθεϊσμού που δημιουργεί εκ του μηδενός τον κόσμο. Και όλα προϋποθέτουν εκείνη την αποφασιστική αποϊεροποίηση της φύσης που θα της υποκλέψει οριστικά κάθε υπαρκτική αυτοδυναμία, κάθε αυτενεργή και έμψυχη ποιότητα, και θα την παραδώσει δέσμια στις ωμές εργαλειοτεχνικές επεμβάσεις – φύση που αντικατοπτρίζει το καθεστώς αιχμαλωσίας στο οποίο βρίσκονται ήδη όσοι διατηρούν σχέσεις ύποπτης συνάφειας μαζί της: πρωτίστως, οι δούλοι και οι γυναίκες.

Κάλεσμα στις δημόσιες εκδηλώσεις της 18ης συνάντησης του Δικτύου INURA


Από τις 3 έως τις 10 Οκτωβρίου 2008, δεκάδες νέοι ερευνητές, πανεπιστημιακοί, πολεοδόμοι, ακτιβιστές των κινημάτων πόλης θα βρίσκονται στην Αθήνα για την 18η ετήσια συνάντηση του «Διεθνούς Δικτύου Έρευνας & Δράσης για την Πόλη» - INURA.
Ο γενικός τίτλος της συνάντησης είναι «Non/De/Re-regulation: limits, exclusions and claims» και αναφέρεται στις διάφορες ιστορικά εμπειρίες αστικής ανάπτυξης, τις διαφορετικές μορφές δημόσιας ρύθμισης και ιδιωτικής παρέμβασης στο χώρο της πόλης, τους διάφορους τρόπους που εμφανίζονται σήμερα οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις στις πόλεις της Ευρώπης, αλλά και στα όρια, τους αποκλεισμούς και τα αιτήματα που συγχρόνως προκύπτουν. Στο πλαίσιο της συνάντησης, θα διοργανωθούν μια σειρά από δημόσιες εκδηλώσεις, συζητήσεις και περιηγήσεις των συμμετεχόντων σε «ανοιχτά μέτωπα» της πόλης.
Αναλυτικά το πρόγραμμα των δημόσιων εκδηλώσεων έχει ως εξής:

Ανοιχτές συζητήσεις:
Σαββάτο 4 Οκτώβρη, 7.00΄-9.00΄ μμ. - Βιβλιοπωλείο των εκδόσεων futura, Μεταξουργείο (Βίκτωρος Ουγκώ 15, στάση μετρό «Μεταξουργείο», έξοδος Δηληγιάννη))
"Αναπλάσεις από ποιους και για ποιους;"
Παρουσίαση της συλλογικής έκδοσης του δικτύου INURA με τίτλο Whose Urban Renaissance? An international comparison of urban regeneration strategies, επιμέλεια Libby Porter & Kate Shaw. Συζήτηση για τις διαδικασίες ανάπλασης στο Μεταξουργείο

Κυριακή 5 Οκτώβρη, 7.00΄-9.00΄ μμ. - Δημοτική Αγορά Κυψέλης (Φωκίωνος Νέγρη 42)
"Ολυμπιάδα και αντιστάσεις: Αθήνα 2004 - Λονδίνο 2012"
Προβολή βίντεο από τις εργασίες προετοιμασίας των Ολυμπιακών αγώνων στο Λονδίνο. Συζήτηση με μέλη οργανώσεων ενάντια στην Ολυμπιάδα του Λονδίνου.

Κεντρική δήμοσια εκδήλωση του δικτύου INURA:
Δευτέρα 6 Οκτώβρη, 4.00΄-8.30΄ μμ. - Πολυτεχνείο (Πατησίων / Στουρνάρη)
“Non/De/Re-regulation: limits, exclusions and claims”
Παρουσιάσεις: Η Αθήνα μέσα από τα μάτια του INURA
Στρογγυλό τραπέζι: Μαρία Μαντουβάλου, Αθήνα - Michael Edwards, Λονδίνο - Orhan Essen, Ιστανμπούλ - Silvia Macci, Ρώμη - Σταύρος Σταυρίδης, Αθήνα

Με την υποστήριξη της Σχολής Αρχιτεκτόνων και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Για το αναλυτικό πρόγραμμα, πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής:
Ιστοσελίδα: http://inura08.wordpress.com - Email: inura08@gmail.com

Αφορισμοί (2)

* «Και ψύλλους καλιγώνει», λένε στο χωριό μου για κάποιον επιτήδειο. Σήμερα οι επιτήδειοι είναι πια πολλοί. Όσο κι αν ψάξεις, δεν πρόκειται να βρεις ψύλλο για ψύλλο απετάλωτο.

* Η σύγχρονη τέχνη είναι το δεκανίκι του «αποϋλοποιημένου» καπιταλισμού. Του πέφτει κάπως κοντό, αλλά εκείνος, σκύβοντας, βολεύεται.

* Χωρίς όραμα και πρόταγμα πέρα από την «επιτυχία» με όρους αγοράς, χωρίς δηλαδή μια ηθική και πολιτική στάση και χωρίς έναν αξιολογικό κώδικα, οι καρικατούρες ανθρώπων κινούνται σπασμωδικά, κάνοντας πολλή φασαρία στο διάβα τους. Ωστόσο, το «έργο» και ο βίος τους έχουν το βάρος μιας σαπουνόφουσκας – ικανό ομολογουμένως βάρος για να γείρει την πλάστιγγα προς τη μεριά του ασήμαντου.

* Προχωράμε με τον χάρτη στα χέρια, με την ευεξία που προκαλεί η θέα στον αμέριμνο περιηγητή, στα μονοπάτια που άλλοι αναγκάστηκαν κοπιωδώς, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους, να διανοίξουν για να μπορέσουν να προχωρήσουν.

* Είναι δύσκολο να αρνηθείς την πρόσκληση σε γεύμα όταν είσαι πεινασμένος. Ακόμα κι αν το φαγητό είναι άνοστο, οφείλεις να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου σ’ εκείνον που σε ετάισε.

* Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, λένε. Και τότε ποιος θα έχει απομείνει που θα τον αφορά;

* Όλοι μας λίγο-πολύ αναπαράγουμε το σύστημα. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Δεν είναι όμως αναπόφευκτο να το χειροκροτούμε κιόλας.

* Είμαστε όλοι ευφυείς άνθρωποι και νομίζουμε ότι έχουμε καταλάβει πώς παίζεται το παιχνίδι. Κάποιους δεν τους πειράζει που παίζεται με σημαδεμένη τράπουλα, αρκεί να είναι μ’ εκείνους που την έχουν σημαδέψει. Υπάρχουν και κάποιοι αφελείς, που θεωρούν ότι οι κανόνες ορίζουν το παιχνίδι και παίζουν με την ελπίδα ότι θα κερδίσουν μια από τις επόμενες παρτίδες. Πρόκειται φυσικά περί πλάνης. Όταν συνειδητοποιήσουν τη θέση τους θα είναι πια αργά – θα έχουν χάσει ήδη πολύ περισσότερα από όσα θα έχουν κερδίσει.

* Κάθε στιγμή απομυζάμε τις δυνατότητες του μέλλοντος.

* Η επερχόμενη καταστροφή είναι πλέον προφανής, ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Κι αν εμείς συνεχίζουμε να παριστάνουμε τους τυφλούς δεν φταίει το δυνατό φως, φταίει το βαθύ σκοτάδι.

* Το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί στον καθέναν ξεχωριστά δεν συναθροίζεται απλώς. Υπερπολλαπλασιάζεται μέσα στην πολύπλοκη εξίσωση των ανθρώπινων επιθυμιών, βουλήσεων, δοξασιών, προσδοκιών και πράξεων.

* Αγνοούμε επιδεικτικά τον τρόπο με τον οποίο η φύση μεταφράζει την έκφρασή της στα διάφορα επίπεδα της ύπαρξης. Από την ανόργανη ύλη έως τον άνθρωπο, η γλώσσα της είναι κοινή και συναφής, οργανωμένη ωστόσο σε βαθμίδες πολυπλοκότητας. Όχι σε μια ιεραρχική σχέση, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς, το «κορυφαίο δημιούργημα», αλλά σε μια κατάσταση αδιάλειπτης «συνομιλίας». Έχουμε πια ξεχάσει πως ό,τι παραβιάζει τη συνθήκη της ύπαρξης, ό,τι αποτελεί ύβρι για τον κόσμο, δεν είναι παρά το προάγγελμα της νεκρικής σιγής.

* Σε σχέση με την αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης έχουμε τις εξής δύο επιλογές: είτε να πιστέψουμε ότι οι επιλογές μας είναι περιορισμένες είτε ότι οι επιλογές μας είναι πολλές.

* Λένε ότι κάθε αρχή έχει ένα τέλος, δεν λένε όμως ότι κάθε τέλος δεν έχει μόνο μία αρχή.

* Ο αφοριστικός λόγος δεν σηκώνει άρνηση. Είναι αυταπόδεικτος.

* Μπορούμε πάντα να κάνουμε στροφή· αντί να συνοδοιπορούμε, να έρθουμε αντιμέτωποι.

* Να μην υποχωρούμε από την επιθυμία μας. Να μη θέλουμε να αλλάξουμε απλώς τον κόσμο – να θέλουμε να τον αλλάξουμε συθέμελα!

Ο ουτοπικός προσανατολισμός και ο απεγκλωβισμός από το αδιέξοδο

Μέρος Α΄: Η μετανεωτερικότητα ως εγκλωβιστικός αναστοχασμός


«Γιατί η μόνη μορφή, με την οποία φανερώνεται το μέλλον, είναι η δυνατότητα, και το δέον είναι ο προσφυής τρόπος να στραφούμε προς αυτήν. Το μέλλον –όσον αφορά ό,τι δεν είναι αμιγώς οργανωμένο κι εκλογικευμένο– είναι για τη γνώση αδιαπέραστη σφαίρα, συμπαγές τοίχωμα όπου αυτή προσκρούει, ανακαλύπτοντας μόλις τότε την αναγκαιότητα της βούλησης και, μαζί μ’ αυτήν, τη χρεία του δέοντος (του ουτοπικού στοιχείου). Μόνο αφορμώμενοι από το δέον τούτο μπορούμε να ρωτήσουμε ποιες είναι οι παρούσες δυνατότητες και μόνο απ’ τη σκοπιά του στρέφουμε το βλέμμα μας στην ιστορία. Εδώ γίνεται και εν τέλει κατανοητό γιατί κάθε ιστορική γνώση ριζώνει στη βούληση.»

– Καρλ Μανχάιμ[1]


