Το νέο δόγμα για την «προστασία του πολίτη» επιτάσσει σε κάθε γωνία να υπάρχει αστυνομία, να ελέγχει όσες και όσους κινούνται και συγκεντρώνονται στον δημόσιο χώρο. Ο Χρυσοχοΐδης, ο οποίος επανήλθε πέντε χρόνια μετά στη θέση που τον ανέδειξε, θέλει να επιβεβαιώσει τη φήμη που τον συνοδεύει. Φοράει τον ίδιο τριμμένο μανδύα που ξέραμε, του έχουν δώσει απλώς νέο όνομα. Δήλωσε εξ αρχής με πυγμή ότι δεν πρόκειται να ανεχτεί «καθεστώς ανομίας» στην πόλη. Φρόντισε συνάμα να προσθέσει το απαραίτητο δημοκρατικό επίχρισμα στην αυταρχική πολιτική του. Διάνθισε τις άτεγκτες προθέσεις του με μια πομπώδη καταδίκη της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης εξουσίας που με τόσο ζήλο επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία τα όργανα της τάξης, εξαγγέλλοντας αναδιάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας, με στόχο την αποκατάσταση των σχέσεων με τον πολίτη. Και με αφορμή την περιορισμένης κλίμακας επίθεση σε υποκαταστήματα τραπεζών στη Χαριλάου Τρικούπη από ομάδα αγνώστων την προηγούμενη Πέμπτη, έσπευσε να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα του.
Αυτό που συμβαίνει καθημερινά από το βράδυ της προηγούμενης Πέμπτης στα Εξάρχεια είναι η επιβολή του ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους σε τοπική κλίμακα. Ολόκληρη γειτονιά βρίσκεται, κατά χρονικά διαστήματα που ποικίλουν σε διάρκεια, αποκλεισμένη από ισχυρότατες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες παραταγμένες σε καίρια σημεία εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση και παραμονή στην περιοχή. Την ίδια ώρα εφαρμόζονται εκτεταμένοι έλεγχοι στους δρόμους, στην πλατεία, στο αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο πρώην πάρκιγκ και στα γύρω μαγαζιά. Έλεγχος στοιχείων, σωματικές έρευνες, εξευτελισμοί, «τσαμπουκαλίδικη» συμπεριφορά, καψόνια κ.λπ., κ.λπ. Ακολουθούν προσαγωγές «υπόπτων» στη ΓΑΔΑ (ορισμένοι εκ των οποίων σύμφωνα με μαρτυρίες βρέθηκαν κρατούμενοι στα κελιά της αντιτρομοκρατικής!) και στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για «εξακρίβωση». Στο αστυνομικό δελτίο, παρόλα αυτά τα εντυπωσιακά, έχουν καταγραφεί πενιχρά αποτελέσματα έως τώρα: ελάχιστες συλλήψεις για μικροπαραβάσεις του νόμου «περί ναρκωτικών ουσιών», του αγορανομικού και υγειονομικού κώδικα και κάποιοι «λαθρομετανάστες».
Η διαβόητη «επικίνδυνη ζώνη», το «άβατο των Εξαρχείων», είναι τις τελευταίες μέρες μια προσωρινή κατεχόμενη ζώνη, έχει τεθεί προς το παρόν υπό την αυστηρή επιτήρηση των αστυνομικών ορδών, υπό το άγρυπνο μάτι του κράτους – η αποτελεσματικότητα όμως μιας τέτοιας επέμβασης είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενη.
Η απόδοση συλλογικής ευθύνης σε όλους εμάς που ζούμε, κινούμαστε, συχνάζουμε ή εργαζόμαστε στα Εξάρχεια, και η αντιμετώπισή μας συλλήβδην ως υπόπτων (για ποια εγκλήματα άραγε;) φανερώνει την ολοκληρωτική αντίληψη του φουριόζου υπουργού. Ξεχνά όμως, πως όποτε το κράτος υποτίμησε τους αγώνες για το δικαίωμα στην πόλη και προσπάθησε να επιβάλει αυταρχικές πολιτικές αστυνόμευσης του δημόσιου χώρου βρέθηκε αντιμέτωπο με την οργή, όχι μόνο των «περιθωριακών ομάδων» αλλά σύσσωμου του συλλογικού κοινωνικού κινήματος.
Εφόσον ο κύριος υπουργός έχει όπως ισχυρίζεται φίλους στον αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο, θα έπρεπε να γνωρίζει από τις συνομιλίες του μαζί τους ότι, παρά τις όποιες θεμελιώδεις διαφωνίες που μπορεί να υπάρχουν γύρω από το θέμα της βίας, δεν θα βρεθεί ούτε μία/ένας σε αυτόν το χώρο που θα παρέμενε απαθής μπροστά στην αποτρόπαια αστυνομοκρατία. Τα αντιεξουσιαστικά ανακλαστικά τίθενται αυτομάτως σε λειτουργία όταν το κράτος αυθαιρετεί, ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα για έναν νέο κύκλο έντασης και συγκρούσεων, που ακόμα κι αν δεν ξεσπάσουν άμεσα θα είναι αναμφίβολα σφοδρές όταν έρθει η ώρα τους.
Βία δεν ασκεί το κράτος μόνον όταν τα κλομπ των μπάτσων σπάζουν κεφάλια αλλά και όταν πιο «ήπιες» απόπειρες επιβολής του «νόμου και της τάξης» περιορίζουν αισθητά την ελευθερία και το δικαίωμα στην πόλη. Βία επίσης ασκεί το κράτος όταν, στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που τώρα βαφτίστηκε «πράσινη»), των «δημοκρατικών ελευθεριών», του «κοινού καλού» ή/και του «εθνικού συμφέροντος», προσπαθεί να επιβάλει τη συναίνεση με τους όρους της κυριαρχίας.
Η αλλαγή της ονομασίας τού μέχρι πρότινος υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που τώρα ονομάστηκε «Προστασίας του Πολίτη», θέλει να επικυρώσει προφανώς τη «δημοκρατική ευαισθησία» και το «εκσυγχρονιστική αντίληψη» της νέας, «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης στα θέματα της ασφάλειας. Στην πραγματικότητα όμως σηματοδοτεί την ουσιαστική, και εν πολλοίς αναμενόμενη σύγκλιση της «σοσιαλιστικής» πολιτικής της κυβέρνησης προς τις άκρως επικίνδυνες παραδοχές περί «εσωτερικού εχθρού» των συντηρητικών ιδεολογικών (δήθεν) αντιπάλων της. Η μετονομασία του υπουργείου δηλώνει ρητώς ότι το κράτος πρέπει να εγγυάται την «προστασία του πολίτη» απέναντι σε κάποιον άλλον που εκπροσωπεί τον «κίνδυνο», όπως κι αν αποκαλείται ο «κίνδυνος» αυτός: «εγκληματικότητα», «λαθρομετανάστευση», «τρομοκρατία», προσφάτως δε, από τα χείλη του υπουργού βαφτίστηκε «χουλιγκανισμός» και «βανδαλισμός». Δεν μιλάμε φυσικά για τον «εξωτερικό εχθρό»! Αφού δεν πρόκειται για την «άμυνα της χώρας», λοιπόν, παρά για την αστική ασφάλεια, ο «επικίνδυνος άλλος», από τον οποίο πρέπει να «προστατευτεί ο πολίτης», τοποθετείται αυτονόητα εντός της επικράτειας της ισχύος του κράτους, εκτός όμως της ευνομούμενης κοινωνίας, σε μια ιδιαίτερη κατάσταση εξαίρεσης, όπου τα δικαιώματα που παραχωρεί στους πολίτες του το κράτος τελούν υπό αίρεση ή παύουν να ισχύουν. Εκτός νόμου καμία προστασία δεν εξασφαλίζεται, κανένα δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται. Άρνηση του νόμου σημαίνει άρνηση της κοινωνίας. Όσοι επιλέγουν να αψηφήσουν το νόμο, αψηφούν την ίδια την κοινωνία, ως ανώτατη μορφή της οποίας εμφανίζεται το κράτος. Η κεντρική εξουσία θέλει να τους εξοβελίσει στο κοινωνικό περιθώριο για να τους απομονώσει και να τους εξοντώσει πιο εύκολα, έχοντας φυσικά πάντοτε κατά νου την «προστασία του πολίτη». Ο «επικίνδυνος άλλος», ο «εκτός νόμου», εκείνος που απειλεί τη συνοχή της κοινωνίας, είναι μη πολίτης, είτε κυριολεκτικώς –όπως π.χ. οι πρόσφυγες και οι μετανάστες χωρίς χαρτιά–, είτε συμβολικώς – π.χ. εκείνοι που δεν αυτοπεριορίζονται στην ιδιότητα του πολίτη που τους παραχωρείται, αντιθέτως την καταγγέλλουν ως μια αντιφατική αστική έννοια η οποία, αναφερόμενη στα «ανθρώπινα δικαιώματα» και την «κοινωνία των πολιτών», προσδίδει θεσμική επίφαση στην κυριαρχία και εκβιάζει τη συναίνεση, τη συμμόρφωση όλων στην «κανονικότητα». («Η πολιτική απελευθέρωση είναι μερική και περιορισμένη γιατί, ελεύθερος σαν πολίτης, ο άνθρωπος σαν ιδιώτης μένει δούλος των απάνθρωπων συνθηκών, που κυριαρχούν στην καπιταλιστική κοινωνία.»[1])
Αυτό το μη χειραγωγούμενο από το κατεστημένο πολιτικό σύστημα πλήθος των «παραβατών» δεν είναι, όπως οι μεγαλόσχημοι νομίζουν, μια ρυτίδα στη λεία επιφάνεια της κανονικότητας, που μπορούν να την εξαλείψουν με ένα απλό λίφτινγκ – με την αλλαγή του ονόματος ενός υπουργείου ή με την «αλλαγή» της νοοτροπίας των μπάτσων. Είναι ένα πολύμορφο κοινωνικό κίνημα που ούτε στο περιθώριο μπαίνει, ούτε καταστέλλεται.
1. Κώστας Παπαϊωάννου, Η γένεση του ολοκληρωτισμού. Οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική επανάσταση, δ΄ έκδ., Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, σ. 193.
Γνώση, νέες μορφές αξιοποίησης και «κοινωνική συνείδηση»
Ο τίτλος του ρεπορτάζ στην εφημερίδα Η Καθημερινή είναι λιτός και περιγραφικός: «Το success story δύο νέων επιστημόνων».[1] Διαβάζοντας ωστόσο το ρεπορτάζ, διαπιστώνουμε ότι ο τίτλος είναι και παραπειστικός. Οι δύο νέοι είναι πράγματι επιστήμονες, αυτή τους η ιδιότητα, ωστόσο, δεν μοιάζει να είναι η αιτία της επιτυχία τους, ούτε αφορμή για το ρεπορτάζ. Περιμέναμε να πληροφορηθούμε για τα επιτεύγματα των δύο νέων στον επιστημονικό τους κλάδο, την πληροφορική, αντί αυτού μαθαίνουμε για την πραγματικά έξυπνη, καινοτόμο επιχειρηματική ιδέα που έχουν υλοποιήσει με επιτυχία, χρησιμοποιώντας τις επιστημονικές γνώσεις και την τεχνική κατάρτισή τους.
Πρόκειται για το AthensBook, μια εφαρμογή που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αξιοποιεί «τις δυνατότητες του iPhone για να βρίσκεις ό,τι θέλεις στην περιοχή που είσαι εκείνη τη στιγμή».[2] Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν διαδραστικό, εμπλουτισμένο με χρήσιμες πληροφορίες χάρτη της πόλης, που εντοπίζει συγκεκριμένα σημεία, π.χ. βενζινάδικα, φαρμακεία, νοσοκομεία, ATM κ.λπ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του χρήστη, τον «προσανατολισμό» του. Η χρησιμότητα της υπηρεσίας επιβεβαιώνεται από την ανταπόκριση που έχει στους Αθηναίους χρήστες του iPhone, καθώς και από την πρόσφατη επέκτασή της στη Θεσσαλονίκη (ThesBook), όπως μας πληροφορεί το ρεπορτάζ, η επίγευση του οποίου μπορεί να συνοψιστεί στην εξής φράση: η επιστημονική ευφυΐα υποκλίνεται μπροστά στο επιχειρηματικό δαιμόνιο και ακόμα παραπέρα, στο καθαρό επιχειρηματικό συμφέρον.
Το ότι το εν λόγω ρεπορτάζ δεν δημοσιεύτηκε στο οικονομικό ένθετο της εφημερίδας, όπως θα άρμοζε με αμιγώς δημοσιογραφικά κριτήρια, αλλά μπήκε στο τμήμα «Τέχνες και Γράμματα», ήταν προφανώς μια συνειδητή επιλογή που στόχο είχε να προσδώσει στο «success story» των δύο νεαρών επιστημόνων-επιχειρηματιών ένα συγκεκριμένο «θετικό μήνυμα» με σαφείς ιδεολογικές αποχρώσεις από την πλούσια χρωματική παλέτα του νεοφιλελευθερισμού, μετατοπίζοντας το βάρος από την εμπορική εκμετάλλευση στη «δημιουργική ικανότητα», τη «γνώση», την «καινοτομία» και την «κοινωνική συνείδηση». Τα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ αφορούν μια δήθεν θεμιτή επιδίωξη συμφέροντος στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, σε αντίθεση με τις ευρέως διαδεδομένες οπορτουνιστικές επιχειρηματικές πρακτικές. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες της νεκρανάστασης του ηρωικού entrepreneur, του καινοτόμου επιχειρηματία που θα υλοποιήσει με κάθε κόστος το πρωτοπόρο όραμά του, ανοίγοντας νέους δρόμους για την κοινωνία, ένα είδος κινητήριας δύναμης που εμψυχώνει τη συνολική ευημερία και την πρόοδο. Σε αυτό το μήκος κύματος, το ρεπορτάζ διευρύνει κατά το δοκούν τη σημασία του εν λόγω εγχειρήματος, προσδίδοντάς του δυσανάλογη βαρύτητα και σπουδαιότητα, προκειμένου να γίνει σαφές πως δεν πρόκειται απλώς για μια νέα επιχείρηση, αλλά για κάτι περισσότερο, για ένα λαμπρό δείγμα του νέου επιχειρηματικού ήθους της αναδυόμενης «δημιουργικής τάξης». Η παρουσίαση της επιχειρηματικής δράσης των δημιουργών του AthensBook υπερβαίνει τεχνηέντως το ιδιωτικό όφελος και εξαπλώνεται εμφατικά στην κοινωνία. «Τα δύο αυτά νέα παιδιά», διαβάζουμε, «μας θυμίζουν αυτό που ήδη συμβαίνει εκτός Ελλάδας: η συσσώρευση παιδείας και μόρφωσης φτιάχνει ένα νέο είδος επιχειρηματικότητας, ανεξάρτητης, αδιαμεσολάβητης και κοινωνικά συνειδητής».[3] Να πώς η καπιταλιστική οικονομία, εξοπλισμένη με τα εργαλεία της γνώσης, γίνεται το εργαστήριο της νέας ηθικής!
Σε μία και μόνο φράση συμπυκνώνεται το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της «οικονομίας της γνώσης», το οποίο, παραβλέποντας το πώς η γνώση και η καινοτομία εμφανίζονται στην παραγωγική διαδικασία ως σταθερό κεφάλαιο, συνδέει άμεσα την παιδεία και τη γνώση με την ελεύθερη αγορά και τονίζει τη σημασία της καινοτομίας για την ανάπτυξη. Με αυτή τη λογική, αν και το γνωστικό κεφάλαιο είναι συλλογικά παραγόμενο και, με αυτή την έννοια, κοινό, πρέπει να μεταβιβάζει την αξία του στα εξατομικευμένα εμπορεύματα για να είναι κοινωνικά ωφέλιμο. Η ιδιοποίηση του γνωστικού κεφαλαίου νομιμοποιείται ως παράγοντας ανάπτυξης που επιφέρει τη γενική ωφέλεια. Όπως υποστηρίζει και ο βουλευτής της ΝΔ στη Β΄ Αθηνών Κυριάκος Μητσοτάκης, «είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι η έρευνα και η καινοτομία δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή δραστηριότητα με θεωρητικό περιεχόμενο, αλλά πρέπει να αποκτήσει πλέον και συγκεκριμένο πρακτικό στόχο. [...] Η ίδια η κοινωνία πρέπει να ξεφύγει από την προκατάληψη ότι η πανεπιστημιακή έρευνα είναι ασυμβίβαστη με την υγιή επιχειρηματική δράση. Η επενδυτική αξιοποίηση των προϊόντων της έρευνας δεν είναι αμάρτημα».[4]
Ανάλογες νεοφιλελεύθερες παραδοχές βρίσκονται στα θεμέλια της αντίληψης για το ποιόν της «κοινωνικής συνείδησης», η οποία υποτίθεται πως χαρακτηρίζει αυτό το «νέο είδος επιχειρηματικότητας», την οποία προβάλει με ενθουσιασμό το ρεπορτάζ: «Κάτοχοι υψηλής και εξειδικευμένης παιδείας και οι δύο, μοιράζονται την κουλτούρα του επιχειρηματικού start up, και αποφασίζουν να στρέψουν την ενέργειά τους στη δημόσια σφαίρα διαθέτοντας το νέο τους προϊόν εντελώς δωρεάν. Χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία [sic!]. Η Apple τους παρείχε τα εργαλεία και αυτό που έκαναν ήταν να δουλέψουν εντατικά για τέσσερις μήνες».[5]
Τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν την «κοινωνική συνείδηση» των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών είναι ότι το νέο προϊόν τους διατίθεται «εντελώς δωρεάν», «χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία». Μια απλή ανάγνωση όμως του ρεπορτάζ επιβεβαιώνει πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει, παρά μόνο με έναν πολύ ιδιόμορφο τρόπο και μια ιδεολογικά στιγματισμένη αντίληψη τού τι μπορεί να σημαίνουν οι έννοιες «δωρεάν», «διαμεσολάβηση» και «κοινωνία». Μια πιο προσεκτική ανάγνωση θα καταστήσει σαφές ότι το εμπόρευμα (το προϊόν που έχει ανταλλακτική αξία και αποφέρει κέρδος) δεν είναι η ίδια εφαρμογή που δημιούργησαν οι δύο νέοι επιστήμονες-επιχειρηματίες με τη βοήθεια της Apple, αλλά οι χρήστες της.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στόχος μας είναι να αναλύσουμε το AthensBook ως διαδικασία παραγωγής (χρηστικής) αξίας και πώς αυτή μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, δηλαδή παραγωγής ανταλλακτικής αξίας και άντλησης κέρδους.
Το AthensBook είναι μια υπηρεσία που παρέχεται «δωρεάν», «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» (εννοεί προφανώς τους χρήστες και τους δυνάμει χρήστες του iPhone, μια «κοινωνία» που εδραιώνεται πάνω στην πλατφόρμα της Apple...). Όμως, αυτό γίνεται αποκλειστικά μέσω μιας ακριβής συσκευής, για την οποία ο χρήστης της πληρώνει μηνιαία συνδρομή προκειμένου να έχει δικαίωμα πρόσβασης στις όποιες «δωρεάν» υπηρεσίες αυτή προσφέρει. Ήδη το «δωρεάν» αποκτάει κάποιο κόστος – η χρήση της εφαρμογής είναι δωρεάν, όχι όμως και η πρόσβαση σε αυτήν. Πρέπει να διαθέτεις iPhone και σύνδεση, να είσαι μέλος μιας πραγματικά ανοιχτής, δημοκρατικής «κοινωνίας», με την έννοια ότι δεν εξαιρεί από τους κόλπους της κανέναν που πληρώνει. Εκτός από αυτή τη διαμεσολάβηση χρεώσεων που καταρρίπτει το επιχείρημα περί «εντελώς δωρεάν» χρήσης, η ίδια η εφαρμογή έχει «γραφτεί» με τον κώδικα της Apple και είναι «κλειδωμένη». Άρα δεν πρόκειται για ελεύθερο λογισμικό, και με αυτή την έννοια η εφαρμογή είναι ελεγχόμενη από μια πολυεθνική εταιρία (δηλαδή διαμεσολαβημένη και πάλι) και από την ισχύουσα νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων, δεν ελέγχεται πραγματικά από τους τελικούς χρήστες της. Δεν είναι καν μια «ανοιχτή καινοτομία», ένα εργαλείο, το οποίο θα μπορούσαν και άλλοι να χρησιμοποιήσουν για να αναπτύξουν τις δικές τους καινοτομικές ιδέες. Είναι απλώς μια «υπηρεσία».
Υπάρχει ακόμα άλλη μια μικρή, αν και όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, που μας διαφεύγει μέσα στον ενθουσιασμό, καθώς όλα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ ηχούν στ' αυτιά μας σαν παιάνας προόδου, και –αλλοίμονο!– ποιος δεν θέλει να συνταχτεί με την πρωτοπορία της ανάπτυξης. Στην ευτοπία που μας παρουσιάζεται εδώ με υπερβάλλοντα ζήλο, κάποιοι μοιράζουν «εντελώς δωρεάν» προϊόντα «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» και κάποιοι άλλοι παρέχουν τα μέσα και τα εργαλεία για ελεύθερη χρήση στους παραγωγούς. Αν όμως είναι όλα «δωρεάν» και «χωρίς διαμεσολαβητές», όπως διατείνεται το ρεπορτάζ, και εφόσον ξέρουμε ότι η αξία της εφαρμογής προήλθε από την εντατική εργασία των δύο επιστημόνων επί τέσσερις μήνες, προκύπτει το εύλογο ερώτημα πώς αυτή η εργασία αξιοποιείται, με άλλα λόγια, πώς μετατρέπεται σε χρήμα. Διότι, από την έλλειψη άμεσης χρηματικής συναλλαγής μεταξύ χρηστών και δημιουργών της εφαρμογής, δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο η εμμένουσα εκκρεμότητα ενός πολύ σοβαρού ζητήματος, το οποίο με έμφαση επισημαίνει ο ένας εκ των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών λέγοντας, «θέλαμε να προσφέρουμε κάτι δωρεάν, αλλά προφανώς πρέπει να προβλέψεις πόρους για τη βιωσιμότητα της εφαρμογής».[6] Όπερ σημαίνει, ότι πρέπει κάποιος να πληρώνει για να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται η εφαρμογή, να πληρώνει δηλαδή το κόστος, την εργασία που δαπανάται για την ανάπτυξη και τη συντήρησή της. Και εφόσον αυτός ο κάποιος δεν είναι οι χρήστες (τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού η συγκεκριμένη εφαρμογή προσφέρεται σε αυτούς «δωρεάν»), ούτε φυσικά η Apple, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος που πληρώνει. Και αυτός ο κάποιος προφανώς υπάρχει, ωστόσο φαίνεται πως πληρώνει όχι ακριβώς για την ίδια την εφαρμογή (δεν τον ενδιαφέρει καν αυτή καθαυτή ως αξία χρήσης), αλλά για τους χρήστες της, και συγκεκριμένα για την συγκεντρωμένη προσοχή τους.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο αν το προηγούμενο συμπέρασμα αναδιατυπωθεί ως πιθανή απάντηση στο φαινομενικά παράδοξο ερώτημα: ποιο είναι το προϊόν και, κυρίως, ποιο είναι το εμπόρευμα στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Για τον τελικό χρήστη το προϊόν είναι ξεκάθαρα η εφαρμογή. Δεν είναι όμως εμπόρευμα για τους δημιουργούς της, δεν έχει ανταλλακτική αξία, αφού ο χρήστης την αποκτάει δωρεάν. Αν εξετάσουμε καλύτερα την όλη διαδικασία, αναλύοντάς την στα διάφορα στάδιά της, θα διαπιστώσουμε ότι η εφαρμογή είναι για τους δημιουργούς της ένα ενδιάμεσο μόνο προϊόν, ένα ειδικό εργαλείο που παρήγαγε η ζωντανή εξειδικευμένη εργασία που κατέβαλαν χρησιμοποιώντας τα μέσα που τους πρόσφερε το κεφάλαιο, η Apple («Οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις», όπως γράφει ο Economist, «μπορούν να βρουν την καινοτομία μέσα σε κάθε άνθρωπο· απλώς χρειάζεται να την ελευθερώσουν.»[7]) Το εργαλείο αυτό είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να διαμορφώνει το τελικό προϊόν, να το μετατρέπει σε εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, το οποίο μπορεί να πουληθεί, αποφέροντας έσοδα και κέρδος. Το τελικό αυτό προϊόν (εμπόρευμα) είναι οι χρήστες της εφαρμογής, συγκροτημένοι σε μια ευρυνόμενη «πελατειακή βάση», και οι καταναλωτές οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν αυτό το εμπόρευμα, είναι οι διαφημιζόμενες τοπικές επιχειρήσεις. Με λίγα λόγια, οι δύο επιστήμονες-επιχειρηματίες κατασκεύασαν ένα εργαλείο (εφαρμογή), με πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής για τους ίδιους (διότι χρησιμοποίησαν ήδη έτοιμα προηγμένα εργαλεία, σαν την πλατφόρμα του iPhone, δωρεάν, όπως επίσης και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο), για να διαμορφώνουν με αυτό το εργαλείο το προς πώληση εμπόρευμα, δηλαδή τους χρήστες της εφαρμογής, στους υποψήφιους πελάτες, τις διαφημιζόμενες επιχειρήσεις.
Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αξιοποίηση της εφαρμογής γίνεται μέσα στο πλαίσιο της «οικονομίας της προσοχής». Όταν η πληθώρα των μηνυμάτων και των διακινούμενων πληροφοριών είναι ταχύτατη και σε συνεχή ροή μέσω των δικτύων, η δυνατότητα εστίασης και επικέντρωσης της προσοχής είναι χαμηλή. Στη διάχυση αυτή των πληροφοριών αποτυπώνεται η κρίση του φορντισμού και της μονόδρομης σχέσης πομπού-δέκτη που εγκαθίδρυσαν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης κατευθύνοντας την προσταγή της μαζικής κατανάλωσης. Στο διαφορετικό πλαίσιο της ευέλικτης παραγωγής, η απόσπαση της προσοχής των καταναλωτών είναι σημαντικός παράγοντας της διακίνησης και διανομής των (υλικών και άυλων) προϊόντων. Μπορούμε να δούμε τώρα ξεκάθαρα ποια είναι η καινοτομία της εφαρμογής. Ο πολύ συγκεκριμένος «εντοπισμός» δεν λειτουργεί μόνο από την πλευρά του χρήστη, δεν «προσανατολίζει» μόνο αυτόν σε σχέση με ό,τι αναζητά. Καθιστά και τον ίδιο ένα «σημείο» που «εντοπίζεται» από τον διαφημιζόμενο επιχειρηματία. Δίνεται έτσι στον τελευταίο η ευκαιρία να απευθυνθεί κατευθείαν στον ενδιαφερόμενο, χωρίς τη διάχυση και τον «λευκό θόρυβο» των παραδοσιακών μέσων, τον βόμβο που παρεμβάλλεται και προκαλεί σύγχυση στα διακριτά μηνύματα, μειώνοντας σημαντικά τις πιθανότητες απόσπασης της προσοχής των δυνάμει καταναλωτών/χρηστών. Μια «από τις σημαντικότερες καινοτομίες του AthensBook», όπως μαθαίνουμε από τους δημιουργούς της εφαρμογής, είναι η «στοχευμένη τοπικά διαφήμιση».[8] Πράγματι, η δυνατότητα του στοχευμένου μάρκετινγκ είναι το όνειρο κάθε διαφημιστή, να ψιθυρίσει στο αυτί του καθενός ξεχωριστά αυτό που πιστεύει ότι θα ήθελε να ακούσει. Και είναι πασιφανές ότι το στοχευμένο μάρκετινγκ βρίσκει στο AthensBook την πιο δυναμική μορφή του, την άμεση και απευθείας σύνδεση ζήτησης-προσφοράς, βασισμένη στον παράγοντα της εντοπισμένης χωρικής συγκυρίας, που μπορεί να κατευθύνει τη ζήτηση συνδέοντάς την σε πραγματικό χρόνο με την προσφορά. Η δυνατότητα αυτή, προσδίδει αξία χρήσης στους ίδιους πια τους χρήστες της εφαρμογής. Έτσι, η μία κατεύθυνση του εντοπισμού (σημείο) παρέχεται «δωρεάν», η δεύτερη (χρήστης) πωλείται, ή πιο σωστά «ενοικιάζεται» στους διαφημιζόμενους.
Το AthensBook, λοιπόν, δεν προσφέρει απλώς μια «ουδέτερη» δωρεάν υπηρεσία· λειτουργεί αμφίδρομα, οργανώνοντας ταυτόχρονα τους όρους και τις συνθήκες παραγωγής αξίας. Η διαδικασία αξιοποίησης είναι ενσωματωμένη στο εργαλείο-εφαρμογή, έχει προβλεφθεί από τον ίδιο τον σχεδιασμό του. Πρέπει, ωστόσο, να ενεργοποιηθεί, να λειτουργήσει αποτελεσματικά, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση, αλλιώς είναι άχρηστο, χωρίς καμία απολύτως αξία για κανέναν. Αν δεν χρησιμοποιείται, αν δεν ενεργοποιείται από την ανθρώπινη διάδραση με τη συσκευή, το εργαλείο-εφαρμογή αχρηστεύεται. Αυτός είναι ένας γενικότερος κανόνας. Τα ιδιότυπα ψηφιακά προϊόντα θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία όπου η μεταβίβαση αξίας από τη χρήση του ίδιου του προϊόντος είναι συνεχής και αυξανόμενη όσο το ίδιο αυτό προϊόν χρησιμοποιείται, με έναν τρόπο «καταναλώνεται» προς ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών των χρηστών του. Η προστιθέμενη αξία του προϊόντος προέρχεται από τη χρήση του, η οποία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εκληφθεί και ως απλήρωτη εργασία, δηλαδή δραστηριότητα που υποκαθιστά προηγούμενες λειτουργίες οι οποίες συνιστούσαν το αντικείμενο εργασίας που εκτελούσαν εργαζόμενοι.
Υπ' αυτό το πρίσμα, οι χρήστες του AthensBook λειτουργούν ως μηχανισμός «αυτορύθμισης» του περιεχομένου της εφαρμογής, συνεισφέρουν εν ολίγοις στη βελτίωσή της με αντάλλαγμα τη «δωρεάν» χρήση της. «Με τη χρήση της τεχνολογίας έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε το τι αρέσει, το τι χρησιμοποιείται, το τι επιλέγουν οι χρήστες μας»,[9] λέει ο ένας εκ των δύο δημιουργών του AthensBook για να υπογραμμίσει την προσαρμοστικότητα της εφαρμογής. Αυτή η φαινομενικά δημοκρατική διαδικασία συμμετοχής των χρηστών στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εφαρμογής είναι στην πραγματικότητα μια «διαδικασία μέτρησης», μια απαραίτητη, αλλά κοστοβόρος, διαδικασία για τη συνεχή προσαρμογή του προϊόντος στη ζήτηση και στις αλλαγές των προτιμήσεων των χρηστών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται με μηδενικό κόστος. Καταργεί δηλαδή τα συνηθισμένα κόστη, τις δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνες κοινού, ποιοτικά τεστ, επαναλανσάρισμα στην αγορά κ.λπ., για την αποτύπωση των καταναλωτικών συνηθειών και αντιδράσεων στη χρήση του προϊόντος. Είναι λοιπόν προς (οικονομικό) όφελος τόσο των δημιουργών της εφαρμογής, όσο της Apple, αλλά και του παρόχου της σύνδεσης, να διευρύνεται κατ' αρχάς ποσοτικά, σε απόλυτο αριθμό, η βάση των χρηστών της εφαρμογής. Από μόνη της η ποσοτική αύξηση είναι αρκετή για να βελτιώσει την ικανότητα αξιοποίησης της ίδιας της εφαρμογής: όσο περισσότεροι (δωρεάν) χρήστες τόσο μεγαλύτερη βάση διαφημιστικού κοινού που μπορεί να της προσδώσει συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, η ποσοτική αυτή διεύρυνση είναι και ποιοτική: η κοινωνικοποίησή της, η ενεργός χρήση της εφαρμογής από έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων δηλαδή, είναι καθοριστική για την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της ως εργαλείου.
Προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε αδρομερώς το «νέο» επιχειρηματικό μοντέλο του AthensBook, και να δούμε τον τρόπο με τον οποίον το δισεπίλυτο ζωτικό πρόβλημα, το οποίο ταλανίζει μέχρι και σήμερα ακόμη πολλές καινοτομικές επιχειρήσεις, πώς δηλαδή η διαδικασία παραγωγής αξίας μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, βρίσκει την επικερδή λύση του στα χνάρια άλλων εφαρμογών και υπηρεσιών που προσφέρονται «δωρεάν», με πιο διαδεδομένο το μοντέλο της «ιδιωτικής τηλεόρασης», της οποίας τα έσοδα προέρχονται αποκλειστικά από τις διαφημιστικές δαπάνες (έχει ωστόσο, εκτός των άλλων, να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος μέτρησης της απόδοσης και των προτιμήσεων του κοινού), αλλά και το μοντέλο των «κοινωνικών δικτύων» όπως το facebook, την ονομασία του οποίου αντέγραψε η νέα εφαρμογή.
Στο μοντέλο αυτό αξιοποίησης όλοι φαίνεται να κερδίζουν. Αναπτύσσεται μια κατάσταση «win-win», μια επωφελής για όλους τους εμπλεκόμενους σχέση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Apple ωφελείται από την αυξανόμενη αξία του iPhone (εν προκειμένω, αξιοποιεί τη ζωντανή εργασία των δύο προγραμματιστών, δηλαδή την εφαρμογή που δημιούργησαν, για να μετατρέψει την άυλη παραγωγή αξίας σε υλική, και αυτό μεταφράζεται ως ακολούθως: περισσότερες δωρεάν χρήσιμες και δημοφιλείς εφαρμογές = αποκλειστικό περιεχόμενο = ανταγωνιστικό πλεονέκτημα = περισσότερες πωλήσεις = μεγαλύτερη διείσδυση στο κοινό = μεγαλύτερη πελατειακή βάση για περιεχόμενο, εφαρμογές, αναβαθμίσεις κ.λπ., κ.λπ.)· οι δημιουργοί της εφαρμογής ωφελούνται από την ελεύθερη χρήση της τεχνολογίας του iPhone και του λογισμικού που τους παραχώρησε η Apple, τα οποία και χρησιμοποιούν ως παραγωγικά μέσα, καθώς και από την πελατειακή βάση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και γι' αυτό δούλεψαν χωρίς να πληρωθούν απευθείας από κανέναν και εισπράττουν τώρα ως ανταμοιβή τα έσοδα από τις διαφημίσεις, το δε εργαλείο που δημιούργησαν αποκτά προστιθέμενη αξία με τη χρήση του και αυξάνει τις δυνατότητες εκμετάλλευσής του με νέες υπηρεσίες κ.λπ.· οι τελικοί χρήστες έχουν στη διάθεσή τους μια χρήσιμη δωρεάν υπηρεσία, ενώ η αξία χρήσης της συσκευής τους αναβαθμίζεται συνολικά αφού αξιοποιούνται περαιτέρω οι δυνατότητές της· τέλος, οι διαφημιζόμενοι έχουν στη διάθεσή τους μια φθηνή πελατειακή βάση την οποία μπορούν να προσεγγίσουν αποτελεσματικά με το πλεονέκτημα του χωρικού εντοπισμού, της «τοπικά εστιασμένης διαφήμισης», της καινοτομίας που προσφέρει το νέο μέσο.
Συμπέρασμα
Όλοι είναι χαρούμενοι αφού, όπως φαίνεται, παράγεται προστιθέμενη αξία και κέρδος χωρίς κανείς να εκμεταλλεύεται άμεσα κανέναν, οπότε δεν συντρέχει λόγος να ασχοληθούμε με τα ενοχλητικά γενικά ηθικοπολιτικά ερωτήματα που εγείρονται, όπως ας πούμε αν αποτελεί πράγματι δείγμα «κοινωνικής συνείδησης» το γεγονός ότι η εντατική επιστημονική εργασία και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο χρησιμοποιούνται για να παραχθούν υπηρεσίες που στοχεύουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δημιουργών του AthensBook, στο να εξυπηρετήσουν επιλογές «που έχουν να κάνουν περισσότερο με το life style, με το τι κάνεις το βράδυ».[10] Αναρωτιόμαστε με ποια ακριβώς έννοια της κοινωνίας συμβαδίζει μια τέτοια συνείδηση, η οποία αφήνει έξω από το κάδρο της εικόνας την ιδιοποίηση της υπεραξίας, τον σφετερισμό των κοινών, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες, τους αποκλεισμούς και τις συγκρούσεις για να εστιάσει αποκλειστικά στην ιδιώτευση σε μια ψηφιακά προσανατολισμένη καταναλωτική ευτοπία, σε ένα matrix περιορισμού του πράττειν στα στοιχειώδη αντανακλαστικά της επιθυμίας. Μπορεί η «κοινωνία» να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα και την τεχνογνωσία που απαιτεί η απόκτηση και η χρήση ενός iPhone;
Όσα ισχυρίζεται το ρεπορτάζ, υπερτιμώντας αυτό καθαυτό το εγχείρημα AthensBook, είναι περισσότερο μια απόπειρα διαφήμισης ενός νέου τρόπου αξιοποίησης και ενός επιχειρηματικού μοντέλου στα πρότυπα της «οικονομίας της γνώσης» (νεοφιλελεύθερος ευφημισμός για τον γνωσιακό καπιταλισμό) παρά απλώς η περιγραφή μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι η «δημιουργική τάξη» επιχειρεί με «νέο ήθος» (αναρωτιόμαστε αν το εν λόγω ήθος συνίσταται στο ότι δεν χρεώνει τον τελικό χρήστη, απλώς τον μετατρέπει σε εμπόρευμα προς πώληση), ντύνει δηλαδή μια τυπική καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αξίας με έναν ιδεολογικό μανδύα «κοινωνικής συνείδησης».
Όπως παρουσιάζεται στο ρεπορτάζ, η «κοινωνική συνείδηση» είναι μια ακόμη κούφια έννοια, από τις δεκάδες που ξεφυτρώνουν στον ιδεολογικό κορμό της κυριαρχίας (μας έρχεται πρόχειρα στο νου μια άλλη έννοια-κλοτσοσκούφι, η «εταιρική ευθύνη», η βελόνα που μάταια αναζητά κανείς στα άχυρα της αποδεδειγμένης εταιρικής ανευθυνότητας, της τοποθέτησης δηλαδή των κερδών υπεράνω της κοινωνίας, των ανθρώπων και της φύσης). Παρουσιάζεται ως μια αστική αρετή μάλλον, όπως ας πούμε η «φιλανθρωπία», η οποία είναι εκ φύσεως άρρηκτα δεμένη με το ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον, το κινούν αίτιο των πάντων. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (αλλά και η σοσιαλφιλελεύθερη, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της τύπου Bauwens) αναζητά στην όψη απατηλών παραδειγμάτων «κοινωνικής συνείδησης» τη δικαίωση των αξιωμάτων της για την καινοτομία, την αγορά και την ανάπτυξη. Η επίμονη ταύτιση της ενεργούς κοινωνικής συνείδησης με την καπιταλιστική δραστηριότητα του επιχειρηματικού πράττειν υπό το φως της γνώσης, ως ορθολογικού υπολογισμού κόστους-απόδοσης, αναιρείται μέσα στην αντίφαση που επιδιώκει να αποκρύψει ο νεοφιλελεύθερος ιδεολογικός μηχανισμός. Τη θεμελιώδη αντίφαση που στοιχειώνει τον πυρήνα του γενικευμένου εμπορευματικού τρόπου παραγωγής (καπιταλισμός) μεταξύ συλλογικής και ατομικής ωφέλειας, αντίφαση που εκφράζεται ρητά στις ιδιοκτησιακές σχέσεις και στους θεσμούς που τις εγκαθιστούν, τις νομιμοποιούν και διασφαλίζουν την ισχύ τους. Όσο και αν αυτές οι σχέσεις συγχέονται μέσα σε αφηρημένες έννοιες όπως η «κοινωνία της γνώσης», που υποδηλώνουν την υψηλή κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση του κεφαλαίου από τη ζωντανή εργασία, η οποία είναι, με τη μορφή της νοημοσύνης, απαραίτητη τόσο για την παραγωγή και την ανάπτυξη όσο και για τη διαχείριση της πολύπλοκης τεχνολογίας, δεν μπορούν να θεωρούνται ξεπερασμένες από ένα μοντέλο «ομότιμης» οικονομίας, το οποίο θεωρεί ότι καθορίζει τις νέες παραγωγικές σχέσεις εκτός των καπιταλιστικών προσταγών, παρότι εμμένει στην αναγκαιότητα μιας μη ανταγωνιστικής αγοράς, ενώ δεν έχει τίποτα να πει για την υλική παραγωγή.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ανισότητες και οι αντιφάσεις οξύνονται, καθώς μέσα στον γνωστικό καπιταλισμό οι σχέσεις εργασίας-κεφαλαίου εντείνουν και καθιστούν πιο πολύπλοκο τον ανταγωνισμό, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας στο νέο μοντέλο ευέλικτης συσσώρευσης και στις νέες μεθόδους αξιοποίησης διευκολύνει τον κατακερματισμό της κοινωνίας και την εξατομίκευση. Μεμονωμένα, αυτόνομα δήθεν άτομα, μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών τους ή με το iPhone στο χέρι, δουλεύουν διασκεδάζοντας και διασκεδάζουν δουλεύοντας, δικτυωμένα σε έναν διάφανο για την εξουσία και τον έλεγχο παράλληλο κόσμο, προσαρμοσμένο στις προσωπικές τους επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους – τόσο εξατομικευμένο και μοναδικό που αναρωτιέται κανείς πού μπορεί να βρεθεί κοινό έδαφος συνεννόησης με τον άλλον.
Αλλά μάλλον αυτό δεν πρέπει πια να μας απασχολεί αφού, όπως «πιστεύου[ν] ακράδαντα» ο John Dryden και οι συνάδελφοί του στον ΟΟΣΑ, και πιθανότατα και ο συντάκτης του ρεπορτάζ, «η καινοτομία, και όχι η αγάπη, είναι αυτή που κάνει τον κόσμο να γυρνά».[11]
1. Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Το success story δύο νέων επιστημόνων», εφημ. Η Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», 23-8-2009, σ. 3.
2. Όπ.π.
3. Όπ.π.
4. Κυριάκος Μητσοτάκης, «Προς την οικονομία της Γνώσης», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, Η Καθημερινή Ειδικές Εκδόσεις - The Economist, τ. 46, Δεκέμβριος 2007, σ. 22.
5. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
6. Όπ.π.
7. Vijay Vaitheeswaran, «Η εποχή της μαζικής καινοτομίας», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 86.
8. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
9. Όπ.π.
10. Όπ.π.
11. Vijay Vaitheeswaran, «Το μέλλον περνά μέσα από την καινοτομία», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 66.
Πρόκειται για το AthensBook, μια εφαρμογή που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αξιοποιεί «τις δυνατότητες του iPhone για να βρίσκεις ό,τι θέλεις στην περιοχή που είσαι εκείνη τη στιγμή».[2] Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν διαδραστικό, εμπλουτισμένο με χρήσιμες πληροφορίες χάρτη της πόλης, που εντοπίζει συγκεκριμένα σημεία, π.χ. βενζινάδικα, φαρμακεία, νοσοκομεία, ATM κ.λπ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του χρήστη, τον «προσανατολισμό» του. Η χρησιμότητα της υπηρεσίας επιβεβαιώνεται από την ανταπόκριση που έχει στους Αθηναίους χρήστες του iPhone, καθώς και από την πρόσφατη επέκτασή της στη Θεσσαλονίκη (ThesBook), όπως μας πληροφορεί το ρεπορτάζ, η επίγευση του οποίου μπορεί να συνοψιστεί στην εξής φράση: η επιστημονική ευφυΐα υποκλίνεται μπροστά στο επιχειρηματικό δαιμόνιο και ακόμα παραπέρα, στο καθαρό επιχειρηματικό συμφέρον.
Το ότι το εν λόγω ρεπορτάζ δεν δημοσιεύτηκε στο οικονομικό ένθετο της εφημερίδας, όπως θα άρμοζε με αμιγώς δημοσιογραφικά κριτήρια, αλλά μπήκε στο τμήμα «Τέχνες και Γράμματα», ήταν προφανώς μια συνειδητή επιλογή που στόχο είχε να προσδώσει στο «success story» των δύο νεαρών επιστημόνων-επιχειρηματιών ένα συγκεκριμένο «θετικό μήνυμα» με σαφείς ιδεολογικές αποχρώσεις από την πλούσια χρωματική παλέτα του νεοφιλελευθερισμού, μετατοπίζοντας το βάρος από την εμπορική εκμετάλλευση στη «δημιουργική ικανότητα», τη «γνώση», την «καινοτομία» και την «κοινωνική συνείδηση». Τα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ αφορούν μια δήθεν θεμιτή επιδίωξη συμφέροντος στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, σε αντίθεση με τις ευρέως διαδεδομένες οπορτουνιστικές επιχειρηματικές πρακτικές. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες της νεκρανάστασης του ηρωικού entrepreneur, του καινοτόμου επιχειρηματία που θα υλοποιήσει με κάθε κόστος το πρωτοπόρο όραμά του, ανοίγοντας νέους δρόμους για την κοινωνία, ένα είδος κινητήριας δύναμης που εμψυχώνει τη συνολική ευημερία και την πρόοδο. Σε αυτό το μήκος κύματος, το ρεπορτάζ διευρύνει κατά το δοκούν τη σημασία του εν λόγω εγχειρήματος, προσδίδοντάς του δυσανάλογη βαρύτητα και σπουδαιότητα, προκειμένου να γίνει σαφές πως δεν πρόκειται απλώς για μια νέα επιχείρηση, αλλά για κάτι περισσότερο, για ένα λαμπρό δείγμα του νέου επιχειρηματικού ήθους της αναδυόμενης «δημιουργικής τάξης». Η παρουσίαση της επιχειρηματικής δράσης των δημιουργών του AthensBook υπερβαίνει τεχνηέντως το ιδιωτικό όφελος και εξαπλώνεται εμφατικά στην κοινωνία. «Τα δύο αυτά νέα παιδιά», διαβάζουμε, «μας θυμίζουν αυτό που ήδη συμβαίνει εκτός Ελλάδας: η συσσώρευση παιδείας και μόρφωσης φτιάχνει ένα νέο είδος επιχειρηματικότητας, ανεξάρτητης, αδιαμεσολάβητης και κοινωνικά συνειδητής».[3] Να πώς η καπιταλιστική οικονομία, εξοπλισμένη με τα εργαλεία της γνώσης, γίνεται το εργαστήριο της νέας ηθικής!
Σε μία και μόνο φράση συμπυκνώνεται το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της «οικονομίας της γνώσης», το οποίο, παραβλέποντας το πώς η γνώση και η καινοτομία εμφανίζονται στην παραγωγική διαδικασία ως σταθερό κεφάλαιο, συνδέει άμεσα την παιδεία και τη γνώση με την ελεύθερη αγορά και τονίζει τη σημασία της καινοτομίας για την ανάπτυξη. Με αυτή τη λογική, αν και το γνωστικό κεφάλαιο είναι συλλογικά παραγόμενο και, με αυτή την έννοια, κοινό, πρέπει να μεταβιβάζει την αξία του στα εξατομικευμένα εμπορεύματα για να είναι κοινωνικά ωφέλιμο. Η ιδιοποίηση του γνωστικού κεφαλαίου νομιμοποιείται ως παράγοντας ανάπτυξης που επιφέρει τη γενική ωφέλεια. Όπως υποστηρίζει και ο βουλευτής της ΝΔ στη Β΄ Αθηνών Κυριάκος Μητσοτάκης, «είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι η έρευνα και η καινοτομία δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή δραστηριότητα με θεωρητικό περιεχόμενο, αλλά πρέπει να αποκτήσει πλέον και συγκεκριμένο πρακτικό στόχο. [...] Η ίδια η κοινωνία πρέπει να ξεφύγει από την προκατάληψη ότι η πανεπιστημιακή έρευνα είναι ασυμβίβαστη με την υγιή επιχειρηματική δράση. Η επενδυτική αξιοποίηση των προϊόντων της έρευνας δεν είναι αμάρτημα».[4]
Ανάλογες νεοφιλελεύθερες παραδοχές βρίσκονται στα θεμέλια της αντίληψης για το ποιόν της «κοινωνικής συνείδησης», η οποία υποτίθεται πως χαρακτηρίζει αυτό το «νέο είδος επιχειρηματικότητας», την οποία προβάλει με ενθουσιασμό το ρεπορτάζ: «Κάτοχοι υψηλής και εξειδικευμένης παιδείας και οι δύο, μοιράζονται την κουλτούρα του επιχειρηματικού start up, και αποφασίζουν να στρέψουν την ενέργειά τους στη δημόσια σφαίρα διαθέτοντας το νέο τους προϊόν εντελώς δωρεάν. Χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία [sic!]. Η Apple τους παρείχε τα εργαλεία και αυτό που έκαναν ήταν να δουλέψουν εντατικά για τέσσερις μήνες».[5]
Τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν την «κοινωνική συνείδηση» των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών είναι ότι το νέο προϊόν τους διατίθεται «εντελώς δωρεάν», «χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία». Μια απλή ανάγνωση όμως του ρεπορτάζ επιβεβαιώνει πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει, παρά μόνο με έναν πολύ ιδιόμορφο τρόπο και μια ιδεολογικά στιγματισμένη αντίληψη τού τι μπορεί να σημαίνουν οι έννοιες «δωρεάν», «διαμεσολάβηση» και «κοινωνία». Μια πιο προσεκτική ανάγνωση θα καταστήσει σαφές ότι το εμπόρευμα (το προϊόν που έχει ανταλλακτική αξία και αποφέρει κέρδος) δεν είναι η ίδια εφαρμογή που δημιούργησαν οι δύο νέοι επιστήμονες-επιχειρηματίες με τη βοήθεια της Apple, αλλά οι χρήστες της.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στόχος μας είναι να αναλύσουμε το AthensBook ως διαδικασία παραγωγής (χρηστικής) αξίας και πώς αυτή μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, δηλαδή παραγωγής ανταλλακτικής αξίας και άντλησης κέρδους.
Το AthensBook είναι μια υπηρεσία που παρέχεται «δωρεάν», «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» (εννοεί προφανώς τους χρήστες και τους δυνάμει χρήστες του iPhone, μια «κοινωνία» που εδραιώνεται πάνω στην πλατφόρμα της Apple...). Όμως, αυτό γίνεται αποκλειστικά μέσω μιας ακριβής συσκευής, για την οποία ο χρήστης της πληρώνει μηνιαία συνδρομή προκειμένου να έχει δικαίωμα πρόσβασης στις όποιες «δωρεάν» υπηρεσίες αυτή προσφέρει. Ήδη το «δωρεάν» αποκτάει κάποιο κόστος – η χρήση της εφαρμογής είναι δωρεάν, όχι όμως και η πρόσβαση σε αυτήν. Πρέπει να διαθέτεις iPhone και σύνδεση, να είσαι μέλος μιας πραγματικά ανοιχτής, δημοκρατικής «κοινωνίας», με την έννοια ότι δεν εξαιρεί από τους κόλπους της κανέναν που πληρώνει. Εκτός από αυτή τη διαμεσολάβηση χρεώσεων που καταρρίπτει το επιχείρημα περί «εντελώς δωρεάν» χρήσης, η ίδια η εφαρμογή έχει «γραφτεί» με τον κώδικα της Apple και είναι «κλειδωμένη». Άρα δεν πρόκειται για ελεύθερο λογισμικό, και με αυτή την έννοια η εφαρμογή είναι ελεγχόμενη από μια πολυεθνική εταιρία (δηλαδή διαμεσολαβημένη και πάλι) και από την ισχύουσα νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων, δεν ελέγχεται πραγματικά από τους τελικούς χρήστες της. Δεν είναι καν μια «ανοιχτή καινοτομία», ένα εργαλείο, το οποίο θα μπορούσαν και άλλοι να χρησιμοποιήσουν για να αναπτύξουν τις δικές τους καινοτομικές ιδέες. Είναι απλώς μια «υπηρεσία».
Υπάρχει ακόμα άλλη μια μικρή, αν και όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, που μας διαφεύγει μέσα στον ενθουσιασμό, καθώς όλα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ ηχούν στ' αυτιά μας σαν παιάνας προόδου, και –αλλοίμονο!– ποιος δεν θέλει να συνταχτεί με την πρωτοπορία της ανάπτυξης. Στην ευτοπία που μας παρουσιάζεται εδώ με υπερβάλλοντα ζήλο, κάποιοι μοιράζουν «εντελώς δωρεάν» προϊόντα «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» και κάποιοι άλλοι παρέχουν τα μέσα και τα εργαλεία για ελεύθερη χρήση στους παραγωγούς. Αν όμως είναι όλα «δωρεάν» και «χωρίς διαμεσολαβητές», όπως διατείνεται το ρεπορτάζ, και εφόσον ξέρουμε ότι η αξία της εφαρμογής προήλθε από την εντατική εργασία των δύο επιστημόνων επί τέσσερις μήνες, προκύπτει το εύλογο ερώτημα πώς αυτή η εργασία αξιοποιείται, με άλλα λόγια, πώς μετατρέπεται σε χρήμα. Διότι, από την έλλειψη άμεσης χρηματικής συναλλαγής μεταξύ χρηστών και δημιουργών της εφαρμογής, δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο η εμμένουσα εκκρεμότητα ενός πολύ σοβαρού ζητήματος, το οποίο με έμφαση επισημαίνει ο ένας εκ των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών λέγοντας, «θέλαμε να προσφέρουμε κάτι δωρεάν, αλλά προφανώς πρέπει να προβλέψεις πόρους για τη βιωσιμότητα της εφαρμογής».[6] Όπερ σημαίνει, ότι πρέπει κάποιος να πληρώνει για να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται η εφαρμογή, να πληρώνει δηλαδή το κόστος, την εργασία που δαπανάται για την ανάπτυξη και τη συντήρησή της. Και εφόσον αυτός ο κάποιος δεν είναι οι χρήστες (τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού η συγκεκριμένη εφαρμογή προσφέρεται σε αυτούς «δωρεάν»), ούτε φυσικά η Apple, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος που πληρώνει. Και αυτός ο κάποιος προφανώς υπάρχει, ωστόσο φαίνεται πως πληρώνει όχι ακριβώς για την ίδια την εφαρμογή (δεν τον ενδιαφέρει καν αυτή καθαυτή ως αξία χρήσης), αλλά για τους χρήστες της, και συγκεκριμένα για την συγκεντρωμένη προσοχή τους.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο αν το προηγούμενο συμπέρασμα αναδιατυπωθεί ως πιθανή απάντηση στο φαινομενικά παράδοξο ερώτημα: ποιο είναι το προϊόν και, κυρίως, ποιο είναι το εμπόρευμα στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Για τον τελικό χρήστη το προϊόν είναι ξεκάθαρα η εφαρμογή. Δεν είναι όμως εμπόρευμα για τους δημιουργούς της, δεν έχει ανταλλακτική αξία, αφού ο χρήστης την αποκτάει δωρεάν. Αν εξετάσουμε καλύτερα την όλη διαδικασία, αναλύοντάς την στα διάφορα στάδιά της, θα διαπιστώσουμε ότι η εφαρμογή είναι για τους δημιουργούς της ένα ενδιάμεσο μόνο προϊόν, ένα ειδικό εργαλείο που παρήγαγε η ζωντανή εξειδικευμένη εργασία που κατέβαλαν χρησιμοποιώντας τα μέσα που τους πρόσφερε το κεφάλαιο, η Apple («Οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις», όπως γράφει ο Economist, «μπορούν να βρουν την καινοτομία μέσα σε κάθε άνθρωπο· απλώς χρειάζεται να την ελευθερώσουν.»[7]) Το εργαλείο αυτό είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να διαμορφώνει το τελικό προϊόν, να το μετατρέπει σε εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, το οποίο μπορεί να πουληθεί, αποφέροντας έσοδα και κέρδος. Το τελικό αυτό προϊόν (εμπόρευμα) είναι οι χρήστες της εφαρμογής, συγκροτημένοι σε μια ευρυνόμενη «πελατειακή βάση», και οι καταναλωτές οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν αυτό το εμπόρευμα, είναι οι διαφημιζόμενες τοπικές επιχειρήσεις. Με λίγα λόγια, οι δύο επιστήμονες-επιχειρηματίες κατασκεύασαν ένα εργαλείο (εφαρμογή), με πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής για τους ίδιους (διότι χρησιμοποίησαν ήδη έτοιμα προηγμένα εργαλεία, σαν την πλατφόρμα του iPhone, δωρεάν, όπως επίσης και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο), για να διαμορφώνουν με αυτό το εργαλείο το προς πώληση εμπόρευμα, δηλαδή τους χρήστες της εφαρμογής, στους υποψήφιους πελάτες, τις διαφημιζόμενες επιχειρήσεις.
Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αξιοποίηση της εφαρμογής γίνεται μέσα στο πλαίσιο της «οικονομίας της προσοχής». Όταν η πληθώρα των μηνυμάτων και των διακινούμενων πληροφοριών είναι ταχύτατη και σε συνεχή ροή μέσω των δικτύων, η δυνατότητα εστίασης και επικέντρωσης της προσοχής είναι χαμηλή. Στη διάχυση αυτή των πληροφοριών αποτυπώνεται η κρίση του φορντισμού και της μονόδρομης σχέσης πομπού-δέκτη που εγκαθίδρυσαν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης κατευθύνοντας την προσταγή της μαζικής κατανάλωσης. Στο διαφορετικό πλαίσιο της ευέλικτης παραγωγής, η απόσπαση της προσοχής των καταναλωτών είναι σημαντικός παράγοντας της διακίνησης και διανομής των (υλικών και άυλων) προϊόντων. Μπορούμε να δούμε τώρα ξεκάθαρα ποια είναι η καινοτομία της εφαρμογής. Ο πολύ συγκεκριμένος «εντοπισμός» δεν λειτουργεί μόνο από την πλευρά του χρήστη, δεν «προσανατολίζει» μόνο αυτόν σε σχέση με ό,τι αναζητά. Καθιστά και τον ίδιο ένα «σημείο» που «εντοπίζεται» από τον διαφημιζόμενο επιχειρηματία. Δίνεται έτσι στον τελευταίο η ευκαιρία να απευθυνθεί κατευθείαν στον ενδιαφερόμενο, χωρίς τη διάχυση και τον «λευκό θόρυβο» των παραδοσιακών μέσων, τον βόμβο που παρεμβάλλεται και προκαλεί σύγχυση στα διακριτά μηνύματα, μειώνοντας σημαντικά τις πιθανότητες απόσπασης της προσοχής των δυνάμει καταναλωτών/χρηστών. Μια «από τις σημαντικότερες καινοτομίες του AthensBook», όπως μαθαίνουμε από τους δημιουργούς της εφαρμογής, είναι η «στοχευμένη τοπικά διαφήμιση».[8] Πράγματι, η δυνατότητα του στοχευμένου μάρκετινγκ είναι το όνειρο κάθε διαφημιστή, να ψιθυρίσει στο αυτί του καθενός ξεχωριστά αυτό που πιστεύει ότι θα ήθελε να ακούσει. Και είναι πασιφανές ότι το στοχευμένο μάρκετινγκ βρίσκει στο AthensBook την πιο δυναμική μορφή του, την άμεση και απευθείας σύνδεση ζήτησης-προσφοράς, βασισμένη στον παράγοντα της εντοπισμένης χωρικής συγκυρίας, που μπορεί να κατευθύνει τη ζήτηση συνδέοντάς την σε πραγματικό χρόνο με την προσφορά. Η δυνατότητα αυτή, προσδίδει αξία χρήσης στους ίδιους πια τους χρήστες της εφαρμογής. Έτσι, η μία κατεύθυνση του εντοπισμού (σημείο) παρέχεται «δωρεάν», η δεύτερη (χρήστης) πωλείται, ή πιο σωστά «ενοικιάζεται» στους διαφημιζόμενους.
Το AthensBook, λοιπόν, δεν προσφέρει απλώς μια «ουδέτερη» δωρεάν υπηρεσία· λειτουργεί αμφίδρομα, οργανώνοντας ταυτόχρονα τους όρους και τις συνθήκες παραγωγής αξίας. Η διαδικασία αξιοποίησης είναι ενσωματωμένη στο εργαλείο-εφαρμογή, έχει προβλεφθεί από τον ίδιο τον σχεδιασμό του. Πρέπει, ωστόσο, να ενεργοποιηθεί, να λειτουργήσει αποτελεσματικά, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση, αλλιώς είναι άχρηστο, χωρίς καμία απολύτως αξία για κανέναν. Αν δεν χρησιμοποιείται, αν δεν ενεργοποιείται από την ανθρώπινη διάδραση με τη συσκευή, το εργαλείο-εφαρμογή αχρηστεύεται. Αυτός είναι ένας γενικότερος κανόνας. Τα ιδιότυπα ψηφιακά προϊόντα θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία όπου η μεταβίβαση αξίας από τη χρήση του ίδιου του προϊόντος είναι συνεχής και αυξανόμενη όσο το ίδιο αυτό προϊόν χρησιμοποιείται, με έναν τρόπο «καταναλώνεται» προς ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών των χρηστών του. Η προστιθέμενη αξία του προϊόντος προέρχεται από τη χρήση του, η οποία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εκληφθεί και ως απλήρωτη εργασία, δηλαδή δραστηριότητα που υποκαθιστά προηγούμενες λειτουργίες οι οποίες συνιστούσαν το αντικείμενο εργασίας που εκτελούσαν εργαζόμενοι.
Υπ' αυτό το πρίσμα, οι χρήστες του AthensBook λειτουργούν ως μηχανισμός «αυτορύθμισης» του περιεχομένου της εφαρμογής, συνεισφέρουν εν ολίγοις στη βελτίωσή της με αντάλλαγμα τη «δωρεάν» χρήση της. «Με τη χρήση της τεχνολογίας έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε το τι αρέσει, το τι χρησιμοποιείται, το τι επιλέγουν οι χρήστες μας»,[9] λέει ο ένας εκ των δύο δημιουργών του AthensBook για να υπογραμμίσει την προσαρμοστικότητα της εφαρμογής. Αυτή η φαινομενικά δημοκρατική διαδικασία συμμετοχής των χρηστών στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εφαρμογής είναι στην πραγματικότητα μια «διαδικασία μέτρησης», μια απαραίτητη, αλλά κοστοβόρος, διαδικασία για τη συνεχή προσαρμογή του προϊόντος στη ζήτηση και στις αλλαγές των προτιμήσεων των χρηστών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται με μηδενικό κόστος. Καταργεί δηλαδή τα συνηθισμένα κόστη, τις δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνες κοινού, ποιοτικά τεστ, επαναλανσάρισμα στην αγορά κ.λπ., για την αποτύπωση των καταναλωτικών συνηθειών και αντιδράσεων στη χρήση του προϊόντος. Είναι λοιπόν προς (οικονομικό) όφελος τόσο των δημιουργών της εφαρμογής, όσο της Apple, αλλά και του παρόχου της σύνδεσης, να διευρύνεται κατ' αρχάς ποσοτικά, σε απόλυτο αριθμό, η βάση των χρηστών της εφαρμογής. Από μόνη της η ποσοτική αύξηση είναι αρκετή για να βελτιώσει την ικανότητα αξιοποίησης της ίδιας της εφαρμογής: όσο περισσότεροι (δωρεάν) χρήστες τόσο μεγαλύτερη βάση διαφημιστικού κοινού που μπορεί να της προσδώσει συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, η ποσοτική αυτή διεύρυνση είναι και ποιοτική: η κοινωνικοποίησή της, η ενεργός χρήση της εφαρμογής από έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων δηλαδή, είναι καθοριστική για την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της ως εργαλείου.
Προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε αδρομερώς το «νέο» επιχειρηματικό μοντέλο του AthensBook, και να δούμε τον τρόπο με τον οποίον το δισεπίλυτο ζωτικό πρόβλημα, το οποίο ταλανίζει μέχρι και σήμερα ακόμη πολλές καινοτομικές επιχειρήσεις, πώς δηλαδή η διαδικασία παραγωγής αξίας μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, βρίσκει την επικερδή λύση του στα χνάρια άλλων εφαρμογών και υπηρεσιών που προσφέρονται «δωρεάν», με πιο διαδεδομένο το μοντέλο της «ιδιωτικής τηλεόρασης», της οποίας τα έσοδα προέρχονται αποκλειστικά από τις διαφημιστικές δαπάνες (έχει ωστόσο, εκτός των άλλων, να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος μέτρησης της απόδοσης και των προτιμήσεων του κοινού), αλλά και το μοντέλο των «κοινωνικών δικτύων» όπως το facebook, την ονομασία του οποίου αντέγραψε η νέα εφαρμογή.
Στο μοντέλο αυτό αξιοποίησης όλοι φαίνεται να κερδίζουν. Αναπτύσσεται μια κατάσταση «win-win», μια επωφελής για όλους τους εμπλεκόμενους σχέση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Apple ωφελείται από την αυξανόμενη αξία του iPhone (εν προκειμένω, αξιοποιεί τη ζωντανή εργασία των δύο προγραμματιστών, δηλαδή την εφαρμογή που δημιούργησαν, για να μετατρέψει την άυλη παραγωγή αξίας σε υλική, και αυτό μεταφράζεται ως ακολούθως: περισσότερες δωρεάν χρήσιμες και δημοφιλείς εφαρμογές = αποκλειστικό περιεχόμενο = ανταγωνιστικό πλεονέκτημα = περισσότερες πωλήσεις = μεγαλύτερη διείσδυση στο κοινό = μεγαλύτερη πελατειακή βάση για περιεχόμενο, εφαρμογές, αναβαθμίσεις κ.λπ., κ.λπ.)· οι δημιουργοί της εφαρμογής ωφελούνται από την ελεύθερη χρήση της τεχνολογίας του iPhone και του λογισμικού που τους παραχώρησε η Apple, τα οποία και χρησιμοποιούν ως παραγωγικά μέσα, καθώς και από την πελατειακή βάση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και γι' αυτό δούλεψαν χωρίς να πληρωθούν απευθείας από κανέναν και εισπράττουν τώρα ως ανταμοιβή τα έσοδα από τις διαφημίσεις, το δε εργαλείο που δημιούργησαν αποκτά προστιθέμενη αξία με τη χρήση του και αυξάνει τις δυνατότητες εκμετάλλευσής του με νέες υπηρεσίες κ.λπ.· οι τελικοί χρήστες έχουν στη διάθεσή τους μια χρήσιμη δωρεάν υπηρεσία, ενώ η αξία χρήσης της συσκευής τους αναβαθμίζεται συνολικά αφού αξιοποιούνται περαιτέρω οι δυνατότητές της· τέλος, οι διαφημιζόμενοι έχουν στη διάθεσή τους μια φθηνή πελατειακή βάση την οποία μπορούν να προσεγγίσουν αποτελεσματικά με το πλεονέκτημα του χωρικού εντοπισμού, της «τοπικά εστιασμένης διαφήμισης», της καινοτομίας που προσφέρει το νέο μέσο.
Συμπέρασμα
Όλοι είναι χαρούμενοι αφού, όπως φαίνεται, παράγεται προστιθέμενη αξία και κέρδος χωρίς κανείς να εκμεταλλεύεται άμεσα κανέναν, οπότε δεν συντρέχει λόγος να ασχοληθούμε με τα ενοχλητικά γενικά ηθικοπολιτικά ερωτήματα που εγείρονται, όπως ας πούμε αν αποτελεί πράγματι δείγμα «κοινωνικής συνείδησης» το γεγονός ότι η εντατική επιστημονική εργασία και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο χρησιμοποιούνται για να παραχθούν υπηρεσίες που στοχεύουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δημιουργών του AthensBook, στο να εξυπηρετήσουν επιλογές «που έχουν να κάνουν περισσότερο με το life style, με το τι κάνεις το βράδυ».[10] Αναρωτιόμαστε με ποια ακριβώς έννοια της κοινωνίας συμβαδίζει μια τέτοια συνείδηση, η οποία αφήνει έξω από το κάδρο της εικόνας την ιδιοποίηση της υπεραξίας, τον σφετερισμό των κοινών, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες, τους αποκλεισμούς και τις συγκρούσεις για να εστιάσει αποκλειστικά στην ιδιώτευση σε μια ψηφιακά προσανατολισμένη καταναλωτική ευτοπία, σε ένα matrix περιορισμού του πράττειν στα στοιχειώδη αντανακλαστικά της επιθυμίας. Μπορεί η «κοινωνία» να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα και την τεχνογνωσία που απαιτεί η απόκτηση και η χρήση ενός iPhone;
Όσα ισχυρίζεται το ρεπορτάζ, υπερτιμώντας αυτό καθαυτό το εγχείρημα AthensBook, είναι περισσότερο μια απόπειρα διαφήμισης ενός νέου τρόπου αξιοποίησης και ενός επιχειρηματικού μοντέλου στα πρότυπα της «οικονομίας της γνώσης» (νεοφιλελεύθερος ευφημισμός για τον γνωσιακό καπιταλισμό) παρά απλώς η περιγραφή μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι η «δημιουργική τάξη» επιχειρεί με «νέο ήθος» (αναρωτιόμαστε αν το εν λόγω ήθος συνίσταται στο ότι δεν χρεώνει τον τελικό χρήστη, απλώς τον μετατρέπει σε εμπόρευμα προς πώληση), ντύνει δηλαδή μια τυπική καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αξίας με έναν ιδεολογικό μανδύα «κοινωνικής συνείδησης».
Όπως παρουσιάζεται στο ρεπορτάζ, η «κοινωνική συνείδηση» είναι μια ακόμη κούφια έννοια, από τις δεκάδες που ξεφυτρώνουν στον ιδεολογικό κορμό της κυριαρχίας (μας έρχεται πρόχειρα στο νου μια άλλη έννοια-κλοτσοσκούφι, η «εταιρική ευθύνη», η βελόνα που μάταια αναζητά κανείς στα άχυρα της αποδεδειγμένης εταιρικής ανευθυνότητας, της τοποθέτησης δηλαδή των κερδών υπεράνω της κοινωνίας, των ανθρώπων και της φύσης). Παρουσιάζεται ως μια αστική αρετή μάλλον, όπως ας πούμε η «φιλανθρωπία», η οποία είναι εκ φύσεως άρρηκτα δεμένη με το ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον, το κινούν αίτιο των πάντων. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (αλλά και η σοσιαλφιλελεύθερη, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της τύπου Bauwens) αναζητά στην όψη απατηλών παραδειγμάτων «κοινωνικής συνείδησης» τη δικαίωση των αξιωμάτων της για την καινοτομία, την αγορά και την ανάπτυξη. Η επίμονη ταύτιση της ενεργούς κοινωνικής συνείδησης με την καπιταλιστική δραστηριότητα του επιχειρηματικού πράττειν υπό το φως της γνώσης, ως ορθολογικού υπολογισμού κόστους-απόδοσης, αναιρείται μέσα στην αντίφαση που επιδιώκει να αποκρύψει ο νεοφιλελεύθερος ιδεολογικός μηχανισμός. Τη θεμελιώδη αντίφαση που στοιχειώνει τον πυρήνα του γενικευμένου εμπορευματικού τρόπου παραγωγής (καπιταλισμός) μεταξύ συλλογικής και ατομικής ωφέλειας, αντίφαση που εκφράζεται ρητά στις ιδιοκτησιακές σχέσεις και στους θεσμούς που τις εγκαθιστούν, τις νομιμοποιούν και διασφαλίζουν την ισχύ τους. Όσο και αν αυτές οι σχέσεις συγχέονται μέσα σε αφηρημένες έννοιες όπως η «κοινωνία της γνώσης», που υποδηλώνουν την υψηλή κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση του κεφαλαίου από τη ζωντανή εργασία, η οποία είναι, με τη μορφή της νοημοσύνης, απαραίτητη τόσο για την παραγωγή και την ανάπτυξη όσο και για τη διαχείριση της πολύπλοκης τεχνολογίας, δεν μπορούν να θεωρούνται ξεπερασμένες από ένα μοντέλο «ομότιμης» οικονομίας, το οποίο θεωρεί ότι καθορίζει τις νέες παραγωγικές σχέσεις εκτός των καπιταλιστικών προσταγών, παρότι εμμένει στην αναγκαιότητα μιας μη ανταγωνιστικής αγοράς, ενώ δεν έχει τίποτα να πει για την υλική παραγωγή.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ανισότητες και οι αντιφάσεις οξύνονται, καθώς μέσα στον γνωστικό καπιταλισμό οι σχέσεις εργασίας-κεφαλαίου εντείνουν και καθιστούν πιο πολύπλοκο τον ανταγωνισμό, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας στο νέο μοντέλο ευέλικτης συσσώρευσης και στις νέες μεθόδους αξιοποίησης διευκολύνει τον κατακερματισμό της κοινωνίας και την εξατομίκευση. Μεμονωμένα, αυτόνομα δήθεν άτομα, μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών τους ή με το iPhone στο χέρι, δουλεύουν διασκεδάζοντας και διασκεδάζουν δουλεύοντας, δικτυωμένα σε έναν διάφανο για την εξουσία και τον έλεγχο παράλληλο κόσμο, προσαρμοσμένο στις προσωπικές τους επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους – τόσο εξατομικευμένο και μοναδικό που αναρωτιέται κανείς πού μπορεί να βρεθεί κοινό έδαφος συνεννόησης με τον άλλον.
Αλλά μάλλον αυτό δεν πρέπει πια να μας απασχολεί αφού, όπως «πιστεύου[ν] ακράδαντα» ο John Dryden και οι συνάδελφοί του στον ΟΟΣΑ, και πιθανότατα και ο συντάκτης του ρεπορτάζ, «η καινοτομία, και όχι η αγάπη, είναι αυτή που κάνει τον κόσμο να γυρνά».[11]
1. Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Το success story δύο νέων επιστημόνων», εφημ. Η Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», 23-8-2009, σ. 3.
2. Όπ.π.
3. Όπ.π.
4. Κυριάκος Μητσοτάκης, «Προς την οικονομία της Γνώσης», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, Η Καθημερινή Ειδικές Εκδόσεις - The Economist, τ. 46, Δεκέμβριος 2007, σ. 22.
5. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
6. Όπ.π.
7. Vijay Vaitheeswaran, «Η εποχή της μαζικής καινοτομίας», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 86.
8. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
9. Όπ.π.
10. Όπ.π.
11. Vijay Vaitheeswaran, «Το μέλλον περνά μέσα από την καινοτομία», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 66.
Η ολοφάνερη χρεοκοπία της μπουρζουαζίας
Οι μεγαλόσχημοι αγύρτες της νεοελληνικής άρχουσας τάξης, παρέα με τους επιτήδειους συνεργάτες τους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς μάνατζερ, συνεχίζουν ανενόχλητοι να καταληστεύουν τον κοινό πλούτο και να μας κοροϊδεύουν ξεδιάντροπα· όμως, χωρίς να το ξέρουν, σκάβουν με τα ίδια τους τα χέρια τον πολιτικό λάκκο τους. Υποδαυλίζοντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αναζωπυρώνουν την ταξική πάλη που θα τους φέρει αντιμέτωπους με ό,τι προσπαθούν να αποφύγουν: την αμφισβήτηση και την ανατροπή της κυριαρχίας τους.
Το "σκάνδαλο της Siemens" ξεγύμνωσε κάθε επίφαση ηθικής ανωτερότητας και διοικητικής αποτελεσματικότητας της οικονομικοπολιτικής ελίτ και επιβεβαίωσε τον παρασιτικό ρόλο της, τον οποίο, η ίδια, τεχνηέντως συγκαλύπτει. Αποκάλυψε επίσης τον αμοραλισμό των συναλλαγών με τον οποίον επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους οι ισχυρές οικονομικά χώρες του "κέντρου", που μεταχειρίζονται με νεοαποικιοκρατικούς όρους τη διεφθαρμένη ελίτ των αναπτυσσόμενων χωρών της "περιφέρειας". Από τη μια, την κανακεύουν και τη βοηθούν να διατηρηθεί στην εξουσία, από την άλλη, τη "λαδώνουν", την εξαγοράζουν και την εξευτελίζουν με την υποτελή στάση που της υπαγορεύουν να τηρεί.
Είναι γνωστό ότι τα μεγαλεπήβολα δημόσια έργα που πολυδιαφημίζονται από τα χείλη των πολιτικών ότι θα "αλλάξουν το χάρτη της χώρας", οι υπέρογκοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, οι κρατικές προμήθειες, οι εμπορικές συμφωνίες, η τεχνολογική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, όπως και κάθε άλλη "αναπτυξιακή δραστηριότητα", είναι πάντοτε μια καλή αφορμή να στρωθεί το τραπέζι για το τρελό φαγοπότι της μίζας και της ρεμούλας. Όπως είναι επίσης γνωστό ότι άλλοι τρωγοπίνουν και άλλοι πληρώνουν το λογαριασμό. Κάπως έτσι γινόταν πάντα, μόνο που σήμερα έχουν αλλάξει τα κόλπα και οι μέθοδοι: η σκλαβιά μοσχοπουλιέται στην τιμή της ελευθερίας με διψήφιο επιτόκιο δανείου, και όλοι βολεύονται με την ψευδαίσθηση του πλούτου.
Ο πλούτος παριστάνεται να ρέει· αλλάζοντας συνεχώς χέρια υποτίθεται ότι διανέμεται αναλογικά μέχρι τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, ως δια μαγείας, όμως, καταλήγει να συσσωρεύεται στις τσέπες μιας συγκεκριμένης τάξης. Ο ιδιοποιημένος κατά τούτον τον μυστηριώδη τρόπο πλούτος δεν επενδύεται, όπως διατείνονται οι μεγαλόσχημοι αγύρτες και τα τσιράκια τους. Συσσωρεύεται, ενώ τα κεφάλαια για τις αναγκαίες επενδύσεις, δηλαδή την αναζήτηση νέων πηγών και μεθόδων αξιοποίησης και άντλησης υπεραξίας (κέρδους), προέρχονται από τον κοινό πλούτο. (Η τιτλοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων και η γαλαντόμος κρατική ενίσχυση της κεφαλαιακής ρευστότητας των τραπεζών για να αντέξουν τους κλυδωνισμούς της κρίσης είναι δύο απτά παραδείγματα διακεκριμένης κλοπής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.) Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες τους καταφεύγοντας στο δανεισμό. Υπόκεινται έτσι σε διπλή εκμετάλλευση: οι τόκοι είναι υπεραξία που αποσπάται προκαταβολικά από τη μελλοντική εργασία τους, πέρα από την υπεραξία που αποσπάται μέσα στην τρέχουσα παραγωγική διαδικασία.
Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια συνωμοσία που εξυφαίνεται από "σκοτεινά κέντρα δύναμης". Πρόκειται, αντιθέτως, για εγγενή νομοτελειακή τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, για τη θεμελιακή συνθήκη της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης της εργασίας, που συγκροτεί τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και τους προσδίδει τον ταξικό τους χαρακτήρα. Πρόκειται για φαινόμενα που είναι σύμφυτα στην κίνηση του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών περιοδικών κρίσεων, όπως και της καπιταλιστικής, έντονα ανταγωνιστικής και ατομικιστικής κοινωνίας, όπου το κέρδος και η ατομική επιτυχία είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ύπαρξης μέσα σε ένα ιδεολογικό περιβάλλον, στο οποίο η τελεστική αντίφαση λόγων και έργων υποθάλπει τον αυτάρεσκο κυνισμό των βολεμένων και των προνομιούχων.
Κάποιοι είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου, και κάποιοι όχι. Κάποιοι εργάζονται και παράγουν αξία, και κάποιοι υπεξαιρούν μέρος της και την παρουσιάζουν ως υπεραξία (τόκο ή κέρδος) του κεφαλαίου. Κάποιοι τρώνε με χρυσά κουτάλια, και κάποιοι λιμοκτονούν. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ιδιοκτήτες, ούτε κεφαλαιούχοι. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ίσοι, δεν είμαστε καν όλοι άνθρωποι. Η ελευθερία μερικών έχει μεγαλύτερη αξία από την ελευθερία άλλων. Η ισοδυναμία απέναντι στο χρήμα όλων των αξιών, προϋποθέτει τη διαφορά μεταξύ τους. Αυτή η διαφορά εμφανίζεται ως φυσική ποικιλία των κοινωνικών θέσεων και των ατομικών ταυτοτήτων, αλλά δεν είναι παρά το μέτρο της ανισότητας απέναντι στην ιδιοκτησία που επιτρέπει την εκμετάλλευση και τον ταξικό διαχωρισμό.
Παρόλα αυτά κάποιοι επιμένουν να αγνοούν το προφανές και να λένε, "μα είμαστε ελεύθεροι!" Ξεχνούν, μάλλον, ότι η ψευδεπίγραφη ελευθερία που το καθεστώς "παραχωρεί" στα άτομα είναι το ευτελές αντίδωρο για την πίστη τους στα δόγματά του. Οτιδήποτε μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη κυκλοφορία και κερδοφορία του κεφαλαίου γίνεται πάραυτα τροπάριο του νέου ευαγγελίου της ανάπτυξης και της προόδου, που όλοι μας πρέπει να μάθουμε να ψέλνουμε με κατάνυξη ολημερίς, με το στανιό αν χρειαστεί. Όπως θα πρέπει επίσης να μάθουμε να πιστεύουμε στα θαύματα, ότι αν κλάνουν κάποιοι σε μεταξωτά βρακιά, ανατιμάται συνολικά η αξία της πορδής και ωφελούμαστε όλοι. Τώρα μπορούμε πια να ζούμε με αέρα κοπανιστό – το θαύμα έγινε!
Δεν έχουμε αποχαυνωθεί, όμως, τελείως. Όσο κι αν προσπαθούν με τα παραμύθια των μαζικών μέσων προπαγάνδας να μας κοιμίσουν, οι εφιάλτες που η πραγματικότητα γεννά μας κρατάνε ξάγρυπνους. Τα σκάνδαλα, που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό και το όλο σκηνικό που καταρρέει παταγωδώς, προσδίνουν στοιχεία φαρσοκωμωδίας στο θρίλερ που ζούμε. Εκτός από εκείνους που βιώνουν καθημερινά την αναλγησία στο πετσί τους και δεν τρέφουν πια αυταπάτες, ότι μπορεί να υπάρχει happy end στο έργο, η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος κλονίζεται στα μάτια και των πιο εύπιστων οπαδών του, που τώρα μουρμουρίζουν δύσθυμοι, αλλά αύριο κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσουν. Όλο και περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι η διάχυτη στην καθημερινότητα δυσωδία είναι σύμπτωμα προχωρημένης σήψης, που εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό και μολύνει τα πάντα.
Η ιστορία της νεοελληνικής "μπουρζουαζίας" (μόνο σε εισαγωγικά χωράει το κακέκτυπο αυτό της ευρωπαϊκής αστικής τάξης), χωρίς να αποτελεί εξαίρεση στην καπιταλιστική ιστορία, είναι κατάστικτη από κηλίδες βίας, νοθείας, αυταρχισμού, οπορτουνισμού, απάτης, αρπαγής, ρεμούλας και καταλήστευσης, που σκοτεινιάζουν τη λάμψη των όποιων φωτεινών εξαιρέσεων. Δεν μας καταπλήσσει, λοιπόν, η στάση της διεφθαρμένης ως το μεδούλι οικονομικοπολιτικής ελίτ, "αριστερής" ή δεξιάς. Προσπαθεί απλώς να κουκουλώσει τις ευθύνες της για την κατάντια της χώρας, να βγάλει την ουρά της απέξω, να μεταμφιέσει την παρασιτική μορφή της και να εμφανιστεί αποκαθαρμένη από τις αμαρτίες της, ως σωτήρια δύναμη που πρέπει να εμπιστευτούμε ξανά και να την "τιμήσουμε με την ψήφο μας" στις επερχόμενες εκλογές. Αυτή η αξίωση μας διασκεδάζει, διότι μόνο γέλιο μπορεί να προκαλεί. Μας εξοργίζει, όμως, και μας κόβει μαχαίρι κάθε διάθεση για αστεία, όταν μας στέλνουν τον παραφουσκωμένο λογαριασμό, απαιτώντας με περίσσιο θράσος να πληρώσουμε πάλι εμείς το γλεντοκόπι, το φαγητό και τα δικά τους σπασμένα.
Αν όχι αυτοί που εναλλάσσονται όλα αυτά τα χρόνια στην εξουσία, "παίρνοντας το τιμόνι του πλοίου και τη μοίρα του τόπου στα χέρια τους", τότε ποιοι είναι εκείνοι που έχουν δημιουργήσει με τις πολιτικές τους το θεόρατο χρέος που σήμερα βυθίζει το σκάφος αύτανδρο; Μήπως το πρεκαριάτο, η "γενιά των 700 ευρώ", οι "ενοικιαζόμενοι", οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι; Αν όχι η οικονομικοπολιτική ελίτ που χαράζει την πορεία και παίρνει τις αποφάσεις, τότε ποιοι ξεπούλησαν κοψοχρονιά καράβι και φορτίο και μας ζητάνε τώρα να πληρώσουμε ξανά το ναύλο του ταξιδιού αν δεν θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα, υποβαθμίζοντας κι άλλο την ήδη πραγμοποιημένη ζωή μας; Μήπως οι μετανάστες, οι "κουκουλοφόροι", οι περιθωριακοί, οι φοιτητές, ή μήπως οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, και είμαι σαράντα πέντε χρονών πια, η χώρα βρίσκεται διαρκώς σε περίοδο "δημοσιονομικής προσαρμογής", που σε απλά ελληνικά μεταφράζεται σε "λιτότητα" και "αναγκαίες θυσίες από όλους", δηλαδή μέτρα που στριμώχνουν τις εργαζόμενες τάξεις στον απόπατο, ρίχνουν τις μεσαίες βορά στα νύχια των τραπεζών, ενώ οι επιτήδειοι συνεχίζουν ανενόχλητοι να κάνουν πάρτι και να θησαυρίζουν σε βάρος τους ξαφρίζοντας τον δημόσιο κορβανά, μεταμορφώνοντας με ταχυδακτυλουργικά κόλπα τον κοινό πλούτο σε προσωπική περιουσία. Με λίγα λόγια, η επωδός της επαναλαμβανόμενης όλα αυτά τα χρόνια ιστορίας πάει κάπως έτσι: "σκάστε και τραβάτε κουπί γιατί πνιγόμαστε..." (Η καταληκτική προσφώνηση "βλάκες!" κόπηκε από τη λογοκρισία διότι υποβιβάζει, λέει, την κριτική αυτενέργεια και την ελεύθερη βούληση των πολιτών.)
Η επίπλαστη ευδαιμονία των τελευταίων χρόνων, που λούστραρε την επιφάνεια και προπαγανδίστηκε ως "εκσυγχρονισμός", με συμβολικά ορόσημα την είσοδο στην ΟΝΕ, τους Ολυμπιακούς αγώνες και την "αναδιάρθρωση της οικονομίας", δεν μπόρεσε να συγκαλύψει για πολύ τη σκληρή πραγματικότητα που κρύβεται από κάτω. Απογυμνωμένη από κάθε μέσο που θα της έδινε κάποιο πλεονέκτημα για να σταθεί στην άκρως ανταγωνιστική παγκοσμιοποιημένη συγκυρία, η ελληνική οικονομία, ισχνή και κακοποιημένη, πνέει τα λοίσθια και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει κανένα γιατρικό αρκετά ισχυρό για να τη συνεφέρει.
Δεν έφτασε, όμως, τυχαία ως εδώ να χαροπαλεύει, περιμένοντας τη χαριστική βολή για να τινάξει τα πέταλα. Τη γιατρειά της ελληνικής οικονομίας την έχουν αναλάβει από καιρό οι νεκροθάφτες της μεταμφιεσμένοι σε μάγους. Είτε σπεκουλαδόροι είτε άχρηστοι, πάντως σίγουρα άπληστοι και επικίνδυνοι. Γύρισαν την πλάτη στους καιρούς και κοίταξαν μόνο το συμφέρον τους, αφήνοντας τον τόπο να ρημάξει, με την ανοχή φυσικά των υπόλοιπων που κουτσοβολεύτηκαν στην μικροαστική σύμβαση. Απανωτές χαμένες ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν (για να σταθούμε μόνο στην περίοδο της "μεταπολίτευσης"), έλλειψη οράματος και σχεδίου, λανθασμένοι χειρισμοί και αποφάσεις, κακοδιαχείριση, αυταρχισμός, ανικανότητα, μικρόνοια, καιροσκοπισμός, ατολμία, υποτέλεια, αλλά κυρίως διαφθορά και σήψη. Σήψη που αποσαθρώνει το όποιο θεμέλιο νομιμοποίησης είχε απομείνει στην οικονομικοπολιτική ελίτ, ιδίως του "σκληρού πυρήνα" της, που πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις και διεκδικεί με κάθε μέσο την ηγεμονία.
Όλοι ετούτοι που μας έχουν κάτσει στο σβέρκο και θέλουν να μας ωφελήσουν, να μας αντιπροσωπεύουν και να μας κουμαντάρουν "για το καλό μας", είναι αυτοί που ευθύνονται για το ότι βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία ως κράτος και χρεωμένοι όλοι ως το λαιμό, πράγμα που σημαίνει ότι είμαστε όμηροι των τόκων και του εξωτερικού χρέους, σκλάβοι που θα πρέπει να δουλεύουμε όλη μας τη ζωή για να ξεχρεώσουμε. Είναι οι ίδιοι που ενώ συνεχίζουν να γεμίζουν τα σεντούκια τους με το δημόσιο χρήμα (με αναθέσεις έργων, επιδοτήσεις, διευκολύνσεις, επιχειρηματικές συμμαχίες, λαθροχειρίες, μίζες, κ.λπ.) και να ευτελίζουν τα πάντα με τον αξιακό τους κώδικα, που καθαγιάζει ως "ηθικό ό,τι είναι νόμιμο", ζητάνε επιτακτικά από τους υπόλοιπους να κάνουν θυσίες και υποχωρήσεις στο όνομα του "κοινού συμφέροντος".
Είναι οι ίδιοι που αναζητούν ευκαιρίες στην "οικονομική κρίση" για να ξεφορτωθούν και τις τελευταίες επαχθείς γι' αυτούς δεσμεύσεις απέναντι στους εργαζόμενους, όπως είναι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι ασφαλιστικές συνεισφορές και οι απολύσεις. Πιέζουν, παράλληλα, με κάθε μέσο, για την ιδιωτικοποίηση μονοπωλιακών τομέων, όπως οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια, ή τομέων που αποτελούν κεκτημένες "δωρεάν" κοινωνικές παροχές, όπως η παιδεία και η υγεία, οδηγώντας στην απαξίωση το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και στη συνακόλουθη περαιτέρω υποβάθμιση των αναγκαίων υπηρεσιών για την αξιοπρεπή διαβίωση των κατώτερων τάξεων. Ωθούν έτσι στο περιθώριο και την ανέχεια ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι, οι οποίοι, χάνοντας σταδιακά και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας που τους είχε απομείνει, βυθίζονται στην απελπισία. Από την άλλη, η μεσαία τάξη, παραδοσιακός υποστηρικτής του συστήματος, όντας παραδομένη στον κομφορμισμό και στη φαντασίωση της "κοινωνικής ανόδου" στα ανώτερα στρώματα, προαγωγή που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, επιρροή και κοινωνικό κύρος, βλέπει τώρα τα επενδυμένα όνειρά της να σκορπίζονται σαν άχυρα από τις θύελλες της παγκοσμιοποίησης. "Προλεταριοποιείται" σταδιακά, χάνει τα προνόμιά της και αντιμετωπίζει αίφνης πρωτοφανείς δυσχέρειες στην επιβίωσή της.
Το όλο οικοδόμημα, έτσι κι αλλιώς χτισμένο εξ αρχής με σαθρά υλικά, κλονίζεται συθέμελα. Οι ζημιές από τους ισχυρούς κραδασμούς δεν είναι απλώς επιφανειακές ρωγμές στους εξωτερικούς τοίχους, αλλά βαθιές παραμορφώσεις των κεντρικών στηριγμάτων, που έχουν αρχίσει να υποχωρούν.
Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, κεφάλαιο και κράτος επιστράτευσαν την προπαγάνδα και την ωμή βία σαν ανάχωμα στη διάχυτη οργή που σκοτεινιάζει τον ορίζοντα και ηλεκτρίζει επικίνδυνα την ατμόσφαιρα, προμηνύοντας την επερχόμενη καταιγίδα. Νιώθουν την απειλή και αντιδρούν σπασμωδικά, αφού δεν έχουν καμία άλλη δυνατότητα να ανακόψουν τις εξελίξεις. Η αντίδρασή τους αποκαλύπτει τα όρια, φανερώνει την ολοκληρωτική φύση τού κατ' επίφαση δημοκρατικού καθεστώτος. Ξεπέρασαν μέσα στον πανικό τους τα εσκαμμένα, καταστρατηγώντας ανενδοίαστα τις εγγυήσεις του συντάγματος το οποίο υποτίθεται κόπτονται να υπερασπιστούν. Όπως πράττουν συγκεκριμένα στην περίπτωση του αναρχικού κρατούμενου απεργού πείνας Θοδωρή Ηλιόπουλου, ο οποίος παραμένει προφυλακισμένος για συμμετοχή σε επεισόδια στη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη με χαλκευμένες κατηγορίες, που στηρίζονται σε διάτρητες μαρτυρίες δύο ματατζήδων, παρότι αυτές καταρρίπτονται από τουλάχιστον πέντε αυτόπτες μάρτυρες, που διαβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος.
Η άρχουσα τάξη, εκτός από την παράλογη εκδικητικότητα που επιδεικνύει απέναντι σε όσους αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία της, νομοθετεί με οργουελιανό οίστρο στο όνομα της ασφάλειας και υπονομεύει τη δημοκρατία στο όνομα της δημοκρατίας. Απαγορεύσεις, παρακολουθήσεις, έλεγχος, καταστολή. Καταπατούν τα συγκεκριμένα δικαιώματα για να προστατέψουν δήθεν τα αφηρημένα. Καταφεύγουν εν ολίγοις στις γνωστές μεθόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων προκειμένου να μας πείσουν, και εν ανάγκη να μας αναγκάσουν να πειθαρχήσουμε αν δουν ότι κλωτσάμε, να μείνουμε ζεμένοι και να συνεχίσουμε να σέρνουμε το άροτρο αγόγγυστα.
