Μεταμορφώσεις της εργασίας και σύγχρονες μορφές ζωής

Του Φώτη Τερζάκη

Από τις σπουδαιότερες κορυφώσεις του επαναστατικού πνεύματος του ’68 υπήρξε το ιταλικό κίνημα της Εργατικής Αυτονομίας, το οποίο στις μετωπικές αντιπαραθέσεις και στις άγριες απεργίες του Βορρά εκείνης της εποχής έθεσε ανοιχτά υπό αμφισβήτηση το ίδιο το καθεστώς της μισθωτής εργασίας. Προδομένο από τη συμμαχία της κοινοβουλευτικής Αριστεράς με τους Ιταλούς βιομηχάνους γνώρισε την ωμή καταστολή των χρόνων του ’70, και στα τέλη αυτής της δεκαετίας όλοι σχεδόν οι ηγέτες του Potere Operaio συνελήφθησαν και δικάστηκαν ή αναγκάστηκαν για τον ίδιο λόγο να δραπετεύσουν από την Ιταλία. Κάπου 30 χρόνια αργότερα, κάποιοι απ’ αυτούς επανεμφανίζονται ως θεωρητικοί παγκοσμίου κύρους με κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις που διεκδικούν ευρύτατα ακροατήρια. Χαρακτηριστικά ο Tony Negri με το διάσημο έργο του Αυτοκρατορία (2000, σε συνεργασία με τον M. Hardt1) και, στην ίδια γραμμή σήμερα, ο Paolo Virno. Η Γραμματική του πλήθους (2003)2 είναι στην πραγματικότητα η όψιμη διδακτορική διατριβή του P. Virno, ο οποίος τώρα διδάσκει Επικοινωνίες στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας. Είναι το έργο του που διαβάστηκε περισσότερο και, όπως θα δούμε, ένα έργο που διασυνδέεται απευθείας με την πρόσφατη σκέψη του Negri, πολύ περισσότερο απ’ όσο με τις παλαιότερες αναλύσεις της Αυτονομίας. Αξίζει να δούμε λοιπόν τι έχει αλλάξει στη σκέψη αυτών των στοχαστών μέσα στις λίγες δεκαετίες που μεσολάβησαν.
Στα κείμενα των θεωρητικών της Αυτονομίας από τη δεκαετία του ’70 εμφανίζεται η έννοια του «εργάτη-μάζα» ή του «κοινωνικού εργάτη». Πρόκειται για μία διεύρυνση της κλασικής έννοιας του προλεταριάτου προκειμένου να περιλάβουν στην ίδια κατηγορία τους περιστασιακά απασχολούμενους ή ακόμη και τους ανέργους, ακριβώς τη στιγμή που η γενικευμένη εισαγωγή του αυτοματισμού στην παραγωγή άλλαζε δραματικά το καθεστώς της εργασίας και δημιουργούσε το φαινόμενο που ονομάστηκε δομική ανεργία. Η γενική ιδέα ήταν πως η αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού απαιτούσε έλεγχο όχι μόνο της εργασίας αλλά και του ελεύθερου χρόνου, και των ιδιωτικών συμπεριφορών, ολόκληρης της ζωής εν ολίγοις των ανθρώπων, ούτως ώστε μπορούμε να μιλήσουμε για μαζική «προλεταριοποίηση» του πληθυσμού
· βάσει αυτής της σύλληψης μπορούσαν να διεκδικηθούν δικαιώματα και για εκείνους που είχαν πεταχτεί έξω από την αγορά εργασίας, και για εκείνους των οποίων η εργασία δεν είχε ποτέ θεσμική μορφή –παράδειγμα: η νεολαία, οι γυναίκες– αλλά επίσης να προταθεί η ιδέα του «κοινωνικού μισθού» με στόχο να απεξαρτηθεί η κοινωνική αναπαραγωγή από τις μισθωτές μορφές εργασίας. Μια διαπίστωση δηλαδή που συνελάμβανε τη μετατροπή ολόκληρης της κοινωνίας σε μεταφορικό εργοστάσιο, σύμφωνα με την ολοκληρωτική ροπή του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού, γινόταν μοχλός για τη βίαιη διεκδίκηση μιας επιστροφής της υπεραξίας στην κοινωνία.
Η έννοια της «μάζας» που χρησιμοποιούσαν τότε αυτοί οι διανοητές (στην έκφραση, ας πούμε, «εργάτης-μάζα») ήταν μια έννοια που εισήχθη στις θεωρητικές συζητήσεις από τις αρχές περίπου του εικοστού αιώνα, κυρίως από συντηρητικούς στοχαστές όπως ο J. Ortega y Gasset (Η εξέγερση των μαζών, 19303) οι οποίοι θρηνούσαν τη μαζοποίηση των σύγχρονων κοινωνιών, με όλα τα χαρακτηριστικά της αποξένωσης, αποπροσωποποίησης, της παρακμής των ανώτερων αξιών, κτλ. Ριζοσπάστες θεωρητικοί από τον μεταμαρξιστικό χώρο, όπως η Σχολή της Φραγκφούρτης, παρέλαβαν αυτή την έννοια δείχνοντας τον πραγματικό της συσχετισμό με το διευθυντικό-γραφειοκρατικό μοντέλο του ύστερου καπιταλισμού και με τις στρατηγικές που αυτό ανέπτυσσε, κυρίως μέσω της πολιτιστικής βιομηχανίας, για τη χειραγώγηση σε μεγάλη κλίμακα των ανθρώπινων αναγκών και συμπεριφορών (η προβληματική της «μαζικής κουλτούρας»). Σε όλες αυτές τις χρήσεις ο όρος είχε αρνητική συνδήλωση, ανεξαρτήτως της διάγνωσης του φαινομένου που επιχειρούσε η κάθε πλευρά, και υποδήλωνε μια σειρά από ανησυχητικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων κοινωνιών, όπως η καταστροφή της ανεξάρτητης ατομικότητας, η παρακμή της παραδοσιακής έννοιας του πολίτη, η άρση των φιλελεύθερων διαμεσολαβήσεων μεταξύ οικονομικών και πολιτικών λειτουργιών, αφενός, και ιδιωτικής/δημόσιας σφαίρας, αφετέρου – σημάδευε δηλαδή τις ολοκληρωτικές εξελίξεις μέσα στην καρδιά των ίδιων των «φιλελεύθερων» κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών της Δύσης.
Ο όρος «πλήθος» (
