Χρέος, Πίστωση, Ενοχή: Σημειώσεις για μία γενεαλογική ανάγνωση του Μνημονίου


Του Θανάση Λάγιου

Βαδίζοντας προς τις εκλογές προκύπτει ένα ερώτημα: Πώς μπορεί μία κοινωνία να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ενώ ταυτόχρονα νιώθει ένοχη για την υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατίας της; Πώς μπορεί μία κοινωνία να επανεπινοήσει τη δημοκρατία της, ενώ την ίδια στιγμή πιστεύει ότι οφείλει την ίδια της την πολιτική και οικονομική επιβίωση σε εξωτερικές δυνάμεις δανειστών;
Είναι προφανές ότι αυτά ακριβώς τα αισθήματα ενοχής και οφειλής έχουν έως τώρα διαδραματίσει τον κύριο ρόλο στις κοινωνικές εξελίξεις σε ό,τι πλέον ονομάζεται «εποχή του Μνημονίου». Εξ ου και η κυρίαρχη αίσθηση ότι τα τελευταία δύο χρόνια επικρατεί ένας ηθικολογικός λόγος, όχι μόνο στις πολιτικές αναλύσεις, είτε ως «στάση υπευθυνότητας και αυτοσυγκράτησης» (μνημονιακές δυνάμεις) είτε ως στάση «αγανάκτησης και απειθαρχίας» (αντι-μνημονιακές δυνάμεις), αλλά και στις οικονομικές αναλύσεις, είτε ως «ανταπόκριση στην εμπιστοσύνη που μας έδειξαν οι δανειστές μας» είτε ως «μη αναγνώριση των οφειλών μας». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πάγκαλος με την απόφανση «Όλοι μαζί τα φάγαμε», συνόψισε ευφυώς το όλο ζήτημα, το διακύβευμα της εποχής, δηλαδή την αναδιανομή των σχέσεων ενοχής και οφειλής, δηλαδή του χρέους και της ευθύνης. Την πλέον αιχμηρή διατύπωση αυτής της ηθικολογικής προσέγγισης των πραγμάτων τη βρίσκει, άλλωστε, κανείς στο δίλημμα των εκλογών το οποίο είτε στην πολιτική του έκφραση (Δύση ή Ανατολή) είτε στην οικονομική του (Ευρώ ή Δραχμή) μεταφράζεται ηθικολογικά ως: Ενοχή ή Αθωότητα;
Ωστόσο, αν δεν σπεύσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά πάρουμε μία ανάσα και αποπειραθούμε να διαβάσουμε γενεαλογικά τα κύρια σημεία τους και τους όρους της ρητορικής τους που έχουν ενταχθεί πια στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, ίσως δούμε τότε τα πράγματα πιο καθαρά, καθώς αυτά τα ερωτήματα δεν προκύπτουν «εν κενώ», αλλά παίρνουν μορφή και αποκτούν περιεχόμενο μέσα από την ίδια την ιστορία μας. Αν, κατά Nietzsche, «το κληρονομικό ελάττωμα των φιλοσόφων είναι η έλλειψη ιστορικής αίσθησης», το κληρονομικό βάρος που σηκώνουμε αναπόφευκτα όλοι μας είναι η ίδια η ιστορία της γλώσσας και η γλώσσα της ιστορίας, η οποία κατά τον Marx, «βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών». Επομένως, ίσως, δεν χρειάζεται να αναλωνόμαστε σε μία συνεχή και ατελεύτητη κριτική της κυρίαρχης «προπαγάνδας», για να βρούμε πίσω από τα επίσημα ψέματα την αλήθεια που υποτίθεται ότι μας κρύβουν οι κυρίαρχοι, όταν δεν κάνουν καν τον κόπο να την κρύψουν. Αντίθετα, προσπαθούν επίμονα και ακατάπαυστα να την επιβάλλουν ως τη μοναδική. Αν ισχύει η φουκωική σύλληψη ότι οι σχέσεις εξουσίας παράγουν την αλήθεια και δεν την καταστέλλουν, με τον ίδιο τρόπο που παράγουν πλούτο, τότε ίσως πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στα λόγια της ίδιας της εξουσίας, για να κατανοήσουμε τις πρακτικές της πολιτικής οικονομίας της Αλήθειας.
Ενδεικτικά, λοιπόν, και παίρνοντας ως πρότυπο τη Δεύτερη Πραγματεία της Γενεαλογίας της Ηθικής (1887) του Nietzsche:

