Ο Μάης του ’68, οι σημασίες κι οι αξίες του

Του Μωυσή Μπουντουρίδη

Για τον Jacques Lacan υπάρχουν δύο είδη θανάτου, ο πρώτος είναι ο φυσικός και ο δεύτερος ο συμβολικός (π.χ., η ταφή). Δεδομένου, λοιπόν, ότι κάθε ιστορικό συμβάν έχει μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αν ο φυσικός θάνατος είναι η στιγμή του τελειωμού του, μήπως θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν συμβολικοί θάνατοι οι επαναλαμβανόμενες σε τακτά χρονικά διαστήματα τελετές, οι επέτειοι και οι πανηγυρικοί εορτασμοί του; Όμως, τέτοιοι τελετουργικοί συμβολισμοί δεν αντιπαραβάλλονται μόνο απέναντι στην ζωντάνια και τον άμεσο δυναμισμό, που είχε κάποτε το συμβάν, όταν αρχικά λάμβανε χώρα. Επιπλέον, οι συμβολισμοί λειτουργούν αναδρομικά και μέσα από άλλους δύο κοινωνικούς μηχανισμούς: τη νοηματοδότηση και τη νομιμοποίηση. Από τη μια μεριά, οι συμβολικές αναπαραστάσεις στέκονται διαλεκτικά σε σχέση με αντιλήψεις και σκέψεις για το συμβάν, δηλαδή, με νοήματα, σημασίες και ερμηνείες. Όχι μόνο γιατί όλα αυτά αρθρώνονται διαλογικά και εννοιολογικά μέσα στους συμβολισμούς. Επίσης και γιατί η νοηματοδότηση ενός παρελθόντος συμβάντος ανοίγει τον χώρο των δυνατοτήτων, για να ξανασυμβεί αυτό και στο μέλλον. Γιατί, όπως έλεγε ο Jean-Paul Sartre για το 1968, «αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι η δράση έγινε, όταν όλοι έκριναν πως ήταν αδιανόητη: έγινε, επομένως, μπορεί να ξαναγίνει». Από την άλλη μεριά, μέσω των συμβολικών αναπαραστάσεων νομιμοποιείται η δράση για κοινωνικούς μετασχηματισμούς, για την ανάσταση, για το ξαναζωντάνεμα του πεθαμένου συμβάντος. Πώς; Όταν τα σύμβολα γίνονται ιδέες, ιδανικά και αξίες. Γιατί με την αφοσίωση και τις δεσμεύσεις σε αυτά νομιμοποιούνται ηθικά και κανονιστικά εκείνες οι ιδιαίτερες στάσεις ζωής, οι εκφράσεις πιστότητας στην αλήθεια του συμβάντος, που μπορούν να οδηγήσουν στο ξαναρχίνισμά του. Γιατί, όπως έλεγε ο Alain Badiou, «το ηθικό είναι μάλλον η επανεκκίνηση, παρά η συνέχιση».
Βέβαια, απέναντι στο συμβάν του Μάη του ’68, δεν συμπαρατάσσονται μονάχα οι υποκειμενικότητες, που νοηματοδοτούνται σημασιολογικά ή νομιμοποιούνται ηθικά με βάση την πίστη στις αλήθειες του ή την εμμονή στους κοινωνικούς αγώνες για την ανάστασή του. Απέναντί του βρίσκονται και οι δυνάμεις είτε της αντίδρασης ή της συσκότισης του περιεχομένου των κινητοποιήσεων, που έγιναν στην Γαλλία τον Μάη του 1968 (κι αλλού περίπου τότε). Πέρα, όμως, από αυτές, μήπως, με το πέρασμα του χρόνου, ο Μάης του ’68 κινδυνεύει να ξεχαστεί; Σίγουρα, θα μπορούσε να προβληματιστεί κανείς γι’ αυτό, βλέποντας τη μελαγχολική επετειακή τυπολατρία σαν μορφή ενόρμησης προς τον δεύτερο, τον συμβολικό θάνατο. Αλλά τότε, πού, σε ποιους λόγους, οφείλεται μια τέτοια συλλογική λήθη; Στην απάντηση αυτού του ερωτήματος είναι που υπάρχει κάτι το παράξενο (Kristin Ross). Γιατί παράδοξο φαίνεται να είναι το γεγονός ότι το έργο της διάβρωσης της συλλογικής μνήμης δεν μπορεί να