Σχετικά με την «Επιθυμία που λέγεται Ουτοπία»

Ο Ernst Bloch αποδίδει στον Όσκαρ Ουάιλντ την «παραδόξως πολύ απλή φράση», όπως την χαρακτηρίζει ο ίδιος, που λέει πως «έναν χάρτη, του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει καν τον κόπο να τον κοιτάξεις»[1]. Πράγματι, νιώθουμε με έναν αόριστα οικείο τρόπο ότι ο Ουάιλντ έχει δίκιο· τι θα μπορούσε αλήθεια να αξίζει ένας κόσμος που δεν συμπεριλαμβάνει τα όνειρα και τις επιθυμίες μας για μια πιο δίκαιη κοινωνία και για μια πιο ελεύθερη ζωή; Μάλλον τίποτα. Ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν απελπιστικά πεζός, αν όχι κυριολεκτικά απάνθρωπος. Η μη παραδοχή της δυνατότητάς μας να βρούμε, ενσυνείδητα και έλλογα, τον δρόμο μας προς το φως (τον διαφωτισμό) μάς μετατρέπει σε άβουλα πλάσματα που υπομένουν απλώς τη «μοίρα» τους μέσα στην κόλαση, ελπίζοντας ίσως στη μετά θάνατον σωτηρία ή, με μια διαστροφική αντιστροφή, διασκεδάζοντας μέχρι εξαντλήσεως την «καταδίκη» μας ως αναπόδραστης και επιβεβλημένης έξωθεν, υπερβατικής συνθήκης. Αυτή η παραδοχή, αν τη συμμεριστούμε και αποδεχτούμε τις συνέπειές της, μας θέλει μαριονέτες της ανάγκης, υποχείρια του υπαρκτού και του τετελεσμένου. Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε για να «ξεφύγουμε», κανένα «έξω» δεν υπάρχει για να εγκατασταθούμε. Ό,τι είναι είναι, και με αυτό πρέπει να μάθουμε να ζούμε, είτε μας αρέσει είτε όχι. Υπό αυτή την οπτική, η «μοίρα», το «έτσι είναι τα πράγματα», έχει καθορίσει τη θέση μας σε αυτόν τον κόσμο. Μπορούμε να αλλάξουμε μερικώς τη «μοίρα» μας αυτή, να βελτιώσουμε τη ζωή μας κατά πολλούς, ωφέλιμους μάλλον, τρόπους. Μπορούμε, ακόμα κι αν δεν τα καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε τις επιδιώξεις μας, να καταφύγουμε σε «ιδιωτικούς παραδείσους» που ενίοτε, αν όχι πάντα, αποκαλύπτεται ότι πρόκειται μάλλον για «ιδιωτικές κολάσεις».

Αναμφίβολα, σε υλικό επίπεδο, η ζωή πολλών ανθρώπων σήμερα είναι, ή δύναται να είναι, πολύ πιο άνετη και πλούσια απ’ ό,τι υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Η παραγωγική μας ικανότητα έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, και με έναν τρόπο, πολλές «ουτοπικές επιθυμίες» του παρελθόντος έχουν εκπληρωθεί από την τεχνολογία. Αυτός ο μύθος μιας ήδη πραγματοποιημένης ουτοπίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας έρχεται να ντύσει με φανταχτερά ρούχα έναν απροκάλυπτα γυμνό εξαναγκασμό: το τίμημα που πρέπει να πληρώνουμε είναι το εξής: οι συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μετατρέπονται υποχρεωτικά σε αφηρημένες σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων. Αυτή η αυτοπαγίδευσή μας στην παραγωγικές ικανότητές μας και στον συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσής τους, που παραμένει πάντα ένας διαχωρισμός μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων όσο και αν βελτιώνει πραγματικά την υλική παραγωγή και αυξάνει τον πλούτο, δεν εγγυάται κατά κανένα τρόπο την υλική ευημερία όλων καθώς στον συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής η ευημερία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τον διαχωρισμό εργασίας και αξίας και με την με κάθε τρόπο συγκάλυψη της αδιαχώριστης σχέσης τους.
Αυτός ο διαχωρισμός είναι ένας κάθετος διαχωρισμός που στον άξονά του αναπτύσσονται ζεύγη εξίσου διαχωρισμένων κατηγοριών. Έτσι, ένα δυιστικό μοντέλο αλληλοαποκλειόμενων όρων σχηματοποιεί τη μορφή της πραγματικότητας που βιώνουμε ως άτομα και τον τρόπο με τον οποίο την προσλαμβάνουμε νοητικά και ψυχολογικά, σχηματίζει την μορφή της κοινωνίας μας. Αυτό-που-είναι είναι αυτό-που-μπορεί-να-είναι και μόνον αυτό. Αν το ανέφικτο ήταν εφικτό θα είχε ήδη υπάρξει.
Ακόμα κι αν έχουμε ενστερνιστεί αξιωματικά αυτή την βασική παραδοχή, υπάρχει μια άλλου είδους συνισταμένη που επανέρχεται ξανά και ξανά, σαν μια φωνή από ένα βαθύτερο και άρρητο υπόστρωμα της ύπαρξης, να μας υπενθυμίζει ότι «κάτι λείπει»[2]. Αυτό το «κάτι» που λείπει μας κάνει να στραφούμε στην πραγματικότητα και επιτρέπει στην άρνησή μας να αναθερμαίνει την επιθυμία μας για το άλλο, αυτό που-θα-μπορούσε-να-είναι.