Διάβασα με πολλή προσοχή και μεγάλο ενδιαφέρον το κείμενο-παρέμβαση της Κατερίνας Γρέγου «Nothing if not critical» που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού σύγχρονης τέχνης kaput.. Η Κ.Γ. επισκοπεί τις πρόσφατες εξελίξεις στο χώρο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα και κάνει μια αξιοσημείωτη προσπάθεια να σχεδιάσει αδρά ένα περίγραμμα των ευρύτερων αλλαγών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στη διεθνή σκηνή. Πέρα από τις σχέσεις τοπικού-παγκόσμιου, την απασχολεί τόσο ο κοινωνικός ρόλος του σύγχρονου καλλιτέχνη όσο και της ίδιας της τέχνης στις σημερινές συνθήκες. Εν κατακλείδι προτείνει μια πιο θετική προσέγγιση σε αυτόν το ρόλο αλλά και μια πιο συνειδητή ηθικοπολιτική στάση γενικότερα, που δεν μπορεί παρά να είναι, όπως δηλώνει και ο τίτλος του άρθρου της, κριτική. Σε αυτά τα σημεία, τα οποία εντοπίζονται στις κανονιστικές αναφορές της Κ.Γ. στην «ελεύθερα αιωρούμενη διάνοια» (Karl Mannheim), όσον αφορά την ηθική, και στην «αγωνιστική δημοκρατία» (Chantal Mouffe), όσον αφορά την πολιτική, θα επιμείνουμε περισσότερο σε τούτη την ανάλυση.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι συμφωνώ με τις περιγραφικές διαπιστώσεις και τις επί μέρους επισημάνσεις της Κ.Γ. για την κατάσταση των πραγμάτων στο χώρο της σύγχρονης τέχνης (και όχι μόνο), όμως θεωρώ τις προτάσεις της για την αλλαγή της κατάστασης αυτής ανεπίκαιρες και πολιτικά άστοχες καθώς κατατρύχονται από τα φαντάσματα της νεωτερικότητας, επανεισάγοντας την «κριτική» σε ένα επίπεδο αφηρημένων, καθαρά αστικών (ή νεωτερικών, ή καπιταλιστικών) «αξιών» οι οποίες δεν είναι παρά τα συμπτώματα της ίδιας της ασθένειας που καλούνται να θεραπεύσουν.
Μπορούμε να διαβάσουμε την προσέγγιση της Κ.Γ. ως χαρακτηριστικό δείγμα μιας γενικότερης σύγχρονης τάσης που επιβεβαιώνει ότι τα διακυβεύματα της νεωτερικότητας στοιχειώνουν τον σύγχρονο κριτικό και θεωρητικό λόγο, και ειδικότερα το «λόγο» της σύγχρονης τέχνης, σαν ενοχλητικά φαντάσματα, που όσο κι αν τα βγάζουμε από την πόρτα αυτά επιστρέφουν επιμόνως από το παράθυρο. Η μετανεωτερικότητα μπορεί να εννοηθεί έτσι ως μια διαδικασία «αναστοχαστικής» αυτεπίγνωσης των ορίων της νεωτερικότητας, που δεν μπορούν όμως να ξεπεραστούν πραγματικά – τουλάχιστον όχι ακόμη. Βιώνουμε ένα υποτιθέμενο αδιέξοδο, καθώς όλα τα καθολικά προτάγματα της νεωτερικότητας ουδέποτε υλοποιήθηκαν στην πράξη παρά μόνο επί μέρους και αποσπασματικά ενώ συνεχίζουν να μας στοιχειώνουν σαν αλύτρωτες ψυχές που αναζητούν δικαίωση.
Πράγματι, όπως μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε με μια πρόχειρη επισκόπηση των γεγονότων των τριών τελευταίων δεκαετιών, τα προτάγματα της Κ.Γ. (εθνική πολιτική, ιστορική συνείδηση, «ελεύθερα αιωρούμενη διανόηση», «αγωνιστική δημοκρατία») έχουν εκ προοιμίου ακυρωθεί από τις αντινομίες της ίδιας της νεωτερικότητας που εκδηλώνεται τώρα ως «μετανεωτερικότητα» και δεν είναι δυνατόν να ανασυγκροτηθούν στο παρόν πλαίσιο, πόσο μάλλον να θεωρηθούν ως καίριες λύσεις που θα μας βγάλουν από το ασφυκτικό αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει. Όπως θα προσπαθήσω να δείξω, καμία από αυτές τις προτάσεις, παρότι υποκινούνται αδιαμφισβήτητα από αγαθές προθέσεις, δεν έχει νόημα υπό τις παρούσες συνθήκες· υπονομεύονται αντικειμενικά και αμετάκλητα από την αποσάθρωση του κοινωνικού πεδίου με τον σφοδρό κοινωνικό (και κατ’ ουσίαν ταξικό) ανταγωνισμό που πυροδοτεί η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η παγκοσμιοποίηση και η συνακόλουθη ηγεμονία της νέο-φιλελεύθερης ιδεολογίας (ακόμα κι όταν αυτή, όντας λύκος, εμφανίζεται με την προβιά αρνιού ως «ριζοσπαστική»), της εξατομίκευσης, του ανταγωνισμού και της καταναλωτικής κουλτούρας που επιτάσσει η απαραίτητη για τη σταθερότητα του συστήματος συνεχής οικονομική ανάπτυξη. Υπ’ αυτή την έννοια, οι προτάσεις της Κ.Γ. είναι απλώς ευσεβείς πόθοι, που εκφράζονται από τη σκοπιά μιας «συνειδητοποιημένης θέσης», μιας καθαρά αστικής αντίληψης για το υποκείμενο (που θα την εντοπίσουμε και στην έννοια της «ελεύθερα αιωρούμενης διάνοιας» του Μανχάιμ που η ίδια άλλωστε επικαλείται).
Εκ των συνθηκών κενές από κάθε πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο, οι προτάσεις αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο μέσα σε ένα «ακαδημαϊκό» πλαίσιο πολιτικά ορθής ρητορικής ή ως μια άπελπις (και γι’ αυτό δραματική) επίκληση για μια εκ νέου «αναστύλωση του πνεύματος» που εκπροσωπούσε η αστική κουλτούρα (εννοούμε φυσικά και κάθε αντίδραση σε αυτήν, ως αναπόσπαστο μέρος της ίδιας διαλεκτικής της νεωτερικότητας). Στην πραγματικότητα, το μόνο που καταφέρνουν ανάλογου είδους προτάσεις είναι να εκθέτουν με αποκαλυπτικό τρόπο τα προβλήματα που γεννά η διττά εκδηλωμένη πάνδημη αδυναμία της σύγχρονης σκέψης να ξεπεράσει τις αντινομίες που γεννούν οι νεωτερικές καταβολές της και οι προϋποθέσεις της και, αφού διαγνώσει την αληθινή ρίζα του κακού που έχει φέρει τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής, να διαμορφώσει ενεργά μια πραγματικά ριζοσπαστική οδό διαφυγής από το αδιέξοδο, προς μια ουτοπική κατεύθυνση. Η μία πτυχή αυτής της αδυναμίας εκδηλώνεται με την εμμονή στην ανεξέλεγκτη διαφοριστική δυναμική που συμπαρασύρει κάθε απόπειρα να δομηθεί οποιαδήποτε εικόνα μιας συναφούς ολότητας που να θεωρείται «έγκυρη», γεγονός που δεν μας επιτρέπει να συζητάμε καν την προοπτική μιας συνολικής λύσης που θα μας έβγαζε πιθανώς από το αδιέξοδο· η άλλη πτυχή αυτής της αδυναμίας εκδηλώνεται με την προσφυγή στην ανασυγκρότηση των επιχειρημάτων της αστικής νοησιαρχίας, όχι πλέον στο γνωστικό πεδίο αλλά στο πεδίο του ηθικοπολιτικού (πρακτικού) με αποτέλεσμα την απόλυτη κυριαρχία της νομοκανονιστικής θεμελίωσης του κοινωνικού, η οποία οδηγεί στη νομιμοποίηση που απολαμβάνουν οι σημερινές νέο-συντηρητικές πολιτικές των δήθεν φιλελεύθερων δημοκρατικών καθεστώτων, κυρίως σε θέματα γεωπολιτικής, οικονομίας, εθνικής ασφάλειας και μετανάστευσης. Και στις δύο περιπτώσεις, η αδυναμία εκφράζεται πολιτικά ως ριζικά αντί-ουτοπική στάση, ασχέτως αν προβάλλει με έντεχνο τρόπο αδιαλείπτως τις δικές της ουτοπικές υποσχέσεις, υποσχέσεις που υποκρύπτει αναπόφευκτα κάθε πολιτική ρητορική.