multitudo) που χρησιμοποιεί εμβληματικά σήμερα ο Virno, τον οποίο έθεσε σε κυκλοφορία βεβαίως ο Negri, είναι με κάποια έννοια κληρονόμος εκείνης της παλαιάς έννοιας της «μάζας», μπολιασμένος ωστόσο από το θεωρητικό ιδίωμα του Jules Deleuze από το οποίο εν τω μεταξύ επηρεάστηκαν τούτοι οι πρώην θεωρητικοί της Αυτονομίας. Με μια ουσιώδη νοηματική διαφορά: έχοντας ενδώσει πλέον σε έναν μεταμοντέρνο κρυπτοκομφορμισμό (κατά το παράδειγμα του φιλοσοφικού μέντορά τους) που επιζητεί δήθεν «θετικές όψεις» στον άκρως τεχνικοποιημένο καπιταλισμό των ημερών μας, χωρίς ν’ αποποιούνται ταυτόχρονα μια επαναστατικοφανή ρητορική, προσπαθούν να βρουν εποικοδομητικές πλευρές στα ανησυχητικά φαινόμενα που κανονικά σηματοδοτεί ο όρος. Έτσι, σύμφωνα με τη συλλογιστική που αναπτύσσει εδώ ο Virno, το «πλήθος» αντιτίθεται στον «λαό» όπως ακριβώς αντιτίθεται η κοινωνία στο κράτος, ο Σπινόζα στον Χομπς, η ανεστιότητα στην εδαφικότητα και η φυγόκεντρη κίνηση στην κεντρομόλο. Η επικράτηση της «γενικής διάνοιας», δηλ. ενός συνόλου επικοινωνιακών κοινών τόπων (βλ. διαδίκτυο), ο μηδενισμός που συνδέεται με τις διάχυτες μορφές ανασφάλειας, ακόμη και αποκρουστικές ψυχικές παραμορφώσεις όπως ο καιροσκοπισμός και η φλυαρία (δηλ. αποσύνδεση της γλώσσας από το αναφερόμενό της) γίνεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια να παρουσιαστούν στη δυνητικά θετική, δηλαδή απελευθερωτική τους όψη. Γιατί;
Άξονας όλου του επιχειρήματος του
P. Virno είναι η αντιπαράθεση φορντικού-μεταφορντικού μοντέλου εργασίας. Όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω απορρέουν από την προσαρμογή των ανθρώπων στο μεταφορντικό μοντέλο εργασίας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες μορφές παραγωγής και αντιτίθεται ριζικά, υποτίθεται, στον ταιηλορισμό/φορντισμό που εφαρμοζόταν κατά τον προηγούμενο τρόπο οργάνωσης του καπιταλισμού (μέχρι περίπου το 1970). Δηλαδή, στην αποκτηνωτική εργασία της αλυσίδας παραγωγής, όπου ο εργαζόμενος δούλευε μηχανικά και τμηματικά χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο στο προϊόν και στη συνολική διαδικασία, σήμερα έχουμε την ελαστική, «ευφυή» λεγόμενη εργασία που συνδέεται περισσότερο με την τεχνολογία και τις στρατηγικές της επικοινωνίας. Βεβαίως η εξάρτηση της εργασίας από την εργοδοσία παραμένει, μαζί με όλες τις ανεπιθύμητες και αυταρχικές ιεραρχίες που συνεπάγεται, και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει ν’ ανατραπεί· ωστόσο για τον Virno η φύση αυτών των νέων μορφών εργασίας υποτίθεται ότι ασκεί ικανότητες οι οποίες προηγουμένως ανήκαν στη σφαίρα της πολιτικής (του πρακτικού, σε αντίθεση με το τεχνικό πεδίο, κατά την ορολογία του Αριστοτέλη) και, άρα, παιδαγωγεί μεγάλες μάζες ανθρώπων, εργαζομένων όσο και μη εργαζομένων με τη συμβατική έννοια, σε μορφές δυνητικής αυτονομίας.
Η ιδέα αυτή είναι απολύτως ατυχής. Πρώτον, οι παραδοσιακές (ταιηλορικές/φορντικές) μορφές εργασίας καθόλου δεν προορίζονται να εξαφανιστούν, αφού δυστυχώς δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί ο ανθρώπινος τύπος εκείνος που θα τρέφεται αποκλειστικά με πληροφορία
· επίσης, το κράτος κάθε άλλο παρά έχει αποδυναμωθεί, αφού όσο λιγότερο ελεύθερο είναι να χαράζει αυτόνομα την πολιτική του από εξωτερική άποψη τόσο περισσότερο ισχυροποιείται στο εσωτερικό του σαν δύναμη καταστολής, βιοπολιτικών παρεμβάσεων (για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Φουκώ που μάλλον εγκρίνει ο Virno) και ελέγχου της κίνησης του εργατικού δυναμικού. Το κυριότερο όμως, ακόμη κι εκεί όπου εφαρμόζονται οι νέες μορφές, ποιοτικά μιλώντας η διαφορά είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που θέλει να υποβάλει ο συγγραφέας. Αν στον φορντισμό μηχανοποιείται και απονεκρώνεται το σώμα του εργαζομένου (με όλες τις παθογενείς ψυχικές επιπτώσεις, φυσικά), τουλάχιστον ένα ίζημα σκέψης παραμένει δυνητικά αδέσμευτο· στο μεταφορντικό μοντέλο η καπιταλιστική λογική έχει αλώσει πλέον την ίδια τη σκέψη, τη διάνοια, η οποία στις «ευφυείς» μορφές εργασίας ακολουθεί την ίδια θλιβερή μοίρα του σώματος στις αλυσίδες παραγωγής: εργαλειοποιείται και απολιθώνεται. Μόνο ένας αφελέστατος τεχνοκράτης θα τολμούσε να υποστηρίξει πως η εργασία του διαφημιστή, του μάνατζερ, του ειδικού των δημοσίων σχέσεων, του προγραμματιστή είναι λιγότερο αποκτηνωτική από τη εργασία του εργάτη στη βαριά αυτοκινητοβιομηχανία. Στην πραγματικότητα είναι απείρως περισσότερο, αφού πλήττει το ίδιο το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, την ανθρώπινη συνείδηση, δημιουργώντας υβριδικά ανθρωποειδή τα οποία όχι μόνο δεν είναι σε θέση να προσανατολιστούν σε οιαδήποτε έννοια αυτονομίας, αλλά χάνουν και το τελευταίο έρεισμα αντίστασης στο οποίο κάθε αυτοσυνειδησία έβρισκε στέρεο έδαφος – την απείθαρχη ενστικτώδη φύση.