Οι οιωνοί προμηνύουν το μέλλον ζοφερό και τα κοράκια τσακώνονται ποιο θα κομίσει πρώτο τα κακά μαντάτα. Στα μήντια, οι ομιλούσες κεφαλές παραληρούν, διασπείροντας σαν ιούς ελέγχου τον πανικό και τον τρόμο μέσα από τις αυθαίρετα ιδιοποιημένες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες. Από την "οικονομική κρίση", την "ακρίβεια" και τη "γρίπη των χοίρων" μέχρι την "απειλή της Τουρκίας", τον "αλυτρωτισμό των Σκοπίων", την "τρομοκρατία", την "εγκληματικότητα", τη "λαθρομετανάστευση", και γενικά την κάθε ευκαιριακή περίσταση που μπορεί να υπογραμμίσει τη δική τους απαραίτητη παρέμβαση στην οργάνωση της ζωής μας, οι αδηφάγοι κηφήνες της "μπουρζουαζίας" και τα κουρδισμένα ανδράποδά τους σαλπίζουν παράφωνα συναγερμό. Εξαφανίζοντας τεχνηέντως κάτω από το χαλί της "εγκυρότητας" τα γεγονότα που αμφισβητούν ριζικά την κυρίαρχη τάξη, αναλύοντας "σφαιρικά", "αντικειμενικά" και με "υπευθυνότητα" τα θέματα της "πολιτικής ατζέντας", οι συνδαιτυμόνες των ισχυρών εκτελούν το αξιόλογο έργο τους και αμείβονται παχυλά για τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσφέρουν, πράττοντας στο ακέραιο το "δημοσιογραφικό τους καθήκον", να παπαγαλίζουν δηλαδή το αναγκαίον της συναίνεσης. Χάρις αυτών κατανοήσαμε πραγματικά σε όλο της το εύρος την αποκαλυπτική έννοια "βομβαρδισμός πληροφοριών".1
Πιο άμεσα και απροκάλυπτα, οι αστυνομικές δυνάμεις, ως "οπλισμένο χέρι του κράτους", κάνουν κι αυτές το δικό τους καθήκον: ασελγούν στα κορμιά και την αξιοπρέπεια όσων έχουν πεταχτεί στο περιθώριο, των αποκλεισμένων, των μεταναστών, όσων διεκδικούν ή αντιστέκονται, με τέτοια λύσσα, μανία και εκδικητικότητα που μπροστά τους ωχριά η βαναυσότητα της διαβόητης Χωροφυλακής. Τα καθημερινά ανδραγαθήματα των επιλεκτικά στρατολογημένων για τα ψυχικά και πνευματικά τους "χαρίσματα" στρατόκαυλων μπάτσων-δικαστών σε βάρος αδύναμων και κατατρεγμένων, σε συνδυασμό με το γενικότερο ύφος της αστυνομίας, που πουλάει τσαμπουκά στην κοινωνία και σε όποιον δεν της γυαλίζει στο μάτι, είναι από μόνα τους αρκετά για να καταρρακωθεί η όποια επίφαση δημοκρατικότητας της ένστολης μισθοφορικής τρομοκρατικής δύναμης της ΕΛ.ΑΣ. και να αποκαλυφτεί ο πραγματικός της ρόλος ως μηχανισμός επιβολής της εξουσίας.
Τοποθετημένη σαν ξένο σώμα, αποκομμένη από την κοινωνία, η αστυνομία είναι μια "ουδέτερη" δύναμη που επεμβαίνει δραστικά εναντίον της. Καθήκον της φέρεται να είναι να προστατεύει το δημοκρατικό κράτος, ως την ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του όλου, έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου ατόμου, τάξης ή ομάδας θεωρηθούν ως απειλή για τους πολίτες, τους θεσμούς και την υπόστασή του. Όμως, πέρα από τους ισχυρούς, τα φασιστόμουτρα, τους "πατριώτες" και τους "νοικοκυραίους", που αναγνωρίζει de facto ως "κοινωνία", η αστυνομία δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλον καθαυτόν ως αυτεξούσιο πρόσωπο, παρά μόνο σε σχέση με την αφηρημένη εξουσία του Νόμου και του Κράτους. Έτσι υπερασπίζεται, με φασιστική νοοτροπία, την κανονιστική ρύθμιση της συμπεριφοράς του "σωστού πολίτη" στους όρους της υποταγής και της εκμετάλλευσης που υπαγορεύονται από τους ισχυρούς. Τα όργανά της μετατρέπονται σε επιτηρητές της κυρίαρχης τάξης. Δρώντας κατ' εντολήν σαν δυνάμεις κατοχής που ελέγχουν την κίνηση και τις ενέργειες του πλήθους για λογαριασμό της ληστρικής ελίτ που διαχειρίζεται το κράτος, οι αψίθυμοι "πραίτορες" καταπατούν βάναυσα με τα άρβυλά τους την αξιοπρέπεια και την ελευθερία όσων θεωρούνται επικίνδυνοι.
Υπάρχει, όμως, κι ένα όριο στην υπομονή και στην ξεφτίλα. Κι εμείς πιάσαμε πάτο. Δεν έχουμε τίποτα πια να χάσουμε παρά μόνο το καπέλο του κορόιδου που δεχτήκαμε να μας φορέσουν, γι' αυτό και θα γινόμαστε όλο και πιο επικίνδυνοι για τη δικιά τους κυρίαρχη τάξη. Έχουν διαπιστώσει πόσο αποφασισμένοι είμαστε, συνειδητοποίησαν ότι η κρίση είναι πιο βαθιά απ' ότι πίστευαν, γνωρίζουν πως οι συνέπειές της είναι απρόβλεπτες. Ο απρόσμενος, αποκαλυπτικός Δεκέμβρης και η ανάδυση μιας πολλαπλότητας εξεγερμένων υποκειμένων στοιχειώνει τους εφιάλτες τους. Ξέρουν ότι κάτι αντίστοιχο θα ξανασυμβεί αναπόφευκτα, και ότι θα είναι πιο μαζικό, πιο επίμονο, με τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων που μέχρι τώρα ήταν αμέτοχα. Και αυτή η επίγνωση του επερχόμενου θέτει κάποιον φραγμό στην αλαζονεία τους – όχι όμως και στην απληστία τους απ' ό,τι δείχνουν τα γεγονότα.
Ώσπου να φουντώσει και πάλι η σπίθα της εξέγερσης, τους διαβεβαιώνουμε ότι θα μας βρίσκουν συνεχώς μπροστά τους, ότι θα υπονομεύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα σχέδιά τους και θα τινάξουμε στον αέρα κάθε απόπειρα κοινωνικής ειρήνευσης και επιβεβλημένης συναίνεσης με τους δικούς τους όρους. Θα αντισταθούμε σθεναρά με αποφασιστικότητα σε κάθε προσπάθεια να υποτιμήσουν κι άλλο τη ζωή μας, να μας ελέγξουν, να μας χειραγωγήσουν, να υποδουλώσουν το μέλλον μας στα χρέη και στις επιλογές τους. Θα χρησιμοποιήσουμε όποια μέθοδο κρίνουμε πρόσφορη για τους σκοπούς μας ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις, από το σαμποτάζ και τη σύγκρουση ως την απεργία, την πολιτική ανυπακοή και άλλες καινούργιες μεθόδους που θα επινοήσουμε. Στην πιο απλή μορφή της, η αντίστασή μας είναι η έμπρακτη άρνηση να συμμετέχουμε ενεργά στο σύστημα, να το στηρίζουμε συνειδητά με τις δημιουργικές μας δυνάμεις, νομιμοποιώντας το και αναπαράγοντάς το.
Όμως δεν αρκεί αυτό. Ας μην ξεχνάμε ότι "πολεμάμε ανάμεσα σε δύο κόσμους: εκείνον που δεν δεχόμαστε κι αυτόν που δεν υπάρχει ακόμα".2 Οι καιροί και οι συνθήκες απαιτούν να δράσουμε άμεσα, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο, που δεν πρέπει να μένουν άλλο διαχωρισμένα, για να αποαποικιοποιήσουμε το φαντασιακό και την καθημερινή ζωή μας, να δημιουργήσουμε τις εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και θέσμισης που θα διαφυλάσσουν τα κοινά, θα επιτρέπουν τη συλλογική διαχείριση των πόρων και των παραγωγικών μέσων, προωθώντας αδιάλλακτα και με σθένος την επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και την πραγματική χειραφέτηση του ατόμου, πέρα από την πατριαρχία, τον καπιταλισμό και το κράτος, στην αταξική και πολυσύνθετη κοινωνία των ισότιμων, ελεύθερων ανθρώπων.
1. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Πρώτα απ' όλα η επικοινωνία", περ. Καταστασιακή Διεθνής, τ. 7, Απρίλιος 1962, στο Internationale Situationniste, Το ξεπέρασμα της τέχνης. Ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς, μτφρ. - επιλογή κειμένων Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985, σ. 239.
2. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Η πέμπτη συνδιάσκεψη της Κ.Δ. στο Γκέτεμποργκ", όπ.π., σ. 252.
Το "σκάνδαλο της Siemens" ξεγύμνωσε κάθε επίφαση ηθικής ανωτερότητας και διοικητικής αποτελεσματικότητας της οικονομικοπολιτικής ελίτ και επιβεβαίωσε τον παρασιτικό ρόλο της, τον οποίο, η ίδια, τεχνηέντως συγκαλύπτει. Αποκάλυψε επίσης τον αμοραλισμό των συναλλαγών με τον οποίον επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους οι ισχυρές οικονομικά χώρες του "κέντρου", που μεταχειρίζονται με νεοαποικιοκρατικούς όρους τη διεφθαρμένη ελίτ των αναπτυσσόμενων χωρών της "περιφέρειας". Από τη μια, την κανακεύουν και τη βοηθούν να διατηρηθεί στην εξουσία, από την άλλη, τη "λαδώνουν", την εξαγοράζουν και την εξευτελίζουν με την υποτελή στάση που της υπαγορεύουν να τηρεί.
Είναι γνωστό ότι τα μεγαλεπήβολα δημόσια έργα που πολυδιαφημίζονται από τα χείλη των πολιτικών ότι θα "αλλάξουν το χάρτη της χώρας", οι υπέρογκοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, οι κρατικές προμήθειες, οι εμπορικές συμφωνίες, η τεχνολογική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, όπως και κάθε άλλη "αναπτυξιακή δραστηριότητα", είναι πάντοτε μια καλή αφορμή να στρωθεί το τραπέζι για το τρελό φαγοπότι της μίζας και της ρεμούλας. Όπως είναι επίσης γνωστό ότι άλλοι τρωγοπίνουν και άλλοι πληρώνουν το λογαριασμό. Κάπως έτσι γινόταν πάντα, μόνο που σήμερα έχουν αλλάξει τα κόλπα και οι μέθοδοι: η σκλαβιά μοσχοπουλιέται στην τιμή της ελευθερίας με διψήφιο επιτόκιο δανείου, και όλοι βολεύονται με την ψευδαίσθηση του πλούτου.
Ο πλούτος παριστάνεται να ρέει· αλλάζοντας συνεχώς χέρια υποτίθεται ότι διανέμεται αναλογικά μέχρι τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, ως δια μαγείας, όμως, καταλήγει να συσσωρεύεται στις τσέπες μιας συγκεκριμένης τάξης. Ο ιδιοποιημένος κατά τούτον τον μυστηριώδη τρόπο πλούτος δεν επενδύεται, όπως διατείνονται οι μεγαλόσχημοι αγύρτες και τα τσιράκια τους. Συσσωρεύεται, ενώ τα κεφάλαια για τις αναγκαίες επενδύσεις, δηλαδή την αναζήτηση νέων πηγών και μεθόδων αξιοποίησης και άντλησης υπεραξίας (κέρδους), προέρχονται από τον κοινό πλούτο. (Η τιτλοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων και η γαλαντόμος κρατική ενίσχυση της κεφαλαιακής ρευστότητας των τραπεζών για να αντέξουν τους κλυδωνισμούς της κρίσης είναι δύο απτά παραδείγματα διακεκριμένης κλοπής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.) Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες τους καταφεύγοντας στο δανεισμό. Υπόκεινται έτσι σε διπλή εκμετάλλευση: οι τόκοι είναι υπεραξία που αποσπάται προκαταβολικά από τη μελλοντική εργασία τους, πέρα από την υπεραξία που αποσπάται μέσα στην τρέχουσα παραγωγική διαδικασία.
Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια συνωμοσία που εξυφαίνεται από "σκοτεινά κέντρα δύναμης". Πρόκειται, αντιθέτως, για εγγενή νομοτελειακή τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, για τη θεμελιακή συνθήκη της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης της εργασίας, που συγκροτεί τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και τους προσδίδει τον ταξικό τους χαρακτήρα. Πρόκειται για φαινόμενα που είναι σύμφυτα στην κίνηση του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών περιοδικών κρίσεων, όπως και της καπιταλιστικής, έντονα ανταγωνιστικής και ατομικιστικής κοινωνίας, όπου το κέρδος και η ατομική επιτυχία είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ύπαρξης μέσα σε ένα ιδεολογικό περιβάλλον, στο οποίο η τελεστική αντίφαση λόγων και έργων υποθάλπει τον αυτάρεσκο κυνισμό των βολεμένων και των προνομιούχων.
Κάποιοι είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου, και κάποιοι όχι. Κάποιοι εργάζονται και παράγουν αξία, και κάποιοι υπεξαιρούν μέρος της και την παρουσιάζουν ως υπεραξία (τόκο ή κέρδος) του κεφαλαίου. Κάποιοι τρώνε με χρυσά κουτάλια, και κάποιοι λιμοκτονούν. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ιδιοκτήτες, ούτε κεφαλαιούχοι. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ίσοι, δεν είμαστε καν όλοι άνθρωποι. Η ελευθερία μερικών έχει μεγαλύτερη αξία από την ελευθερία άλλων. Η ισοδυναμία απέναντι στο χρήμα όλων των αξιών, προϋποθέτει τη διαφορά μεταξύ τους. Αυτή η διαφορά εμφανίζεται ως φυσική ποικιλία των κοινωνικών θέσεων και των ατομικών ταυτοτήτων, αλλά δεν είναι παρά το μέτρο της ανισότητας απέναντι στην ιδιοκτησία που επιτρέπει την εκμετάλλευση και τον ταξικό διαχωρισμό.
Παρόλα αυτά κάποιοι επιμένουν να αγνοούν το προφανές και να λένε, "μα είμαστε ελεύθεροι!" Ξεχνούν, μάλλον, ότι η ψευδεπίγραφη ελευθερία που το καθεστώς "παραχωρεί" στα άτομα είναι το ευτελές αντίδωρο για την πίστη τους στα δόγματά του. Οτιδήποτε μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη κυκλοφορία και κερδοφορία του κεφαλαίου γίνεται πάραυτα τροπάριο του νέου ευαγγελίου της ανάπτυξης και της προόδου, που όλοι μας πρέπει να μάθουμε να ψέλνουμε με κατάνυξη ολημερίς, με το στανιό αν χρειαστεί. Όπως θα πρέπει επίσης να μάθουμε να πιστεύουμε στα θαύματα, ότι αν κλάνουν κάποιοι σε μεταξωτά βρακιά, ανατιμάται συνολικά η αξία της πορδής και ωφελούμαστε όλοι. Τώρα μπορούμε πια να ζούμε με αέρα κοπανιστό – το θαύμα έγινε!
Δεν έχουμε αποχαυνωθεί, όμως, τελείως. Όσο κι αν προσπαθούν με τα παραμύθια των μαζικών μέσων προπαγάνδας να μας κοιμίσουν, οι εφιάλτες που η πραγματικότητα γεννά μας κρατάνε ξάγρυπνους. Τα σκάνδαλα, που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό και το όλο σκηνικό που καταρρέει παταγωδώς, προσδίνουν στοιχεία φαρσοκωμωδίας στο θρίλερ που ζούμε. Εκτός από εκείνους που βιώνουν καθημερινά την αναλγησία στο πετσί τους και δεν τρέφουν πια αυταπάτες, ότι μπορεί να υπάρχει happy end στο έργο, η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος κλονίζεται στα μάτια και των πιο εύπιστων οπαδών του, που τώρα μουρμουρίζουν δύσθυμοι, αλλά αύριο κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσουν. Όλο και περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι η διάχυτη στην καθημερινότητα δυσωδία είναι σύμπτωμα προχωρημένης σήψης, που εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό και μολύνει τα πάντα.
Η ιστορία της νεοελληνικής "μπουρζουαζίας" (μόνο σε εισαγωγικά χωράει το κακέκτυπο αυτό της ευρωπαϊκής αστικής τάξης), χωρίς να αποτελεί εξαίρεση στην καπιταλιστική ιστορία, είναι κατάστικτη από κηλίδες βίας, νοθείας, αυταρχισμού, οπορτουνισμού, απάτης, αρπαγής, ρεμούλας και καταλήστευσης, που σκοτεινιάζουν τη λάμψη των όποιων φωτεινών εξαιρέσεων. Δεν μας καταπλήσσει, λοιπόν, η στάση της διεφθαρμένης ως το μεδούλι οικονομικοπολιτικής ελίτ, "αριστερής" ή δεξιάς. Προσπαθεί απλώς να κουκουλώσει τις ευθύνες της για την κατάντια της χώρας, να βγάλει την ουρά της απέξω, να μεταμφιέσει την παρασιτική μορφή της και να εμφανιστεί αποκαθαρμένη από τις αμαρτίες της, ως σωτήρια δύναμη που πρέπει να εμπιστευτούμε ξανά και να την "τιμήσουμε με την ψήφο μας" στις επερχόμενες εκλογές. Αυτή η αξίωση μας διασκεδάζει, διότι μόνο γέλιο μπορεί να προκαλεί. Μας εξοργίζει, όμως, και μας κόβει μαχαίρι κάθε διάθεση για αστεία, όταν μας στέλνουν τον παραφουσκωμένο λογαριασμό, απαιτώντας με περίσσιο θράσος να πληρώσουμε πάλι εμείς το γλεντοκόπι, το φαγητό και τα δικά τους σπασμένα.
Αν όχι αυτοί που εναλλάσσονται όλα αυτά τα χρόνια στην εξουσία, "παίρνοντας το τιμόνι του πλοίου και τη μοίρα του τόπου στα χέρια τους", τότε ποιοι είναι εκείνοι που έχουν δημιουργήσει με τις πολιτικές τους το θεόρατο χρέος που σήμερα βυθίζει το σκάφος αύτανδρο; Μήπως το πρεκαριάτο, η "γενιά των 700 ευρώ", οι "ενοικιαζόμενοι", οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι; Αν όχι η οικονομικοπολιτική ελίτ που χαράζει την πορεία και παίρνει τις αποφάσεις, τότε ποιοι ξεπούλησαν κοψοχρονιά καράβι και φορτίο και μας ζητάνε τώρα να πληρώσουμε ξανά το ναύλο του ταξιδιού αν δεν θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα, υποβαθμίζοντας κι άλλο την ήδη πραγμοποιημένη ζωή μας; Μήπως οι μετανάστες, οι "κουκουλοφόροι", οι περιθωριακοί, οι φοιτητές, ή μήπως οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, και είμαι σαράντα πέντε χρονών πια, η χώρα βρίσκεται διαρκώς σε περίοδο "δημοσιονομικής προσαρμογής", που σε απλά ελληνικά μεταφράζεται σε "λιτότητα" και "αναγκαίες θυσίες από όλους", δηλαδή μέτρα που στριμώχνουν τις εργαζόμενες τάξεις στον απόπατο, ρίχνουν τις μεσαίες βορά στα νύχια των τραπεζών, ενώ οι επιτήδειοι συνεχίζουν ανενόχλητοι να κάνουν πάρτι και να θησαυρίζουν σε βάρος τους ξαφρίζοντας τον δημόσιο κορβανά, μεταμορφώνοντας με ταχυδακτυλουργικά κόλπα τον κοινό πλούτο σε προσωπική περιουσία. Με λίγα λόγια, η επωδός της επαναλαμβανόμενης όλα αυτά τα χρόνια ιστορίας πάει κάπως έτσι: "σκάστε και τραβάτε κουπί γιατί πνιγόμαστε..." (Η καταληκτική προσφώνηση "βλάκες!" κόπηκε από τη λογοκρισία διότι υποβιβάζει, λέει, την κριτική αυτενέργεια και την ελεύθερη βούληση των πολιτών.)
Η επίπλαστη ευδαιμονία των τελευταίων χρόνων, που λούστραρε την επιφάνεια και προπαγανδίστηκε ως "εκσυγχρονισμός", με συμβολικά ορόσημα την είσοδο στην ΟΝΕ, τους Ολυμπιακούς αγώνες και την "αναδιάρθρωση της οικονομίας", δεν μπόρεσε να συγκαλύψει για πολύ τη σκληρή πραγματικότητα που κρύβεται από κάτω. Απογυμνωμένη από κάθε μέσο που θα της έδινε κάποιο πλεονέκτημα για να σταθεί στην άκρως ανταγωνιστική παγκοσμιοποιημένη συγκυρία, η ελληνική οικονομία, ισχνή και κακοποιημένη, πνέει τα λοίσθια και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει κανένα γιατρικό αρκετά ισχυρό για να τη συνεφέρει.
Δεν έφτασε, όμως, τυχαία ως εδώ να χαροπαλεύει, περιμένοντας τη χαριστική βολή για να τινάξει τα πέταλα. Τη γιατρειά της ελληνικής οικονομίας την έχουν αναλάβει από καιρό οι νεκροθάφτες της μεταμφιεσμένοι σε μάγους. Είτε σπεκουλαδόροι είτε άχρηστοι, πάντως σίγουρα άπληστοι και επικίνδυνοι. Γύρισαν την πλάτη στους καιρούς και κοίταξαν μόνο το συμφέρον τους, αφήνοντας τον τόπο να ρημάξει, με την ανοχή φυσικά των υπόλοιπων που κουτσοβολεύτηκαν στην μικροαστική σύμβαση. Απανωτές χαμένες ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν (για να σταθούμε μόνο στην περίοδο της "μεταπολίτευσης"), έλλειψη οράματος και σχεδίου, λανθασμένοι χειρισμοί και αποφάσεις, κακοδιαχείριση, αυταρχισμός, ανικανότητα, μικρόνοια, καιροσκοπισμός, ατολμία, υποτέλεια, αλλά κυρίως διαφθορά και σήψη. Σήψη που αποσαθρώνει το όποιο θεμέλιο νομιμοποίησης είχε απομείνει στην οικονομικοπολιτική ελίτ, ιδίως του "σκληρού πυρήνα" της, που πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις και διεκδικεί με κάθε μέσο την ηγεμονία.
Όλοι ετούτοι που μας έχουν κάτσει στο σβέρκο και θέλουν να μας ωφελήσουν, να μας αντιπροσωπεύουν και να μας κουμαντάρουν "για το καλό μας", είναι αυτοί που ευθύνονται για το ότι βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία ως κράτος και χρεωμένοι όλοι ως το λαιμό, πράγμα που σημαίνει ότι είμαστε όμηροι των τόκων και του εξωτερικού χρέους, σκλάβοι που θα πρέπει να δουλεύουμε όλη μας τη ζωή για να ξεχρεώσουμε. Είναι οι ίδιοι που ενώ συνεχίζουν να γεμίζουν τα σεντούκια τους με το δημόσιο χρήμα (με αναθέσεις έργων, επιδοτήσεις, διευκολύνσεις, επιχειρηματικές συμμαχίες, λαθροχειρίες, μίζες, κ.λπ.) και να ευτελίζουν τα πάντα με τον αξιακό τους κώδικα, που καθαγιάζει ως "ηθικό ό,τι είναι νόμιμο", ζητάνε επιτακτικά από τους υπόλοιπους να κάνουν θυσίες και υποχωρήσεις στο όνομα του "κοινού συμφέροντος".
Είναι οι ίδιοι που αναζητούν ευκαιρίες στην "οικονομική κρίση" για να ξεφορτωθούν και τις τελευταίες επαχθείς γι' αυτούς δεσμεύσεις απέναντι στους εργαζόμενους, όπως είναι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι ασφαλιστικές συνεισφορές και οι απολύσεις. Πιέζουν, παράλληλα, με κάθε μέσο, για την ιδιωτικοποίηση μονοπωλιακών τομέων, όπως οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια, ή τομέων που αποτελούν κεκτημένες "δωρεάν" κοινωνικές παροχές, όπως η παιδεία και η υγεία, οδηγώντας στην απαξίωση το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και στη συνακόλουθη περαιτέρω υποβάθμιση των αναγκαίων υπηρεσιών για την αξιοπρεπή διαβίωση των κατώτερων τάξεων. Ωθούν έτσι στο περιθώριο και την ανέχεια ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι, οι οποίοι, χάνοντας σταδιακά και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας που τους είχε απομείνει, βυθίζονται στην απελπισία. Από την άλλη, η μεσαία τάξη, παραδοσιακός υποστηρικτής του συστήματος, όντας παραδομένη στον κομφορμισμό και στη φαντασίωση της "κοινωνικής ανόδου" στα ανώτερα στρώματα, προαγωγή που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, επιρροή και κοινωνικό κύρος, βλέπει τώρα τα επενδυμένα όνειρά της να σκορπίζονται σαν άχυρα από τις θύελλες της παγκοσμιοποίησης. "Προλεταριοποιείται" σταδιακά, χάνει τα προνόμιά της και αντιμετωπίζει αίφνης πρωτοφανείς δυσχέρειες στην επιβίωσή της.
Το όλο οικοδόμημα, έτσι κι αλλιώς χτισμένο εξ αρχής με σαθρά υλικά, κλονίζεται συθέμελα. Οι ζημιές από τους ισχυρούς κραδασμούς δεν είναι απλώς επιφανειακές ρωγμές στους εξωτερικούς τοίχους, αλλά βαθιές παραμορφώσεις των κεντρικών στηριγμάτων, που έχουν αρχίσει να υποχωρούν.
Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, κεφάλαιο και κράτος επιστράτευσαν την προπαγάνδα και την ωμή βία σαν ανάχωμα στη διάχυτη οργή που σκοτεινιάζει τον ορίζοντα και ηλεκτρίζει επικίνδυνα την ατμόσφαιρα, προμηνύοντας την επερχόμενη καταιγίδα. Νιώθουν την απειλή και αντιδρούν σπασμωδικά, αφού δεν έχουν καμία άλλη δυνατότητα να ανακόψουν τις εξελίξεις. Η αντίδρασή τους αποκαλύπτει τα όρια, φανερώνει την ολοκληρωτική φύση τού κατ' επίφαση δημοκρατικού καθεστώτος. Ξεπέρασαν μέσα στον πανικό τους τα εσκαμμένα, καταστρατηγώντας ανενδοίαστα τις εγγυήσεις του συντάγματος το οποίο υποτίθεται κόπτονται να υπερασπιστούν. Όπως πράττουν συγκεκριμένα στην περίπτωση του αναρχικού κρατούμενου απεργού πείνας Θοδωρή Ηλιόπουλου, ο οποίος παραμένει προφυλακισμένος για συμμετοχή σε επεισόδια στη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη με χαλκευμένες κατηγορίες, που στηρίζονται σε διάτρητες μαρτυρίες δύο ματατζήδων, παρότι αυτές καταρρίπτονται από τουλάχιστον πέντε αυτόπτες μάρτυρες, που διαβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος.
Η άρχουσα τάξη, εκτός από την παράλογη εκδικητικότητα που επιδεικνύει απέναντι σε όσους αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία της, νομοθετεί με οργουελιανό οίστρο στο όνομα της ασφάλειας και υπονομεύει τη δημοκρατία στο όνομα της δημοκρατίας. Απαγορεύσεις, παρακολουθήσεις, έλεγχος, καταστολή. Καταπατούν τα συγκεκριμένα δικαιώματα για να προστατέψουν δήθεν τα αφηρημένα. Καταφεύγουν εν ολίγοις στις γνωστές μεθόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων προκειμένου να μας πείσουν, και εν ανάγκη να μας αναγκάσουν να πειθαρχήσουμε αν δουν ότι κλωτσάμε, να μείνουμε ζεμένοι και να συνεχίσουμε να σέρνουμε το άροτρο αγόγγυστα.
Οι οιωνοί προμηνύουν το μέλλον ζοφερό και τα κοράκια τσακώνονται ποιο θα κομίσει πρώτο τα κακά μαντάτα. Στα μήντια, οι ομιλούσες κεφαλές παραληρούν, διασπείροντας σαν ιούς ελέγχου τον πανικό και τον τρόμο μέσα από τις αυθαίρετα ιδιοποιημένες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες. Από την "οικονομική κρίση", την "ακρίβεια" και τη "γρίπη των χοίρων" μέχρι την "απειλή της Τουρκίας", τον "αλυτρωτισμό των Σκοπίων", την "τρομοκρατία", την "εγκληματικότητα", τη "λαθρομετανάστευση", και γενικά την κάθε ευκαιριακή περίσταση που μπορεί να υπογραμμίσει τη δική τους απαραίτητη παρέμβαση στην οργάνωση της ζωής μας, οι αδηφάγοι κηφήνες της "μπουρζουαζίας" και τα κουρδισμένα ανδράποδά τους σαλπίζουν παράφωνα συναγερμό. Εξαφανίζοντας τεχνηέντως κάτω από το χαλί της "εγκυρότητας" τα γεγονότα που αμφισβητούν ριζικά την κυρίαρχη τάξη, αναλύοντας "σφαιρικά", "αντικειμενικά" και με "υπευθυνότητα" τα θέματα της "πολιτικής ατζέντας", οι συνδαιτυμόνες των ισχυρών εκτελούν το αξιόλογο έργο τους και αμείβονται παχυλά για τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσφέρουν, πράττοντας στο ακέραιο το "δημοσιογραφικό τους καθήκον", να παπαγαλίζουν δηλαδή το αναγκαίον της συναίνεσης. Χάρις αυτών κατανοήσαμε πραγματικά σε όλο της το εύρος την αποκαλυπτική έννοια "βομβαρδισμός πληροφοριών".1
Πιο άμεσα και απροκάλυπτα, οι αστυνομικές δυνάμεις, ως "οπλισμένο χέρι του κράτους", κάνουν κι αυτές το δικό τους καθήκον: ασελγούν στα κορμιά και την αξιοπρέπεια όσων έχουν πεταχτεί στο περιθώριο, των αποκλεισμένων, των μεταναστών, όσων διεκδικούν ή αντιστέκονται, με τέτοια λύσσα, μανία και εκδικητικότητα που μπροστά τους ωχριά η βαναυσότητα της διαβόητης Χωροφυλακής. Τα καθημερινά ανδραγαθήματα των επιλεκτικά στρατολογημένων για τα ψυχικά και πνευματικά τους "χαρίσματα" στρατόκαυλων μπάτσων-δικαστών σε βάρος αδύναμων και κατατρεγμένων, σε συνδυασμό με το γενικότερο ύφος της αστυνομίας, που πουλάει τσαμπουκά στην κοινωνία και σε όποιον δεν της γυαλίζει στο μάτι, είναι από μόνα τους αρκετά για να καταρρακωθεί η όποια επίφαση δημοκρατικότητας της ένστολης μισθοφορικής τρομοκρατικής δύναμης της ΕΛ.ΑΣ. και να αποκαλυφτεί ο πραγματικός της ρόλος ως μηχανισμός επιβολής της εξουσίας.