Είναι προφανές ότι, ως πιθανή ερμηνεία για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα σήμερα, δεν μπορεί να προταθεί κανενός είδους «εκπεσμός του πνεύματος» ή/και «παρακμής των αξιών», όπως σαφώς υπονοεί η Κ.Γ. Αυτές είναι ήδη κοινωνικά νοηματοδοτημένες έννοιες, δηλαδή κατασκευές που προσιδιάζουν σε μια συγκεκριμένη «κοσμοθεωρία» και άρα δεν μπορούν να παραμένουν ανεπηρέαστες από τις ιστορικές αλλαγές. Μπορούμε να τις δούμε μόνο ως δομικές αλλαγές θέσεων στο κοινωνικό σύστημα και ως αλλαγές στη συναφή νοηματοδότηση που συγκροτεί η ιδεολογική σκοπιά θέασης των ανταγωνιστικών κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Και αυτές οι αλλαγές όμως δεν μπορούν να είναι ασύνδετες με την κοινωνική συγκρότηση και τις αντίστοιχες σχέσεις που διαμορφώνει ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και οι αντιφάσεις που εκδηλώνονται ως κοινωνικοπολιτική πάλη ελέγχου της κατεύθυνσης, του «ενεργού προσανατολισμού» της τρέχουσας «πραγματικότητας» προς το εκάστοτε αντιληπτό ως εφικτό, ή/και ως συμφέρον, ή/και ως ωφέλιμο ή/και ως δέον, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Πρόκειται για τη διαλεκτική του καπιταλιστικού συστήματος (αδιαχώριστα συνυφασμένου με τη νεωτερικότητα), που χωρίς να υπακούει σε μια εξωτερική ιστορική νομοτέλεια παρά μόνο στη εγγενή νομοτέλεια της ίδιας της δυναμικής του, της δράσης και της αντίδρασης στην πορεία ανάπτυξής του, έφερε εν τέλει στην επιφάνεια τις αντινομίες του αστικού πολιτισμού και τα αδήριτα αδιέξοδά του. Η κύρια αντινομία μεταξύ λόγων και έργων, θεωρίας και πράξης του αστικού πολιτισμού, η «ελευθερία» (του εργάτη) να πουλήσει την εργατική του δύναμη που μετατρέπεται σε σκλαβιά (μισθωτή εργασία), έθρεψε από τα σπάργανά του ήδη την ίδια την αμφισβήτησή του, τον σοσιαλισμό και τον ρομαντισμό.
Με όλα αυτά θέλω να πω ότι η προσπάθεια «διόρθωσης» των κακώς κείμενων δεν είναι ικανή να προάγει καμία ριζική αλλαγή όταν είναι η ίδια μέρος εκείνου που θέλει να αλλάξει, δεν μπορεί καν να λειτουργήσει ανασχετικά για την περεταίρω αναπαραγωγή του ήδη υπάρχοντος αφού αποτελεί αναπόσπαστο όρο της. Συνιστά εθελούσιο εγκλωβισμό κάθε απόπειρα να «αναστοχαστούμε» το τι πήγε στραβά από τη στιγμή που όλες οι θεωρητικές προϋποθέσεις ήταν ευεπίφορες σε μια θετική εξέλιξη, χωρίς να αμφισβητήσουμε τόσο τις θεωρητικές αυτές προϋποθέσεις όσο και την εγκυρότητά τους για τη διαμόρφωση του συλλογικού φαντασιακού και των κανονιστικών αξιών της κοινωνικής θέσμισης στις παρούσες συνθήκες. Οι υψηλές επιδόσεις στην «αναστοχαστική παλινδρόμηση», την απόπειρα αναζωογόνησης νεκρών μορφών, δεν θα είναι ποτέ μια σωτήρια λύση. Το πιθανότερο είναι να μας αποπροσανατολίσουν ακόμη περισσότερο. Η «αναστοχαστική παλινδρόμηση» είναι σαν ένα ελαστικό μπαλάκι που χτυπάει από τοίχο σε τοίχο, και διανύει αρκετά χιλιόμετρα χωρίς να φεύγει ποτέ από τον περιορισμένο χώρο ενός δωματίου
Ένα καλό παράδειγμα του τι ακριβώς εννοώ με τον όρο αναστοχαστική παλινδρόμηση είναι ο τρόπος με τον οποίο η καλλιτεχνική πρωτοπορία των αρχών του 20ού αιώνα εμφανίζεται αίφνης ως «νοσταλγικός διάκοσμος» που φωτίζεται δραματικά από την φορτισμένη αναφορά της Κ.Γ. στα συναισθήματα «ευφροσύνης, πληρότητας, διέγερσης και χαράς» («I left with that rare feeling of elation, fulfilment, stimulation and joy») που της προκάλεσαν τα έργα των Marcel Duchamp, Man Ray και Francis Picabia σε μια έκθεση που είδε πρόσφατα στο Παρίσι. Όταν η ίδια διερωτάται για την γενεσιουργό αιτία αυτών των συναισθημάτων, καταλήγει στην εξής ερμηνεία: «it was because I was unequivocally reminded through the works that these artists were breaking rules, challenging accepted notions of what art was, provoking through their wicked intelligence and irreverence, and charming with their sense of humour and subversive wit».[2] Είναι όμως τα ίδια τα έργα που της προκάλεσαν πραγματικά συγκίνηση ή η σύγχρονη αντίληψή της για το νόημα των έργων αυτών ως «επαναστατικών», τακτοποιημένων στη θέση τους σε μια πορεία ρήξεων που συγκροτεί την ιστορία της τέχνης του μοντερνισμού; Η ίδια λέει ρητώς όχι. Έχουμε όμως κάθε λόγο να πιστεύουμε το αντίθετο. Διότι, αν δεν είναι ήδη προκαθορισμένη ως «ρήξη» στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης, δηλαδή αν δεν τίθεται σε ένα σαφές «πλαίσιο ερμηνείας», η σημασία που έχει η καλλιτεχνική χειρονομία της πρωτοπορίας μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με «εξωιστορικά» κριτήρια, στην πραγματικότητα ουσιοκρατικά, αφού προϋποθέτουν μια αναλλοίωτη (αισθητική;) «αξία» που αναγνωρίζεται ως ιδιότητα αυτών των έργων πέρα και πάνω από κάθε ιστορικό συμφραζόμενο, πέρα ακόμα και από τον ιστορικό προκαθορισμό του βλέμματος του θεατή, πράγμα κάπως δύσκολο αν όχι απίθανο. Μήπως, λοιπόν, είναι η «κριτική» στάση των καλλιτεχνών σε σχέση με την τέχνη και την κοινωνία της εποχής τους που της δίνει το έναυσμα γι’ αυτό το σχόλιο; Η Κ.Γ. λέει ρητώς ναι, και δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφιβάλουμε γι’ αυτό. Η εκ μέρους της επίκληση της «ελεύθερα αιωρούμενης διανόησης» συνηγορεί άλλωστε υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας.
Είναι προφανές ότι σε αυτή την προσέγγιση, όπως και σε κάθε προσέγγιση που δεν λαμβάνει υπόψη της τα ιστορικά συμφραζόμενα, ανακύπτει το (γνωστό) πρόβλημα της εκ των υστέρων ερμηνείας, της αλλοιωμένης ιστορικής προοπτικής που προκρίνει ιδεολογικοποιημένες ερμηνείες από μια συγκεκριμένη παροντική θέση επισκόπησης. Όντας παιδιά του μοντέρνου, το εύρος των ερμηνευτικών μας δυνατοτήτων καθορίζεται από τη σκευή μας (την «κουλτούρα» και την «παιδεία» μας), και κατ’ αυτό τον τρόπο είναι εν μέρει προδιαγεγραμμένη από τη νεωτερική ιδεολογία. Η νεωτερικότητα έδωσε το δικαίωμα στα παιδιά (για να μην πω ότι επέβαλλε) να σκοτώνουν τους γονείς τους. Να εξεγείρονται στον «αναχρονισμό» και να επιδιώκουν συνεχώς το «μοντέρνο», να έχουν το βλέμμα στραμμένο πάντα μπροστά. Η «νοσταλγία» της Κ.Γ. είναι με αυτή την έννοια μεταμοντέρνα καθώς αναγνωρίζει αυτό που λείπει από το σήμερα σε ένα «ιδανικό παρελθόν» το οποίο η ίδια διαμορφώνει λόγω της αδυναμίας της να δει ένα πραγματικά διαφορετικό μέλλον. Παραβλέπει έτσι, όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάθε εξιδανίκευση, ότι το ηρωικό και «αντι-συμβατικό» παρελθόν μπορεί να έχει και πιο σκοτεινές όψεις. Μπορούμε εξίσου βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι η καλλιτεχνική πρωτοπορία του μεσοπολέμου (τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, εκείνο που ο Terry Eagleton έχει αποκαλέσει «αρνητική» στιγμή της αβανγκάρντ[3]) λειτούργησε και ως εμπροσθοφυλακή του καπιταλισμού και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην συγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού και στην ανάπτυξη των ιδεών και τρόπων αντίληψης[4] που νομιμοποίησαν την αποδόμηση κάθε προ-νεωτερικής μορφής κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων και αυτό-υπονόμευσε την ίδια της την υπόσταση, γεγονότα που αποκάλυψαν εν τέλει τα πραγματικά όρια του αστικού-βιομηχανικού πολιτισμού και του καπιταλισμού (κρατικού ή φιλελεύθερου) και βιώνονται σήμερα ως «μεταμοντέρνο», δηλαδή ως η «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού» (Τζαίημσον).
Βλέπουμε τώρα καθαρά πώς ξεδιπλώνεται η «αρνητική διαλεκτική» της νεωτερικότητας (μια άλλη έκφανσή της οποίας ήταν ο ολοκληρωτισμός σε όλες τις μορφές του). Αυτό που συμβαίνει δεν οφείλεται λοιπόν σε μια «παθολογική» κατάσταση του αστικού πολιτισμού αλλά στην ίδια την «ιδιοσυγκρασία» του. Οι κοινές ρίζες καπιταλισμού/νεωτερικότητας/αστικού πολιτισμού μας υπενθυμίζουν ότι δεν έχουμε πολλές επιλογές αν στόχος μας είναι να αλλάξουμε τον κόσμο. Είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι αν θέλουμε να αναζητήσουμε πραγματικά λύσεις πρέπει να ξεπεράσουμε την αδιέξοδη εμμονή με τη νεωτερικότητα και όχι να μένουμε εγκλωβισμένοι σε αυτήν. Δεν εννοώ με αυτό να γίνουμε «μεταμοντέρνοι», μια καρικατούρα της νεωτερικότητας, σαν το έγχρωμο ριμέικ ενός παλιού ασπρόμαυρου φιλμ, αλλά να αναθερμάνουμε την ουτοπική επιθυμία που θα απεγκλωβίσει την φαντασία μας από την αναστοχαστική παλινδρόμηση και θα προσδώσει δυναμική ώθηση σε ένα ριζοσπαστικό όραμα κοινωνικής αλλαγής. «Οι οντολογίες του παρόντος απαιτούν αρχαιολογίες του μέλλοντος, όχι προγνώσεις του παρελθόντος».[5]

