Παγκόσμια εκστρατεία νόμου και τάξης...

Του Χρόνη Πολυχρονίου
Πηγή: «Ελευθεροτυπία», 18-11-2009
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=103001

Κοινωνική πρόνοια και ποινική Δικαιοσύνη είναι οι δύο αιχμές μιας επίθεσης για τον έλεγχο των φτωχών και την υποταγή τους στις επιλογές που λειτουργούν εις βάρος τους, σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο, Loic Wacquant.
[…] Ειδικευμένος στην αστική κοινωνιολογία, την αστική φτώχεια, τις φυλετικές ανισότητες και την εθνογραφία, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και συγγραφέας πολλών συγγραμμάτων, με τελευταίο το «Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της κοινωνικής ανασφάλειας», μιλά στην «Ε» για μέσα και τεχνικές κοινωνικού ελέγχου.


Στο τελευταίο σας βιβλίο γράφετε ότι η κρατική κινητοποίηση για την επιβολή του νόμου και της τάξης εκτοξεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και τώρα εξαπλώνεται με φρενήρεις ρυθμούς στην Ευρώπη. Ποιες συνθήκες οδήγησαν στην εμφάνιση αυτή της τάσης στις ΗΠΑ και γιατί η Ευρώπη γνωρίζει τώρα το ίδιο φαινόμενο;

Κατά τις τρεις δεκαετίες μετά την κορύφωση του κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν το ρόλο του ηγέτη στην προοδευτική δικαιοσύνη, που θα έδειχνε στην ανθρωπότητα το δρόμο για "μια κοινωνία χωρίς φυλακή", και αναδείχθηκαν σε απόστολο της "μηδενικής ανοχής" στην αστυνόμευση, σε εμπνευστή της λογικής "Στις τρεις φορές καίγεσαι" και σε παγκόσμιο πρωταθλητή της φυλάκισης. Γιατί; Η συμβατική απάντηση είναι ότι αυτή η εκπληκτική εξάπλωση τις τιμωρίας ωθήθηκε από την αύξηση της εγκληματικότητας. Αντιθέτως όμως, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου η εγκληματικότητα σε πρώτη φάση σταθεροποιήθηκε και εν συνεχεία μειώθηκε. Σκεφτείτε αυτή την απλή στατιστική: οι ΗΠΑ είχαν το 1975 21 κρατουμένους για κάθε 10.000 "καταχωρισμένα εγκλήματα". Τριάντα χρόνια αργότερα είχαν 125 κρατουμένους για κάθε 10.000 εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι, επί σταθερού αριθμού εγκλημάτων, το αμερικανικό κράτος επέβαλλε εξαπλάσιες ποινές.
Για να εξηγήσουμε αυτή την απότομη άνοδο, πρέπει να βγούμε από το περιοριστικό πλαίσιο "έγκλημα και τιμωρία" και να δώσουμε έμφαση στις έξω-ποινικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι, υπό το φως των ταραχών στα γκέτο στη δεκαετία του '60, η αστυνομία και οι φυλακές χρησιμοποιήθηκαν για να συγκρατηθεί η αστική αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την οικονομική απορρύθμιση και να επιβληθεί η πειθαρχία της ανασφαλούς απασχόλησης στη βάση της ταξικής δομής. Αυτή η στροφή της ποινικής πολιτικής προς την αυστηρότερη τιμωρία δεν αποτελεί απάντηση στην εγκληματική ανασφάλεια, αλλά στην κοινωνική ανασφάλεια που προκάλεσαν ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας και η διατάραξη της εθνοφυλετικής ιεραρχίας.
Μια παρόμοια τάση προς την ποινικοποίηση του αστικού περιθωρίου έχει σαρώσει τη Δυτική Ευρώπη με καθυστέρηση δύο δεκαετιών και με μια-δυο διαφοροποιήσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, προικισμένες με μια ισχυρή κρατική παράδοση, χρησιμοποιούν το "μπροστινό άκρο" της ποινικής αλυσίδας -την αστυνομία- παρά το "πίσω άκρο" -τη φυλακή- προκειμένου να κάμψουν τις κοινωνικές αναταραχές και την απελπισία στις περιοχές χαμηλού εισοδήματος. Ο ασπασμός του νόμου και της τάξης είναι ισχυρότερος σε επίπεδο ρητορείας παρά σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής. Κι έπειτα, αντί να κάνουν μια βάναυση στροφή από την κοινωνική στην ποινική διαχείριση της φτώχειας, οι χώρες της γηραιάς ηπείρου ενίσχυσαν και τα δύο, επεκτείνοντας ταυτοχρόνως την κοινωνική πρόνοια και την αστυνομική παρέμβαση. Αλλά τελικώς η κυρίαρχη τάση είναι παρόμοια: μια αναθεώρηση της δημόσιας πολιτικής με προσανατολισμό προς την τιμωρία, η οποία συνδυάζει το "αόρατο χέρι" της αγοράς με τη "σιδερένια γροθιά" του ποινικού κράτους.
Ο ενισχυμένος θεσμός της φυλακής που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα έχει καταλήξει να υπηρετεί τρεις αποστολές που ελάχιστη σχέση έχουν με τον έλεγχο του εγκλήματος: (στόχοι του είναι) να αναγκάσει τα θραύσματα της μεταβιομηχανικής (κατακερματισμένης) εργατικής τάξης σε επισφαλή μισθωτή εργασία. Να "αποθηκεύσει" τα πιο διασπαστικά και περιττά στοιχεία. Και να επιβεβαιώσει την εξουσία του κράτους στον περιορισμένο τομέα που θέτει τώρα ως πεδίο ευθύνης του.

Συνδέεται η εκστρατεία νόμου και τάξης που βλέπουμε σήμερα σε πολλές δυτικές κοινωνίες με αλλαγές στην πολιτική πρόνοιας και στη μεταχείριση των φτωχών;

Η ξαφνική άνοδος και αποθέωση της τιμωρίας είναι μέρος μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους, η οποία συνεπάγεται επίσης την αντικατάσταση του δικαιώματος στην κοινωνική πρόνοια από την υποχρέωση της αρχής της ανταποδοτικότητας της πρόνοιας (δηλαδή, την αναγκαστική συμμετοχή σε μια υποαμειβόμενη εργασία ως προϋπόθεση για τη λήψη κρατικής υποστήριξης). Ο περιορισμός της κοινωνικής αρωγής και η ενίσχυση των φυλακών αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, της πολιτικής αναδιάρθρωσης με βάση την επιβολή της τάξης σε κοινωνικό και αστικό επίπεδο.
Το 1971 οι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward έγραψαν ένα κλασικό έργο της κοινωνικής επιστήμης με τίτλο "Regulating the Poor" (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια), στο οποίο πρότειναν η αρωγή προς τους φτωχούς να διαστέλλεται και να συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Αυτό το μοντέλο λειτούργησε για μισό αιώνα, αρχής γενομένης από το Νιου Ντιλ. Όμως στην εποχή του "υπερκινητικού" κεφαλαίου και της ευέλικτης εργασίας, αυτή η κυκλική εναλλαγή έχει αντικατασταθεί από τη διαρκή συστολή της πρόνοιας και την απελευθέρωση μιας πρόθυμης να δουλέψει και φιλοπόλεμης ποινικής γραφειοκρατίας. Η μοναδική ελπίδα των φτωχών να τους αγκαλιάσει το κοινωνικό κράτος έχει υπερκεραστεί από τη ρύθμιση της φτώχειας από τη μια μέσω της πατερναλιστικής πράξης της περιοριστικής εφαρμογής της αρχής της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και από την άλλη μέσω της επέκτασης του "εγκλεισμού".
Στη δική μου εργασία χρησιμοποιώ την έννοια του γραφειοκρατικού πεδίου (του συνόλου των οργανισμών που προσδιορίζουν και διανέμουν τα δημόσια αγαθά) που έχει εισαγάγει ο Pierre Bourdieu, ώστε να συμπεριλάβω αυτές τις εξελίξεις στην κοινωνική πολιτική και την ποινική πολιτική σε ένα κοινό πλαίσιο ανάλυσης. Η κοινωνική πρόνοια, που επανέρχεται ως αρχή της ανταποδοτικότητας στην πρόνοια, και οι φυλακές, που στερούνται πλέον του προσχήματος της επανένταξης, συνιστούν τώρα ένα μοναδικό οργανωτικό πλέγμα που εκσφενδονίζεται στους φτωχούς, ενώ η κατανομή του ελέγχου γίνεται ανάλογα με το φύλο τους: η κοινωνική πρόνοια αναλαμβάνει τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ οι φυλακές αναλαμβάνουν τους άνδρες τους - που σημαίνει τους συζύγους, τους αδελφούς και τους γιους αυτών των γυναικών.

Λέτε λοιπόν ότι η κοινωνική πρόνοια και η ποινική Δικαιοσύνη είναι δύο πλευρές της πολιτικής που ασκείται έναντι των φτωχών...

Ναι, φυσικά. Ας θυμηθούμε πρώτα απ' όλα ότι η πρόνοια για τους φτωχούς και ο εγκλεισμός στις φυλακές έχουν κοινές ιστορικές καταβολές: επινοήθηκαν αμφότερα στον "μακρύ 16ο αιώνα" σε νομάδες που αποκόπηκαν από τους κοινωνικούς τους δεσμούς με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, για να διδαχθούν την ηθική της μισθωτής εργασίας. Δεύτερον, το κοινωνικό προφίλ εκείνων που δέχονται κοινωνική αρωγή και των εγκλείστων (από την άποψη της τάξης, της εθνικότητας, της εκπαίδευσης, της στέγασης, της οικογένειας, του ιατρικού ιστορικού, της έκθεσης στη βία κτλ.) είναι περίπου ταυτόσημο, εκτός ίσως από τον παράγοντα του φύλου, που λειτουργεί αντεστραμμένος, καθώς αμφότεροι προέρχονται από τους ίδιους περιθωριοποιημένους τομείς της ανειδίκευτης εργατικής τάξης. Τρίτον, η αρχή της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και ο εγκλεισμός που δεν αποβλέπει στην επανένταξη, στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία του ηθικού συμπεριφορισμού και χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές ελέγχου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο στιγματισμός, η επιτήρηση, οι ποινικές απαγορεύσεις και διαβαθμισμένες κυρώσεις για να "διορθώσουν" τη συμπεριφορά των πελατών τους. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές έχει λάβει νέο νόημα υπό το νεοφιλελεύθερο κράτος.

Πώς ορίζετε το νεοφιλελεύθερο κράτος;

Οι οικονομολόγοι έχουν εισαγάγει μια έννοια του φιλελευθερισμού που τον εξισώνει με την κυριαρχία της "ελεύθερης αγοράς" και την επέλαση της "μικρής κυβέρνησης". Λοιπόν αυτή είναι η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, όχι η πραγματικότητά του. Η κοινωνιολογία του υφιστάμενου νεοφιλελευθερισμού αποκαλύπτει ότι εμπεριέχει την οικοδόμηση ενός κράτους-κενταύρου, φιλελεύθερου στην κορυφή και πατερναλιστικού στη βάση. Ο νεοφιλελεύθερος Λεβιάθαν ασκεί το laissez faire laissez passer έναντι των επιχειρήσεων και της ανώτατης τάξης, στο επίπεδο των αιτιών της ανισότητας. Είναι όμως άγρια παρεμβατικό και απολυταρχικό όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις καταστρεπτικές συνέπειες της οικονομικής απορρύθμισης για όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο του ταξικού φάσματος.
Έναντι της "ισχνής" αντίληψης των οικονομολόγων, προτείνω έναν "συμπαγή" κοινωνιολογικό χαρακτηρισμό του νεοφιλελευθερισμού, που προσθέτει τρία συστατικά στοιχεία στους νόμους της αγοράς: επιτηρητική εργασία, επιθετικό αστυνομικό και σωφρονιστικό μηχανισμό και το πολιτιστικό σχήμα λόγου της "προσωπικής ευθύνης" να κολλήσει όλα μαζί. Το "Τιμωρώντας τους φτωχούς" δείχνει ότι, όπως η επιτηρητική εργασία, το υπερτροφικό και υπερδραστήριο τιμωρητικό καθεστώς που ανόρθωσε η Αμερική για να περιορίσει τον απόηχο της κοινωνικής ανασφάλειας δεν είναι μια παράκαμψη από το νεοφιλελευθερισμό, αλλά ένα από τα συστατικά του στοιχεία.
Πέραν τούτου, ο αιτιολογικός σύνδεσμος μεταξύ του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και της τιμωρητικής επέκτασης είναι φανερός εφόσον ιδωθεί σε διεθνές επίπεδο: δεν είναι τυχαίο ότι η Αγγλία διαπήδησε στην τάξη των ηγετών της φυλάκισης στη δυτική Ευρώπη υπό τον Μπλερ, ενώ η Χιλή διεκδίκησε τον τίτλο για τη Νότια Αμερική.

Επιχειρηματολογείτε στο τελευταίο έργο σας ότι η εκστρατεία για το νόμο και την τάξη υπό εξέλιξη είναι μια συμβολική έκθεση και τη συγκρίνετε με την πορνογραφία. Μπορείτε να μας εκθέσετε περαιτέρω την ιδέα;

Μία από τις προκλήσεις στο "Τιμωρώντας τους φτωχούς" είναι να ξεπεράσουμε την τελετουργική αντίθεση μεταξύ υλιστικών προσεγγίσεων, προερχομένων από τον Καρλ Μαρξ, και των συμβολικών προσεγγίσεων, που εμπνέονται από τον Εμίλ Ντέρκχαϊμ. Ο πρώτος βλέπει κοινωνική πρόνοια και ποινική δικαιοσύνη ως όργανα ταξικού ελέγχου, ενώ ο δεύτερος τα ερμηνεύει ως οχήματα για επικοινωνιακές νόρμες και δέσμευση κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η φυλακή είναι αρκετά πολύπλοκο ίδρυμα ώστε να λειτουργεί και στις δύο παραμέτρους αμοιβαία ή διαδοχικά.
Είναι βασικό να λάβουμε υπόψη τις συμβολικές διαστάσεις της τιμωρίας σε μια εποχή όπου η τιμωρητική πολιτική οδηγείται όλο και περισσότερο από θεωρητικές εκφράσεις σε κατάσταση αμόκ. Η καταπολέμηση του εγκλήματος έχει παντού μεταλλαχθεί σε ένα γκροτέσκο θέατρο αστικής ηθικής όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν για να σκηνοθετήσουν την αρσενική τους πυγμή και να λοιδορήσουν τους "ανάξιους" φτωχούς, όπως και να υποστηρίξουν το έλλειμμα της νομιμότητας από το οποίο πάσχουν όταν εγκαταλείπουν την προστατευτική αποστολή του κράτους στο κοινωνικό και οικονομικό μέτωπο. Οι πολιτικοί υπεραμύνονται μέτρων -όπως απαγορεύσεις κυκλοφορίας για τους νέους, αυτόματες επιβολές ισοβίων για αμετανόητους εγκληματίες ή δεμένους μαζί κρατουμένους με ριγωτές στολές- τα οποία είναι εντελώς άνευ αξίας από την πρακτική άποψη της μείωσης της εγκληματικότητας, όσο αυτά βολεύουν στο να γεννούν συναισθήματα εκδίκησης και στο να δραματοποιούν το όριο μεταξύ "ημών" των νομοταγών εργαζόμενων οικογενειών και "αυτών" του αποκρουστικού υποκόσμου.
Η πυρετώδης εκστρατεία να μπουν στη μαύρη λίστα και να εξοριστούν οι σεξουαλικοί εγκληματίες, για παράδειγμα, είναι ακατανόητη από την αυστηρή άποψη του λογικού ελέγχου της εγκληματικότητας. Η διάχυση θεσπισμάτων όπως ο "Megan's Law"* ακριβώς όταν ο δείκτης σεξουαλικών εγκλημάτων πέφτει, δεν βγάζει νόημα με όρους οργανικής λογικής, από τη στιγμή που θέτει πρώην σεξουαλικούς εγκληματίες υπό επαναλαμβανόμενη ταπείνωση, τους ωθεί στην παρανομία και συνεπώς αυξάνει τις πιθανότητες να υποτροπιάσουν. Αλλά έχει νόημα για τα καλά εάν υπολογίσεις ότι με το να μεταχειρίζεσαι σεξουαλικούς εγκληματίες ως ανήθικα σκουπίδια που πρέπει να φυλακίζονται, εκτοπίζει το συλλογικό άγχος από τη δουλειά, την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα προς την κατεύθυνση των παραβιαζόντων το νόμο και, συμβολικά, τσιμεντώνει την ηθική ενότητα εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται από την αντίθεσή τους προς αυτούς.

* Νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνια του 2004 που μεταξύ άλλων πληροφορεί κάθε ενδιαφερόμενο (και μέσω ιστοσελίδας) για τις κινήσεις κάθε καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα στο παρελθόν. Ο «Νόμος της Μέγκαν» ονομάστηκε έτσι εις μνήμην της 7χρονης Μέγκαν Κάνκαν από το Νιου Τζέρσεϊ, την βίασε και σκότωσε υπότροπος παιδεραστής που είχε μόλις μετακομίσει στη γειτονιά της.

Για τα κατεχόμενα Εξάρχεια

Το νέο δόγμα για την «προστασία του πολίτη» επιτάσσει σε κάθε γωνία να υπάρχει αστυνομία, να ελέγχει όσες και όσους κινούνται και συγκεντρώνονται στον δημόσιο χώρο. Ο Χρυσοχοΐδης, ο οποίος επανήλθε πέντε χρόνια μετά στη θέση που τον ανέδειξε, θέλει να επιβεβαιώσει τη φήμη που τον συνοδεύει. Φοράει τον ίδιο τριμμένο μανδύα που ξέραμε, του έχουν δώσει απλώς νέο όνομα. Δήλωσε εξ αρχής με πυγμή ότι δεν πρόκειται να ανεχτεί «καθεστώς ανομίας» στην πόλη. Φρόντισε συνάμα να προσθέσει το απαραίτητο δημοκρατικό επίχρισμα στην αυταρχική πολιτική του. Διάνθισε τις άτεγκτες προθέσεις του με μια πομπώδη καταδίκη της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης εξουσίας που με τόσο ζήλο επιδεικνύουν σε κάθε ευκαιρία τα όργανα της τάξης, εξαγγέλλοντας αναδιάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας, με στόχο την αποκατάσταση των σχέσεων με τον πολίτη. Και με αφορμή την περιορισμένης κλίμακας επίθεση σε υποκαταστήματα τραπεζών στη Χαριλάου Τρικούπη από ομάδα αγνώστων την προηγούμενη Πέμπτη, έσπευσε να θέσει σε εφαρμογή το δόγμα του.
Αυτό που συμβαίνει καθημερινά από το βράδυ της προηγούμενης Πέμπτης στα Εξάρχεια είναι η επιβολή του ολοκληρωτικού αστυνομικού κράτους σε τοπική κλίμακα. Ολόκληρη γειτονιά βρίσκεται, κατά χρονικά διαστήματα που ποικίλουν σε διάρκεια, αποκλεισμένη από ισχυρότατες αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες παραταγμένες σε καίρια σημεία εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση και παραμονή στην περιοχή. Την ίδια ώρα εφαρμόζονται εκτεταμένοι έλεγχοι στους δρόμους, στην πλατεία, στο αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο πρώην πάρκιγκ και στα γύρω μαγαζιά. Έλεγχος στοιχείων, σωματικές έρευνες, εξευτελισμοί, «τσαμπουκαλίδικη» συμπεριφορά, καψόνια κ.λπ., κ.λπ. Ακολουθούν προσαγωγές «υπόπτων» στη ΓΑΔΑ (ορισμένοι εκ των οποίων σύμφωνα με μαρτυρίες βρέθηκαν κρατούμενοι στα κελιά της αντιτρομοκρατικής!) και στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για «εξακρίβωση». Στο αστυνομικό δελτίο, παρόλα αυτά τα εντυπωσιακά, έχουν καταγραφεί πενιχρά αποτελέσματα έως τώρα: ελάχιστες συλλήψεις για μικροπαραβάσεις του νόμου «περί ναρκωτικών ουσιών», του αγορανομικού και υγειονομικού κώδικα και κάποιοι «λαθρομετανάστες».
Η διαβόητη «επικίνδυνη ζώνη», το «άβατο των Εξαρχείων», είναι τις τελευταίες μέρες μια προσωρινή κατεχόμενη ζώνη, έχει τεθεί προς το παρόν υπό την αυστηρή επιτήρηση των αστυνομικών ορδών, υπό το άγρυπνο μάτι του κράτους – η αποτελεσματικότητα όμως μιας τέτοιας επέμβασης είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενη.
Η απόδοση συλλογικής ευθύνης σε όλους εμάς που ζούμε, κινούμαστε, συχνάζουμε ή εργαζόμαστε στα Εξάρχεια, και η αντιμετώπισή μας συλλήβδην ως υπόπτων (για ποια εγκλήματα άραγε;) φανερώνει την ολοκληρωτική αντίληψη του φουριόζου υπουργού. Ξεχνά όμως, πως όποτε το κράτος υποτίμησε τους αγώνες για το δικαίωμα στην πόλη και προσπάθησε να επιβάλει αυταρχικές πολιτικές αστυνόμευσης του δημόσιου χώρου βρέθηκε αντιμέτωπο με την οργή, όχι μόνο των «περιθωριακών ομάδων» αλλά σύσσωμου του συλλογικού κοινωνικού κινήματος.
Εφόσον ο κύριος υπουργός έχει όπως ισχυρίζεται φίλους στον αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο, θα έπρεπε να γνωρίζει από τις συνομιλίες του μαζί τους ότι, παρά τις όποιες θεμελιώδεις διαφωνίες που μπορεί να υπάρχουν γύρω από το θέμα της βίας, δεν θα βρεθεί ούτε μία/ένας σε αυτόν το χώρο που θα παρέμενε απαθής μπροστά στην αποτρόπαια αστυνομοκρατία. Τα αντιεξουσιαστικά ανακλαστικά τίθενται αυτομάτως σε λειτουργία όταν το κράτος αυθαιρετεί, ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται το κατάλληλο κλίμα για έναν νέο κύκλο έντασης και συγκρούσεων, που ακόμα κι αν δεν ξεσπάσουν άμεσα θα είναι αναμφίβολα σφοδρές όταν έρθει η ώρα τους.
Βία δεν ασκεί το κράτος μόνον όταν τα κλομπ των μπάτσων σπάζουν κεφάλια αλλά και όταν πιο «ήπιες» απόπειρες επιβολής του «νόμου και της τάξης» περιορίζουν αισθητά την ελευθερία και το δικαίωμα στην πόλη. Βία επίσης ασκεί το κράτος όταν, στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που τώρα βαφτίστηκε «πράσινη»), των «δημοκρατικών ελευθεριών», του «κοινού καλού» ή/και του «εθνικού συμφέροντος», προσπαθεί να επιβάλει τη συναίνεση με τους όρους της κυριαρχίας.
Η αλλαγή της ονομασίας τού μέχρι πρότινος υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, που τώρα ονομάστηκε «Προστασίας του Πολίτη», θέλει να επικυρώσει προφανώς τη «δημοκρατική ευαισθησία» και το «εκσυγχρονιστική αντίληψη» της νέας, «σοσιαλιστικής» διακυβέρνησης στα θέματα της ασφάλειας. Στην πραγματικότητα όμως σηματοδοτεί την ουσιαστική, και εν πολλοίς αναμενόμενη σύγκλιση της «σοσιαλιστικής» πολιτικής της κυβέρνησης προς τις άκρως επικίνδυνες παραδοχές περί «εσωτερικού εχθρού» των συντηρητικών ιδεολογικών (δήθεν) αντιπάλων της. Η μετονομασία του υπουργείου δηλώνει ρητώς ότι το κράτος πρέπει να εγγυάται την «προστασία του πολίτη» απέναντι σε κάποιον άλλον που εκπροσωπεί τον «κίνδυνο», όπως κι αν αποκαλείται ο «κίνδυνος» αυτός: «εγκληματικότητα», «λαθρομετανάστευση», «τρομοκρατία», προσφάτως δε, από τα χείλη του υπουργού βαφτίστηκε «χουλιγκανισμός» και «βανδαλισμός». Δεν μιλάμε φυσικά για τον «εξωτερικό εχθρό»! Αφού δεν πρόκειται για την «άμυνα της χώρας», λοιπόν, παρά για την αστική ασφάλεια, ο «επικίνδυνος άλλος», από τον οποίο πρέπει να «προστατευτεί ο πολίτης», τοποθετείται αυτονόητα εντός της επικράτειας της ισχύος του κράτους, εκτός όμως της ευνομούμενης κοινωνίας, σε μια ιδιαίτερη κατάσταση εξαίρεσης, όπου τα δικαιώματα που παραχωρεί στους πολίτες του το κράτος τελούν υπό αίρεση ή παύουν να ισχύουν. Εκτός νόμου καμία προστασία δεν εξασφαλίζεται, κανένα δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται. Άρνηση του νόμου σημαίνει άρνηση της κοινωνίας. Όσοι επιλέγουν να αψηφήσουν το νόμο, αψηφούν την ίδια την κοινωνία, ως ανώτατη μορφή της οποίας εμφανίζεται το κράτος. Η κεντρική εξουσία θέλει να τους εξοβελίσει στο κοινωνικό περιθώριο για να τους απομονώσει και να τους εξοντώσει πιο εύκολα, έχοντας φυσικά πάντοτε κατά νου την «προστασία του πολίτη». Ο «επικίνδυνος άλλος», ο «εκτός νόμου», εκείνος που απειλεί τη συνοχή της κοινωνίας, είναι μη πολίτης, είτε κυριολεκτικώς –όπως π.χ. οι πρόσφυγες και οι μετανάστες χωρίς χαρτιά–, είτε συμβολικώς – π.χ. εκείνοι που δεν αυτοπεριορίζονται στην ιδιότητα του πολίτη που τους παραχωρείται, αντιθέτως την καταγγέλλουν ως μια αντιφατική αστική έννοια η οποία, αναφερόμενη στα «ανθρώπινα δικαιώματα» και την «κοινωνία των πολιτών», προσδίδει θεσμική επίφαση στην κυριαρχία και εκβιάζει τη συναίνεση, τη συμμόρφωση όλων στην «κανονικότητα». («Η πολιτική απελευθέρωση είναι μερική και περιορισμένη γιατί, ελεύθερος σαν πολίτης, ο άνθρωπος σαν ιδιώτης μένει δούλος των απάνθρωπων συνθηκών, που κυριαρχούν στην καπιταλιστική κοινωνία.»[1])
Αυτό το μη χειραγωγούμενο από το κατεστημένο πολιτικό σύστημα πλήθος των «παραβατών» δεν είναι, όπως οι μεγαλόσχημοι νομίζουν, μια ρυτίδα στη λεία επιφάνεια της κανονικότητας, που μπορούν να την εξαλείψουν με ένα απλό λίφτινγκ – με την αλλαγή του ονόματος ενός υπουργείου ή με την «αλλαγή» της νοοτροπίας των μπάτσων. Είναι ένα πολύμορφο κοινωνικό κίνημα που ούτε στο περιθώριο μπαίνει, ούτε καταστέλλεται.

1. Κώστας Παπαϊωάννου, Η γένεση του ολοκληρωτισμού. Οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική επανάσταση, δ΄ έκδ., Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, σ. 193.

Γνώση, νέες μορφές αξιοποίησης και «κοινωνική συνείδηση»