Μνημόνιο: Αν αναζητήσει κανείς την ετυμολογική προέλευση της λέξης, δε θα δυσκολευθεί να βρει τη λέξη μνήμη. Όπως αναφέρει και η Βικιπαίδεια, «ως μνημόνιο εννοείται οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο μέσο βοηθά τη μνήμη μέσω της καταγραφής γεγονότων ή συγκεκριμένων παρατηρήσεων πάνω σε ένα δεδομένο θέμα». Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη την αγγλική εκδοχή της, πληροφορούμαστε ότι το μνημόνιο (memorandum) είναι συντομευμένη μορφή του γερουνδιακού λατινικού τύπου «memorandum est», από το ρήμα memorare (υπενθυμίζω) και δηλώνει τον σκοπό: πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι…
Πώς επιτυγχάνεται η υπενθύμιση, πώς αποκτάται η ικανότητα της μνήμης; Μέσω θυσιών και πόνου. Για του λόγου το αληθές:
«Οι άνθρωποι στην Ελλάδα περνάνε πολλά, είναι πολύ σκληρό να σου μειώνουν τον ήδη χαμηλό μισθό». Angela Merkel, Γερμανίδα Καγκελάριος, 22.2.2012
ή
«Οι θυσίες, που ζητήθηκαν από τους Έλληνες για να μείνουν στο ευρώ, δεν είναι υπερβολικές». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 12.3.2012
ή
«Είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν επώδυνα μέτρα, με τη μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη σε κυβερνητικό, κοινοβουλευτικό και κοινωνικό επίπεδο». Christine Lagarde, διευθύντρια ΔΝΤ. 20.3.2012
ή
«Πώς να δημιουργηθεί μνήμη στο ζώο άνθρωπος; (…) Αυτό το παμπάλαιο πρόβλημα, (…), δε λύθηκε με ήπιες απαντήσεις και μέσα· ίσως, μάλιστα, να μην υπήρξε τίποτε πιο φοβερό και ανησυχητικό στην προϊστορία του ανθρώπου από τη μνημοτεχνική του». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 3.

Χρέος: Η ετυμολογία μας θυμίζει ότι το χρέος δεν είναι μόνο μία οικονομική έννοια, αλλά κατά βάση μία ηθική: χρέος είναι το καθήκον, το δέον που απορρέει από μία υπόσχεση την οποία δίνει κάποιος σε κάποιον άλλο (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, & Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Στις λατινογενείς γλώσσες, το ουσιαστικό debt (χρέος) προέρχεται από το de + habere (αποστερώ, χρωστώ), το οποίο συνδέεται ετυμολογικά – και ηθικά – με το habitus (έθος, συνήθεια, χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ή εκκλησιαστικής τάξης) (βλ. Online Etymology Dictionary).
Εξ ου και η άμεση σχέση χρέους και ενοχής.