Τοποθετημένη σαν ξένο σώμα, αποκομμένη από την κοινωνία, η αστυνομία είναι μια "ουδέτερη" δύναμη που επεμβαίνει δραστικά εναντίον της. Καθήκον της φέρεται να είναι να προστατεύει το δημοκρατικό κράτος, ως την ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του όλου, έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου ατόμου, τάξης ή ομάδας θεωρηθούν ως απειλή για τους πολίτες, τους θεσμούς και την υπόστασή του. Όμως, πέρα από τους ισχυρούς, τα φασιστόμουτρα, τους "πατριώτες" και τους "νοικοκυραίους", που αναγνωρίζει de facto ως "κοινωνία", η αστυνομία δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλον καθαυτόν ως αυτεξούσιο πρόσωπο, παρά μόνο σε σχέση με την αφηρημένη εξουσία του Νόμου και του Κράτους. Έτσι υπερασπίζεται, με φασιστική νοοτροπία, την κανονιστική ρύθμιση της συμπεριφοράς του "σωστού πολίτη" στους όρους της υποταγής και της εκμετάλλευσης που υπαγορεύονται από τους ισχυρούς. Τα όργανά της μετατρέπονται σε επιτηρητές της κυρίαρχης τάξης. Δρώντας κατ' εντολήν σαν δυνάμεις κατοχής που ελέγχουν την κίνηση και τις ενέργειες του πλήθους για λογαριασμό της ληστρικής ελίτ που διαχειρίζεται το κράτος, οι αψίθυμοι "πραίτορες" καταπατούν βάναυσα με τα άρβυλά τους την αξιοπρέπεια και την ελευθερία όσων θεωρούνται επικίνδυνοι.
Υπάρχει, όμως, κι ένα όριο στην υπομονή και στην ξεφτίλα. Κι εμείς πιάσαμε πάτο. Δεν έχουμε τίποτα πια να χάσουμε παρά μόνο το καπέλο του κορόιδου που δεχτήκαμε να μας φορέσουν, γι' αυτό και θα γινόμαστε όλο και πιο επικίνδυνοι για τη δικιά τους κυρίαρχη τάξη. Έχουν διαπιστώσει πόσο αποφασισμένοι είμαστε, συνειδητοποίησαν ότι η κρίση είναι πιο βαθιά απ' ότι πίστευαν, γνωρίζουν πως οι συνέπειές της είναι απρόβλεπτες. Ο απρόσμενος, αποκαλυπτικός Δεκέμβρης και η ανάδυση μιας πολλαπλότητας εξεγερμένων υποκειμένων στοιχειώνει τους εφιάλτες τους. Ξέρουν ότι κάτι αντίστοιχο θα ξανασυμβεί αναπόφευκτα, και ότι θα είναι πιο μαζικό, πιο επίμονο, με τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων που μέχρι τώρα ήταν αμέτοχα. Και αυτή η επίγνωση του επερχόμενου θέτει κάποιον φραγμό στην αλαζονεία τους – όχι όμως και στην απληστία τους απ' ό,τι δείχνουν τα γεγονότα.
Ώσπου να φουντώσει και πάλι η σπίθα της εξέγερσης, τους διαβεβαιώνουμε ότι θα μας βρίσκουν συνεχώς μπροστά τους, ότι θα υπονομεύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα σχέδιά τους και θα τινάξουμε στον αέρα κάθε απόπειρα κοινωνικής ειρήνευσης και επιβεβλημένης συναίνεσης με τους δικούς τους όρους. Θα αντισταθούμε σθεναρά με αποφασιστικότητα σε κάθε προσπάθεια να υποτιμήσουν κι άλλο τη ζωή μας, να μας ελέγξουν, να μας χειραγωγήσουν, να υποδουλώσουν το μέλλον μας στα χρέη και στις επιλογές τους. Θα χρησιμοποιήσουμε όποια μέθοδο κρίνουμε πρόσφορη για τους σκοπούς μας ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις, από το σαμποτάζ και τη σύγκρουση ως την απεργία, την πολιτική ανυπακοή και άλλες καινούργιες μεθόδους που θα επινοήσουμε. Στην πιο απλή μορφή της, η αντίστασή μας είναι η έμπρακτη άρνηση να συμμετέχουμε ενεργά στο σύστημα, να το στηρίζουμε συνειδητά με τις δημιουργικές μας δυνάμεις, νομιμοποιώντας το και αναπαράγοντάς το.
Όμως δεν αρκεί αυτό. Ας μην ξεχνάμε ότι "πολεμάμε ανάμεσα σε δύο κόσμους: εκείνον που δεν δεχόμαστε κι αυτόν που δεν υπάρχει ακόμα".2 Οι καιροί και οι συνθήκες απαιτούν να δράσουμε άμεσα, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο, που δεν πρέπει να μένουν άλλο διαχωρισμένα, για να αποαποικιοποιήσουμε το φαντασιακό και την καθημερινή ζωή μας, να δημιουργήσουμε τις εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και θέσμισης που θα διαφυλάσσουν τα κοινά, θα επιτρέπουν τη συλλογική διαχείριση των πόρων και των παραγωγικών μέσων, προωθώντας αδιάλλακτα και με σθένος την επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και την πραγματική χειραφέτηση του ατόμου, πέρα από την πατριαρχία, τον καπιταλισμό και το κράτος, στην αταξική και πολυσύνθετη κοινωνία των ισότιμων, ελεύθερων ανθρώπων.
1. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Πρώτα απ' όλα η επικοινωνία", περ. Καταστασιακή Διεθνής, τ. 7, Απρίλιος 1962, στο Internationale Situationniste, Το ξεπέρασμα της τέχνης. Ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς, μτφρ. - επιλογή κειμένων Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985, σ. 239.
2. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Η πέμπτη συνδιάσκεψη της Κ.Δ. στο Γκέτεμποργκ", όπ.π., σ. 252.
Όσο για εκείνα τα καλόπαιδα...
... Όσο για εκείνα τα καλόπαιδα, που «στα δεκαπέντε τους σύχναζαν στου Στρέφη και διάβαζαν Μπακούνιν πίνοντας μαυροδάφνη», πρόκειται φαίνεται για το αρκετά συνηθισμένο είδος ανθρώπων στους οποίους η μαυροδάφνη είχε μεγαλύτερη επίδραση απ' ό,τι ο Μπακούνιν. Προτίμησαν την αποχαυνωτική ζάλη του κρασιού από την έξαψη των μολότοφ. Και την ασφαλή αμφισβήτηση που προσφέρει η ναρκισσιστική καταφυγή στο φαντασιακό του «καταραμένου» από το ρίσκο της πραγματικής εμπλοκής στους αγώνες.
Διόλου πρωτότυπο. Οι μοσχαναθρεμμένοι γόνοι της μεσοανώτερης τάξης έβγαλαν τη γλώσσα στους γονείς τους με ανώδυνη αυθάδεια – επέλεξαν να κάνουν την επανάστασή τους γλεντοκοπώντας μέχρι τελικής πτώσεως. Σπουδαία τα λάχανα... Οι «αγώνες» τους αφορούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνικά εξαργυρώσιμης ταυτότητας και τίποτε άλλο. Μάζευαν εύσημα για το βιογραφικό τους. Στα τριάντα πέντε και τους, ώριμοι πια και καλά βολεμένοι στο σύστημα, μπορούν να επαίρονται για την αντοχή τους στο μεθύσι και στην οσφυοκαμψία, δεν έχουν όμως κανένα λόγο να κοκορεύονται για την πολιτική τους οξυδέρκεια, πόσο δε για την πολιτική τους στάση.
Αν και ντύνονται ακόμη και τώρα στα μαύρα –life style απόηχος των νεανικών αναγνωσμάτων πιθανώς–, θα τους ταίριαζε γάντι η πορφυρή τήβεννος της αυθεντίας, αλλά και το πολύχρωμο ρούχο του παλιάτσου της εξουσίας – ενίοτε δε, θα τους πήγαινε και η λιβρέα του λακέ, του πειθήνιου υπηρέτη των πιο ισχυρών συμφερόντων. Από την άλλη, το μη-χρώμα που προτιμούν, το μαύρο, μπορεί να σημαίνει την ουδέτερη θέση του επαμφοτερίζοντος, ή την ευάλωτη ευστάθεια στη σκοτοδίνη του μεθυσμένου. Να συγκαλύπτει δηλαδή σαν μαύρο πέπλο τον καιροσκοπισμό τους και την απύθμενη κενότητα της ματαιοδοξίας τους.
Κανένα ρούχο ωστόσο δεν μπορεί να κρύψει τη γύμνια τους. Όταν σήκωσαν τα χέρια ψηλά, παραδιδόμενοι αμαχητί στη σύμβαση, τους έπεσαν τα σώβρακα.
Φάνηκε η μηδαμινότητα των επιχειρημάτων που σήμερα επικαλούνται, πασχίζοντας να επιδείξουν το σθένος της πολιτικής τους συνείδησης και τη δημοκρατική τους ευαισθησία. Ο «διάλογος» είναι το νέο φετίχ που λατρεύουν. Ένας διάλογος που πνίγεται στα ευφυολογήματα, στον κομφορμισμό και στη φενάκη. Στην καθώς πρέπει φιλελεύθερη ρητορική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», στο βαλτώδες έδαφος των «ατομικών δικαιωμάτων»σ.
Έχουν ξεπεράσει κάθε αφελή ιδεολογία των πληβείων και κάθε κοινωνική σύγκρουση προκειμένου να προσδώσουν τερατώδες κύρος στην ευγένεια, αυτή την προσομοίωση της παρρησίας και του ήθους. Πράγματι, έχουν δίκιο: μπορείς να καταρρακώσεις κάποιον με τον πιο ευγενικό τρόπο, δεν μπορείς όμως ποτέ να επαναστατήσεις κρατώντας τα προσχήματα. Στην ευτοπία της ευγένειας κάθε αγκάθι ξεριζώνεται, κάθε οργισμένη αντίδραση διαγράφεται, κάθε παρεκκλίνουσα συμπεριφορά στιγματίζεται. Στην εικονική επικράτειά της, η ψυχραιμία, το να είσαι «cool», σχεδόν ψοφίμι, έχει αναγορευτεί σε ύψιστη αρετή, και ανταμείβεται δεόντως.
Για τους ευγενείς (τους γόνους της «αριστοκρατίας» με την ευρύτερη έννοια), οι διαμάχες αφορούν περισσότερο σε αγώνες πολιτικού τένις, όπου ανταλλάσσονται σφοδρά επιχειρήματα και στρογγυλές γνώμες εκατέρωθεν του φιλέ, μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιχνιδιού και υπό το άγρυπνο βλέμμα του φιλοθεάμονος κοινού και του διαιτητή, παρά σε πραγματικές συγκρούσεις στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού με υλικό κόστος και απώλειες. Είναι προφανές ότι τους τρομοκρατεί η ιδέα του χάους, της ανεξέλεγκτης ορμής της εξέγερσης που σαρώνει κάθε αστική πρόφαση ευγένειας τινάζοντας στον αέρα την επίφαση του εξευγενισμένου διαλόγου. Αυτός είναι ο λόγος που, με αυτεπίγνωση των επιλογών τους, όντας κυνικοί, πασχίζουν να συντηρούν την προσομοίωση. Και να την πλασάρουν με κάθε ευκαιρία ως αναπόφευκτη ανθρώπινη κατάσταση ή, ακόμα χειρότερα, ως εποποιία του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο «διάλογός» τους λοιπόν είναι στιλπνή διαφήμιση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, που σε κάθε νέα εκδοχή της εμφανίζεται βελτιωμένη, σαν τα απορρυπαντικά ρούχων. Πασχίζουν να ξεπλύνουν τα στίγματα του ανορθολογισμού, μα εκείνα παραμένουν ανεξίτηλα. Το καθαρτήριο του διαλόγου είναι η δική τους είσοδος στην Κόλαση, αν και οι ίδιοι πιστεύουν ότι κρατάνε το κλειδί για την πύλη του Παραδείσου και το κουνάνε με περισσή αλαζονεία μπροστά στα μούτρα μας.
Αν είχαν διδαχτεί κάτι από τον γέρο-Μπακούνιν, αν μη τι άλλο δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη γελοία θέση σήμερα: να φιγουράρουν σαν κορδωμένοι θυρωροί που ελέγχουν την είσοδο στον εικονικό παράδεισο που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Αν είχαν ακούσει τον γέρο-Μπακούνιν, θα είχαν απορρίψει συνειδητά, τόσο τη μεταφυσική του παραδείσου όσο και τη φυσική του ελέγχου και της ισχύος. Και δεν θα αναζητούσαν χορηγούς στη ματαιοδοξία τους, αλλά συντρόφους και συμμάχους στον αγώνα για την αξιοπρέπειά τους.
Διόλου πρωτότυπο. Οι μοσχαναθρεμμένοι γόνοι της μεσοανώτερης τάξης έβγαλαν τη γλώσσα στους γονείς τους με ανώδυνη αυθάδεια – επέλεξαν να κάνουν την επανάστασή τους γλεντοκοπώντας μέχρι τελικής πτώσεως. Σπουδαία τα λάχανα... Οι «αγώνες» τους αφορούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνικά εξαργυρώσιμης ταυτότητας και τίποτε άλλο. Μάζευαν εύσημα για το βιογραφικό τους. Στα τριάντα πέντε και τους, ώριμοι πια και καλά βολεμένοι στο σύστημα, μπορούν να επαίρονται για την αντοχή τους στο μεθύσι και στην οσφυοκαμψία, δεν έχουν όμως κανένα λόγο να κοκορεύονται για την πολιτική τους οξυδέρκεια, πόσο δε για την πολιτική τους στάση.
Αν και ντύνονται ακόμη και τώρα στα μαύρα –life style απόηχος των νεανικών αναγνωσμάτων πιθανώς–, θα τους ταίριαζε γάντι η πορφυρή τήβεννος της αυθεντίας, αλλά και το πολύχρωμο ρούχο του παλιάτσου της εξουσίας – ενίοτε δε, θα τους πήγαινε και η λιβρέα του λακέ, του πειθήνιου υπηρέτη των πιο ισχυρών συμφερόντων. Από την άλλη, το μη-χρώμα που προτιμούν, το μαύρο, μπορεί να σημαίνει την ουδέτερη θέση του επαμφοτερίζοντος, ή την ευάλωτη ευστάθεια στη σκοτοδίνη του μεθυσμένου. Να συγκαλύπτει δηλαδή σαν μαύρο πέπλο τον καιροσκοπισμό τους και την απύθμενη κενότητα της ματαιοδοξίας τους.
Κανένα ρούχο ωστόσο δεν μπορεί να κρύψει τη γύμνια τους. Όταν σήκωσαν τα χέρια ψηλά, παραδιδόμενοι αμαχητί στη σύμβαση, τους έπεσαν τα σώβρακα.
Φάνηκε η μηδαμινότητα των επιχειρημάτων που σήμερα επικαλούνται, πασχίζοντας να επιδείξουν το σθένος της πολιτικής τους συνείδησης και τη δημοκρατική τους ευαισθησία. Ο «διάλογος» είναι το νέο φετίχ που λατρεύουν. Ένας διάλογος που πνίγεται στα ευφυολογήματα, στον κομφορμισμό και στη φενάκη. Στην καθώς πρέπει φιλελεύθερη ρητορική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», στο βαλτώδες έδαφος των «ατομικών δικαιωμάτων»σ.
Έχουν ξεπεράσει κάθε αφελή ιδεολογία των πληβείων και κάθε κοινωνική σύγκρουση προκειμένου να προσδώσουν τερατώδες κύρος στην ευγένεια, αυτή την προσομοίωση της παρρησίας και του ήθους. Πράγματι, έχουν δίκιο: μπορείς να καταρρακώσεις κάποιον με τον πιο ευγενικό τρόπο, δεν μπορείς όμως ποτέ να επαναστατήσεις κρατώντας τα προσχήματα. Στην ευτοπία της ευγένειας κάθε αγκάθι ξεριζώνεται, κάθε οργισμένη αντίδραση διαγράφεται, κάθε παρεκκλίνουσα συμπεριφορά στιγματίζεται. Στην εικονική επικράτειά της, η ψυχραιμία, το να είσαι «cool», σχεδόν ψοφίμι, έχει αναγορευτεί σε ύψιστη αρετή, και ανταμείβεται δεόντως.
Για τους ευγενείς (τους γόνους της «αριστοκρατίας» με την ευρύτερη έννοια), οι διαμάχες αφορούν περισσότερο σε αγώνες πολιτικού τένις, όπου ανταλλάσσονται σφοδρά επιχειρήματα και στρογγυλές γνώμες εκατέρωθεν του φιλέ, μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιχνιδιού και υπό το άγρυπνο βλέμμα του φιλοθεάμονος κοινού και του διαιτητή, παρά σε πραγματικές συγκρούσεις στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού με υλικό κόστος και απώλειες. Είναι προφανές ότι τους τρομοκρατεί η ιδέα του χάους, της ανεξέλεγκτης ορμής της εξέγερσης που σαρώνει κάθε αστική πρόφαση ευγένειας τινάζοντας στον αέρα την επίφαση του εξευγενισμένου διαλόγου. Αυτός είναι ο λόγος που, με αυτεπίγνωση των επιλογών τους, όντας κυνικοί, πασχίζουν να συντηρούν την προσομοίωση. Και να την πλασάρουν με κάθε ευκαιρία ως αναπόφευκτη ανθρώπινη κατάσταση ή, ακόμα χειρότερα, ως εποποιία του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο «διάλογός» τους λοιπόν είναι στιλπνή διαφήμιση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, που σε κάθε νέα εκδοχή της εμφανίζεται βελτιωμένη, σαν τα απορρυπαντικά ρούχων. Πασχίζουν να ξεπλύνουν τα στίγματα του ανορθολογισμού, μα εκείνα παραμένουν ανεξίτηλα. Το καθαρτήριο του διαλόγου είναι η δική τους είσοδος στην Κόλαση, αν και οι ίδιοι πιστεύουν ότι κρατάνε το κλειδί για την πύλη του Παραδείσου και το κουνάνε με περισσή αλαζονεία μπροστά στα μούτρα μας.
Αν είχαν διδαχτεί κάτι από τον γέρο-Μπακούνιν, αν μη τι άλλο δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη γελοία θέση σήμερα: να φιγουράρουν σαν κορδωμένοι θυρωροί που ελέγχουν την είσοδο στον εικονικό παράδεισο που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Αν είχαν ακούσει τον γέρο-Μπακούνιν, θα είχαν απορρίψει συνειδητά, τόσο τη μεταφυσική του παραδείσου όσο και τη φυσική του ελέγχου και της ισχύος. Και δεν θα αναζητούσαν χορηγούς στη ματαιοδοξία τους, αλλά συντρόφους και συμμάχους στον αγώνα για την αξιοπρέπειά τους.
Ναυαγοί στον Παράδεισο
Η ελληνική καλλιτεχνική πρωτοπορία της τελευταίας δεκαετίας καταποντίστηκε στα θολά νερά του Φαληρικού Δέλτα. Έβαλε πλώρη για την ουτοπία παραβλέποντας το προφανές: την αλλαγή του καιρού• έχασε έτσι τον προσανατολισμό της, και ναυάγησε άδοξα. Παραμένει ωστόσο αδιευκρίνιστο μέχρι στιγμής αν το ναυάγιο αυτό θα αποτελέσει αφορμή για ένα νέο ξεκίνημα ή αν θα παρασύρει μαζί του στον βυθό κάθε προσδοκία ενός ουσιαστικού κριτικού εγχειρήματος στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Αν και είναι μάλλον απίθανο να ξαναβρεί την πορεία που είχε χαράξει και την οποία προσπάθησε με συνέπεια να ακολουθήσει μέχρις ότου υπέκυψε στην παραδείσια φωνή των σειρήνων, η καλλιτεχνική πρωτοπορία θα μπορούσε να ανασκουμπωθεί, να επανεξοπλιστεί και να αναζητήσει μια νέα ρότα που θα την οδηγήσει μακριά από την επίπλαστη ευδαιμονία της Εδέμ.
Προσωπικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Και αυτό για δύο λόγους:
• Πρώτον, η όποια δυναμική της ελληνικής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας έχει υπονομευθεί πλέον από την ίδια, από την στάση της απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, την ριζοσπαστική πολιτική και τα κινήματα, μία επαμφοτερίζουσα στάση έλξης-απώθησης, που επισφραγίζει, αν μη τι άλλο, τον αμιγώς θεωρητικό προσανατολισμό της. Όντας μια υπόθεση «ακαδημαϊκών» και «διανοουμένων», η πρωτοπορία προτίμησε να ακολουθήσει μια σχετικά ασφαλή παράκτια πορεία κοντά στους θεσμούς παρά να ξανοιχτεί σε περιπετειώδεις εξερευνήσεις σε πιο ταραγμένα και άγνωστα νερά. Και όποτε δοκίμασε να ξανοιχτεί στην περιπέτεια, ακολούθησε απλώς την πορεία που είχαν χαράξει προ πολλού άλλοι πάνω στον εννοιολογικό χάρτη, βρίσκοντας απάγκιο και ασφαλές λιμάνι στον έναν κοινό τόπο μετά τον άλλο. Τα ταξίδια της πρωτοπορίας μοιάζουν λοιπόν περισσότερο με τουριστικές κρουαζιέρες σε παραδεισένια, γραφικά νησιά παρά με ριψοκίνδυνα ταξίδια προς αναζήτηση ενός άλλου τόπου.
• Δεύτερον, η καλλιτεχνική πρωτοπορία δεν κατάφερε να αναλύσει την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων με την απαραίτητη πολιτική οξυδέρκεια. Δεν διαθέτει πια τα κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία για κάτι τέτοιο. Τα έχει αφήσει πίσω της, αφού τα θεώρησε παρωχημένα και άχρηστα πλέον. Πίστεψε ότι αφορούσαν στο παρελθόν ενώ αυτά αφορούσαν στο μέλλον που ήρθε. Έτσι ερμήνευσε την επιμονή και την ένταση των φαινόμενων ως μια ιδεαλιστική αντανάκλαση της ετερογένειας του «πλήθους» και όχι ως διαδικασία σύστασης ενός νέου πολύμορφου συλλογικού Υποκειμένου. Την αδυναμία κατανόησης και ερμηνείας σε ένα επίπεδο που να συμπεριλαμβάνει τόσο τη θεωρία όσο και το γίγνεσθαι, τα γεγονότα και τις πράξεις, τη δράση και την αντίδραση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού και πάλης, την αναπλήρωσε η μακάρια ενατένιση, η αισθητικοποίηση και η αποθέωση της αφήγησης υποκειμενικών εμπειριών, επιθυμιών και απόψεων ή/και η αναπαράσταση δήθεν συλλογικών προταγμάτων, αποκομμένων όμως από τους φυσικούς φορείς τους και τις καθορίζουσες συνιστώσες που τους προσδίδουν το όποιο νόημά τους. Η «κριτική» μπορεί να εννοείται έτσι ως μια επιτελεστική και ρητορική παρέμβαση με αφηρημένους «πολιτικούς» στόχους και καμία συγκεκριμένη δέσμευση πέρα από την φορμαλιστική αναφορικότητά της στην καλλιτεχνική πρακτική και την ιστορία της τέχνης. Επιδιώκοντας να γίνει συγκεκριμένη, μην τολμώντας ωστόσο να δεσμευτεί πραγματικά στην αναζήτηση ενός άλλου τόπου, η καλλιτεχνική πρωτοπορία έφτασε στην «no man's land», στην καθαρή αφαίρεση. Κι από εκεί στον άκριτο συμβιβασμό, δηλαδή στο ναυάγιο στα θολά νερά του (νέο)φιλελεύθερου παραδείσου.
Προσωπικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Και αυτό για δύο λόγους:
• Πρώτον, η όποια δυναμική της ελληνικής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας έχει υπονομευθεί πλέον από την ίδια, από την στάση της απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, την ριζοσπαστική πολιτική και τα κινήματα, μία επαμφοτερίζουσα στάση έλξης-απώθησης, που επισφραγίζει, αν μη τι άλλο, τον αμιγώς θεωρητικό προσανατολισμό της. Όντας μια υπόθεση «ακαδημαϊκών» και «διανοουμένων», η πρωτοπορία προτίμησε να ακολουθήσει μια σχετικά ασφαλή παράκτια πορεία κοντά στους θεσμούς παρά να ξανοιχτεί σε περιπετειώδεις εξερευνήσεις σε πιο ταραγμένα και άγνωστα νερά. Και όποτε δοκίμασε να ξανοιχτεί στην περιπέτεια, ακολούθησε απλώς την πορεία που είχαν χαράξει προ πολλού άλλοι πάνω στον εννοιολογικό χάρτη, βρίσκοντας απάγκιο και ασφαλές λιμάνι στον έναν κοινό τόπο μετά τον άλλο. Τα ταξίδια της πρωτοπορίας μοιάζουν λοιπόν περισσότερο με τουριστικές κρουαζιέρες σε παραδεισένια, γραφικά νησιά παρά με ριψοκίνδυνα ταξίδια προς αναζήτηση ενός άλλου τόπου.
• Δεύτερον, η καλλιτεχνική πρωτοπορία δεν κατάφερε να αναλύσει την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων με την απαραίτητη πολιτική οξυδέρκεια. Δεν διαθέτει πια τα κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία για κάτι τέτοιο. Τα έχει αφήσει πίσω της, αφού τα θεώρησε παρωχημένα και άχρηστα πλέον. Πίστεψε ότι αφορούσαν στο παρελθόν ενώ αυτά αφορούσαν στο μέλλον που ήρθε. Έτσι ερμήνευσε την επιμονή και την ένταση των φαινόμενων ως μια ιδεαλιστική αντανάκλαση της ετερογένειας του «πλήθους» και όχι ως διαδικασία σύστασης ενός νέου πολύμορφου συλλογικού Υποκειμένου. Την αδυναμία κατανόησης και ερμηνείας σε ένα επίπεδο που να συμπεριλαμβάνει τόσο τη θεωρία όσο και το γίγνεσθαι, τα γεγονότα και τις πράξεις, τη δράση και την αντίδραση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού και πάλης, την αναπλήρωσε η μακάρια ενατένιση, η αισθητικοποίηση και η αποθέωση της αφήγησης υποκειμενικών εμπειριών, επιθυμιών και απόψεων ή/και η αναπαράσταση δήθεν συλλογικών προταγμάτων, αποκομμένων όμως από τους φυσικούς φορείς τους και τις καθορίζουσες συνιστώσες που τους προσδίδουν το όποιο νόημά τους. Η «κριτική» μπορεί να εννοείται έτσι ως μια επιτελεστική και ρητορική παρέμβαση με αφηρημένους «πολιτικούς» στόχους και καμία συγκεκριμένη δέσμευση πέρα από την φορμαλιστική αναφορικότητά της στην καλλιτεχνική πρακτική και την ιστορία της τέχνης. Επιδιώκοντας να γίνει συγκεκριμένη, μην τολμώντας ωστόσο να δεσμευτεί πραγματικά στην αναζήτηση ενός άλλου τόπου, η καλλιτεχνική πρωτοπορία έφτασε στην «no man's land», στην καθαρή αφαίρεση. Κι από εκεί στον άκριτο συμβιβασμό, δηλαδή στο ναυάγιο στα θολά νερά του (νέο)φιλελεύθερου παραδείσου.
Το αυγό του φιδιού
Το αυγό του φιδιού επωάζεται στην αγκαλιά του κράτους. Στρατόπεδα συγκέντρωσης οργανώνονται σε ολόκληρη τη χώρα. Θα «φιλοξενήσουν», λένε, τους «λαθραίους». Εννοούν τους χιλιάδες ανέστιους πρόσφυγες και μετανάστες από τις ρημαγμένες, τις καταληστεμένες από την αποικιοκρατία και το ΔΝΤ ή τις ξεκληρισμένες από τους πόλεμους και τις «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» χώρες της Ασίας, της Αφρικής, των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Όλοι αυτοί, άνθρωποι διωγμένοι, ταλαιπωρημένοι, που αναζητούν μια νέα αρχή στη ζωή τους, όταν φτάνουν έχοντας περάσει τα μύρια όσα στην Ελλάδα, εγκλωβίζονται σε ένα παράλογο σύστημα καφκικής γραφειοκρατίας που τους αποκλείει ακόμα και από τη στοιχειώδη επιβεβαίωση της ύπαρξής τους. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς στέγη, χωρίς εργασία, χωρίς δίκτυο κοινωνικών σχέσεων να τους στηρίζει, άλαλοι αφού δεν μιλούν παρά τη γλώσσα της πατρίδας τους οι πιο πολλοί, βολοδέρνουν σαν φαντάσματα στα σοκάκια των συνοικιών του κέντρου της μητρόπολης, κυνηγημένοι που παίζουν διαρκώς ένα επικίνδυνο κρυφτό με την αστυνομία και τις ομάδες των φασιστών και των ξενόφοβων.
Παρακολουθούμε δύσθυμοι τους πολιτικούς να συναγωνίζονται στη σκληρότητα, λες και τώρα ανακάλυψαν την αθλιότητα. Είναι το «μήνυμα της κάλπης» που ερμήνευσαν με κοντόθωρο τρόπο: ότι «η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο» και ότι «κάτι πρέπει να γίνει». Ο λόγος τους, διανθισμένος με ακροδεξιές κορώνες, συγκαλυμμένες άτσαλα πίσω από τις «ρεαλιστικές προτάσεις για να λυθεί το πρόβλημα», ανακυκλώνει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό και ανάβει το πράσινο φως στις φρικαλεότητες. «Μηδενική ανοχή» ζητά ο ένας (για τους «παράνομους» φυσικά…), «άμεσα και δραστικά μέτρα» υπόσχεται ο άλλος, εξαπολύοντας ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό. Η «τελική λύση» φαντάζει τώρα ελκυστική, και κάποιοι δεν διστάζουν να την προτείνουν, ζητώντας μας να συμμεριστούμε την «δίκαιη αγανάκτησή» τους.
Στο μεταξύ η ΕΛ.ΑΣ., με υψηλό φρόνημα και αίσθηση του καθήκοντος και της αποστολής της, πιστή στις παραδόσεις και τη φήμη της, επιδίδεται καθημερινά σε ένα όργιο βιαιοτήτων και καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε συνεργασία με οργανωμένες ομάδες «αγανακτισμένων πολιτών» και φασιστών εκκαθαρίζει τις συνοικίες και τις γειτονιές του κέντρου από τα «σκουπίδια». (Κανείς δεν αναρωτιέται πώς στοιβάζονται αυτές οι εκατοντάδες ανθρώπων που τσουβαλιάζονται σωρηδόν, κρατούμενοι υπό άγνωστες συνθήκες, ένας θεός ξέρει πού. Και τι θα απογίνουν;) Επιβεβαιώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η «τελική λύση» είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει η απαραίτητη συναίνεση: που σημαίνει ότι όλοι κάνουμε τα στραβά μάτια.
Το αυγό του φιδιού το επωάζουμε στην αγκαλιά μας.
Παρακολουθούμε δύσθυμοι τους πολιτικούς να συναγωνίζονται στη σκληρότητα, λες και τώρα ανακάλυψαν την αθλιότητα. Είναι το «μήνυμα της κάλπης» που ερμήνευσαν με κοντόθωρο τρόπο: ότι «η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο» και ότι «κάτι πρέπει να γίνει». Ο λόγος τους, διανθισμένος με ακροδεξιές κορώνες, συγκαλυμμένες άτσαλα πίσω από τις «ρεαλιστικές προτάσεις για να λυθεί το πρόβλημα», ανακυκλώνει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό και ανάβει το πράσινο φως στις φρικαλεότητες. «Μηδενική ανοχή» ζητά ο ένας (για τους «παράνομους» φυσικά…), «άμεσα και δραστικά μέτρα» υπόσχεται ο άλλος, εξαπολύοντας ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό. Η «τελική λύση» φαντάζει τώρα ελκυστική, και κάποιοι δεν διστάζουν να την προτείνουν, ζητώντας μας να συμμεριστούμε την «δίκαιη αγανάκτησή» τους.