Ο τίτλος του ρεπορτάζ στην εφημερίδα Η Καθημερινή είναι λιτός και περιγραφικός: «Το success story δύο νέων επιστημόνων».[1] Διαβάζοντας ωστόσο το ρεπορτάζ, διαπιστώνουμε ότι ο τίτλος είναι και παραπειστικός. Οι δύο νέοι είναι πράγματι επιστήμονες, αυτή τους η ιδιότητα, ωστόσο, δεν μοιάζει να είναι η αιτία της επιτυχία τους, ούτε αφορμή για το ρεπορτάζ. Περιμέναμε να πληροφορηθούμε για τα επιτεύγματα των δύο νέων στον επιστημονικό τους κλάδο, την πληροφορική, αντί αυτού μαθαίνουμε για την πραγματικά έξυπνη, καινοτόμο επιχειρηματική ιδέα που έχουν υλοποιήσει με επιτυχία, χρησιμοποιώντας τις επιστημονικές γνώσεις και την τεχνική κατάρτισή τους.
Πρόκειται για το AthensBook, μια εφαρμογή που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αξιοποιεί «τις δυνατότητες του iPhone για να βρίσκεις ό,τι θέλεις στην περιοχή που είσαι εκείνη τη στιγμή».[2] Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν διαδραστικό, εμπλουτισμένο με χρήσιμες πληροφορίες χάρτη της πόλης, που εντοπίζει συγκεκριμένα σημεία, π.χ. βενζινάδικα, φαρμακεία, νοσοκομεία, ATM κ.λπ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του χρήστη, τον «προσανατολισμό» του. Η χρησιμότητα της υπηρεσίας επιβεβαιώνεται από την ανταπόκριση που έχει στους Αθηναίους χρήστες του iPhone, καθώς και από την πρόσφατη επέκτασή της στη Θεσσαλονίκη (ThesBook), όπως μας πληροφορεί το ρεπορτάζ, η επίγευση του οποίου μπορεί να συνοψιστεί στην εξής φράση: η επιστημονική ευφυΐα υποκλίνεται μπροστά στο επιχειρηματικό δαιμόνιο και ακόμα παραπέρα, στο καθαρό επιχειρηματικό συμφέρον.
Το ότι το εν λόγω ρεπορτάζ δεν δημοσιεύτηκε στο οικονομικό ένθετο της εφημερίδας, όπως θα άρμοζε με αμιγώς δημοσιογραφικά κριτήρια, αλλά μπήκε στο τμήμα «Τέχνες και Γράμματα», ήταν προφανώς μια συνειδητή επιλογή που στόχο είχε να προσδώσει στο «success story» των δύο νεαρών επιστημόνων-επιχειρηματιών ένα συγκεκριμένο «θετικό μήνυμα» με σαφείς ιδεολογικές αποχρώσεις από την πλούσια χρωματική παλέτα του νεοφιλελευθερισμού, μετατοπίζοντας το βάρος από την εμπορική εκμετάλλευση στη «δημιουργική ικανότητα», τη «γνώση», την «καινοτομία» και την «κοινωνική συνείδηση». Τα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ αφορούν μια δήθεν θεμιτή επιδίωξη συμφέροντος στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, σε αντίθεση με τις ευρέως διαδεδομένες οπορτουνιστικές επιχειρηματικές πρακτικές. Γινόμαστε έτσι μάρτυρες της νεκρανάστασης του ηρωικού entrepreneur, του καινοτόμου επιχειρηματία που θα υλοποιήσει με κάθε κόστος το πρωτοπόρο όραμά του, ανοίγοντας νέους δρόμους για την κοινωνία, ένα είδος κινητήριας δύναμης που εμψυχώνει τη συνολική ευημερία και την πρόοδο. Σε αυτό το μήκος κύματος, το ρεπορτάζ διευρύνει κατά το δοκούν τη σημασία του εν λόγω εγχειρήματος, προσδίδοντάς του δυσανάλογη βαρύτητα και σπουδαιότητα, προκειμένου να γίνει σαφές πως δεν πρόκειται απλώς για μια νέα επιχείρηση, αλλά για κάτι περισσότερο, για ένα λαμπρό δείγμα του νέου επιχειρηματικού ήθους της αναδυόμενης «δημιουργικής τάξης». Η παρουσίαση της επιχειρηματικής δράσης των δημιουργών του AthensBook υπερβαίνει τεχνηέντως το ιδιωτικό όφελος και εξαπλώνεται εμφατικά στην κοινωνία. «Τα δύο αυτά νέα παιδιά», διαβάζουμε, «μας θυμίζουν αυτό που ήδη συμβαίνει εκτός Ελλάδας: η συσσώρευση παιδείας και μόρφωσης φτιάχνει ένα νέο είδος επιχειρηματικότητας, ανεξάρτητης, αδιαμεσολάβητης και κοινωνικά συνειδητής».[3] Να πώς η καπιταλιστική οικονομία, εξοπλισμένη με τα εργαλεία της γνώσης, γίνεται το εργαστήριο της νέας ηθικής!
Σε μία και μόνο φράση συμπυκνώνεται το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα της «οικονομίας της γνώσης», το οποίο, παραβλέποντας το πώς η γνώση και η καινοτομία εμφανίζονται στην παραγωγική διαδικασία ως σταθερό κεφάλαιο, συνδέει άμεσα την παιδεία και τη γνώση με την ελεύθερη αγορά και τονίζει τη σημασία της καινοτομίας για την ανάπτυξη. Με αυτή τη λογική, αν και το γνωστικό κεφάλαιο είναι συλλογικά παραγόμενο και, με αυτή την έννοια, κοινό, πρέπει να μεταβιβάζει την αξία του στα εξατομικευμένα εμπορεύματα για να είναι κοινωνικά ωφέλιμο. Η ιδιοποίηση του γνωστικού κεφαλαίου νομιμοποιείται ως παράγοντας ανάπτυξης που επιφέρει τη γενική ωφέλεια. Όπως υποστηρίζει και ο βουλευτής της ΝΔ στη Β΄ Αθηνών Κυριάκος Μητσοτάκης, «είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι η έρευνα και η καινοτομία δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή δραστηριότητα με θεωρητικό περιεχόμενο, αλλά πρέπει να αποκτήσει πλέον και συγκεκριμένο πρακτικό στόχο. [...] Η ίδια η κοινωνία πρέπει να ξεφύγει από την προκατάληψη ότι η πανεπιστημιακή έρευνα είναι ασυμβίβαστη με την υγιή επιχειρηματική δράση. Η επενδυτική αξιοποίηση των προϊόντων της έρευνας δεν είναι αμάρτημα».[4]
Ανάλογες νεοφιλελεύθερες παραδοχές βρίσκονται στα θεμέλια της αντίληψης για το ποιόν της «κοινωνικής συνείδησης», η οποία υποτίθεται πως χαρακτηρίζει αυτό το «νέο είδος επιχειρηματικότητας», την οποία προβάλει με ενθουσιασμό το ρεπορτάζ: «Κάτοχοι υψηλής και εξειδικευμένης παιδείας και οι δύο, μοιράζονται την κουλτούρα του επιχειρηματικού start up, και αποφασίζουν να στρέψουν την ενέργειά τους στη δημόσια σφαίρα διαθέτοντας το νέο τους προϊόν εντελώς δωρεάν. Χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία [sic!]. Η Apple τους παρείχε τα εργαλεία και αυτό που έκαναν ήταν να δουλέψουν εντατικά για τέσσερις μήνες».[5]
Τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν την «κοινωνική συνείδηση» των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών είναι ότι το νέο προϊόν τους διατίθεται «εντελώς δωρεάν», «χωρίς διαμεσολαβητές, κατ' ευθείαν στην κοινωνία». Μια απλή ανάγνωση όμως του ρεπορτάζ επιβεβαιώνει πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει, παρά μόνο με έναν πολύ ιδιόμορφο τρόπο και μια ιδεολογικά στιγματισμένη αντίληψη τού τι μπορεί να σημαίνουν οι έννοιες «δωρεάν», «διαμεσολάβηση» και «κοινωνία». Μια πιο προσεκτική ανάγνωση θα καταστήσει σαφές ότι το εμπόρευμα (το προϊόν που έχει ανταλλακτική αξία και αποφέρει κέρδος) δεν είναι η ίδια εφαρμογή που δημιούργησαν οι δύο νέοι επιστήμονες-επιχειρηματίες με τη βοήθεια της Apple, αλλά οι χρήστες της.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Στόχος μας είναι να αναλύσουμε το AthensBook ως διαδικασία παραγωγής (χρηστικής) αξίας και πώς αυτή μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, δηλαδή παραγωγής ανταλλακτικής αξίας και άντλησης κέρδους.
Το AthensBook είναι μια υπηρεσία που παρέχεται «δωρεάν», «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» (εννοεί προφανώς τους χρήστες και τους δυνάμει χρήστες του iPhone, μια «κοινωνία» που εδραιώνεται πάνω στην πλατφόρμα της Apple...). Όμως, αυτό γίνεται αποκλειστικά μέσω μιας ακριβής συσκευής, για την οποία ο χρήστης της πληρώνει μηνιαία συνδρομή προκειμένου να έχει δικαίωμα πρόσβασης στις όποιες «δωρεάν» υπηρεσίες αυτή προσφέρει. Ήδη το «δωρεάν» αποκτάει κάποιο κόστος – η χρήση της εφαρμογής είναι δωρεάν, όχι όμως και η πρόσβαση σε αυτήν. Πρέπει να διαθέτεις iPhone και σύνδεση, να είσαι μέλος μιας πραγματικά ανοιχτής, δημοκρατικής «κοινωνίας», με την έννοια ότι δεν εξαιρεί από τους κόλπους της κανέναν που πληρώνει. Εκτός από αυτή τη διαμεσολάβηση χρεώσεων που καταρρίπτει το επιχείρημα περί «εντελώς δωρεάν» χρήσης, η ίδια η εφαρμογή έχει «γραφτεί» με τον κώδικα της Apple και είναι «κλειδωμένη». Άρα δεν πρόκειται για ελεύθερο λογισμικό, και με αυτή την έννοια η εφαρμογή είναι ελεγχόμενη από μια πολυεθνική εταιρία (δηλαδή διαμεσολαβημένη και πάλι) και από την ισχύουσα νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων, δεν ελέγχεται πραγματικά από τους τελικούς χρήστες της. Δεν είναι καν μια «ανοιχτή καινοτομία», ένα εργαλείο, το οποίο θα μπορούσαν και άλλοι να χρησιμοποιήσουν για να αναπτύξουν τις δικές τους καινοτομικές ιδέες. Είναι απλώς μια «υπηρεσία».
Υπάρχει ακόμα άλλη μια μικρή, αν και όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, που μας διαφεύγει μέσα στον ενθουσιασμό, καθώς όλα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ ηχούν στ' αυτιά μας σαν παιάνας προόδου, και –αλλοίμονο!– ποιος δεν θέλει να συνταχτεί με την πρωτοπορία της ανάπτυξης. Στην ευτοπία που μας παρουσιάζεται εδώ με υπερβάλλοντα ζήλο, κάποιοι μοιράζουν «εντελώς δωρεάν» προϊόντα «κατ' ευθείαν στην κοινωνία» και κάποιοι άλλοι παρέχουν τα μέσα και τα εργαλεία για ελεύθερη χρήση στους παραγωγούς. Αν όμως είναι όλα «δωρεάν» και «χωρίς διαμεσολαβητές», όπως διατείνεται το ρεπορτάζ, και εφόσον ξέρουμε ότι η αξία της εφαρμογής προήλθε από την εντατική εργασία των δύο επιστημόνων επί τέσσερις μήνες, προκύπτει το εύλογο ερώτημα πώς αυτή η εργασία αξιοποιείται, με άλλα λόγια, πώς μετατρέπεται σε χρήμα. Διότι, από την έλλειψη άμεσης χρηματικής συναλλαγής μεταξύ χρηστών και δημιουργών της εφαρμογής, δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο η εμμένουσα εκκρεμότητα ενός πολύ σοβαρού ζητήματος, το οποίο με έμφαση επισημαίνει ο ένας εκ των δύο επιστημόνων-επιχειρηματιών λέγοντας, «θέλαμε να προσφέρουμε κάτι δωρεάν, αλλά προφανώς πρέπει να προβλέψεις πόρους για τη βιωσιμότητα της εφαρμογής».[6] Όπερ σημαίνει, ότι πρέπει κάποιος να πληρώνει για να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπτύσσεται η εφαρμογή, να πληρώνει δηλαδή το κόστος, την εργασία που δαπανάται για την ανάπτυξη και τη συντήρησή της. Και εφόσον αυτός ο κάποιος δεν είναι οι χρήστες (τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού η συγκεκριμένη εφαρμογή προσφέρεται σε αυτούς «δωρεάν»), ούτε φυσικά η Apple, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος που πληρώνει. Και αυτός ο κάποιος προφανώς υπάρχει, ωστόσο φαίνεται πως πληρώνει όχι ακριβώς για την ίδια την εφαρμογή (δεν τον ενδιαφέρει καν αυτή καθαυτή ως αξία χρήσης), αλλά για τους χρήστες της, και συγκεκριμένα για την συγκεντρωμένη προσοχή τους.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο αν το προηγούμενο συμπέρασμα αναδιατυπωθεί ως πιθανή απάντηση στο φαινομενικά παράδοξο ερώτημα: ποιο είναι το προϊόν και, κυρίως, ποιο είναι το εμπόρευμα στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Για τον τελικό χρήστη το προϊόν είναι ξεκάθαρα η εφαρμογή. Δεν είναι όμως εμπόρευμα για τους δημιουργούς της, δεν έχει ανταλλακτική αξία, αφού ο χρήστης την αποκτάει δωρεάν. Αν εξετάσουμε καλύτερα την όλη διαδικασία, αναλύοντάς την στα διάφορα στάδιά της, θα διαπιστώσουμε ότι η εφαρμογή είναι για τους δημιουργούς της ένα ενδιάμεσο μόνο προϊόν, ένα ειδικό εργαλείο που παρήγαγε η ζωντανή εξειδικευμένη εργασία που κατέβαλαν χρησιμοποιώντας τα μέσα που τους πρόσφερε το κεφάλαιο, η Apple («Οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις», όπως γράφει ο Economist, «μπορούν να βρουν την καινοτομία μέσα σε κάθε άνθρωπο· απλώς χρειάζεται να την ελευθερώσουν.»[7]) Το εργαλείο αυτό είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να διαμορφώνει το τελικό προϊόν, να το μετατρέπει σε εμπόρευμα με ανταλλακτική αξία, το οποίο μπορεί να πουληθεί, αποφέροντας έσοδα και κέρδος. Το τελικό αυτό προϊόν (εμπόρευμα) είναι οι χρήστες της εφαρμογής, συγκροτημένοι σε μια ευρυνόμενη «πελατειακή βάση», και οι καταναλωτές οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν αυτό το εμπόρευμα, είναι οι διαφημιζόμενες τοπικές επιχειρήσεις. Με λίγα λόγια, οι δύο επιστήμονες-επιχειρηματίες κατασκεύασαν ένα εργαλείο (εφαρμογή), με πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής για τους ίδιους (διότι χρησιμοποίησαν ήδη έτοιμα προηγμένα εργαλεία, σαν την πλατφόρμα του iPhone, δωρεάν, όπως επίσης και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο), για να διαμορφώνουν με αυτό το εργαλείο το προς πώληση εμπόρευμα, δηλαδή τους χρήστες της εφαρμογής, στους υποψήφιους πελάτες, τις διαφημιζόμενες επιχειρήσεις.
Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αξιοποίηση της εφαρμογής γίνεται μέσα στο πλαίσιο της «οικονομίας της προσοχής». Όταν η πληθώρα των μηνυμάτων και των διακινούμενων πληροφοριών είναι ταχύτατη και σε συνεχή ροή μέσω των δικτύων, η δυνατότητα εστίασης και επικέντρωσης της προσοχής είναι χαμηλή. Στη διάχυση αυτή των πληροφοριών αποτυπώνεται η κρίση του φορντισμού και της μονόδρομης σχέσης πομπού-δέκτη που εγκαθίδρυσαν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης κατευθύνοντας την προσταγή της μαζικής κατανάλωσης. Στο διαφορετικό πλαίσιο της ευέλικτης παραγωγής, η απόσπαση της προσοχής των καταναλωτών είναι σημαντικός παράγοντας της διακίνησης και διανομής των (υλικών και άυλων) προϊόντων. Μπορούμε να δούμε τώρα ξεκάθαρα ποια είναι η καινοτομία της εφαρμογής. Ο πολύ συγκεκριμένος «εντοπισμός» δεν λειτουργεί μόνο από την πλευρά του χρήστη, δεν «προσανατολίζει» μόνο αυτόν σε σχέση με ό,τι αναζητά. Καθιστά και τον ίδιο ένα «σημείο» που «εντοπίζεται» από τον διαφημιζόμενο επιχειρηματία. Δίνεται έτσι στον τελευταίο η ευκαιρία να απευθυνθεί κατευθείαν στον ενδιαφερόμενο, χωρίς τη διάχυση και τον «λευκό θόρυβο» των παραδοσιακών μέσων, τον βόμβο που παρεμβάλλεται και προκαλεί σύγχυση στα διακριτά μηνύματα, μειώνοντας σημαντικά τις πιθανότητες απόσπασης της προσοχής των δυνάμει καταναλωτών/χρηστών. Μια «από τις σημαντικότερες καινοτομίες του AthensBook», όπως μαθαίνουμε από τους δημιουργούς της εφαρμογής, είναι η «στοχευμένη τοπικά διαφήμιση».[8] Πράγματι, η δυνατότητα του στοχευμένου μάρκετινγκ είναι το όνειρο κάθε διαφημιστή, να ψιθυρίσει στο αυτί του καθενός ξεχωριστά αυτό που πιστεύει ότι θα ήθελε να ακούσει. Και είναι πασιφανές ότι το στοχευμένο μάρκετινγκ βρίσκει στο AthensBook την πιο δυναμική μορφή του, την άμεση και απευθείας σύνδεση ζήτησης-προσφοράς, βασισμένη στον παράγοντα της εντοπισμένης χωρικής συγκυρίας, που μπορεί να κατευθύνει τη ζήτηση συνδέοντάς την σε πραγματικό χρόνο με την προσφορά. Η δυνατότητα αυτή, προσδίδει αξία χρήσης στους ίδιους πια τους χρήστες της εφαρμογής. Έτσι, η μία κατεύθυνση του εντοπισμού (σημείο) παρέχεται «δωρεάν», η δεύτερη (χρήστης) πωλείται, ή πιο σωστά «ενοικιάζεται» στους διαφημιζόμενους.
Το AthensBook, λοιπόν, δεν προσφέρει απλώς μια «ουδέτερη» δωρεάν υπηρεσία· λειτουργεί αμφίδρομα, οργανώνοντας ταυτόχρονα τους όρους και τις συνθήκες παραγωγής αξίας. Η διαδικασία αξιοποίησης είναι ενσωματωμένη στο εργαλείο-εφαρμογή, έχει προβλεφθεί από τον ίδιο τον σχεδιασμό του. Πρέπει, ωστόσο, να ενεργοποιηθεί, να λειτουργήσει αποτελεσματικά, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση, αλλιώς είναι άχρηστο, χωρίς καμία απολύτως αξία για κανέναν. Αν δεν χρησιμοποιείται, αν δεν ενεργοποιείται από την ανθρώπινη διάδραση με τη συσκευή, το εργαλείο-εφαρμογή αχρηστεύεται. Αυτός είναι ένας γενικότερος κανόνας. Τα ιδιότυπα ψηφιακά προϊόντα θέτουν σε κίνηση μια διαδικασία όπου η μεταβίβαση αξίας από τη χρήση του ίδιου του προϊόντος είναι συνεχής και αυξανόμενη όσο το ίδιο αυτό προϊόν χρησιμοποιείται, με έναν τρόπο «καταναλώνεται» προς ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών των χρηστών του. Η προστιθέμενη αξία του προϊόντος προέρχεται από τη χρήση του, η οποία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να εκληφθεί και ως απλήρωτη εργασία, δηλαδή δραστηριότητα που υποκαθιστά προηγούμενες λειτουργίες οι οποίες συνιστούσαν το αντικείμενο εργασίας που εκτελούσαν εργαζόμενοι.
Υπ' αυτό το πρίσμα, οι χρήστες του AthensBook λειτουργούν ως μηχανισμός «αυτορύθμισης» του περιεχομένου της εφαρμογής, συνεισφέρουν εν ολίγοις στη βελτίωσή της με αντάλλαγμα τη «δωρεάν» χρήση της. «Με τη χρήση της τεχνολογίας έχουμε τη δυνατότητα να αντλήσουμε το τι αρέσει, το τι χρησιμοποιείται, το τι επιλέγουν οι χρήστες μας»,[9] λέει ο ένας εκ των δύο δημιουργών του AthensBook για να υπογραμμίσει την προσαρμοστικότητα της εφαρμογής. Αυτή η φαινομενικά δημοκρατική διαδικασία συμμετοχής των χρηστών στη διαμόρφωση του περιεχομένου της εφαρμογής είναι στην πραγματικότητα μια «διαδικασία μέτρησης», μια απαραίτητη, αλλά κοστοβόρος, διαδικασία για τη συνεχή προσαρμογή του προϊόντος στη ζήτηση και στις αλλαγές των προτιμήσεων των χρηστών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται με μηδενικό κόστος. Καταργεί δηλαδή τα συνηθισμένα κόστη, τις δαπάνες των επιχειρήσεων για έρευνες κοινού, ποιοτικά τεστ, επαναλανσάρισμα στην αγορά κ.λπ., για την αποτύπωση των καταναλωτικών συνηθειών και αντιδράσεων στη χρήση του προϊόντος. Είναι λοιπόν προς (οικονομικό) όφελος τόσο των δημιουργών της εφαρμογής, όσο της Apple, αλλά και του παρόχου της σύνδεσης, να διευρύνεται κατ' αρχάς ποσοτικά, σε απόλυτο αριθμό, η βάση των χρηστών της εφαρμογής. Από μόνη της η ποσοτική αύξηση είναι αρκετή για να βελτιώσει την ικανότητα αξιοποίησης της ίδιας της εφαρμογής: όσο περισσότεροι (δωρεάν) χρήστες τόσο μεγαλύτερη βάση διαφημιστικού κοινού που μπορεί να της προσδώσει συγκεκριμένη οικονομική αξία. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, η ποσοτική αυτή διεύρυνση είναι και ποιοτική: η κοινωνικοποίησή της, η ενεργός χρήση της εφαρμογής από έναν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων δηλαδή, είναι καθοριστική για την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της ως εργαλείου.
Προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε αδρομερώς το «νέο» επιχειρηματικό μοντέλο του AthensBook, και να δούμε τον τρόπο με τον οποίον το δισεπίλυτο ζωτικό πρόβλημα, το οποίο ταλανίζει μέχρι και σήμερα ακόμη πολλές καινοτομικές επιχειρήσεις, πώς δηλαδή η διαδικασία παραγωγής αξίας μετατρέπεται σε διαδικασία αξιοποίησης, βρίσκει την επικερδή λύση του στα χνάρια άλλων εφαρμογών και υπηρεσιών που προσφέρονται «δωρεάν», με πιο διαδεδομένο το μοντέλο της «ιδιωτικής τηλεόρασης», της οποίας τα έσοδα προέρχονται αποκλειστικά από τις διαφημιστικές δαπάνες (έχει ωστόσο, εκτός των άλλων, να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος μέτρησης της απόδοσης και των προτιμήσεων του κοινού), αλλά και το μοντέλο των «κοινωνικών δικτύων» όπως το facebook, την ονομασία του οποίου αντέγραψε η νέα εφαρμογή.
Στο μοντέλο αυτό αξιοποίησης όλοι φαίνεται να κερδίζουν. Αναπτύσσεται μια κατάσταση «win-win», μια επωφελής για όλους τους εμπλεκόμενους σχέση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Apple ωφελείται από την αυξανόμενη αξία του iPhone (εν προκειμένω, αξιοποιεί τη ζωντανή εργασία των δύο προγραμματιστών, δηλαδή την εφαρμογή που δημιούργησαν, για να μετατρέψει την άυλη παραγωγή αξίας σε υλική, και αυτό μεταφράζεται ως ακολούθως: περισσότερες δωρεάν χρήσιμες και δημοφιλείς εφαρμογές = αποκλειστικό περιεχόμενο = ανταγωνιστικό πλεονέκτημα = περισσότερες πωλήσεις = μεγαλύτερη διείσδυση στο κοινό = μεγαλύτερη πελατειακή βάση για περιεχόμενο, εφαρμογές, αναβαθμίσεις κ.λπ., κ.λπ.)· οι δημιουργοί της εφαρμογής ωφελούνται από την ελεύθερη χρήση της τεχνολογίας του iPhone και του λογισμικού που τους παραχώρησε η Apple, τα οποία και χρησιμοποιούν ως παραγωγικά μέσα, καθώς και από την πελατειακή βάση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και γι' αυτό δούλεψαν χωρίς να πληρωθούν απευθείας από κανέναν και εισπράττουν τώρα ως ανταμοιβή τα έσοδα από τις διαφημίσεις, το δε εργαλείο που δημιούργησαν αποκτά προστιθέμενη αξία με τη χρήση του και αυξάνει τις δυνατότητες εκμετάλλευσής του με νέες υπηρεσίες κ.λπ.· οι τελικοί χρήστες έχουν στη διάθεσή τους μια χρήσιμη δωρεάν υπηρεσία, ενώ η αξία χρήσης της συσκευής τους αναβαθμίζεται συνολικά αφού αξιοποιούνται περαιτέρω οι δυνατότητές της· τέλος, οι διαφημιζόμενοι έχουν στη διάθεσή τους μια φθηνή πελατειακή βάση την οποία μπορούν να προσεγγίσουν αποτελεσματικά με το πλεονέκτημα του χωρικού εντοπισμού, της «τοπικά εστιασμένης διαφήμισης», της καινοτομίας που προσφέρει το νέο μέσο.

Συμπέρασμα
Όλοι είναι χαρούμενοι αφού, όπως φαίνεται, παράγεται προστιθέμενη αξία και κέρδος χωρίς κανείς να εκμεταλλεύεται άμεσα κανέναν, οπότε δεν συντρέχει λόγος να ασχοληθούμε με τα ενοχλητικά γενικά ηθικοπολιτικά ερωτήματα που εγείρονται, όπως ας πούμε αν αποτελεί πράγματι δείγμα «κοινωνικής συνείδησης» το γεγονός ότι η εντατική επιστημονική εργασία και το συλλογικό γνωστικό κεφάλαιο χρησιμοποιούνται για να παραχθούν υπηρεσίες που στοχεύουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δημιουργών του AthensBook, στο να εξυπηρετήσουν επιλογές «που έχουν να κάνουν περισσότερο με το life style, με το τι κάνεις το βράδυ».[10] Αναρωτιόμαστε με ποια ακριβώς έννοια της κοινωνίας συμβαδίζει μια τέτοια συνείδηση, η οποία αφήνει έξω από το κάδρο της εικόνας την ιδιοποίηση της υπεραξίας, τον σφετερισμό των κοινών, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες, τους αποκλεισμούς και τις συγκρούσεις για να εστιάσει αποκλειστικά στην ιδιώτευση σε μια ψηφιακά προσανατολισμένη καταναλωτική ευτοπία, σε ένα matrix περιορισμού του πράττειν στα στοιχειώδη αντανακλαστικά της επιθυμίας. Μπορεί η «κοινωνία» να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα και την τεχνογνωσία που απαιτεί η απόκτηση και η χρήση ενός iPhone;
Όσα ισχυρίζεται το ρεπορτάζ, υπερτιμώντας αυτό καθαυτό το εγχείρημα AthensBook, είναι περισσότερο μια απόπειρα διαφήμισης ενός νέου τρόπου αξιοποίησης και ενός επιχειρηματικού μοντέλου στα πρότυπα της «οικονομίας της γνώσης» (νεοφιλελεύθερος ευφημισμός για τον γνωσιακό καπιταλισμό) παρά απλώς η περιγραφή μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η νεοφιλελεύθερη επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι η «δημιουργική τάξη» επιχειρεί με «νέο ήθος» (αναρωτιόμαστε αν το εν λόγω ήθος συνίσταται στο ότι δεν χρεώνει τον τελικό χρήστη, απλώς τον μετατρέπει σε εμπόρευμα προς πώληση), ντύνει δηλαδή μια τυπική καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αξίας με έναν ιδεολογικό μανδύα «κοινωνικής συνείδησης».
Όπως παρουσιάζεται στο ρεπορτάζ, η «κοινωνική συνείδηση» είναι μια ακόμη κούφια έννοια, από τις δεκάδες που ξεφυτρώνουν στον ιδεολογικό κορμό της κυριαρχίας (μας έρχεται πρόχειρα στο νου μια άλλη έννοια-κλοτσοσκούφι, η «εταιρική ευθύνη», η βελόνα που μάταια αναζητά κανείς στα άχυρα της αποδεδειγμένης εταιρικής ανευθυνότητας, της τοποθέτησης δηλαδή των κερδών υπεράνω της κοινωνίας, των ανθρώπων και της φύσης). Παρουσιάζεται ως μια αστική αρετή μάλλον, όπως ας πούμε η «φιλανθρωπία», η οποία είναι εκ φύσεως άρρηκτα δεμένη με το ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον, το κινούν αίτιο των πάντων. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία (αλλά και η σοσιαλφιλελεύθερη, πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της τύπου Bauwens) αναζητά στην όψη απατηλών παραδειγμάτων «κοινωνικής συνείδησης» τη δικαίωση των αξιωμάτων της για την καινοτομία, την αγορά και την ανάπτυξη. Η επίμονη ταύτιση της ενεργούς κοινωνικής συνείδησης με την καπιταλιστική δραστηριότητα του επιχειρηματικού πράττειν υπό το φως της γνώσης, ως ορθολογικού υπολογισμού κόστους-απόδοσης, αναιρείται μέσα στην αντίφαση που επιδιώκει να αποκρύψει ο νεοφιλελεύθερος ιδεολογικός μηχανισμός. Τη θεμελιώδη αντίφαση που στοιχειώνει τον πυρήνα του γενικευμένου εμπορευματικού τρόπου παραγωγής (καπιταλισμός) μεταξύ συλλογικής και ατομικής ωφέλειας, αντίφαση που εκφράζεται ρητά στις ιδιοκτησιακές σχέσεις και στους θεσμούς που τις εγκαθιστούν, τις νομιμοποιούν και διασφαλίζουν την ισχύ τους. Όσο και αν αυτές οι σχέσεις συγχέονται μέσα σε αφηρημένες έννοιες όπως η «κοινωνία της γνώσης», που υποδηλώνουν την υψηλή κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας και την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση του κεφαλαίου από τη ζωντανή εργασία, η οποία είναι, με τη μορφή της νοημοσύνης, απαραίτητη τόσο για την παραγωγή και την ανάπτυξη όσο και για τη διαχείριση της πολύπλοκης τεχνολογίας, δεν μπορούν να θεωρούνται ξεπερασμένες από ένα μοντέλο «ομότιμης» οικονομίας, το οποίο θεωρεί ότι καθορίζει τις νέες παραγωγικές σχέσεις εκτός των καπιταλιστικών προσταγών, παρότι εμμένει στην αναγκαιότητα μιας μη ανταγωνιστικής αγοράς, ενώ δεν έχει τίποτα να πει για την υλική παραγωγή.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ανισότητες και οι αντιφάσεις οξύνονται, καθώς μέσα στον γνωστικό καπιταλισμό οι σχέσεις εργασίας-κεφαλαίου εντείνουν και καθιστούν πιο πολύπλοκο τον ανταγωνισμό, ενώ ο καταμερισμός της εργασίας στο νέο μοντέλο ευέλικτης συσσώρευσης και στις νέες μεθόδους αξιοποίησης διευκολύνει τον κατακερματισμό της κοινωνίας και την εξατομίκευση. Μεμονωμένα, αυτόνομα δήθεν άτομα, μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών τους ή με το iPhone στο χέρι, δουλεύουν διασκεδάζοντας και διασκεδάζουν δουλεύοντας, δικτυωμένα σε έναν διάφανο για την εξουσία και τον έλεγχο παράλληλο κόσμο, προσαρμοσμένο στις προσωπικές τους επιθυμίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους – τόσο εξατομικευμένο και μοναδικό που αναρωτιέται κανείς πού μπορεί να βρεθεί κοινό έδαφος συνεννόησης με τον άλλον.
Αλλά μάλλον αυτό δεν πρέπει πια να μας απασχολεί αφού, όπως «πιστεύου[ν] ακράδαντα» ο John Dryden και οι συνάδελφοί του στον ΟΟΣΑ, και πιθανότατα και ο συντάκτης του ρεπορτάζ, «η καινοτομία, και όχι η αγάπη, είναι αυτή που κάνει τον κόσμο να γυρνά».[11]

1. Δημήτρης Ρηγόπουλος, «Το success story δύο νέων επιστημόνων», εφημ. Η Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», 23-8-2009, σ. 3.
2. Όπ.π.
3. Όπ.π.
4. Κυριάκος Μητσοτάκης, «Προς την οικονομία της Γνώσης», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, Η Καθημερινή Ειδικές Εκδόσεις - The Economist, τ. 46, Δεκέμβριος 2007, σ. 22.
5. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
6. Όπ.π.
7. Vijay Vaitheeswaran, «Η εποχή της μαζικής καινοτομίας», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 86.
8. Δημήτρης Ρηγόπουλος, όπ.π.
9. Όπ.π.
10. Όπ.π.
11. Vijay Vaitheeswaran, «Το μέλλον περνά μέσα από την καινοτομία», στο Η ελευθερία της καινοτομίας, όπ.π., σ. 66.