Ενοχή: ετυμολογικά, ανακαλύπτουμε ότι η αρχική σημασία της λέξης είναι η ευθύνη και η υποχρέωση που έχει κανείς απέναντι σε κάποιον άλλο. Μάλιστα, η νομική σημασία της λέξης δηλώνει τη σχέση με την οποία κανείς αναλαμβάνει μία υποχρέωση προς έναν άλλο σε παροχή (δανειστής - οφειλέτης) (Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Στα αγγλικά, το ουσιαστικό guilt (ενοχή) προέρχεται από το αγγλοσαξονικό ρήμα gieldan (ξεπληρώνω, χρωστώ) (Wikipedia/Online Etymology Dictionary).
Πώς συνδέεται η οικονομική και η ηθική σημασία του χρέους/ενοχής; Μέσω της σύναψης και της τήρησης ή μη των συμβολαίων, των όρων δανεισμού και των οικονομικών συμφωνιών (ομολογιών: υποσχέσεων με θρησκευτικό όρκο). Για του λόγου το αληθές:
«Οι Έλληνες έχουν αναλάβει δεσμεύσεις, θα πρέπει να τις σεβαστούν επακριβώς, δεν υπάρχει επιλογή, ο χρόνος πιέζει, πρέπει να υπογράψουν». Nicolas Sarközy, Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας. 6.2.2012.
ή
«'Εμείς με ευχαρίστηση βοηθούμε, αλλά δεν πρέπει να δίνουμε την αίσθηση στους τρίτους ότι αυτοί δεν πρέπει να προσπαθούν. Καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 12.2.2012
ή
«Δεν δίνουμε τίποτα χωρίς αντάλλαγμα. Και αυτό είναι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης». Philipp Rösler, Γερμανός Υπουργός Οικονομίας. 23.2.2012
ή
«Είχαν ποτέ αυτοί οι μέχρι τούδε γενεαλόγοι της ηθικής την παραμικρή υποψία, ακόμη και στα όνειρά τους, ότι η βασική ηθική έννοια “Schuld” (ενοχή) έλκει την καταγωγή της από την πολύ ηθική έννοια ‘‘Schulden’’ (χρέη, οφειλές) (…) από τη σχέση συμβολαίου μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη, η οποία είναι τόσο παλιά όσο και η ιδέα της ύπαρξης ‘‘δικαιικών υποκειμένων’’, σχέση που με τη σειρά της ανάγεται στις βασικές μορφές της αγοράς, της πώλησης, του αντιπραγματισμού, του εμπορίου». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 4.

Πίστωση: ετυμολογικά, ήδη από την αρχαία ελληνική, η λέξη σήμαινε τη διαβεβαίωση, τη δέσμευση μέσω εγγύησης, την εξασφάλιση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με όρκο (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης). Στις λατινογενείς γλώσσες, το ουσιαστικό credit (πίστωση, εμπιστοσύνη) προέρχεται από το ρήμα credo (πιστεύω).
Τι συνέπειες έχει η απώλεια της πίστωσης, της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων; Την βίαιη και εκ των άνωθεν κατάλυση της κοινότητας.
Για του λόγου το αληθές:
«Το σημαντικό είναι να τηρούν όλοι τις υποχρεώσεις τους και να σταματούν με ολοένα νέες απαιτήσεις, φήμες και ερωτήματα να δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στο φυτό της εμπιστοσύνης που πάει να ανθίσει». Wolfgang Schäuble, Γερμανός Υπουργός Οικονομικών, 8.4.2012
ή
«Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει ότι η υπομονή έχει τα όριά της». Philipp Rösler, Γερμανός Υπουργός Οικονομίας. 7.11.2011
ή
«Είχε τεθεί το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ στο G20». Christine Lagarde, διευθύντρια ΔΝΤ. 2.3.2012