Στο μεταξύ η ΕΛ.ΑΣ., με υψηλό φρόνημα και αίσθηση του καθήκοντος και της αποστολής της, πιστή στις παραδόσεις και τη φήμη της, επιδίδεται καθημερινά σε ένα όργιο βιαιοτήτων και καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε συνεργασία με οργανωμένες ομάδες «αγανακτισμένων πολιτών» και φασιστών εκκαθαρίζει τις συνοικίες και τις γειτονιές του κέντρου από τα «σκουπίδια». (Κανείς δεν αναρωτιέται πώς στοιβάζονται αυτές οι εκατοντάδες ανθρώπων που τσουβαλιάζονται σωρηδόν, κρατούμενοι υπό άγνωστες συνθήκες, ένας θεός ξέρει πού. Και τι θα απογίνουν;) Επιβεβαιώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η «τελική λύση» είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει η απαραίτητη συναίνεση: που σημαίνει ότι όλοι κάνουμε τα στραβά μάτια.
Το αυγό του φιδιού το επωάζουμε στην αγκαλιά μας.
Το «μήνυμα της κάλπης»
Για τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009
Η χώρα είναι πλέον πολιτικά διχασμένη. Η πρωτοφανής μαζική «απόδραση» του 48% των ψηφοφόρων από τις κάλπες στις πρόσφατες ευρωεκλογές δηλώνει κατάφορα την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την επιτακτική απαίτηση για ριζικές αλλαγές, τόσο σε πρόσωπα όσο και στην πολιτική των κομμάτων.
Μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι η αποχή είναι συγκυριακό φαινόμενο. Δεν έχουν ζυγίσει σωστά την πραγματική της σημασία, ακόμα κι αν δεχτούμε όπως αυτοί ότι πρόκειται για εξαίρεση που δεν την πιάνει το ζύγι.
Η μαζική απήχηση της αποχής δείχνει όμως ολοκάθαρα ότι η ζυγαριά γέρνει πια προς το πολιτικό και όχι προς την πολιτική. Μετράει δηλαδή κάτι άλλο, με ιδιαίτερα σημαντικό βάρος, που δεν αφορά στη διαχείριση των προβλημάτων, αλλά στην ίδια την ανέφικτη συναίνεση για τον προσδιορισμό και την διαχείρισή τους. Η πολύπλοκη νέα συνθήκη που διαμορφώνεται στο κοινωνικό πεδίο δεν αντιστοιχεί πια στη σύσταση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, όπως λίγο πολύ συνέβαινε έως τώρα. Υπάρχει πια ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και πολιτικού συστήματος, στο οποίο καταβαραθρώνονται οι όποιες προσπάθειες για την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Η απονομιμοποίηση και η αποδυνάμωσή της κυρίαρχης συντακτικής εξουσίας, η οποία λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός ενσωμάτωσης και αποκλεισμού, διευρύνει και εμβαθύνει το πεδίο των κοινωνικών ανταγωνισμών. Νέοι ανταγωνισμοί αλλάζουν διαρκώς την πολυσύνθετη εικόνα του κοινωνικού μωσαϊκού. Το μετα-φορντιστικό, ευέλικτο καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης, υποτίμησε την αξία της εργασίας και υπέσκαψε τις «παραδοσιακές» εργασιακές σχέσεις (μόνιμη απασχόληση, ασφάλιση, ωράριο, κ.λπ.). Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτό μεταφράζεται σε φτώχεια, ανασφάλεια, ανεργία, υποβάθμιση της καθημερινότητας, αποκλεισμός.
Καταστροφικές εκδηλώσεις οργής ανεβάζουν κάθε τόσο επικίνδυνα το θερμόμετρο, καταρρακώνοντας την αποτελεσματικότητα του διαμεσολαβητικού ρόλου που διατείνεται ότι εγγυάται το σύστημα. Ακόμα και η «δημόσια σφαίρα» των μμε δεν μπορεί να παίξει πια αυτό τον ρόλο, να αποτελεί σημείο κοινής αναφοράς, σε μια πολυφυλετική, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Όλα είναι ρευστά και ανοιχτά στο ενδεχόμενο, αφού η συνοχή δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις αυτοϋπονομευόμενες ιδεολογικές κατασκευές.
Αυτή η νέα κοινωνική συνθήκη καθιστά τη διαχείριση των αλλεπάλληλων και σύνθετων κρίσεων όλο και πιο δύσκολη υπόθεση και ωθεί το κράτος να υιοθετεί συχνότερα μέτρα αστυνομικού τύπου, στη συνεχή προσπάθειά του να ελέγξει και να τιθασεύσει τους απείθαρχους πληθυσμούς, το εργατικό δυναμικό και την κατακερματισμένη πραγματικότητα με την αυστηρή και βίαιη επιβολή του νόμου και της τάξης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια που προκύπτουν σε συνδυασμό με τις υποκειμενικές και συλλογικές αντιστάσεις ανατροφοδοτούν την αντίδραση σε αυτού του είδους τις πολιτικές, προκαλώντας τη διαλεκτική κορύφωση της έντασης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα πιθανώς επιλύονται. Δημιουργούνται όμως και ρήγματα, συμβάντα που επιδρούν καθοριστικά στη ροή των πραγμάτων και στη συνείδηση των ανθρώπων, όπως έγινε με τις εξεγέρσεις του περασμένου Δεκέμβρη.
Είναι προφανές πια, μετά τα όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν από τότε, ότι ένα τμήμα του πληθυσμού εκδηλώνει με κάθε τρόπο την απαρέσκειά του για το καπιταλιστικό σύστημα, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Οι άνθρωποι αυτοί, δίχως να έχουν κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο, πόσο μάλλον κοινούς στόχους, απαιτούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή τους και δεν δέχονται να παραχωρήσουν το δικαίωμα αντιπροσώπευσής τους σε κανέναν επαγγελματία πολιτικό και σε κανένα οργανωμένο κόμμα. Διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμά τους στην πόλη και την ελεύθερη πρόσβασή τους στα κοινά (γνώση, πόροι, υποδομές, αγαθά), την χειραφέτησή τους από ένα βάρβαρο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Εκτιμούν ότι η αυτοοργάνωση είναι πιο αποτελεσματικής τρόπος πολιτικής δράσης. Προτιμούν την παρέμβαση στη ροή του γίγνεσθαι και όχι τη θεμελίωση του είναι.
Όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές δεν το έκαναν ως συνειδητή πολιτική πράξη, και αν ακόμα το έκαναν, δεν είχαν προφανώς όλοι τα ίδια κίνητρα ούτε τους ίδιους λόγους για την επιλογή τους. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, τα έγραψαν απλώς στα παλιά τους τα παπούτσια, αδιαφορώντας παντελώς για τις «χαλαρές» εκλογές και το θλιβερό προεκλογικό σόου των ημερών.
Το κατά πόσο είναι συγκυριακή ή όχι η μαζική αποχή των ψηφοφόρων θα φανεί στις προσεχείς εθνικές εκλογές. Αν το ποσοστό της αποχής διατηρηθεί σε υψηλό ποσοστό, θα επιβεβαιωθεί μια συνειδησιακή μεταστροφή με πολύ βαθιά κοινωνικά χαρακτηριστικά που θα οδηγήσει σίγουρα σε νέες πολιτικές εξελίξεις, απρόβλεπτες για την ώρα.
Ακόμα και τώρα όμως, προτού τα πιο ζοφερά σενάρια ενδεχομένως επιβεβαιωθούν, οι πολιτικοί και τα κόμματα νιώθουν τη γη κάτω από τα πόδια τους να τρέμει. Το «μήνυμα της κάλπης» είναι σαφές και ξεκάθαρο• και απευθύνεται προς όλους: Η ανοχή και η υπομονή έχουν τα όριά τους. Και πολλοί τα έχουν ξεπεράσει…
ΥΓ. 1 Μόνο άστοχες μπορούν να χαρακτηριστούν οι δηλώσεις εκείνων που, κυρίως από το χώρο της αριστεράς, έσπευσαν να φορτώσουν τις ευθύνες για την εκλογική άνοδο του κόμματος του Καρατζαφέρη στην «ανώριμη πολιτική στάση» όσων απείχαν και δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή καθεαυτή η άνοδος των ποσοστών του ΛΑ.Ο.Σ. σημαίνει κάτι περισσότερο από την αναμενόμενη συσπείρωση των ξενόφοβων λαϊκών στρωμάτων της δεξιάς, που παραμένουν το πλέον καθυστερημένο και συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας, έγινε σε μία εκλογή χωρίς προφανές διακύβευμα και δεν είναι τόσο ανησυχητική όσο θέλουν να μας την παρουσιάζουν. Πολλοί από εκείνους που ψήφισαν το ΛΑ.Ο.Σ. είναι οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας που θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κυβέρνηση αλλά δεν θα ψήφιζαν ποτέ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ούτε φυσικά κάποιο αριστερό κόμμα. Στις εθνικές εκλογές το πιθανότερο είναι να επιστρέψουν στο κόμμα εξουσίας, μειώνοντας ξανά τα ποσοστά του ΛΑ.Ο.Σ. στο συνηθισμένο επίπεδο. Για μια απάντηση στο επιχείρημα σχετικά με τη «δύναμη» του ΛΑ.Ο.Σ. στην ευρωβουλή και την αποδυνάμωση της αριστεράς βλ. το ΥΓ. 2. Άλλωστε, αν κάνουμε λόγο για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έπεσε θύμα των ίδιων των αντιφάσεών του και της προσπάθειας εξισορρόπησης ανάμεσα στις διαφορετικές αντιλήψεις των συνιστωσών του. Με την επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε μετά τον Δεκέμβρη κατάφερε να τους δυσαρεστήσει όλους. Ακόμα και οι νέοι του γύρισαν την πλάτη, όπως και σε όλα τα κόμματα άλλωστε.
Το ΚΚΕ δεν δέχτηκε ανάλογο πλήγμα πιθανώς λόγω της υψηλής συσπείρωσης των οπαδών του η οποία μπορεί να αποδοθεί στον καθαρά ταξικό χαρακτήρα του και στην αντικαπιταλιστική και αντιευρωπαϊκή ιδεολογία του.
ΥΓ. 2 Πολλοί από αυτούς που δεν ψήφισαν είχαν έναν παραπάνω λόγο, εκτός από το χάλι της ελληνικής πραγματικότητας, να απέχουν από τις ευρωεκλογές: αμφισβητούν τις εξουσιαστικές υπερδομές και τους θεσμούς που επιβάλουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που υπερασπίζεται, όπως περίτρανα απέδειξαν οι χειρισμοί της ΕΕ για την αντιμετώπιση της πρόσφατης κρίσης, το κεφάλαιο και τις προνομιούχες τάξεις, φορτώνοντας ολόκληρο το κόστος στις καμπούρες των εργαζόμενων και των φτωχών.
Η ΕΕ είναι εκ συστάσεως ιδεολογικά τοποθετημένη υπέρ του καπιταλισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς. Οι ισορροπίες των πολιτικών δυνάμεων στο ευρωκοινοβούλιο που προκύπτουν μέσα από τις εκλογές, ελάχιστα επηρεάζουν τις θεμελιώδεις παραδοχές της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η χώρα είναι πλέον πολιτικά διχασμένη. Η πρωτοφανής μαζική «απόδραση» του 48% των ψηφοφόρων από τις κάλπες στις πρόσφατες ευρωεκλογές δηλώνει κατάφορα την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την επιτακτική απαίτηση για ριζικές αλλαγές, τόσο σε πρόσωπα όσο και στην πολιτική των κομμάτων.
Μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι η αποχή είναι συγκυριακό φαινόμενο. Δεν έχουν ζυγίσει σωστά την πραγματική της σημασία, ακόμα κι αν δεχτούμε όπως αυτοί ότι πρόκειται για εξαίρεση που δεν την πιάνει το ζύγι.
Η μαζική απήχηση της αποχής δείχνει όμως ολοκάθαρα ότι η ζυγαριά γέρνει πια προς το πολιτικό και όχι προς την πολιτική. Μετράει δηλαδή κάτι άλλο, με ιδιαίτερα σημαντικό βάρος, που δεν αφορά στη διαχείριση των προβλημάτων, αλλά στην ίδια την ανέφικτη συναίνεση για τον προσδιορισμό και την διαχείρισή τους. Η πολύπλοκη νέα συνθήκη που διαμορφώνεται στο κοινωνικό πεδίο δεν αντιστοιχεί πια στη σύσταση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, όπως λίγο πολύ συνέβαινε έως τώρα. Υπάρχει πια ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και πολιτικού συστήματος, στο οποίο καταβαραθρώνονται οι όποιες προσπάθειες για την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Η απονομιμοποίηση και η αποδυνάμωσή της κυρίαρχης συντακτικής εξουσίας, η οποία λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός ενσωμάτωσης και αποκλεισμού, διευρύνει και εμβαθύνει το πεδίο των κοινωνικών ανταγωνισμών. Νέοι ανταγωνισμοί αλλάζουν διαρκώς την πολυσύνθετη εικόνα του κοινωνικού μωσαϊκού. Το μετα-φορντιστικό, ευέλικτο καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης, υποτίμησε την αξία της εργασίας και υπέσκαψε τις «παραδοσιακές» εργασιακές σχέσεις (μόνιμη απασχόληση, ασφάλιση, ωράριο, κ.λπ.). Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτό μεταφράζεται σε φτώχεια, ανασφάλεια, ανεργία, υποβάθμιση της καθημερινότητας, αποκλεισμός.
Καταστροφικές εκδηλώσεις οργής ανεβάζουν κάθε τόσο επικίνδυνα το θερμόμετρο, καταρρακώνοντας την αποτελεσματικότητα του διαμεσολαβητικού ρόλου που διατείνεται ότι εγγυάται το σύστημα. Ακόμα και η «δημόσια σφαίρα» των μμε δεν μπορεί να παίξει πια αυτό τον ρόλο, να αποτελεί σημείο κοινής αναφοράς, σε μια πολυφυλετική, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Όλα είναι ρευστά και ανοιχτά στο ενδεχόμενο, αφού η συνοχή δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις αυτοϋπονομευόμενες ιδεολογικές κατασκευές.
Αυτή η νέα κοινωνική συνθήκη καθιστά τη διαχείριση των αλλεπάλληλων και σύνθετων κρίσεων όλο και πιο δύσκολη υπόθεση και ωθεί το κράτος να υιοθετεί συχνότερα μέτρα αστυνομικού τύπου, στη συνεχή προσπάθειά του να ελέγξει και να τιθασεύσει τους απείθαρχους πληθυσμούς, το εργατικό δυναμικό και την κατακερματισμένη πραγματικότητα με την αυστηρή και βίαιη επιβολή του νόμου και της τάξης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια που προκύπτουν σε συνδυασμό με τις υποκειμενικές και συλλογικές αντιστάσεις ανατροφοδοτούν την αντίδραση σε αυτού του είδους τις πολιτικές, προκαλώντας τη διαλεκτική κορύφωση της έντασης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα πιθανώς επιλύονται. Δημιουργούνται όμως και ρήγματα, συμβάντα που επιδρούν καθοριστικά στη ροή των πραγμάτων και στη συνείδηση των ανθρώπων, όπως έγινε με τις εξεγέρσεις του περασμένου Δεκέμβρη.
Είναι προφανές πια, μετά τα όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν από τότε, ότι ένα τμήμα του πληθυσμού εκδηλώνει με κάθε τρόπο την απαρέσκειά του για το καπιταλιστικό σύστημα, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Οι άνθρωποι αυτοί, δίχως να έχουν κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο, πόσο μάλλον κοινούς στόχους, απαιτούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή τους και δεν δέχονται να παραχωρήσουν το δικαίωμα αντιπροσώπευσής τους σε κανέναν επαγγελματία πολιτικό και σε κανένα οργανωμένο κόμμα. Διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμά τους στην πόλη και την ελεύθερη πρόσβασή τους στα κοινά (γνώση, πόροι, υποδομές, αγαθά), την χειραφέτησή τους από ένα βάρβαρο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Εκτιμούν ότι η αυτοοργάνωση είναι πιο αποτελεσματικής τρόπος πολιτικής δράσης. Προτιμούν την παρέμβαση στη ροή του γίγνεσθαι και όχι τη θεμελίωση του είναι.
Όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές δεν το έκαναν ως συνειδητή πολιτική πράξη, και αν ακόμα το έκαναν, δεν είχαν προφανώς όλοι τα ίδια κίνητρα ούτε τους ίδιους λόγους για την επιλογή τους. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, τα έγραψαν απλώς στα παλιά τους τα παπούτσια, αδιαφορώντας παντελώς για τις «χαλαρές» εκλογές και το θλιβερό προεκλογικό σόου των ημερών.
Το κατά πόσο είναι συγκυριακή ή όχι η μαζική αποχή των ψηφοφόρων θα φανεί στις προσεχείς εθνικές εκλογές. Αν το ποσοστό της αποχής διατηρηθεί σε υψηλό ποσοστό, θα επιβεβαιωθεί μια συνειδησιακή μεταστροφή με πολύ βαθιά κοινωνικά χαρακτηριστικά που θα οδηγήσει σίγουρα σε νέες πολιτικές εξελίξεις, απρόβλεπτες για την ώρα.
Ακόμα και τώρα όμως, προτού τα πιο ζοφερά σενάρια ενδεχομένως επιβεβαιωθούν, οι πολιτικοί και τα κόμματα νιώθουν τη γη κάτω από τα πόδια τους να τρέμει. Το «μήνυμα της κάλπης» είναι σαφές και ξεκάθαρο• και απευθύνεται προς όλους: Η ανοχή και η υπομονή έχουν τα όριά τους. Και πολλοί τα έχουν ξεπεράσει…
ΥΓ. 1 Μόνο άστοχες μπορούν να χαρακτηριστούν οι δηλώσεις εκείνων που, κυρίως από το χώρο της αριστεράς, έσπευσαν να φορτώσουν τις ευθύνες για την εκλογική άνοδο του κόμματος του Καρατζαφέρη στην «ανώριμη πολιτική στάση» όσων απείχαν και δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή καθεαυτή η άνοδος των ποσοστών του ΛΑ.Ο.Σ. σημαίνει κάτι περισσότερο από την αναμενόμενη συσπείρωση των ξενόφοβων λαϊκών στρωμάτων της δεξιάς, που παραμένουν το πλέον καθυστερημένο και συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας, έγινε σε μία εκλογή χωρίς προφανές διακύβευμα και δεν είναι τόσο ανησυχητική όσο θέλουν να μας την παρουσιάζουν. Πολλοί από εκείνους που ψήφισαν το ΛΑ.Ο.Σ. είναι οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας που θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κυβέρνηση αλλά δεν θα ψήφιζαν ποτέ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ούτε φυσικά κάποιο αριστερό κόμμα. Στις εθνικές εκλογές το πιθανότερο είναι να επιστρέψουν στο κόμμα εξουσίας, μειώνοντας ξανά τα ποσοστά του ΛΑ.Ο.Σ. στο συνηθισμένο επίπεδο. Για μια απάντηση στο επιχείρημα σχετικά με τη «δύναμη» του ΛΑ.Ο.Σ. στην ευρωβουλή και την αποδυνάμωση της αριστεράς βλ. το ΥΓ. 2. Άλλωστε, αν κάνουμε λόγο για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έπεσε θύμα των ίδιων των αντιφάσεών του και της προσπάθειας εξισορρόπησης ανάμεσα στις διαφορετικές αντιλήψεις των συνιστωσών του. Με την επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε μετά τον Δεκέμβρη κατάφερε να τους δυσαρεστήσει όλους. Ακόμα και οι νέοι του γύρισαν την πλάτη, όπως και σε όλα τα κόμματα άλλωστε.
Το ΚΚΕ δεν δέχτηκε ανάλογο πλήγμα πιθανώς λόγω της υψηλής συσπείρωσης των οπαδών του η οποία μπορεί να αποδοθεί στον καθαρά ταξικό χαρακτήρα του και στην αντικαπιταλιστική και αντιευρωπαϊκή ιδεολογία του.
ΥΓ. 2 Πολλοί από αυτούς που δεν ψήφισαν είχαν έναν παραπάνω λόγο, εκτός από το χάλι της ελληνικής πραγματικότητας, να απέχουν από τις ευρωεκλογές: αμφισβητούν τις εξουσιαστικές υπερδομές και τους θεσμούς που επιβάλουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που υπερασπίζεται, όπως περίτρανα απέδειξαν οι χειρισμοί της ΕΕ για την αντιμετώπιση της πρόσφατης κρίσης, το κεφάλαιο και τις προνομιούχες τάξεις, φορτώνοντας ολόκληρο το κόστος στις καμπούρες των εργαζόμενων και των φτωχών.
Η ΕΕ είναι εκ συστάσεως ιδεολογικά τοποθετημένη υπέρ του καπιταλισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς. Οι ισορροπίες των πολιτικών δυνάμεων στο ευρωκοινοβούλιο που προκύπτουν μέσα από τις εκλογές, ελάχιστα επηρεάζουν τις θεμελιώδεις παραδοχές της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η διαλεκτική της απελευθέρωσης
0.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχαστικό στο υπόστρωμα των πρόσφατων γεγονότων που πανικοβάλει τους κυρίαρχους και όσους συντάσσονται μαζί τους. Είναι τα επίμονα σημάδια που φανερώνουν ότι η «υπεραξία» της συλλογικής δράσης δεν μπορεί να μετατραπεί πλέον σε κέρδος (όρος αναπαραγωγής) για το κεφάλαιο, αλλά μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε παράγοντα καταστροφής του.
Η ανησυχητική αυτή τάση εμφανίζεται αρχικώς ως συλλογική, αν και μη συντονισμένη, άρνηση, η οποία παίρνει ποικίλες μορφές: από την εξέγερση μέχρι τις καθημερινές πρακτικές σαμποτάζ, καταστροφικού μένους, απείθειας, ανυπακοής και αμφισβήτησης, πρακτικές που καθιστούν προφανή και έκδηλη την επιθυμία για συνολική ρήξη, για την ανατροπή δηλαδή του καπιταλιστικού συστήματος, της εξουσίας και της εκμετάλλευσης.
Έχοντας κυριαρχήσει σχεδόν παντού, η σχέση κεφάλαιο παρουσιάζεται ως απόλυτη θετικότητα του είναι και του ανθρώπινου πράττειν. Έτσι αναπαράγεται, χρησιμοποιώντας το προϊόν της συλλογικής εργασίας και της συλλογικής νοημοσύνης. Με τη δύναμη της άρνησης, τα εξεγερμένα υποκείμενα επιδιώκουν την απελευθέρωση του ανθρώπινου πράττειν από τις επιβεβλημένες καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, αμφισβητούν έμπρακτα τον Νόμο και την καταστατική ισχύ του στην συγκρότηση της μορφής-κράτος και την εκ μέρους του μονοπώληση της βίας, όπως επίσης και την ιδιοποίηση του συλλογικά παραγόμενου προϊόντος από την άρχουσα τάξη.
Με άλλα λόγια, η μορφή «κράτος», η μορφή «κεφάλαιο», η μορφή «εμπόρευμα», η μορφή «επιστήμη», δεν αναπαριστούν πια τις ζωτικές συνιστώσες μιας αναπόδραστης αναγκαιότητας που χαράζει τα όρια της «λογικής ανταπόκρισης στις επιθυμίες» διαφορετικών κοινωνιών και ανθρώπων δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οργανωμένο χώρο της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης ως «φυσική» και απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής οργάνωσης, αναπαριστούν μορφές εγκλωβισμού τής δυνατότητας για την αυτόνομη θέσμιση της κοινωνίας.
Η άρνηση είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η ολοποιητική θετικότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων μπορεί να ανακοπεί και να αναστραφεί προς την αυτοθέσμιση, την έκφραση δηλαδή της καταστατικής δύναμης των αναδυόμενων συλλογικοτήτων που αντιμάχονται την κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους. Από τη μοναξιά τής ετερόνομα καθορισμένης προσωπικότητας του «ελεύθερου ατόμου» στην πληθωρική υποκειμενικότητα της πολύμορφης συλλογικής οντότητας. Από την άρνηση της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης στην θέσμιση της αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας. Διαλεκτική της απελευθέρωσης αποκαλούμε αυτήν ακριβώς την κίνηση από την καταστροφή στη δημιουργία.
Α. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης
1.
Η αντίδραση που πυροδοτήθηκε από την προκλητική δολοφονική πράξη ενός αστυνομικού τον περασμένο Δεκέμβρη και ξέσπασε σαν λαίλαπα, ανεξέλεγκτη και σαρωτική σε πολλές ελληνικές πόλεις, στράφηκε όχι μόνο κατά της αστυνομίας και του κράτους, στράφηκε ολοκληρωτικά ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης δεν σηματοδότησε μόνο την δικαιολογημένη οργή για τον θάνατο του 15χρονου Αλέξη από το όπλο του μπάτσου Κορκονέα – από μόνη της η οργή, ακόμα και για έναν τόσο άδικο θάνατο, για μια εν ψυχρώ δολοφονία, δεν αρκεί για να αιτιολογήσει επαρκώς τις αμέτρητες επιθέσεις που έγιναν από τότε σε τράπεζες, πολυκαταστήματα, καταστήματα εμπορικών αλυσίδων και άλλα σύμβολα της κοινωνίας της κατανάλωσης και του θεάματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μπαράζ από αυθόρμητες καταστροφικές επιθέσεις, τόσο στη συμβολική όσο και στην πραγματική καρδιά του πολιτισμού «μας», που εκφράζει έμπρακτα την ηχηρή και επίμονη άρνηση των εξεγερμένων υποκειμένων και την ολομέτωπη ρήξη τους με το σύστημα, όχι απλώς την οργή τους.
Δεν έχει νόημα να αναζητούμε την δικαιολόγηση των πολλαπλών και ποικίλλων καταστροφικών ενεργειών σε κάποια μορφή θετικής σκοπιμότητας, σύμφυτης με μια τελεολογική αντίληψη, ούτε καν στον ορίζοντα μιας «επαναστατικής προοπτικής», γιατί τότε θα συμφωνούσαμε, άρρητα μεν σαφώς δε, με τη λογική των κυρίαρχων. Θα βρισκόμασταν κι εμείς από τη δική τους μεριά και θα βλέπαμε τον κόσμο με τα δικά τους ματογυάλια, αχρηστεύοντας με αυτή μας την επιλογή το μοναδικό και αναπαλλοτρίωτο από την εξουσία όπλο που διαθέτουμε ενάντια στην κυριαρχία – την άρνησή μας.
2.
Η δύναμη της άρνησης είναι η μη-απαλλοτριώσιμη από τον μεγάλο Άλλο έκφραση της επιθυμίας για την απελευθέρωση. Είναι η δύναμη που κινητοποιεί τα αντανακλαστικά της ζωής απέναντι στην ορμή του θανάτου που απειλεί διαρκώς να μας καταπιεί και να μας αφανίσει. Και δεν εννοώ τον αναπόδραστο βιολογικό θάνατο, που έτσι κι αλλιώς παραμένει «κοινή μοίρα» όλων, ούτε την υποτιθέμενη ψυχική παρόρμηση προς τον αφανισμό και την (αυτό)καταστροφή, αλλά την ιδιαίτερη εκείνη κοινωνική έκφανση καθολικού θανάτου που εκδηλώνεται ως κλιμακούμενη καθυπόταξη της φύσης και του ανθρώπινου πράττειν στην κεφαλαιακή συσσώρευση. Εννοώ τον θάνατο που υποτάσσει τη ζωή στις προσταγές μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον προκαθορισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, της ανθρώπινης «ουσίας», που ο πολιτισμός μας αναγνωρίζει εμφατικά στην κυριαρχία επί της φύσης μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην κεφαλαιακή συσσώρευση και στη μορφή εμπόρευμα. Με άλλα λόγια, τη διοχέτευση του ανθρώπινου πράττειν στην καταναγκαστική αέναη συσσώρευση νεκρής εργασίας. Μια διαδικασία φαύλη και καθηλωτική, που διαρρηγνύει αμετάκλητα τις σχέσεις με τη φύση, εξοντώνει το περιβάλλον, τους ανθρώπους, τους πολιτισμούς και τις κοινότητες τους. Η διαδικασία αυτή, που αναπαράγεται μέσα από την ίδια την αναπαραγωγή της ζωής μας, μας εγκλωβίζει σε μια φαινομενικά αναπόδραστη παγίδα.
3.
Μια ζοφερή παγίδα θανάτου, που είναι στημένη για να αποτρέψει κάθε απόπειρα πραγματικής υπέρβασης της ζωώδους κατάστασης, της «αντανακλαστικής» δηλαδή ανταπόκρισης που όλοι μας εκδηλώνουμε στα ερεθίσματα της κάθε είδους προπαγανδιστικής βιομηχανίας που μας θέλει αποκλειστικά υποχείρια της ανάγκης, καταναλωτές υποκινούμενους από το ένστικτο και τις μετουσιωμένες επιθυμίες. Πειθήνιους και χειραγωγημένους οπαδούς της συναίνεσης και της κοινωνικής ειρήνης, υπό συγκεκριμένους πάντοτε όρους που διαιωνίζουν τη θεμελιακή δομή του status quo.
Αυτό που παγιδεύεται και εν τέλει απονεκρώνεται, βρίσκοντας την ιδανική μετάθεσή του στον φετιχισμό του εμπορεύματος, είναι η απωθημένη ανθρώπινη επιθυμία πραγμάτωσης της ανοιχτότητας, της δυνατότητας δηλαδή να απελευθερωθεί το ανθρώπινο πράττειν από τον καταναγκασμό. Οι σχέσεις που καθορίζουν (και καθορίζονται από) τη μορφή κεφάλαιο είναι σχέσεις υποτέλειας, καταπίεσης, διαχωρισμού και εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτού του πυκνού πλέγματος σχέσεων κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής αλλαγής είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν εκδηλωθεί καταστροφικά, δηλαδή ως άρνηση του «ήδη υπάρχοντος».
4.
Η άρνηση του θανάτου δεν μπορεί παρά να είναι κατάφαση της ζωής, δηλαδή της θετικής δημιουργίας και της ανύψωσης. Η άρνηση της υποταγής, ομοίως, είναι η κατάφαση της ελευθερίας, δηλαδή της θετικής βούλησης για την επινόηση των δυνατοτήτων, για την ανάπτυξη του ιδιαζόντως ανθρώπινου.
Μόνο που στον κόσμο μας, η σχέση άρνησης-κατάφασης, όπως όλα σχεδόν τα πράγματα, εμφανίζεται αντιστραμμένη. Όταν δίνουμε τα πρωτεία στη θετικότητα αντί, όπως αρμόζει στις περιστάσεις, να δίνουμε αυτή τη θέση στην άρνηση και την απείθεια που εκφράζονται με το καταστροφικό μένος και τη βίαιη αντίδραση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η θετικότητα είναι μια διφορούμενη έννοια, που ενώ εμφανίζεται να σημαίνει μια δημιουργική δύναμη αλλαγής, είναι αποκλειστικά σχεδόν αναφερόμενη στη «θετικότητα του ήδη υπάρχοντος» (υπό την έννοια του μόνου εφικτού, άρα και του «πραγματικού»). Στην αμφισημία της αυτή, η θετικότητα είναι η άλλη όψη της απανταχού παρούσας απαίτησης για προσαρμογή και υπακοή στις νόρμες του «πραγματικού» (στην κυριαρχία και τον Νόμο). Η διατήρηση της εικόνας του «πραγματικού» προϋποθέτει την αποδοχή της αρχής που τη συνέχει: ο πολιτισμός είναι ο Νόμος και ο Νόμος είναι ο πολιτισμός. Για την ακρίβεια, όχι τόσο η εξειδίκευση του νόμου στην εκάστοτε συγκεκριμένη απαγόρευση, αλλά ο Νόμος εν γένει, ως απαραίτητη κανονιστική προϋπόθεση συνοχής και συγκρότησης κάθε κοινωνίας.