Τα όσα λέω ακούγονται αφηρημένα και όντως είναι. Αν θέλω να είμαι συνεπής τόσο προς τις ιδέες μου όσο και απέναντί σας, θα πρέπει να γίνω σαφής και συγκεκριμένος. Να πω δηλαδή ότι αυτή η συνθήκη που μέσα της όλοι μας ασφυκτιούμε και την οποία υποστηρίζουμε ότι πρέπει με κάθε τρόπο να ξεπεράσουμε είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, μια συγκεκριμένη, αν και ίσως ασταθής και συνεχώς διακυβευόμενη, μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτός ο συγκεκριμένος, ιστορικός τρόπος παραγωγής είναι φυσικά ο καπιταλισμός (με όποια μορφή και αν εμφανίζεται). Είναι αυτονόητο ότι σε αυτόν τον όρο συμπεριλαμβάνω και τον κρατικό καπιταλισμό των κατ’ όνομα μόνο σοσιαλιστικών καθεστώτων που κατέρρευσαν με παταγώδη θόρυβο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αποδεικνύοντας με οδυνηρό για τους υπηκόους τους (και όχι μόνο) τρόπο ότι ο μοναδικός βιώσιμος καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός της (ελεγχόμενα) ελεύθερης αγοράς, του μονοπωλίου των πολυεθνικών, της διατήρησης μιας ολοένα και αυξανόμενης αριθμητικά στρατιάς ανέργων, της απεριόριστης εκμετάλλευσης της φύσης και της αχαλίνωτης εξάπλωσης των ιδιαζόντων καπιταλιστικών σχέσεων τόσο στον γεωγραφικό χώρο όσο και στο ίδιο το κοινωνικό σώμα αλλά και στην ατομική υπόσταση.
Δεν θα αναλώσω το χρόνο σας σε μια καταγγελτική ρητορεία για την απανθρωπιά του καπιταλιστικού συστήματος και την εκ μέρους του αποικιοποίηση σχεδόν κάθε πτυχής της ατομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι τόσο πρόδηλα και πασιφανή τα προβλήματα και τα αδιέξοδα του συστήματος αυτού που δεν χρειάζεται να επαυξήσω. Μια απλή ματιά γύρω μας, μια ματιά στη φύση αλλά και μέσα μας, μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα απ’ όσα εγώ θα μπορούσα να περιγράψω εδώ. Με αυτή τη δήλωση δεν αποποιούμαι με κανέναν τρόπο την κριτική, την άρνησή μου σε αυτόν τον κόσμο και την οργισμένη αντίδραση που μου προκαλεί. Ίσα-ίσα, στόχος μου είναι να ενδυναμώσω την κριτική αλλά και την οργισμένη αντίδρασή μου με κάθε τρόπο, τόσο στο επίπεδο του λόγου όσο και στο επίπεδο της πράξης.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στις πρακτικές μας, στην καθημερινή μας δραστηριότητα, στην καθημερινή μας ζωή, στις πράξεις μας, στις σχέσεις μας. Εδώ είναι το σημείο εκκίνησης αλλά και το πεδίο έκφρασης κάθε αγώνα και αντίστασης: η υλική εδώ-και-τώρα πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε, η οποία μας κατασκευάζει και την οποία κατασκευάζουμε. Εδώ μπορούμε να θεμελιώσουμε τη δυνατότητα για το άλλο, αυτό που-θα-μπορούσε-να-είναι. Σε μια υλική βάση, που περιλαμβάνει το σώμα μας, τα συναισθήματά μας, τις σκέψεις μας, τις δυνατότητές μας. Είμαστε αναμφίβολα αλλοτριωμένοι, διαχωρισμένοι, κατακερματισμένοι και πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, είμαστε αποπροσανατολισμένοι και συγχυσμένοι. Όμως αρκεί να κοιτάξουμε τον διπλανό μας για να ανακαλύψουμε ότι και στα δικά του μάτια έχει φωλιάσει εξίσου ο τρόμος. Αυτό που μας ελέγχει και μας κυριαρχεί είναι διαπλεγμένο, συνυφασμένο με την ίδια μας τη ζωή, με τον τρόπο που παράγουμε τόσο τον εαυτό μας και τις προσωπικές μας σχέσεις όσο τα μέσα προς το ζειν και τις κοινωνικές μας σχέσεις. Όπως παρατηρεί ο Fredric Jameson, «είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού»,[3] και τις περισσότερες φορές, συμπληρώνω εγώ, είναι πιο πιθανό να ταυτίζουμε αυτά τα δύο σε ένα υπέρ-θεαματικό τέλος, ένα είδος Αποκάλυψης που δικαιώνει τις πεποιθήσεις τόσο των θεοσεβούμενων όσο και των κινδυνολόγων. Όμως, μια τέτοια αντίληψη, κοινότοπη σήμερα, αποτελεί έναν μηχανισμό καταστολής της επιθυμίας, μια αναπαραστατική στρατηγική που προβάλει το ζοφερό τέλος των πάντων ως «μοίρα» της αλόγιστης ύπαρξης και των ανυπέρβλητων αντιφάσεών της.