«η βασική σχέση της κοινότητας με τα μέλη της είναι η σχέση του πιστωτή και του οφειλέτη (:..) Ο εγκληματίας είναι ένας οφειλέτης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ξεπληρώνει τα οφέλη και τα δάνεια που πήρε, αλλά και επιτίθεται στον πιστωτή του: επομένως, όπως είναι δίκαιο, όχι μόνο του στερούν στο εξής όλα αυτά τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα, αλλά και του υπενθυμίζουν τι σήμαινε το ότι τα είχε στη διάθεσή του. Η οργή του ζημιωμένου πιστωτή, της κοινότητας, τον ξαναστέλνει στην άγρια και εκτός νόμου κατάσταση, από την οποία τον προστάτευε ως εκείνη τη στιγμή: τον αποδιώχνει και τώρα μπορεί να γίνει σε βάρος του κάθε είδος εχθρικής ενέργειας». Nietzsche, ΓΗ, ΙΙ, § 9.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να δούμε την κρίση που βιώνουμε μέσα από τους όρους της ιστορικής της εξέλιξης και όχι μέσα από μία ηθικολογική προοπτική, πρέπει να εξετάσουμε κριτικά την ίδια την ηθική που μας έχει διαμορφώσει και μας επιβάλλεται ταυτόχρονα είτε ως αφηρημένη ηθικολογία (πολιτικός λόγος) είτε ως μαθηματικοποιημένη επιστήμη (οικονομική επιστήμη) μέσα από σχέσεις γνώσης, εξουσίας, ηθικής. Ο Schäuble, μιμούμενος τον Πάγκαλο, έθεσε το διακύβευμα με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια: «Υπάρχει πρόβλημα νοοτροπίας στην Ελλάδα» (12.2.2012). Η αλλαγή αυτής ακριβώς της νοοτροπίας («να μας βάλουν μυαλό»), η αλλαγή παραδείγματος στον τρόπο υποκειμενοποίησης, είναι το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η σύγχρονη διακυβέρνηση (η ετυμολογία είναι και πάλι διαφωτιστική: gouverner + mentalité)· σε αυτό έγκειται το νεοφιλελεύθερο πείραμα της παγκοσμιοποίησης. Πώς μπορεί να επιβληθεί η δυτική ορθολογικότητα σε παγκόσμια κλίμακα; Πώς μπορεί να κατασκευαστούν «έμπιστα» οικουμενικά υποκείμενα στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς; Πώς μπορεί να επιβληθεί παντού με το μικρότερο δυνατό κόστος η δυτική μνημοτεχνική και η εργαλειακή της ορθολογικότητα;
Η ηθικολογία είναι το πρόσχημα και το σχήμα της δυτικής ρητορικής και πρακτικής. Ωστόσο, μία γενεαλογική κριτική αυτού του σχήματος σκέψης μπορεί και οφείλει να αναδείξει τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες αυτού του εγχειρήματος στην πράξη. Αν στο παρελθόν σφραγιζόταν το σώμα του καταδίκου, σήμερα σφραγίζονται οι επιταγές του· αν άλλοτε ακρωτηριαζόταν ένα μέλος του σώματός του, σήμερα κουρεύονται τα ομόλογά του. Οι συνέπειες της νεωτερικής και μετανεωτερικής μνημοτεχνικής είναι εξίσου επώδυνες τόσο για το ατομικό όσο και για το κοινωνικό σώμα. Απέναντι στους φίλους της ελευθερίας (φιλ-ελεύθεροι), οι οποίοι αρέσκονται να αυτοαναιρούνται διακηρύσσοντας ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική ή ότι όλοι πρέπει να υπαχθούν στη Λογική και στην Αλήθεια του μονοδρόμου, αν θέλουμε να απαντήσουμε δημιουργικά και ριζοσπαστικά στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, στο ερώτημα υπεράσπισης της κοινωνίας και επανεπινόησης της δημοκρατίας, οφείλουμε να αμφισβητήσουμε την κυρίαρχη πολιτική οικονομία της Αλήθειας και την ηθικολογία που μεταχειρίζεται, για να κατασκευάσει πειθαρχημένα και ελεγχόμενα πολιτικά υποκείμενα. Άλλωστε, ήδη ένας άλλος «καταραμένος Γερμανός» είχε τονίσει πριν από τον Nietzsche την ανάγκη κριτικής της Θεολογίας και της ηθικολογίας της ως απαραίτητη προϋπόθεση της κριτικής της Πολιτικής και της οικονομικής λογικής της: «Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος» (K. Marx, Το Κεφάλαιο, τ. Α΄, σ. 779).

Θ.Λ.
12 Μαΐου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: