Ποιο έργο παίζεται στην «κεντρική σκηνή»;

Η περεταίρω ανάπτυξη της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχτεί –δυστυχώς– στην ίδια την εγγενή δυναμική της κι έτσι επιδιώκει την υποστήριξη από εξωγενείς παράγοντες, που περισσότερο σχέση έχουν με τη γενικότερη τάση «εκσυγχρονισμού» της αγοράς παρά με μια πραγματική συνεισφορά στην όποια καλλιτεχνική άνθηση.

Σε αυτή τη φάση, η τέχνη προσφέρεται να γίνει το εξωραϊστικό άλλοθι φιλόδοξων οικονομικών συμφερόντων που επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην αγοραπωλησία γης, στις οικοδομικές κατασκευές και στη βιομηχανία της διασκέδασης και έχουν κατά νου διάφορα σχέδια «ανάπλασης και ανάπτυξης» της πόλης. (Ήδη παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας τέτοιας επένδυσης στην περιοχή του Μεταξουργείου – αλλά τα ίδια συμβαίνουν και στο Γκάζι, στην Πειραιώς, στον Ελαιώνα, στη Συγγρού κ.α.) Τα συμφέροντα αυτά απέκτησαν πολύ εύκολα πρόθυμους συμμάχους στο χώρο της τέχνης όχι μόνο επειδή οι οικονομικοί πόροι που διαθέτουν είναι δυσεύρετοι και αποτελούν πάντα το ζητούμενο σε όποια προσπάθεια ανάπτυξης, αλλά κυρίως επειδή οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες της τέχνης, ειδικότερα η νέα γενιά, έχουν αποδεχτεί πλήρως το γενικότερο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν και δεν επιθυμούν καμία σοβαρή αντιπαράθεση μαζί του, αντιθέτως, όπως έχουμε πει αλλού, επιδιώκουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους. Έτσι, λοιπόν, κάθε ευκαιρία που τους προσφέρεται είναι καλοδεχούμενη και η αναγωγή της στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα που την υπαγορεύουν σπανίως γίνεται αντικείμενο διερεύνησης, πόσο μάλλον κριτικής.

Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη «λειτουργική» δυναμική αυτής της γενιάς, που αποκομμένη από το παρελθόν και τις «ιδεολογίες» του, συγκλίνει με το κυρίαρχο ρεύμα και εκμεταλλεύεται τη ροή της πληροφορίας και του κεφαλαίου, οικειοποιούμενη την ρητορική της παγκοσμιοποίησης και του δυτικού μοντέλου φιλελεύθερης δημοκρατίας, προκειμένου να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει τη δική της τάξη πραγμάτων. Είναι επόμενο: όταν εξασφαλιστεί η συναισθηματική και θεωρητική θωράκιση που παρέχει η συγκατάβαση, η ενέργεια που περισσεύει μπορεί να επενδυθεί σε μια συνεχή κινητικότητα και δράση, με εντυπωσιακά κάποιες φορές αποτελέσματα, τουλάχιστον σε οργανωτικό επίπεδο. Η δυναμική που απέκτησε τα τελευταία χρόνια η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα είναι νομίζω αποτέλεσμα της αλλαγής «παραδείγματος» που σήμανε η υιοθέτηση μεταμοντέρνων απόψεων για τον καλλιτέχνη και την τέχνη από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους, που κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτό-ορίστηκαν και έθεσαν το αίτημά τους για επανακαθορισμό των προϋποθέσεων και του πλαισίου παραγωγής και διακίνησης της τέχνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν έως το σημείο να επιχειρήσουν να το διαμορφώσουν οι ίδιοι εκ του μηδενός. Και πάλι όμως δεν ήταν τα συμμετέχοντα υποκείμενα και οι επιθυμίες τους που καθόρισαν την μορφή και την κατεύθυνση της ανάπτυξης αυτής, αλλά το εξισορροπητικό «αόρατο χέρι» της αυτορύθμισης της αγοράς που εξασφαλίζει τους πιο «αντικειμενικούς» όρους αξιολόγησης, μακριά από «μεταφυσικές» και «ουσιοκρατικές» αντιλήψεις για την τέχνη και την συζήτηση για την κοινωνική και οντολογική σημασία της.

