«Ο καπιταλισμός παραπαίει. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πέσει»*

Καλώς ορίσατε στο εργαστήριο των θαυμάτων! Εδώ, όπου το κενό που δημιουργεί η έλλειψη ελπίδας πληρώνεται με καθησυχαστικές υποσχέσεις για ένα «νέο ξεκίνημα»· εδώ, όπου τα υπουργεία μετονομάζονται και αποκτούν μέσω της γλωσσικής επανασήμανσής τους «νέο νόημα», λαμβάνουν αίφνης θετικό πρόσημο, σαν ένα είδος εξορκισμού του Κακού που μέχρι χθες σήμαιναν. (Χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα το υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη» και η πολιτική της «μηδενικής ανοχής» που εφαρμόζει ο ηγεμών της Τάξης Χρυσοχοΐδης, καταδεικνύοντας τη σχιζοφρένεια αυτής της διαδικασίας αναβάπτισης.) Έτσι, έστω κι αν στην πραγματικότητα η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ. παρέλαβε θριαμβευτικά τη σκυτάλη από την προηγούμενη δεξιά «αντίπαλό» της συνεχίζοντας την ίδια τυφλή κούρσα στον άγονο τόπο της καπιταλιστικής ανάπτυξης (που κι αυτή βαφτίστηκε τώρα «πράσινη»!), υπό το άγρυπνο βλέμμα και την αυστηρή επιτήρηση της Ε.Ε. και των «διεθνών αγορών», θέλει να καυχιέται ότι «δεν είναι ίδια» με εκείνη που απέτυχε οικτρά να διαγνώσει τα συμπτώματα αποσύνθεσης του «κοινωνικού σώματος» και να εφαρμόσει με αποφασιστικότητα και τόλμη την κατάλληλη θεραπεία προκειμένου να το διασώσει. Είναι φυσικό, λοιπόν, λένε, να αποδεχτούμε αβίαστα όλοι, για μια ακόμη φορά, ότι η «κρίσιμη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα» απαιτεί ειδική, εντατική θεραπευτική αγωγή – και το («νέο») ΠαΣοΚ είναι αποφασισμένο να την εφαρμόσει. Όπως εξίσου θεμιτό είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να τεθούν στο περιθώριο και να απομονωθούν, να ονομαστούν «εχθροί», όλοι εκείνοι που δεν συμμερίζονται αυτή την αναγκαιότητα και δεν στέργουν στα «απαραίτητα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν», αλλά συνεχίζουν να αγωνίζονται δυναμικά, όχι φυσικά για την «οικονομική ανάκαμψη» και την ανάκτηση της «διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας», αλλά για την εκ βάθρων ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης.
Η ατύπως κηρυχθείσα «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» είναι το βιοπολιτικό εργαστήριο στο οποίο η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση συναρμολογεί την κοινωνική συναίνεση χρησιμοποιώντας, σαν μεταμοντέρνος Φρανκενστάιν, τα μέλη και τα όργανα ιδεολογικών πτωμάτων από το νεκροταφείο της πολιτικής, προσπαθώντας να αναστήσει το διαμελισμένο «κοινωνικό σώμα» και να του εμφυσήσει πνοή ζωής, να το εμφανίσει μπροστά μας σαν ενιαίο, ολοζώντανο και σφριγηλό υποκείμενο της κρατικής εξουσίας. Το τερατώδες αυτό εγχείρημα, η ύβρις της συνάρθρωσης κοινωνικού κράτους και αστυνομίας, η προπετής επιδίωξη εξάλειψης των ανταγωνισμών μέσω της παρά φύσει οργανικής ανασύστασης του «σώματος», όπου το κεφάλι είναι προορισμένο να σκέφτεται και τα μέλη πρέπει «φυσιολογικά» να υπακούν μηχανιστικά στις εντολές του, όντας εξαρτώμενα από τη δική του «γνώση» και βούληση (μα πώς είναι ποτέ δυνατόν να μιλάμε για ένα «ακέφαλο σώμα», αναρωτιούνται με επιτηδευμένη αφέλεια οι επικεφαλής!), είναι εκ των συνθηκών καταδικασμένο να αποτύχει. Τα σημεία διαρραφής, εκεί όπου η σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου μεταστρέφεται, αποκτώντας «νέο νόημα», αποδεικνύονται πολύ χαλαρά, αν όχι εύθραυστα, ανίσχυρα εκ των πραγμάτων να κρατήσουν την ενότητα και τη συνοχή ενός ενιαίου «κοινωνικού υποκειμένου». Πόσο μάλλον να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και την υποταγή του, τη συναίνεσή του, παρουσιάζοντας την ταξική πάλη ως αναχρονισμό.