Η ολοφάνερη χρεοκοπία της μπουρζουαζίας

Οι μεγαλόσχημοι αγύρτες της νεοελληνικής άρχουσας τάξης, παρέα με τους επιτήδειους συνεργάτες τους, ημεδαπούς και αλλοδαπούς μάνατζερ, συνεχίζουν ανενόχλητοι να καταληστεύουν τον κοινό πλούτο και να μας κοροϊδεύουν ξεδιάντροπα· όμως, χωρίς να το ξέρουν, σκάβουν με τα ίδια τους τα χέρια τον πολιτικό λάκκο τους. Υποδαυλίζοντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αναζωπυρώνουν την ταξική πάλη που θα τους φέρει αντιμέτωπους με ό,τι προσπαθούν να αποφύγουν: την αμφισβήτηση και την ανατροπή της κυριαρχίας τους.
Το "σκάνδαλο της Siemens" ξεγύμνωσε κάθε επίφαση ηθικής ανωτερότητας και διοικητικής αποτελεσματικότητας της οικονομικοπολιτικής ελίτ και επιβεβαίωσε τον παρασιτικό ρόλο της, τον οποίο, η ίδια, τεχνηέντως συγκαλύπτει. Αποκάλυψε επίσης τον αμοραλισμό των συναλλαγών με τον οποίον επιδιώκουν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους οι ισχυρές οικονομικά χώρες του "κέντρου", που μεταχειρίζονται με νεοαποικιοκρατικούς όρους τη διεφθαρμένη ελίτ των αναπτυσσόμενων χωρών της "περιφέρειας". Από τη μια, την κανακεύουν και τη βοηθούν να διατηρηθεί στην εξουσία, από την άλλη, τη "λαδώνουν", την εξαγοράζουν και την εξευτελίζουν με την υποτελή στάση που της υπαγορεύουν να τηρεί.
Είναι γνωστό ότι τα μεγαλεπήβολα δημόσια έργα που πολυδιαφημίζονται από τα χείλη των πολιτικών ότι θα "αλλάξουν το χάρτη της χώρας", οι υπέρογκοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, οι κρατικές προμήθειες, οι εμπορικές συμφωνίες, η τεχνολογική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, όπως και κάθε άλλη "αναπτυξιακή δραστηριότητα", είναι πάντοτε μια καλή αφορμή να στρωθεί το τραπέζι για το τρελό φαγοπότι της μίζας και της ρεμούλας. Όπως είναι επίσης γνωστό ότι άλλοι τρωγοπίνουν και άλλοι πληρώνουν το λογαριασμό. Κάπως έτσι γινόταν πάντα, μόνο που σήμερα έχουν αλλάξει τα κόλπα και οι μέθοδοι: η σκλαβιά μοσχοπουλιέται στην τιμή της ελευθερίας με διψήφιο επιτόκιο δανείου, και όλοι βολεύονται με την ψευδαίσθηση του πλούτου.
Ο πλούτος παριστάνεται να ρέει· αλλάζοντας συνεχώς χέρια υποτίθεται ότι διανέμεται αναλογικά μέχρι τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, ως δια μαγείας, όμως, καταλήγει να συσσωρεύεται στις τσέπες μιας συγκεκριμένης τάξης. Ο ιδιοποιημένος κατά τούτον τον μυστηριώδη τρόπο πλούτος δεν επενδύεται, όπως διατείνονται οι μεγαλόσχημοι αγύρτες και τα τσιράκια τους. Συσσωρεύεται, ενώ τα κεφάλαια για τις αναγκαίες επενδύσεις, δηλαδή την αναζήτηση νέων πηγών και μεθόδων αξιοποίησης και άντλησης υπεραξίας (κέρδους), προέρχονται από τον κοινό πλούτο. (Η τιτλοποίηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων και η γαλαντόμος κρατική ενίσχυση της κεφαλαιακής ρευστότητας των τραπεζών για να αντέξουν τους κλυδωνισμούς της κρίσης είναι δύο απτά παραδείγματα διακεκριμένης κλοπής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου.) Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες τους καταφεύγοντας στο δανεισμό. Υπόκεινται έτσι σε διπλή εκμετάλλευση: οι τόκοι είναι υπεραξία που αποσπάται προκαταβολικά από τη μελλοντική εργασία τους, πέρα από την υπεραξία που αποσπάται μέσα στην τρέχουσα παραγωγική διαδικασία.
Δεν πρόκειται φυσικά για κάποια συνωμοσία που εξυφαίνεται από "σκοτεινά κέντρα δύναμης". Πρόκειται, αντιθέτως, για εγγενή νομοτελειακή τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, για τη θεμελιακή συνθήκη της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης της εργασίας, που συγκροτεί τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και τους προσδίδει τον ταξικό τους χαρακτήρα. Πρόκειται για φαινόμενα που είναι σύμφυτα στην κίνηση του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών περιοδικών κρίσεων, όπως και της καπιταλιστικής, έντονα ανταγωνιστικής και ατομικιστικής κοινωνίας, όπου το κέρδος και η ατομική επιτυχία είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ύπαρξης μέσα σε ένα ιδεολογικό περιβάλλον, στο οποίο η τελεστική αντίφαση λόγων και έργων υποθάλπει τον αυτάρεσκο κυνισμό των βολεμένων και των προνομιούχων.
Κάποιοι είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου, και κάποιοι όχι. Κάποιοι εργάζονται και παράγουν αξία, και κάποιοι υπεξαιρούν μέρος της και την παρουσιάζουν ως υπεραξία (τόκο ή κέρδος) του κεφαλαίου. Κάποιοι τρώνε με χρυσά κουτάλια, και κάποιοι λιμοκτονούν. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ιδιοκτήτες, ούτε κεφαλαιούχοι. Είμαστε όλοι ελεύθεροι, αλλά δεν είμαστε όλοι ίσοι, δεν είμαστε καν όλοι άνθρωποι. Η ελευθερία μερικών έχει μεγαλύτερη αξία από την ελευθερία άλλων. Η ισοδυναμία απέναντι στο χρήμα όλων των αξιών, προϋποθέτει τη διαφορά μεταξύ τους. Αυτή η διαφορά εμφανίζεται ως φυσική ποικιλία των κοινωνικών θέσεων και των ατομικών ταυτοτήτων, αλλά δεν είναι παρά το μέτρο της ανισότητας απέναντι στην ιδιοκτησία που επιτρέπει την εκμετάλλευση και τον ταξικό διαχωρισμό.
Παρόλα αυτά κάποιοι επιμένουν να αγνοούν το προφανές και να λένε, "μα είμαστε ελεύθεροι!" Ξεχνούν, μάλλον, ότι η ψευδεπίγραφη ελευθερία που το καθεστώς "παραχωρεί" στα άτομα είναι το ευτελές αντίδωρο για την πίστη τους στα δόγματά του. Οτιδήποτε μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη κυκλοφορία και κερδοφορία του κεφαλαίου γίνεται πάραυτα τροπάριο του νέου ευαγγελίου της ανάπτυξης και της προόδου, που όλοι μας πρέπει να μάθουμε να ψέλνουμε με κατάνυξη ολημερίς, με το στανιό αν χρειαστεί. Όπως θα πρέπει επίσης να μάθουμε να πιστεύουμε στα θαύματα, ότι αν κλάνουν κάποιοι σε μεταξωτά βρακιά, ανατιμάται συνολικά η αξία της πορδής και ωφελούμαστε όλοι. Τώρα μπορούμε πια να ζούμε με αέρα κοπανιστό – το θαύμα έγινε!
Δεν έχουμε αποχαυνωθεί, όμως, τελείως. Όσο κι αν προσπαθούν με τα παραμύθια των μαζικών μέσων προπαγάνδας να μας κοιμίσουν, οι εφιάλτες που η πραγματικότητα γεννά μας κρατάνε ξάγρυπνους. Τα σκάνδαλα, που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικό ρυθμό και το όλο σκηνικό που καταρρέει παταγωδώς, προσδίνουν στοιχεία φαρσοκωμωδίας στο θρίλερ που ζούμε. Εκτός από εκείνους που βιώνουν καθημερινά την αναλγησία στο πετσί τους και δεν τρέφουν πια αυταπάτες, ότι μπορεί να υπάρχει happy end στο έργο, η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος κλονίζεται στα μάτια και των πιο εύπιστων οπαδών του, που τώρα μουρμουρίζουν δύσθυμοι, αλλά αύριο κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσουν. Όλο και περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι η διάχυτη στην καθημερινότητα δυσωδία είναι σύμπτωμα προχωρημένης σήψης, που εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό και μολύνει τα πάντα.
Η ιστορία της νεοελληνικής "μπουρζουαζίας" (μόνο σε εισαγωγικά χωράει το κακέκτυπο αυτό της ευρωπαϊκής αστικής τάξης), χωρίς να αποτελεί εξαίρεση στην καπιταλιστική ιστορία, είναι κατάστικτη από κηλίδες βίας, νοθείας, αυταρχισμού, οπορτουνισμού, απάτης, αρπαγής, ρεμούλας και καταλήστευσης, που σκοτεινιάζουν τη λάμψη των όποιων φωτεινών εξαιρέσεων. Δεν μας καταπλήσσει, λοιπόν, η στάση της διεφθαρμένης ως το μεδούλι οικονομικοπολιτικής ελίτ, "αριστερής" ή δεξιάς. Προσπαθεί απλώς να κουκουλώσει τις ευθύνες της για την κατάντια της χώρας, να βγάλει την ουρά της απέξω, να μεταμφιέσει την παρασιτική μορφή της και να εμφανιστεί αποκαθαρμένη από τις αμαρτίες της, ως σωτήρια δύναμη που πρέπει να εμπιστευτούμε ξανά και να την "τιμήσουμε με την ψήφο μας" στις επερχόμενες εκλογές. Αυτή η αξίωση μας διασκεδάζει, διότι μόνο γέλιο μπορεί να προκαλεί. Μας εξοργίζει, όμως, και μας κόβει μαχαίρι κάθε διάθεση για αστεία, όταν μας στέλνουν τον παραφουσκωμένο λογαριασμό, απαιτώντας με περίσσιο θράσος να πληρώσουμε πάλι εμείς το γλεντοκόπι, το φαγητό και τα δικά τους σπασμένα.
Αν όχι αυτοί που εναλλάσσονται όλα αυτά τα χρόνια στην εξουσία, "παίρνοντας το τιμόνι του πλοίου και τη μοίρα του τόπου στα χέρια τους", τότε ποιοι είναι εκείνοι που έχουν δημιουργήσει με τις πολιτικές τους το θεόρατο χρέος που σήμερα βυθίζει το σκάφος αύτανδρο; Μήπως το πρεκαριάτο, η "γενιά των 700 ευρώ", οι "ενοικιαζόμενοι", οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι; Αν όχι η οικονομικοπολιτική ελίτ που χαράζει την πορεία και παίρνει τις αποφάσεις, τότε ποιοι ξεπούλησαν κοψοχρονιά καράβι και φορτίο και μας ζητάνε τώρα να πληρώσουμε ξανά το ναύλο του ταξιδιού αν δεν θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα, υποβαθμίζοντας κι άλλο την ήδη πραγμοποιημένη ζωή μας; Μήπως οι μετανάστες, οι "κουκουλοφόροι", οι περιθωριακοί, οι φοιτητές, ή μήπως οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, και είμαι σαράντα πέντε χρονών πια, η χώρα βρίσκεται διαρκώς σε περίοδο "δημοσιονομικής προσαρμογής", που σε απλά ελληνικά μεταφράζεται σε "λιτότητα" και "αναγκαίες θυσίες από όλους", δηλαδή μέτρα που στριμώχνουν τις εργαζόμενες τάξεις στον απόπατο, ρίχνουν τις μεσαίες βορά στα νύχια των τραπεζών, ενώ οι επιτήδειοι συνεχίζουν ανενόχλητοι να κάνουν πάρτι και να θησαυρίζουν σε βάρος τους ξαφρίζοντας τον δημόσιο κορβανά, μεταμορφώνοντας με ταχυδακτυλουργικά κόλπα τον κοινό πλούτο σε προσωπική περιουσία. Με λίγα λόγια, η επωδός της επαναλαμβανόμενης όλα αυτά τα χρόνια ιστορίας πάει κάπως έτσι: "σκάστε και τραβάτε κουπί γιατί πνιγόμαστε..." (Η καταληκτική προσφώνηση "βλάκες!" κόπηκε από τη λογοκρισία διότι υποβιβάζει, λέει, την κριτική αυτενέργεια και την ελεύθερη βούληση των πολιτών.)
Η επίπλαστη ευδαιμονία των τελευταίων χρόνων, που λούστραρε την επιφάνεια και προπαγανδίστηκε ως "εκσυγχρονισμός", με συμβολικά ορόσημα την είσοδο στην ΟΝΕ, τους Ολυμπιακούς αγώνες και την "αναδιάρθρωση της οικονομίας", δεν μπόρεσε να συγκαλύψει για πολύ τη σκληρή πραγματικότητα που κρύβεται από κάτω. Απογυμνωμένη από κάθε μέσο που θα της έδινε κάποιο πλεονέκτημα για να σταθεί στην άκρως ανταγωνιστική παγκοσμιοποιημένη συγκυρία, η ελληνική οικονομία, ισχνή και κακοποιημένη, πνέει τα λοίσθια και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχει κανένα γιατρικό αρκετά ισχυρό για να τη συνεφέρει.
Δεν έφτασε, όμως, τυχαία ως εδώ να χαροπαλεύει, περιμένοντας τη χαριστική βολή για να τινάξει τα πέταλα. Τη γιατρειά της ελληνικής οικονομίας την έχουν αναλάβει από καιρό οι νεκροθάφτες της μεταμφιεσμένοι σε μάγους. Είτε σπεκουλαδόροι είτε άχρηστοι, πάντως σίγουρα άπληστοι και επικίνδυνοι. Γύρισαν την πλάτη στους καιρούς και κοίταξαν μόνο το συμφέρον τους, αφήνοντας τον τόπο να ρημάξει, με την ανοχή φυσικά των υπόλοιπων που κουτσοβολεύτηκαν στην μικροαστική σύμβαση. Απανωτές χαμένες ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν (για να σταθούμε μόνο στην περίοδο της "μεταπολίτευσης"), έλλειψη οράματος και σχεδίου, λανθασμένοι χειρισμοί και αποφάσεις, κακοδιαχείριση, αυταρχισμός, ανικανότητα, μικρόνοια, καιροσκοπισμός, ατολμία, υποτέλεια, αλλά κυρίως διαφθορά και σήψη. Σήψη που αποσαθρώνει το όποιο θεμέλιο νομιμοποίησης είχε απομείνει στην οικονομικοπολιτική ελίτ, ιδίως του "σκληρού πυρήνα" της, που πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις και διεκδικεί με κάθε μέσο την ηγεμονία.
Όλοι ετούτοι που μας έχουν κάτσει στο σβέρκο και θέλουν να μας ωφελήσουν, να μας αντιπροσωπεύουν και να μας κουμαντάρουν "για το καλό μας", είναι αυτοί που ευθύνονται για το ότι βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία ως κράτος και χρεωμένοι όλοι ως το λαιμό, πράγμα που σημαίνει ότι είμαστε όμηροι των τόκων και του εξωτερικού χρέους, σκλάβοι που θα πρέπει να δουλεύουμε όλη μας τη ζωή για να ξεχρεώσουμε. Είναι οι ίδιοι που ενώ συνεχίζουν να γεμίζουν τα σεντούκια τους με το δημόσιο χρήμα (με αναθέσεις έργων, επιδοτήσεις, διευκολύνσεις, επιχειρηματικές συμμαχίες, λαθροχειρίες, μίζες, κ.λπ.) και να ευτελίζουν τα πάντα με τον αξιακό τους κώδικα, που καθαγιάζει ως "ηθικό ό,τι είναι νόμιμο", ζητάνε επιτακτικά από τους υπόλοιπους να κάνουν θυσίες και υποχωρήσεις στο όνομα του "κοινού συμφέροντος".
Είναι οι ίδιοι που αναζητούν ευκαιρίες στην "οικονομική κρίση" για να ξεφορτωθούν και τις τελευταίες επαχθείς γι' αυτούς δεσμεύσεις απέναντι στους εργαζόμενους, όπως είναι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι ασφαλιστικές συνεισφορές και οι απολύσεις. Πιέζουν, παράλληλα, με κάθε μέσο, για την ιδιωτικοποίηση μονοπωλιακών τομέων, όπως οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια, ή τομέων που αποτελούν κεκτημένες "δωρεάν" κοινωνικές παροχές, όπως η παιδεία και η υγεία, οδηγώντας στην απαξίωση το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και στη συνακόλουθη περαιτέρω υποβάθμιση των αναγκαίων υπηρεσιών για την αξιοπρεπή διαβίωση των κατώτερων τάξεων. Ωθούν έτσι στο περιθώριο και την ανέχεια ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι, οι οποίοι, χάνοντας σταδιακά και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας που τους είχε απομείνει, βυθίζονται στην απελπισία. Από την άλλη, η μεσαία τάξη, παραδοσιακός υποστηρικτής του συστήματος, όντας παραδομένη στον κομφορμισμό και στη φαντασίωση της "κοινωνικής ανόδου" στα ανώτερα στρώματα, προαγωγή που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, επιρροή και κοινωνικό κύρος, βλέπει τώρα τα επενδυμένα όνειρά της να σκορπίζονται σαν άχυρα από τις θύελλες της παγκοσμιοποίησης. "Προλεταριοποιείται" σταδιακά, χάνει τα προνόμιά της και αντιμετωπίζει αίφνης πρωτοφανείς δυσχέρειες στην επιβίωσή της.
Το όλο οικοδόμημα, έτσι κι αλλιώς χτισμένο εξ αρχής με σαθρά υλικά, κλονίζεται συθέμελα. Οι ζημιές από τους ισχυρούς κραδασμούς δεν είναι απλώς επιφανειακές ρωγμές στους εξωτερικούς τοίχους, αλλά βαθιές παραμορφώσεις των κεντρικών στηριγμάτων, που έχουν αρχίσει να υποχωρούν.
Σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, κεφάλαιο και κράτος επιστράτευσαν την προπαγάνδα και την ωμή βία σαν ανάχωμα στη διάχυτη οργή που σκοτεινιάζει τον ορίζοντα και ηλεκτρίζει επικίνδυνα την ατμόσφαιρα, προμηνύοντας την επερχόμενη καταιγίδα. Νιώθουν την απειλή και αντιδρούν σπασμωδικά, αφού δεν έχουν καμία άλλη δυνατότητα να ανακόψουν τις εξελίξεις. Η αντίδρασή τους αποκαλύπτει τα όρια, φανερώνει την ολοκληρωτική φύση τού κατ' επίφαση δημοκρατικού καθεστώτος. Ξεπέρασαν μέσα στον πανικό τους τα εσκαμμένα, καταστρατηγώντας ανενδοίαστα τις εγγυήσεις του συντάγματος το οποίο υποτίθεται κόπτονται να υπερασπιστούν. Όπως πράττουν συγκεκριμένα στην περίπτωση του αναρχικού κρατούμενου απεργού πείνας Θοδωρή Ηλιόπουλου, ο οποίος παραμένει προφυλακισμένος για συμμετοχή σε επεισόδια στη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη με χαλκευμένες κατηγορίες, που στηρίζονται σε διάτρητες μαρτυρίες δύο ματατζήδων, παρότι αυτές καταρρίπτονται από τουλάχιστον πέντε αυτόπτες μάρτυρες, που διαβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος.
Η άρχουσα τάξη, εκτός από την παράλογη εκδικητικότητα που επιδεικνύει απέναντι σε όσους αμφισβητούν έμπρακτα την κυριαρχία της, νομοθετεί με οργουελιανό οίστρο στο όνομα της ασφάλειας και υπονομεύει τη δημοκρατία στο όνομα της δημοκρατίας. Απαγορεύσεις, παρακολουθήσεις, έλεγχος, καταστολή. Καταπατούν τα συγκεκριμένα δικαιώματα για να προστατέψουν δήθεν τα αφηρημένα. Καταφεύγουν εν ολίγοις στις γνωστές μεθόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων προκειμένου να μας πείσουν, και εν ανάγκη να μας αναγκάσουν να πειθαρχήσουμε αν δουν ότι κλωτσάμε, να μείνουμε ζεμένοι και να συνεχίσουμε να σέρνουμε το άροτρο αγόγγυστα.
Οι οιωνοί προμηνύουν το μέλλον ζοφερό και τα κοράκια τσακώνονται ποιο θα κομίσει πρώτο τα κακά μαντάτα. Στα μήντια, οι ομιλούσες κεφαλές παραληρούν, διασπείροντας σαν ιούς ελέγχου τον πανικό και τον τρόμο μέσα από τις αυθαίρετα ιδιοποιημένες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες. Από την "οικονομική κρίση", την "ακρίβεια" και τη "γρίπη των χοίρων" μέχρι την "απειλή της Τουρκίας", τον "αλυτρωτισμό των Σκοπίων", την "τρομοκρατία", την "εγκληματικότητα", τη "λαθρομετανάστευση", και γενικά την κάθε ευκαιριακή περίσταση που μπορεί να υπογραμμίσει τη δική τους απαραίτητη παρέμβαση στην οργάνωση της ζωής μας, οι αδηφάγοι κηφήνες της "μπουρζουαζίας" και τα κουρδισμένα ανδράποδά τους σαλπίζουν παράφωνα συναγερμό. Εξαφανίζοντας τεχνηέντως κάτω από το χαλί της "εγκυρότητας" τα γεγονότα που αμφισβητούν ριζικά την κυρίαρχη τάξη, αναλύοντας "σφαιρικά", "αντικειμενικά" και με "υπευθυνότητα" τα θέματα της "πολιτικής ατζέντας", οι συνδαιτυμόνες των ισχυρών εκτελούν το αξιόλογο έργο τους και αμείβονται παχυλά για τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσφέρουν, πράττοντας στο ακέραιο το "δημοσιογραφικό τους καθήκον", να παπαγαλίζουν δηλαδή το αναγκαίον της συναίνεσης. Χάρις αυτών κατανοήσαμε πραγματικά σε όλο της το εύρος την αποκαλυπτική έννοια "βομβαρδισμός πληροφοριών".1
Πιο άμεσα και απροκάλυπτα, οι αστυνομικές δυνάμεις, ως "οπλισμένο χέρι του κράτους", κάνουν κι αυτές το δικό τους καθήκον: ασελγούν στα κορμιά και την αξιοπρέπεια όσων έχουν πεταχτεί στο περιθώριο, των αποκλεισμένων, των μεταναστών, όσων διεκδικούν ή αντιστέκονται, με τέτοια λύσσα, μανία και εκδικητικότητα που μπροστά τους ωχριά η βαναυσότητα της διαβόητης Χωροφυλακής. Τα καθημερινά ανδραγαθήματα των επιλεκτικά στρατολογημένων για τα ψυχικά και πνευματικά τους "χαρίσματα" στρατόκαυλων μπάτσων-δικαστών σε βάρος αδύναμων και κατατρεγμένων, σε συνδυασμό με το γενικότερο ύφος της αστυνομίας, που πουλάει τσαμπουκά στην κοινωνία και σε όποιον δεν της γυαλίζει στο μάτι, είναι από μόνα τους αρκετά για να καταρρακωθεί η όποια επίφαση δημοκρατικότητας της ένστολης μισθοφορικής τρομοκρατικής δύναμης της ΕΛ.ΑΣ. και να αποκαλυφτεί ο πραγματικός της ρόλος ως μηχανισμός επιβολής της εξουσίας.
Τοποθετημένη σαν ξένο σώμα, αποκομμένη από την κοινωνία, η αστυνομία είναι μια "ουδέτερη" δύναμη που επεμβαίνει δραστικά εναντίον της. Καθήκον της φέρεται να είναι να προστατεύει το δημοκρατικό κράτος, ως την ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του όλου, έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου ατόμου, τάξης ή ομάδας θεωρηθούν ως απειλή για τους πολίτες, τους θεσμούς και την υπόστασή του. Όμως, πέρα από τους ισχυρούς, τα φασιστόμουτρα, τους "πατριώτες" και τους "νοικοκυραίους", που αναγνωρίζει de facto ως "κοινωνία", η αστυνομία δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλον καθαυτόν ως αυτεξούσιο πρόσωπο, παρά μόνο σε σχέση με την αφηρημένη εξουσία του Νόμου και του Κράτους. Έτσι υπερασπίζεται, με φασιστική νοοτροπία, την κανονιστική ρύθμιση της συμπεριφοράς του "σωστού πολίτη" στους όρους της υποταγής και της εκμετάλλευσης που υπαγορεύονται από τους ισχυρούς. Τα όργανά της μετατρέπονται σε επιτηρητές της κυρίαρχης τάξης. Δρώντας κατ' εντολήν σαν δυνάμεις κατοχής που ελέγχουν την κίνηση και τις ενέργειες του πλήθους για λογαριασμό της ληστρικής ελίτ που διαχειρίζεται το κράτος, οι αψίθυμοι "πραίτορες" καταπατούν βάναυσα με τα άρβυλά τους την αξιοπρέπεια και την ελευθερία όσων θεωρούνται επικίνδυνοι.
Υπάρχει, όμως, κι ένα όριο στην υπομονή και στην ξεφτίλα. Κι εμείς πιάσαμε πάτο. Δεν έχουμε τίποτα πια να χάσουμε παρά μόνο το καπέλο του κορόιδου που δεχτήκαμε να μας φορέσουν, γι' αυτό και θα γινόμαστε όλο και πιο επικίνδυνοι για τη δικιά τους κυρίαρχη τάξη. Έχουν διαπιστώσει πόσο αποφασισμένοι είμαστε, συνειδητοποίησαν ότι η κρίση είναι πιο βαθιά απ' ότι πίστευαν, γνωρίζουν πως οι συνέπειές της είναι απρόβλεπτες. Ο απρόσμενος, αποκαλυπτικός Δεκέμβρης και η ανάδυση μιας πολλαπλότητας εξεγερμένων υποκειμένων στοιχειώνει τους εφιάλτες τους. Ξέρουν ότι κάτι αντίστοιχο θα ξανασυμβεί αναπόφευκτα, και ότι θα είναι πιο μαζικό, πιο επίμονο, με τη συμμετοχή κοινωνικών στρωμάτων που μέχρι τώρα ήταν αμέτοχα. Και αυτή η επίγνωση του επερχόμενου θέτει κάποιον φραγμό στην αλαζονεία τους – όχι όμως και στην απληστία τους απ' ό,τι δείχνουν τα γεγονότα.
Ώσπου να φουντώσει και πάλι η σπίθα της εξέγερσης, τους διαβεβαιώνουμε ότι θα μας βρίσκουν συνεχώς μπροστά τους, ότι θα υπονομεύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα σχέδιά τους και θα τινάξουμε στον αέρα κάθε απόπειρα κοινωνικής ειρήνευσης και επιβεβλημένης συναίνεσης με τους δικούς τους όρους. Θα αντισταθούμε σθεναρά με αποφασιστικότητα σε κάθε προσπάθεια να υποτιμήσουν κι άλλο τη ζωή μας, να μας ελέγξουν, να μας χειραγωγήσουν, να υποδουλώσουν το μέλλον μας στα χρέη και στις επιλογές τους. Θα χρησιμοποιήσουμε όποια μέθοδο κρίνουμε πρόσφορη για τους σκοπούς μας ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις, από το σαμποτάζ και τη σύγκρουση ως την απεργία, την πολιτική ανυπακοή και άλλες καινούργιες μεθόδους που θα επινοήσουμε. Στην πιο απλή μορφή της, η αντίστασή μας είναι η έμπρακτη άρνηση να συμμετέχουμε ενεργά στο σύστημα, να το στηρίζουμε συνειδητά με τις δημιουργικές μας δυνάμεις, νομιμοποιώντας το και αναπαράγοντάς το.
Όμως δεν αρκεί αυτό. Ας μην ξεχνάμε ότι "πολεμάμε ανάμεσα σε δύο κόσμους: εκείνον που δεν δεχόμαστε κι αυτόν που δεν υπάρχει ακόμα".2 Οι καιροί και οι συνθήκες απαιτούν να δράσουμε άμεσα, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο, που δεν πρέπει να μένουν άλλο διαχωρισμένα, για να αποαποικιοποιήσουμε το φαντασιακό και την καθημερινή ζωή μας, να δημιουργήσουμε τις εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης και θέσμισης που θα διαφυλάσσουν τα κοινά, θα επιτρέπουν τη συλλογική διαχείριση των πόρων και των παραγωγικών μέσων, προωθώντας αδιάλλακτα και με σθένος την επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και την πραγματική χειραφέτηση του ατόμου, πέρα από την πατριαρχία, τον καπιταλισμό και το κράτος, στην αταξική και πολυσύνθετη κοινωνία των ισότιμων, ελεύθερων ανθρώπων.

1. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Πρώτα απ' όλα η επικοινωνία", περ. Καταστασιακή Διεθνής, τ. 7, Απρίλιος 1962, στο Internationale Situationniste, Το ξεπέρασμα της τέχνης. Ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς, μτφρ. - επιλογή κειμένων Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985, σ. 239.
2. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής, "Η πέμπτη συνδιάσκεψη της Κ.Δ. στο Γκέτεμποργκ", όπ.π., σ. 252.

Όσο για εκείνα τα καλόπαιδα...

... Όσο για εκείνα τα καλόπαιδα, που «στα δεκαπέντε τους σύχναζαν στου Στρέφη και διάβαζαν Μπακούνιν πίνοντας μαυροδάφνη», πρόκειται φαίνεται για το αρκετά συνηθισμένο είδος ανθρώπων στους οποίους η μαυροδάφνη είχε μεγαλύτερη επίδραση απ' ό,τι ο Μπακούνιν. Προτίμησαν την αποχαυνωτική ζάλη του κρασιού από την έξαψη των μολότοφ. Και την ασφαλή αμφισβήτηση που προσφέρει η ναρκισσιστική καταφυγή στο φαντασιακό του «καταραμένου» από το ρίσκο της πραγματικής εμπλοκής στους αγώνες.
Διόλου πρωτότυπο. Οι μοσχαναθρεμμένοι γόνοι της μεσοανώτερης τάξης έβγαλαν τη γλώσσα στους γονείς τους με ανώδυνη αυθάδεια – επέλεξαν να κάνουν την επανάστασή τους γλεντοκοπώντας μέχρι τελικής πτώσεως. Σπουδαία τα λάχανα... Οι «αγώνες» τους αφορούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνικά εξαργυρώσιμης ταυτότητας και τίποτε άλλο. Μάζευαν εύσημα για το βιογραφικό τους. Στα τριάντα πέντε και τους, ώριμοι πια και καλά βολεμένοι στο σύστημα, μπορούν να επαίρονται για την αντοχή τους στο μεθύσι και στην οσφυοκαμψία, δεν έχουν όμως κανένα λόγο να κοκορεύονται για την πολιτική τους οξυδέρκεια, πόσο δε για την πολιτική τους στάση.
Αν και ντύνονται ακόμη και τώρα στα μαύρα –life style απόηχος των νεανικών αναγνωσμάτων πιθανώς–, θα τους ταίριαζε γάντι η πορφυρή τήβεννος της αυθεντίας, αλλά και το πολύχρωμο ρούχο του παλιάτσου της εξουσίας – ενίοτε δε, θα τους πήγαινε και η λιβρέα του λακέ, του πειθήνιου υπηρέτη των πιο ισχυρών συμφερόντων. Από την άλλη, το μη-χρώμα που προτιμούν, το μαύρο, μπορεί να σημαίνει την ουδέτερη θέση του επαμφοτερίζοντος, ή την ευάλωτη ευστάθεια στη σκοτοδίνη του μεθυσμένου. Να συγκαλύπτει δηλαδή σαν μαύρο πέπλο τον καιροσκοπισμό τους και την απύθμενη κενότητα της ματαιοδοξίας τους.
Κανένα ρούχο ωστόσο δεν μπορεί να κρύψει τη γύμνια τους. Όταν σήκωσαν τα χέρια ψηλά, παραδιδόμενοι αμαχητί στη σύμβαση, τους έπεσαν τα σώβρακα.
Φάνηκε η μηδαμινότητα των επιχειρημάτων που σήμερα επικαλούνται, πασχίζοντας να επιδείξουν το σθένος της πολιτικής τους συνείδησης και τη δημοκρατική τους ευαισθησία. Ο «διάλογος» είναι το νέο φετίχ που λατρεύουν. Ένας διάλογος που πνίγεται στα ευφυολογήματα, στον κομφορμισμό και στη φενάκη. Στην καθώς πρέπει φιλελεύθερη ρητορική της «ριζοσπαστικής δημοκρατίας», στο βαλτώδες έδαφος των «ατομικών δικαιωμάτων»σ.
Έχουν ξεπεράσει κάθε αφελή ιδεολογία των πληβείων και κάθε κοινωνική σύγκρουση προκειμένου να προσδώσουν τερατώδες κύρος στην ευγένεια, αυτή την προσομοίωση της παρρησίας και του ήθους. Πράγματι, έχουν δίκιο: μπορείς να καταρρακώσεις κάποιον με τον πιο ευγενικό τρόπο, δεν μπορείς όμως ποτέ να επαναστατήσεις κρατώντας τα προσχήματα. Στην ευτοπία της ευγένειας κάθε αγκάθι ξεριζώνεται, κάθε οργισμένη αντίδραση διαγράφεται, κάθε παρεκκλίνουσα συμπεριφορά στιγματίζεται. Στην εικονική επικράτειά της, η ψυχραιμία, το να είσαι «cool», σχεδόν ψοφίμι, έχει αναγορευτεί σε ύψιστη αρετή, και ανταμείβεται δεόντως.
Για τους ευγενείς (τους γόνους της «αριστοκρατίας» με την ευρύτερη έννοια), οι διαμάχες αφορούν περισσότερο σε αγώνες πολιτικού τένις, όπου ανταλλάσσονται σφοδρά επιχειρήματα και στρογγυλές γνώμες εκατέρωθεν του φιλέ, μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιχνιδιού και υπό το άγρυπνο βλέμμα του φιλοθεάμονος κοινού και του διαιτητή, παρά σε πραγματικές συγκρούσεις στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού με υλικό κόστος και απώλειες. Είναι προφανές ότι τους τρομοκρατεί η ιδέα του χάους, της ανεξέλεγκτης ορμής της εξέγερσης που σαρώνει κάθε αστική πρόφαση ευγένειας τινάζοντας στον αέρα την επίφαση του εξευγενισμένου διαλόγου. Αυτός είναι ο λόγος που, με αυτεπίγνωση των επιλογών τους, όντας κυνικοί, πασχίζουν να συντηρούν την προσομοίωση. Και να την πλασάρουν με κάθε ευκαιρία ως αναπόφευκτη ανθρώπινη κατάσταση ή, ακόμα χειρότερα, ως εποποιία του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο «διάλογός» τους λοιπόν είναι στιλπνή διαφήμιση της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, που σε κάθε νέα εκδοχή της εμφανίζεται βελτιωμένη, σαν τα απορρυπαντικά ρούχων. Πασχίζουν να ξεπλύνουν τα στίγματα του ανορθολογισμού, μα εκείνα παραμένουν ανεξίτηλα. Το καθαρτήριο του διαλόγου είναι η δική τους είσοδος στην Κόλαση, αν και οι ίδιοι πιστεύουν ότι κρατάνε το κλειδί για την πύλη του Παραδείσου και το κουνάνε με περισσή αλαζονεία μπροστά στα μούτρα μας.
Αν είχαν διδαχτεί κάτι από τον γέρο-Μπακούνιν, αν μη τι άλλο δεν θα βρίσκονταν σε αυτή τη γελοία θέση σήμερα: να φιγουράρουν σαν κορδωμένοι θυρωροί που ελέγχουν την είσοδο στον εικονικό παράδεισο που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει. Αν είχαν ακούσει τον γέρο-Μπακούνιν, θα είχαν απορρίψει συνειδητά, τόσο τη μεταφυσική του παραδείσου όσο και τη φυσική του ελέγχου και της ισχύος. Και δεν θα αναζητούσαν χορηγούς στη ματαιοδοξία τους, αλλά συντρόφους και συμμάχους στον αγώνα για την αξιοπρέπειά τους.

Ναυαγοί στον Παράδεισο

Η ελληνική καλλιτεχνική πρωτοπορία της τελευταίας δεκαετίας καταποντίστηκε στα θολά νερά του Φαληρικού Δέλτα. Έβαλε πλώρη για την ουτοπία παραβλέποντας το προφανές: την αλλαγή του καιρού• έχασε έτσι τον προσανατολισμό της, και ναυάγησε άδοξα. Παραμένει ωστόσο αδιευκρίνιστο μέχρι στιγμής αν το ναυάγιο αυτό θα αποτελέσει αφορμή για ένα νέο ξεκίνημα ή αν θα παρασύρει μαζί του στον βυθό κάθε προσδοκία ενός ουσιαστικού κριτικού εγχειρήματος στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα. Αν και είναι μάλλον απίθανο να ξαναβρεί την πορεία που είχε χαράξει και την οποία προσπάθησε με συνέπεια να ακολουθήσει μέχρις ότου υπέκυψε στην παραδείσια φωνή των σειρήνων, η καλλιτεχνική πρωτοπορία θα μπορούσε να ανασκουμπωθεί, να επανεξοπλιστεί και να αναζητήσει μια νέα ρότα που θα την οδηγήσει μακριά από την επίπλαστη ευδαιμονία της Εδέμ.

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Και αυτό για δύο λόγους:

• Πρώτον, η όποια δυναμική της ελληνικής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας έχει υπονομευθεί πλέον από την ίδια, από την στάση της απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, την ριζοσπαστική πολιτική και τα κινήματα, μία επαμφοτερίζουσα στάση έλξης-απώθησης, που επισφραγίζει, αν μη τι άλλο, τον αμιγώς θεωρητικό προσανατολισμό της. Όντας μια υπόθεση «ακαδημαϊκών» και «διανοουμένων», η πρωτοπορία προτίμησε να ακολουθήσει μια σχετικά ασφαλή παράκτια πορεία κοντά στους θεσμούς παρά να ξανοιχτεί σε περιπετειώδεις εξερευνήσεις σε πιο ταραγμένα και άγνωστα νερά. Και όποτε δοκίμασε να ξανοιχτεί στην περιπέτεια, ακολούθησε απλώς την πορεία που είχαν χαράξει προ πολλού άλλοι πάνω στον εννοιολογικό χάρτη, βρίσκοντας απάγκιο και ασφαλές λιμάνι στον έναν κοινό τόπο μετά τον άλλο. Τα ταξίδια της πρωτοπορίας μοιάζουν λοιπόν περισσότερο με τουριστικές κρουαζιέρες σε παραδεισένια, γραφικά νησιά παρά με ριψοκίνδυνα ταξίδια προς αναζήτηση ενός άλλου τόπου.
• Δεύτερον, η καλλιτεχνική πρωτοπορία δεν κατάφερε να αναλύσει την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων με την απαραίτητη πολιτική οξυδέρκεια. Δεν διαθέτει πια τα κατάλληλα εννοιολογικά εργαλεία για κάτι τέτοιο. Τα έχει αφήσει πίσω της, αφού τα θεώρησε παρωχημένα και άχρηστα πλέον. Πίστεψε ότι αφορούσαν στο παρελθόν ενώ αυτά αφορούσαν στο μέλλον που ήρθε. Έτσι ερμήνευσε την επιμονή και την ένταση των φαινόμενων ως μια ιδεαλιστική αντανάκλαση της ετερογένειας του «πλήθους» και όχι ως διαδικασία σύστασης ενός νέου πολύμορφου συλλογικού Υποκειμένου. Την αδυναμία κατανόησης και ερμηνείας σε ένα επίπεδο που να συμπεριλαμβάνει τόσο τη θεωρία όσο και το γίγνεσθαι, τα γεγονότα και τις πράξεις, τη δράση και την αντίδραση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού και πάλης, την αναπλήρωσε η μακάρια ενατένιση, η αισθητικοποίηση και η αποθέωση της αφήγησης υποκειμενικών εμπειριών, επιθυμιών και απόψεων ή/και η αναπαράσταση δήθεν συλλογικών προταγμάτων, αποκομμένων όμως από τους φυσικούς φορείς τους και τις καθορίζουσες συνιστώσες που τους προσδίδουν το όποιο νόημά τους. Η «κριτική» μπορεί να εννοείται έτσι ως μια επιτελεστική και ρητορική παρέμβαση με αφηρημένους «πολιτικούς» στόχους και καμία συγκεκριμένη δέσμευση πέρα από την φορμαλιστική αναφορικότητά της στην καλλιτεχνική πρακτική και την ιστορία της τέχνης. Επιδιώκοντας να γίνει συγκεκριμένη, μην τολμώντας ωστόσο να δεσμευτεί πραγματικά στην αναζήτηση ενός άλλου τόπου, η καλλιτεχνική πρωτοπορία έφτασε στην «no man's land», στην καθαρή αφαίρεση. Κι από εκεί στον άκριτο συμβιβασμό, δηλαδή στο ναυάγιο στα θολά νερά του (νέο)φιλελεύθερου παραδείσου.

Το αυγό του φιδιού

Το αυγό του φιδιού επωάζεται στην αγκαλιά του κράτους. Στρατόπεδα συγκέντρωσης οργανώνονται σε ολόκληρη τη χώρα. Θα «φιλοξενήσουν», λένε, τους «λαθραίους». Εννοούν τους χιλιάδες ανέστιους πρόσφυγες και μετανάστες από τις ρημαγμένες, τις καταληστεμένες από την αποικιοκρατία και το ΔΝΤ ή τις ξεκληρισμένες από τους πόλεμους και τις «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» χώρες της Ασίας, της Αφρικής, των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Όλοι αυτοί, άνθρωποι διωγμένοι, ταλαιπωρημένοι, που αναζητούν μια νέα αρχή στη ζωή τους, όταν φτάνουν έχοντας περάσει τα μύρια όσα στην Ελλάδα, εγκλωβίζονται σε ένα παράλογο σύστημα καφκικής γραφειοκρατίας που τους αποκλείει ακόμα και από τη στοιχειώδη επιβεβαίωση της ύπαρξής τους. Χωρίς χαρτιά, χωρίς χρήματα, χωρίς στέγη, χωρίς εργασία, χωρίς δίκτυο κοινωνικών σχέσεων να τους στηρίζει, άλαλοι αφού δεν μιλούν παρά τη γλώσσα της πατρίδας τους οι πιο πολλοί, βολοδέρνουν σαν φαντάσματα στα σοκάκια των συνοικιών του κέντρου της μητρόπολης, κυνηγημένοι που παίζουν διαρκώς ένα επικίνδυνο κρυφτό με την αστυνομία και τις ομάδες των φασιστών και των ξενόφοβων.
Παρακολουθούμε δύσθυμοι τους πολιτικούς να συναγωνίζονται στη σκληρότητα, λες και τώρα ανακάλυψαν την αθλιότητα. Είναι το «μήνυμα της κάλπης» που ερμήνευσαν με κοντόθωρο τρόπο: ότι «η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο» και ότι «κάτι πρέπει να γίνει». Ο λόγος τους, διανθισμένος με ακροδεξιές κορώνες, συγκαλυμμένες άτσαλα πίσω από τις «ρεαλιστικές προτάσεις για να λυθεί το πρόβλημα», ανακυκλώνει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό και ανάβει το πράσινο φως στις φρικαλεότητες. «Μηδενική ανοχή» ζητά ο ένας (για τους «παράνομους» φυσικά…), «άμεσα και δραστικά μέτρα» υπόσχεται ο άλλος, εξαπολύοντας ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό. Η «τελική λύση» φαντάζει τώρα ελκυστική, και κάποιοι δεν διστάζουν να την προτείνουν, ζητώντας μας να συμμεριστούμε την «δίκαιη αγανάκτησή» τους.
Στο μεταξύ η ΕΛ.ΑΣ., με υψηλό φρόνημα και αίσθηση του καθήκοντος και της αποστολής της, πιστή στις παραδόσεις και τη φήμη της, επιδίδεται καθημερινά σε ένα όργιο βιαιοτήτων και καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε συνεργασία με οργανωμένες ομάδες «αγανακτισμένων πολιτών» και φασιστών εκκαθαρίζει τις συνοικίες και τις γειτονιές του κέντρου από τα «σκουπίδια». (Κανείς δεν αναρωτιέται πώς στοιβάζονται αυτές οι εκατοντάδες ανθρώπων που τσουβαλιάζονται σωρηδόν, κρατούμενοι υπό άγνωστες συνθήκες, ένας θεός ξέρει πού. Και τι θα απογίνουν;) Επιβεβαιώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η «τελική λύση» είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει η απαραίτητη συναίνεση: που σημαίνει ότι όλοι κάνουμε τα στραβά μάτια.
Το αυγό του φιδιού το επωάζουμε στην αγκαλιά μας.