Υπό την κηδεμονία του κεφαλαίου και των ποικίλλων συμφερόντων του (τόσο οικονομικών, όσο και αυτοπροσδιοριστικών, ταξικών) ο εργαλειακός ορθολογισμός της «εγκατάστασης» (με την έννοια του καταλαμβάνω έναν συγκεκριμένο χώρο ως χώρο αυτοπροσδιορισμού) και της διαμόρφωσης του πεδίου δράσης (η «επαγγελματικοποίηση» είναι το πρώτο στάδιο μιας προσχεδιασμένης διαδικασίας) ξεχερσώνει το έδαφος στο χώρο της τέχνης, το καθαρίζει από τα ζιζάνια και την απροσδιοριστία της ζωντανής ύπαρξης, προκειμένου να εγκαταστήσει το Λόγο του κεφαλαίου, την πάσει θυσία ανάπτυξη εις βάρος κάθε άλλης εκδοχής και δυνατότητας.

Η ρητορική περί αποτελεσματικότητας και η φιλοδοξία δημιουργίας μιας «κεντρικής σκηνής» (δηλαδή ενός πεδίου όπου «τα πράγματα συμβαίνουν» και η σύναξη των ισχυρών «παικτών», των πρωταγωνιστών, συγκεντρώνει την προσοχή των πολλών, προκαλώντας είτε θετικές είτε αρνητικές αντιδράσεις που με τη σειρά τους γίνονται συστατικά στοιχεία της «δημόσιας σφαίρας») χρησιμοποιούνται για να συγκαλύψουν τον ανεπιφύλακτο συμβιβασμό. Η ύπαρξη μιας «κεντρικής σκηνής», εκτός του ότι υιοθετεί τους όρους του θεάματος («όχι όμως ως αμαρτωλή Βαβυλωνία, αλλά ως καθεδρικός ναός της διασκέδασης ανεβασμένου επιπέδου», Χορκαχάιμερ-Αντόρνο), οριοθετεί όχι μόνον το δικό της πεδίο αλλά και εκείνο του «περιθωρίου», με την έννοια ότι η «κεντρική σκηνή» οργανώνεται ακριβώς ως η άρνησή του. Αυτοστιγμεί σχηματίζονται οι έννοιες της συγκατάβασης και της άρνησης, της συμπερίληψης και του αποκλεισμού, του «μέσα» και του «έξω». Με έναυσμα την οργανωτική ορθολογικότητα οι σχέσεις ιεραρχούνται, η αυθεντία διαχωρίζεται και επικαλείται τη διαφορά της για να κυριαρχήσει, ο καταμερισμός των ρόλων είναι αναπόφευκτος και όλοι βρίσκουν τη θέση τους, ακόμα και με το ζόρι. Το σύστημα αφομοιώνει όσους συναινούν και αποκλείει τους διαφωνούντες. Εφόσον τα συμμετέχοντα υποκείμενα παραχωρούν το δικαίωμα της αυτονομίας, διαιτητής των κρίσεων ορίζεται ο Νόμος και το Δίκαιο του ισχυρού. Και σίγουρα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να καταλάβουμε ποιος είναι ο ισχυρός στη σχέση αυτή… Η ολοκληρωτική υπαγωγή της τέχνης στο θέαμα (δηλαδή στην αγορά και τους νόμους της) είναι το ένα σκέλος των αντισταθμιστικών μέτρων που απαιτεί το επενδυμένο κεφάλαιο για τη διασφάλισή του. Το άλλο σκέλος είναι η εξασφάλιση της αναπαραγωγής και διάδοσης της ιδεολογίας που περιγράφει την τέχνη ως μέσον οντολογικής κάθαρσης και σημείο έκφρασης του ιδιαζόντως ανθρώπινου στοιχείου: της δημιουργίας, όταν στην πραγματικότητα κάθε τέτοια λειτουργία της τέχνης έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί και χρησιμοποιείται απλώς ρητορικά, για να συνεχίσει να εκβιάζει την κοινωνική επικύρωση και συμπερίληψη σε ένα σύστημα αξιών που δεν διαθέτει πλέον καμία ουσιαστική ισχύ. Η αλήθεια είναι ότι, απογυμνωμένη από την αίγλη του παρελθόντος της η σύγχρονη τέχνη, ήδη από την εποχή του Duchamp, φτύνει κατά πρόσωπο τις αστικές καταβολές της, στρέφεται κατά του εαυτού της (από τότε διαλαλείται ο περιβόητος «θάνατος της τέχνης») και αποκόπτεται από τις θεμελιώδεις αξιώσεις του αστικού κοινωνικού οράματος και τον ρόλο που της αναλογούσε μέχρι τότε σε αυτό. Από τη λυσσαλέα επίθεση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας σε κάθε αστική φαντασίωση και την αθρόα σύνταξή της στις γραμμές της επανάστασης έως την πλήρη ενσωμάτωση της σύγχρονης τέχνης στην αγορά και στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, η απόσταση είναι πραγματικά μεγάλη, αλλά την έχουμε ήδη διανύσει.