Η Κ.Γ. επιδιώκει, με δάνειους όρους από την εποχή της πρωτοπορίας, όπως η έννοια της «ελεύθερα αιωρούμενης διάνοιας», να δώσει πιθανές λύσεις για το ηθικό πρόβλημα στο παρόν χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την κοινωνική διαλεκτική και τις αιτιώδεις συνάφειες των ιστορικών αλλαγών. Όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, μεταποιώντας την έννοια της «ελεύθερα αιωρούμενης διάνοιας» (freischwebende intelligenz - free floating thinker τη μεταφράζει για τις ανάγκες της η ίδια), που δανείζεται από τον Γερμανό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Καρλ Μανχάιμ[6], προσπαθεί να της προσδώσει νέο νόημα και να τη μεταφέρει από το χώρο της πολιτικής στο χώρο της τέχνης, θεωρώντας την κατάλληλη για να περιγράψει το κατ’ αυτήν πρότυπο του σύγχρονου καλλιτέχνη. Όμως δεν μοιάζει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της την επιχειρηματολογία του Μανχάιμ Αν και παροτρύνει σε μια πιο ενεργή και συνειδητή συμμετοχή των καλλιτεχνών στα κοινά, η Κ.Γ. προτείνει ένα πασιφανώς «από-κοινωνικοποιημένο» μοντέλο το οποίο (σε τελείως διαφορετικά συμφραζόμενα σε σχέση με τον Μανχάιμ) περιγράφει ένα υποκείμενο που καταφέρνει, αν και βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση και σε επαφή με την κοινωνία και την πολιτική, να διεκδικεί το προνόμιο να παραμένει «ελεύθερο» στο επίπεδο της θεώρησης και συνακόλουθα της συνείδησης, μη δεσμευόμενο εν τέλει παρά μόνο από τη βούλησή του ή/και το ένστικτό του περί αλήθειας και δικαίου. Να εμφανίζεται δηλαδή σε αυτόν τον κόσμο ως «εκφραστής των εκάστοτε πεποιθήσεών του», δείχνοντας προφανώς δικαιολογημένη καχυποψία προς κάθε συλλογικό πρόταγμα. Όμως η περιγραφή της ίδιας της Κ.Γ. είναι πιο γλαφυρή σε αυτό το σημείο: «The notion of free-floating intelligence […] is an independent form of intelligence; independent of, or unattached to ideology, social class, and normative modes of thought. Socially-speaking, a free-floating intelligence is unbound, critical, sensitive and perceptive; it is able to represent pluralistic opinions and to affect social conditions positively».[7] Στην περιγραφή αυτή αναγνωρίζουμε τον οίστρο του νεωτερικού cogito, του αυτόνομου υποκειμένου (επιστήμονα, διανοούμενου, αστού-πολίτη-επιχειρηματία), που «αιωρείται ελεύθερα» σαν μια καθαρή «εποπτική ουσία». Η θεμελίωση ενός τέτοιου υποκειμένου όμως είναι από κάθε άποψη οντολογικώς αδύνατη καθώς ο κοινωνικός προσδιορισμός των συνθηκών αυτό-ορισμού, άρα και συγκρότησης της ταυτότητας, είναι πάντοτε πληθυντικός (κοινωνικός) και αφορά το ίδιο το κοινωνικό και την αναπαραγωγή του, πέρα από το πλαίσιο κάθε συγκεκριμένου ιστορικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης (βλ. «τρόπο παραγωγής») και πέρα από το ατομικό (τον «χαρακτήρα» ή την «ψυχολογία»). Κανένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να υιοθετήσει εν κενώ έναν ρόλο ή μια ταυτότητα. Η διαμόρφωση της ταυτότητας, πέρα από την επιβολή και την επιθυμία, προϋποθέτει πάντα, αφενός την ίδια την δυνατότητα συγκρότησής της, με την έννοια των κατάλληλων συνθηκών που την καθιστούν εφικτή, και αφετέρου την αποδοχή του «αυτό-ορισμού» της από το κοινωνικό πλαίσιο σε μια διαλεκτική σχέση μαζί του. Αυτή η προσέγγιση της Κ.Γ. λοιπόν παραβλέπει τόσο την κοινωνικά κατασκευασμένη ταυτότητα του καλλιτέχνη, άρα την ιστορική της διάσταση[8], όσο και τη διάρθρωση των σχέσεων που επιβάλλονται από έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής και συνακόλουθης κοινωνικής οργάνωσης, εν προκειμένω τον καπιταλισμό, ο οποίος ενώ θεωρητικά προβλέπει για τον καλλιτέχνη έναν ρόλο σημαντικό του αναθέτει στην πράξη το ρόλο του guest-star, που παρά την ασήμαντη ουσιαστικά συμμετοχή του στο έργο χρησιμοποιεί τη «λάμψη» του για να εξωραΐζει και να διαφημίζει μια κατά τ’ άλλα άθλια παράσταση. Αλλά, επαναλαμβάνω, αυτή η αντιμετώπιση του καλλιτέχνη δεν είναι ένα «καπρίτσιο», ούτε μια «ανωμαλία» του συστήματος. Είναι αυτός καθαυτός ο προκαθορισμός του. Γι’ αυτό, ο «free floating thinker» της Κ.Γ. είναι μια οντότητα η οποία απελευθερωμένη από τον κοινωνικό καθορισμό δεν μπορεί παρά να αιωρείται τόσο ψηλά ώστε να κινδυνεύει εν τέλει να χαθεί στη σφαίρα της αοριστίας και του σολιψισμού. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια αδύνατη ύπαρξη.