1. Ελλ. έκδ. Scripta (Αθήνα 2002), μετ. Νεκτάριος Καλαϊτζής..
2.
Paolo Virno, Γραμματική του πλήθους. Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, μετ. Βασίλης Πασσάς, επιμ. Γιώργης-Βύρων Δάβος (Αλεξάνδρεια / Οδυσσέας: Αθήνα 2006).
3. Ελλ. έκδ. Δωδώνη (Αθήνα 1972), εισαγ.-μετ.-επιλεγ. Χρήστου Μαλεβίτση.

Για το ίδιο θέμα βλ. και το κείμενο «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα. Ή ο γυμνός θεωρητικός λόγος του μεταφορντισμού».

1 σχόλιο:

ilias είπε...

''Μόνο ένας αφελέστατος τεχνοκράτης θα τολμούσε να υποστηρίξει πως η εργασία του διαφημιστή, του μάνατζερ, του ειδικού των δημοσίων σχέσεων, του προγραμματιστή είναι λιγότερο αποκτηνωτική από τη εργασία του εργάτη στη βαριά αυτοκινητοβιομηχανία.''

Αν οι διαφημιστές , οι μάνατζερ και οι δημοσιοσχετίστες είναι αποκτηνωμένοι παρακινδυνευμένο να το λέει κανείς. Πάντως σίγουρα κατάφεραν να ΄΄οικιοποιηθούν΄΄ και να ΄΄επαναεδαφοποιήσουν΄΄ όλες εκείνες τις αφαιρέσεις , τις τακτικές και τις μεθόδους που χαρακτήρισαν το επαναστατικό πεδίο των κοινωνικών αγώνων των δεκαετιών 60 και 70. Αυτές τουλάχιστον που τους εξυπηρετούσαν. Παράξενη ικανότητα για κτήνη.