Η διασφάλιση της ευημερίας και της αναπαραγωγής του αστικού ιδανικού προϋποθέτει την «ανάπτυξη» και την «πρόοδο», τόσο την οικονομική όσο και την πολιτισμική, και ανατροφοδοτεί την ανάγκη για το νέο, το καινοφανές, στηρίζοντας κάθε πόλο ενεργητικής σκέψης και πράξης που μπορεί να είναι παράγοντας αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων, ακόμα κι αν οι αρχικές προθέσεις αυτού του πόλου ήταν απροκάλυπτα εχθρικές απέναντι στον καπιταλισμό. Στην τέχνη, η καινοτομία είναι εγγεγραμμένη ως δυνατότητα αναπροσδιορισμού της πραγματικότητας και του υποκειμένου, ως παραγωγική μήτρα μορφών και συγκειμένων εκτός συμβατικού κανονιστικού πλαισίου και κοινωνικών περιορισμών. Το κεφάλαιο κατάφερε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε αυτή η δυναμική της καινοτομίας που περικλείει η τέχνη να καταστεί παραγωγική για τα δικά του συμφέροντα – δεν προσπάθησε να την εξαλείψει αλλά να την οικειοποιηθεί. Η υπ’ αυτούς τους όρους υπεράσπιση μιας «αυτονομίας» της τέχνης δεν είναι παρά το άλλο πρόσωπο της παρεμβατικής ικανότητας του καπιταλισμού στην διασφάλιση της αναπαραγωγής των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης σε κάθε πτυχή και επίπεδο της κοινωνίας, από τον μινιμαλισμό του στοιχειωδώς απαραίτητου για την επιβίωση έως τον μαξιμαλισμό της δημιουργίας, των προσωπικών σχέσεων, της αυτοδιαχείρισης του χρόνου, της αναπαραγωγικής ικανότητας, της διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας – στην «αποικιοποίηση» εντέλει της ίδιας της ζωής. Έτσι, ο ρεαλισμός τής με κάθε μέσο ανάπτυξης του κεφαλαίου γίνεται ο τάφος της ελπίδας για μια πραγματική άνθηση της τέχνης.

Μπορούμε, λοιπόν, υπ’ αυτές τις συνθήκες να κλείσουμε τα αυτιά στις Σειρήνες της ανάπτυξης και να αναζητήσουμε εναλλακτικούς δρόμους και τρόπους ουσιαστικής καλλιτεχνικής άνθησης; Μιας άνθησης που θα είναι στην πραγματικότητα η έμπρακτη αντίσταση των δρώντων υποκειμένων στη μοιρολατρία της πραγματικότητας ως έχει και των αλλοτριωμένων σχέσεων που αυτή διαμορφώνει; Τελικά, δεν είναι μόνο η απάτη της «ανάπτυξης» η οποία υπόσχεται την άνθηση της τέχνης που πρέπει να αποκαλυφθεί. Είναι και η αλαζονεία της «αποτελεσματικότητας» που πρέπει να μετριαστεί. Η άρνηση της δυναμικής του κεφαλαίου και της αγοράς και η μεταστροφή της σε αντίρροπη δυναμική δράσης, που επιδιώκει την ανατροπή των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης επικαλούμενη τον πιθανό ρόλο της τέχνης σε μια απελευθερωμένη κοινωνία, μπορεί να διασώσει ακόμα την ελπίδα γι’ αυτήν την κοινωνία.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η περεταίρω ανάπτυξη της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχτεί –δυστυχώς– στην ίδια την εγγενή δυναμική της κι έτσι επιδιώκει την υποστήριξη από εξωγενείς παράγοντες, που περισσότερο σχέση έχουν με τη γενικότερη τάση «εκσυγχρονισμού» της αγοράς παρά με μια πραγματική συνεισφορά στην όποια καλλιτεχνική άνθηση.