Η Κ.Γ. θέλει να γεφυρώσει ένα πραγματικά αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο «απραγματοποίητο» της νεωτερικότητας και την ίδια τη νεωτερικότητα με μια εξιδανίκευση, συγχέοντας την ίδια την ιστορία, ως ροή ανεπανάληπτων γεγονότων, και την ερμηνεία της ιστορίας, που γίνεται πάντοτε από μια ιδεολογικά χρωματισμένη σκοπιά και οδηγεί αναόφευκτα σε πολιτικώς χειραγωγήσιμα συμπεράσματα. Η δυνατότητα όμως να γεφυρωθεί με «γνωσιολογικά έγκυρο» τρόπο αυτό το χάσμα είναι πιθανή μόνο υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρει το παράθεμα του Μανχάιμ στην προμετωπίδα ετούτου του κειμένου. Δηλαδή με τον ξεκάθαρο και σαφή προσανατολισμό προς το δέον, το ουτοπικό στοιχείο. Και η Κ.Γ. φαίνεται είτε να αγνοεί είτε να παραβλέπει σκόπιμα αυτόν τον κρίσιμο παράγοντα που με τόση εμμονή επισημαίνει ο Μανχάιμ. Στην πρώτη περίπτωση θα μιλούσαμε για απλή πολιτική αφέλεια, στη δεύτερη για τον πολιτικό δόλο μιας αντί-ουτοπικής «αριστερής» ρητορικής που θέτει ψευδοδιλλήματα για να τα επιλύσει κατόπιν με τον πλέον αριστοτεχνικό τρόπο, αλλά πάντοτε στο πλαίσιο του «ρεαλιστικά εφικτού», με αποτέλεσμα να έλκει την αριστερά σε μια σύγκλιση με τον φιλελεύθερο αντίπαλό της, αποκηρύσσοντας μετά βδελυγμίας τόσο το ουτοπικό στοιχείο όσο και την επανάσταση. Υπερθεματίζει έτσι εμπράκτως την μεταμοντέρνα άποψη που υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται πλέον καμία πραγματικά σημαντική διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς και ότι έχουμε πια περάσει στο στάδιο της «μεταπολιτικής», αν και ρητώς αντιτίθεται σφόδρα σε μια τέτοια ταυτοποίηση, διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά της για την δήθεν εξάλειψη των ανταγωνισμών σε μια όλο και πιο συναινετική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αυτή η «υποκρισία» που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα συγκάλυψης της ουσιαστικής συγκατάθεσης στην αντι-ουτοπική υστερία των φιλελεύθερων και των κάθε είδους «μετα-μαρξιστών» που επικαλούνται απροκάλυπτα και ανενδοίαστα το τέλος της πάλης των τάξεων, την αναγκαιότητα του καπιταλισμού και της αγοράς, την αδυνατότητα της επανάστασης, είναι το «τραύμα» της αριστεράς που από στοιχείο αντίθεσης γίνεται πλέον στοιχείο αυτοκαθορισμού. Η «αριστερά» αυτή δεν μας είναι σήμερα καθόλου χρήσιμη. Και όσοι είναι «αριστεροί» με αυτή την έννοια, αφού έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να είναι και με καμία άλλη, ασχολούνται μάλλον με την τυμβωρυχία και το μακιγιάζ πτωμάτων την ώρα που (θέλουν να) νομίζουν ότι αναζωογονούν το πνεύμα της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας» η οποία, για κάποιον παράξενο λόγο, θα πρέπει να είναι εσαεί νεωτερική, να βασίζεται σε έναν εξωραϊσμένο από το Λόγο κοινό τόπο που όλως συμπτωματικώς είναι η ευρωκεντρική αντίληψη περί προόδου, με άλλα λόγια η δυτική νεωτερικότητα. Το παράδοξο εδώ είναι ότι αυτή η «αριστερά» επιστρέφει στις ρίζες της νεωτερικής σκέψης, στο θεμελιώδες του cogito, της πολιτικής οικονομίας και της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, βάζοντας σε παρένθεση τη σοσιαλιστική κριτική (μαρξισμός, αναρχισμός) σαν ένα «σύμπτωμα» του συστήματος που εμμένει και είναι αδύνατον, παρά τις όποιες προσπάθειες, να το εξαλείψουμε. Ωστόσο αυτή η «αναγκαία αποδοχή» του προτάσσεται και ως απόδειξη για την θεμελιώδη ανοσία του συστήματος, δηλαδή ως ένα ισχυρό επιχείρημα για την αθανασία του και τη ματαιότητα κάθε απόπειρας να το ξεπαστρέψουμε μια και καλή.