Είναι προφανές ότι, παρά τις άγαρμπες προσπάθειες που καταβάλλουν οι κυβερνώντες προκειμένου να εξωραΐσουν το έκτρωμα της «νεο-κεϋνσιανής» πολιτικής τους, το κενό, από το οποίο ξεπηδούν οι χειρότεροι εφιάλτες (βλ. π.χ. τη δεκεμβριανή εξέγερση), παραμένει αναπλήρωτο. Η ίδια η καπιταλιστική σχέση, φύσει ανταγωνιστική, δομείται γύρω από αυτό. Ακόμη κι αν τα ονόματα αλλάξουν, η πραγματικότητα θα συνεχίσει να είναι σημαδεμένη από το τραύμα: η ανισότητα, η αδικία, η αλλοτρίωση, ο αποκλεισμός, η καταπίεση, η ανασφάλεια, η εκμετάλλευση, είναι οι συνθήκες που επικρατούν τόσο στο πεδίο της παραγωγής όσο και στο πεδίο της αναπαραγωγής, συνθήκες που βιώνονται εμπειρικά από τους περισσότερους, εντείνοντας αναπόφευκτα τις αποδιαρθρωτικές τάσεις του συστήματος και οξύνοντας τον κοινωνικό ανταγωνισμό και την ταξική πάλη. Αυτή η πίεση που δημιουργεί η δυσαρέσκεια από τα κάτω δεν είναι πλέον εύκολο να χειραγωγηθεί και να ελεγχθεί από την κρατική εξουσία παρά τις εξελιγμένες τεχνικές που αυτή διαθέτει και χρησιμοποιεί. Η αλαζονική πρακτική της μετονομασίας που εφάρμοσε εξαρχής η νέα κυβέρνηση προκειμένου να μπορέσει να αναδιαμορφώσει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού σύμφωνα με τις επιταγές του κεφαλαίου, να νομιμοποιήσει δηλαδή τη «δικτατορία της πλειοψηφίας» επικαλούμενη την «ισχυρή λαϊκή εντολή» που έλαβε στις πρόσφατες εκλογές για να βάλει τους διαφωνούντες στο γύψο, δεν μπορεί επουδενί να εξωραΐσει το περιεχόμενο της πολιτικής της και τα απτά αποτελέσματά της. Αντιθέτως, οι διεθνείς οικονομικές συγκυρίες και η περιβαλλοντική κρίση δημιουργούν νέες εστίες έντασης γύρω από το ίδιο το δικαίωμα της κρατικής εξουσίας να επανασημάνει την πραγματικότητα, να βαφτίζει το μαύρο άσπρο μεταστρέφοντας κατά το δοκούν τα γεγονότα και την ίδια τη βιωματική εμπειρία των υποκειμένων.