5.
Ο Νόμος υπερκαθορίζεται ως μορφή μέσα από την αξίωσή του για καθολική ισχύ προτού αποκτήσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Οι μυθολογικές καταβολές του Νόμου τού αποδίδουν θεϊκή προέλευση. Εδώ και πολύ καιρό, ωστόσο, η θεϊκή δύναμη εκπορεύεται πια από την επιστήμη, και ο θεός-πατέρας έχει πάρει τη μορφή του Κράτους• κατ’ ανάλογο τρόπο, η ηθική του πιστού έχει προσαρμοστεί στην ηθική του «νομοταγούς πολίτη» και στην ψυχολογία του «ελεύθερου υποκειμένου».
Η απαίτηση για υπακοή στον Νόμο έχει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας εξωτερικής επιβολής. Ταυτοχρόνως εδράζεται στην υποκειμενική αντίληψη για τα όρια και τις θεμιτές υπερβάσεις. Φανερώνει δηλαδή τις προσωπικές αντιδράσεις σε σχέση με τις ενσωματωμένες επιταγές του Νόμου. Η εσωτερίκευση του Νόμου, που ερμηνεύεται ως πατρογονικό σύνδρομο που συνδέεται με το «Όνομα του Πατρός», το άφατο όνομα του απόλυτου όντος, του θεού-πατέρα, είναι η εσωτερίκευση του ελέγχου της πράξης από τον λόγο.
6.
Η καταστροφική δύναμη της άρνησης είναι η θετική ενέργεια που επανασυνδέει το ζήτημα της πράξης με τις πηγαίες εκβολές του. Εκείνο που μας παρουσιάζεται ως «ανορθολογικό», «σκοτεινό», «κακό» και «απάνθρωπο», είναι επίσης η προνομιακή στιγμή όπου θεωρία και πράξη δεν είναι πια διαχωρισμένες καταστάσεις τού Είναι αλλά τρόπος ορισμού του. Στην καταστροφική στιγμή, ο διαχωρισμός του υποκειμένου σε «εγώ» και «είμαι» δεν έχει καμία σημασία προκειμένου να οριστεί η επιθυμία και η αναζήτηση τρόπων εκπλήρωσής της, διότι μέσα και σκοπός είναι στην καταστροφική πράξη ταυτόσημα, εκδηλώνονται δηλαδή ταυτοχρόνως και είναι αδιαχώριστα.
Η καταστροφική στιγμή είναι ταυτοχρόνως κι ένα σημείο. Είναι μια ρήξη στον χωροχρόνο του γεγονότος. Η συμπυκνωμένη ένταση της άρνησης που εκδηλώνεται ως καταστροφή διανοίγει ένα ερεβώδες κενό στο χείλος του οποίου η υποκειμενικότητα ταλαντεύεται μεταξύ ανασυγκρότησης και πλήρους κατάρρευσής της – θα οδηγηθεί στη φυσική εξόντωση ή στην τρέλα αν δεν καταφέρει να ανασυσταθεί σε ένα διαφορετικό σημείο. Η ταλάντευση αυτή μεταξύ εξόντωσης και αναγέννησης επαναφέρει τον δείκτη της ζωτικότητας σε ένα κρίσιμο σημείο. Καταστρέφοντας ό,τι μας απειλεί με αφανισμό ή θα χαθούμε μαζί του ή θα το ξεπεράσουμε και πάνω στα ερείπιά του θα ανασυνταχτούμε. Τίποτα δεν διασφαλίζει την επιθυμητή έκβαση παρά μόνο η ανυποχώρητη θέλησή μας για αυτοκαθορισμό.
Η υποταγή που εκδηλώνεται ως θετικότητα, από την άλλη, επιβάλει τον διαχωρισμό του υποκειμένου, παραδίδει την εποπτεία της πράξης στα πρωτεία του λόγου, στην κυριαρχία του πολιτισμικά καθορισμένου επί του μη-αναπαραστάσιμου. Πρόκειται για την απόρριψη της ανθρώπινης ανοιχτότητας στο άλλο, και στη δυνατότητα της έλλογης πράξης να εκδηλώνεται ως ειδοποιός ανθρώπινη διαφορά, ως ανθρώπινη «ουσία» που η πραγμάτωσή της είναι συνταυτισμένη με την πραγμάτωση της πραγματικά ελεύθερης ανθρώπινης κοινωνίας ως ύψιστη έκφρασή της.
[Τέλος α΄μέρους]
Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχαστικό στο υπόστρωμα των πρόσφατων γεγονότων που πανικοβάλει τους κυρίαρχους και όσους συντάσσονται μαζί τους. Είναι τα επίμονα σημάδια που φανερώνουν ότι η «υπεραξία» της συλλογικής δράσης δεν μπορεί να μετατραπεί πλέον σε κέρδος (όρος αναπαραγωγής) για το κεφάλαιο, αλλά μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε παράγοντα καταστροφής του.
Η ανησυχητική αυτή τάση εμφανίζεται αρχικώς ως συλλογική, αν και μη συντονισμένη, άρνηση, η οποία παίρνει ποικίλες μορφές: από την εξέγερση μέχρι τις καθημερινές πρακτικές σαμποτάζ, καταστροφικού μένους, απείθειας, ανυπακοής και αμφισβήτησης, πρακτικές που καθιστούν προφανή και έκδηλη την επιθυμία για συνολική ρήξη, για την ανατροπή δηλαδή του καπιταλιστικού συστήματος, της εξουσίας και της εκμετάλλευσης.
Έχοντας κυριαρχήσει σχεδόν παντού, η σχέση κεφάλαιο παρουσιάζεται ως απόλυτη θετικότητα του είναι και του ανθρώπινου πράττειν. Έτσι αναπαράγεται, χρησιμοποιώντας το προϊόν της συλλογικής εργασίας και της συλλογικής νοημοσύνης. Με τη δύναμη της άρνησης, τα εξεγερμένα υποκείμενα επιδιώκουν την απελευθέρωση του ανθρώπινου πράττειν από τις επιβεβλημένες καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, αμφισβητούν έμπρακτα τον Νόμο και την καταστατική ισχύ του στην συγκρότηση της μορφής-κράτος και την εκ μέρους του μονοπώληση της βίας, όπως επίσης και την ιδιοποίηση του συλλογικά παραγόμενου προϊόντος από την άρχουσα τάξη.
Με άλλα λόγια, η μορφή «κράτος», η μορφή «κεφάλαιο», η μορφή «εμπόρευμα», η μορφή «επιστήμη», δεν αναπαριστούν πια τις ζωτικές συνιστώσες μιας αναπόδραστης αναγκαιότητας που χαράζει τα όρια της «λογικής ανταπόκρισης στις επιθυμίες» διαφορετικών κοινωνιών και ανθρώπων δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οργανωμένο χώρο της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης ως «φυσική» και απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής οργάνωσης, αναπαριστούν μορφές εγκλωβισμού τής δυνατότητας για την αυτόνομη θέσμιση της κοινωνίας.
Η άρνηση είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η ολοποιητική θετικότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων μπορεί να ανακοπεί και να αναστραφεί προς την αυτοθέσμιση, την έκφραση δηλαδή της καταστατικής δύναμης των αναδυόμενων συλλογικοτήτων που αντιμάχονται την κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους. Από τη μοναξιά τής ετερόνομα καθορισμένης προσωπικότητας του «ελεύθερου ατόμου» στην πληθωρική υποκειμενικότητα της πολύμορφης συλλογικής οντότητας. Από την άρνηση της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης στην θέσμιση της αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας. Διαλεκτική της απελευθέρωσης αποκαλούμε αυτήν ακριβώς την κίνηση από την καταστροφή στη δημιουργία.
Α. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης
1.
Η αντίδραση που πυροδοτήθηκε από την προκλητική δολοφονική πράξη ενός αστυνομικού τον περασμένο Δεκέμβρη και ξέσπασε σαν λαίλαπα, ανεξέλεγκτη και σαρωτική σε πολλές ελληνικές πόλεις, στράφηκε όχι μόνο κατά της αστυνομίας και του κράτους, στράφηκε ολοκληρωτικά ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης δεν σηματοδότησε μόνο την δικαιολογημένη οργή για τον θάνατο του 15χρονου Αλέξη από το όπλο του μπάτσου Κορκονέα – από μόνη της η οργή, ακόμα και για έναν τόσο άδικο θάνατο, για μια εν ψυχρώ δολοφονία, δεν αρκεί για να αιτιολογήσει επαρκώς τις αμέτρητες επιθέσεις που έγιναν από τότε σε τράπεζες, πολυκαταστήματα, καταστήματα εμπορικών αλυσίδων και άλλα σύμβολα της κοινωνίας της κατανάλωσης και του θεάματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μπαράζ από αυθόρμητες καταστροφικές επιθέσεις, τόσο στη συμβολική όσο και στην πραγματική καρδιά του πολιτισμού «μας», που εκφράζει έμπρακτα την ηχηρή και επίμονη άρνηση των εξεγερμένων υποκειμένων και την ολομέτωπη ρήξη τους με το σύστημα, όχι απλώς την οργή τους.
Δεν έχει νόημα να αναζητούμε την δικαιολόγηση των πολλαπλών και ποικίλλων καταστροφικών ενεργειών σε κάποια μορφή θετικής σκοπιμότητας, σύμφυτης με μια τελεολογική αντίληψη, ούτε καν στον ορίζοντα μιας «επαναστατικής προοπτικής», γιατί τότε θα συμφωνούσαμε, άρρητα μεν σαφώς δε, με τη λογική των κυρίαρχων. Θα βρισκόμασταν κι εμείς από τη δική τους μεριά και θα βλέπαμε τον κόσμο με τα δικά τους ματογυάλια, αχρηστεύοντας με αυτή μας την επιλογή το μοναδικό και αναπαλλοτρίωτο από την εξουσία όπλο που διαθέτουμε ενάντια στην κυριαρχία – την άρνησή μας.
2.
Η δύναμη της άρνησης είναι η μη-απαλλοτριώσιμη από τον μεγάλο Άλλο έκφραση της επιθυμίας για την απελευθέρωση. Είναι η δύναμη που κινητοποιεί τα αντανακλαστικά της ζωής απέναντι στην ορμή του θανάτου που απειλεί διαρκώς να μας καταπιεί και να μας αφανίσει. Και δεν εννοώ τον αναπόδραστο βιολογικό θάνατο, που έτσι κι αλλιώς παραμένει «κοινή μοίρα» όλων, ούτε την υποτιθέμενη ψυχική παρόρμηση προς τον αφανισμό και την (αυτό)καταστροφή, αλλά την ιδιαίτερη εκείνη κοινωνική έκφανση καθολικού θανάτου που εκδηλώνεται ως κλιμακούμενη καθυπόταξη της φύσης και του ανθρώπινου πράττειν στην κεφαλαιακή συσσώρευση. Εννοώ τον θάνατο που υποτάσσει τη ζωή στις προσταγές μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον προκαθορισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, της ανθρώπινης «ουσίας», που ο πολιτισμός μας αναγνωρίζει εμφατικά στην κυριαρχία επί της φύσης μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην κεφαλαιακή συσσώρευση και στη μορφή εμπόρευμα. Με άλλα λόγια, τη διοχέτευση του ανθρώπινου πράττειν στην καταναγκαστική αέναη συσσώρευση νεκρής εργασίας. Μια διαδικασία φαύλη και καθηλωτική, που διαρρηγνύει αμετάκλητα τις σχέσεις με τη φύση, εξοντώνει το περιβάλλον, τους ανθρώπους, τους πολιτισμούς και τις κοινότητες τους. Η διαδικασία αυτή, που αναπαράγεται μέσα από την ίδια την αναπαραγωγή της ζωής μας, μας εγκλωβίζει σε μια φαινομενικά αναπόδραστη παγίδα.
3.
Μια ζοφερή παγίδα θανάτου, που είναι στημένη για να αποτρέψει κάθε απόπειρα πραγματικής υπέρβασης της ζωώδους κατάστασης, της «αντανακλαστικής» δηλαδή ανταπόκρισης που όλοι μας εκδηλώνουμε στα ερεθίσματα της κάθε είδους προπαγανδιστικής βιομηχανίας που μας θέλει αποκλειστικά υποχείρια της ανάγκης, καταναλωτές υποκινούμενους από το ένστικτο και τις μετουσιωμένες επιθυμίες. Πειθήνιους και χειραγωγημένους οπαδούς της συναίνεσης και της κοινωνικής ειρήνης, υπό συγκεκριμένους πάντοτε όρους που διαιωνίζουν τη θεμελιακή δομή του status quo.
Αυτό που παγιδεύεται και εν τέλει απονεκρώνεται, βρίσκοντας την ιδανική μετάθεσή του στον φετιχισμό του εμπορεύματος, είναι η απωθημένη ανθρώπινη επιθυμία πραγμάτωσης της ανοιχτότητας, της δυνατότητας δηλαδή να απελευθερωθεί το ανθρώπινο πράττειν από τον καταναγκασμό. Οι σχέσεις που καθορίζουν (και καθορίζονται από) τη μορφή κεφάλαιο είναι σχέσεις υποτέλειας, καταπίεσης, διαχωρισμού και εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτού του πυκνού πλέγματος σχέσεων κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής αλλαγής είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν εκδηλωθεί καταστροφικά, δηλαδή ως άρνηση του «ήδη υπάρχοντος».
4.
Η άρνηση του θανάτου δεν μπορεί παρά να είναι κατάφαση της ζωής, δηλαδή της θετικής δημιουργίας και της ανύψωσης. Η άρνηση της υποταγής, ομοίως, είναι η κατάφαση της ελευθερίας, δηλαδή της θετικής βούλησης για την επινόηση των δυνατοτήτων, για την ανάπτυξη του ιδιαζόντως ανθρώπινου.
Μόνο που στον κόσμο μας, η σχέση άρνησης-κατάφασης, όπως όλα σχεδόν τα πράγματα, εμφανίζεται αντιστραμμένη. Όταν δίνουμε τα πρωτεία στη θετικότητα αντί, όπως αρμόζει στις περιστάσεις, να δίνουμε αυτή τη θέση στην άρνηση και την απείθεια που εκφράζονται με το καταστροφικό μένος και τη βίαιη αντίδραση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η θετικότητα είναι μια διφορούμενη έννοια, που ενώ εμφανίζεται να σημαίνει μια δημιουργική δύναμη αλλαγής, είναι αποκλειστικά σχεδόν αναφερόμενη στη «θετικότητα του ήδη υπάρχοντος» (υπό την έννοια του μόνου εφικτού, άρα και του «πραγματικού»). Στην αμφισημία της αυτή, η θετικότητα είναι η άλλη όψη της απανταχού παρούσας απαίτησης για προσαρμογή και υπακοή στις νόρμες του «πραγματικού» (στην κυριαρχία και τον Νόμο). Η διατήρηση της εικόνας του «πραγματικού» προϋποθέτει την αποδοχή της αρχής που τη συνέχει: ο πολιτισμός είναι ο Νόμος και ο Νόμος είναι ο πολιτισμός. Για την ακρίβεια, όχι τόσο η εξειδίκευση του νόμου στην εκάστοτε συγκεκριμένη απαγόρευση, αλλά ο Νόμος εν γένει, ως απαραίτητη κανονιστική προϋπόθεση συνοχής και συγκρότησης κάθε κοινωνίας.
5.
Ο Νόμος υπερκαθορίζεται ως μορφή μέσα από την αξίωσή του για καθολική ισχύ προτού αποκτήσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Οι μυθολογικές καταβολές του Νόμου τού αποδίδουν θεϊκή προέλευση. Εδώ και πολύ καιρό, ωστόσο, η θεϊκή δύναμη εκπορεύεται πια από την επιστήμη, και ο θεός-πατέρας έχει πάρει τη μορφή του Κράτους• κατ’ ανάλογο τρόπο, η ηθική του πιστού έχει προσαρμοστεί στην ηθική του «νομοταγούς πολίτη» και στην ψυχολογία του «ελεύθερου υποκειμένου».
Η απαίτηση για υπακοή στον Νόμο έχει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας εξωτερικής επιβολής. Ταυτοχρόνως εδράζεται στην υποκειμενική αντίληψη για τα όρια και τις θεμιτές υπερβάσεις. Φανερώνει δηλαδή τις προσωπικές αντιδράσεις σε σχέση με τις ενσωματωμένες επιταγές του Νόμου. Η εσωτερίκευση του Νόμου, που ερμηνεύεται ως πατρογονικό σύνδρομο που συνδέεται με το «Όνομα του Πατρός», το άφατο όνομα του απόλυτου όντος, του θεού-πατέρα, είναι η εσωτερίκευση του ελέγχου της πράξης από τον λόγο.
6.
Η καταστροφική δύναμη της άρνησης είναι η θετική ενέργεια που επανασυνδέει το ζήτημα της πράξης με τις πηγαίες εκβολές του. Εκείνο που μας παρουσιάζεται ως «ανορθολογικό», «σκοτεινό», «κακό» και «απάνθρωπο», είναι επίσης η προνομιακή στιγμή όπου θεωρία και πράξη δεν είναι πια διαχωρισμένες καταστάσεις τού Είναι αλλά τρόπος ορισμού του. Στην καταστροφική στιγμή, ο διαχωρισμός του υποκειμένου σε «εγώ» και «είμαι» δεν έχει καμία σημασία προκειμένου να οριστεί η επιθυμία και η αναζήτηση τρόπων εκπλήρωσής της, διότι μέσα και σκοπός είναι στην καταστροφική πράξη ταυτόσημα, εκδηλώνονται δηλαδή ταυτοχρόνως και είναι αδιαχώριστα.
Η καταστροφική στιγμή είναι ταυτοχρόνως κι ένα σημείο. Είναι μια ρήξη στον χωροχρόνο του γεγονότος. Η συμπυκνωμένη ένταση της άρνησης που εκδηλώνεται ως καταστροφή διανοίγει ένα ερεβώδες κενό στο χείλος του οποίου η υποκειμενικότητα ταλαντεύεται μεταξύ ανασυγκρότησης και πλήρους κατάρρευσής της – θα οδηγηθεί στη φυσική εξόντωση ή στην τρέλα αν δεν καταφέρει να ανασυσταθεί σε ένα διαφορετικό σημείο. Η ταλάντευση αυτή μεταξύ εξόντωσης και αναγέννησης επαναφέρει τον δείκτη της ζωτικότητας σε ένα κρίσιμο σημείο. Καταστρέφοντας ό,τι μας απειλεί με αφανισμό ή θα χαθούμε μαζί του ή θα το ξεπεράσουμε και πάνω στα ερείπιά του θα ανασυνταχτούμε. Τίποτα δεν διασφαλίζει την επιθυμητή έκβαση παρά μόνο η ανυποχώρητη θέλησή μας για αυτοκαθορισμό.
Η υποταγή που εκδηλώνεται ως θετικότητα, από την άλλη, επιβάλει τον διαχωρισμό του υποκειμένου, παραδίδει την εποπτεία της πράξης στα πρωτεία του λόγου, στην κυριαρχία του πολιτισμικά καθορισμένου επί του μη-αναπαραστάσιμου. Πρόκειται για την απόρριψη της ανθρώπινης ανοιχτότητας στο άλλο, και στη δυνατότητα της έλλογης πράξης να εκδηλώνεται ως ειδοποιός ανθρώπινη διαφορά, ως ανθρώπινη «ουσία» που η πραγμάτωσή της είναι συνταυτισμένη με την πραγμάτωση της πραγματικά ελεύθερης ανθρώπινης κοινωνίας ως ύψιστη έκφρασή της.
[Τέλος α΄μέρους]
Labels:
Διαλεκτική της απελευθέρωσης
Αναρχία και λαϊκή εξουσία
Κέντρο ελευθεριακής έρευνας και λαϊκής εκπαίδευσης (Κολομβία)
[Αναδημοσίευση από το a-infos.gr. Μετάφραση: «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μάρτης 2009]
"Παρόλα αυτά, στα μήκη και στα πλάτη της χώρας ακούγεται μία και μόνη φωνή που ηχεί στα εργοστάσια, τα κτήματα, στα χωριά και στα λύκεια, στις λαϊκές συνοικίες: το κάλεσμα στη δημιουργία, την ενδυνάμωση και αύξηση της λαϊκής εξουσίας." Miguel Enríquez
"Το να οργανωθούν οι δυνάμεις του λαού για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση είναι ο μοναδικός σκοπός εκείνων που ειλικρινά επιθυμούν την ελευθερία." Μιχαήλ Μπακούνιν
"Ενισχύοντας τις λαϊκές οργανώσεις κάθε είδους, είναι η λογική συνέπεια των βασικών μας ιδεών και γι’ αυτό, θα έπρεπε να αποτελεί ολοκληρωτικό σημείο του προγράμματός μας." Ερίκο Μαλατέστα
Αρχικά, το να συνδυάζεις την αναρχία με την εξουσία, να έχεις την αναίδεια να τα συμπεριλαμβάνεις στον ίδιο τίτλο, μοιάζει σαν μια απόλυτη αντίθεση ή ένα κακόγουστο αστείο ενάντια σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια της ελευθερίας. Κι αυτό, γιατί η εξουσία είναι συνήθως συνώνυμο της κυριαρχίας και η αναρχία η οποία υπερασπίζεται μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, αρνείται κάθε μορφή εξουσίας, κάθε επιβολή της ατομικής βούλησης πάνω στους άλλους. Ωστόσο, πρέπει η εξουσία να γίνεται αντιληπτή μόνο σαν μια αυταρχική επιβολή, σαν μια "δύναμη επάνω σε"; Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η δύναμη με άλλη μορφή, δηλαδή σαν τη "δύναμη του να πράττεις συλλογικά", σαν τη "δύναμη του να φτιάχνεις από κοινού";
Είναι οι από πάνω εκείνοι που διατάζουν, εκείνοι που μας έκαναν να πιστεύουμε πως η εξουσία είναι ένα "αντικείμενο" το οποίοι εκείνοι κατέχουν, ένα πράγμα(;) αποσπασμένο από τις κοινωνικές σχέσεις, ένα διαχρονικό σύστημα διαδοχής. Όμως αντίθετα, όλοι και όλες εμείς οι από κάτω, αντιλαμβανόμαστε την "εξουσία" με διαφορετική μορφή: όχι σαν ένα "πράγμα" αλλά σαν μια "σχέση", σαν μια κοινωνική δύναμη εναλλακτική και απελευθερωτική. Έτσι, η δική μας δύναμη είναι πρωταρχικά μια συλλογική ικανότητα να φαντάζεσαι και να δημιουργείς με αυτήν εδώ και τώρα μια νέα κοινωνία.
Τώρα, για να είναι λαϊκή αυτή η δύναμη του συλλογικού, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι άλλο από τον λαό, αυτό το πληθωρικό υποκείμενο που καθορίζεται από την ένωση των τάξεων των υποτελών, των περιθωριοποιημένων, των φτωχών, των αποκλεισμένων. Αυτός ο λαός δεν είναι ένα, είναι πολύμορφος, είναι η ποικιλία εμπνεύσεων μορφών και σχεδίων της ζωής, των αγώνων και των αντιστάσεων. Επιπλέον, αυτός ο λαός δεν καθορίζεται προκαταβολικά, δεν είναι το ακριβές αποτέλεσμα μιας οικονομικής φόρμουλας, αλλά βρίσκεται πάντα σε μια διαδικασία σχηματισμού και που αναγνωρίζεται μόνο σαν την τάξη των υποτελών στο πέρασμα της δικής της διαδικασίας χειραφέτησης.
Είναι αυτός ο πληθωρικός λαός, δημιουργημένος στον ίδιο αγώνα, που φτιάχνει εκείνη τη συλλογική δύναμη όπου εγκαθιδρύει νέες κοινωνικές σχέσεις, που θεσμοθετεί διαφορετικά ήθη και έθιμα, που αποκαθιστά διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.
Έτσι, η λαϊκή δύναμη βάζει μπρος ένα νέο ήθος, ένα νέο περιβάλλον, έναν εναλλακτικό σχηματισμό αισθήσεων, νοημάτων, γλωσσών, αξιών, κανόνων και μοιραζόμενων δομών. Με λίγα λόγια, αυτή η συλλογική δύναμη φτιάχνει έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό που αντιτίθεται σε αυτόν που ήδη γνωρίζουμε, στον κόσμο της αγοράς και της κυριαρχίας που γεννά μιζέρια, αποκλεισμό, προνόμια, διακρίσεις, θάνατο.
Γι’ αυτό η λαϊκή δύναμη είναι μια πράξη που με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταμορφώνει τους τόπους της ζωής των ανθρώπων δημιουργεί παράλληλα ένα μπλοκ ενάντια στην ομογενοποίηση, ένα μπλοκ που μπαίνει σε άμεση αντιπαράθεση με την τάξη της κυριαρχίας. Σαν διαδικασία, η λαϊκή δύναμη γνωρίζει πως ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά έχει την τύχη να δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα κοινωνία με κάθε κατάκτηση του λαού.
Η λαϊκή εξουσία είναι πάνω από όλα ικανότητα, γιατί αντιτίθεται στον μελλοντικό κόσμο, γιατί αποκαλύπτει στον σημερινό κόσμο αυτό που πρόκειται να έρθει. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μέρα με τη μέρα τόπους ελευθερίας, αλληλεγγύης, ισότητας και οριζόντιας δομής. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό μιας και δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να δημιουργείς μια ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας καταπιεστικούς, ιεραρχικούς και τρόπους που διευκολύνουν τις διακρίσεις. Η νέα κοινωνία πρέπει να φτιαχτεί μέσα από δομές οριζόντιες, συμμετοχικές που θα περιλαμβάνουν τους πάντες. Αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τις διαφορετικότητες, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε άνθρωπος υψώνει τη φωνή του κάτω από τη δική του προσωπική προοπτική.
Έτσι λοιπόν, αν η λαϊκή εξουσία δεν είναι συνώνυμο της κυριαρχίας, αλλά της δημιουργίας μιας άλλης διαφορετικής κοινωνίας, οριζόντιας και ελεύθερης, δεν δίνουν τα χέρια η αναρχία και η λαϊκή εξουσία; Δεν είναι μέσα στους στόχους της αναρχίας η δημιουργία ενός νέου ήθους μέσα από το οποίο θα γίνει πράξη η κατάργηση κάθε προνομίου, οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού; Δεν οραματίζεται η αναρχία μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας που φτιάχνεται εδώ και τώρα;
Στην πραγματικότητα, η αναρχία που ζητάει να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, θέλει επίσης να κοινωνικοποιηθεί η "εξουσία", και να αποκλείσει τη δυνατότητα να μετατρέπεται αυτή σε προνόμιο για τους λίγους. Γι’ αυτό το λόγο επίσης το αναρχικό κίνημα δημιουργεί μια συλλογική δύναμη που αναδύεται από τις ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις που γίνονται αντιληπτές μόνο από τις οριζόντιες δομές και την διαφορετικότητα. Επιπλέον, όπως δεν κουράζονταν να επαναλαμβάνουν οι Μαλατέστα και Μπακούνιν, η αναρχία πρέπει να έχει τα αυτιά της ανοικτά στον λαό, η αναρχία πρέπει να αναδυθεί από τους καταπιεσμένους, από τους αποκλεισμένους, από τους ξεχασμένους.
Αν είναι έτσι, και για να έχουμε μια τέτοια αναρχία, αυτή πρέπει να εκδηλωθεί από τη βάση. Είναι από τα κάτω που φτιάχνεται η νέα κοινωνία, αποφεύγοντας τον συγκεντρωτισμό, τις εντολές, τη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό η αναρχία κτίζεται μέσα από τις οριζόντιες δομές, μέσα από τις συνελεύσεις, μέσα από την άμεση δράση. Αυτό το κίνημα προσχεδιάζει στο παρόν την άλλη κοινωνία και είναι γι’ αυτό το λόγο που η ελευθεριακή αυτοδιαχείριση δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αντικαπιταλιστική και αντιιεραρχική οργάνωση της συγκεκριμένης κοινότητας. Είναι ο σχεδιασμός και η άμεση διαχείριση του λαού στην οικονομία, στην πολιτική, στον πολιτισμό γενικά στην ζωή του από κοινού.
Με άλλα λόγια, η αναρχική αυτοδιαχείριση δημιουργεί τη λαϊκή δύναμη, φτιάχνοντας εναλλακτικά μέρη συλλογικής ζωής, σημεία υλικά και εικονικά που ξεφεύγουν από τον έλεγχο του καπιταλισμού και της εξουσίας. Κάτω από αυτή την οπτική, το να συνδυάζεις τη λαϊκή εξουσία με την αναρχία δεν αποτελεί καμιά αντίθεση, ούτε κανένα κακόγουστο αστείο, αλλά είναι μια επαναστατική πρόκληση, ένα κάλεσμα σε δράση.
[Σ.τ.Μ: 1. Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Anarquismo y Poder Popular». Η λέξη poder σαν ουσιαστικό στα ισπανικά έχει διάφορες σημασίες. Μερικές από αυτές είναι "ισχύ, δύναμη, εξουσία, δυνατότητα". Στη γλώσσα της πολιτικής όμως έχει αποκλειστικά τη σημασία της "εξουσίας". Οι συγγραφείς, όπως το αντιλήφθηκα προσωπικά, με μια σειρά συλλογισμών κάνουν ένα λογοπαίγνιο μεταξύ της δύναμης και εξουσίας. Ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούν τη λέξη έκανα την αντίστοιχη μετάφραση, άλλοτε σαν δύναμη άλλοτε σαν εξουσία ή "εξουσία" όταν προσωπικά αποστασιοποιούμαι από τον όρο. Αν υπάρχουν κενά ή σημεία δυσνόητα, οι γνωρίζοντες καλύτερα ισπανικά από μένα ας διορθώσουν.
2. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες προήλθαν αυτές οι σκέψεις, τις βρήκα όμως σχεδόν διαχρονικές όσον αφορά το θέμα και γι’ αυτό μετέφρασα το παραπάνω για να το μοιραστώ εδώ μέσα.
** Ο Miguel Enríquez Espinosa, ήταν ηγέτης του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος της Χιλής Movimiento de Izquierda Revoloucionaria. Για περισσότερες πληροφορίες γράφω ολόκληρο το όνομά του και ας κάνει ο καθένας το δικό του ψάξιμο αν χρειάζεται.]