Μπορεί να είμαστε οικονομικά εύποροι, μπορεί να είμαστε φτωχοί, μπορεί να είμαστε όμορφοι, έξυπνοι, γενναίοι, χαρισματικοί ή ότι άλλο, όπως μπορεί να είμαστε άσχημοι, μέτριας νοημοσύνης, δειλοί ή άχρωμοι και ουδέτεροι. Όλοι αυτοί οι ορισμοί είναι ορισμοί που μας «περιγράφουν» και μας «ορίζουν» εν μέρει, επ’ ουδενί λόγω μας «εξαντλούν». Δεν είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μας προσδίδουν την «ανθρωπινότητά» μας. Η ιδιάζουσα ανθρώπινη κατάσταση έγκειται στην ικανότητά μας, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας και τις διαφορές, να μπορούμε να φανταστούμε, να «απεικονίσουμε» και έτσι να έχουμε τη δυνατότητα να συντονίσουμε τη δράση μας, είτε ως «εργασία» είτε ως «πράξη», προς αυτό που-θα-μπορούσε-να-είναι. Η ουτοπία είναι πρώτα απ’ όλα μια επιθυμία.
Θα ήταν αδιανόητο να φανταστούμε μια ριζική αλλαγή αν δεν είχαμε κάποιου είδους επιθυμίας γι’ αυτήν. Θα ήταν παράδοξο εγώ να μιλάω κι εσείς να με ακούτε αν όλοι μας δεν νιώθαμε την ανάγκη ή την περιέργεια να συζητήσουμε για αυτήν την ουτοπική επιθυμία. Αυτό που μάθαμε από τους Καταστασιακούς και το πρόγραμμά τους –για να αναφερθώ σε ένα επίκαιρο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων τούτων παράδειγμα– είναι η καίρια σημασία αυτής της επιθυμίας η οποία εκφράζεται σαν μια διαρκής και ριζική άρνηση (ας μην ξεχνάμε π.χ. το σύνθημα “Ne travaille jamais” – «Μη δουλέψεις ποτέ») που ενοράται και αποσκοπεί όμως στη θετικότητα της ελεύθερης, αυτόνομης κοινωνίας. Οι Καταστασιακοί αντιπρότειναν στη μιζέρια της καθημερινότητας στον ελεγχόμενο από το κεφάλαιο και τις καπιταλιστικές σχέσεις κόσμο το δικό τους «θετικό» Πρόγραμμα, τη δημιουργία «καταστάσεων» για το ξεπέρασμα του «εργαλειακού», πραγμοποιημένου γεγονότος, όπως ας πούμε είναι η τέχνη και η πολιτική, δηλαδή το ξεπέρασμα της πραγμοποίησης και της αλλοτρίωσης που έχει ριζοσπαστικοποιήσει πια ο κόσμος του θεάματος, εννοημένος ως ο λόγος «αυτοθαυμασμού» του εμπορεύματος στο πλαίσιο ενός κόσμου που του ανήκει ολοκληρωτικά. Οι Καταστασιακοί μας λένε πως κάθε άρνηση είναι άρνηση αυτού-που-είναι, όμως άρνηση που ταυτόχρονα είναι πάντα μια προβολή στο φόντο αυτού που-θα-μπορούσε-να-είναι. Παραπέμποντας στον Μαρξ και στη γνωστή διαφορά μεταξύ μέλισσας και αρχιτέκτονα, νομίζουμε ότι είναι σημαντικό, αν όχι απαραίτητο, να οραματιζόμαστε τη μορφή του άλλου κόσμου που αγωνιζόμαστε να υλοποιήσουμε. Και η προσπάθειά μας να δώσουμε μορφή στην επιθυμία μας δεν μπορεί παρά να εδράζεται στην έλλογη πράξη και στις δυνατότητες που τις παρέχονται για να αναπτυχθεί. Από την άλλη, η προσπάθεια μορφοποίησης θα πρέπει να γίνεται καθαυτή ισχυρό κίνητρο για δράση, δηλαδή για πράξη. Αν επιθυμούμε έναν άλλο κόσμο είμαστε εμείς αυτοί που θα τον δημιουργήσουμε.