Το «μήνυμα της κάλπης»

Για τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009

Η χώρα είναι πλέον πολιτικά διχασμένη. Η πρωτοφανής μαζική «απόδραση» του 48% των ψηφοφόρων από τις κάλπες στις πρόσφατες ευρωεκλογές δηλώνει κατάφορα την απαξίωση του πολιτικού συστήματος και την επιτακτική απαίτηση για ριζικές αλλαγές, τόσο σε πρόσωπα όσο και στην πολιτική των κομμάτων.
Μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι η αποχή είναι συγκυριακό φαινόμενο. Δεν έχουν ζυγίσει σωστά την πραγματική της σημασία, ακόμα κι αν δεχτούμε όπως αυτοί ότι πρόκειται για εξαίρεση που δεν την πιάνει το ζύγι.
Η μαζική απήχηση της αποχής δείχνει όμως ολοκάθαρα ότι η ζυγαριά γέρνει πια προς το πολιτικό και όχι προς την πολιτική. Μετράει δηλαδή κάτι άλλο, με ιδιαίτερα σημαντικό βάρος, που δεν αφορά στη διαχείριση των προβλημάτων, αλλά στην ίδια την ανέφικτη συναίνεση για τον προσδιορισμό και την διαχείρισή τους. Η πολύπλοκη νέα συνθήκη που διαμορφώνεται στο κοινωνικό πεδίο δεν αντιστοιχεί πια στη σύσταση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, όπως λίγο πολύ συνέβαινε έως τώρα. Υπάρχει πια ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και πολιτικού συστήματος, στο οποίο καταβαραθρώνονται οι όποιες προσπάθειες για την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Η απονομιμοποίηση και η αποδυνάμωσή της κυρίαρχης συντακτικής εξουσίας, η οποία λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός ενσωμάτωσης και αποκλεισμού, διευρύνει και εμβαθύνει το πεδίο των κοινωνικών ανταγωνισμών. Νέοι ανταγωνισμοί αλλάζουν διαρκώς την πολυσύνθετη εικόνα του κοινωνικού μωσαϊκού. Το μετα-φορντιστικό, ευέλικτο καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης, υποτίμησε την αξία της εργασίας και υπέσκαψε τις «παραδοσιακές» εργασιακές σχέσεις (μόνιμη απασχόληση, ασφάλιση, ωράριο, κ.λπ.). Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτό μεταφράζεται σε φτώχεια, ανασφάλεια, ανεργία, υποβάθμιση της καθημερινότητας, αποκλεισμός.
Καταστροφικές εκδηλώσεις οργής ανεβάζουν κάθε τόσο επικίνδυνα το θερμόμετρο, καταρρακώνοντας την αποτελεσματικότητα του διαμεσολαβητικού ρόλου που διατείνεται ότι εγγυάται το σύστημα. Ακόμα και η «δημόσια σφαίρα» των μμε δεν μπορεί να παίξει πια αυτό τον ρόλο, να αποτελεί σημείο κοινής αναφοράς, σε μια πολυφυλετική, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Όλα είναι ρευστά και ανοιχτά στο ενδεχόμενο, αφού η συνοχή δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις αυτοϋπονομευόμενες ιδεολογικές κατασκευές.
Αυτή η νέα κοινωνική συνθήκη καθιστά τη διαχείριση των αλλεπάλληλων και σύνθετων κρίσεων όλο και πιο δύσκολη υπόθεση και ωθεί το κράτος να υιοθετεί συχνότερα μέτρα αστυνομικού τύπου, στη συνεχή προσπάθειά του να ελέγξει και να τιθασεύσει τους απείθαρχους πληθυσμούς, το εργατικό δυναμικό και την κατακερματισμένη πραγματικότητα με την αυστηρή και βίαιη επιβολή του νόμου και της τάξης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες και τα εμπόδια που προκύπτουν σε συνδυασμό με τις υποκειμενικές και συλλογικές αντιστάσεις ανατροφοδοτούν την αντίδραση σε αυτού του είδους τις πολιτικές, προκαλώντας τη διαλεκτική κορύφωση της έντασης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ όσα πιθανώς επιλύονται. Δημιουργούνται όμως και ρήγματα, συμβάντα που επιδρούν καθοριστικά στη ροή των πραγμάτων και στη συνείδηση των ανθρώπων, όπως έγινε με τις εξεγέρσεις του περασμένου Δεκέμβρη.
Είναι προφανές πια, μετά τα όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν από τότε, ότι ένα τμήμα του πληθυσμού εκδηλώνει με κάθε τρόπο την απαρέσκειά του για το καπιταλιστικό σύστημα, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τους θεσμούς της. Οι άνθρωποι αυτοί, δίχως να έχουν κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο, πόσο μάλλον κοινούς στόχους, απαιτούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή τους και δεν δέχονται να παραχωρήσουν το δικαίωμα αντιπροσώπευσής τους σε κανέναν επαγγελματία πολιτικό και σε κανένα οργανωμένο κόμμα. Διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμά τους στην πόλη και την ελεύθερη πρόσβασή τους στα κοινά (γνώση, πόροι, υποδομές, αγαθά), την χειραφέτησή τους από ένα βάρβαρο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Εκτιμούν ότι η αυτοοργάνωση είναι πιο αποτελεσματικής τρόπος πολιτικής δράσης. Προτιμούν την παρέμβαση στη ροή του γίγνεσθαι και όχι τη θεμελίωση του είναι.

Όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές δεν το έκαναν ως συνειδητή πολιτική πράξη, και αν ακόμα το έκαναν, δεν είχαν προφανώς όλοι τα ίδια κίνητρα ούτε τους ίδιους λόγους για την επιλογή τους. Πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, τα έγραψαν απλώς στα παλιά τους τα παπούτσια, αδιαφορώντας παντελώς για τις «χαλαρές» εκλογές και το θλιβερό προεκλογικό σόου των ημερών.
Το κατά πόσο είναι συγκυριακή ή όχι η μαζική αποχή των ψηφοφόρων θα φανεί στις προσεχείς εθνικές εκλογές. Αν το ποσοστό της αποχής διατηρηθεί σε υψηλό ποσοστό, θα επιβεβαιωθεί μια συνειδησιακή μεταστροφή με πολύ βαθιά κοινωνικά χαρακτηριστικά που θα οδηγήσει σίγουρα σε νέες πολιτικές εξελίξεις, απρόβλεπτες για την ώρα.
Ακόμα και τώρα όμως, προτού τα πιο ζοφερά σενάρια ενδεχομένως επιβεβαιωθούν, οι πολιτικοί και τα κόμματα νιώθουν τη γη κάτω από τα πόδια τους να τρέμει. Το «μήνυμα της κάλπης» είναι σαφές και ξεκάθαρο• και απευθύνεται προς όλους: Η ανοχή και η υπομονή έχουν τα όριά τους. Και πολλοί τα έχουν ξεπεράσει…

ΥΓ. 1 Μόνο άστοχες μπορούν να χαρακτηριστούν οι δηλώσεις εκείνων που, κυρίως από το χώρο της αριστεράς, έσπευσαν να φορτώσουν τις ευθύνες για την εκλογική άνοδο του κόμματος του Καρατζαφέρη στην «ανώριμη πολιτική στάση» όσων απείχαν και δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή καθεαυτή η άνοδος των ποσοστών του ΛΑ.Ο.Σ. σημαίνει κάτι περισσότερο από την αναμενόμενη συσπείρωση των ξενόφοβων λαϊκών στρωμάτων της δεξιάς, που παραμένουν το πλέον καθυστερημένο και συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας, έγινε σε μία εκλογή χωρίς προφανές διακύβευμα και δεν είναι τόσο ανησυχητική όσο θέλουν να μας την παρουσιάζουν. Πολλοί από εκείνους που ψήφισαν το ΛΑ.Ο.Σ. είναι οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας που θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κυβέρνηση αλλά δεν θα ψήφιζαν ποτέ ΠΑ.ΣΟ.Κ. ούτε φυσικά κάποιο αριστερό κόμμα. Στις εθνικές εκλογές το πιθανότερο είναι να επιστρέψουν στο κόμμα εξουσίας, μειώνοντας ξανά τα ποσοστά του ΛΑ.Ο.Σ. στο συνηθισμένο επίπεδο. Για μια απάντηση στο επιχείρημα σχετικά με τη «δύναμη» του ΛΑ.Ο.Σ. στην ευρωβουλή και την αποδυνάμωση της αριστεράς βλ. το ΥΓ. 2. Άλλωστε, αν κάνουμε λόγο για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., έπεσε θύμα των ίδιων των αντιφάσεών του και της προσπάθειας εξισορρόπησης ανάμεσα στις διαφορετικές αντιλήψεις των συνιστωσών του. Με την επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε μετά τον Δεκέμβρη κατάφερε να τους δυσαρεστήσει όλους. Ακόμα και οι νέοι του γύρισαν την πλάτη, όπως και σε όλα τα κόμματα άλλωστε.
Το ΚΚΕ δεν δέχτηκε ανάλογο πλήγμα πιθανώς λόγω της υψηλής συσπείρωσης των οπαδών του η οποία μπορεί να αποδοθεί στον καθαρά ταξικό χαρακτήρα του και στην αντικαπιταλιστική και αντιευρωπαϊκή ιδεολογία του.

ΥΓ. 2 Πολλοί από αυτούς που δεν ψήφισαν είχαν έναν παραπάνω λόγο, εκτός από το χάλι της ελληνικής πραγματικότητας, να απέχουν από τις ευρωεκλογές: αμφισβητούν τις εξουσιαστικές υπερδομές και τους θεσμούς που επιβάλουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό-οικονομικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που υπερασπίζεται, όπως περίτρανα απέδειξαν οι χειρισμοί της ΕΕ για την αντιμετώπιση της πρόσφατης κρίσης, το κεφάλαιο και τις προνομιούχες τάξεις, φορτώνοντας ολόκληρο το κόστος στις καμπούρες των εργαζόμενων και των φτωχών.
Η ΕΕ είναι εκ συστάσεως ιδεολογικά τοποθετημένη υπέρ του καπιταλισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς. Οι ισορροπίες των πολιτικών δυνάμεων στο ευρωκοινοβούλιο που προκύπτουν μέσα από τις εκλογές, ελάχιστα επηρεάζουν τις θεμελιώδεις παραδοχές της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Η διαλεκτική της απελευθέρωσης

0.
Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχαστικό στο υπόστρωμα των πρόσφατων γεγονότων που πανικοβάλει τους κυρίαρχους και όσους συντάσσονται μαζί τους. Είναι τα επίμονα σημάδια που φανερώνουν ότι η «υπεραξία» της συλλογικής δράσης δεν μπορεί να μετατραπεί πλέον σε κέρδος (όρος αναπαραγωγής) για το κεφάλαιο, αλλά μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε παράγοντα καταστροφής του.
Η ανησυχητική αυτή τάση εμφανίζεται αρχικώς ως συλλογική, αν και μη συντονισμένη, άρνηση, η οποία παίρνει ποικίλες μορφές: από την εξέγερση μέχρι τις καθημερινές πρακτικές σαμποτάζ, καταστροφικού μένους, απείθειας, ανυπακοής και αμφισβήτησης, πρακτικές που καθιστούν προφανή και έκδηλη την επιθυμία για συνολική ρήξη, για την ανατροπή δηλαδή του καπιταλιστικού συστήματος, της εξουσίας και της εκμετάλλευσης.
Έχοντας κυριαρχήσει σχεδόν παντού, η σχέση κεφάλαιο παρουσιάζεται ως απόλυτη θετικότητα του είναι και του ανθρώπινου πράττειν. Έτσι αναπαράγεται, χρησιμοποιώντας το προϊόν της συλλογικής εργασίας και της συλλογικής νοημοσύνης. Με τη δύναμη της άρνησης, τα εξεγερμένα υποκείμενα επιδιώκουν την απελευθέρωση του ανθρώπινου πράττειν από τις επιβεβλημένες καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις, αμφισβητούν έμπρακτα τον Νόμο και την καταστατική ισχύ του στην συγκρότηση της μορφής-κράτος και την εκ μέρους του μονοπώληση της βίας, όπως επίσης και την ιδιοποίηση του συλλογικά παραγόμενου προϊόντος από την άρχουσα τάξη.
Με άλλα λόγια, η μορφή «κράτος», η μορφή «κεφάλαιο», η μορφή «εμπόρευμα», η μορφή «επιστήμη», δεν αναπαριστούν πια τις ζωτικές συνιστώσες μιας αναπόδραστης αναγκαιότητας που χαράζει τα όρια της «λογικής ανταπόκρισης στις επιθυμίες» διαφορετικών κοινωνιών και ανθρώπων δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οργανωμένο χώρο της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης ως «φυσική» και απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής οργάνωσης, αναπαριστούν μορφές εγκλωβισμού τής δυνατότητας για την αυτόνομη θέσμιση της κοινωνίας.
Η άρνηση είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η ολοποιητική θετικότητα των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων μπορεί να ανακοπεί και να αναστραφεί προς την αυτοθέσμιση, την έκφραση δηλαδή της καταστατικής δύναμης των αναδυόμενων συλλογικοτήτων που αντιμάχονται την κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους. Από τη μοναξιά τής ετερόνομα καθορισμένης προσωπικότητας του «ελεύθερου ατόμου» στην πληθωρική υποκειμενικότητα της πολύμορφης συλλογικής οντότητας. Από την άρνηση της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης στην θέσμιση της αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας. Διαλεκτική της απελευθέρωσης αποκαλούμε αυτήν ακριβώς την κίνηση από την καταστροφή στη δημιουργία.

Α. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης

1.
Η αντίδραση που πυροδοτήθηκε από την προκλητική δολοφονική πράξη ενός αστυνομικού τον περασμένο Δεκέμβρη και ξέσπασε σαν λαίλαπα, ανεξέλεγκτη και σαρωτική σε πολλές ελληνικές πόλεις, στράφηκε όχι μόνο κατά της αστυνομίας και του κράτους, στράφηκε ολοκληρωτικά ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα. Η καταστροφική δύναμη της άρνησης δεν σηματοδότησε μόνο την δικαιολογημένη οργή για τον θάνατο του 15χρονου Αλέξη από το όπλο του μπάτσου Κορκονέα – από μόνη της η οργή, ακόμα και για έναν τόσο άδικο θάνατο, για μια εν ψυχρώ δολοφονία, δεν αρκεί για να αιτιολογήσει επαρκώς τις αμέτρητες επιθέσεις που έγιναν από τότε σε τράπεζες, πολυκαταστήματα, καταστήματα εμπορικών αλυσίδων και άλλα σύμβολα της κοινωνίας της κατανάλωσης και του θεάματος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μπαράζ από αυθόρμητες καταστροφικές επιθέσεις, τόσο στη συμβολική όσο και στην πραγματική καρδιά του πολιτισμού «μας», που εκφράζει έμπρακτα την ηχηρή και επίμονη άρνηση των εξεγερμένων υποκειμένων και την ολομέτωπη ρήξη τους με το σύστημα, όχι απλώς την οργή τους.
Δεν έχει νόημα να αναζητούμε την δικαιολόγηση των πολλαπλών και ποικίλλων καταστροφικών ενεργειών σε κάποια μορφή θετικής σκοπιμότητας, σύμφυτης με μια τελεολογική αντίληψη, ούτε καν στον ορίζοντα μιας «επαναστατικής προοπτικής», γιατί τότε θα συμφωνούσαμε, άρρητα μεν σαφώς δε, με τη λογική των κυρίαρχων. Θα βρισκόμασταν κι εμείς από τη δική τους μεριά και θα βλέπαμε τον κόσμο με τα δικά τους ματογυάλια, αχρηστεύοντας με αυτή μας την επιλογή το μοναδικό και αναπαλλοτρίωτο από την εξουσία όπλο που διαθέτουμε ενάντια στην κυριαρχία – την άρνησή μας.

2.
Η δύναμη της άρνησης είναι η μη-απαλλοτριώσιμη από τον μεγάλο Άλλο έκφραση της επιθυμίας για την απελευθέρωση. Είναι η δύναμη που κινητοποιεί τα αντανακλαστικά της ζωής απέναντι στην ορμή του θανάτου που απειλεί διαρκώς να μας καταπιεί και να μας αφανίσει. Και δεν εννοώ τον αναπόδραστο βιολογικό θάνατο, που έτσι κι αλλιώς παραμένει «κοινή μοίρα» όλων, ούτε την υποτιθέμενη ψυχική παρόρμηση προς τον αφανισμό και την (αυτό)καταστροφή, αλλά την ιδιαίτερη εκείνη κοινωνική έκφανση καθολικού θανάτου που εκδηλώνεται ως κλιμακούμενη καθυπόταξη της φύσης και του ανθρώπινου πράττειν στην κεφαλαιακή συσσώρευση. Εννοώ τον θάνατο που υποτάσσει τη ζωή στις προσταγές μιας συγκεκριμένης αντίληψης για τον προκαθορισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, της ανθρώπινης «ουσίας», που ο πολιτισμός μας αναγνωρίζει εμφατικά στην κυριαρχία επί της φύσης μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, στην κεφαλαιακή συσσώρευση και στη μορφή εμπόρευμα. Με άλλα λόγια, τη διοχέτευση του ανθρώπινου πράττειν στην καταναγκαστική αέναη συσσώρευση νεκρής εργασίας. Μια διαδικασία φαύλη και καθηλωτική, που διαρρηγνύει αμετάκλητα τις σχέσεις με τη φύση, εξοντώνει το περιβάλλον, τους ανθρώπους, τους πολιτισμούς και τις κοινότητες τους. Η διαδικασία αυτή, που αναπαράγεται μέσα από την ίδια την αναπαραγωγή της ζωής μας, μας εγκλωβίζει σε μια φαινομενικά αναπόδραστη παγίδα.

3.
Μια ζοφερή παγίδα θανάτου, που είναι στημένη για να αποτρέψει κάθε απόπειρα πραγματικής υπέρβασης της ζωώδους κατάστασης, της «αντανακλαστικής» δηλαδή ανταπόκρισης που όλοι μας εκδηλώνουμε στα ερεθίσματα της κάθε είδους προπαγανδιστικής βιομηχανίας που μας θέλει αποκλειστικά υποχείρια της ανάγκης, καταναλωτές υποκινούμενους από το ένστικτο και τις μετουσιωμένες επιθυμίες. Πειθήνιους και χειραγωγημένους οπαδούς της συναίνεσης και της κοινωνικής ειρήνης, υπό συγκεκριμένους πάντοτε όρους που διαιωνίζουν τη θεμελιακή δομή του status quo.
Αυτό που παγιδεύεται και εν τέλει απονεκρώνεται, βρίσκοντας την ιδανική μετάθεσή του στον φετιχισμό του εμπορεύματος, είναι η απωθημένη ανθρώπινη επιθυμία πραγμάτωσης της ανοιχτότητας, της δυνατότητας δηλαδή να απελευθερωθεί το ανθρώπινο πράττειν από τον καταναγκασμό. Οι σχέσεις που καθορίζουν (και καθορίζονται από) τη μορφή κεφάλαιο είναι σχέσεις υποτέλειας, καταπίεσης, διαχωρισμού και εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτού του πυκνού πλέγματος σχέσεων κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής αλλαγής είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν εκδηλωθεί καταστροφικά, δηλαδή ως άρνηση του «ήδη υπάρχοντος».

4.
Η άρνηση του θανάτου δεν μπορεί παρά να είναι κατάφαση της ζωής, δηλαδή της θετικής δημιουργίας και της ανύψωσης. Η άρνηση της υποταγής, ομοίως, είναι η κατάφαση της ελευθερίας, δηλαδή της θετικής βούλησης για την επινόηση των δυνατοτήτων, για την ανάπτυξη του ιδιαζόντως ανθρώπινου.
Μόνο που στον κόσμο μας, η σχέση άρνησης-κατάφασης, όπως όλα σχεδόν τα πράγματα, εμφανίζεται αντιστραμμένη. Όταν δίνουμε τα πρωτεία στη θετικότητα αντί, όπως αρμόζει στις περιστάσεις, να δίνουμε αυτή τη θέση στην άρνηση και την απείθεια που εκφράζονται με το καταστροφικό μένος και τη βίαιη αντίδραση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η θετικότητα είναι μια διφορούμενη έννοια, που ενώ εμφανίζεται να σημαίνει μια δημιουργική δύναμη αλλαγής, είναι αποκλειστικά σχεδόν αναφερόμενη στη «θετικότητα του ήδη υπάρχοντος» (υπό την έννοια του μόνου εφικτού, άρα και του «πραγματικού»). Στην αμφισημία της αυτή, η θετικότητα είναι η άλλη όψη της απανταχού παρούσας απαίτησης για προσαρμογή και υπακοή στις νόρμες του «πραγματικού» (στην κυριαρχία και τον Νόμο). Η διατήρηση της εικόνας του «πραγματικού» προϋποθέτει την αποδοχή της αρχής που τη συνέχει: ο πολιτισμός είναι ο Νόμος και ο Νόμος είναι ο πολιτισμός. Για την ακρίβεια, όχι τόσο η εξειδίκευση του νόμου στην εκάστοτε συγκεκριμένη απαγόρευση, αλλά ο Νόμος εν γένει, ως απαραίτητη κανονιστική προϋπόθεση συνοχής και συγκρότησης κάθε κοινωνίας.

5.
Ο Νόμος υπερκαθορίζεται ως μορφή μέσα από την αξίωσή του για καθολική ισχύ προτού αποκτήσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Οι μυθολογικές καταβολές του Νόμου τού αποδίδουν θεϊκή προέλευση. Εδώ και πολύ καιρό, ωστόσο, η θεϊκή δύναμη εκπορεύεται πια από την επιστήμη, και ο θεός-πατέρας έχει πάρει τη μορφή του Κράτους• κατ’ ανάλογο τρόπο, η ηθική του πιστού έχει προσαρμοστεί στην ηθική του «νομοταγούς πολίτη» και στην ψυχολογία του «ελεύθερου υποκειμένου».
Η απαίτηση για υπακοή στον Νόμο έχει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας εξωτερικής επιβολής. Ταυτοχρόνως εδράζεται στην υποκειμενική αντίληψη για τα όρια και τις θεμιτές υπερβάσεις. Φανερώνει δηλαδή τις προσωπικές αντιδράσεις σε σχέση με τις ενσωματωμένες επιταγές του Νόμου. Η εσωτερίκευση του Νόμου, που ερμηνεύεται ως πατρογονικό σύνδρομο που συνδέεται με το «Όνομα του Πατρός», το άφατο όνομα του απόλυτου όντος, του θεού-πατέρα, είναι η εσωτερίκευση του ελέγχου της πράξης από τον λόγο.

6.
Η καταστροφική δύναμη της άρνησης είναι η θετική ενέργεια που επανασυνδέει το ζήτημα της πράξης με τις πηγαίες εκβολές του. Εκείνο που μας παρουσιάζεται ως «ανορθολογικό», «σκοτεινό», «κακό» και «απάνθρωπο», είναι επίσης η προνομιακή στιγμή όπου θεωρία και πράξη δεν είναι πια διαχωρισμένες καταστάσεις τού Είναι αλλά τρόπος ορισμού του. Στην καταστροφική στιγμή, ο διαχωρισμός του υποκειμένου σε «εγώ» και «είμαι» δεν έχει καμία σημασία προκειμένου να οριστεί η επιθυμία και η αναζήτηση τρόπων εκπλήρωσής της, διότι μέσα και σκοπός είναι στην καταστροφική πράξη ταυτόσημα, εκδηλώνονται δηλαδή ταυτοχρόνως και είναι αδιαχώριστα.
Η καταστροφική στιγμή είναι ταυτοχρόνως κι ένα σημείο. Είναι μια ρήξη στον χωροχρόνο του γεγονότος. Η συμπυκνωμένη ένταση της άρνησης που εκδηλώνεται ως καταστροφή διανοίγει ένα ερεβώδες κενό στο χείλος του οποίου η υποκειμενικότητα ταλαντεύεται μεταξύ ανασυγκρότησης και πλήρους κατάρρευσής της – θα οδηγηθεί στη φυσική εξόντωση ή στην τρέλα αν δεν καταφέρει να ανασυσταθεί σε ένα διαφορετικό σημείο. Η ταλάντευση αυτή μεταξύ εξόντωσης και αναγέννησης επαναφέρει τον δείκτη της ζωτικότητας σε ένα κρίσιμο σημείο. Καταστρέφοντας ό,τι μας απειλεί με αφανισμό ή θα χαθούμε μαζί του ή θα το ξεπεράσουμε και πάνω στα ερείπιά του θα ανασυνταχτούμε. Τίποτα δεν διασφαλίζει την επιθυμητή έκβαση παρά μόνο η ανυποχώρητη θέλησή μας για αυτοκαθορισμό.
Η υποταγή που εκδηλώνεται ως θετικότητα, από την άλλη, επιβάλει τον διαχωρισμό του υποκειμένου, παραδίδει την εποπτεία της πράξης στα πρωτεία του λόγου, στην κυριαρχία του πολιτισμικά καθορισμένου επί του μη-αναπαραστάσιμου. Πρόκειται για την απόρριψη της ανθρώπινης ανοιχτότητας στο άλλο, και στη δυνατότητα της έλλογης πράξης να εκδηλώνεται ως ειδοποιός ανθρώπινη διαφορά, ως ανθρώπινη «ουσία» που η πραγμάτωσή της είναι συνταυτισμένη με την πραγμάτωση της πραγματικά ελεύθερης ανθρώπινης κοινωνίας ως ύψιστη έκφρασή της.

[Τέλος α΄μέρους]

Αναρχία και λαϊκή εξουσία

Κέντρο ελευθεριακής έρευνας και λαϊκής εκπαίδευσης (Κολομβία)
[Αναδημοσίευση από το a-infos.gr. Μετάφραση: «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μάρτης 2009]

"Παρόλα αυτά, στα μήκη και στα πλάτη της χώρας ακούγεται μία και μόνη φωνή που ηχεί στα εργοστάσια, τα κτήματα, στα χωριά και στα λύκεια, στις λαϊκές συνοικίες: το κάλεσμα στη δημιουργία, την ενδυνάμωση και αύξηση της λαϊκής εξουσίας." Miguel Enríquez

"Το να οργανωθούν οι δυνάμεις του λαού για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση είναι ο μοναδικός σκοπός εκείνων που ειλικρινά επιθυμούν την ελευθερία." Μιχαήλ Μπακούνιν

"Ενισχύοντας τις λαϊκές οργανώσεις κάθε είδους, είναι η λογική συνέπεια των βασικών μας ιδεών και γι’ αυτό, θα έπρεπε να αποτελεί ολοκληρωτικό σημείο του προγράμματός μας." Ερίκο Μαλατέστα

Αρχικά, το να συνδυάζεις την αναρχία με την εξουσία, να έχεις την αναίδεια να τα συμπεριλαμβάνεις στον ίδιο τίτλο, μοιάζει σαν μια απόλυτη αντίθεση ή ένα κακόγουστο αστείο ενάντια σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια της ελευθερίας. Κι αυτό, γιατί η εξουσία είναι συνήθως συνώνυμο της κυριαρχίας και η αναρχία η οποία υπερασπίζεται μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, αρνείται κάθε μορφή εξουσίας, κάθε επιβολή της ατομικής βούλησης πάνω στους άλλους. Ωστόσο, πρέπει η εξουσία να γίνεται αντιληπτή μόνο σαν μια αυταρχική επιβολή, σαν μια "δύναμη επάνω σε"; Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η δύναμη με άλλη μορφή, δηλαδή σαν τη "δύναμη του να πράττεις συλλογικά", σαν τη "δύναμη του να φτιάχνεις από κοινού";
Είναι οι από πάνω εκείνοι που διατάζουν, εκείνοι που μας έκαναν να πιστεύουμε πως η εξουσία είναι ένα "αντικείμενο" το οποίοι εκείνοι κατέχουν, ένα πράγμα(;) αποσπασμένο από τις κοινωνικές σχέσεις, ένα διαχρονικό σύστημα διαδοχής. Όμως αντίθετα, όλοι και όλες εμείς οι από κάτω, αντιλαμβανόμαστε την "εξουσία" με διαφορετική μορφή: όχι σαν ένα "πράγμα" αλλά σαν μια "σχέση", σαν μια κοινωνική δύναμη εναλλακτική και απελευθερωτική. Έτσι, η δική μας δύναμη είναι πρωταρχικά μια συλλογική ικανότητα να φαντάζεσαι και να δημιουργείς με αυτήν εδώ και τώρα μια νέα κοινωνία.
Τώρα, για να είναι λαϊκή αυτή η δύναμη του συλλογικού, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι άλλο από τον λαό, αυτό το πληθωρικό υποκείμενο που καθορίζεται από την ένωση των τάξεων των υποτελών, των περιθωριοποιημένων, των φτωχών, των αποκλεισμένων. Αυτός ο λαός δεν είναι ένα, είναι πολύμορφος, είναι η ποικιλία εμπνεύσεων μορφών και σχεδίων της ζωής, των αγώνων και των αντιστάσεων. Επιπλέον, αυτός ο λαός δεν καθορίζεται προκαταβολικά, δεν είναι το ακριβές αποτέλεσμα μιας οικονομικής φόρμουλας, αλλά βρίσκεται πάντα σε μια διαδικασία σχηματισμού και που αναγνωρίζεται μόνο σαν την τάξη των υποτελών στο πέρασμα της δικής της διαδικασίας χειραφέτησης.
Είναι αυτός ο πληθωρικός λαός, δημιουργημένος στον ίδιο αγώνα, που φτιάχνει εκείνη τη συλλογική δύναμη όπου εγκαθιδρύει νέες κοινωνικές σχέσεις, που θεσμοθετεί διαφορετικά ήθη και έθιμα, που αποκαθιστά διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.
Έτσι, η λαϊκή δύναμη βάζει μπρος ένα νέο ήθος, ένα νέο περιβάλλον, έναν εναλλακτικό σχηματισμό αισθήσεων, νοημάτων, γλωσσών, αξιών, κανόνων και μοιραζόμενων δομών. Με λίγα λόγια, αυτή η συλλογική δύναμη φτιάχνει έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό που αντιτίθεται σε αυτόν που ήδη γνωρίζουμε, στον κόσμο της αγοράς και της κυριαρχίας που γεννά μιζέρια, αποκλεισμό, προνόμια, διακρίσεις, θάνατο.
Γι’ αυτό η λαϊκή δύναμη είναι μια πράξη που με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μεταμορφώνει τους τόπους της ζωής των ανθρώπων δημιουργεί παράλληλα ένα μπλοκ ενάντια στην ομογενοποίηση, ένα μπλοκ που μπαίνει σε άμεση αντιπαράθεση με την τάξη της κυριαρχίας. Σαν διαδικασία, η λαϊκή δύναμη γνωρίζει πως ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά έχει την τύχη να δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα κοινωνία με κάθε κατάκτηση του λαού.
Η λαϊκή εξουσία είναι πάνω από όλα ικανότητα, γιατί αντιτίθεται στον μελλοντικό κόσμο, γιατί αποκαλύπτει στον σημερινό κόσμο αυτό που πρόκειται να έρθει. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μέρα με τη μέρα τόπους ελευθερίας, αλληλεγγύης, ισότητας και οριζόντιας δομής. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό μιας και δεν εξυπηρετεί σε τίποτε να δημιουργείς μια ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας καταπιεστικούς, ιεραρχικούς και τρόπους που διευκολύνουν τις διακρίσεις. Η νέα κοινωνία πρέπει να φτιαχτεί μέσα από δομές οριζόντιες, συμμετοχικές που θα περιλαμβάνουν τους πάντες. Αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τις διαφορετικότητες, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε άνθρωπος υψώνει τη φωνή του κάτω από τη δική του προσωπική προοπτική.
Έτσι λοιπόν, αν η λαϊκή εξουσία δεν είναι συνώνυμο της κυριαρχίας, αλλά της δημιουργίας μιας άλλης διαφορετικής κοινωνίας, οριζόντιας και ελεύθερης, δεν δίνουν τα χέρια η αναρχία και η λαϊκή εξουσία; Δεν είναι μέσα στους στόχους της αναρχίας η δημιουργία ενός νέου ήθους μέσα από το οποίο θα γίνει πράξη η κατάργηση κάθε προνομίου, οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού; Δεν οραματίζεται η αναρχία μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας που φτιάχνεται εδώ και τώρα;
Στην πραγματικότητα, η αναρχία που ζητάει να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, θέλει επίσης να κοινωνικοποιηθεί η "εξουσία", και να αποκλείσει τη δυνατότητα να μετατρέπεται αυτή σε προνόμιο για τους λίγους. Γι’ αυτό το λόγο επίσης το αναρχικό κίνημα δημιουργεί μια συλλογική δύναμη που αναδύεται από τις ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις που γίνονται αντιληπτές μόνο από τις οριζόντιες δομές και την διαφορετικότητα. Επιπλέον, όπως δεν κουράζονταν να επαναλαμβάνουν οι Μαλατέστα και Μπακούνιν, η αναρχία πρέπει να έχει τα αυτιά της ανοικτά στον λαό, η αναρχία πρέπει να αναδυθεί από τους καταπιεσμένους, από τους αποκλεισμένους, από τους ξεχασμένους.
Αν είναι έτσι, και για να έχουμε μια τέτοια αναρχία, αυτή πρέπει να εκδηλωθεί από τη βάση. Είναι από τα κάτω που φτιάχνεται η νέα κοινωνία, αποφεύγοντας τον συγκεντρωτισμό, τις εντολές, τη γραφειοκρατία. Γι’ αυτό η αναρχία κτίζεται μέσα από τις οριζόντιες δομές, μέσα από τις συνελεύσεις, μέσα από την άμεση δράση. Αυτό το κίνημα προσχεδιάζει στο παρόν την άλλη κοινωνία και είναι γι’ αυτό το λόγο που η ελευθεριακή αυτοδιαχείριση δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αντικαπιταλιστική και αντιιεραρχική οργάνωση της συγκεκριμένης κοινότητας. Είναι ο σχεδιασμός και η άμεση διαχείριση του λαού στην οικονομία, στην πολιτική, στον πολιτισμό γενικά στην ζωή του από κοινού.
Με άλλα λόγια, η αναρχική αυτοδιαχείριση δημιουργεί τη λαϊκή δύναμη, φτιάχνοντας εναλλακτικά μέρη συλλογικής ζωής, σημεία υλικά και εικονικά που ξεφεύγουν από τον έλεγχο του καπιταλισμού και της εξουσίας. Κάτω από αυτή την οπτική, το να συνδυάζεις τη λαϊκή εξουσία με την αναρχία δεν αποτελεί καμιά αντίθεση, ούτε κανένα κακόγουστο αστείο, αλλά είναι μια επαναστατική πρόκληση, ένα κάλεσμα σε δράση.