Στην έρημο του καπιταλισμού οι γλωσσικοί αντικατοπτρισμοί είναι προβολές της επιθυμίας του κεφαλαίου να διατηρήσει με κάθε τρόπο τον έλεγχο πάνω στο κατακερματισμένο κοινωνικό σώμα και να υποτάξει την επιθυμία στη λογική της «ανάγκης», να διατηρήσει δηλαδή ανέγγιχτο τον πυρήνα της καπιταλιστικής σχέσης στη νεοφιλελεύθερη μορφή της. Με πρόφαση την «οικονομική κρίση» –που ας μην ξεχνάμε ότι είναι η ίδια η μορφή της αντιπαράθεσης εργασίας και κεφαλαίου, δηλαδή αποτέλεσμα της ταξικής πάλης–, επιδιώκεται η αναδιάρθρωση του συστήματος και η διάσωσή του, η διασφάλιση δηλαδή της παραγωγής υπεραξίας και η διατήρηση των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων.
Ο μηχανισμός πειθάρχησης που αποκαλείται «διεθνείς αγορές», από τις οποίες υποτίθεται ότι εξαρτάται η επιβίωσή μας και η «εθνική μας κυριαρχία», φανερώνει την συντριπτική ήττα του πολιτικού συστήματος, καθώς το κεφάλαιο και η οικονομία έχουν μετατραπεί σε υπερβατικές έννοιες που ξεπερνούν κάθε δυνατότητα μιας επιμέρους ρύθμισης, ξεγυμνώνοντας τους πολιτικούς διαχειριστές και γελοιοποιώντας τις απόπειρές τους να πείσουν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει «ανθρώπινο πρόσωπο».
Πολλοί φοβούνται (ενώ άλλοι ελπίζουν) ότι στο άμεσο μέλλον η σοβούσα δυσαρέσκεια που προκαλούν οι επιθέσεις του κεφαλαίου και του κράτους θα υποδαυλίσουν νέες εξεγέρσεις, πιο εκτεταμένες από εκείνη του περσινού Δεκέμβρη. Και μάλλον δεν έχουν άδικο. Το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, τόσο η Δεξιά όσο και η «Αριστερά», δεν μπορεί να διαχειριστεί πλέον την πολύμορφη κρίση (οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική) και να προτείνει πειστικές λύσεις για την έξοδο από αυτή. Δεν μπορεί να αποσοβήσει τους ισχυρούς κραδασμούς που κλονίζουν τα έτσι κι αλλιώς διαβρωμένα θεμέλια του ίδιου του συστήματος που μοιάζει να καταρρέει υπό το βάρος των εγγενών αντιφάσεών του.
Ο καπιταλισμός προβάρει τα πράσινα ρούχα του για να μας πείσει ότι παραμένει ακμαίος, αν και προσωρινά ασθενής, και ότι προτίθεται να αλλάξει. Είτε αφορά στη νέα «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του Πα.Σο.Κ., είτε τις διακηρύξεις για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής και την «πράσινη ανάπτυξη», αυτή η αλλαγή ενδύματος δεν είναι παρά η ξεδιάντροπη μεταμφίεση ενός τέρατος που παραπαίει.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι αρκεί να περιμένουμε υπομονετικά, με σταυρωμένα τα χέρια, αν και πότε θα έρθει η «κατάρρευση του καπιταλισμού», ο οποίος υποτίθεται ότι κάποια στιγμή θα υποκύψει νομοτελειακά στις αντινομίες και τις αντιφάσεις του. Αντιθέτως, είναι επιτακτικότερο από ποτέ, απέναντι στην πολυμέτωπη επίθεση του κεφαλαίου, να αναλάβουμε άμεσα δράση, να ενδυναμώσουμε το κίνημα και, όπως λέει και το σύνθημα των συντρόφων που οργάνωσαν την αντίσταση κατά τη διάρκεια του άκαρπου συνεδρίου για τις κλιματικές αλλαγές στην Κοπεγχάγη, τώρα που «ο καπιταλισμός παραπαίει, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε για να πέσει».

* Ελεύθερη μετάφραση του συνθήματος «Capitalism is stumbling. Let’s make sure it falls» (www.nevertrustacop.org).