Σε αυτή τη φάση, η τέχνη προσφέρεται να γίνει το εξωραϊστικό άλλοθι φιλόδοξων οικονομικών συμφερόντων που επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην αγοραπωλησία γης, στις οικοδομικές κατασκευές και στη βιομηχανία της διασκέδασης και έχουν κατά νου διάφορα σχέδια «ανάπλασης και ανάπτυξης» της πόλης. (Ήδη παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας τέτοιας επένδυσης στην περιοχή του Μεταξουργείου – αλλά τα ίδια συμβαίνουν και στο Γκάζι, στην Πειραιώς, στον Ελαιώνα, στη Συγγρού κ.α.) Τα συμφέροντα αυτά απέκτησαν πολύ εύκολα πρόθυμους συμμάχους στο χώρο της τέχνης όχι μόνο επειδή οι οικονομικοί πόροι που διαθέτουν είναι δυσεύρετοι και αποτελούν πάντα το ζητούμενο σε όποια προσπάθεια ανάπτυξης, αλλά κυρίως επειδή οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες της τέχνης, ειδικότερα η νέα γενιά, έχουν αποδεχτεί πλήρως το γενικότερο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν και δεν επιθυμούν καμία σοβαρή αντιπαράθεση μαζί του, αντιθέτως, όπως έχουμε πει αλλού, επιδιώκουν την πλήρη ενσωμάτωσή τους. Έτσι, λοιπόν, κάθε ευκαιρία που τους προσφέρεται είναι καλοδεχούμενη και η αναγωγή της στις επιδιώξεις και τα συμφέροντα που την υπαγορεύουν σπανίως γίνεται αντικείμενο διερεύνησης, πόσο μάλλον κριτικής.

Από την άλλη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη «λειτουργική» δυναμική αυτής της γενιάς, που αποκομμένη από το παρελθόν και τις «ιδεολογίες» του, συγκλίνει με το κυρίαρχο ρεύμα και εκμεταλλεύεται τη ροή της πληροφορίας και του κεφαλαίου, οικειοποιούμενη την ρητορική της παγκοσμιοποίησης και του δυτικού μοντέλου φιλελεύθερης δημοκρατίας, προκειμένου να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει τη δική της τάξη πραγμάτων. Είναι επόμενο: όταν εξασφαλιστεί η συναισθηματική και θεωρητική θωράκιση που παρέχει η συγκατάβαση, η ενέργεια που περισσεύει μπορεί να επενδυθεί σε μια συνεχή κινητικότητα και δράση, με εντυπωσιακά κάποιες φορές αποτελέσματα, τουλάχιστον σε οργανωτικό επίπεδο. Η δυναμική που απέκτησε τα τελευταία χρόνια η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα είναι νομίζω αποτέλεσμα της αλλαγής «παραδείγματος» που σήμανε η υιοθέτηση μεταμοντέρνων απόψεων για τον καλλιτέχνη και την τέχνη από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους, που κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτό-ορίστηκαν και έθεσαν το αίτημά τους για επανακαθορισμό των προϋποθέσεων και του πλαισίου παραγωγής και διακίνησης της τέχνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν έως το σημείο να επιχειρήσουν να το διαμορφώσουν οι ίδιοι εκ του μηδενός. Και πάλι όμως δεν ήταν τα συμμετέχοντα υποκείμενα και οι επιθυμίες τους που καθόρισαν την μορφή και την κατεύθυνση της ανάπτυξης αυτής, αλλά το εξισορροπητικό «αόρατο χέρι» της αυτορύθμισης της αγοράς που εξασφαλίζει τους πιο «αντικειμενικούς» όρους αξιολόγησης, μακριά από «μεταφυσικές» και «ουσιοκρατικές» αντιλήψεις για την τέχνη και την συζήτηση για την κοινωνική και οντολογική σημασία της.