[Αναδημοσίευση από το a-infos.gr. Μετάφραση: «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μάρτης 2009]
"Παρόλα αυτά, στα μήκη και στα πλάτη της χώρας ακούγεται μία και μόνη φωνή που ηχεί στα εργοστάσια, τα κτήματα, στα χωριά και στα λύκεια, στις λαϊκές συνοικίες: το κάλεσμα στη δημιουργία, την ενδυνάμωση και αύξηση της λαϊκής εξουσίας." Miguel Enríquez
"Το να οργανωθούν οι δυνάμεις του λαού για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση είναι ο μοναδικός σκοπός εκείνων που ειλικρινά επιθυμούν την ελευθερία." Μιχαήλ Μπακούνιν
"Ενισχύοντας τις λαϊκές οργανώσεις κάθε είδους, είναι η λογική συνέπεια των βασικών μας ιδεών και γι’ αυτό, θα έπρεπε να αποτελεί ολοκληρωτικό σημείο του προγράμματός μας." Ερίκο Μαλατέστα
Αρχικά, το να συνδυάζεις την αναρχία με την εξουσία, να έχεις την αναίδεια να τα συμπεριλαμβάνεις στον ίδιο τίτλο, μοιάζει σαν μια απόλυτη αντίθεση ή ένα κακόγουστο αστείο ενάντια σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια της ελευθερίας. Κι αυτό, γιατί η εξουσία είναι συνήθως συνώνυμο της κυριαρχίας και η αναρχία η οποία υπερασπίζεται μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, αρνείται κάθε μορφή εξουσίας, κάθε επιβολή της ατομικής βούλησης πάνω στους άλλους. Ωστόσο, πρέπει η εξουσία να γίνεται αντιληπτή μόνο σαν μια αυταρχική επιβολή, σαν μια "δύναμη επάνω σε"; Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η δύναμη με άλλη μορφή, δηλαδή σαν τη "δύναμη του να πράττεις συλλογικά", σαν τη "δύναμη του να φτιάχνεις από κοινού";
Είναι οι από πάνω εκείνοι που διατάζουν, εκείνοι που μας έκαναν να πιστεύουμε πως η εξουσία είναι ένα "αντικείμενο" το οποίοι εκείνοι κατέχουν, ένα πράγμα(;) αποσπασμένο από τις κοινωνικές σχέσεις, ένα διαχρονικό σύστημα διαδοχής. Όμως αντίθετα, όλοι και όλες εμείς οι από κάτω, αντιλαμβανόμαστε την "εξουσία" με διαφορετική μορφή: όχι σαν ένα "πράγμα" αλλά σαν μια "σχέση", σαν μια κοινωνική δύναμη εναλλακτική και απελευθερωτική. Έτσι, η δική μας δύναμη είναι πρωταρχικά μια συλλογική ικανότητα να φαντάζεσαι και να δημιουργείς με αυτήν εδώ και τώρα μια νέα κοινωνία.
Τώρα, για να είναι λαϊκή αυτή η δύναμη του συλλογικού, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι άλλο από τον λαό, αυτό το πληθωρικό υποκείμενο που καθορίζεται από την ένωση των τάξεων των υποτελών, των περιθωριοποιημένων, των φτωχών, των αποκλεισμένων. Αυτός ο λαός δεν είναι ένα, είναι πολύμορφος, είναι η ποικιλία εμπνεύσεων μορφών και σχεδίων της ζωής, των αγώνων και των αντιστάσεων. Επιπλέον, αυτός ο λαός δεν καθορίζεται προκαταβολικά, δεν είναι το ακριβές αποτέλεσμα μιας οικονομικής φόρμουλας, αλλά βρίσκεται πάντα σε μια διαδικασία σχηματισμού και που αναγνωρίζεται μόνο σαν την τάξη των υποτελών στο πέρασμα της δικής της διαδικασίας χειραφέτησης.
Είναι αυτός ο πληθωρικός λαός, δημιουργημένος στον ίδιο αγώνα, που φτιάχνει εκείνη τη συλλογική δύναμη όπου εγκαθιδρύει νέες κοινωνικές σχέσεις, που θεσμοθετεί διαφορετικά ήθη και έθιμα, που αποκαθιστά διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.
Έτσι, η λαϊκή δύναμη βάζει μπρος ένα νέο ήθος, ένα νέο περιβάλλον, έναν εναλλακτικό σχηματισμό αισθήσεων, νοημάτων, γλωσσών, αξιών, κανόνων και μοιραζόμενων δομών. Με λίγα λόγια, αυτή η συλλογική δύναμη φτιάχνει έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό που αντιτίθεται σε αυτόν που ήδη γνωρίζουμε, στον κόσμο της αγοράς και της κυριαρχίας που γεννά μιζέρια, αποκλεισμό, προνόμια, διακρίσεις, θάνατο.
Γι’ αυτό η λαϊκή δύναμη είναι μια πράξη που με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταμορφώνει τους τόπους της ζωής των ανθρώπων δημιουργεί παράλληλα ένα μπλοκ ενάντια στην ομογενοποίηση, ένα μπλοκ που μπαίνει σε άμεση αντιπαράθεση με την τάξη της κυριαρχίας. Σαν διαδικασία, η λαϊκή δύναμη γνωρίζει πως ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά έχει την τύχη να δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα κοινωνία με κάθε κατάκτηση του λαού.
Η λαϊκή εξουσία είναι πάνω από όλα ικανότητα, γιατί αντιτίθεται στον μελλοντικό κόσμο, γιατί αποκαλύπτει στον σημερινό κόσμο αυτό που πρόκειται να έρθει. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μέρα με τη μέρα τόπους ελευθερίας, αλληλεγγύης, ισότητας και οριζόντιας δομής. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό μιας και δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να δημιουργείς μια ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας καταπιεστικούς, ιεραρχικούς και τρόπους που διευκολύνουν τις διακρίσεις. Η νέα κοινωνία πρέπει να φτιαχτεί μέσα από δομές οριζόντιες, συμμετοχικές που θα περιλαμβάνουν τους πάντες. Αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τις διαφορετικότητες, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε άνθρωπος υψώνει τη φωνή του κάτω από τη δική του προσωπική προοπτική.
Έτσι λοιπόν, αν η λαϊκή εξουσία δεν είναι συνώνυμο της κυριαρχίας, αλλά της δημιουργίας μιας άλλης διαφορετικής κοινωνίας, οριζόντιας και ελεύθερης, δεν δίνουν τα χέρια η αναρχία και η λαϊκή εξουσία; Δεν είναι μέσα στους στόχους της αναρχίας η δημιουργία ενός νέου ήθους μέσα από το οποίο θα γίνει πράξη η κατάργηση κάθε προνομίου, οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού; Δεν οραματίζεται η αναρχία μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας που φτιάχνεται εδώ και τώρα;
Στην πραγματικότητα, η αναρχία που ζητάει να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, θέλει επίσης να κοινωνικοποιηθεί η "εξουσία", και να αποκλείσει τη δυνατότητα να μετατρέπεται αυτή σε προνόμιο για τους λίγους. Γι’ αυτό το λόγο επίσης το αναρχικό κίνημα δημιουργεί μια συλλογική δύναμη που αναδύεται από τις ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις που γίνονται αντιληπτές μόνο από τις οριζόντιες δομές και την διαφορετικότητα. Επιπλέον, όπως δεν κουράζονταν να επαναλαμβάνουν οι Μαλατέστα και Μπακούνιν, η αναρχία πρέπει να έχει τα αυτιά της ανοικτά στον λαό, η αναρχία πρέπει να αναδυθεί από τους καταπιεσμένους, από τους αποκλεισμένους, από τους ξεχασμένους.
Αν είναι έτσι, και για να έχουμε μια τέτοια αναρχία, αυτή πρέπει να εκδηλωθεί από τη βάση. Είναι από τα κάτω που φτιάχνεται η νέα κοινωνία, αποφεύγοντας τον συγκεντρωτισμό, τις εντολές, τη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό η αναρχία κτίζεται μέσα από τις οριζόντιες δομές, μέσα από τις συνελεύσεις, μέσα από την άμεση δράση. Αυτό το κίνημα προσχεδιάζει στο παρόν την άλλη κοινωνία και είναι γι’ αυτό το λόγο που η ελευθεριακή αυτοδιαχείριση δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αντικαπιταλιστική και αντιιεραρχική οργάνωση της συγκεκριμένης κοινότητας. Είναι ο σχεδιασμός και η άμεση διαχείριση του λαού στην οικονομία, στην πολιτική, στον πολιτισμό γενικά στην ζωή του από κοινού.
Με άλλα λόγια, η αναρχική αυτοδιαχείριση δημιουργεί τη λαϊκή δύναμη, φτιάχνοντας εναλλακτικά μέρη συλλογικής ζωής, σημεία υλικά και εικονικά που ξεφεύγουν από τον έλεγχο του καπιταλισμού και της εξουσίας. Κάτω από αυτή την οπτική, το να συνδυάζεις τη λαϊκή εξουσία με την αναρχία δεν αποτελεί καμιά αντίθεση, ούτε κανένα κακόγουστο αστείο, αλλά είναι μια επαναστατική πρόκληση, ένα κάλεσμα σε δράση.
[Σ.τ.Μ: 1. Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Anarquismo y Poder Popular». Η λέξη poder σαν ουσιαστικό στα ισπανικά έχει διάφορες σημασίες. Μερικές από αυτές είναι "ισχύ, δύναμη, εξουσία, δυνατότητα". Στη γλώσσα της πολιτικής όμως έχει αποκλειστικά τη σημασία της "εξουσίας". Οι συγγραφείς, όπως το αντιλήφθηκα προσωπικά, με μια σειρά συλλογισμών κάνουν ένα λογοπαίγνιο μεταξύ της δύναμης και εξουσίας. Ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούν τη λέξη έκανα την αντίστοιχη μετάφραση, άλλοτε σαν δύναμη άλλοτε σαν εξουσία ή "εξουσία" όταν προσωπικά αποστασιοποιούμαι από τον όρο. Αν υπάρχουν κενά ή σημεία δυσνόητα, οι γνωρίζοντες καλύτερα ισπανικά από μένα ας διορθώσουν.
2. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες προήλθαν αυτές οι σκέψεις, τις βρήκα όμως σχεδόν διαχρονικές όσον αφορά το θέμα και γι’ αυτό μετέφρασα το παραπάνω για να το μοιραστώ εδώ μέσα.
** Ο Miguel Enríquez Espinosa, ήταν ηγέτης του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος της Χιλής Movimiento de Izquierda Revoloucionaria. Για περισσότερες πληροφορίες γράφω ολόκληρο το όνομά του και ας κάνει ο καθένας το δικό του ψάξιμο αν χρειάζεται.]
Διάλογος με έναν Σύρο αναρχικό για τη Γάζα, τη Μέση Ανατολή και τους ελευθεριακούς
Του Jose Antonio Gutierrez D.
H παρακάτω συνέντευξη για το ζήτημα του μακελειού στη Γάζα, την επίδρασή του στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο των αναρχικών στο συνεχιζόμενο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό, πάρθηκε από τον Mazen Kamalmaz, Σύρο αναρχικό και εκδότη της αραβικής ιστοσελίδας ανάλυσης και γνώμης http://www.ahewar.org/m.asp?i=1385
Ως αναρχικός από τη Μέση Ανατολή, ποια είναι η άποψή σου για την πρόσφατη σύγκρουση στη Γάζα και την εύθραυστη ανακωχή που επιτεύχθηκε με την εκλογή του Ομπάμα ως προέδρου των ΗΠΑ;
Η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση στη Γάζα ήταν εξαιρετικά αιματηρή, αλλά δεν ήταν η πρώτη στο είδος της. Ο πόλεμος αυτός ήταν η συνέχεια αυτού του καλοκαιριού του 2006 με την ισραηλινή επίθεση στο Λίβανο. Τότε, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ περιέγραψε την επίθεση αυτή ως την αρχή μιας νέας Μέσης Ανατολής, που υποτίθεται ότι θα ταιριάζει απόλυτα στη θέληση των σούπερ-ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε κάποια ανακωχή στο τέλος η οποία αποτελεί ένα στοπ μέχρι που οι συνθήκες γίνουν πιο κατάλληλες γι’ αυτούς. Οι εχθροπραξίες και το μακελειό σταμάτησαν μόνο επειδή ο Ομπάμα διέταξε την ισραηλινή ηγεσία να πάψει το πυρ λόγω της ορκωμοσίας του στο Λευκό Οίκο. Το χειρότερο, και για τον πόλεμο και την αναπόφευκτη ανακωχή, είναι ότι οι μάζες, ο λαός, είναι εκείνοι που υποφέρουν πιο πολύ και η θέληση και τα ενδιαφέροντα των οποίων αγνοούνται πλήρως από τις ανερχόμενες ελίτ.
Ποια νομίζεις ότι είναι τα κύρια κίνητρα των Ισραηλινών για την τελευταία αυτή επίθεση;
Να επιβάλλει την ισραηλινή και, ταυτόχρονα, την αμερικανική θέληση σε βάρος των παλαιστινιακών και αραβικών μαζών.
Ποια ήταν η αντίδραση του αραβικού κόσμου στη νέα ισραηλινή επίθεση;
Υπήρξε αρκετός θυμός στους αραβικούς δρόμους. Οι πρώην σταλινικοί και πρώην εθνικιστές διανοούμενοι καθώς και οι πολιτικές ελίτ, ήσαν διαχωρισμένες στο ζήτημα: μερικοί υποστηρίζουν τα φιλοαμερικανικά αραβικά καθεστώτα που χαρακτηρίζονται ως “σύγχρονα” και “μετριοπαθή” επειδή καταστέλλουν τους ισλαμιστές φονταμεταλιστές… Αυτό είναι το νέο “μέτρο” προόδου στη Μέση Ανατολή, σε πλήρη συμφωνία με τον Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία. Άλλοι τάχθηκαν με την πλευρά της Χαμάς, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα της ως αντι-ισραηλινό αγώνα και εθνική αντίσταση. Τα φιλοαμερικανικά και φιλο-ισραηλινά ΜΜΕ δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν κάτι από τη χαμένη τους δημοφιλία, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ανάμεσα στις αραβικές μάζες κι έτσι οι μάζες αυτές αφέθηκαν κυρίως στην επιρροή των φονταμενταλιστών.
Υπήρξε ή υπάρχει κάποια αναρχική δραστηριότητα υποστήριξης και αλληλεγγύης με το λαό της Γάζας στις αραβικές χώρες;
Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να αντανακλά την παρούσα κατάσταση του αραβικού αναρχισμού. Ακόμα αποτελούμαστε από πολύ μικρές ομάδες που δεν έχουν καμία πραγματική επίδραση στον κόσμο. Αν και οι ιδέες μας είναι σεβαστές από κύκλους της διανόησης δεν είναι αυτό το πραγματικό αντικείμενό μας. Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα δυναμικό κίνημα της βάσης με ρίζες στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Στην πραγματικότητα, σε μερικά μέρη δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μια πολύ μικρή μειονότητα στις διαδηλώσεις που γίνονται στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο. Παντού αντιμετωπίζουμε κατασταλτικά μέτρα και δημόσια προκατάληψη. Αλλά το βάθος της γενικής κρίσης σημαίνει ότι οι μάζες χρειάζονται τις ιδέες μας ως βάση για έναν πραγματικά δημοκρατικό αγώνα ενάντια στις καταπιεστικές και εκμεταλλεύτριες ελίτ.
Τι πιστεύεις για την επίδραση των αποτελεσμάτων των πρόσφατων ισραηλινών εκλογών στο παλαιστινιακό ζήτημα;
Οι ισραηλινές εκλογές δεν έχουν τόση μεγάλη επίδραση - εάν έχουν κάποια - στη μοίρα της σύγκρουσης. Ο ισραηλινός λαός, διαποτισμένος από τη σιωνιστική προπαγάνδα, εξακολουθεί να εμπιστεύεται την άρχουσα ελίτ του. Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα ότι η πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω τέτοιων εκλογικών αναμετρήσεων. Η υπόθεση μεταξύ Ισραηλινών - Εβραίων αποτελεί ένα τρομερό παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής και αποικιοκρατικής πολιτικής του καπιταλισμού. Αφού χρησιμοποίησαν τους Εβραίους επί αιώνες ως αποδοπομπιαίους τράγους στις εσωτερικές τους διαμάχες, και μετά το μακελειό σε βάρος εκατομμυρίων από αυτούς, τους χρησιμοποιούν εκ νέου για να βοηθήσουν στην επιβολή των συμφερόντων τους. Έτσι οι Εβραίοι πολεμούν τώρα και σκοτώνουν Παλαιστίνιους για χάρη των δυτικών καπιταλιστών, που υπήρξαν οι ιστορικοί τους καταπιεστές, και για την κυριαρχία των δεύτερων στην πετρελαιοπαραγωγική αυτή περιοχή.
Πώς νομίζεις ότι το παλαιστινικακό ζήτημα έχει επιπτώσεις σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής;
Η παλαιστινιακή υπόθεση είχε και ακόμα θα έχει τεράστια επίδραση στην περιοχή. Μετά το 1948, αυτό που τώρα ονομάζεται Al-Nakba στην παλαιστινιακή ιστορία (καταστροφή), η περιοχή γνώρισε περιόδους αναταραχής και δυσαρέσκειας, με αποτέλεσμα την άνοδο των “εθνικιστικών” κινημάτων στο Κάιρο, τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Αυτές οι στρατιωτικές και καταπιεστικές δικτατορίες χρησιμοποίησαν τη σύγκρουση ενάντια στην ισραηλινή επιθετικότητα ως δικαιολογία για την κυριαρχία τους, ως “ναρκωτικό για τα έθνη μας”. Τώρα είναι η σειρά των ισλαμιστών φονταμενταλιστών που προσπαθούν να τη χρησιμοποιήσουν για να “αποδείξουν” την αντιδυτική φύση της σύγκρουσης και, κατά συνέπεια, ως βάση για τη δική τους κυριαρχία πάνω στις μάζες. Ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής φύσης του καπιταλισμού, η παλαιστινιακή υπόθεση εμπεριέχει πάντα δυσαρέσκεια και θυμό ενάντια στο άδικο εκμεταλλευτικό σύστημα.
Πώς νομίζεις ότι το αναρχικό κίνημα μπορεί να υποστηρίξει τον παλαιστινικό λαό; Υπάρχουν καλέσματα για μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ, νομίζεις ότι είναι αυτή η σωστή τακτική;
Η αλληλεγγύη του διεθνούς αναρχικού κινήματος χρειάζεται τόσο πολύ και είναι πολύ σημαντική. Και, ναι, τα καλέσματα για μποϊκοτάζ είναι, επίσης, σημαντικά. Σύμφωνα με την εμπειρία του αγώνα κατά του απαρτχάιντ τέτοιες δραστηριότητες αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές ώστε να προειδοποιήσουν τον επιτιθέμενο και να συνδέσουν τους διεθνείς υποστηρικτές. Εμείς, σε αντίθεση με τους εθνικιστές και τους ισλαμιστές, δεν βλέπουμε τη σύγκρουση ως τοπικό και μόνο γεγονός. Στην πραγματικότητα, είναι μέρος του αγώνα της ανθρωπότητας ενάντια στο άδικο διεθνές σύστημα στο οποίο κυριαρχούν οι πολυεθνικές και οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Για τις αραβικές μάζες η φωνή της αλληλεγγύης που έρχεται από τη Δύση, ακόμα και από το εσωτερικό του Ισραήλ, είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η σύγκρουση δεν είναι μόνο μια διαμάχη μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών.
Επικρατεί μια εκτεταμένη αίσθηση ανάμεσα στους Παλαιστίνιους ότι έχουν ξεχαστεί από τον υπόλοιπο κόσμο… Νομίζεις ότι τώρα είναι η καλύτερη στιγμή να αναγεννηθεί το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης; Πώς θα ήταν αυτό το κίνημα;
Συμφωνώ από καρδιάς με αυτό. Ο αντίκτυπος των δραστηριοτήτων των “Αναρχικών Ενάντια στο Τείχος” ενάντια στο ρατσιστικό διαχωριστικό τείχος, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι οι μικρής κλίμακας δραστηριότητες που εκτυλίσσονται μόνο σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, κυρίως στη Δυτική Όχθη. Νομίζω ότι η Γάζα πρέπει να γίνει ένας σημαντικός στόχος των δραστηριοτήτων αλληλεγγύης. Τα βάσανα του κόσμου εκεί είναι τρομερά, και γι’ αυτό οι μάζες που έχουν ανάγκη από οτιδήποτε για να επιζήσουν πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στη Χαμάς ή τη Φατάχ οι οποίες προμηθεύουν αυτά τα αγαθά με έναν όρο: να τους ακολουθήσουν οι μάζες και να υποστηρίξουν το στόχο τους να ελέγξουν τη Γάζα.
Πώς πιστεύεις ότι μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρήνη στην πολεμοκρατούμενη Παλαιστίνη;
Έχουμε πει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ειρήνη στο πρόβλημα αυτό. Οι τοπικές ελίτ ή οι διεθνείς αντίστοιχες, δεν μπορούν να επιλύσουν τη σύγκρουση. Αντίθετα, όλοι επωφελούνται από αυτήν. Μόνο οι ελεύθερες μάζες μπορούν να το κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσουμε δεσμούς με τους Ισραηλινούς αναρχικούς, τους αναρχικούς όλων των χωρών της περιοχής και όχι μόνο σχέσεις ανάμεσα σε αναρχικούς και ακτιβιστές, αλλά ακόμα ανάμεσα στους λαούς. Μόνο με αυτόν το συνδυασμένο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή φύση της σύγκρουσης και να αγωνιστούμε ενάντια σε όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν για να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω μας.
* Η συνέντευξη αυτή πάρθηκε από το http://www.anarkismo.net όπου και δημοσιεύτηκε. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 1 Μάρτη 2009.
H παρακάτω συνέντευξη για το ζήτημα του μακελειού στη Γάζα, την επίδρασή του στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο των αναρχικών στο συνεχιζόμενο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό, πάρθηκε από τον Mazen Kamalmaz, Σύρο αναρχικό και εκδότη της αραβικής ιστοσελίδας ανάλυσης και γνώμης http://www.ahewar.org/m.asp?i=1385
Ως αναρχικός από τη Μέση Ανατολή, ποια είναι η άποψή σου για την πρόσφατη σύγκρουση στη Γάζα και την εύθραυστη ανακωχή που επιτεύχθηκε με την εκλογή του Ομπάμα ως προέδρου των ΗΠΑ;
Η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση στη Γάζα ήταν εξαιρετικά αιματηρή, αλλά δεν ήταν η πρώτη στο είδος της. Ο πόλεμος αυτός ήταν η συνέχεια αυτού του καλοκαιριού του 2006 με την ισραηλινή επίθεση στο Λίβανο. Τότε, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ περιέγραψε την επίθεση αυτή ως την αρχή μιας νέας Μέσης Ανατολής, που υποτίθεται ότι θα ταιριάζει απόλυτα στη θέληση των σούπερ-ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε κάποια ανακωχή στο τέλος η οποία αποτελεί ένα στοπ μέχρι που οι συνθήκες γίνουν πιο κατάλληλες γι’ αυτούς. Οι εχθροπραξίες και το μακελειό σταμάτησαν μόνο επειδή ο Ομπάμα διέταξε την ισραηλινή ηγεσία να πάψει το πυρ λόγω της ορκωμοσίας του στο Λευκό Οίκο. Το χειρότερο, και για τον πόλεμο και την αναπόφευκτη ανακωχή, είναι ότι οι μάζες, ο λαός, είναι εκείνοι που υποφέρουν πιο πολύ και η θέληση και τα ενδιαφέροντα των οποίων αγνοούνται πλήρως από τις ανερχόμενες ελίτ.
Ποια νομίζεις ότι είναι τα κύρια κίνητρα των Ισραηλινών για την τελευταία αυτή επίθεση;
Να επιβάλλει την ισραηλινή και, ταυτόχρονα, την αμερικανική θέληση σε βάρος των παλαιστινιακών και αραβικών μαζών.
Ποια ήταν η αντίδραση του αραβικού κόσμου στη νέα ισραηλινή επίθεση;
Υπήρξε αρκετός θυμός στους αραβικούς δρόμους. Οι πρώην σταλινικοί και πρώην εθνικιστές διανοούμενοι καθώς και οι πολιτικές ελίτ, ήσαν διαχωρισμένες στο ζήτημα: μερικοί υποστηρίζουν τα φιλοαμερικανικά αραβικά καθεστώτα που χαρακτηρίζονται ως “σύγχρονα” και “μετριοπαθή” επειδή καταστέλλουν τους ισλαμιστές φονταμεταλιστές… Αυτό είναι το νέο “μέτρο” προόδου στη Μέση Ανατολή, σε πλήρη συμφωνία με τον Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία. Άλλοι τάχθηκαν με την πλευρά της Χαμάς, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα της ως αντι-ισραηλινό αγώνα και εθνική αντίσταση. Τα φιλοαμερικανικά και φιλο-ισραηλινά ΜΜΕ δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν κάτι από τη χαμένη τους δημοφιλία, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ανάμεσα στις αραβικές μάζες κι έτσι οι μάζες αυτές αφέθηκαν κυρίως στην επιρροή των φονταμενταλιστών.
Υπήρξε ή υπάρχει κάποια αναρχική δραστηριότητα υποστήριξης και αλληλεγγύης με το λαό της Γάζας στις αραβικές χώρες;
Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να αντανακλά την παρούσα κατάσταση του αραβικού αναρχισμού. Ακόμα αποτελούμαστε από πολύ μικρές ομάδες που δεν έχουν καμία πραγματική επίδραση στον κόσμο. Αν και οι ιδέες μας είναι σεβαστές από κύκλους της διανόησης δεν είναι αυτό το πραγματικό αντικείμενό μας. Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα δυναμικό κίνημα της βάσης με ρίζες στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Στην πραγματικότητα, σε μερικά μέρη δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μια πολύ μικρή μειονότητα στις διαδηλώσεις που γίνονται στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο. Παντού αντιμετωπίζουμε κατασταλτικά μέτρα και δημόσια προκατάληψη. Αλλά το βάθος της γενικής κρίσης σημαίνει ότι οι μάζες χρειάζονται τις ιδέες μας ως βάση για έναν πραγματικά δημοκρατικό αγώνα ενάντια στις καταπιεστικές και εκμεταλλεύτριες ελίτ.
Τι πιστεύεις για την επίδραση των αποτελεσμάτων των πρόσφατων ισραηλινών εκλογών στο παλαιστινιακό ζήτημα;
Οι ισραηλινές εκλογές δεν έχουν τόση μεγάλη επίδραση - εάν έχουν κάποια - στη μοίρα της σύγκρουσης. Ο ισραηλινός λαός, διαποτισμένος από τη σιωνιστική προπαγάνδα, εξακολουθεί να εμπιστεύεται την άρχουσα ελίτ του. Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα ότι η πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω τέτοιων εκλογικών αναμετρήσεων. Η υπόθεση μεταξύ Ισραηλινών - Εβραίων αποτελεί ένα τρομερό παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής και αποικιοκρατικής πολιτικής του καπιταλισμού. Αφού χρησιμοποίησαν τους Εβραίους επί αιώνες ως αποδοπομπιαίους τράγους στις εσωτερικές τους διαμάχες, και μετά το μακελειό σε βάρος εκατομμυρίων από αυτούς, τους χρησιμοποιούν εκ νέου για να βοηθήσουν στην επιβολή των συμφερόντων τους. Έτσι οι Εβραίοι πολεμούν τώρα και σκοτώνουν Παλαιστίνιους για χάρη των δυτικών καπιταλιστών, που υπήρξαν οι ιστορικοί τους καταπιεστές, και για την κυριαρχία των δεύτερων στην πετρελαιοπαραγωγική αυτή περιοχή.
Πώς νομίζεις ότι το παλαιστινικακό ζήτημα έχει επιπτώσεις σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής;
Η παλαιστινιακή υπόθεση είχε και ακόμα θα έχει τεράστια επίδραση στην περιοχή. Μετά το 1948, αυτό που τώρα ονομάζεται Al-Nakba στην παλαιστινιακή ιστορία (καταστροφή), η περιοχή γνώρισε περιόδους αναταραχής και δυσαρέσκειας, με αποτέλεσμα την άνοδο των “εθνικιστικών” κινημάτων στο Κάιρο, τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Αυτές οι στρατιωτικές και καταπιεστικές δικτατορίες χρησιμοποίησαν τη σύγκρουση ενάντια στην ισραηλινή επιθετικότητα ως δικαιολογία για την κυριαρχία τους, ως “ναρκωτικό για τα έθνη μας”. Τώρα είναι η σειρά των ισλαμιστών φονταμενταλιστών που προσπαθούν να τη χρησιμοποιήσουν για να “αποδείξουν” την αντιδυτική φύση της σύγκρουσης και, κατά συνέπεια, ως βάση για τη δική τους κυριαρχία πάνω στις μάζες. Ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής φύσης του καπιταλισμού, η παλαιστινιακή υπόθεση εμπεριέχει πάντα δυσαρέσκεια και θυμό ενάντια στο άδικο εκμεταλλευτικό σύστημα.
Πώς νομίζεις ότι το αναρχικό κίνημα μπορεί να υποστηρίξει τον παλαιστινικό λαό; Υπάρχουν καλέσματα για μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ, νομίζεις ότι είναι αυτή η σωστή τακτική;
Η αλληλεγγύη του διεθνούς αναρχικού κινήματος χρειάζεται τόσο πολύ και είναι πολύ σημαντική. Και, ναι, τα καλέσματα για μποϊκοτάζ είναι, επίσης, σημαντικά. Σύμφωνα με την εμπειρία του αγώνα κατά του απαρτχάιντ τέτοιες δραστηριότητες αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές ώστε να προειδοποιήσουν τον επιτιθέμενο και να συνδέσουν τους διεθνείς υποστηρικτές. Εμείς, σε αντίθεση με τους εθνικιστές και τους ισλαμιστές, δεν βλέπουμε τη σύγκρουση ως τοπικό και μόνο γεγονός. Στην πραγματικότητα, είναι μέρος του αγώνα της ανθρωπότητας ενάντια στο άδικο διεθνές σύστημα στο οποίο κυριαρχούν οι πολυεθνικές και οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Για τις αραβικές μάζες η φωνή της αλληλεγγύης που έρχεται από τη Δύση, ακόμα και από το εσωτερικό του Ισραήλ, είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η σύγκρουση δεν είναι μόνο μια διαμάχη μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών.
Επικρατεί μια εκτεταμένη αίσθηση ανάμεσα στους Παλαιστίνιους ότι έχουν ξεχαστεί από τον υπόλοιπο κόσμο… Νομίζεις ότι τώρα είναι η καλύτερη στιγμή να αναγεννηθεί το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης; Πώς θα ήταν αυτό το κίνημα;
Συμφωνώ από καρδιάς με αυτό. Ο αντίκτυπος των δραστηριοτήτων των “Αναρχικών Ενάντια στο Τείχος” ενάντια στο ρατσιστικό διαχωριστικό τείχος, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι οι μικρής κλίμακας δραστηριότητες που εκτυλίσσονται μόνο σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, κυρίως στη Δυτική Όχθη. Νομίζω ότι η Γάζα πρέπει να γίνει ένας σημαντικός στόχος των δραστηριοτήτων αλληλεγγύης. Τα βάσανα του κόσμου εκεί είναι τρομερά, και γι’ αυτό οι μάζες που έχουν ανάγκη από οτιδήποτε για να επιζήσουν πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στη Χαμάς ή τη Φατάχ οι οποίες προμηθεύουν αυτά τα αγαθά με έναν όρο: να τους ακολουθήσουν οι μάζες και να υποστηρίξουν το στόχο τους να ελέγξουν τη Γάζα.
Πώς πιστεύεις ότι μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρήνη στην πολεμοκρατούμενη Παλαιστίνη;
Έχουμε πει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ειρήνη στο πρόβλημα αυτό. Οι τοπικές ελίτ ή οι διεθνείς αντίστοιχες, δεν μπορούν να επιλύσουν τη σύγκρουση. Αντίθετα, όλοι επωφελούνται από αυτήν. Μόνο οι ελεύθερες μάζες μπορούν να το κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσουμε δεσμούς με τους Ισραηλινούς αναρχικούς, τους αναρχικούς όλων των χωρών της περιοχής και όχι μόνο σχέσεις ανάμεσα σε αναρχικούς και ακτιβιστές, αλλά ακόμα ανάμεσα στους λαούς. Μόνο με αυτόν το συνδυασμένο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή φύση της σύγκρουσης και να αγωνιστούμε ενάντια σε όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν για να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω μας.
* Η συνέντευξη αυτή πάρθηκε από το http://www.anarkismo.net όπου και δημοσιεύτηκε. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 1 Μάρτη 2009.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)