Η πολιτική θεωρία της Chantal Mouffe για την «αγωνιστική δημοκρατία»[9] (βλ. και «ριζοσπαστική δημοκρατία») την οποία και επικαλείται η Κ.Γ. ως καίριο πρόταγμα, εξισορροπώντας έτσι την απαίτηση για «πολιτικό ριζοσπαστισμό» με την διαφυλασσόμενη ως κόρη οφθαλμού «κοινή λογική», κατ’ ουσίαν είναι μια εκλεπτυσμένη εκδοχή του φιλελευθερισμού, αφού αποδέχεται ρητά ως αξεπέραστο πολιτικό ορίζοντα την φιλελεύθερη δημοκρατία, ασχέτως αν επικροτεί, όπως και κάνει, την «αγωνιστικότητα» (σε αντίθεση με την «ανταγωνιστικότητα» και σε σχέση πάντα με τις σύστοιχες έννοιες του «αντιπάλου» που πρέπει να αντικαταστήσει εκείνη του «εχθρού» – το «πνεύμα» των ολυμπιακών αγώνων σε όλο του το μεγαλείο!) και όχι τη συναίνεση. Αρνείται δηλαδή ριζικά το «ουτοπικό» στοιχείο της φιλελεύθερης δημοκρατίας για μια ελεύθερη, ειρηνική και δίκαιη κοινωνία ως αδύνατο «κλείσιμο», ως απάρνηση της στοιχειώδους σημασίας του ανταγωνισμού που διατηρεί ζωντανή τη δημοκρατική διαδικασία και την εμβαθύνει, ως απονέκρωση του ίδιου του «πολιτικού» στοιχείου. Αρνείται δηλαδή την «ταυτότητα» προς χάρη της «διαφοράς». Κι εδώ έγκειται η απατηλή φύση, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, αυτής της καλοστημένης και με μεγάλη απήχηση όψιμα ρεφορμιστικής θεωρίας: από τη μια αναγορεύει τη συναίνεση σε εξολοθρευτή του πολιτικού και την θεωρεί πνιγηρή για την ανάπτυξη της δημοκρατίας γατί δεν επιτρέπει τον «αγωνισμό» που είναι γι’ αυτήν το καθαυτό πολιτικό, ενώ από την άλλη προϋποθέτει μια πιο σημαντική συναίνεση για το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμείβεται η «αγωνιστική» διαπάλη. Όπως ήδη είπαμε, αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να είναι άλλο από εκείνο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, την οποία ο καθένας είναι ελεύθερος να ερμηνεύει όπως θέλει, αλλά όλοι πρέπει να την αποδεχόμαστε ως απαράβατη κανονιστική αρχή με καθολική ισχύ! Γράφει χαρακτηριστικά η Mouffe: «Γι’ αυτόν το λόγο, μια δημοκρατική κοινωνία χρειάζεται το διάλογο γύρω από τις δυνατές εναλλακτικές λύσεις. Με άλλα λόγια, ενώ η συναίνεση είναι αναγκαία, πρέπει να συνοδεύεται από τη διαφωνία. Η συναίνεση είναι απαραίτητη για τους καταστατικούς θεσμούς της δημοκρατίας και τις ηθικοπολιτικές αξίες που οφείλουν να διαμορφώνουν το πολιτικό συνεταιρίζεσθαι, πάντα όμως θα υπάρχει διαφωνία ως προς τη σημασία και τις μεθόδους εφαρμογής αυτών των αξιών. Σε μια πλουραλιστική δημοκρατία αυτές οι διαφωνίες πρέπει να θεωρούνται θεμιτές, αν όχι ευπρόσδεκτες. Παρέχουν στον πολίτη διαφορετικές μορφές ταύτισης και είναι η πρώτη ύλη της δημοκρατικής πολιτικής».[10] Αν και διατείνεται επισταμένως το αντίθετο, η θεωρία της Mouffe αναζητά τη θεμελίωσή της στις νεωτερικές πολιτικές κατηγορίες όπως η φιλελεύθερη δημοκρατία ή το νεωτερικό κράτος, δεν ξεφεύγει δηλαδή από τα όρια της αστικής πολιτικής θεωρίας. Και το κάνει αυτό αποδεχόμενη μια καθαρά μεταμοντέρνα θέση περί «γλωσσικών παιγνίων» για να διασφαλίσει τη σχετικότητα κάθε πολιτικής θέσης και να αναδείξει την ανωτερότητα του μοναδικού συστήματος που τις «ανέχεται» όλες, την φιλελεύθερη (η Mouffe την μετονομάζει σε «πλουραλιστική») δημοκρατία.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πόσο ανώδυνα είναι όλα αυτά για το σύστημα, το οποίο δεν αμφισβητείται εκ θεμελίων αλλά επιδιώκεται απλώς η αναστύλωσή του και μάλιστα με τα ίδια φθαρμένα υλικά που προεξοφλούσαν ήδη από τότε την κατάρρευσή του για την οποία σήμερα κάποιοι θλίβονται. Τους συμπαθούμε, αλλά δεν συμφωνούμε καθόλου μαζί τους. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο αναλυτικά το γιατί.