DIE BILDER BLEIBEN είπε...

Καλησπέρα.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι για τη γενική πραγματικότητα της βιομηχανίας της τέχνης.

Θα μ' ενδιέφερε όμως να δω δημοσιευμένο ένα άρθρο για την αλλαγή στις τάσεις της με αφορμή την νέα λίστα του American Film Institute για τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και τι ρόλο παίζει το κοινό στην επιλογή τους δεδομένου ότι συνέβαλε και αυτό στο τελικό αποτέλεσμα.
Σας παραπέμπω στο παρακάτω σύνδεσμο όπου είναι αναρτημένες ανά 10άδα.
(Σημειώστε ότι για τη γενιά του πατέρα μου, που είναι γεννηθείς το 1938 τη πρώτη θέση κατείχε το "Battleship Potemkin" το οποίο πλέον είναι εξαφανισμένο από τις προτιμήσεις του αμερικανικού Ινστιτούτου!)

http://connect.afi.com/site/PageServer?pagename=micro_take_tour

DIE BILDER BLEIBEN είπε...

Και κάτι άλλο.
Το σωστό site για το Metamute ειναι
http://www.metamute.org/
και όχι .com

Καλό απόγευμα.

futura είπε...

@ die bilder bliben

Σας ευχαριστώ για το σχόλιο (και για την διόρθωση του link!).

ilias είπε...

Ναι εντάξει άλλαξε το ''παράδειγμα''
αλλά όχι γιατί ΄΄άλλαξαν οι αισθητικές και καλλιτεχνικές επιταγές. Αλλά γιατί η βιομηχανία της επικοινωνίας που αποτελεί σήμερα την ''βασίλισσα του είδους'' πέρασε πρώτη στη μετα-φορντική παραγωγική διαδικασία, που αφορά και στη καλλιτεχνική παραγωγή. Εδώ και καιρό στον ''τριτογενή και τεταρτογενή '' τομέα παραγωγής, χρειάζονται χαρίσματα και συμπεριφορές ''πολιτικου''(πολιτικάντικου ) τύπου σε όποιον διαλέγει ένα τέτοιο επάγγελμα. (πχ καλλιτέχνης)
Η ικανότητα του εργαζόμενου δεν μετριέται με το ''καλό έργο'' και άλλα τέτοια κριτήρια, αλλά με την ταχύτητα με την οποία αναρριχάται στην κορυφή και με τον χρόνο που διατηρείται εκεί. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει καμιά ορατή παραγωγή αγαθών που να λειτουργεί ως μέτρο άρα το κριτήριο δεν μπορεί παρά να είναι το ίδιο με αυτό που διέπει την πολιτική σκηνή.
Έτσι νομίζω πως οι μέθοδοι ανάλυσης του συντάκτη των άρθρων σας που βασίζονται στη σχολή της Φρανκφούρτης θα έπρεπε να λάβουν υπ'όψιν τους τις αποτυχίες της συγκεκριμένης σχολής να προβλέψει την επερχόμενη μετα φορντική περίοδο στην παραγωγή και κατά συνέπεια τις εξελίξεις.
Μου κάνει εντύπωση η επιμονή στην ανάλυση της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής ως εαν να αποτελούσε ένα ενιαίο χώρο παραγωγής τη στιγμή που αυτό δεν συμβαίνει πουθενά. Γιατί άραγε? Από άγνοια ? Σε καμιά περίπτωση η καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν εμφανίζονται σήμερα, (πουθενά στη δύση) σαν κάτι διαφορετικό απο τον ευρύτερο χώρο των βιομηχανιών επικοινωνίας και διασκέδασης.
Αναρωτιέμαι...