Θα ολοκληρώσω την παρέμβασή μου με μία διευκρίνιση: Αν μιλάω σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο δεν είναι γιατί πιστεύω ότι μιλάω εκ μέρους ενός συγκροτημένου «συλλογικού υποκειμένου», μιας φυλής, μιας εθνότητας, μιας μειονότητας, ενός κόμματος, μιας ομάδας ή μιας τάξης, αλλά γιατί ενώνω τη φωνή μου με άλλες φωνές που μιλάνε την ίδια «γλώσσα» με μένα, σε μια «κοινότητα» απόψεων, σε μια κοινή παράδοση σκέψης και πράξης – σαν άλλα κλαδιά μιας κοινής ρίζας που απλώνονται από δω κι από κει, σε αντίθετες κατευθύνσεις αλλά είναι μέρος και συμβάλλουν στην ανάπτυξη του ίδιου δέντρου: έτσι το «εγώ» γινόμαστε «εμείς». «Εμείς» που αγωνιζόμαστε με κάθε τρόπο για την αυτονομία μας και την αυτό-διαχείριση της ζωής μας, ακόμα κι όταν διαφωνούμε στο «τι» και το «πώς», μοιραζόμαστε πολλά και άλλα τόσα πολλά μας χωρίζουν. Όμως παραμένουμε «εμείς» και όχι απλώς «εγώ» γιατί ξέρουμε πως κανένα «εγώ» δεν μπορεί να είναι ελεύθερο χωρίς να είναι ελεύθερα και τα άλλα «εγώ», χωρίς να είμαστε ελεύθεροι «εμείς». Κανένας δεν πρέπει να πεινάει σε έναν ανθρώπινο κόσμο! Η ελευθερία μας τεκμηριώνεται όχι στον αυτιστικό «μονόλογο», στην μονοδιάστατη ύπαρξη αλλά στον «διάλογο», στην «κοινότητα» και στη συνύπαρξη, δηλαδή στην αλληλεγγύη, τη συνεργασία και τη σύμπραξη των ανθρώπων όπως εμείς, που οραματιζόμαστε έναν καλύτερο κόσμο για όλους, που οραματιζόμαστε και προσπαθούμε ενσυνείδητα να πραγματοποιήσουμε τον ελευθεριακό σοσιαλισμό.


* Παρέμβαση στη συζήτηση με θέμα «Το μέλλον της Ουτοπίας» που έγινε στην Αγορά της Κυψέλης, την Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Από πού πάνε για την Ουτοπία;» που διοργάνωσαν η Κατερίνα Νασιώκα και ο Δημήτρης Χαλάτσης.

[1] Ernst Bloch - Th. W. Adorno, Κάτι λείπει. Μια συζήτηση για τις αντιφάσεις της ουτοπικής επιθυμίας, εισ.-μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, Έρασμος, Αθήνα 2000, σ. 31. Την ίδια φράση παραθέτει στην προμετωπίδα του κλασικού βιβλίου του Λιούις Μάμφορντ Η ιστορία των ουτοπιών, Νησίδες.

[2] Φράση του Μπρεχτ από το έργο του Μαχάγκοννυ. Αναφ. από τον Μπλοχ, όπ.π., σ. 29.

[3] Fredric Jameson, Οι Αρχαιολογίες του Μέλλοντος. Τόμος 1: Η Επιθυμία που λέγεται Ουτοπία, μτφρ. Μιχάλης Μαυρωνάς, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2008, σ. 356.