Συνεχίζεται…


[1] Καρλ Μανχάιμ, Ιδεολογία και ουτοπία (1929), μτφρ. Γιώργος Ανδρουλιδάκης, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1997, σ. 307.

[2] Βλ. Κατερίνα Γρέγου, όπ.π.

[3] Terry Eagleton (1990), Η ιδεολογία του αισθητικού, μτφρ. Εσπερίδες - Σ. Ρηγοπούλου, Εκδόσεις Πολύτροπο, Αθήνα 2006, σ. 451.

[4] «Ροή της συνείδησης», που φέρνει στην επιφάνεια την κατακερματισμένη α-μορφή του υποσυνείδητου· κινηματογραφικό μοντάζ, που διαταράσσει την ολοποιητική υποκειμενική οπτική και την αντίληψη του ενιαίου χρόνου· κολλάζ, που επανεντάσσει και δίνει νέο νόημα σε ετερόκλητα στοιχεία άσχετα μεταξύ τους· «αστική εμπειρία», που ανασυγκροτεί δυναμικά το χώρο και δημιουργεί ετερόκλητες προσωπικές αφηγήσεις των ιδιαίτερων βιωμάτων του χώρου στις μεγαλουπόλεις κ.λπ.

[5] Πρόκειται για την τελευταία φράση από το βιβλίο του Fredric Jameson (2002), Μια Μοναδική Νεωτερικότητα. Δοκίμιο για την Οντολογία του Παρόντος (μτφρ. Σπύρος Μαρκέτος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2007, σ. 227).

[6] Η έννοια αυτή εμφανίζεται στο σημαντικό βιβλίο του Ιδεολογία και ουτοπία (1929), όπ.π.. Βλ. ιδ. το κεφ. «ΙΙΙ. Είναι δυνατή η πολιτική ως επιστήμη; (Το πρόβλημα θεωρίας και πράξης)», σ. 135-229, και το υποκ. Ε στο κεφ. «ΙV. Η ουτοπική συνείδηση», σ. 293-309. Θα αναλύσουμε την έννοια αυτή αδρομερώς στο Β΄μέρος.

[7] Όπ.π.

[8] Για το συγκεκριμένο θέμα άκρως διαφωτιστική είναι η εξαιρετική μελέτη του Νίκου Δασκαλοθανάση Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο. Από τον 19ο στον 21ο αιώνα, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004.

[9] Βλ. Chantal Mouffe (2000), Το δημοκρατικό παράδοξο, προλ.-επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2004.

[10] Chantal Mouffe, «Για μια αγωνιστική δημόσια σφαίρα», εισήγηση στο συνέδριο «Απραγματοποίητη δημοκρατία» που έγινε στο πλαίσιο της 11ης Ντοκουμέντα (Κάσελ 2001-2002), μτφρ. Ελεάνα Πανάγου (υπό έκδοση). Υπογράμμιση δική μου.