[Σ.τ.Μ: 1. Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Anarquismo y Poder Popular». Η λέξη poder σαν ουσιαστικό στα ισπανικά έχει διάφορες σημασίες. Μερικές από αυτές είναι "ισχύ, δύναμη, εξουσία, δυνατότητα". Στη γλώσσα της πολιτικής όμως έχει αποκλειστικά τη σημασία της "εξουσίας". Οι συγγραφείς, όπως το αντιλήφθηκα προσωπικά, με μια σειρά συλλογισμών κάνουν ένα λογοπαίγνιο μεταξύ της δύναμης και εξουσίας. Ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούν τη λέξη έκανα την αντίστοιχη μετάφραση, άλλοτε σαν δύναμη άλλοτε σαν εξουσία ή "εξουσία" όταν προσωπικά αποστασιοποιούμαι από τον όρο. Αν υπάρχουν κενά ή σημεία δυσνόητα, οι γνωρίζοντες καλύτερα ισπανικά από μένα ας διορθώσουν.
2. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες προήλθαν αυτές οι σκέψεις, τις βρήκα όμως σχεδόν διαχρονικές όσον αφορά το θέμα και γι’ αυτό μετέφρασα το παραπάνω για να το μοιραστώ εδώ μέσα.
** Ο Miguel Enríquez Espinosa, ήταν ηγέτης του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος της Χιλής Movimiento de Izquierda Revoloucionaria. Για περισσότερες πληροφορίες γράφω ολόκληρο το όνομά του και ας κάνει ο καθένας το δικό του ψάξιμο αν χρειάζεται.]

Διάλογος με έναν Σύρο αναρχικό για τη Γάζα, τη Μέση Ανατολή και τους ελευθεριακούς

Του Jose Antonio Gutierrez D.

H παρακάτω συνέντευξη για το ζήτημα του μακελειού στη Γάζα, την επίδρασή του στην ευρύτερη περιοχή και το ρόλο των αναρχικών στο συνεχιζόμενο αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό, πάρθηκε από τον Mazen Kamalmaz, Σύρο αναρχικό και εκδότη της αραβικής ιστοσελίδας ανάλυσης και γνώμης http://www.ahewar.org/m.asp?i=1385

Ως αναρχικός από τη Μέση Ανατολή, ποια είναι η άποψή σου για την πρόσφατη σύγκρουση στη Γάζα και την εύθραυστη ανακωχή που επιτεύχθηκε με την εκλογή του Ομπάμα ως προέδρου των ΗΠΑ;
Η πρόσφατη ισραηλινή επίθεση στη Γάζα ήταν εξαιρετικά αιματηρή, αλλά δεν ήταν η πρώτη στο είδος της. Ο πόλεμος αυτός ήταν η συνέχεια αυτού του καλοκαιριού του 2006 με την ισραηλινή επίθεση στο Λίβανο. Τότε, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ περιέγραψε την επίθεση αυτή ως την αρχή μιας νέας Μέσης Ανατολής, που υποτίθεται ότι θα ταιριάζει απόλυτα στη θέληση των σούπερ-ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε κάποια ανακωχή στο τέλος η οποία αποτελεί ένα στοπ μέχρι που οι συνθήκες γίνουν πιο κατάλληλες γι’ αυτούς. Οι εχθροπραξίες και το μακελειό σταμάτησαν μόνο επειδή ο Ομπάμα διέταξε την ισραηλινή ηγεσία να πάψει το πυρ λόγω της ορκωμοσίας του στο Λευκό Οίκο. Το χειρότερο, και για τον πόλεμο και την αναπόφευκτη ανακωχή, είναι ότι οι μάζες, ο λαός, είναι εκείνοι που υποφέρουν πιο πολύ και η θέληση και τα ενδιαφέροντα των οποίων αγνοούνται πλήρως από τις ανερχόμενες ελίτ.

Ποια νομίζεις ότι είναι τα κύρια κίνητρα των Ισραηλινών για την τελευταία αυτή επίθεση;
Να επιβάλλει την ισραηλινή και, ταυτόχρονα, την αμερικανική θέληση σε βάρος των παλαιστινιακών και αραβικών μαζών.

Ποια ήταν η αντίδραση του αραβικού κόσμου στη νέα ισραηλινή επίθεση;

Υπήρξε αρκετός θυμός στους αραβικούς δρόμους. Οι πρώην σταλινικοί και πρώην εθνικιστές διανοούμενοι καθώς και οι πολιτικές ελίτ, ήσαν διαχωρισμένες στο ζήτημα: μερικοί υποστηρίζουν τα φιλοαμερικανικά αραβικά καθεστώτα που χαρακτηρίζονται ως “σύγχρονα” και “μετριοπαθή” επειδή καταστέλλουν τους ισλαμιστές φονταμεταλιστές… Αυτό είναι το νέο “μέτρο” προόδου στη Μέση Ανατολή, σε πλήρη συμφωνία με τον Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία. Άλλοι τάχθηκαν με την πλευρά της Χαμάς, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα της ως αντι-ισραηλινό αγώνα και εθνική αντίσταση. Τα φιλοαμερικανικά και φιλο-ισραηλινά ΜΜΕ δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν κάτι από τη χαμένη τους δημοφιλία, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ανάμεσα στις αραβικές μάζες κι έτσι οι μάζες αυτές αφέθηκαν κυρίως στην επιρροή των φονταμενταλιστών.

Υπήρξε ή υπάρχει κάποια αναρχική δραστηριότητα υποστήριξης και αλληλεγγύης με το λαό της Γάζας στις αραβικές χώρες;
Η απάντηση στην ερώτηση αυτή πρέπει να αντανακλά την παρούσα κατάσταση του αραβικού αναρχισμού. Ακόμα αποτελούμαστε από πολύ μικρές ομάδες που δεν έχουν καμία πραγματική επίδραση στον κόσμο. Αν και οι ιδέες μας είναι σεβαστές από κύκλους της διανόησης δεν είναι αυτό το πραγματικό αντικείμενό μας. Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα δυναμικό κίνημα της βάσης με ρίζες στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Στην πραγματικότητα, σε μερικά μέρη δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά μια πολύ μικρή μειονότητα στις διαδηλώσεις που γίνονται στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο. Παντού αντιμετωπίζουμε κατασταλτικά μέτρα και δημόσια προκατάληψη. Αλλά το βάθος της γενικής κρίσης σημαίνει ότι οι μάζες χρειάζονται τις ιδέες μας ως βάση για έναν πραγματικά δημοκρατικό αγώνα ενάντια στις καταπιεστικές και εκμεταλλεύτριες ελίτ.

Τι πιστεύεις για την επίδραση των αποτελεσμάτων των πρόσφατων ισραηλινών εκλογών στο παλαιστινιακό ζήτημα;
Οι ισραηλινές εκλογές δεν έχουν τόση μεγάλη επίδραση - εάν έχουν κάποια - στη μοίρα της σύγκρουσης. Ο ισραηλινός λαός, διαποτισμένος από τη σιωνιστική προπαγάνδα, εξακολουθεί να εμπιστεύεται την άρχουσα ελίτ του. Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα ότι η πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω τέτοιων εκλογικών αναμετρήσεων. Η υπόθεση μεταξύ Ισραηλινών - Εβραίων αποτελεί ένα τρομερό παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής και αποικιοκρατικής πολιτικής του καπιταλισμού. Αφού χρησιμοποίησαν τους Εβραίους επί αιώνες ως αποδοπομπιαίους τράγους στις εσωτερικές τους διαμάχες, και μετά το μακελειό σε βάρος εκατομμυρίων από αυτούς, τους χρησιμοποιούν εκ νέου για να βοηθήσουν στην επιβολή των συμφερόντων τους. Έτσι οι Εβραίοι πολεμούν τώρα και σκοτώνουν Παλαιστίνιους για χάρη των δυτικών καπιταλιστών, που υπήρξαν οι ιστορικοί τους καταπιεστές, και για την κυριαρχία των δεύτερων στην πετρελαιοπαραγωγική αυτή περιοχή.

Πώς νομίζεις ότι το παλαιστινικακό ζήτημα έχει επιπτώσεις σε όλη την περιοχή της Μέσης Ανατολής;
Η παλαιστινιακή υπόθεση είχε και ακόμα θα έχει τεράστια επίδραση στην περιοχή. Μετά το 1948, αυτό που τώρα ονομάζεται Al-Nakba στην παλαιστινιακή ιστορία (καταστροφή), η περιοχή γνώρισε περιόδους αναταραχής και δυσαρέσκειας, με αποτέλεσμα την άνοδο των “εθνικιστικών” κινημάτων στο Κάιρο, τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Αυτές οι στρατιωτικές και καταπιεστικές δικτατορίες χρησιμοποίησαν τη σύγκρουση ενάντια στην ισραηλινή επιθετικότητα ως δικαιολογία για την κυριαρχία τους, ως “ναρκωτικό για τα έθνη μας”. Τώρα είναι η σειρά των ισλαμιστών φονταμενταλιστών που προσπαθούν να τη χρησιμοποιήσουν για να “αποδείξουν” την αντιδυτική φύση της σύγκρουσης και, κατά συνέπεια, ως βάση για τη δική τους κυριαρχία πάνω στις μάζες. Ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής φύσης του καπιταλισμού, η παλαιστινιακή υπόθεση εμπεριέχει πάντα δυσαρέσκεια και θυμό ενάντια στο άδικο εκμεταλλευτικό σύστημα.

Πώς νομίζεις ότι το αναρχικό κίνημα μπορεί να υποστηρίξει τον παλαιστινικό λαό; Υπάρχουν καλέσματα για μποϊκοτάζ κατά του Ισραήλ, νομίζεις ότι είναι αυτή η σωστή τακτική;
Η αλληλεγγύη του διεθνούς αναρχικού κινήματος χρειάζεται τόσο πολύ και είναι πολύ σημαντική. Και, ναι, τα καλέσματα για μποϊκοτάζ είναι, επίσης, σημαντικά. Σύμφωνα με την εμπειρία του αγώνα κατά του απαρτχάιντ τέτοιες δραστηριότητες αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές ώστε να προειδοποιήσουν τον επιτιθέμενο και να συνδέσουν τους διεθνείς υποστηρικτές. Εμείς, σε αντίθεση με τους εθνικιστές και τους ισλαμιστές, δεν βλέπουμε τη σύγκρουση ως τοπικό και μόνο γεγονός. Στην πραγματικότητα, είναι μέρος του αγώνα της ανθρωπότητας ενάντια στο άδικο διεθνές σύστημα στο οποίο κυριαρχούν οι πολυεθνικές και οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Για τις αραβικές μάζες η φωνή της αλληλεγγύης που έρχεται από τη Δύση, ακόμα και από το εσωτερικό του Ισραήλ, είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η σύγκρουση δεν είναι μόνο μια διαμάχη μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών.

Επικρατεί μια εκτεταμένη αίσθηση ανάμεσα στους Παλαιστίνιους ότι έχουν ξεχαστεί από τον υπόλοιπο κόσμο… Νομίζεις ότι τώρα είναι η καλύτερη στιγμή να αναγεννηθεί το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης; Πώς θα ήταν αυτό το κίνημα;
Συμφωνώ από καρδιάς με αυτό. Ο αντίκτυπος των δραστηριοτήτων των “Αναρχικών Ενάντια στο Τείχος” ενάντια στο ρατσιστικό διαχωριστικό τείχος, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Το κύριο πρόβλημα εδώ είναι οι μικρής κλίμακας δραστηριότητες που εκτυλίσσονται μόνο σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, κυρίως στη Δυτική Όχθη. Νομίζω ότι η Γάζα πρέπει να γίνει ένας σημαντικός στόχος των δραστηριοτήτων αλληλεγγύης. Τα βάσανα του κόσμου εκεί είναι τρομερά, και γι’ αυτό οι μάζες που έχουν ανάγκη από οτιδήποτε για να επιζήσουν πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στη Χαμάς ή τη Φατάχ οι οποίες προμηθεύουν αυτά τα αγαθά με έναν όρο: να τους ακολουθήσουν οι μάζες και να υποστηρίξουν το στόχο τους να ελέγξουν τη Γάζα.

Πώς πιστεύεις ότι μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρήνη στην πολεμοκρατούμενη Παλαιστίνη;
Έχουμε πει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει βιώσιμη ειρήνη στο πρόβλημα αυτό. Οι τοπικές ελίτ ή οι διεθνείς αντίστοιχες, δεν μπορούν να επιλύσουν τη σύγκρουση. Αντίθετα, όλοι επωφελούνται από αυτήν. Μόνο οι ελεύθερες μάζες μπορούν να το κάνουν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσουμε δεσμούς με τους Ισραηλινούς αναρχικούς, τους αναρχικούς όλων των χωρών της περιοχής και όχι μόνο σχέσεις ανάμεσα σε αναρχικούς και ακτιβιστές, αλλά ακόμα ανάμεσα στους λαούς. Μόνο με αυτόν το συνδυασμένο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την αληθινή φύση της σύγκρουσης και να αγωνιστούμε ενάντια σε όλους αυτούς που τη χρησιμοποιούν για να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω μας.

* Η συνέντευξη αυτή πάρθηκε από το http://www.anarkismo.net όπου και δημοσιεύτηκε. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 1 Μάρτη 2009.

Κοινωνικός αναρχισμός. Παράδοση θεωρίας και πράξης

[Το κείμενο έχει δημοσιευτεί ως ξεχωριστό κεφάλαιο στην μπροσούρα με τίτλο «Αυτοδιεύθυνση στην πόλη», που εκδόθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 2000, από συντρόφους που σήμερα κινούνται γύρω από το περιοδικό «Ευτοπία» και το Ελευθεριακό Στέκι «Πικροδάφνη». Αναδημοσίευση από: http://www.anarkismo.net/article/12000]

Μόνο αν οι άνθρωποι αναπτύξουν θεσμούς και αξίες βασισμένες στην αμοιβαία βοήθεια στο επίπεδο των μικρών ομάδων και κοινοτήτων είναι δυνατόν να πραγματώσουν - μέσω της σύνδεσής τους - την πρακτική αυτή και σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο οργάνωσης των κινήσεων αντίστασης και της κοινωνικής ζωής. Αυτή είναι η ουσία του κοινωνικού αναρχισμού.
Ο αναρχισμός αποτελεί μια παράδοση θεωρίας και πράξης η οποία αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε μέσα σ’ ένα ενεργό ιστορικά κίνημα. Αν και η ιδιαίτερη άνθησή του τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να επιβιώνει σε μια κατάσταση που ποικίλλει στον τόπο και στον χρόνο και η οποία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εκάστοτε κοινωνική-ιστορική συγκυρία.
Ασφαλώς υπάρχουν πολλά είδη σκέψης και δράσης που χαρακτηρίζονται αναρχικά, θα ήταν δύσκολο όμως να μην παραδεχθεί κανείς (αν και η παραδοχή αυτή συνιστά ταυτόχρονα μια επιλογή πολιτικής σημασίας) ότι το αναρχικό κίνημα είχε και έχει ως κατευθυντήριες αρχές την απόρριψη όλων των μορφών κυριαρχίας και την πρόταξη μορφών ανθρώπινης συμβίωσης και κοινωνικής οργάνωσης βασισμένων στην εθελούσια συνένωση και συνεργασία, την ατομική και συλλογική αυτονομία και το σεβασμό του ατόμου και της φύσης. Στην πράξη, αυτές οι αρχές οδήγησαν τους αναρχικούς να προτείνουν και να επεξεργαστούν πολιτικές όπως:

• η αντικατάσταση των εθνικών κρατών από ομοσπονδίες κοινοτικών και εργατικών ενώσεων,

• η αντικατάσταση του κεφαλαιοκρατικού - επιχειρηματικού καπιταλισμού και της κρατικής ιδιοκτησίας από τη διεύθυνση της παραγωγής και της κατανομής του προϊόντος από τους ίδιους τους παραγωγούς,

• η αντικατάσταση της πατριαρχικής οικογένειας από την ελεύθερη οικογένεια και μια διαφορετική διάρθρωση του νοικοκυριού,

• η αντικατάσταση της μεγαλούπολης και της συγκεντρωτικής κατανομής του πληθυσμού από αποκεντρωμένα, οικολογικά ισορροπημένα πληθυσμιακά και οικιστικά σχέδια και

• η αντικατάσταση της συγκεντροποιημένης υψηλής τεχνολογίας από εναλλακτικές τεχνολογίες προσανατολισμένες στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, οι οποίες συνάδουν με την αμεσοδημοκρατική και αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων και δεν καταστρέφουν το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Οι αρχές αυτές αναπτύχθηκαν σημαντικά από την κυρίαρχη τάση της αναρχικής θεωρίας και πρακτικής, με αφετηρία στο έργο του Μπακούνιν και του Κροπότκιν. Συνεχίστηκαν από το ιστορικό αναρχικό κίνημα στις επικρατούσες μορφές του, αυτές του αναρχοσυνδικαλισμού και του αναρχοκομμουνισμού. Εξακολουθούν να εκφράζονται και σήμερα τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
Με βάση τις προαναφερθείσες αρχές, η πολιτική μας ταυτότητα ως αναρχικοί, αλλά και η καθημερινή μας δράση, έχει ως βασική αφετηρία και κατευθυντήρια αρχή το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και κυριαρχία, τον αγώνα για την πραγμάτωση μιας ζωής λιγότερο ελεγχόμενης (από τον κρατικό μηχανισμό) και εμπορεύσιμης (από την οικονομία της αγοράς). Είναι φανερό ότι οι στόχοι της δράσης τοποθετούνται στο πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι επιδιώκοντας τη ριζική μεταμόρφωσή του. Το γεγονός αυτό καθορίζει τις μορφές της δράσης, οι οποίες δεν μπορούν παρά να είναι κοινωνικές• δηλαδή να λαμβάνουν χώρα εντός της κοινωνίας, να αναδεικνύουν την κοινωνική διάσταση του φορέα τους (αναρχικοί), να αφορούν τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι και να στοχεύουν ξεκάθαρα στον πραγματικό εχθρό (κράτος και κεφάλαιο).
Για μας, λοιπόν, η αναρχική δράση δεν οριοθετείται στα πλαίσια ευκαιριακών συγκεντρώσεων ατόμων κάθε φορά που συλλαμβάνεται κάποιος σύντροφος, ούτε ταυτίζεται με τις περιστασιακές εκδηλώσεις «αδιάλλακτης εξεγερτικής δράσης» μια φορά στο τόσο, όταν κοινωνικά γεγονότα που δημιουργούνται από άλλους προσφέρουν αυτή την ευκαιρία. Για μας ο αναρχισμός πρέπει να πάψει να αποτελεί απλώς ένα στάδιο της προσωπικής ζωής κάποιων «οργισμένων» εφήβων, μια φαντασιοπληξία για τους μεσήλικες μέντορές τους ή ένας δρόμος για την «αυτοπραγμάτωση» και το ψευδοριζοσπαστικό ισοδύναμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο αναρχισμός δεν είναι η γοητεία της καταστροφής, δεν είναι τσαμπουκάς, δεν είναι μαγκιά, δεν είναι τρόπος ζωής σύμφωνα με κριτήρια ιδεολογικής καθαρότητας. Αντίθετα, είναι μια αντίληψη για την οργάνωση της ζωής και τη συγκρότηση του κόσμου που αναζητά - διαρκώς μετασχηματιζόμενη - την πρακτική της εφαρμογή.
Στα πλαίσια αυτά, κεντρικό ζητούμενο είναι η διάχυση της αναρχικής δράσης στους τόπους του κοινωνικού γίγνεσθαι, εκεί όπου διαδραματίζεται η ζωή, εκεί όπου κυκλοφορούν και δρουν οι πραγματικοί άνθρωποι με τα προβλήματα και τις αντιφάσεις τους στις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές τους. Πρωταρχικός στόχος είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών προς το υπάρχον θεσμών/κοινοτήτων όπου πραγματώνεται η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία• οι αδιαμεσολάβητες και άμεσες σχέσεις και η καθημερινή πολιτική - με την αυθεντική σημασία του όρου - τριβή. Η οικοδόμηση του κοινοτικού ιστού αναδεικνύεται ως η πλέον ενδεδειγμένη απάντηση αντίστασης σης επιταγές του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, αποτελεί και την καταλληλότερη αφετηρία για την ανατροπή του στο βαθμό που αντιμετωπίζει την ουσία του (καταστροφή της κοινότητας) με την ακριβώς αντίστροφη επιθετική κίνηση (καταστροφή ατομικισμού - ανάδειξη της κοινότητας).
Κριτήριο της δράσης των αναρχικών δεν μπορεί να είναι, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις σήμερα, η αγωνιώδης προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η διαφορετικότητα και να εμπεδωθεί η ιδεολογική καθαρότητα, προσπάθεια που οδηγεί στον αυτοεγκλωβισμό σε αδιέξοδες πρακτικές, στη συνεχή ομφαλοσκόπηση και τον αέναο βαυκαλισμό με την πλατωνική ιδέα της αναρχίας. Αντίθετα, η πρακτική και η δυναμικότητά τους οφείλει να προσανατολιστεί στην κοινωνική δράση, δηλαδή στη δημιουργία κινήσεων αντίστασης στους τόπους κατοικίας (γειτονιές, προάστια, μικρές πόλεις) και εργασίας-εκπαίδευσης. Αυτή η τοπική δράση δεν μπορεί να αρθρώνεται στη βάση μιας αυστηρά συνεκτικής ιδεολογικοπολιτικής πλατφόρμας καθώς στο τοπικό επίπεδο κυρίαρχο ρόλο παίζει η κοινωνική παράμετρος, δηλαδή η εκ των πραγμάτων ένταξη του ατόμου στους τόπους του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η απουσία καθαρότητας όμως δεν έχει να κάνει με τη φιλελεύθερη αντίληψη για την αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων. Αντίθετα, υπηρετεί τη σκοπιμότητα της ζύμωσης και της επικοινωνίας μεταξύ όσων αντιστέκονται.
Σε ένα διαφορετικό επίπεδο οι διευρυνόμενες ιδεολογικές - πολιτικές συμφωνίες, αν πρόκειται να οδηγήσουν σε έναν συγκροτημένο και πειστικό αντίλογο, θα πρέπει να συγκροτούνται στη βάση ίων κοινών αντιλήψεων γύρω από ζητήματα πολιτικής και τακτικής. Και όχι, όπως συμβαίνει σήμερα, γύρω από επιμέρους περιπτώσεις και ad hoc πρωτοβουλίες που τις περισσότερες φορές αφορούν την υπεράσπιση φυλακισμένων συντρόφων. Η κεντρική συνάντηση και οργάνωση των αναρχικών είναι αναγκαία. Δεν είναι δυνατόν όμως να επιδιώκεται στη βάση της αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς κρατούμενους και να εξαντλείται εκεί. Όπως δεν είναι δυνατόν να οδηγεί στην απαξίωση της τοπικής δράσης, με τα χαρακτηριστικά που της αποδόθηκαν πιο πριν.
Επιστρέφουμε λοιπόν σε αυτή την πρωταρχική έννοια-κλειδί. Η προώθηση της συγκεκριμένης αυτής μορφής τακτικής δεν οφείλεται σε ιδεολογικές εμμονές ή στην αναγκαιότητα της διαφοροποίησης και του διαχωρισμού. Αντίθετα, προκύπτει από τις προτάσεις των αναρχικών για την αυτοοργάνωση των κινήσεων αντίστασης και την αυτοδιεύθυνση της κοινωνικής ζωής. Για μας, η επανάσταση αποτελεί μια υπόθεση που είτε υπάρχει στο ΕΔΩ και στο ΤΩΡΑ, είτε παύει να υπάρχει. Η επανάσταση είναι μια λέξη κενή νοήματος, όταν δεν έχει να προσδώσει τίποτα στο ΕΔΩ και στο ΤΩΡΑ. Και για μας έχει να προσδώσει• ασφαλώς, όχι μια ονείρωξη, αλλά την προσπάθεια των ανθρώπων καθημερινά να πάρουν βήμα-βήμα τη ζωή τους στα χέρια τους. Την προσπάθεια να δημιουργούνται συλλογικότητες, χώροι και γεγονότα που να βασίζονται και να προτάσσουν ξεκάθαρα την αυτονομία, αντιπαραθέτοντας έτσι στους κυρίαρχους θεσμούς μία ζωντανή πολεμική που αναπτύσσεται μέσα από την ανασύνθεση του διαλυμένου κοινωνικού ιστού και το στέριωμα σε αυτόν.
Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσπάθεια δημιουργίας ενός διαφορετικού πολιτισμού, την προσπάθεια ανασύστασης της κοινωνίας όχι στη βάση της εξουσίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά σε μία βάση διαμετρικά αντίθετη, εκείνη της αναρχίας.
Η διεκδίκηση αυτή της αυτονομίας, από μέρους ορισμένων κοινωνικών ομάδων, και η διαρκής σύγκρουση τους με την εμπορευματική οικονομία αποτελεί μια υπόθεση καθημερινή. Τον καθημερινό αυτό αγώνα - τόσο σε επίπεδο σύγκρουσης με το κυρίαρχο, όσο και σε επίπεδο δημιουργίας αυτόνομων κοινωνικών θεσμών - είναι που θέλησε να εκφράσει και ο Ερίκο Μαλατέστα, γράφοντας την περίφημη φράση: «Στην αναρχία δεν θα φτάσουμε ούτε σήμερα ούτε αύριο ούτε ποτέ. Στην αναρχία θα πορευόμαστε σήμερα, αύριο και για πάντα».
Μόνο αν οι άνθρωποι αναπτύξουν θεσμούς και αξίες βασισμένες στην αμοιβαία βοήθεια στο επίπεδο των μικρών ομάδων και κοινοτήτων είναι δυνατόν να πραγματώσουν - μέσω της σύνδεσής τους - την πρακτική αυτή και σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο οργάνωσης των κινήσεων αντίστασης και της κοινωνικής ζωής. Αυτή είναι η ουσία του κοινωνικού αναρχισμού.

Για μια ελευθεριακή ηθική. Σκέψεις και προτάσεις

[Κείμενο που διένειμε η Ομάδα Αναρχοκομμουνιστών-Κοινοτιστών Ν. Σμύρνης τον Ιούνιο του 1991. Πηγή: anarkismo.net]

Για μας η πραγμάτωση της ανθρωπιάς από το άτομο και ο εξανθρωπισμός των κοινωνικών σχέσεων, αυτές οι δυο όψεις της επαναστατικής διαδικασίας, γίνονται δυνατές στο μέτρο που ο καθένας μας ενστερνίζεται και βιώνει μια ουσιαστικά ελευθεριακή ηθική.

Στην ιεραρχική κοινωνία μας οι διαπροσωπικές σχέσεις καθορίζονται παραδοσιακά με όρους κυριαρχίας-υποταγής. Κάθε άνθρωπος δεν νοείται ως ένα πρόσωπο ανάμεσα σε αλλά ισότιμα πρόσωπα, αλλά ως άτομο που ο σκοπός της ύπαρξής του είναι να κυριαρχήσει πάνω σε άλλα άτομα ή να υποταχτεί στη θέληση άλλων, μέσα σ’ έναν ανελέητο πόλεμο του καθενός εναντίον όλων. Το Διαφορετικό, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για σχέση, ή για πράγμα, γίνεται αντιληπτό ως ανταγωνιστικό, και σαν τέτοιο επιβάλλεται να τοποθετηθεί σε μια ιεραρχική κλίμακα. Ο καταναγκασμός, η χειραγώγηση, η βία, είναι θεμελιώδεις πρακτικές της κοινωνίας που βρίσκεται σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση με τον εαυτό της και με τη φύση, και οι ουσιαστικά ανθρώπινες σχέσεις είναι μάλλον περιθωριακό φαινόμενο.

Τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, η κοινωνική υπευθυνότητα και οι αντικοινωνικές τάσεις, δεν καθορίζονται βιολογικά. Είναι δημιουργήματα τόσο του ιδιαίτερου τρόπου κοινωνικοποίησης στην οποία υποβάλλεται το άτομο, όσο και των συνειδητών επιλογών του ίδιου του ατόμου. Ο αυταρχικός χαρακτήρας του ανθρώπου, οι σαδιστικές-κυριαρχικές και οι μαζοχιστικές-δουλοπρεπείς τάσεις του, είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα και διαιωνιζόμενο αποτέλεσμα του φαύλου κύκλου της αυταρχικής κοινωνικοποίησης, της θεμελιωμένης πάνω στο φόβο.[Θεμελιωμένης κυρίως πάνω στο μύθο και την απατή θα έλεγα.] Για μας, η πραγμάτωση της ανθρωπιάς από το άτομο και ο εξανθρωπισμός των κοινωνικών σχέσεων, αυτές οι δυο όψεις της επαναστατικής διαδικασίας, γίνονται δυνατές στο μέτρο που ο καθένας μας ενστερνίζεται και βιώνει μια ουσιαστικά ελευθεριακή ηθική.

Η λέξη «ηθική» σημαίνει παραδοσιακά έναν κώδικα αξιών, προτύπων και κανόνων συμπεριφοράς, κώδικα που επιβάλλεται στους ανθρώπους από κοσμικές ή υπερκόσμιες αυθεντίες («φωτισμένους ηγέτες», «προγόνους», «θεούς», «πνεύματα», κ.τ.λ.) Αυτό που προτείνουμε δεν έχει καμία σχέση με την κατεστημένη-συμβατική έννοια της «ηθικής».

Η ελευθεριακή ηθική είναι ένα σύνολο αξιών και αυτοδεσμεύσεων εθελοντικά αποδεκτών. (Ελευθεριακή ηθική επιβεβλημένη με βία, καταναγκασμό ή χειραγώγηση, είναι μακάβρια φάρσα.) Πηγή της είναι οι αυτόνομοι και ισότιμοι άνθρωποι που την διατυπώνουν υπεύθυνα και συνειδητά. (Όχι κάποια αυθεντία, όχι κάποιοι «νόμοι της ιστορίας», όχι κάποιο κέντρο αποφάσεων στεγανοποιημένο και ανεξέλεγκτο από την κοινωνία). Κορυφαίες αξίες της, που αποτελούν αυτοσκοπούς, είναι η ευτυχία του ατόμου και της κοινωνίας, η εναρμόνισή τους, και η υπόθαλψη του κόσμου των έμβιων. Αυτές οι αξίες, και οι αυτοδεσμεύσεις που συνεπάγονται, αποτελούν ένα οργανικό σύνολο. Η οργανική σύνδεση και η αλληλεπίδρασή τους συνιστούν την ελευθεριακή ουσία τους. Αν διαχωριστούν και κατακερματιστούν, παύουν να υφίστανται ως ελευθεριακή ηθική, μετατρέπονται σε ιδεολογία, ψευδή συνείδηση.

1. Οι άνθρωποι είναι μεταξύ τους ίσοι από κάθε άποψη. Οι ανάγκες και οι επιθυμίες όλων είναι ίσης σημασίας, συνεπώς όλοι έχουν εξίσου το δικαίωμα στην ικανοποίησή τους. Απορρίπτονται κατηγορηματικά η ιεραρχία, θεσμοποιημένη ή άτυπη, η ανισότητα, τα προνομία κάθε είδους, οι διακρίσεις σε βάρος ατόμων ή ομάδων.

2. Η ζωή, η αυθόρμητη ανάπτυξη των έμβιων και η βιοποικιλότητα αποτελούν αυτοσκοπούς. Η χυδαία αντίληψη της φύσης ως αθροίσματος αψύχων πραγμάτων, πρώτων υλών προορισμένων για εκμετάλλευση και χειραγώγηση, είναι καταδικαστέα. Η ιεραρχική-ανταγωνιστική νοοτροπία που γεννά τέτοιες κυριαρχικές και εκμεταλλευτικές αντιλήψεις και σχέσεις, είναι εξίσου καταδικαστέα.

3. Κυρίαρχη αντίληψη αυτής της κοινωνίας είναι ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Για μας, τα μέσα και οι σκοποί αλληλοκαθορίζονται: ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα προεικονίζουν τους σκοπούς στο βαθμό που τους εμπεριέχουν.

4. Η βία, η χειραγώγηση, ο καταναγκασμός, είναι καταδικαστέα. Ορισμένοι άνθρωποι που δηλώνουν επαναστάτες ή αναρχικοί, ανάγουν τη σύγκρουση σε αυτοσκοπό. Έτσι, είτε αυτοεπιβεβαιώνονται, είτε εκλογικεύουν την τυφλή εκτόνωση του μίσους τους για την καταπίεση που έχουν υποστεί. Εθελοτυφλούν μπροστά στο γεγονός ότι ακόμα κι αν ανατρέψουμε σήμερα το κράτος, αύριο κιόλας ο αυταρχικός χαρακτήρας των ανθρώπων θα δημιουργήσει νέους καταπιεστικούς θεσμούς. Το ζητούμενο είναι να εξαλείψουμε τον αυταρχικό χαρακτήρα μας και τον φαύλο κύκλο βίας και καταπίεσης που γεννάει.
Δεν είμαστε απαραίτητα ούτε «ειρηνιστές», ούτε «μη βίαιοι», ούτε, βεβαίως, «βίαιοι». Διατηρούμε το δικαίωμα κι έχουμε την κριτική ικανότητα να επιλέξουμε τα μέσα άμυνάς μας ανάλογα με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες.

5. Η διαφορά, η ιδιαιτερότητα του ατόμου, είναι δικαίωμα. Επιθυμούμε την εναρμόνιση των ιδιαιτεροτήτων.

6. Στην καπιταλιστική κοινωνία, το κίνητρο της ανταλλαγής είναι το κέρδος: «να δώσω λίγα για να πάρω πολλά». Θέλουμε την εξάλειψη αυτής της σχέσης, επιδιώκουμε την καθιέρωση της χαριστικότητας, της οποίας κίνητρο είναι η χαρά της ικανοποίησης μιας ανάγκης ή επιθυμίας του Άλλου.
[Θα προσέθετα: Θέλουμε τη χαριστικότητα: Να πάρουμε στα χεριά μας ως ίσοι τα μέσα παραγωγής, για να παράγουμε αγαθά για τις ανάγκες μας και όχι εμπορεύματα για το κέρδος. Να καταργήσουμε το χρήμα, το κέρδος και τα αφεντικά. Να μοιραζόμαστε όλοι. επί ίσοις όροις και δωρεάν, τα αγαθά που όλοι θα παράγουμε.]

7. Θέλουμε κι επιδιώκουμε οτιδήποτε προάγει την αυτονομία όλων των ανθρώπων, την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την ειλικρίνεια και διαφάνεια στις σχέσεις, την αλληλοβοήθεια, τη συνεργασία και τη χαριστικότητα, την ανεκτικότητα, την αυθόρμητη έκφραση του αισθησιασμού και του έρωτα, το σεβασμό της φύσης.
Θέλουμε να προωθήσουμε τη συνειδητοποίηση από μέρους των ανθρώπων του γεγονότος ότι οι ίδιοι προσωπικά είναι οι αρμόδιοι, οι υπεύθυνοι και οι κατάλληλοι για τη διεύθυνση των κοινωνικών υποθέσεων, με την ενεργοποίηση διαδικασιών άμεσης δημοκρατίας. Όλοι μας, με ενεργό συμμετοχή και επί ίσοις όροις, έχουμε το δικαίωμα και το καθήκον να δημιουργούμε τους κανόνες και τους θεσμούς της κοινωνίας• όχι οι κλίκες των επαγγελματιών πολιτικών, των καπιταλιστών, των γραφειοκρατών και των «ειδικών».

8. Αποστρεφόμαστε και πολεμάμε αδιάλλακτα την κυριαρχία, την εκμετάλλευση, την ιεραρχία, τη στερητική ιδιοποίηση, την εμπορευματοποίηση των ανθρώπων και των αγαθών, την αρπακτικότητα, τη λεηλασία και μόλυνση της φύσης, την υποβολή ζωντανών πλασμάτων στην οδύνη. Απορρίπτουμε τη μεταφυσική, τη μυθοποίηση, τις αυθεντίες κάθε είδους, τη θυσία για χάρη μύθων και απολύτων- αφαιρέσεων όπως «θεός», «πατρίδα», «φυλή», «κράτος», «κόμμα», «ανάπτυξη», «νόμοι της ιστορίας», κ.τ.λ.

Οι παραπάνω αυτοδεσμεύσεις έχουν νόημα στο βαθμό που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας. Σε αντίθετη περίπτωση μετατρέπονται είτε σε ιδεολόγημα (ένα προσωπείο με το οποίο κρύβει κάποιος τον πραγματικό του εαυτό) είτε σε ψευδή συνείδηση, λανθασμένη αντίληψη της σχέσης του με τον κόσμο.

Το μανιφέστο του Μεταφουτουρισμού

100 χρόνια μετά τη δημοσίευση στην Le Figaro στις 20 Φεβρουαρίου 1009 του Μανιφέστου του Φουτουρισμού του Filippo Tommaso Marinetti, ο Franco Berardi (Bifo) κι η παρέα του γράφουν το Μανιφέστο του Μεταφουτουρισμού [Μετάφραση Μωυσής Μπουντουρίδης http://mazemata.blogspot.com/2009/02/blog-post_11.html]:

1. Θέλουμε να τραγουδήσουμε τον κίνδυνο του έρωτα, την καθημερινή δημιουργία μιας γλυκιάς ενέργειας που ποτέ δεν σκορπά.

2. Η ειρωνεία, η τρυφερότητα κι η εξέγερση θα είναι τα ουσιαστικά στοιχεία της ποίησής μας.

3. Η ιδεολογία κι η διαφήμιση έχουν εξυμνήσει τη μόνιμη κινητοποίηση της παραγωγικής και της νευρώδους ενέργειας της ανθρωπότητας για το κέρδος και τον πόλεμο, αλλά εμείς θέλουμε να εξυμνήσουμε την αβρότητα, τη νωχέλεια και την έκσταση, την
αυτοσυγκράτηση των αναγκών μας και την ευχαρίστηση των αισθήσεων.

4. Δηλώνουμε ότι το μεγαλείο του κόσμου έχει εμπλουτιστεί με μια νέα ομορφιά: την ομορφιά της αυτονομίας. Όλοι έχουν το ρυθμό τους και κανένας δεν πρέπει να αναγκάζεται να βαδίζει με ομοιόμορφο βήμα. Τα αυτοκίνητα έχουν χάσει τη γοητεία της σπανιότητας και, πάνω απ' όλα, δεν μπορούν να επιτελέσουν το έργο, για το οποίο είχαν εφευρεθεί. Η ταχύτητα έχει επιβραδυνθεί. Τα αυτοκίνητα έγιναν ακίνητα σαν ανόητες χελώνες μέσα στην κυκλοφοριακή κίνηση της πόλης.

5. Θέλουμε να τραγουδήσουμε τον άντρα και τη γυναίκα, που θωπεύονται για να γνωρισθούν καλύτερα μεταξύ τους και για να γνωρίσουν καλύτερα τον κόσμο.

6. Ο ποιητής πρέπει να προσφέρει την έμπνευση για οίστρο κι ασωτία για να αυξήσει τη δύναμη της συλλογικής νόησης και να ελαττώσει το χρόνο της μισθωτής εργασίας.

7. Δεν υπάρχει κάλλος παρά μέσα στην αυτονομία. Κανένα έργο που δεν εκφράζει τη νοημοσύνη του δυνατού δεν μπορεί να είναι αριστούργημα. Η ποίηση είναι μια γέφυρα που ρίχνεται πάνω στην άβυσσο του τίποτε για να επιτρέψει την κοινή μοιρασιά των ποικίλων φαντασιών και για να απελευθερώσει την ενικότητα.

8. Βρισκόμαστε στο απώτατο ακρωτήρι των αιώνων. Οφείλουμε απολύτως να κοιτάμε πίσω μας για να θυμόμαστε την άβυσσο της βίας και του τρόμου, τις οποίες η στρατιωτική επιθετικότητα κι η εθνικιστική άγνοια κατόρθωσαν να υποδαυλίζουν κάθε στιγμή. Ζούμε για πολύ καιρό μέσα στην θρησκεία του στάσιμου χρόνου. Η πανταχού παρούσα αιώνια ταχύτητα είναι ήδη πίσω μας, στο Ίντερνετ, και γι' αυτό μπορούμε τώρα να την ξεχάσουμε για να βρούμε το δικό μας ξεχωριστό ρυθμό.

9. Θέλουμε να γελοιοποιήσουμε τους βλάκες που υποστηρίζουν το λόγο του πόλεμου: τους φανατικούς των ανταγωνισμών, τους φανατικούς του γενειοφόρου θεού που προτρέπει τις σφαγές, τους τρομοκρατημένους φανατικούς από την αφοπλιστική θηλυκότητα που υπάρχει σ' όλους μας.

10. Απαιτούμε να γίνει η τέχνη δύναμη αλλαγής μέσα στη ζωή, απαιτούμε να καταργήσουμε το διαχωρισμό μεταξύ ποίησης και μαζικής επικοινωνίας, απαιτούμε να λυτρώσουμε τα μήντια από την εξουσία των έμπορων για να τα ξαναδώσουμε στους ειδήμονες και τους ποιητές.

11. Θα τραγουδήσουμε για το πλήθος των ανθρώπων που μπορούν επιτέλους να απελευθερωθούν από το ζυγό της έμμισθης εργασίας, θα τραγουδήσουμε για την αλληλεγγύη και για τον ξεσηκωμό κατά της εκμετάλλευσης. Θα τραγουδήσουμε για το άπειρο δίκτυο της γνώσης και της επινόησης, για την άυλη τεχνολογία που μας απελευθερώνει από τον φυσικό μόχθο. Θα τραγουδήσουμε για το επαναστατημένο κογκνεταριάτο (το προλεταριάτο της γνωσιακής εργασίας) που μας συνδέει με το ίδιο το σώμα. Θα τραγουδήσουμε για το άπειρο του παρόντος και δεν θα έχουμε πια ανάγκη του μέλλοντος.

Οι μελλοντικές κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι Αναρχικές και πλήρως συμφιλιωμένες με τη Φύση (Δεύτερο μέρος)

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη, μέσα στον Νοέμβρη του 2008, και το διόρθωσα χωρίς να τις λάβω υπόψη μου. Αν και σε μια πρώτη ματιά φαίνεται ανεπίκαιρο, αποκαλύπτει τα ιδεολογικά κίνητρα της συμμετοχής μου στα γεγονότα των ημερών. Πρόκειται για την συντομευμένη εκδοχή ενός δοκιμίου που επεξεργάζομαι. Στην τελική μορφή του, το δοκίμιο αυτό φιλοδοξεί να είναι τόσο ένα μανιφέστο όσο και μια απόπειρα διερεύνησης των προοπτικών του ελευθεριακού σοσιαλισμού, εμπλουτισμένου με τις ιδέες μιας αναρχικής οικολογίας και την θεωρητική επεξεργασία των νέων εμπειρικών δεδομένων που διαμορφώνει η τρέχουσα πραγματικότητα. Μ.Π. (Βλ. Πρώτο μέρος.)]

Με δεδομένες τις υλικοτεχνικές συνθήκες της εποχής μας και το πλαίσιο της «παγκοσμιοποίησης» που επιβάλλεται από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας και την αγορά, αλλά ακόμα και από την εξίσου «παγκοσμιοποιημένη» σθεναρή αντίσταση που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως, η συνάφεια των προβλημάτων που εγείρονται σε διαφορετικές «χωροχρονικές ζώνες» του πλανήτη τείνουν να ομογενοποιηθούν ως προς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, όπως είναι η οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, ο βαθμός δυνατότητας παρέμβασης του κράτους, η κίνηση του κεφαλαίου, η ρυθμιστική παρέμβαση των διεθνικών πολιτικοοικονομικών οργανισμών και των ΜΚΟ, και φυσικά η «μηντιόσφαιρα». Ποτέ άλλοτε η ολοκληρωτική μορφή δεν είχε τόσο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσο σήμερα, στην εποχή που το διαδίκτυο, οι τηλεπικοινωνίες, η μαζική κουλτούρα σε κάθε της έκφανση, τα μεταφορικά μέσα και οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αποτελούν τις καίριες εκείνες συνιστώσες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν τόσο την παραγωγική βάση όσο και το πολιτιστικό εποικοδόμημα των κοινωνιών, εξυφαίνοντας ένα ιστό ολοένα και πιο πυκνό, που τείνει να αγκαλιάσει τα πάντα. Από την άλλη, ο κόσμος γίνεται εμφανώς όλο και πιο πολύπλοκος και είναι κάτι παραπάνω από κοινή συνείδηση πλέον ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές «κοσμοαντιλήψεις» και «οπτικές γωνίες» (όπως υπάρχουν πολλά και διαφορετικά γούστα, απόψεις, επιθυμίες, προσδοκίες, τρόποι ζωής, κ.λπ. κ.λπ.), που όσο κι αν δεν μας αρέσουν ή τις θεωρούμε απατηλές και επικίνδυνες ή ακόμα και αν προκαλούν το μένος μας, διεκδικούν εξίσου επίμονα μ’ εμάς μερίδιο στην «Αλήθεια» που υποχρεωτικά γίνεται, υπ’ αυτό το πρίσμα, σχετική: «η αλήθεια μας», «η αλήθεια τους» κ.λπ. Αυτός ο αναπόφευκτος λόγω των εξελισσόμενων συνθηκών επιμερισμός των αντιλήψεων, που μετατρέπονται πολύ εύκολα σε ιδεολογία κάθε είδους, επιφέρει αφενός την ένταση του ανταγωνισμού με τους «άλλους» αφετέρου την απομάκρυνση από τους «άλλους» και την εσωστρέφεια σε κοινωνικό αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Διαπλάθονται έτσι παράλληλα σύμπαντα που ενώ γενεαλογικά και γενετικά κατάγονται ως επί το πλείστον από την ίδια χωροχρονική στιγμή και την πρωταρχική ύλη της Μεγάλης Έκρηξης του cogito, του νεωτερικού υποκειμένου, απέχουν έτη φωτός μεταξύ τους και συνεχώς απομακρύνονται. Οι αυτόνομες συνομαδόσεις ή τα μεμονωμένα άτομα τείνουν να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στο άμεσο κοινωνικοπνευματικό περιβάλλον τους που τους προσδίδει την ταυτότητά τους και να παραβλέπουν την συνάρτηση και την αλληλεπίδραση των παραγόντων και των διαδικασιών εκείνων που επηρεάζουν ριζικά τόσο τη δική τους θέση μέσα στο γενικότερο πλαίσιο όσο και την ίδια την αντίληψή τους περί της θέσης αυτής.

Αν εισάγουμε τώρα σε αυτή τη σχέση και τον παράγοντα του κεφαλαίου, δηλαδή του δρώντα παράγοντα ο οποίος συναρθρώνει το πλαίσιο και τους όρους ύπαρξης της κοινωνικής πραγματικότητας που δημιουργεί και αναπαράγει στην κίνησή του και στην αντίσταση που συναντά στην τάση του για απόλυτη κυριαρχία, θα αρχίσουμε να σχηματίζουμε ένα πιο σαφές περίγραμμα της προβληματικής μας. Το κεφάλαιο εμπεριέχει μια ριζική αντίφαση που εκφράζεται στην ίδια τη ροπή του και αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της ανάπτυξής του: ενώ τείνει να δημιουργεί, να συμπεριλαμβάνει και να ομογενοποιεί ολοένα και ευρύτερα πεδία του κοινωνικού πεδίου ταυτοχρόνως καταστρέφει, απονεκρώνει, αποκλείει και διαχωρίζει. Το κυρίαρχο σύστημα, ο καπιταλισμός, επιβάλει καταναγκαστικά τη συνάφεια του τρόπου, διαχωρίζει ωστόσο κάθε ανθρώπινο πράττειν από την αντικειμενική παραγωγική διαδικασία, πραγμοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις και αποδίδει στην αξία (αφηρημένη μορφή) και στο εμπόρευμα (φετιχοποιημένη μορφή) την πρωτοκαθεδρία του ορισμού της πραγματικότητας και της διαμεσολάβησης με την ύπαρξη και τον κόσμο. Αποξενώνει τους πάντες από τα πάντα καταλύοντας κάθε πραγματική σχέση ενώ οικειοποιείται πάσα πτυχή και έκφανση της βούλησης για δράση ανάγοντας καθετί στην υπερβατική γλώσσα του «ατομικού συμφέροντος», της αξίας και του κέρδους. Διακρίνουμε σε αυτήν την αφαίρεση τον πυρήνα της ιδεολογίας μιας «υπερβατολογικής» ολοποιητικής αρχής, αυτού δηλαδή του συστήματος που επιβάλλεται ως ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής και των συνακόλουθων κοινωνικών σχέσεων που προσιδιάζουν στην τάση του για ολοκληρωτική κυριαρχία και στην αναπαραγωγική του ορμή.

Οι πολιτικές ιδεολογίες και θεωρίες αντιμάχονται σφοδρά, υπερασπίζοντας την ορθότητα του δικού τους προτάγματος, της δικιάς τους άποψης για την πολιτική και τον προσανατολισμό της κοινωνίας. Φυσικά, εδώ δεν υπονοούμε μόνο ότι όλες οι πολιτικές ιδεολογίες είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ουτοπικές, αλλά και ότι είναι, εκ συκροτήσεως εξουσιαστικές. Κύρια επιδίωξη και βλέψη τους είναι η επιβολή του δόγματός τους και της κοσμοθεωρίας τους και η αναμόρφωση των κοινωνικών δομών και των συμβολικών συστημάτων σύμφωνα με αυτά. Χρησιμοποιούν την εξουσία ως μέσον για να επιβάλουν τον σκοπό τους, δηλαδή την ηγεμονία τους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο αναρχισμός, που αρνείται ριζικά την κυριαρχία, ενώ αποδέχεται μόνον τις απαραίτητες για τις κοινωνικές λειτουργίες μορφές εξουσίας, φιλτραρισμένες από ένα πυκνό πλέγμα κοινωνικού ελέγχου με αμεσοδημοκρατική δομή. Η εξουσία σε μια αναρχική κοινωνία δεν θεσμοποιείται με «ουσιοκρατικά» κριτήρια. Δεν παγιώνεται, δεν αποκτά «ουσία» που να ριζώνει σε κοινωνικές δομές και να αποτελεί προνόμιο μιας (ταξικής, δια-ταξικής ή υπέρ-ταξικής λίγο ενδιαφέρει) ελίτ που με κάθε τρόπο και μέσο θα επιδιώξει να τη διατηρήσει, να την αναπαράγει και να τη διευρύνει. Η βούληση για δύναμη του αναρχικού υποκειμένου δεν το ωθεί να καλλιεργεί βλέψεις εξουσίας επί των άλλων, εκλαμβάνεται ως μη μεταβιβάσιμη ατομική βούληση για τη διατήρηση της ίδιας της ατομικής ελευθερίας του υποκειμένου ως αυτονομίας. Αν αυτή η βούληση ελευθερίας αναγνωριστεί στον καθένα, όλοι βρίσκονται σε μια κατάσταση απόλυτης ισότητας απέναντι στους υπόλοιπους και ο καθένας απέναντι στον άλλον, αφού κανείς δεν αναγνωρίζει σε κανέναν άλλον (άτομο ή ομάδα) το δικαίωμα να επικαλεστεί αυθαίρετα την εξουσία του για να επιβάλει την θέληση ή την άποψή του πάνω του.
Το ασυμβίβαστο του αναρχισμού με την εξουσία δεν τον απαλλάσσει από την ανάγκη θεμελίωσης των αρχών του σε μια νεωτερική αντίληψη του υποκειμένου, ένα συγκροτημένο σημείο «συνείδησης» που αντιπαρατίθεται σε έναν περιβάλλοντα κόσμο και ανασυγκροτείται συνεχώς σε αλληλεπίδραση με αυτό το περιβάλλον σε μια σχέση αλληλοδιαμόρφωσης, ενώ παραμένει σε μια ιδιότυπη κατάσταση αυτοκαθορισμού που του επιτρέπει να αποφασίζει ελεύθερα, να ασκεί τη βούλησή του. Το ζήτημα πάντα είναι κατά πόσο ο ετεροκαθορισμός ή η αυτονομία είναι σε θέση να κάνουν την πλάστιγγα να φαίνεται πως έχει γείρει προς τη μεριά τους. Όμως όλες οι ενδείξεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά. Και ότι η ατομική βούληση δεν είναι μια άχρονη κατηγορία αλλά διαμορφώνεται ιστορικά, το περιεχόμενο της εκδήλωσή της δεν είναι αυταπόδεικτα η εκφορά της «βαθύτερης» προσωπικής επιθυμίας αλλά πιθανώς είναι εκδήλωση μιας κοινωνικά κατασκευασμένης επιθυμίας. Το κατά πόσο μπορούμε να διαυγάσουμε τα σκοτεινά σημεία της βουλητικής παρόρμησης ως ψυχικού μηχανισμού και να ορθολογικοποιηθούν συγκροτούμενα ως «γνωστικό πεδίο» είναι παντελώς αδιάφορο, καθώς η ίδια η βουλητική παρόρμηση παραμένει εν πολλοίς ασταθής και απρόβλεπτη, και μόνο όταν εκδηλωθεί εμπράγματα μας αποκαλύπτει, εκ των υστέρων πάντοτε, τα πιθανά κίνητρά της. Το να γνωρίζουμε τους μηχανισμούς λειτουργίας της βουλητικής παρόρμησης, σε καμιά περίπτωση δεν μας εξασφαλίζει τη δυνατότητα πρόβλεψης των μορφών και των τρόπων εκδήλωσής της.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην αρχή του συλλογισμού μας, προκειμένου να επανασυνδέσουμε το σπασμένο νήμα της πρώτης μας σκέψης και να δούμε πού μπορεί να μας οδηγήσει η απόπειρα περαιτέρω διερεύνησής της, σε σχέση πάντα με τον σκοπό μας, ο οποίος, δεν πρέπει να ξεχνάμε, είναι η ριζική αλλαγή της κοινωνίας. Και η ανάλυσή μας, μια ακόμη προσπάθεια να επεξεργαστούμε τις προϋποθέσεις, τις δυνατότητες και τους όρους που θα καταστήσουν εφικτό το ξεπέρασμα του καπιταλισμού, αποδιαρθρώνοντας και απενεργοποιώντας τις διαδικασίες ανάπτυξης και αναπαραγωγής του με κάθε τρόπο, είτε θετικό είτε αρνητικό, σε συνάφεια ωστόσο πάντα με τον σκοπό, εκτρέποντας τη δυναμική του προς όφελος ενός ανοίκειου για τον ίδιο στόχου: την ολοσχερή καταστροφή του.
Σε κάθε ανάλογη συζήτηση ανακύπτει το ζήτημα της μετάβασης, αλλά και του τι είδους κοινωνία μπορεί να προκύψει στη θέση της σημερινής, και κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, ως ρήξη σε μια συνεχή αν και τεθλασμένη πορεία, δηλαδή ως επανάσταση που θα εκτρέψει προς άλλη κατεύθυνση τον ρου της ιστορίας.

Η νομοτελειακή μετάβαση σε μια κοινωνία μετασπάνης μέσω της επιστημονικής και της τεχνολογικής εξέλιξης που θα έλυνε αν όχι όλα τουλάχιστον τα περισσότερα υλικά ζητήματα όταν ο έλεγχος των μέσων παραγωγής θα περνούσε στα χέρια των εργατών, καλλιέργησε φρούδες ελπίδες σε γενιές μαρξιστών σοσιαλιστών. (Οι αναρχικοί, από την άλλη, πέρα από την κατηγορηματική απόρριψη κάθε μορφή κράτους, δεν ενέδωσαν ποτέ σε τέτοιου είδους «επιστημονικές» αντιλήψεις για την αναπότρεπτη, νομοτελειακή έλευση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, ειδικότερα μέσα από εκείνη την εξελικτική σκοπιά που θεωρούσε την αστική επανάσταση και τον βιομηχανικό καπιταλισμό πρώιμα στάδια στην πορεία προς τον σοσιαλισμό, αν και για άλλους λόγους υποστήριξαν την «επιστημονικότητα» της εξελικτικής θεωρίας, και ενέδιδαν μέχρι και πρόσφατα σε ορισμένες περιπτώσεις μερικώς σε αυτή την αντίληψη – τόσο ο Μπακούνιν όσο και ο Κροπότκιν, για να αναφερθούμε μόνο σε δύο εμβληματικούς θεωρητικούς του αναρχισμού, υποστήριξαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη διαδεδομένη στην εποχή τους εξελικτική θεωρία αλλά και την πίστη τους στην πρόοδο μέσω της επιστήμης.)
Αυτή η προσέγγιση των μαρξιστών, παραβλέπει την αρνητική εξέλιξη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που μας οδήγησε στη σημερινή οικολογική κρίση. Δεν έχει σημασία αν η ανάπτυξη που προκαλεί την κρίση είναι «σοσιαλιστική» ή καπιταλιστική, σημασία έχει ότι η εκμετάλλευση του πλανήτη έχει συγκεκριμένα όρια. Κατανοούμε τώρα, με οδυνηρό μάλλον τρόπο, ότι προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα, που ήδη ορθώνονται απειλητικά μπροστά μας, οι επιλογές που διαθέτουμε είναι περιορισμένες και, μάλλον, αμφιβόλου αποτελεσματικότητας. Οι επιλογές αυτές (που εμφανίζονται ως εναλλακτικές λύσεις ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά διαφορετικοί τρόποι για να πειστούμε ότι πρέπει να ακολουθήσουμε έναν και τον αυτό μονόδρομο) βασίζονται στην προσδοκία ότι η τεχνοεπιστήμη θα επιφέρει μια σημαντική ποιοτική μεταλλαγή στις υλικές συνθήκες της ανάπτυξης, με νέες τεχνολογίες και μεθόδους παραγωγής που δεν θα επιβαρύνουν το περιβάλλον, και θα μας καταστήσουν ικανούς για μια πιο λογική διαχείριση και χρήση των φυσικών πόρων (οικοκαπιταλισμός). Είναι όμως προφανές ότι οι επιλογές αυτές μας κατευθύνουν ολοταχώς στην εκ νέου υποταγή σε μια επισφαλή εξάρτηση από την τεχνοεπιστήμη, η οποία υποτίθεται θα ισοσκελίσει το ισοζύγιο αρνητικών-θετικών επιδράσεων της ανεξέλεγκτης παραγωγικής και καταναλωτικής δραστηριότητας αν βαφτεί «πράσινη», κι αν αυτό αφορά σε μια ελεύθερη, σε μια σχεδιασμένη ή σε μια μεικτή οικονομία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Προφανώς, οι επιλογές αυτές υπαγορεύονται από ιδεολογήματα που συγκαλύπτουν τον ψευδή χαρακτήρα των διακηρύξεών τους, αφού οι διαφορετικές φάσεις ανάπτυξης των χωρών και η ανισότητα στην οικονομική ισχύ μεταξύ των κρατών δεν επιτρέπουν την ελεύθερη κατανομή της τεχνολογικής γνώσης, μιας γνώσης που και η ίδια αποτελεί σημαντική μορφή αξίας και υπόκειται από κάθε άποψη στους κανόνες της αγοράς ως εμπόρευμα στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.
Αυτή η προσέγγιση θέλει να μας φέρνει αντιμέτωπους με το ψευτοδίλημμα «ανάπτυξη ή οπισθοδρόμηση», που ασκεί εκφοβιστικό ρόλο επισείοντας την απειλή της βαρβαρότητας, της γενικευμένης ένδειας και της σπάνης για να μας σύρει πίσω από το τεχνοεπιστημονικό άρμα της «προόδου», που δήθεν θα μας οδηγήσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη λύση, στην αποτροπή της επικείμενης καταστροφής. Οι υποστηρικτές της «τεχνοεπιστημονικής λύσης» αποφεύγουν να μας πουν, ωστόσο, ότι η τεχνοεπιστήμη είναι πλήρως υποταγμένη στο κεφάλαιο, αποτελεί συστατικό στοιχείο στην αναπαραγωγή του, και ότι ένα νέο, «φιλικό προς το περιβάλλον» αναπτυξιακό μοντέλο δεν μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα των δεδομένων παραγωγικών σχέσεων που επιβάλουν τον οικονομικό ανταγωνισμό σε κάθε επίπεδο, άρα με τους ίδιους τούς όρους του προβλήματος. Ακόμα κι αν η επιστήμη έφτανε (κι αυτό θα πρέπει να γίνει πολύ σύντομα!) σε εφικτές και οικονομικά αποδοτικές τεχνολογικές λύσεις στον ενεργειακό τομέα, με την πλήρη αξιοποίηση ενός φθηνού και «καθαρού» ενεργειακού πόρου (π.χ. ηλιακή ενέργεια), η ανάγκη του καπιταλιστικού συστήματος για ανάπτυξη θα συνεχίσει να καταναλώνει ολοένα και περισσότερους άλλους φυσικούς πόρους για να διευρύνει την παραγωγή και την κατανάλωση που είναι απαραίτητες προκειμένου να παραχθεί κέρδος για το κεφάλαιο. Η αδυναμία της τεχνοεπιστήμης να μας βγάλει από την πολλαπλή κρίση είναι προφανής και γι’ αυτό κάθε υπόσχεσή της περί του αντιθέτου είναι εκ προοιμίου ψευδής.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη επιλογή, μια πρόταση που μας παροτρύνει να εγκαταλείψουμε τελείως αυτό το προοδευτικό μοντέλο συνεχούς ανάπτυξης, τόσο στην καπιταλιστική όσο και στη «σοσιαλιστική» εκδοχή του. Να διαμορφώσουμε μια πιο άμεση σχέση με την παραγωγή και τη συλλογική αυτοδιεύθυνση της εργασίας, σε ένα είδος αποκεντρωμένης συνεργατικής παραγωγικής και καταναλωτικής σχετικής αυτονομίας, που εναρμονίζεται με το περιβάλλον και τις πραγματικές (διαφορετικές ανά περίπτωση) ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων. Να μειώσουμε το ρυθμό της συνολικής παραγωγής, κοινωνικοποιώντας πλήρως τα μέσα της και τους σκοπούς της. Να επανακτήσουμε τον έλεγχο, να αποαποικιοποιήσουμε την καθημερινότητα, να επαναφέρουμε δηλαδή το ανθρώπινο μέτρο στους ρυθμούς της ζωής μας. Να αναστυλώσουμε, σε ένα ανώτερο επίπεδο, την πολύμορφη κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων.
Όπως είναι αυτονόητο, συντασσόμαστε με αυτήν την απολύτως εφικτή δυνατότητα• με την αποκέντρωση και την αυτονομία, με τον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τη συμφιλιωμένη με τη φύση κοινωνία, με τους ανθρώπους και όχι με τα εμπορεύματα. Ο άλλος δρόμος, της συνεχούς ανάπτυξης, που είναι υποτίθεται εξελικτικά αναπόδραστη και φέρνει την πρόοδο μαζί με την οικονομική ευημερία, είναι, από κάθε άποψη, καταστροφικός, όπως αποδεικνύεται με πολλαπλούς τρόπους σήμερα από την οικολογική, την ενεργειακή και την κοινωνική κρίση που απειλεί τον πλανήτη.
Στις δεδομένες συνθήκες επιβάλλεται να στραφούμε σε ένα μοντέλο από-ανάπτυξης, που δεν είναι καθόλου ένα εξελικτικό μοντέλο, αντιθέτως, θα έλεγε κανείς, μας παροτρύνει να «επιστρέψουμε» σε μια κατά πολύ πιο συνετή οικονομική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων, στην απελευθέρωση από την εντατική εργασία και στην αλλαγή του κυρίαρχου μοντέλου «πλούτος = συσσώρευση», που όταν εξατομικεύεται, μετατρεπόμενο σε (υπονοείται «φυσικό») «ανθρώπινο δικαίωμα» της ελευθερίας στην ιδιοκτησία, αποτελεί θεμελιώδες αίτιο για την κοινωνική ανισότητα. Όμως, το ότι η από-ανάπτυξη δεν είναι ένα εξελικτικό μοντέλο δεν σημαίνει ότι είναι ένα συντηρητικό μοντέλο ή ότι φανερώνει απλώς μια ρομαντική νοσταλγία για ένα ειδυλλιακό παρελθόν, μια απελπισμένη έκφραση «νεοπρωτογονισμού». Αν θεωρούμε ότι η ριζική κοινωνική αλλαγή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ποικιλόμορφου, καλύτερου και ευτυχέστερου τρόπου ζωής για όλους, τότε η από-ανάπτυξη είναι επαναστατική και όχι συντηρητική, καθώς μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά σε μια συμφιλίωση με τη φύση και άρα, ως μια εκ θεμελίων αλλαγή των επιλογών μας και του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης που θα υιοθετήσουμε, σε μια ριζική μεταβολή της στάσης μας απέναντι στον κόσμο και, κατά συνέπεια, στο άτομο και στην κοινωνία.

Ο τρόπος μετάβασης σε έναν νέο κοινωνικό τρόπο οργάνωσης παραμένει εν προκειμένω απροσδιόριστος – και, στο κείμενο ετούτο, θα τον αφήσουμε αναπόφευκτα έτσι. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι μια κοινωνία απαλλαγμένη από το χρήμα και από το προϊόν-εμπόρευμα, μια κοινωνία που θα ελέγχει συλλογικά τα παραγωγικά μέσα, την τεχνολογία και τους σκοπούς της, δεν έχει σημασία αν θα είναι κοινωνία της «αφθονίας και της ανάπτυξης» ή κοινωνία «ολιγαρκής και αντι-αναπτυξιακή» –γιατί εξαρτάται πώς θα ορίσουμε αυτές τις έννοιες, κάτι που παραμένει εν προκειμένω ρευστό και πρέπει να τεθεί υπό συζήτηση–, θα πρέπει όμως να είναι οπωσδήποτε μια κοινωνία που θα μπορεί να εγγυάται την πραγματική ατομική ανάπτυξη όλων, αφού θα εξασφαλίζει σε όλους τουλάχιστον τα απαραίτητα μέσα διαβίωσής τους, και θα εξασφαλίζει επίσης την εξάλειψη κάθε μορφής εκμετάλλευσης και διαχωρισμών, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο οργανωμένο κράτος ως εγγυητή της ασφάλειας, των οικονομικών συναλλαγών και των «ατομικών δικαιωμάτων» (βλ. ατομική ιδιοκτησία = ατομική ελευθερία) ή ως οργανωτή της παραγωγικής διαδικασίας και διαχειριστή του συλλογικού προϊόντος και της συλλογικής γνώσης προκειμένου να συντηρηθεί και να διασφαλίσει την επιβίωση και αναπαραγωγή της κοινωνίας. Μέσα από έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης που θα βασίζεται στην αρμονία μέσων και σκοπών, στην αποκέντρωση και στην ισότητα, όχι ως συγκριτικό «μέτρο» που εξισώνει συλλήβδην τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ξεχωριστών ατόμων και των κοινοτήτων τους, απαιτώντας την πλήρη στοίχισή τους σε μια νόρμα η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφορές τους, αλλά ως διασφάλιση της ελευθερίας για αυτοανάπτυξη μέσα από την ελεύθερη δράση που ερείδεται στο κοινό δικαίωμα όλων στη διαφορά, οι άνθρωποι θα πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της ζωής τους, θα καταστούν αυτόνομοι και θα ανασυγκροτήσουν τις σχέσεις τους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που θα αποφασίζουν κάθε φορά οι ίδιοι. Θα πρέπει να είναι η βούληση και οι επιθυμίες των ανθρώπων, στις δικές τους τοπικές κοινωνίες, αστικές ή όχι, που θα τους κάνουν να διαχειρίζονται με συλλογικές διαδικασίες, συμμετοχικά, τις πάσης φύσεως ανάγκες τους, τι είναι εκείνα που χρειάζονται πραγματικά ανά περίσταση, και να φροντίζουν για την παραγωγή τους ή την εξασφάλισή τους μέσω ανταλλαγής με άλλες κοινότητες, την επάρκειά τους και τη δίκαιη κατανομή τους με την απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής: «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική ισότητα που λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές διαφορές των ανθρώπων και σέβεται τις διαφορετικές επιθυμίες και ανάγκες τους. Που συνδέει την ατομική απελευθέρωση με την κοινωνική ολοκλήρωση.

