Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα

Του Κώστα Σβόλη

Ο μικρός Χαμί, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η βόμβα που κρυβότανε σ’ ένα σάκο δίπλα στα σκουπίδια, θα τον έβγαζε από την ανωνυμία την στιγμή που ακριβώς θα του αφαιρούσε τη ζωή.
Θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από τους Ταλιμπάν, να είχε σκοτωθεί στα ερείπια του βομβαρδισμένου, από το ΝΑΤΟ, σπιτιού του. Να τον έχει βρει μια από τις αδέσποτες σφαίρες του Ελληνικού «ειρηνευτικού» σώματος που εδρεύει στο Αφγανιστάν.
Θα μπορούσε το κορμάκι του να το είχε ξεβράσει νεκρό η θάλασσα σε μια παραλία της Λέσβου, δίπλα στα υπολείμματα της φουσκωτής βάρκας που θα είχαν τρυπήσει οι άντρες της FRONTEX προστατεύοντας τα σύνορα της Ευρώπης. Να αποκοιμιότανε για πάντα ψημένος στον πυρετό σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Παγανή.
Θα μπορούσε να πέθαινε σε κάποιο νοσοκομείο χτυπημένος από τους άνδρες του Λιμενικού ή της Αστυνομίας που θα δηλώνανε υπευθύνως ότι αυτοτραυματίστηκε. Να ήταν απλά μια ακόμα ανεξιχνίαστη υπόθεση ενός μαχαιρωμένου μετανάστη, που κανείς μπάτσος ή εισαγγελέας δεν ασχολήθηκε να βρει τους φασίστες μαχαιροβγάλτες δολοφόνους του, αντίθετα βιάστηκε να την παραπέμψει στο αρχείο με την υποσημείωση: «πιθανόν ξεκαθάρισμά μεταξύ αλλοδαπών μαφιόζων».
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις ο μικρός Χαμί θα είχε μείνει ανώνυμος, μια παράπλευρή απώλεια, ένας λαθρομετανάστης που απεβίωσε. Το πολύ πολύ να είχε απασχολήσει σαν ένας αύξων αριθμός ένα μονόστηλό εφημερίδας, τα στατιστικά στοιχεία μιας «ανθρωπιστικής οργάνωσης», ή μια ακόμη επιτυχημένη επιχείρηση αποτροπής της λαθρομετανάστευσης.
Ένας αύξων αριθμός που δεν θα προκαλούσε ρίγη συγκινήσεως στο φιλοθεάμον κοινό, κροκοδείλια δάκρια τηλεπαρουσιαστών, την πρόταση για μια «διαμαρτυρία ενάντια στην τρομοκρατία» της Μπακογιάννη, την ενεργοποίηση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας για την οικογένεια του από τον υπουργό ΠΡΟ.ΠΟ.
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις κανείς πολιτικός, κανένας δημοσιοκάφρος δεν θα είχε βγει να καταδικάσει την τρομοκρατική δράση του ΝΑΤΟ, του Ελληνικού Στρατού, του Λιμενικού, της FRONTEX, του Ελληνικού Κράτους και της Ε.Ε.
Κανείς τους δεν θα έδινε σημασία σε έναν αύξοντα αριθμό και αξία σ’ ένα πτώμα τυλιγμένο με κουβέρτα και παραπεταμένο στα αζήτητα κάποιου νεκροτομείου. Γιατί κανένα πτώμα δεν έχει αξία για την εξουσία, τους διαχειριστές της, τα αφεντικά και το σκυλολόι τους εάν δεν μπορούν ν’ αποσπάσουν ακόμα και από αυτό, απ’ ένα άψυχο κουφάρι, υπεραξία.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας έναν σάκο, ψάχνοντας στα σκουπίδια τα περισσεύματα μιας κοινωνίας, που παρουσιάζεται ευσυγκίνητη μπροστά στον θάνατο, τον πόνο, τον σπαραγμό και την οδύνη, μονάχα εάν έχει τέτοια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αφορούν και την ίδια: «Και εάν πέρναγα εκείνη την ώρα από εκεί;» αναρωτιέται και την κόβει κρύος ιδρώτας.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα ακριβώς την ώρα που έχανε την ζωή του ανοίγοντας δεκάδες τηλεοπτικά παράθυρα καταγγελίας της «τρομοκρατίας που είναι τυφλή και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους θύτες και θύματα, αλλά απλά σκορπάει φόβο». Αρκεί φυσικά να μην πρόκειται για την κρατική τρομοκρατία της «συντεταγμένης πολιτείας»
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα γιατί πέθανε ως η εξαίρεση από έναν σάκο που έκρυβε τον θάνατο, και όχι με βάση τον κανόνας από την πολιτική των κυρίαρχων που από την μια δημιουργεί την προσφυγιά και από την άλλη πολτοποιεί τις ζωές των προσφύγων στα ναρκοπέδια, στις διεμβολισμένες βάρκες, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα κρατητήρια των Αστυνομικών Τμημάτων.