χρεωθεί, δεν προέρχεται τόσο από τους γνωστούς και άγνωστους κύκλους της αντίδρασης ή της συσκότισης, όσο από μια πλεονασματική έξαψη ενός κυρίαρχου λόγου για τον Μάη του ’68. Σαν φαινομενικό στόχο του, ο λόγος αυτός έχει την δήθεν αμερόληπτη ανάλυση και ερμηνεία της σημασίας των γεγονότων του Μάη. Τελικά, όμως, καταλήγει να δημιουργεί τέτοια σύγχυση, αποπροσανατολισμό και παραπληροφόρηση, ώστε, για πολύ κόσμο, το ιστορικό συμβάν του Μάη να τείνει να βγαίνει έξω από την δημόσια συλλογική μνήμη. Ενώ είναι σίγουρο ότι υπάρχει έλλειμμα πειστικότητας στις φωνές της αντι-ολοκληρωτικής ή της αντι-κομουνιστικής υστερίας των αντιδραστικών ιστορικών ή φιλόσοφων. Ενώ είναι φανερό το έλλειμμα σοβαρότητας στις περισσότερες σκοταδιστικές απόψεις, που θέλουν να θάψουν τον Μάη, όπως του «εκκαθαριστή» Σαρκοζύ. Το κύριο πρόβλημα με τον πληθωρικό λόγο για τον Μάη, που καταντά να γίνει αντίλογος σε βάρος του ίδιου του συμβάντος, είναι ένα πρόβλημα σημασιολογικό και ηθικό. Η σύγχυση προέρχεται είτε γιατί αναζητούνται οι σημασίες για τον Μάη μέσα σε ιδέες και εννοιολογικά πλαίσια, που είναι εντελώς ξένα, πλήρως αποστασιοποιημένα, δεν έχουν την παραμικρή σχέση, με το ιστορικό πολιτικό συμβάν του Μάη του ’68. Είτε γιατί πρόκειται για αναλύσεις, που στηρίζονται και στηρίζουν κάποια αξιακά πρότυπα, τα οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετα και ανταγωνιστικά απέναντι στο σύνολο των ηθικών αρχών, που απορρέουν από την πίστη στα οράματα του Μάη και τις αντίστοιχες ελπίδες για την εφικτότητα κάποιων εναλλακτικών κοινωνικών μορφών.
Για παράδειγμα, ο λόγος για τον Μάη διανοούμενων, όπως οι Gilles Lipovetsky, Luc Ferry, Alain Renaut κ.ά., από τους «νέους φιλοσόφους» (και με πρώην αριστεριστές ανάμεσά τους). Προσάπτοντας αυθαίρετα, χωρίς καμιά ενδελεχή αιτιολόγηση, στο συμβάν του ’68 κάποια χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 1980, αποσκοπούσαν να κατασκευάσουν αναδρομικά ένα «πνεύμα του Μάη», μ’ έναν τρόπο που θα διόρθωνε και θα αποκαταστούσε την ανώμαλη και διαταραγμένη ουσία της εξέγερσης του ’68. Με τον Μάη δήθεν άνοιγαν οι δίαυλοι της διάπλατης επικοινωνίας και της συναινετικής ομοφωνίας ενός νεο-Habermasιανού τύπου: του ελευθέρου λόγου και διάλογου, της δημοκρατικής συμμετοχής σε ανοιχτές συζητήσεις και διαβουλεύσεις, της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, αλλά και του ξέφρενου καταναλωτισμού. Ήθελαν, δηλαδή, να δουν το 1968 βεβιασμένα, σώνει και καλά, σαν τον προάγγελο και το άλλοθι της δεκαετίας του 1980, μιας περιόδου που χαρακτηριζόταν από την εξατομίκευση, την ιδιωτικοποίηση και τον θρίαμβο της δημοκρατίας της καπιταλιστικής αγοράς και της ιδεολογίας των φιλελεύθερων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όμως, όπως επεσήμανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αυτό το «πνεύμα του ’68» στην πραγματικότητα ήταν το πνεύμα του αντί-’68, ένα πνεύμα που θεμελιωνόταν πάνω στα ερείπια του κινήματος του ’68.