Οι ευσεβείς πόθοι, ωστόσο, όσο κι αν μπορεί να μας δίνουν προσωπικό κίνητρο και ώθηση για προσανατολισμένη προς την απελευθέρωση δράση, δεν αρκούν σε καμία περίπτωση από μόνοι τους για να μετατρέψουν, με οποιονδήποτε τρόπο, την σημερινή καπιταλιστική κοινωνία σε αυτόνομες και πραγματικά ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες. Κάθε δράση που στοχεύει στην ανατροπή των κυρίαρχων συνθηκών είναι θεμιτή και αναγκαία, αρκεί να συνάδει με τους σκοπούς• δεν πρέπει να ξεχνάμε, ωστόσο, ότι είναι απαραίτητες επίσης οι αντικειμενικές εκείνες προϋποθέσεις που θα καταστήσουν επιβεβλημένες κατά κάποιο τρόπο τις όποιες εναλλακτικές λύσεις και θα οδηγήσουν στην εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας από τη βάση, μέσα από την ανατρεπτική δυναμική ενός μαζικού, αν και όχι απαραιτήτως μονοδιάστατα οργανωμένου, κινήματος.
Θα πρέπει να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις υπό το πρίσμα της δυνατότητας ανασυγκρότησης ενός πολυδιάστατου «συλλογικού υποκειμένου», ενός υποκειμένου που θα πάρει τη θέση του μονοδιάστατου «προλεταριάτου» που πρωταγωνιστεί στην παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση. Αν και ο κατακερματισμένος από τον ύστερο καπιταλισμό χωροχρόνος και η σχεδόν πλήρης αποικιοποίηση (εμπορευματοποίηση) της καθημερινής ζωής δεν ευνοεί την ανασυγκρότηση μιας «μετα-αφήγησης» που θα συνέδεε ένα συλλογικό πρόταγμα απελευθέρωσης με ένα κοινωνικό συλλογικό «υποκείμενο», με μια κοινωνική τάξη, τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή και την κορύφωση της σύγκρουσης που προδιαγράφεται από τον χωρίς καμιά έγκυρη νομιμοποίηση, πέρα από τη βία, διαχωρισμό των ανθρώπων σε «κυρίους» και «δούλους», με κάθε μορφή που μπορεί να πάρει αυτή η σχέση (εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, κυρίαρχος-κυριαρχούμενος, εκμεταλλευτής-εκμεταλλευόμενος, καταπιεστής-καταπιεζόμενος, διευθυντής-διευθυνόμενος, πνευματική εργασία-χειρωνακτική εργασία, κ.λπ), και όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Η πόλωση και η κοινωνική ένταση είναι οι διαφαινόμενες συνέπειες των εξελίξεων, και δεν θα ήταν παράτολμο να υποθέσουμε ότι η κορύφωσή τους θα προκαλέσει έκρηξη.

Γίνεται έτσι ξεκάθαρο από πολλές απόψεις ότι όσοι από εμάς θέλουμε να συμμετέχουμε στη συγκρότηση ενός συλλογικού επαναστατικού σχεδίου ριζικής κοινωνικής ανατροπής πρέπει, και οφείλουμε, να γνωρίζουμε τις συνιστάμενες του προβλήματος και να προσπαθήσουμε να τις απαλείψουμε ολοκληρωτικά από κάθε πρόταγμα ριζικής αλλαγής με το οποίο δεσμευόμαστε οι ίδιοι. Δεν μπορούμε να χτίσουμε έναν νέο κόσμο με τα φθαρμένα υλικά του παλιού• σε άλλη περίπτωση θα τον αναπαράγουμε ως κακέκτυπο. Όμως χρειαζόμαστε τα υλικά για να χτίσουμε. Θα πρέπει να ξεδιαλέξουμε με υπομονή και προσοχή τα γερά εκείνα κομμάτια του τωρινού, του παλιού (ακόμα και του παλαιότερου ή του αρχαίου κ.λπ.) που μπορούν να αποτελέσουν ένα γερό θεμέλιο για να χτιστεί σε στέρεες βάσεις το νέο. Όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει, χωρίς ενδοιασμούς, να απορριφθούν και να πεταχτούν. Δεν χρειαζόμαστε τον θεό, την ατομική ιδιοκτησία, την καταναγκαστική εργασία, το χρήμα, το κράτος, το έθνος, την εξ-ουσία κι ένα σωρό άλλα σαθρά υπολείμματα ενός γκρεμισμένου κόσμου.
Αυτό που είναι επιτακτικά απαραίτητο εάν θέλουμε να ευδοκιμήσει οποιαδήποτε απόπειρα ανατροπής, είναι να δημιουργήσουμε οργανώσεις-"κοινωνικά κύτταρα" με σκοπό να διαμορφώσουμε έναν πολύπλοκο κοινωνικό ιστό, που θα αποδειχτεί το πλέον κατάλληλο έδαφος για να καρποφορήσει το νέο.
Ετούτη η επίκληση για το «νέο» δεν είναι μια «μοντερνιστική» αναλαμπή που προκαλεί η λατρεία του νέου αυτού καθαυτού σαν σύμβολο της προοδευτικής κυριαρχίας του ανθρώπου επί της φύσης, των ρυθμών της και της υλικής της υπόστασης ως πολύμορφου γίγνεσθαι χωρίς εγγενή αιτιότητα και σκοπό. Είναι η έκφραση της επιτακτικής λόγω των περιστάσεων ανάγκης, αλλά και η επιθυμία λύτρωσης από την ιστορική επιταγή που βαραίνει στους ώμους μας, να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις καθεμία και καθένας προσωπικά, μέσα από συλλογικές απαραίτητα προσπάθειες, στην απελευθέρωση όλων και στο ξεπέρασμα κάθε είδους σχέσεων ανισότητας και κυριαρχίας. Να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε να τη ζήσουμε: σαν πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι, συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, τον άλλο και τη φύση. Όχι στο μέλλον, αλλά εδώ και τώρα.

Οι μελλοντικές κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι Αναρχικές και πλήρως συμφιλιωμένες με τη Φύση (Πρώτο μέρος)

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη, μέσα στον Νοέμβρη του 2008, και το διόρθωσα χωρίς να τις λάβω υπόψη μου. Αν και σε μια πρώτη ματιά φαίνεται ανεπίκαιρο, αποκαλύπτει τα ιδεολογικά κίνητρα της συμμετοχής μου στα γεγονότα των ημερών. Πρόκειται για την συντομευμένη εκδοχή ενός δοκιμίου που επεξεργάζομαι. Στην τελική μορφή του το δοκίμιο αυτό φιλοδοξεί να είναι τόσο ένα μανιφέστο όσο και μια απόπειρα διερεύνησης των προοπτικών του ελευθεριακού σοσιαλισμού, εμπλουτισμένου με τις ιδέες μιας αναρχικής οικολογίας και την θεωρητική επεξεργασία των νέων εμπειρικών δεδομένων που διαμορφώνει η τρέχουσα πραγματικότητα. Μ.Π.]

Η άρνησή μας να συνεχίσουμε να στηρίζουμε το απάνθρωπο, άδικο και οικολογικά καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα είναι δεδομένη και απαρέγκλιτα δεσμευτική. Εξίσου δεσμευτική και η απόφασή μας να εργαστούμε ώστε να δώσουμε συγκεκριμένη (όχι πάγια) μορφή στον κόσμο που οραματιζόμαστε. Επιθυμία μας είναι να διασώσουμε τη φύση και να ξεπεράσουμε τις συνθήκες και τις λογικές της ανισότητας, της κυριαρχίας, του διαχωρισμού και της εκμετάλλευσης, να δημιουργήσουμε πολύμορφες, αυτόνομες και ελεύθερες κοινωνίες, πέρα από τα φύλα, τις φυλές, τα έθνη, τα γένη και τις τάξεις – το «βασίλειο της ελευθερίας» που δεν γνωρίζει αντινομίες (αν και ως ανθρώπινο δημιούργημα κάθε κοινωνία θα γνωρίζει αναπόφευκτα διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις).
Σε αυτή την αναζήτηση των μονοπατιών της υπέρβασης, της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής ένα από τα ερωτήματα που τίθενται επιτακτικά και επιζητούν τη συνδρομή μας στην απάντησή του είναι το εάν αυτές οι κοινωνίες θα είναι συγκεντρωτικές, κάθετα δομημένες κοινωνίες του ετεροπροσδιορισμού ή αν θα είναι αποκεντρωμένες, οριζόντια δομημένες κοινωνίες του αυτοπροσδιορισμού. Με άλλα λόγια, αν θα επιμείνουμε να θεωρούμε μοναδική επιλογή την με κάθε κόστος συνεχή οικονομική ανάπτυξη μέσα από την πρόοδο που υπόσχεται ότι διασφαλίζει το κράτος και η εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης ή αν θα πρέπει να σκεφτούμε διαφορετικά, πιθανώς με όρους μιας δυνατότητας απο-ανάπτυξης της οικονομίας και πραγματικής ανάπτυξης της κοινωνίας χωρίς κράτος. Η όποια απάντηση επιλέξουμε να δώσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα προσανατολίσειι, χωρίς άλλο, τη θεωρητική κατεύθυνση, τις πολιτικές πρακτικές και τον τρόπο δράσης μας τώρα αλλά και για όσο θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον.
Το συγκεκριμένο ερώτημα καθαυτό μας οδηγεί στο μάλλον ήδη προφανές συμπέρασμα ότι τόσο η παραγωγική διαδικασία όσο και η διανομή και η κατανάλωση των πάσης φύσεως αγαθών, υλικών ή άυλων, που χρειάζεται και απαιτεί μια κοινωνία ανθρώπων για την επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ανάπτυξή της, είναι πρωτίστως κοινωνικό ζήτημα και όχι απλώς ένα ζήτημα πολιτικής οικονομίας. Αφορά τη συγκρότηση της κοινωνίας και τις παραγωγικές της δυνατότητες, τις συνεπαγόμενες κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις των ατόμων μέσα σε αυτήν. Αφορά δηλαδή στην κατανομή της εξουσίας, στη νομή των πόρων, στον καταμερισμό και την εκμετάλλευση της εργασίας, στην ιδιοποίηση των παραγωγικών μέσων και της γνώσης από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν πρόκειται για ένα τεχνοκρατικό πρόβλημα «ορθής διαχείρισης» των «κοινών», που η «οικονομική επιστήμη» θα επιλύσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οπωσδήποτε με «αντικειμενικά» κριτήρια και με «ρεαλισμό», και που η «πολιτική», μέσω του κράτους, θα εγγυηθεί ότι, βαδίζοντας στο στέρεο έδαφος της «επιστημονικής αλήθειας», θα υλοποιήσει στην πράξη ως το μοναδικά εφικτό πρόγραμμα «ορθής οργάνωσης» της κοινωνίας, επικαλούμενη αφηρημένα το «γενικό συμφέρον» και την «ανθρώπινη πρόοδο».
Μπορεί υπό τις παρούσες συνθήκες να μοιάζει φυσικό, όμως η σχεδόν ολοκληρωτική καθυπόταξη της κοινωνίας στην οικονομία απηχεί την υποκινούμενη από την εγγενή λογική του καπιταλιστικού συστήματος υπερτροφία του ατομικού συμφέροντος έναντι του γενικού, αλλά καταδεικνύει συνάμα πώς οι άνθρωποι, όταν αναγνωρίζουν (συγγνωστά ή όχι) την πρωτοκαθεδρία του ατομικού συμφέροντος έναντι του κοινωνικού και πράττουν αναλόγως, δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις που τους εγκλωβίζουν και τους δεσμεύουν αντί να τους απελευθερώνουν και να τους επιτρέπουν να αναπτυχθούν σύμφωνα με τις ιδιαίτερες δυνατότητές τους. Η εξατομίκευση και η αλλοτρίωση των ανθρώπων στο πλαίσιο της επέκτασης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και του αστικού πολιτισμού προκάλεσε σταδιακά την αποσάθρωση των θεμελίων της συνοχής των κοινωνιών, και ευνόησε την υπερτροφία του αστικού κράτους, που αναπτύχθηκε εξ αρχής ως απαραίτητος διαμεσολαβητικός θεσμός για την εύρυθμη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.

Παρά όμως τις όποιες ποικίλες συζητήσεις που προφανώς εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα, πιστεύω ότι θα πρέπει να επιμείνουμε στο αρχικό μας ερώτημα. Στις συνδηλώσεις του ερωτήματος αυτού, και συνεπώς και στα συνεπαγόμενα της όποιας απάντησης πιθανώς θα δοθεί, διακυβεύονται πολλά. Πρωτίστως, η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας εφικτής εναλλακτικής λύσης, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα «μοντέλο» κοινωνικής οργάνωσης το οποίο θα ήταν μια πειστική αντιπρόταση στα πολύπλοκα ζητήματα που αφορούν τις κοινωνίες στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε σήμερα.
Κάθε ανάλογη πρόταση δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να διατυπωθεί ως πρόγραμμα ενός πολιτικού κόμματος (που ως πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί παρά να είναι κατάλοιπο του παλαιού που πρέπει να ξεπεραστεί), αλλά μέσα από ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα των κινημάτων με ελευθεριακό προσανατολισμό, που θα οικοδομήσει μέσα από την ίδια την ανάπτυξή του διαφορετικές, μη καπιταλιστικές, μη εξουσιαστικές, αυτόνομες και ελεύθερες σοσιαλιστικές κοινωνίες, όχι καταλαμβάνοντας την εξουσία, αλλά εξαλείφοντάς την στην πράξη, εκριζώνοντας ταυτοχρόνως τις προϋποθέσεις ύπαρξης και αναπαραγωγής της σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και ελέγχοντας αποτελεσματικά τις απαραίτητες να διατηρηθούν μορφές της.
Δεν φτάνει, όμως, μόνον αυτό: ένα τέτοιο κίνημα πρέπει να αναλάβει επίσης την ευθύνη να απελευθερώσει τη φύση από το «αντικείμενο φύση» το οποίο, ακριβώς ως αντικείμενο, υποτάσσεται σε μια διπλή κυρίευση στον αστικό πολιτισμό, οδηγούμενη με βήμα ταχύ στον πλήρη αφανισμό. Η κυριαρχία αυτή επί της φύσης επιβάλλεται, αφενός, ως εννοιοποίηση, δηλαδή ως «επιστημονική γνώση», αναπαράσταση της ολότητας ή της μερικής όψης του έκαστου είναι ή του εκάστοτε γίγνεσθαι, με αιτιώδη συνάφεια και σύμφωνα με έλλογα σχηματισμένες γενεαλογικές αλυσίδες, ταξινόμηση σε κατηγορίες, είδη και γένη, που την καθιστούν ελέγξιμη και χειραγωγήσιμη, και, αφετέρου, ως κυριολεκτική υπόταξη της ίδιας της υλικότητας της φύσης, την οποία εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο η τεχνολογία και η τεχνική στο ρυθμό που υπαγορεύουν πρωτίστως όχι οι ανθρώπινες ανάγκες, οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα, αλλά σύμφωνα με την αδηφάγο, καταστρεπτική λογική του κεφαλαίου και του κέρδους.
Η ανάπτυξη της γνώσης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στρέφεται, παρά τις όποιες διακηρυγμένες προθέσεις της, στον εργαλειακό ορθολογισμό των μέσων• επιδιώκοντας την αποτελεσματικότητα, τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα, εξυπηρετώντας δηλαδή το κεφάλαιο, εγκαταλείπει στη λήθη της αοριστίας τους σκοπούς. Πραγματιστική και θετικιστική, μακριά δήθεν από απατηλά και υποκειμενικά ηθικά κριτήρια, άσπιλη τάχατες από ιδεολογίες, η απατηλά ουδέτερη δραστηριότητα της τεχνοεπιστήμης αποκτά έναν αυτόνομο γνωσιολογικό προσδιορισμό που δεν λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη του καμία άλλη αρχή πέρα από την ίδια την εξέλιξή της, μακριά από κάθε κοινωνικό έλεγχο και ηθική δέσμευση. Ήδη από τα πρώιμα στάδιά τους στις απαρχές της νεωτερικής εποχής, τεχνοεπιστήμη, κεφάλαιο και κράτος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε μια συμβιωτική σχέση που αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξή τους σε βάρος, όπως αποδεικνύεται εν τέλει, της φύσης και της κοινωνίας. Παρά τις όποιες, και είναι σίγουρα πολλές, ορατές βελτιώσεις στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το θετικό ισοζύγιο της υλικής ανάπτυξης αν δεν προσμετρήσουμε τις σοβαρές απώλειες κυρίως σε αυτό που αποκαλούμε «περιβάλλον», στον ίδιο δηλαδή τον κόσμο μας. Μια υπ’ αυτούς τους όρους ανασκόπηση των δεδομένων προκαλεί αναμφίβολα βαθύ σκεπτικισμό.
Αν κάθε επιστημονική και τεχνολογική ανακάλυψη είναι «πρόοδος», μια ακόμα «κατάκτηση του πνεύματος», είναι, ταυτοχρόνως, και μια κοινωνική επιταγή με ισχυρότατη δύναμη αναπροσδιορισμού των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων: αυξάνοντας την πολυπλοκότητα της διαχείρισης και τη διαμεσολάβηση ολοένα και πιο αδιαφανών στρωμάτων εξειδικευμένης γνώσης, αποξενώνονται όλο και περισσότερο οι άνθρωποι από τον εαυτό τους, την εργασία τους, τα αντικείμενα, την κοινωνία και τον κόσμο γύρω τους.
Πολιτισμός σήμαινε ανέκαθεν υποταγή της φύσης. Οι άνθρωποι δεν έχουν άλλον τρόπο να συντηρήσουν και να αναπαράγουν την ύπαρξή τους παρά μόνο μεταβολίζοντας τη φύση με την εργασία τους, αποσπώντας από αυτήν αξίες χρήσεις με την οποία παράγουν τη ζωή τους, επινοούν και αναπτύσσουν τις δυνατότητές τους. Η ποιοτική αλλαγή σε αυτή τη σχέση που επέφερε η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων των ανθρώπων (αιτία και αποτέλεσμα ταυτοχρόνως ποικίλων παραγόντων και συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών), και η οποία έλαβε τη μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κυρίως από τη δεύτερη, τη βιομηχανική φάση και ύστερα, οδήγησε στην εντατική υπερεκμετάλλευση κάθε δυνατότητας που μπορεί να αποφέρει κέρδος. Η ραγδαία εξάπλωση των καπιταλιστικών σχέσεων διατάραξε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα την ισορροπία που διατηρούσε σχεδόν αμετάβλητες τις περιβαλλοντικές συνθήκες επί πολλούς αιώνες, πιθανώς κατά ανεπανόρθωτο τρόπο.

Είναι νομίζω πρόδηλο ότι η κριτική ανάλυση είναι απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουμε σαφέστερα τις ενδεχόμενες δυνατότητες που παρουσιάζονται στην παρούσα φάση, και τους πιθανούς όρους ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, με στόχο την απελευθέρωση της φύσης, της κοινωνίας και των ανθρώπων. Μια τέτοια ανάλυση έχει νόημα φυσικά μόνο σε σχέση με αυτόν τον επαναστατικό σκοπό, όταν γίνεται δηλαδή από μια ενσυνείδητη θέση για την εκ θεμελίων αλλαγή της κοινωνίας, ειδάλλως εκπίπτει σε ακόμη μία θετικιστική επιστημονική εποπτεία, δηλαδή σε γνώση που μπορεί να συσσωρεύεται και να αναπαράγεται όπως το οικονομικό κεφάλαιο, έτοιμη ανά πάσα στιγμή προς χρήση αναλόγως το ζητούμενο, ιδεολογικοποιημένη αλλά χωρίς ηθική στάση, ο ιδιότυπος φετιχισμός μιας εξουσιαστικής «αλήθειας» που εύκολα μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Αυτή η «γνώση» είναι προφανές ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να φωτίσει το δρόμο μας για τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοπραγμάτωση, να οδηγήσει δηλαδή στην επινόηση των δυνατοτήτων μας ως μορφών ανάπτυξης της ύπαρξής μας, των ατόμων και της κοινωνίας, καθώς πραγμοποιεί τον ζωντανό κόσμο, επιβάλλοντας την εργαλειακή ορθολογικότητα του ωφελιμισμού και του πραγματισμού και μας βαστάει δέσμιους στο κάτεργο της ανάγκης, στη φυλακή του κεφαλαίου και της ανταλλακτικής αξίας, σ’ έναν κόσμο-βασίλειο του εμπορεύματος.
Ο φετιχισμός του εμπορεύματος παγιώνει τη διαδικασία (τη ζωντανή εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις που τη μετατρέπουν σε νεκρή εργασία, σε συσσωρευμένο κεφάλαιο) σε μορφή που εξωτερικεύεται και αποκτά υπόσταση ως ανταλλακτική αξία, γίνεται δηλαδή εμπόρευμα που δεν είναι πλέον απλώς προϊόν με χρηστική αξία. Εμπόρευμα που συνάπτει αξιακές «σχέσεις» με άλλα εμπορεύματα-υποστάσεις, δημιουργώντας έναν μεταφυσικό κόσμο των εμπορευμάτων και των ανταλλακτικών αξιών. Όμως, ο φετιχισμός αυτός δεν είναι μόνο συνεπακόλουθο της ιδεολογίας που συγκαλύπτει τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την αξία, τις σχέσεις εκμετάλλευσης που αποσπούν την υπεραξία της εργατικής δύναμης (της παραγωγικής ικανότητας των ατόμων, είτε αυτή είναι χειρωνακτική είτε διανοητική) που εκμισθώνεται για την παραγωγή κάθε λογής εμπορευμάτων, υλικών ή άυλων, όντας εμπόρευμα η ίδια• είναι η αντανάκλαση στο συμβολικό επίπεδο των ίδιων αυτών των σχέσεων υπεξαίρεσης της υπεραξίας, δηλαδή των σχέσεων ανισότητας ως προς την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και της ίσης πρόσβασης σε αυτά, της εκμετάλλευσης αλλά και της γενικότερης άνισης κατανομής της εξουσίας σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας.
Η ανταλλακτική αξία, εκφρασμένη ως «τιμή» (που είναι κυμαινόμενη συγκριτικά, και όχι σταθερή και άπαξ), εμπλέκει τα άτομα σε ένα «αντικειμενικό» σύστημα συγκρίσιμων αξιών, που το ίδιο γίνεται μέτρο για ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο, όπως γίνεται και για το κάθε άτομο, που μπορεί πια να προσαρμόζει την «ανορθολογική» βιωματική εμπειρία του σε ένα «ορθολογικό», εξωτερικό και «αντικειμενικό», σύστημα τιμών. Σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου το «κάθε πράγμα έχει την τιμή του», όπου κάθε τι είναι «εμπόρευμα», η κατοχή του μέσου-χρήματος που μπορεί να ανταλλαχτεί με κάθε εμπόρευμα ως αφηρημένο γενικό ισοδύναμο, ο «πλούτος» με άλλα λόγια, γίνεται δυνάμει σκοπός για τον καθένα: το κλειδί για έναν υλικό παράδεισο, που δεν κείται στο επέκεινα, αλλά είναι εδώ, και ασκεί μια ακατανίκητη γοητεία σε όλους. Αν και δεν έχουν περάσει όλοι τις πύλες του, είναι πολλοί εκείνοι που το έχουν κάνει και ακόμα περισσότεροι εκείνοι που έχουν κρυφοκοιτάξει πίσω απ’ αυτές, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για απτή πραγματικότητα και όχι απλώς για χίμαιρα. Όλοι μπορεί να βρουν τη θέση τους εκεί ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζουν... Και είναι αναμφίβολα πολλοί εκείνοι που θα υπερασπίζονταν ακόμα και με τη ζωή τους το δικαίωμά τους στην ελπίδα αυτή.

Πώς, λοιπόν, μπορεί να οργανωθεί και να πραγματοποιηθεί η συνολική ρήξη (η ανατροπή του καπιταλισμού δηλαδή) στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, που υπόσχεται τον επί γης παράδεισο και που, αν και σε αρκετά περιορισμένο βαθμό προς το παρόν, καταφέρνει να υλοποιήσει αυτήν την υπόσχεση έστω για κάποιους, ενώ παράλληλα καλλιεργεί επιμελώς την προσδοκία ότι θα έρθει κάποτε η ώρα που αυτή η ευημερία θα μας αφορά πραγματικά όλους; Πώς πείθεις τους ανθρώπους να καταπνίξουν την επιθυμία τους για εκείνο που είναι απτό, που αν και απόμακρο μοιάζει να είναι εφικτό, προς χάρη της περιπέτειας στο αχαρτογράφητο άγνωστο, στο μη εμπειρικά βιωμένο; Πώς νομιμοποιείται ένα συλλογικό πρόταγμα ριζικής κοινωνικής αλλαγής, όταν στις μέρες μας φαντάζει, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον ανέφικτο, μη συναφές με τις τάσεις εξέλιξης της κατακερματισμένης πραγματικότητας που βιώνουμε σχεδόν όλοι στις κοινωνίες που ζούμε;
Όσο οι άνθρωποι καταφέρνουν, έστω και δύσκολα, να «φέρνουν βόλτα» τα ζητήματα της καθημερινής επιβίωσης και των (διαφορετικών κατά περίσταση), άμεσων κυρίως, αναγκών τους, οι σχέσεις τους αναπαράγονται λίγο πολύ εντός των ορίων της σχετικής «συναίνεσης», εντός της ιδεολογίας του συστήματος. Βαρυγκωμούν, αντιδρούν σποραδικά, αλλά σε γενικές γραμμές εντάσσονται και υποτάσσονται στην ανάγκη, στη συνήθεια και στις συνθήκες. Δεν αναζητούν, σε πρώτο λόγο, παρά τη βελτίωση εκείνων των δυνατοτήτων που θεωρούν απαραίτητες για τη ζωή και την ευημερία τους, προβάλλοντας τις επιθυμίες τους μέσα στην κοινωνία της αφθονίας που τους περιβάλλει ολοκληρωτικά σχεδόν, στιλπνή εικόνα που υπόσχεται ευμάρεια και πλέρια ευτυχία. Αυτή η εικόνα είναι αυθύπαρκτη, μια αυτοτελής «πραγματικότητα», καίρια διαμεσολάβηση μεταξύ γίγνεσθαι και είναι, μεταξύ ζωντανής και νεκρής εργασίας. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι η εικόνα αυτή έχει αμαυρωθεί ανεξίτηλα και δεν ανταποκρίνεται πια στον ιδεολογικό της ρόλο, δεν αντανακλά καθαρά πια την «συλλογική επιθυμία». Το χαριστικό δε πλήγμα στην λάμψη της το έδωσε η τρέχουσα «οικονομική κρίση», που, κατά τα φαινόμενα, σύντομα θα μεταβληθεί σε κοινωνική, φέρνοντας στην επιφάνεια την από καιρό σοβούσα δυσαρέσκεια που προκαλεί σε όλο και περισσότερους ανθρώπους το χάσμα προσδοκιών, υποσχέσεων και πραγματικότητας. Ο ταξικός πόλεμος αναπόφευκτα θα κορυφωθεί, αφού τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται όσο το κοινωνικό χάσμα διευρύνεται. Όμως, στα ρήγματα που προκαλούν οι συγκρούσεις είναι που φυτρώνει ο σπόρος της ελπίδας για τη ριζική κοινωνική αλλαγή.
Για να καρποφορήσει, ωστόσο, η όποια ελπίδα μιας τόσο μεγάλης αλλαγής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να εδραιωθεί η συνείδηση του γεγονότος ότι οι άνθρωποι είναι δημιουργοί της ιστορίας τους, και ότι καμία άλλη εξωτερική, μεταφυσική ή ό,τι άλλο δύναμη, πέρα από τις ίδιες τις υλικές προϋποθέσεις ύπαρξής τους, που αποτελούν σε κάθε περίπτωση το όριο, δεν παρεμβαίνει για να τους επιβάλει τη θέλησή της και να τους υποδείξει τις επιλογές τους. Ότι μπορούν, υποκείμενοι πάντοτε σε περιορισμούς, να αλλάξουν τις συνθήκες της κοινωνίας τους με τη δράση τους και να διαμορφώσουν οι ίδιοι τη ζωή τους.
Μήπως, λοιπόν, η επανάσταση δεν είναι πλέον εφικτή γιατί δεν τη θεωρούμε εμείς εφικτή ή, εν τέλει, είναι οι αντικειμενικές συνθήκες εκείνες που πραγματικά προδιαγράφουν όχι μόνο το ανέφικτο αλλά και την αποτυχία της; Αντίστροφα, δεν οφείλουμε κατά λογική συνέπεια να παραδεχτούμε ότι μπορούμε να αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας για το εφικτό ή όχι της επανάστασης, και ότι, αν υπάρχουν πράγματι αντικειμενικές αντεπαναστατικές συνθήκες, υπάρχουν και αντικειμενικές επαναστατικές συνθήκες;
Στον αντίποδα αυτής της επαναστατικής ρητορικής, που στα μάτια των σκεπτικιστών αντιπάλων της εμφανίζεται να καλύπτει κάτω από τον μανδύα της απελευθέρωσης τις πληγές του ολοκληρωτισμού, της ανελευθερίας και της καταπίεσης του ατόμου, αφού μια επανάσταση δεν μπορεί ποτέ να γίνει εξ ονόματος όλων ούτε να ικανοποιεί τις ετερόκλητες επιθυμίες τους ή τα συγκρουόμενα ατομικά συμφέροντά τους, η άποψη που προκρίνει τη σταδιακή μετάβαση σ’ έναν καλύτερο κόσμο, με ήπια μέσα και όσο το δυνατόν πιο «ορθολογικές» (με άλλα λόγια «ασφαλείς» και «σίγουρες») επιλογές μέσα στα όρια του «εφικτού», πείθει πιο εύκολα, επικαλούμενη την «κοινή λογική» και εκμεταλλευόμενη τον κομφορμισμό, την ανασφάλεια και τους βαθιά ριζωμένους φόβους των ανθρώπων. Το κύριο επιχείρημα αυτής της θέσης είναι ότι αλλάζοντας σιγά-σιγά τα πράγματα, με διορθωτικές παρεμβάσεις και επί μέρους μεταρρυθμίσεις, μπορούμε να δημιουργήσουμε καλύτερες συνθήκες ζωής, και να χτίσουμε σταδιακά μια πιο δίκαιη κοινωνία στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, αυτή η παραδοχή υπονοεί ότι το υπάρχον είναι ό,τι καλύτερο δυνατόν στις δεδομένες συνθήκες, αφού κάθε φάση της εξέλιξης είναι αναβαθμός που μας φέρνει ολοένα και πιο κοντά στην «αγαθή κοινωνία».
Αν στην πρώτη προσέγγιση ο κίνδυνος που εγκυμονεί η σωτηριολογική-λυτρωτική παρέμβαση μοιάζει να προεξοφλεί ότι κάθε απόπειρα επαναστατικής αλλαγής θα καταλήξει, νομοτελειακά σχεδόν, στην αποτυχία και πιθανότατα σε μια ολοκληρωτική κοινωνία, που θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα και κρισιμότερα προβλήματα απ’ όσα ενδεχομένως θα καταφέρει να επιλύσει, στη δεύτερη, ο κίνδυνος παίρνει τη μορφή μιας μάλλον τραγελαφικής αέναης σκιαμαχίας με τα χιλιάδες επί μέρους προβλήματα που ανακύπτουν συνεχώς από την εγγενή δυναμική του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, και τα οποία, όσο και αν είναι αλληλένδετα, αποσπώνται και αποκτούν τη δική τους οντότητα, μέσα από την αντίφαση και τη συνεχή τριβή του «ιδιωτικού» με το «δημόσιο», ζητώντας επιτακτικά την αδύνατη να επιτευχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες οριστική λύση τους, βυθίζοντας έτσι το σύστημα σε παρατεταμένη πολύμορφη κρίση (κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική) και τους ανθρώπους στη «σχιζοφρένεια».

[Τέλος πρώτου μέρους] [Δεύτερο μέρος]

Η αθλιότητα της καθεστωτικής διανόησης

Μόλις προχθές, το βαρύ πυροβολικό της καθεστωτικής διανόησης συντάχτηκε και εξαπέλυσε από το οχυρό της αστικής κουλτούρας ηχηρή ομοβροντία, με τη μορφή κοινού κειμένου στην «Ελευθεροτυπία», κατά του «αίσχους της βίας» των «αυτοαποκαλούμενων “παρεμβάσεων”» που γίνονται αυτές τις μέρες στη διάρκεια θεατρικών παραστάσεων, αρχής γενομένης κατά την πρεμιέρα της παράσταση «Ρομπέρτο Τσούκο» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ωστόσο, οι πύρινες βολές των Απόστολου Δοξιάδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Μάρκαρη, αναγνωρισμένων συγγραφέων που τα βιβλία τους πλασάρονται ψηλά στις λίστες των ευπώλητων κι έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, αστέρων σε ένα στερέωμα που θυμίζει τον χιλιομπαλωμένο μπερντέ του Καραγκιόζη, αστόχησαν παταγωδώς, καταρρακώνοντας επιπλέον το από πολλού τρωθέν κύρος αυτών και των ομοίων τους. Βάλλοντας κατά των εξεγερμένων με τα σκουριασμένα επιχειρήματά τους επιβεβαιώνουν πόσο ανυπόληπτοι είναι (ευτυχώς!) στα μάτια της νέας γενιάς, όταν με βδελυγμία αποδοκιμάζουν τις αντιδράσεις της για να χαϊδέψουν τ’ αυτιά του βολεμένου και κομφορμιστικού κοινού τους, ανταποδίδοντας προφανώς την «αναγνώριση» ως οφείλουν.
Όμως, αν και εμφανίζονται σαν τους Τρεις Σωματοφύλακες του φιλελεύθερου διαφωτιστικού Λόγου (ο μαθηματικός Δοξιάδης εκπροσωπεί την [επιστημονική] Γνώση, ο «καλλιτέχνης» Θεοδωρόπουλος την [υψηλή] Αισθητική, και ο «αστυνόμος» Μάρκαρης την [νομοκανονιστική] Ηθική), στην πραγματικότητα δεν μπορούν να συγκαλύψουν την πικρία των ηθικά ηττημένων που ξεχειλίζει περίσσια από το κείμενό τους. Επικαλούνται το «κοινωνικό μας συμβόλαιο»(;) ως κανονιστικό πλαίσιο της ζωής και της τέχνης, και εγκαλούν στην τάξη όσους το παραβαίνουν. Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε ότι το συμβόλαιο αυτό δεν είναι εξαρχής ψευδεπίγραφο, ότι δήθεν υπογράφεται απ’ όλους προς το καλό όλων, ξεχνούν να μας πουν για τα «ψιλά γράμματα» και τις ρητορικές λαθροχειρίες των συντακτών του συμβολαίου, καθώς επίσης και για εκείνους που πρώτοι παρενέβησαν τους όρους του και θέλουν τώρα να τιμωρήσουν όσους με αγανάκτηση τους ακολούθησαν.
Ο ξεδιάντροπα λαϊκίστικος χαρακτήρας της παρέμβασής των τριών επιβεβαιώνεται από την αμετροεπή τρομολαγνεία τους. Σαν τους δημαγωγούς του χειρίστου είδους, απροκάλυπτα ταγμένοι στην ιδεολογία των ισχυρών, μαραγκιασμένα απολειφάδια μια κάποτε σφριγηλής και ανένδοτης στη στάση της απέναντι στην εξουσία διανόησης, αυτοί οι χωρίς ηθικό έρμα και κοινωνικό έρεισμα «πνευματικοί ταγοί» του τρομαγμένου όχλου των καταναλωτών, απευθύνονται στα χειρότερα των ενστίκτων του πλήθους. Τρομοκρατώντας παρά διαμαρτυρόμενοι, διερωτώνται αναίσχυντα για τους εξεγερμένους: «τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε;» Και συνεχίζουν, με απειλητικό ύφος και δασκαλίστικη ζέση, να εγκαλούν τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν ενεργά στις διαμαρτυρίες να σεβαστούν τη «δημοκρατική» τάξη, αφού είναι «λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας», θεωρώντας προφανώς ότι για το λόγο αυτό έχουμε κάθε δικαίωμα να τους επιπλήττουμε και να τους ζητάμε να συμμορφωθούν, να μη σπάνε τις βιτρίνες και τις «βιτρίνες». Να απαιτούμε να πάψουν πια να μας ταράζουν με τα ακατανόητα καμώματά τους, να πάψουν επιτέλους να αμφισβητούν «ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη».
Το ότι οι τρεις συγγραφείς διαρρηγνύουν υποκριτικά τα ιμάτιά τους για την «ελευθερία της έκφρασης» (η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν είδαμε να βάλλεται από κάποιους πέραν του κατεστημένου στο οποίο και οι ίδιοι ολόψυχα ανήκουν), και βλέπουν κάθε αντίδραση στη μακαριότητά τους ως εχθρική υποκίνηση που στόχο έχει να καταλύσει την τάξη και την αρμονία του γυάλινου κόσμου τους, δεν μας προκαλεί φυσικά κατάπληξη. Όταν στέκεσαι όπως αυτοί πίσω από τις βιτρίνες της αγοράς και πίσω από τις οθόνες των τηλεοράσεων, εξέχων και διακεκριμένος, ο κόσμος μοιάζει λαμπερός, συμφιλιωμένος και εύτακτος• το γυαλί σε προστατεύει από τη συγκαλυμμένη καθημερινή βία που βιώνουμε οι περισσότεροι από εμάς που δεν έχουμε ανάλογα προνόμια. Η συναίνεση μοιάζει δεδομένη – το επιβεβαιώνει η προσήλωση όλων μας στον γυάλινο κόσμο άλλωστε, απ’ όποια μεριά του γυαλιού κι αν βρισκόμαστε. Τι γίνεται όμως όταν σπάνε (κυριολεκτικά όσο και συμβολικά) οι βιτρίνες και διασαλεύεται η κατεστημένη τάξη; Τότε αποκαλύπτεται –φευ! – ότι τα φαντάσματα εκεί έξω λυσσομανούν και ο φόβος αναπόφευκτα φτάνει ως το μεδούλι. Είναι η στιγμή που πρέπει να διαλέξεις πού θα ταχτείς και τι θέση θα πάρεις. Και αυτοί έχουν από καιρό επιλέξει να γίνουν οι Σωματοφύλακες του κατεστημένου, του κόσμου που αρέσκεται να καθρεφτίζεται αυτάρεσκα στις γυάλινες επιφάνειες – διαφανείς αν εστιάσεις μακριά, μέσα από αυτές, αυτοανακλαστικές αν το βλέμμα σου προσηλωθεί στην επιφάνειά τους.
Οι τρεις Σωματοφύλακες-υπερασπιστές του χρυσελεφάντινου πύργου της υψηλής τέχνης –την ιερότητα του οποίου βεβήλωσαν υποτίθεται οι βάρβαροι, οι απολίτιστοι που τόλμησαν να εξεγερθούν–, εκτός από την ευγενή καταγωγή τους θέλουν να επιδείξουν γενναιοφροσύνη και πνευματικό σθένος, όπως αρμόζει να κάνουν οι «διανοούμενοι» στις ζοφερές περιστάσεις, όταν ο κίνδυνος ανατροπής των δεδομένων (και των βολεμένων) είναι κάτι παραπάνω από μια αφηρημένη απειλή, απλώς μια μακρινή σκιά στον ορίζοντα. Οι εξεγερμένοι των ελληνικών πόλεων, μαθητές, φοιτητές, παραβατικοί, μετανάστες, εργαζόμενοι, αποκλεισμένοι, αυτά τα οργισμένα υποκείμενα που έδωσαν αίφνης σάρκα και πνεύμα στη μέχρι πρότινος άμορφη σκιά, στο φάντασμα που εδώ και καιρό πλανάται πάνω από τον πλανήτη, είναι γι’ αυτούς τα μιάσματα («απόβλητοι της κοινωνίας», όπως τους θέλουν κάποιοι εξίσου φωτισμένοι πολιτικοί μας), που προκαλούν το κοινό αίσθημα με την ανάρμοστη συμπεριφορά τους. Απ’ ό,τι φάνηκε από τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες, δεν θέλουν να κάθονται φρόνιμα στ’ αυγά τους και να παρακολουθούν την παράσταση της ζωής τους να παίζεται ερήμην τους, μπροστά στα μάτια τους, το θεατρικό έργο κάποιας συγγραφικής ιδιοφυΐας, διευθυνόμενο με απαράμιλλο οίστρο, αν και με μια δόση σαδισμού απέναντι στους χαρακτήρες, από έναν εξίσου εμπνευσμένο σκηνοθέτη. Παραβαίνουν τον κανόνα, δεν θέλουν να συμπεριληφθούν στην δική «μας» κοινωνία. Ας τους εξοστρακίσουμε λοιπόν…
Αλήθεια, «πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων;» Φωνάζουν, σπάνε και καίνε, πετάνε πέτρες και μολότοφ, οργανώνουν πορείες, καταλήψεις, ανοιχτές συνελεύσεις, συγκρούονται με τους μπάτσους, τους φασίστες και τους παρακρατικούς, φτιάχνουν πανό, γράφουν κείμενα, σχεδιάζουν εικόνες, δράσεις και χάπενινγκ, επινοούν συνθήματα και μη συμβατικούς τρόπους επικοινωνίας και οργάνωσης, συμμετέχουν, γελούν, ελπίζουν, συζητούν, ονειρεύονται και διατρανώνουν την αλληλεγγύη τους, παρεμβαίνοντας ενεργά στη σκηνοθεσία όσο και στο ίδιο το έργο της ζωής τους. Ποιοι είναι όλοι αυτοί, και τι να θέλουν άραγε; Γιατί μιλούν για αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη και ελευθερία; Τι γλώσσα ακατανόητη αν και παράδοξα οικεία είναι αυτή που χρησιμοποιούν; Γιατί γελάνε, αστειεύονται και ενίοτε θυμώνουν; Και γιατί είναι τόσοι πολλοί και τόσο ανεξέλεγκτοι πια;
Τι ακριβώς είναι αυτό που εγείρει τη μήνιν των τριών κομψευόμενων διανοούμενων; Ότι «ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα “επαναστατημένων” νεαρών να μαγαρίζει(!) ανενόχλητα την Ακρόπολη»; Ότι λερώθηκαν με σπρέι οι φρεσκοβαμμένοι τοίχοι του «καινούργιου, καθαρού φουαγιέ»(!) του Εθνικού; Ότι κάποιες θεατρικές παραστάσεις διακόπηκαν και κάποιοι ενοχλήθηκαν γιατί τους χάλασε η βραδιά; Ότι ακούστηκε ο οργισμένος λόγος ανθρώπων που δεν υποδύονταν το ρόλο για τον οποίο τους είχαν προορίσει; Ότι οι ίδιοι και οι όμοιοί τους δεν αποτελούν πια το επίκεντρο του ενδιαφέροντος και ότι η τέχνη τους πνέει τα λοίσθια μαζί με τη νομιμοποίηση της «κοινωνίας» μας; Ότι αμφισβητούνται τα θέσφατα του «πολιτισμού» μας; Ότι κάποιοι –νέα και ωραία αγόρια και κορίτσια κυρίως– αμφισβητούν έμπρακτα κάθε είδος διαμεσολάβησης και χειραγώγησης και εξεγείρονται ενάντια στον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία τους;
Ας αφήσουν κατά μέρους τις ρητορικές νουθεσίες και ας μας πουν επιτέλους ξεκάθαρα τι είναι αυτό που κατά τη γνώμη τους διακυβεύεται σε αυτή την εξέγερση. Τι είναι αυτό που κινδυνεύει από αυτήν και που αξίζει να το διασώσουμε. Οι «εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστές» πήραν θέση και ανέλαβαν την ευθύνη των λόγων και των πράξεών τους. Διατράνωσαν την αντίθεσή τους στη βαρβαρότητα, λόγω και έργω. Και κάποιοι από αυτούς θα πληρώσουν την εξέγερσή τους με βαρύ τίμημα. Ό,τι κι αν κατηγορούνται ότι δήθεν έπραξαν, ωστόσο, δεν είναι αυτοί που κακοποιούν και δικάζουν ανήλικα παιδιά με τρομονόμους, κι ούτε πάλι είναι αυτοί που οδηγούν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού στην ανέχεια, στο περιθώριο και την απελπισία. Όπως επίσης δεν είναι αυτοί που ληστεύουν με κάθε μέσο και τρόπο (νομιμοφανώς πάντα!) τον κοινωνικό πλούτο, καταστρέφοντας ολοσχερώς τους ανθρώπους, την κοινωνία και το περιβάλλον.
Ο μηχανισμός που παρέταξε ορδές μπάτσων για να φυλάξουν το γελοίο δέντρο του δημάρχου Κακλαμάνη στην πλατεία του Συντάγματος δεν προστάτεψε ούτε την Πάρνηθα, ούτε τη μισή Πελοπόννησο όταν παραδόθηκαν στις φλόγες από τα «νόμιμα επιχειρηματικά συμφέροντα». Οι ευφυείς συγγραφείς μας δεν οσμίζονται τάχα μου τι γίνεται τώρα στον Ελαιώνα, παρά τη βρώμα που ζέχνει… Οι λαλίστατοι απολογητές της «νομιμότητας» και των αρχών της «κοινής μας ζωής» καταπίνουν τη γλώσσα τους και περί άλλα τυρβάζουν όταν θα έπρεπε να μιλήσουν, αν όχι να κραυγάσουν. Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η αγωγή και η παιδεία τους δεν τους επιτρέπει να εξεγείρονται, θεωρώντας κάθε μορφή εξέγερσης «ανορθολογική» και επικίνδυνη, μη συναφή με τους καλούς τρόπους των καλλιεργημένων αστών, αν και υποτιμούν τις αιματηρές επαναστάσεις με τις οποίες οι ίδιοι επιβλήθηκαν. Δεν κραυγάζουν ποτέ, ακόμα κι όταν η οργή τούς πνίγει. Αντ’ αυτού, φροντίζουν με το κομψό ύφος και τον μειλίχιο τόνο τους, επικαλούμενοι τα υψηλά ιδανικά και την κοινωνία «μας», να κάνουν εξίσου καλά, αν όχι και καλύτερα, ό,τι άλλοι (παπάδες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, πανεπιστημιακοί, κομματικά στελέχη, κ.λπ. κ.λπ.) κάνουν με πιο άκομψο και χυδαίο τρόπο. Να υπερασπίζονται δηλαδή από τη θέση των προνομιούχων την σάπια και άδικη τάξη πραγμάτων και να σπιλώνουν κάθε εναντίωση σε αυτήν, συκοφαντώντας και διαβάλλοντας τους αγώνες των ανθρώπων που εξεγείρονται. Χωρίς να το καταλαβαίνουν, ωστόσο, καταβαραθρώνονται οι ίδιοι στο χάσμα που άνοιξε η ανοησία τους και η αφ’ υψηλού θεώρησή τους, η οίηση και η αηδία που εξέφρασαν. Οι «καλλιγραφίες» τους αιωρούνται μετέωρες, λίγο άσχετες λίγο ελαφρές, παραμένουν ιπτάμενες, αλγεινές και αποκομμένες από την αντίδρασή μας στα γεγονότα και τη συμμετοχή μας στην εξέγερση. Ας μείνουν, λοιπόν, έμπλεοι απορίας, να κοιτάζουν καθώς τους προσπερνάμε. Ο πολιτισμός τους είναι η βαριά σιδερένια αλυσίδα που τους καθηλώνει. Ίσως να ήθελαν, μα δεν μπορούν να ακολουθήσουν. Είναι φυλακισμένοι στον πύργο τους κι εκεί θα μείνουν, μίζεροι και μόνοι, με έσχατη συντροφιά την ηχώ των κούφιων λέξεων της στιλπνής πρόζας τους, να υπερασπίζονται τα άδεια πλέον από το σφρίγος της ζωής τείχη. Αυτά θα γίνουν αναπόφευκτα και ο τάφος τους… Τα λόγια τους σαν ψίθυρος θα σβήσουν και κανείς δεν θα τα μνημονεύει πια.
Τους προσπερνάμε και τους λέμε ότι αρνιόμαστε από δω και μπρος να ζήσουμε με τις ψευδαισθήσεις που αφειδώς μας πουλάνε. Γευτήκαμε την πραγματική ελευθερία, και το μεθύσι της μας έχει συνεπάρει τόσο που για μας δεν υπάρχει επιστροφή στην «ομαλή ζωή» που αυτοί χαίρονται να διαφημίζουν. Δεν τους χαρίζουμε τίποτα! Δεν τους χαρίζουμε τις μικρές στιγμές της νίκης μας, την επανάκτηση της αξιοπρέπειάς μας. Δεν τους χαρίζουμε καν τον οίκτο μας. Όσο σφοδρά κι αν βάλλουν με τα κανόνια τους δεν μπορούν πια να μας πλήξουν. Είμαστε άτρωτοι, γιατί είμαστε πολλοί, αλληλέγγυοι και αποφασισμένοι!

Κοινωνική έκρηξη και πολιτικό νόημα

Του Φώτη Τερζάκη

H αιφνίδια κοινωνική έκρηξη των τελευταίων ημερών έσπειρε σε όλους μας ρίγη τρόμου και ανησυχίας – για διαφορετικούς λόγους. Πολλοί τρόμαξαν από την αγριότητα και τον τυφλό χαρακτήρα που όλο και περισσότερο παίρνουν τέτοια συλλογικά φαινόμενα στις ημέρες μας, σαν μια πυρκαγιά που καίει αδιακρίτως οτιδήποτε βρει μπροστά της• άλλοι όμως τρομάξαμε από τους όρους με τους οποίους συνεχίζει να παίζεται το παιχνίδι από τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος και τους επαγγελματίες διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Θυμάμαι το κλίμα των ημερών όπου στο επίκεντρο των συζητήσεων ήταν η λεγόμενη τρομοκρατία (της «17ης Νοέμβρη») όταν, με τον ίδιο τρόπο, πριν εκφέρεις δημόσια κρίση όφειλες να περάσεις από το ταπεινωτικό τελετουργικό της αποκήρυξης και της καταδίκης. Να υπογράψεις δήλωση νομιμοφροσύνης δηλαδή, πράγμα που ανατρίχιασα όταν είδα και πάλι να το ζητούν –και με τον τρόπο που το ζητούσαν– αυτές τις ημέρες από εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ.
Όχι φυσικά ότι πιστεύει κανένας πως ο ΣΥΡΙΖΑ είχε οποιαδήποτε επιρροή στους εξεγερμένους και μία δήλωσή του θα άλλαζε την έκβαση των γεγονότων. Το θέμα ήταν να κατασκευαστεί εκείνη η συναίνεση του πολιτικού συστήματος (γι’ αυτό το ΚΚΕ επαινέθηκε τόσο γενναιόδωρα) που θα επέτρεπε στο μεν πρακτικό πεδίο τη μεθόδευση δοκιμασμένων πρακτικών καταστολής, στο δε θεωρητικό την απόκρυψη των κοινωνικών αιτίων της έκρηξης. Σαν να λέμε, είμαστε όλοι στο πλευρό των μαθητών που διαδηλώνουν ειρηνικά για τον θάνατο του συμμαθητή τους αλλά θα πατάξουμε ανελέητα οιοδήποτε ξεχείλισμα οργής ενάντια στην κοινωνία• επικρίνουμε την αυθαιρεσία της αστυνομίας, τα δημοκρατικά ελλείμματα των υπηρεσιών, την αναποτελεσματικότητα της παρούσας κυβέρνησης, κλπ. αλλά θα διασύρουμε οιονδήποτε τολμήσει να καταγγείλει το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του και μιλήσει για το ψεύδος της «δημοκρατίας» που τσακίζει τη δυνατότητα διαφανών διαβουλεύσεων στη δημόσια σφαίρα, που συσσωρεύει τον κοινωνικό πλούτο σε όλο και λιγότερα χέρια, που παράγει αποκλεισμό για όλο και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας πετώντας τα απλώς να πεθάνουν στον δρόμο – εν ολίγοις, για το ότι η ίδια η κοινωνία έχει προ πολλού διαλυθεί, λειτουργώντας ως αγορά με μοναδική κινητήρια δύναμη το κεφαλαιοκρατικό κέρδος.
Για πρώτη φορά όμως η μεθόδευση απέτυχε παταγωδώς. Και απέτυχε κυρίως λόγω της μαζικότητας και του βάθους της διαμαρτυρίας, που ήταν ο όντως απρόβλεπτος παράγοντας: διότι «200-300 κουκουλοφόρους» μπορείς εύκολα να τους απομονώσεις, να τους σπιλώσεις, αν χρειαστεί και να τους πυροβολήσεις, δεν μπορείς όμως να ποινικοποιήσεις μερικές χιλιάδες ανθρώπους από άκρη σε άκρη της χώρας… Ακόμα και το μείζον στρατήγημα του κατεξουσιασμού, το «διαίρει και βασίλευε» που στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης, μπλοκάρισε, όταν είδαμε ακόμη και ανθρώπους των οποίων τα υλικά συμφέροντα θίχτηκαν να διστάζουν να συνταχθούν με τους μηχανισμούς οι οποίοι ήδη με πολλούς τρόπους τούς συνθλίβουν. Βεβαίως, καθένας με στοιχειώδη κρίση αντιλαμβάνεται ότι σε ένα ξεχείλισμα μαζικής δυσφορίας δεν μπορούν να χαραχτούν ευδιάκριτες διαχωριστικές ανάμεσα στους ειρηνικούς διαδηλωτές, εκείνους που απαντούν δυναμικά στις προκλήσεις της καταστολής, τους εξαγριωμένους από τη στέρηση που δρουν με τυφλή μανία και όσους επωφελούνται πλιατσικολογώντας ένα μηδαμινό ξύσμα της ευτυχίας που προορίζεται πάντα για άλλους… Ακόμα περισσότερο, αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική σημασία των συλλογικών πράξεων δεν ταυτίζεται με ό,τι οι ίδιοι οι δρώντες λένε (ή είναι ανίκανοι να πουν) αλλά αναδύεται εκ των υστέρων μέσ’ από τον μεθοδικό φωτισμό των κινήτρων τους, που είναι σε τελευταία ανάλυση κοινωνικά καθορισμένα και σπανίως ολότελα διαφανή στους ίδιους. Μόνο έτσι μπορούμε να μεταφράσουμε την κοινωνική έκρηξη σε πολιτικό νόημα και πολιτικό λόγο – και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται τώρα να κάνουμε.
Ό,τι, δηλαδή, ούτε μπορούν ούτε θέλουν να κάνουν οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις. Επί μία τουλάχιστον εβδομάδα η κυβέρνηση δεν πατούσε πουθενά και θα μπορούσε με ένα ελάχιστο φύσημα να πέσει – αν δεν τη στήριζε το ίδιο το πολιτικό σύστημα, δηλαδή η «μείζων αντιπολίτευση» και οι εξ αντικειμένου συνοδοιπόροι της. Αγορασμένες σύσσωμες από τις πραγματικές (και αθέατες) κεφαλαιοκρατικές ελίτ, οι κυβερνητικές «πλειοψηφίες» φαίνονται ανίκανες να συλλάβουν οιοδήποτε κοινωνικό μήνυμα και να εξαγάγουν τις απαιτούμενες πολιτικές σημασίες. Οπότε, τι μέλλει γενέσθαι; Είναι το πιο δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς• όλα δείχνουν ωστόσο ότι ελάχιστα πράγματα μπορούν να γίνουν μεμονωμένα, σε εθνικό επίπεδο. Το καλύτερο που έχουμε να ελπίσουμε είναι μια αλυσίδα διαδοχικών εξεγέρσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη –η οποία έχει τα μάτια στραμμένα τούτη την ώρα στην Ελλάδα και πασχίζει να αντλήσει μαθήματα– που, πιέζοντας αφόρητα τις κυρίαρχες ελίτ, θα ανοίξουν μια πιθανότητα αναδιαπραγμάτευσης με την κοινωνική βάση: μια επαναφορά της πολιτικής, δηλαδή, την οποία έχει σήμερα εκτοπίσει η άνωθεν τεχνοκρατική διεύθυνση... Αλλιώς δεν θα μπορούμε καν να μιλάμε πλέον για «κοινωνικές εξεγέρσεις» αλλά μάλλον για κοινωνικό πόλεμο, χωρίς λόγο και χωρίς κανόνες, χωρίς αυτοσυντηρητικούς μηχανισμούς, μέσα στον οποίον θα καταποντιστούν οι κοινωνίες της θεσμοποιημένης ανισότητας μαζί με το ίδιο το λεηλατημένο περιβάλλον.

Μανιφέστο για τους Καιρούς που Ζούμε!

Του inlovewithlife

Την τελευταία εβδομάδα η μαθητιώσα νεολαία βρίσκεται στους δρόμους. Την τελευταία εβδομάδα για τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας ξελασπώνουν τα παιδιά μας. Τώρα έρχεται η δική μας ώρα. Από εδώ και πέρα αρχίζει αυτή η ανένδοτη αλληλουχία γεγονότων, που βάζει εμάς να γράφουμε ιστορία. Από εδώ και πέρα αρχίζουμε όλοι να παίρνουμε τα πράγματα στα χέρια μας με σκοπό να αλλάξουμε τις ζωές μας.
Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές σε αυτά που από εδώ και πέρα κάνουμε. Υπάρχει μόνο η φαντασία και η διάθεση να αλλάξουμε τα πράγματα προς το καλύτερο και το δικαιότερο. Ούτε υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές σε αυτά που από εδώ και πέρα κάνουμε. Γι’ αυτό σπάμε ηλίθιους διαχωρισμούς σε αριστερούς και δεξιούς, αφήνουμε πίσω κομματικές ταυτότητες και γραμμές, πετάμε στα σκουπίδια ό,τι μας μπλοκάρει, σκεφτόμαστε ελεύθερα, λειτουργούμε συλλογικά και αλληλέγγυα.

Κάνουμε από τα πιο απλά, όπως:
# Πιάνουμε κουβέντα με όλους για όλα, όχι τα συνηθισμένα αλλά αυτά που μας βασανίζουν.
# Γράφουμε μόνοι μας ή με άλλους ένα φλογερό κείμενο, το βγάζουμε φωτοτυπίες και το μοιράζουμε στον κόσμο.
# Παίρνουμε με τους φίλους μας φύλλα ταπετσαρίας, γράφουμε σε αυτά συνθήματα που μας αρέσουν όπως “όλοι στους δρόμους”, “κάντε συνελεύσεις παντού” και τα κολλάμε σε όλα τα λεωφορεία. Το μήνυμά μας να φτάσει σε όλη την πόλη.
# Κάνουμε αυθόρμητες εκδηλώσεις στους δρόμους της πόλης, ό,τι γουστάρει και αγαπά ο καθένας.
# Πηγαίνουμε στις καταλήψεις των μαθητών, κουβεντιάζουμε με τα παιδιά, ακούμε αυτά που έχουν να μας πουν, τα στηρίζουμε ψυχολογικά.
# Συμμετέχουμε σε εκδηλώσεις, πορείες, διαδηλώσεις, συνελεύσεις.
# Δεν καθόμαστε μόνοι σπίτι μας. Η σύναξη κάτω του ενός ατόμου τιμωρείται με απουσία από την ιστορία. Έχει ωραίο Ήλιο και ωραίους Ανθρώπους έξω.

Μέχρι τα λίγο πιο πολύπλοκα, όπως:
Όσοι συμμετέχουμε σε κινήματα πόλης και συλλόγους καλούμε σε τοπική πορεία και μετά λαϊκή συνέλευση. Αν μπορούμε, καταλαμβάνουμε κάποιο δημόσιο χώρο και τον κάνουμε σπίτι μας, καλώντας εκεί τοπικές συνελεύσεις. Στις συνελεύσεις συζητάμε αρχικά ό,τι μας βασανίζει, από το πιο απλό ως το πιο σύνθετο και μετά προτείνουμε και συζητάμε λύσεις. Μεταξύ μας την ξύλινη γλώσσα των πολιτικών την αφήνουμε στους πολιτικούς.
Όσοι συμμετέχουμε σε σωματεία εργαζομένων σπάμε επειγόντως ό,τι έχει μπλοκάρει τη δράση τους ως τώρα. Περνάμε ψηφίσματα, καλούμε τους εργαζομένους για συμμετοχή στις πορείες και στις συνελεύσεις μας, ενισχύουμε τις δημοκρατικές διαδικασίες, συντονιζόμαστε με άλλα σωματεία, καλούμε σε απεργία. Ξεπερνάμε χωρίς πολλά πολλά τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες, αν είναι διεφθαρμένες και εμποδίζουν σε όλα αυτά.
Όσοι συμμετέχουμε σε κόμματα ή σε αρτηριοσκληρωμένες καταστάσεις δεν υπακούμε σε γραμμές. Η δική μας άποψη για τα πράγματα έχει μεγαλύτερη αξία από αυτή της γραμμής. Όπως και η άποψη του διπλανού. Η αλήθεια της γραμμής δεν καλύπτει την αλήθεια κάθε ανθρώπου. Η αλήθεια κάθε ανθρώπου όμως αλλάζει την πραγματικότητα. Και αυτό γίνεται εδώ και τώρα.

Μην κοιτάτε αποσβολωμένοι όσοι διαβάσατε το κείμενο. Αυτά και άπειρα άλλα ΉΔΗ συμβαίνοουν. Τα media απέδειξαν πόσο ΛΙΓΑ είναι. Πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας. Χρησιμοποιείστε το tag "griots" για ότι ανεβάσετε ή έχετε ήδη ανεβάσει σχετικό με το θέμα. ΚΑΙ η ενημέρωση στα χέρια μας.

Προς τους δημοσιογράφους: Να χαρείτε, σταματήστε να βιντεοσκοπείτε ή να μεταδίδετε τα δάχτυλο αντί για το φεγγάρι. Εντάξει, ακούσαμε εκατομμύρια φορές για τα 250 καταστήματα που έπαθαν ζημιές. Για τη νεολαία όμως, για την κοινωνία και τα προβλήματά της δεν ακούσαμε τίποτα. Τι νομίζετε ότι όλοι αυτοί που γεμίζουν τις διαδηλώσεις, τις συνελεύσεις κ.τ.λ. είναι βαλτοί; Έχετε καταντήσει πια γραφικοί. Όσο και να θέλετε, ο κόσμος πλέον για πρώτη φορά συζητάει και κατεβαίνει στους δρόμους για άλλα πράγματα από αυτά που του μεταδίδετε. Συνεχίστε αυτή τη χαζή κωμωδία. Αυτή τη φορά θα την παίζετε χωρίς θεατές.
Προς τους καλλιτέχνες: Καιρός να βγείτε στους δρόμους. Δεν γίνατε αυτό που γίνατε, για να εκτελείτε μπροστά σε κλειστά μάτια/ώτα. Γεμίστε την πόλη με δρώμενα. Πάτε στις συνελεύσεις και προτείνετε θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις, καλλιτεχνικά δρώμενα και θα δείτε ανταπόκριση. Κατεβείτε στις διαδηλώσεις με δρώμενα. Τι ακριβώς περιμένετε, για να σταματήσετε τον εκφυλισμό στον οποίο έχει φτάσει η τέχνη σήμερα;
Προς τους ανθρώπους του πνεύματος: Εδώ δύσκολα τα πράγματα. Εσάς σας έχει βαρέσει τόσο η μαλακία τα τελευταία χρόνια, που σήμερα έχετε φτάσει στο σημείο να αναμασάτε την προπαγάνδα των καναλιών, που μεταδίδει το κράτος. «Όχι άλλη Βία», “Βάνδαλοι”, “γνωστοί - άγνωστοι”, “τα παιδιά σήμερα δεν έχουν καλή ανατροφή”. Ξυπνήστε από τον λήθαργο, στον οποίο έχετε περιπέσει και ως γερασμένα μυαλά που είστε ενωθείτε και εσείς με τον κόσμο και κάντε ένα ελάχιστο κάτι. Η πνευματική “πρωτοπορία” αυτής της κοινωνίας είστε αναντίστοιχη της εποχής και αυτό είναι η χειρότερη βρισιά για εσάς.
Προς τους πολιτικούς: Αφού δεν υπάρχετε, που δεν υπάρχετε, δεν πάτε σπίτια σας; Στις τελευταίες εκλογές υπήρχε ένα μπλουζάκι που έλεγε «ψήφο σε κανένα πούστη, μπουρδέλο τα κάνω και μόνος μου».
Προς τους «καπιτάλες»: Μμμ, κάτι μου λέει ότι τελικά εσείς παίρνετε όλες τις αποφάσεις άρα εσείς είστε και το πρόβλημα. Φροντίστε να συνηθίσετε αυτούς τους καιρούς που ζούμε σε μία άλλη ποιότητα δημοκρατίας. Κάτι τρίζει; Μην φοβάστε, μάλλον είναι το έδαφος κάτω από τα πόδια σας.

Αγνοείστε τα μμε! Κατεβείτε στους δρόμους!

Τα μμε απέδειξαν περίτρανα αυτές τις μέρες ότι δεν είναι παρά μηχανισμοί κατασκευής συναίνεσης προς χάρη της άρχουσας τάξης και του συστήματος. Το ίδιο έκαναν και πολλοί «επώνυμοι» μπλόγκερς (η δήθεν «δημοσιογραφία των πολιτών», τρομάρα τους), οι οποίοι μπροστά στο «παράθυρό τους στον κόσμο» ξεφωνίζουν μαλακίες, αγανακτισμένοι τάχα μου για την «κατάπτωση της δημοκρατίας μας». Τα ασύστολα ψεύδη, η συκοφαντία, η απόκρυψη, η διαστρέβλωση και η συγκάλυψη ξεπέρασαν κάθε όριο που μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα δικαιολογείται. Και μην βιαστούν κάποιοι να μας πουν ότι εδώ το κράτος δεν επέβαλε σε κανένα μμε λογοκρισία, ότι έχουμε δημοκρατία, ελευθερία έκφρασης, κ.λπ., κ.λπ.. Ας αναρωτηθούν «σε ποιον ανήκουν τα μμε;» και θα καταλάβουν τι βλέπουν και τι ακούν αυτές τις μέρες. Βαρέθηκα πια αυτή την υφέρπουσα φασιστοειδή λογική της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και όλες τις γελοιότητες που την υποστηρίζουν. Όλοι αυτοί οι κουστουμάτοι κύριοι και οι ξανθές κυρίες, αλλά και οι «want to be a star» του διαδικτύου και των «νέων μέσων», δεν θα δαγκώσουν ποτέ (μα ποτέ!) το χέρι που τους ταΐζει. Και δεν εννοώ τα αφεντικά τους καθώς πολλοί από αυτούς ισχυρίζονται ότι δεν έχουν κανέναν πάνω από το κεφάλι τους, αλλά το σύστημα και τις «αξίες» του: τη «δημοκρατία», την «περιουσία», την «ελευθερία», την «ισότητα», τη «δικαιοσύνη», την «αξιοκρατία», τον «πολιτισμό».

Όσοι βρίσκονται στους δρόμους, στις σχολές, στα στέκια, στις συνελεύσεις, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι, ξέρουν ότι αυτές τις μέρες ζουν κάτι μεγαλειώδες και σημαντικό, μια ιστορική αστεακή εξέγερση που λόγω των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών της δεν μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες. Τα μμε θέλουν να παρουσιάσουν μια εικόνα χάους, μιας «κοινωνικής αναταραχής» που δεν έχει κανέναν πολιτικό στόχο αλλά, όπως έλεγε κι ένας πάνσοφος καθηγητής πανεπιστημίου ψες στην ΕΤ3, είναι μια «συναισθηματική αντίδραση»!!! Αυτά τους συμφέρει αυτά λένε.

Χθες, μετά την πορεία, έγιναν ανοιχτές συνελεύσεις σε σχολές (ήμουν στο ΕΜΠ) όπου πάρθηκαν αποφάσεις για την συνέχιση και την οργανωμένη κλιμάκωση του αγώνα σε όλα τα επίπεδα. Το Πολυτεχνείο θα είναι το συντονιστικό κέντρο και γίνεται προσπάθεια οργάνωσης ενός δικτύου αντι-πληροφόρησης, με ραδιοφωνικό σταθμό, ιστοσελίδα, κ.λπ.. Τέθηκαν συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα (αφοπλισμός της αστυνομίας, κατάργηση μονάδων καταστολής, τιμωρία των ενόχων για όλα τα μέχρι σήμερα εγκλήματα των μπάτσων, απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων και όλων των αγωνιστών κρατουμένων, παραίτηση της κυβέρνησης, κ.ά.). Η συνέλευση κάλεσε όλες και όλους να συμμετέχουν ενεργά στην κατάληψη και να μην επιτρέπουν στις δυνάμεις καταστολής και στους φασίστες συντρόφους τους να επιδίδονται σε ένα όργιο κατασταλτικής βίας καθημερινά. (Παρεμπιπτόντως, όταν συμβαίνει το μακελειό, οι τηλεοπτικές κάμερες που όταν θέλουν πάνε παντού -μη μας πουν τώρα ότι στα Εξάρχεια είναι πιο επικίνδυνα από ότι στη Βαγδάτη-, ως δια μαγείας στρέφονται αλλού. Ο δε φωτογράφος που τράβηε τη φωτογραφία με τον ματατζή που σημαδεύει τους διαδηλωτές με περίστροφο απολύθηκε από τον "Ελεύθερο Τύπο". Τι σημειολογική ειρωνεία! Η εφημερίδα αυτή είναι "ελεύθερος" Τύπος όσο "ελεύθερη" είναι η δημοκρατία.)

Είναι υποχρέωση κάθε ελεύθερα σκεπτόμενου ανθρώπου και καθενός που πιστεύει σε μια άλλη κοινωνία, να συνδράμουν με κάθε τρόπο και χωρίς κανέναν ενδοιασμό τον αγώνα που συνεχίζεται.
Να κατέβουν στις πορείες (σήμερα Πέμπτη, 18.00 στα Προπύλαια, Παρασκευή, 12.00 στα Προπύλαια, 15.30 στο Σύνταγμα, και όπου αλλού), να συμμετέχουν στις ανοιχτές συνελεύσεις και στις επιτροπές συντονισμού και ενίσχυσης, να περιφρουρήσουν με την παρουσία τους το κίνημα από τη βάρβαρη κρατική καταστολή και να αντισταθούν αν χρειαστεί.
Τώρα δεν είναι ώρα για αναλύσεις και αναστοχασμό, είναι ώρα της δράσης! Τίποτα δεν έχει τελειώσει, τίποτα δεν έχει χαθεί. Όλα είναι ανοιχτά και περιμένουν εμάς να τα διαμορφώσουμε.