Ο μικρός Χαμί απέκτησε όνομα για να συνεχίσουν να μένουν ανώνυμοι οι εκατοντάδες μετανάστες, θύματα της κρατικής τρομοκρατίας και της βίας των αφεντικών. Για να μπορούν οι πραίτορες της δημοκρατίας να συνεχίζουν τις σκούπες στο κέντρο της Αθήνας και ο δημοσιοφάγος Κύρτσος να καλεί την κυβέρνηση να βρει μια ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ για το θέμα τον μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν ξέρουμε εάν θα μάθουμε ποτέ ποιοι και για ποιο λόγο είχαν τοποθετήσει την βόμβα που αφαίρεσε την ζωή του μικρού Χαμί. Αν πρόκειται για μια πράξη που δείχνει την διαρκή σύγκρουση μέσων και σκοπών, την Αντινομία, στην οποία βρίσκονται οι οργανώσεις της ένοπλης επαναστατικής προπαγάνδας ή αν πρέπει να δεχθούμε ως γνήσια την ανάληψη ευθύνης από το πρωτοεμφανιζόμενο Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο.
Στην πρώτη περίπτωση δεν μπορούμε παρά να μπούμε στον πειρασμό για μια κριτική των όπλων με τα όπλα της κριτικής. Δεν είναι η αποδοχή του Νόμου και του κυρίαρχου Δίκαιου αυτό που μας οδηγεί στην απόρριψη του «ένοπλου εκδικητή», αλλά η ευκολία με την οποία αυτός υποτάσσει τους σκοπούς του στα μέσα του, στο όνομα μιας «αποτελεσματικότητας» που αναιρεί το ίδιο το ηθικό έρεισμα στο οποίο βασίζεται η επαναστατική βία. Δεν θα πούμε περισσότερα επ’ αυτού, όχι γιατί δεν έχει έρθει η ώρα, αλλά γιατί από μόνο του αυτό το ζήτημα πρέπει να μας απασχολήσει έτσι και αλλιώς.
Από την άλλη και άσχετα με την γνησιότητα της ανάληψης ευθύνης από το Επαναστατικό Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο, η εμφάνιση του φασιστικού εξτρεμισμού είναι πλέον μια πραγματικότητα που αναβαθμίζει συνεχώς την ένταση της δράσης του. Μέσα σε μια περίοδο κρίσης και κοινωνικής- πολιτικής ρευστότητας η απόσταση από τα μαχαιρώματα νέων και μεταναστών, τις επιθέσεις σε κινηματικούς χώρους, την ρατσιστική βία στο παλαιό εφετείο και τον Αγ. Παντελεήμονα, τους εκρηκτικούς μηχανισμούς και τους εμπρησμούς σε θρησκευτικούς χώρους (είτε είναι εβραϊκές συναγωγές, είτε λατρευτικοί χώροι μουσουλμάνων) μέχρι τα τυφλά βομβιστικά χτυπήματα καλύπτεται με ολοένα και πιο γρήγορα βήματα.
Ο μικρός Χαμί έχει ξεχαστεί ήδη από τους τηλεκανίβαλους. Το όνομα του θα μείνει στα χείλια των δικών του ανθρώπων, στα δάκρια της μάνας του και στα λόγια αξιοπρέπειας του πατέρα του: «Ο θάνατος του Χαμί πρέπει να γίνει η αφορμή να ακουστεί η φωνή των εκατομμυρίων προσφύγων».