Και αυτό μας φέρνει στην περίπτωση του περιβόητου «νέου πνεύματος του καπιταλισμού» των Luc Boltanski και Eve Chiapello. Πρόκειται για ένα κοινωνιολογικίζον σχήμα της τρέχουσας τρίτης φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού, η οποία, όπως υποστηρίζεται, χαρακτηρίζεται τώρα από τις αντι-ιεραρχικές δομές του μετα-Φορντισμού, την ανάπτυξη πολλαπλών οριζόντιων δικτύων παραγωγής, οργάνωσης και επικοινωνίας, την φιλελευθεροποίηση του καπιταλισμού. Και όλα αυτά υποστηρίζεται ότι προήλθαν από τη νέα-κινηματική «καλλιτεχνική κριτική» της εποχής του Μάη (σε αντιδιαστολή και διαφοροποίηση από την προγενέστερη «κοινωνική κριτική» του παραδοσιακού εργατικού κινήματος). Σωστά, το 1968 αναπαρίσταται από τις φωνές διαμαρτυρίας για την απομαγικοποίηση του καπιταλισμού, τη μιζέρια και την απώλεια της αυθεντικότητας της καθημερινότητας, την καταπιεστική υποδούλωση σε αυταρχικές τεχνολογίες, σε εργαλειακές λογικές, σε εγωιστικούς ωφελιμιστικούς οικονομικούς υπολογισμούς. Λάθος, όμως, υποστηρίζεται ότι η επαναστατική ορμή του Μάη ξαφνικά στέρεψε, αποφορτίσθηκε από το ανατρεπτικό και συγκρουσιακό δυναμικό της, έγινε μόδα, έχασε την οποιαδήποτε αγωνιστική συνάφεια για ριζοσπαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς και, ως δια μαγείας, μεταμορφώθηκε σε παθητικό διαφημιστικό πιόνι του νέου αφομοιωτικού πνεύματος του καπιταλισμού.
Όπως παρατηρεί ο Slavoj Zizek, τουλάχιστον, για τον Toni Negri και τον Michael Hardt, το νέο πνεύμα του καπιταλισμού περιέχει το σπέρμα του κομουνισμού, στο βαθμό που προωθείται η ανάδυση του «γενικού νου» μέσα από τα πλήθη της αντίστασης στον καπιταλισμό. Συνεπής με τις αρχικές εκτιμήσεις του Μαρξ, ο Negri θεωρεί ότι όχι μόνο είναι μακροπρόθεσμα ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό η ανάδυση της σύγχρονης «άυλης εργασίας» και της «κοινωνικής γνώσης», αλλά τελικά το αγωνιστικό «κοινό στοιχείο» θα ρίξει τον καπιταλισμό. Η ειρωνεία είναι ότι οι ιδεολόγοι του «νέου πνεύματος» πρεσβεύουν ακριβώς το αντίθετο. Γι’ αυτούς, το μήνυμα του Μάη ήταν ότι οι κοινοί αγώνες (και η θεωρητική κονιορτοποίηση του Μαρξισμού) αποτέλεσαν τους παράγοντες σταθεροποίησης του νέου αφομοιωτικού και ευέλικτου καπιταλισμού.
Μπροστά, λοιπόν, σε αυτή την ερμηνευτική σύγχυση και την ηθική χειραγώγηση, ποια σημασία, ποια αξία μπορεί να έχει σήμερα ο Μάης του ’68; Την απάντηση την δίνουν οι ίδιοι οι σημερινοί αγώνες της χειραφέτησης και αντίστασης, τα κοινωνικά κινήματα εναντίον της επισφάλειας, των πολέμων και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Είναι η πίστη στην αναγκαιότητα ενός άλλου κόσμου, η εφικτότητα του οποίου συνεχίζει να επιβεβαιώνεται μέσα από τις μικρές στιγμές, όταν διασταυρώνονται τα βλέμματά μας, ή όταν συναντώνται οι ελπίδες και τα όνειρά μας. Αυτό είχε γίνει πριν σαράντα χρόνια στην Γαλλία, αυτό έγινε μόλις χθες στις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό θα ξαναγίνει.

(2 Μαΐου 2008)
Πηγή:
http://thrymmata.blogspot.com/2008/05/68.html